Οι τουφεκισμοί εκ διαλειμμάτων εξηκολούθουν, η δε λέμβος επήγαινε

και ήρχετο και την έβλεπα εκάστοτε επιστρέφουσαν, προσπαθών να ίδω

μακρόθεν εάν ήσαν εντός αυτής ο πατήρ μου και η Ανδριάνα. Εις το

τελευταίον της μόνον ταξείδιον τους είδα επί τέλους ερχομένους.

Ήμεθα ήδη πάντες επί του πλοίου, και ήμεθα εκατόν ογδοήκοντα ψυχαί!

Εμετρήθημεν κατόπιν. Οι Τούρκοι δεν επέτυχον από του λόφου να

ελαττώσωσι τον αριθμόν μας.

Το πλοίον ανεπέτασε τα ιστία του και ήρχισε να πλέη υπό την ελαφράν

πνοήν ουρίου ανέμου, αλλ' ήτο εισέτι παρά το στόμιον του λιμένος,

ότε είδομεν τα υψώματα καλυπτόμενα υπό Τούρκων. Οι ολίγοι εκείνοι

ήσαν τω όντι εμπροσθοφυλακή , αλλά, θεία χάριτι, εβράδυνον οι πολλοί

να έλθωσι και ημείς ήμεθα ήδη σώοι και ασφαλείς, ουδ' εφοβούμεθα

πλέον τα απέχοντα όπλα των.

Μεταξύ των ποικίλων του βίου μου περιπετειών δεν έτυχε ποτέ να

ναυαγήσω. Η θάλασσα, μέχρι τούδε τουλάχιστον, μοι εφέρθη φιλοφρόνως

πάντοτε. Αλλ' οπόταν αναγινώσκω ναυαγίων περιγραφάς αναλογίζομαι τας

ώρας και τας σκηνάς της φυγής εκείνης εκ Χίου. Ναυαγοί, βλέποντες εκ

πλοίου καταποντιζομένου την απέχουσαν παραλίαν, δεν διέρχονται

βεβαίως συγκινήσεις πλέον εναγωνίους όσων ημείς τότε διήλθομεν. Αλλά

καταποντισμός δι' ημάς ήτο η επί της ακτής αγωνία, ως βράχον δε

σωτηρίας εβλέπομεν το πλοίον, επί του οποίου η μικρά λέμβος ανά

ολίγους μας μετέφερεν, ενώ οι Τούρκοι ετουφέκιζον άνωθεν.

Ότε όμως είδα το πλοίον απομακρυνόμενον και σώους επ' αυτού όλους

τους μεθ' ημών συγκινδυνεύσαντας, ησθάνθην την καρδίαν μου

πληρουμένην υπό χαράς ότι εσώθημεν. Τούτο ήτο το πρώτον μου αίσθημα,

στενόν ίσως εγωισμού αίσθημα. Δεν εσυλλογιζόμην την ώραν εκείνην

τους μείναντας εις την Χίον, δεν εσκεπτόμην πόσοι δυστυχέστεροι ημών

κρύπτονται εισέτι εις σπήλαια και υπόγεια, υποφέροντες τα μαρτύρια,

από των οποίων ημείς ελυτρώθημεν. Όχι• δι'εμέ η Χίος, ο κόσμος όλος,

ήτο κατ' εκείνην την στιγμήν του πλοίου μας το πλήρωμα• εκεί

συνεκεντρούντο τα αισθήματά μου, εκεί περιωρίζετο η σκέψις μου.

Αλλ' ότε το πλοίον επελαγοδρόμησε, τα δε παράλια της Χίου έμειναν

μακράν όπισθεν ημών, και επήλθε τάξις τις και ησυχία επί του

καταστρώματος, ενθυμήθην τότε ότι ήμην άσιτος και ησθάνθην ότι

πεινώ. Δεν ήτο νέα δι' εμέ η τοιαύτη αίσθησις. Πολλάκις, κατά την

διάρκειαν των περιπλανήσεών μας, ησθάνθην αυτό της πείνης και της

δίψης το μαρτύριον. Ποτέ, αναγνώστά μου, να μη σε δώση ο θεός να

πεινάσης, εκτός μόνον όταν γνωρίζης ότι σε περιμένει τράπεζα

πλήθουσα. Αλλά να πεινάς και να βλέπης τους περί σε ωχρούς εκ της

ασιτίας, και να μη βλέπης πόθεν να προμηθευθής τεμάχιον άρτου, και

να έχης ανάγκην δυνάμεων διά να τρέχης, διά να περιθάλπης άλλα

αδύνατα και αγαπητά περί σε όντα..... Ω ! μόνος ο διελθών τοιαύτας

στερήσεις δύναται να εννοήση την πικρίαν των !

Ο πλοίαρχος δεν εβράδυνε να σκεφθεί ότι έχομεν ανάγκην τροφής και

διέταξε να μας διανείμωσι παξιμάδια. Μας εφάνησαν ως το μάνα εν τη

ερήμω ! Τα εδέχθημεν ευλογούντες τον Θεόν και απονέμοντες εγκαρδίους

ευχαριστίας προς τον πλοίαρχον, και δεν ήκουες εντός ολίγου ή την

χαρμόσυνον μουσικήν τοσούτων πεινασμένων οδόντων αλεθόντων τα σκληρά

του πλοίου παξιμάδια.

Η Ανδριάνα μόνη δεν έτρωγεν. Εκάθητο επί του καταστρώματος, παρά την

πρύμνην, με τα γόνατα υψωμένα και τους αγκώνας επί των γονάτων και

το μέτωπον εντός των χειρών. Ο πλοίαρχος υπήγε πλησίον της προσπαθών

να την ενθαρρύνη, αλλ' έμεινε σιωπηλή και ακίνητος εκείνη, ουδ'

ανύψωσε την κεφαλήν. Έθεσα, τότε την χείρα επί του ώμου της και

ηθέλησα να την προτρέψω να φάγη, αλλά δεν ηδυνήθην να είπω πολλά,

διότι είδα τα δακρυα ρέοντα διά μέσου των δακτύλων της, και επνίγετο

η φωνή μου και εθολούντο οι οφθαλμοί μου.

Η μήτηρ μου εκάθητο παρέκει. Έδειξα διά της χειρός την Ανδριάναν και

με ενόησεν η μήτηρ μου, και εγερθείσα ήλθε πλησίον της δυστυχούς

νέας. Εγονάτισεν ενώπιον της, εσήκωσε τας χείρας της από το μέτωπον,

εσπόγγισε τα δάκρυα της, και είπε λόγους γλυκείς γυναικείας

παραμυθίας.

Απεμακρύνθην συγκινημένος. Υπήγα εις την πρώραν και έβλεπα την

θάλασσαν την οποίαν εσχίζομεν, και τα βουνά των Ψαρών αντικρύ μου.

Ήμεθα ήδη πλησίον του λιμένος, δεν εβράδυνον δε να φανώσι τα πλοία,

και υπεράνω αυτών η πόλις, και μετ' ου πολύ ηγκυροβολήσαμεν.

Τότε πρώτον την είδα την ηρωικήν νήσον, ήτις ήτο πεπρωμένον να

καταστραφεί, ως η Χίος και αυτή. Αλλά τα Ψαρά ενέπηξαν εις τα

σπλάγχνα της Τουρκίας πληγήν φοβεράν, ενώ εκ της Χίου γόοι μόνον και

στεναγμοί αντήχησαν. Κατεστράφησαν τα Ψαρά, αλλ' αφού πρώτον ήναψεν

εις το πέλαγος αθάνατον πυρκαϊάν ο δαυλός του Κανάρη!

Δεν μας επετράπη ν' αποβώμεν εις την ξηράν• εφοβούντο οι Ψαριανοί μη

αναγκασθώσι να μας δεχθώσι. Δεν ηδύναντο να φιλοξενήσωσι πλειοτέρους

πρόσφυγας επί της νήσου των• ήτο θυσία και το ύδωρ αυτό, το οποίον

μας έστειλαν διά να μη αποπλεύσωμεν διψώντες.

Ο άνεμος έπνεεν εισέτι ούριος, ο δε πλοίαρχος εβιάζετο ν'

αναχωρήσωμεν πριν αίφνης μεταβληθή. Επρότεινε να μας φέρη εις

Μύκονον, καθότι εις Τήνον ήσαν ήδη πολλοί εκ Σμύρνης και Χίου και εξ

άλλων πόλεων πρόσφυγες, ο δε τύφος τους παρηκολούθησεν, ενώ εις

Μύκονον ήτο υγεία και ευρυχωρία πλειοτέρα. Απεφασίσθη λοιπόν εκεί

κατά προτίμησιν να μας φέρωσιν. Ημείς δε επηγαίνομεν όπου μας

έφερον. Τι προς ημάς η Τήνος ή η Μύκονος ; Λιμένα καταφυγής

ηθέλομεν, και σκέπην φίλόξενον, υπό την οποίαν να κλίνωμεν την

κεφαλήν, και Τούρκους πλησίον να μη έχωμεν!

Περί ηλίου δυσμάς ανειλκύσθη η άγκυρα και απεπλεύσαμεν.

Η Ανδριάνα εν τούτοις έμενε τεθλιμμένη και άφωνος. Ουδέ η εις Ψαρά

άφιξις και η εκείθεν αναχώρησις, ουδ' η γενική επί του καταστρώματος

κίνησις και βοή ίσχυσαν να την αποσπάσωσι του ληθάργου, εντός του

οποίου εφαίνετο βυθισμένη. Τα πάντα ήσαν ως ξένα προς αυτήν. Οι

οφθαλμοί της ήσαν προσηλωμένοι, αλλ' έβλεπες ότι δεν προσέχουν εις

ό,τι ητένιζον. Μελαγχολία ανεκλάλητος απεικονίζετο εις το βλέμμα,

εις την στάσιν, εις την σιωπήν της. Εάν την ωμίλει τις, ύψωνε

βραδέως τους οφθαλμούς, ως ν' αποσπάται μετά κόπου από τας σκέψεις

της, και βραδέως και μετά κόπου απεκρίνετο. Εάν η μήτηρ μου ελάμβανε

θωπευτικώς την χείρα της, εδέχετο απαθώς την θωπείαν, η δε χειρ

έπιπτεν έπειτα βαρεία επί των γονάτων• και απεμακρύνετο η μήτηρ μου

να κρύψη την λύπην της. Πού η πρότερα ζωηρότης; πού η ενέργεια, πού

η φαιδρότης, ήτις μας υπεστήριζε και μας εζωογόνει κατά τας πρώτας

του διωγμού ημέρας ! Αφ' ης ώρας ήνοιξε την θύραν εις Μεστά με την

κόμην λυτην και τα στήθη ανοικτά και το φόρεμα σχισμένον, δεν είδα

το μειδίαμα ουδέ ήκουσα την εύθυμον εκείνην φωνήν της. Μόνον τους

λυγμούς της ήκουα εντός του σκοτεινού σταύλου, και τώρα έβλεπα το

άτονον βλέμμα της και τα χείλη της βωβά. Η ευτυχία της υπάρξεώς της

κατεστράφη υπό τας αγρίας χείρας εκ των οποίων διέφυγεν όπως μας

σώση. Η ατιμωτική εκείνη επαφή απεμάρανε το θαλερόν της ζωής της

γόητρον. Το κάλλος απέμενεν, αλλ' άνευ της προτέρας λάμψεως πλέον.

Ήτο εισέτι ωραία, αλλ' είχε την ωραιότητα του άνθους, το όποιον χειρ

σκληρά απέκοψε του στελέχους και το έρριψε κατά γης αφού το έθλιψε.

Το δε πλοίον έσχιζε τα κύματα. Η απόστασις και το προβαίνον σκότος

απέκρυψαν βαθμηδόν της Χίου και των Ψαρών τα βουνά, μόλις δε ως νέφη

μεμακρυσμένα διεκρίνοντο επί του ορίζοντος αι γραμμαί των νήσων του

Αιγαίου, προς τας οποίας επλέομεν.

Και επήλθεν η νυξ ασέληνος και σκοτεινή, ο δε άνεμος έπνεεν ούριος,

και έτρεχε το σκάφος και εγόγγυζεν η θάλασσα. Ο κάματος, και το

σκότος και της ασφαλείας η συναίσθησις, και η αντίδρασις των

παρελθουσών συγκινήσεων, και το ψύχος της νυκτός, και των κυμάτων ο

ρόχθος, τα πάντα ομού εδάμασαν τους επί του καταστρώματος

συνεσφιγμένους φυγάδας, και επροσπάθησεν όπως έκαστος ηδύνατο να

σκεπασθή, και έκρυψαν αι μητέρες τα τέκνα εις την αγκάλην, οι δε

γέροντες έκλιναν την λευκήν κεφαλήν επί των σανίδων του πλοίου, και

έπαυσαν αι ομιλίαι, και δεν ήκουες ή την βοήν του

κύματος σχιζομένου υπό την πρώραν, και το τρίξιμον του σκάφους, ότε

ο άνεμος αγριεύων έκλινε προς την θάλασσαν τους ιστούς.

Εγώ δεν εκοιμώμην. Εκαθήμην στηρίζων την κεφαλήν επί του ιστού και

έβλεπα τα νέφη και τους ανά μέσον των νεφών φαινομένους αστέρας, ο

δε νους μου ήτο όλος εις την Ανδριάναν. Ενθυμούμην σκηνάς της

παιδικής μου ηλικίας• ενθυμούμην ότε μας ήνοιξε την θύραν

επιστρέφοντας εκ Σμύρνης, και την χαράν ήτις τότε επλημμύρησε την

καρδίαν μου, ότε μετά τοσούτων ετών απουσίαν την επανείδα•

ενθυμούμην ένα σωρόν περιστατικών των τελευταίων δυστυχών επί της

Χίου ημερών, η δε μορφή της συνείχετο με τας αναμνήσεις μου πάσας,

και η φωνή της, η φαιδρά της φωνή, μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα

μου.

Και παρήρχοντο αι ώραι. Αλλ' η γενική επί του πλοίου ησυχία και η

μονότονος της θαλάσσης βοή, και του σκάφους η κίνησις ήρχιζον

βαθμηδόν να επενεργώσιν επί του απηυδημένου μου σώματος. Χωρίς

εντελώς να κοιμώμαι, ήρχιζον ήδη αι σκέψεις μου να λαμβάνωσιν

ονείρων μορφήν, ότε εξαίφνης ακούω ήχον βαρύν σώματος πίπτοντος

εντός της θαλάσσης και τρόμου συγχρόνως κραυγάς :

― Έπεσε εις την θάλασσαν ! Έπεσε εις την θάλασσαν!

Ευρέθην διά μιας εις την πρύμνην. Η Ανδριάνα δεν ήτο εις την θέσιν

της. Οι δ' επιβάται σκύπτοντες από των πλευρών του πλοίου έβλεπον

την θάλασσαν, και αι γυναίκες έκραζον :

― Έπεσε εις την θάλασσαν! Σώσατέ την!

Ο πλοίαρχος διέταξε να χαλαρώσωσι τα ιστία.

Εκόπη του πλοίου ο δρόμος, και η λέμβος κατεβιβάσθη. Αλλ' ο άνεμος

έπνεε δυνατός και είχομεν ήδη αφήσει οπίσω το άγνωστον εκείνο

σημείον, όπου ηκούσθη ο απαίσιος ήχος, όπου η Ανδριάνα ερρίφθη εις

το πέλαγος.

Ω! ποτέ δεν εμίσησα τους Τούρκους όσον κατ' εκείνην την στιγμήν!

Επήδησα εντός της λέμβου πριν ή δυνηθή ο πλοίαρχος να μ' εμποδίση.

Οι ναύται εκωπηλάτουν βιαίως. Υπήγομεν οπίσω. Εσιωπώμεν προσέχοντες

μη ακούσωμεν την φωνήν της. Εκράζομεν δυνατά διά ν' ακουσθώμεν.

Τίποτε! Εβλέπομεν εις το σκότος μη διακρίνωμεν μορφήν τινα επί των

κυμάτων. Τίποτε! Τίποτε!

Εκεί, λευκή τις σκιά επί των υδάτων επέσυρε το βλέμμα μου. Την

δεικνύω προς τους ναύτας. Κωπηλατούμεν, πλησιάζομεν. Ήτο ο λευκός

της Ανδριάνας κεφαλόδεσμος. Εμείναμεν ώραν πολλήν περί το σημείον

εκείνο, αλλά τίποτε δεν εφαίνετο, δεν ηκούετο τίποτε, εκ δε του

πλοίου ο πλοίαρχος έκραζε να επιστρέψωμεν.

Επεστρέψαμεν. Εκράτουν εις χείρας την λευκήν οθόνην, την οθόνην

εκείνην, την οποίαν έσυρα και ελύθη η κόμη της, ότε επιστρέφων εκ

Σμύρνης είδα πρώτην την Ανδριάναν, εις την θύραν της οικίας μας. Η

οθόνη εκείνη έμεινε, το μόνον λείψανον, μόνον μνημόσυνόν της! Την

εκράτησα έκτοτε, και την έχω εισέτι, και την διατηρώ ως ιερόν

κειμήλιον, ως προσφιλές ενθύμημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Ότε καθήμενος επί των αναπαυτικών επίπλων της εν Λονδίνω οικίας μου,

περιστοιχιζόμενος υπό της οικογενείας μου, πλησίον τοσούτων συγγενών

και συμπολιτών μου ευτυχούντων― ότε, εν μέσω της ανέσεως και της

ευημερίας του παρόντος, αναπολώ τα παρελθόντα, και συγκρίνω την

περικυκλούσαν τον φθίνοντα βίον μου γαλήνην προς τα βάσανα και τους

κινδύνους και τας στερήσεις της πολυκυμάντου εκείνης εποχής, απορώ

εγώ αυτός πώς διήλθομεν και πώς ηδυνήθημεν πάντες να υποφέρωμεν τα

τοσαύτα δεινά, και πώς επί τέλους εξήλθομεν με σώας της ψυχής και

του σώματος τας δυνάμεις εκ των σκληρών εκείνων δοκιμασιών.

Συχνάκις μου φαίνονται ως όνειρον αι αναμνήσεις της νεότητός μου, ως

μύθος η γενική συμφορά, εντός της οποίας ηνδρώθην. Διότι ήσαν κοινά

τα παθήματα και κοινή η κατά της ειμαρμένης πάλη, και επί έτη όλα

έζησα βλέπων περί εμέ την κακοδαιμονίαν υπό πάσας αυτής τας φάσεις.

Ουδ' ήμεθα η οικογένειά μου και εγώ εκ των δυστυχεστέρων εντός της

γενικής εκείνης δυστυχίας. Απ' εναντίας. Ναι μεν, εδιώχθημεν και

ημείς, εκινδυνεύσαμεν, απωλέσαμεν τα πάντα, αλλ' ευρισκόμεθα

τουλάχιστον όλοι ομού σώοι, επί ελευθέρων χωμάτων, και μόνος της

δυστυχούς Ανδριάνας ο θάνατος διέσπασε τον οικογενειακόν κύκλον μας.

Αλλ' επί του πλοίου το οποίον εκ Χίου μας έσωσε, και εις Μύκονον

ήδη, και κατόπιν εις Τήνον, και βραδύτερον όπου της Ελλάδος μας

έφερον οι πλανήτες πόδες μας, πανταχού εύρομεν πολλούς άλλους πολύ

πλέον αξιοθρηνήτους ημών.

Ενόσω εμένομεν εις Χίον, εν μέσω των περισπασμών, εντός των οποίων

εκυλινδούμεθα, δεν εγνωρίζομεν τα καθέκαστα του γενικού εκείνου

μαρτυρολογίου. Έκαστος τότε εφρόντιζε περί της ιδίας σωτηρίας και

δεν είχε τον καιρόν ούτε περί άλλων να ερωτά, ούτε περί εαυτού να

λαλή. Αλλ' ότε εστηρίξαμεν εις την χείρα την κεφαλήν άνευ του φόβου

ρομφαίας σειομένης άνωθέν της, ότε εκαθήσαμεν υπό την σκέπην ξένης

θύρας, την οποίαν δεν ήτο φόβος να μαυρίση Τούρκου σκιά, και είδεν

έκαστος ημών την λύπην του ζωγραφισμένην εις του γείτονός του την

παρουσίαν, τότε ήρχισε να ερωτά και να μανθάνη ο είς του άλλου τα

πάθη και να ερευνά περί συγγενών και φίλων απόντων.

Ποσάκις απηύθυνα ερωτήσεις κ' εγώ ματαίας! Ποσάκις, αναπολών την

τελευταίαν εις το παρεκκλήσιον συνάθροισίν μας, επροσπάθησα ν'

ανιχνεύσω την τύχην των αποτελούντων τον κύκλον εκείνον προσώπων.

Αλλ' ουδέν εμάνθανα ερωτών. Ενθυμούμην προ πάντων την μικράν

Δέσποιναν, και τον τελευταίον περίπατόν μας, και τα πικρά

προαισθήματα και τα ήσυχα δάκρυά της, ενόμιζα δε ότι ακούω εισέτι

την γλυκείαν παιδικήν φωνήν της: Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου, θα τον

σκοτώσουν !

Πόσα όμως άλλα ήκουσα τότε σπαραξικάρδια επεισόδια των αιματηρών εν

Χίω σελίδων της ελληνικής ιστορίας, πόσας άλλας φοβεράς σκηνάς της

απεράντου εκείνης τραγωδίας.! Εκάστη οικογένεια είχεν Ιλιάδα

συμφορών. Πολλοί είδον σφαζομένους προ αυτών τον πατέρα, τον υιόν,

τον σύζυγον. Πολλά τέκνα ορφανά περισυναχθέντα υπό αγνώστων έκλαιον

τας αιχμαλωτισθείσας μητέρας των. Πολλαί μητέρες ανεζήτουν εις μάτην

τα τέκνα των. Αι δε σκληραί του παρελθόντος αναμνήσεις, και οι

θρήνοι επί τη σφαγή ή τη αιχμαλωσία όντων προσφιλών, και ο

εκπατρισμός, και η περί του μέλλοντος αβεβαιότης, και η σπάνις του

επιουσίου άρτου, απετέλουν φρικτήν την εποχήν εκείνην της συμφοράς.

Και όμως την διήλθομεν καρτερικώς οι πλείστοι και επαλαίσαμεν κατά

της κακής τύχης, και εξήλθομεν νικηταί της πάλης!

Όταν οι νεώτεροι, οι γεννηθέντες και ανατραφέντες εν ημέραις

αγαθαίς, βλέπωσι τους γέροντας ημάς ακμαίους εισέτι και ευθύμους,

διστάζουν ίσως να πιστεύσωσιν ακούοντες της νεότητός μας τα

παθήματα. Μετ' ολίγα δ' έτη, οπόταν εκλείψη η γενεά του αγώνος, και

διακοπή των προφορικών παραδόσεων η μνημόνευσις, δυσκόλως οι εγγονοί

ημών θα φαντάζωνται διά πόσων θυσιών και βασάνων επληρώθη η ιδική

των ευημερία και του έθνους η αναγέννησις. Διά τούτο εύχομαι ώστε

πολλοί των επιζώντων γερόντων να μιμηθώσι το παράδειγμά μου,

γράφοντες τα απομνημονεύματά των.

Εκ της ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του έθνους, την δε ιστορίαν

της Ελληνικής παλιγγενεσίας δεν συγκροτούν τα κατορθώματα μόνα των

επί γης και θαλάσσης προμάχων της, αλλά και οι διωγμοί και αι σφαγαί

και αι ατιμώσεις των αόπλων και ασθενών, και η εγκαρτέρησις αυτών εν

τη δυστυχία, και η εις τον Θεόν πεποίθησις ήτις ενίσχυσε και εν

τέλει επραγματοποίησεν, έστω και εν μέρει, τας περί καλλιτέρου

μέλλοντος ελπίδας των. Ας ευλογώμεν επί τούτω τον Θεόν και ας

αποθάνωμεν οι γέροντες ημείς με την ελπίδα, ότι θα εκπληρωθώσιν εις

το μέλλον ολόκληροι αι εθνικαί ημών ευχαί. Αλλ' είθε να μη

επιφυλάσσωνται εις τας νεωτέρας των Ελλήνων γενεάς αι δοκιμασίαι,

τας οποίας ημείς υπέστημεν. Είθε τα ιδικά μας μαρτύρια να θεωρηθώσιν

αρκούσα και διά το μέλλον πληρωμή εις της ειμαρμένης το βιβλίον !

Ενώ γράφω ταύτα επισωρεύονται πυκναί εις την ψυχήν μου αι

αναμνήσεις, και διέρχονται αλλεπάλληλοι διά της φαντασίας μου αι

περιπέτειαι της καταστροφής. Κλείω τους οφθαλμούς και βλέπω ενώπιον

μου τους δυστυχείς της εξορίας συντρόφους, και ακούω τας διηγήσεις

των, και αντηχούν εις τα ώτα μου οι στεναγμοί των, και ρέουν τα

δάκρυα των, και συσφίγγονται απηλπισμέναι αι χείρες των !

Πεντήκοντα έτη παρήλθον έκτοτε, τους δε πλείστους αυτών εκάλυψε το

χώμα. Μένουν όμως εισέτι ικανοί όπως συνδέωσι το παρελθόν μετά του

παρόντος. Ηδυνάμην ενταύθα να τους ονομάσω. Ηδυνάμην να υποδείξω την

γραίαν εκείνην αρχόντισσαν, ήτις, κρύπτουσα υπό ράκη το κάλλος της,

περιήλθε τότε ως επαίτις τα ενδότερα της Ανατολής προς αναζήτησιν

του τέκνου της• και ο θεός την ελυπήθη, και επέστρεψε με το τέκνον

της εις την αγκάλην.

Η δε άλλη εκείνη γραία, μήτηρ ήδη εντίμων της Ελλάδος πολιτών,

ηρπάγη τότε εις της νεότητος τα πρόθυρα, και διήλθε δύο έτη εντός

Τουρκικού χαρεμίου, μόλις εξαγορασθείσα προ της εκ του πολέμου

επιστροφής του Τούρκου συλητού της.

Αλλά τις εκ των γερόντων συμπολιτών μου δεν έχει να διηγηθή

περιπετείας, υπερβαινούσας συχνάκις κατά την δραματικότητα ό,τι η

γόνιμος μυθογράφου φαντασία δύναται να συλλάβη; Προχθές έτι είς εξ

αυτών έλεγεν ενώπιον μου πώς δεκαετή τότε τον είχεν αιχμάλωτον εις

την οικίαν του Χίος Τούρκος, την δε ημέραν της απαγχονίσεως των

ομήρων τον έφερεν εκ της χειρός εις τον δρόμον, όπως ίδη

διαβαίνουσαν την πομπήν των μαρτύρων εκείνων• μεταξύ δε των αγομένων

εις το μαρτύριον ήτο ο πατήρ του• και τον είδε τον πατέρα του, και

αποσπασθείς εκ των χειρών του Τούρκου εχύθη εις τας πατρικάς

αγκάλας• ο δε πατήρ ήρπασε τον υιόν, τον έθλιψεν επί του στήθους,

του έδωκεν ένα ασπασμόν, ένα μόνον, και αποθέσας αυτόν κατά γης τον

έσπρωξε μακράν του, ωσεί φοβούμενος μη συμπεριληφθή το τέκνον εις

του πατρός την καταδίκην! Εξηγοράσθη κατόπιν το ορφανόν τέκνον, αλλ'

ο τελευταίος εκείνος του πατρός ασπασμός ουδέποτε παρ' αυτού

ελησμονήθη. Και ήσαν υγροί του γέροντος οι οφθαλμοί, η δε φωνή του

έτρεμεν ενώ διηγείτο ταύτα.

Αλλ' η πρόθεσίς μου δεν είναι ν' αφηγηθώ των άλλων την ιστορίαν. Δεν

ηδυνάμην όμως, γράφων τα κατ' εμέ, να μη αναμνησθώ της γενικής τότε

περί μας συμφοράς. Όλοι ομού συνεπάσχομεν, ο δε σύνδεσμος της

δυστυχίας και ο αγών της αυτοσυντηρήσεως υπεστήριζον την αμοιβαίαν

καρτερίαν και, ολίγον κατ' ολίγον, μας ενεψύχωσαν.

Κατά τας πρώτας ημέρας ήμεθα ως ζαλισμένοι, και ουδείς εσκέπτετο

περί της αύριον. Αι συγκινήσεις του διωγμού και της σωτηρίας ήσαν

πρόσφατοι εισέτι, η δε πρόθυμος των Μυκονίων φιλοξενία και τα ολίγα

περισωθέντα χρήματα εξήρκουν προς συντήρησίν μας. Αλλά τα χρήματα

ταχέως εξηντλήθησαν, οι δε πτωχοί νησιώται δεν ηδύναντο βεβαίως να

μας διατρέφωσιν. Ήτο γενική η πενία τότε και μεγάλη η αχρηματία.

Ενθυμούμαι, αφού εδαπανήθη και το τελευταίον φλωρίον μας, τας

ματαίας προσπαθείας μου προς πώλησιν ενός δακτυλιδιού της μητρός

μου. Μόλις και μετά βίας ηδυνήθην εις Σπέτσας βραδύτερον να εύρω

αγοραστήν ένα εκ των ευπορωτέρων εκεί προκρίτων. Και ο άνθρωπος

βεβαίως το ηγόρασε διά να μας συνδράμη εις ώρας θρήνων και οδυρμών.

Ο έχων τότε χρήματα δεν ηγόραζε κοσμήματα ούτε προς χρήσιν του, ούτε

κερδοσκοπίας χάριν.

Θαύμα μου φαίνεται εισέτι πώς εν τω μέσω της ανεχείας εκείνης

κατωρθώσαμεν βαθμηδόν να εξεύρωμεν πόρους και να δημιουργήσωμεν

εμπόριον. Όσοι προσέφυγον εις Ρωσσίαν ή Ιταλίαν ή αλλαχού, εντός

κοινωνιών ευπορουσών, δεν είχον ν' αντιπαλαίσωσι προς ομοίας

δυσκολίας, όπως διά του ιδρώτος κερδίζωσι τον επιούσιον άρτον. Αλλ'

εις την Ελλάδα, οποίαν ηδύνατο να έχη ο κόπος αξίαν, ότε πάντες ήσαν

πένητες και πειναλέοι;

Και όμως εζήσαμεν! Αλλά πώς εζήσαμεν; Προ δύο εβδομάδων συνώδευσα

εις τον τάφον τον νεκρόν γέροντος φίλου μου• τον βαθύπλουτον τούτον

έμπορον, όστις αφήκεν εκατομμύρια εις τους κληρονόμους του, τον

ενθυμούμαι πωλούντα πλακούντια εις τας αμόρφους έτι οδούς της Σύρου•

τα δε πλακούντια τα κατεσκεύαζεν η ωραία σύζυγός του, κόρη μιας των

επισημοτέρων της Χίου οικογενειών. Και μη ήσαν εις θέσιν καλλιτέραν

οι αγοράζοντες τα πλακούντιά των ;

Αλλά και πάλιν ο κάλαμος μου πλανάται. Προτρέχω της σειράς της

διηγήσεώς μου.

Δύο ή τρεις εβδομάδας μετά την εις Μύκονον άφιξίν μας ηρχίσαμεν να

σκεπτώμεθα σπουδαίως μετά του πατρός μου περί του πρακτέου, διότι

έπρεπεν όπως δήποτε να εργασθώμεν προς διατροφήν της οικογενείας. Η

εργασία μας ήτο το εμπόριον, αλλά, όσω ταπεινόν και αν υποτεθή,

εμπόριον άνευ κεφαλαίου δεν αυτοσχεδιάζεται. Πού δε χρήματα; Τα

ολίγα της μητρός μου κειμήλια δεν εχρησίμευον τα υπό την μηλέαν του

κήπου μας ταφέντα, καθ' ο αργυρά και χρυσά, ηδύναντο ευκολώτερον να

εξαργυρωθώσιν, αλλά δεν τα είχομεν• τα εντός του Χανίου της Σμύρνης

εμπορεύματα και τα εκεί ασύνακτα χρέη ούτε τα εσυλλογιζόμεθα πλέον•

τα εις Χίον κτήματα τις οίδε ποίος Τούρκος τα εχαίρετο. Δεν είχομεν

τίποτε ! Εις μάτην ο πατήρ μου ήνοιγε και εδίπλονε τα ολίγα έγγραφα

όσα είχεν εις το θυλάκιόν του.

Μεταξύ των εγγράφων τούτων ήτο μία εκ Βενετίας επιστολή, ληφθείσα

την προτεραίαν της εκ Σμύρνης αναχωρήσεώς μας. Η επιστολή αύτη

ανήγγελλε την φόρτωσιν δύο κιβωτίων σκούφων επί πλοίου Αγγλικού,

μέλλοντος εις πολλούς προ της Σμύρνης λιμένας να προσορμισθή. Την

φορτωτικήν έστειλεν εκ Χίου ο πατήρ μου εις φίλον του έμπορον εις

Σμύρνην, Ιόνιον και κατά συνέπειαν υπήκοον Άγγλον, αλλ' ουδ'

απόκρισίν του ελάβομέν ποτε, ουδ' εσκέπτετο πλέον ο πατήρ μου περί

σκούφων. Η εκ Βενετίας επιστολή τους ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου

και επί των δύο εκείνων κιβωτίων εθεμελίωσα μέγα οικοδόμημα ελπίδων

και σχεδίων.

― Δεν βαρύνεσαι ; έλεγεν ο πατήρ μου. Αν περίμενες απ' εκεί να

σκουφωθής, περιπάτει ασκεπής από τώρα.

― Ας δοκιμάσωμεν, απεκρινόμην• τι χάνομεν γράφοντες;

Έγραψα λοιπόν προς τον εν Σμύρνη φίλον και υπέγραψεν ο πατήρ μου την

επιστολήν, διά της οποίας τον παρεκάλουν ν' αποστείλη τους σκούφους

προς τον εν Μυκόνω Άγγλον υποπρόξενον. Ο αγαθός Μυκόνιος, όστις

αντιπροσώπευε την Αγγλίαν φέρων επί κεφαλής χρυσοστόλιστον κ α σ κ έ

τ ο ν, υπεσχέθη να στείλη εις Σμύρνην την επιστολήν και να καταβάλη

πάσαν περί των σκούφων φροντίδα. Ο πατήρ μου εμειδία δυσπιστών, ουδ'

υπήρχε τω όντι πολλή πιθανότης, μετά τοσούτου χρόνου παρέλευσιν,

εν τω μέσω της γενικής εκείνης ανεμοζάλης και της παντελούς σχεδόν

διακοπής των δυσκόλων τότε συγκοινωνιών, να επιτύχη η απόπειρά μου.

Όπως δήποτε, δεν ηδυνάμεθα βεβαίως να ζήσωμεν περιμένοντες την

έκβασίν της, και απεφασίσαμεν, ως μόνον και τελευταίον καταφύγιον,

να προσφέρωμεν τας εκδουλεύσεις μας εις την Κυβέρνησιν, όχι ως

πολεμισταί, εννοείται, αλλ' ως υπάλληλοι, ως γραμματικοί, καθώς

έλεγον τότε. Έπρεπε προς τούτο να μεταβώμεν εις Ναύπλιον, ή μάλλον

εις Άργος, όπου ήδρευεν η Κυβέρνησις. Αλλ' εάν απετυγχάνομεν; Εάν

απερρίπτετο η προσφορά μας; Μετά πόσων άλλων ηθέλομεν αρά γε ευρεθή

εις συναγωνισμόν, είτε ικανωτέρων, είτε εχόντων προστασίας και

συστάσεις, των οποίων ημείς εστερούμεθα; Ταύτα σκεπτόμενοι, και

ζητούντες γνώμας και πληροφορίας, κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι

έπρεπε να υπάγωμεν εις Άργος, εφωδιασμένοι με συστατικήν προς τον

Θεόδωρον Νέγρην, όστις ήτο αρχιγραμματεύς επί των εξωτερικών

υποθέσεων και πρόεδρος του συμβουλίου, εθεωρείτο δε ως κέντρον και

ψυχή της εξουσίας, και ότι τοιαύτην συστατικήν ηδύνατο να μας

προμηθεύση ο φίλος του Νέγρη Γεώργιος Μαυρογένης, διαμένων τότε εις

Τήνον.

Προ ετών πολλών, μετά το τραγικόν τέλος του μεγάλου διερμηνέως

Μαυρογένη, ο υιός του ούτος και η αδελφή του κατέφυγον εις Χίον, εις

τρυφεράν έτι ηλικίαν αμφότεροι, και έζων εκεί, πλησίον της οικίας

του εκ μητρός πάππου μου, όπου συχνάζοντες συνεδέθησαν διά παιδικής

φιλίας μετά της μητρός μου. Έκτοτε ανεχώρησαν, αλλ' η μήτηρ μου δεν

τους ελησμόνησε, κρίνουσα δε εκ των ιδίων αισθημάτων με παρεκίνει να

μεταβώ εις Τήνον και να ζητήσω επ' ονόματί της την προστασίαν των

φίλων της. Εδίσταζα και εταλαντευόμην. Πώς να παρουσιασθώ, έλεγα•

δεν γνωρίζουν το πατρικόν μου όνομα. Ενθυμούνται αρά γε το της

μητρικής μου οικογενείας μετά τοσούτων ετών παρέλευσιν ; Και αν το

ενθυμούνται, θα με αναγνωρίσωσι, θα με υποδεχθώσιν ως παλαιάς φίλης

υιόν; Αλλ' αι προτροπαί της μητρός και η ανάγκη ενίκησαν τους

δισταγμούς και την δειλίαν μου, και επιβιβασθείς εις μικρόν Μυκόνιον

πλοιάριον αφίχθην μίαν εσπέραν εις Τήνον.

Ότε απέβην εις την παρά τον αιγιαλόν μικράν πλατείαν, ήτο ήδη νυξ.

Δεν είχα πού να ζητήσω φιλοξενίαν. Εκεί επί της πλατείας είδα

καφενείον ανοικτόν. Εζήτησα και έλαβα την άδειαν να διανυκτερεύσω

εντός αυτού, και κατέλαβα εις το βάθος του μίαν σανίδα, αποτελούσαν

κάθισμα, δια να κοιμηθώ. Αλλά πού ύπνος; Το καφενείον εγέμισεν εντός

ολίγου Τηνίων ευθυμούντων, και είχομεν όλην την νύκτα μουσικήν,

άσματα και ευωχίαν.

Μετά πόσης αδημονίας διήλθα την άγρυπνον νύκτα εκείνην ! Τους έβλεπα

και τους ήκουα από την σκοτεινήν μου γωνίαν, και η φαιδρότης των μου

έφερε δάκρυα, ο δε ήχος των οργάνων μου ενθύμιζεν οιμωγάς και

θρήνους. Ενθυμούμην τα δεινά

μας αφ' ότου η επανάστασις εξερράγη και ηπόρουν πώς είχον ούτοι

καρδίαν να διασκεδάζωσιν !

Λουκής Λάρας · 第 4 / 8 段