ήρχοντο απελπιστικαί εκείθεν ειδήσεις. Ήτο ήδη πλήρης προσφύγων η
νήσος, οι δε Ψαριανοί, μόλις έχοντες πώς να τους διαθρέψωσι και
συντηρήσωσι, δεν ηδύναντο ούτε ήθελον να δεχθώσι πλειοτέρους.
Ήρχιζεν ήδη να τοις γίνεται επαισθητή η σπάνις του ύδατος, η δε
συσσώρευσις τοσούτων απόρων φυγάδων είχε προκαλέσει νόσους, αίτινες
εφαίνοντο προμηνύουσαι φοβερωτέραν επιδημίαν. Όθεν έγραφον εις Χίον
προτρέποντες τους φεύγοντας να διευθυνθώσιν εις άλλας του Αιγαίου
νήσους, και προσφέροντες προθύμως τα πλοία των και τους ναύτας των.
Αλλ' ημείς εις Μεστά ηρχίζομεν να ελπίζωμεν ότι δεν υφίσταται πλέον
ανάγκη φυγής. Δύο εβδομάδες είχον παρέλθει από της αφίξεως του
Τουρκικού στόλου• οι επαναστάται απέπλευσαν ή εκρύπτοντο
σκορπισμένοι εις της νήσου τα ενδότερα, οι δε φιλήσυχοι της πόλεως
κάτοικοι και των χωρικών οι πλείστοι ουδ' εξηγέρθησαν κατά της
Τουρκικής εξουσίας, ουδ' ανεμίχθησαν εις το επαναστατικόν κίνημα.
Διατί λοιπόν της καταδρομής η εξακολούθησις; Διατί της τρομοκρατίας
η διαιώνισις, ενώ πάσα αντιστάσεως πιθανότης εξέλιπε ; Μη δεν
ήρκεσαν τα πεσόντα ήδη αθώα θύματα ; Μη δεν εκορέσθη αρκούντως της
τουρκικής λύσσης η έξαψις ; Ταύτα σκεπτόμενοι επεριμένομεν από
ημέρας εις ημέραν την διακήρυξιν αμνηστείας και την άδειαν να
επιστρέψωμεν εις τας εστίας μας.
Και τω όντι, των Τούρκων η καταφορά είχε κατ' εκείνας τας ημέρας
κοπάσει. Ηκούοντο ολιγώτεροι πυροβολισμοί και φόνοι και απαγωγαί,
διέτρεχον δε φήμαι ότι εμεσίτευον οι Πρόξενοι υπέρ συγχωρήσεως των
ραγιάδων, και ότι ο Πασάς εφαίνετο κλίνων προς επιείκειαν. Και
ήρχοντο μέχρις ημών αι τοιαύται φήμαι και υπέτρεφον τας ελπίδας μας.
Την ενάτην ημέραν της εις Μεστά διαμονής μας ενομίσαμεν ότι τα δεινά
μας ετελείωσαν. Δυο Πρόξενοι ήλθον εις το χωρίον φέροντες κλάδους
ελαίας και παραμυθίας ευαγγέλια. Έφερον αναφοράν προς υπογραφήν,
υπέσχοντο δε ότι άμα προσκυνήσωμεν ο Πασάς θα μας συγχωρήση. Να μας
συγχωρήση ! Αλλά διά τι; Ούτε αντάρται ήμεθα, ούτε ουδένα
ηδικήσαμεν, ούτε ιδιοκτησίας ξένας εληστεύσαμεν, ούτε γυναίκας
ητιμάσαμεν, ούτε εφονεύσαμεν, ούτε εξηνδραποδίσαμεν. Διά τι να
συγχωρηθώμεν;
Αλλά ταύτα είναι σκέψεις σημεριναί. Δεν εσκεπτόμεθα τοιαύτα τότε, η
δ' ελπίς της απαλλαγής από της αφορήτου εκείνης υπάρξεως ήτο αληθής
δι' ημάς χαρά. Όθεν υπεγράψαμεν προθύμως πάντες, νέοι και γέροντες,
χωρίς να εξετάσωμεν τι η αναφορά περιέχει, υπεγράψαμεν με τας δύο
χείρας, ευλογούντες την φιλάνθρωπον μεσολάβησιν των Χριστιανών
Προξένων, και ανεπνεύσαμεν, πιστεύσαντες ότι παύει ο διωγμός και θα
επιστρέψωμεν αβλαβείς εις τα ίδια.
Αλλά μη επρόκειτο να εύρωμεν τας οικίας μας όπως τας αφήσαμεν ; Μετά
την εισβολήν των Σαμίων και των υπό τον Μπουρνιάν χωρικών, μετά τους
σφοδρούς εκ του φρουρίου και εκ του στόλου κανονοβολισμούς, μετά την
αχαλίνωτον προ πάντων των Τούρκων λεηλασίαν, ολίγας περί τούτου
ελπίδας ηδυνάμεθα να τρέφωμεν. Αλλ' όμως εκυρίευε πάντας ημάς εκεί,
εις Μεστά, της επανόδου ο πόθος. Ηθέλομεν να ίδωμεν και πάλιν τας
οικίας μας, εις οιανδήποτε κατάστασιν και αν επρόκειτο να τας
εύρωμεν, ο δε φόβος μη τας εύρωμεν κατεστραμμένας ηύξανεν αντί του
να ελαττόνη την επιθυμίαν μας.
Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά,
καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η
ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην
περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα
επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων
αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν,
βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων,
και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον
χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν
του κοιτώνος των τους τοίχους.
Αι επαγγελίαι των Προξένων τοσούτον ανεπτέρωσαν τας ελπίδας μας,
ώστε ηθέλομεν αμέσως να επιστρέψωμεν. Αλλ' οι γεροντότεροι
εχαλίνωσαν την ανυπομονησίαν μας, υποπτευόμενοι μη η προσφερομένη
αμνηστία ήτο τέχνασμα των Τούρκων, προς εξαπάτησιν των Προξένων, και
παγίς όπως μας εξολοθρεύσωσιν ευκολώτερον. Είχον πλειοτέραν πείραν
του τουρκικού χαρακτήρος οι γέροντες , αλλ' οι επίλοιποι εβασιζόμεθα
μετά θάρρους εις των Προξένων την υπόσχεσιν και την προστασίαν.
Μετά σύσκεψιν και συζήτησιν και ενδοιασμούς ποικίλους, απεφασίσθη
τέλος να υπάγωμεν τινές εκ των νεωτέρων ως πρόσκοποι, οι δε λοιποί
να περιμείνωσιν εις Μεστά τας ειδήσεις μας, ή την επιστροφήν μας.
Την επαύριον ανεχώρησα από πρωίας μετά δύο άλλων ομηλίκων μου.
Περιττόν να αναφέρω τα ονόματά των. Άλλως τε προς τι να υποδεικνύω
εκάστοτε ονομαστί εκείνους, όσων η κακή τύχη συνέπεσε να συνενωθή
μετά της ιδικής μου ; Εκ των δύο εκείνων ο είς, ευδαίμων ήδη γέρων,
πρωτεύει εν μια των εν τη αλλοδαπή Ελληνικών κοινοτήτων• συχνάκις δ'
έκτοτε συνηντήθημεν και ανεμνήσθημεν ημερών αρχαίων και κοινών
παθημάτων. Ο άλλος, διασωθείς τότε, απέθανε μετ' ολίγον εις Τήνον.
Πόσους τότε λυτρωθέντας εκ των ονύχων των Τούρκων εθέρισεν ούτως ο
θάνατος ! Εξηντλημένοι μετά τοσαύτας κακουχίας, μετά τοσούτους
περισπασμούς, πόσοι φυγόντες την μάχαιραν του εχθρού έπεσαν κατόπιν,
πρόωρα της ασθενείας θύματα !
Απεχαιρετήσαμεν λοιπόν τους εις Μεστά και εκινήσαμεν οι τρεις ομού,
διευθυνόμενοι προς την πόλιν. Αι εντυπώσεις των γενομένων
καταστροφών ήσαν πολύ πρόσφατοι εισέτι, και δεν ήμεθα ουδαμώς
απηλλαγμένοι του φόβου μη συναντήσωμεν Τούρκους ενόπλους, αγνοούντας
ή αψηφούντας τας επιεικείς του Πασά προθέσεις. Αλλ' ήμεθα νέοι και
οι τρεις, ο δε πρωινός αήρ ήτο ζωογόνος, και απέπνεον άρωμα υγιές οι
μαστιχοφόροι περί τα Μεστά λόφοι. Η ελπίς διεσκέδασε βαθμηδόν τους
φόβους και εβαδίζομεν ελαφροί, φαιδρύνοντες δι' ευθύμων συνομιλιών
την οδοιπορίαν μας.
Δεν επέπρωτο όμως ούτε η φαιδρότης, ούτε η οδοιπορία μας να
διαρκέσωσι πολύ.
Εβλέπομεν μακρόθεν το χωρίον Ελάταν, όπου επροτιθέμεθα να
αναπαυθώμεν εκ του δρόμου και να λάβωμεν πληροφορίας διά την
περαιτέρω πορείαν μας.
Ο Ήλιος έκαιε και εταχύνομεν το βήμα προς τας λευκάς του χωρίου
οικίας. Αίφνης, εις τα πρόθυρα αυτού, ηκούσαμεν οιμωγάς και κραυγάς
γυναικείας. Εστάθημεν και οι τρεις και είδομεν ο είς τον άλλον. Μη
ήσαν Τούρκοι εις το χωρίον ; Αύτη ήτο η πρώτη μου σκέψις. Ετείναμεν
τα ώτα. Αι κραυγαί εξηκολούθουν. Ήσαν βεβαίως γυναικεία μοιρολόγια.
Οδηγούμενοι εξ αυτών διήλθομεν τας ερήμους του χωρίου οδούς και
εφθάσαμεν ενώπιον της εκκλησίας. Εκεί συνωθούντο οι χωρικοί, υπεράνω
δε των κεφαλών των είδομεν κατ' εκείνην την στιγμήν εις της
εκκλησίας τα πρόθυμα αναβαίνοντα δύο φέρετρα, το έν μετά το άλλο,
και πέριξ αυτών αι γυναίκες έκλαιον και ωδύροντο και εκραύγαζον
γοερώς.
Ότε εισήλθεν εντός του ναού η νεκρώσιμος συνοδία, ηρώτησα ένα
χωρικόν περί των δύο λειψάνων, και μας είπε με τα δάκρυα εις τους
οφθαλμούς, ότι συμμορία Τούρκων, συναντήσασα την πρωίαν τρεις νέους
έξω του χωρίου, επυροβόλησε κατ'αυτών και εξηκολούθησε τον δρόμον
της, ότι ο είς των τριών σωθείς έτρεξε και ανήγγειλε το συμβάν εις
το χωρίον, τα δε πτώματα των δύο φονευθέντων μετεκομίσθησαν προ
ολίγης ώρας εκεί.
Πού λοιπόν αι υποσχέσεις ασφαλείας ; Πού η ελπίς ότι τα δεινά
ετελείωσαν ; Είχον οι γέροντες δίκαιον! Οι δύο εκείνοι νεκροί, και
των γυναικών τα μοιρολόγια, ήσαν της τουρκικής πίστεως η σφ(ρ)αγίς, της
τουρκικής επιεικείας τα εχέγγυα!
Επεστρέψαμεν αμέσως εις Μεστά, βαδίζοντες ταχύτερον ή ότε ηρχόμεθα,
και άνευ της προτέρας φαιδρότατος. Οι εκεί εξεπλάγησαν ότε μας είδον
επιστρέφοντας, η δ' αφήγησις της εις Ελάταν σκηνής τους κατετάραξε,
και η προτέρα αδημονία διεδέχθη διά μιας τας μόλις ριζωθείσας
ελπίδας.
Ο πατήρ μου μόνος επέμενεν ελπίζων: ήτο τυχαία η συμπλοκή, δεν ήσαν
γνωσταί εισέτι αι αποφάσεις του Πασά, οι Τούρκοι εκείνοι δεν
παρέμειναν εις Ελάταν, άρα οι πυροβολισμοί των δεν αποδεικνύουν την
επανάληψιν συστηματικού διωγμού, θα ησυχάσωσι τα πράγματα. Τοιαύτα
έλεγεν, αλλ' η πείρα του παρελθόντος κατεφόβιζε τους λοιπούς πάντας
και αφήρει πάσαν εμπιστοσύνην προς τας αγαθάς δήθεν του Πασά
διαθέσεις. Να φύγωμεν, να φύγωμεν! έλεγον αι γυναίκες, τα δε παιδία
έκλαιον, και εγώ δεν ηδυνάμην να λησμονήσω την θέαν των δύο εκείνων
φερέτρων, φερομένων προς την πύλην της εκκλησίας, και τους θρήνους
των γυναικών, αι οποίαι εμοιρολόγουν τους νεκρούς των.
Την αυτήν εκείνην ημέραν ο θείος της μητρός μου, δι' αμοιβών
γενναίων και μεγαλειτέρων έτι υποσχέσεων, έπεισε νέον χωρικόν να
μεταφέρη διά παντός τρόπου επιστολήν του εις Ψαρά. Έγραφε ζητών της
φυγής τα μέσα.
― Ας έλθη πλοίον, έλεγε προς τον πατέρα μου, και συ αν θέλης μείνε
εδώ. Φθάνει μόνον να έλθη εν καιρώ!
Ο πατήρ μου εσιώπα, αλλ' εφαίνετο διστάζων. Τον ετρόμαζον αρά γε οι
κίνδυνοι της φυγής και του εκπατρισμού αι οδύναι; ή εβασίζετο εις
των Προξένων την μεσολάβησιν και ήλπιζεν ότι κρυπτόμενοι εν τω
μεταξύ εντός της πατρίδος θα διέλθωμεν ασφαλέστερον της δοκιμασίας
την περίοδον ; ή μη, υπό την πίεσιν τοσούτων αλλεπαλλήλων
συγκινήσεων, απώλεσε την εις εαυτόν πεποίθησιν και δεν ήξευρεν ο
ίδιος τι ήθελε και τι ν' αποφασίση ;
Την επιούσαν ήμεθα από πρωίας συνηγμένοι κατά το σύνηθες εις την
ισόγειον της οικίας είσοδον, ήτις εχρησίμευεν ως κοινή αίθουσά μας.
Καθήμενοι εις των θυρών τα κατώφλια και επί των βαθμίδων της
κλίμακος συνεσκεπτόμεθα, ως πάντοτε, περί του πρακτέου, αναμένοντες
τι η ημέρα θα μας φέρη και υπολογίζοντες πότε ηδυνάμεθα να
περιμένωμεν απόκρισιν εκ Ψαρών.
Η Ανδριάνα μόνη ήτο απούσα. Είχεν εξέλθει προς εύρεσιν τροφής. Και
άλλοτε κατώρθωσε να ποικίλη την πενιχράν δίαιτάν μας συλλέγουσα
χόρτα άγρια εις τους πέριξ του χωρίου λόφους. Αλλ' εβράδυνεν ήδη να
επιστρέψη. Και η μήτηρ μου, ανησυχούσα, πολλάκις ήνοιξε την θύραν
και προέτεινε την κεφαλήν εις την οδόν, να ιδή μη φαίνεται ερχόμενη.
Η Ανδριάνα ήτο ο γενικός προστάτης, η αληθής πρόνοια ολοκλήρου της
εις Μεστά δυστυχούς ημών ομάδος. Πλήρης αυταπαρνήσεως και
αφοσιώσεως, περιέθαλπε την μητέρα και τας αδελφάς μου και εφρόντιζε
περί πάντων των λοιπών• όλα τα επρόφθανεν, όλα τα εσυλλογίζετο• αυτή
εύρισκεν ή εφεύρισκε την καθημερινήν τροφήν μας, αυτή έφερε το νερόν
εκ της πηγής, αυτή κατώρθωσε δι' αχύρων και παλαιών ταπήτων ν'
αυτοσχεδιάση στρωμνάς δι' όλους εις τα εύκαιρα δωμάτια της οικίας
εκείνης• αυτή μας έφερεν ειδήσεις έξωθεν, σχετιζόμενη μετά των
χωρικών και τα πάντα ερευνώσα και τα πάντα μανθάνουσα. Η
ενεργητικότης της ήτο αδάμαστος και ακατάβλητος η ευθυμία της. Είχε
την καρδίαν υγιά και ακμαίαν όσον και το σώμα, και συχνάκις διά της
ζωηρότητος, διά της φαιδρότητός της έφερεν εις τα χείλη μας το
μειδίαμα, εν μέσω της επικρατούσης εκεί γενικής αθυμίας.
Η ώρα εν τούτοις παρήρχετο και ηύξανε της μητρός μου η ανησυχία.
Δεν ήθελα να την αυξήσω εκφράζων τους φόβους μου, αλλ' ήμην και εγώ
ανήσυχος, και οι άλλοι επίσης.― Τι έγεινε ; Πώς αργεί ; Μη έπαθε
τίποτε; Τοιαύται αντηλλάσσοντο φράσεις.
Εκεί, αίφνης, ανοίγεται η θύρα και παρουσιάζεται η Ανδριάνα
κάτωχρος, τρέμουσα, με την κόμην λυτήν, σχισμένα τα φορέματα και
ανοικτά, τα στήθη αιματωμένα.....
Η όλη παρουσία της εμαρτύρει πάλην φοβεράν, και τρόμον και αισχύνην.
Η μήτηρ μου ηγέρθη αμέσως, εκάλυψε με τας χείρας τους οφθαλμούς και
ανέκραξε μετά φρίκης : Α ! οι Τούρκοι, οι Τούρκοι ! Και αρπάσασα τας
θυγατέρας της έσυρεν αυτάς εις την αγκάλην της.
Η δε Ανδριάνα με την μίαν χείρα επί της ανοικτής θύρας, εδείκνυε διά
της άλλης την έξοδον, και ασθμαίνουσα δεν ηδύνατο ν' αρθρώση τας
λέξεις τας οποίας επροσπάθει να προφέρη•― Φύγετε, κρυφθήτε!
Ευρέθημεν όλοι δια μιας έξω εις τον δρόμον μετά της Ανδριάνας.
Πού επηγαίνομεν ; Τι ηθέλομεν; Έμφυτός τις ορμή διηύθυνε τα
διαβήματά μας μακράν της πύλης του χωρίου. Εφεύγομεν τους Τούρκους.
Δεν εσκεπτόμεθα όμως ότι απομακρυνόμενοι της εξόδου, εκλειόμεθα
εντός του χωρίου. Αλλά μη σκέπτεται τις εις τοιαύτας ώρας ;
Ενώ ετρέχομεν ούτω περίφοβοι, παραζαλισμένοι, μη γνωρίζοντες πού να
καταφύγωμεν, μία γραία εις την θύραν ταπεινής οικίας ισταμένη μας
είδε, μας ελυπήθη και ήπλωσε προς ημάς την χείρα.
― Ελάτε εδώ να σας κρύψω, Χριστιανοί.
Εχύθημεν όλοι εντός της ανοικτής θύρας, ακολουθούντες την γραίαν. Ο
Θεός την εφώτισε ! Εις εκείνην χρεωστούμεν την σωτηρίαν, την ύπαρξίν
μας. Δεν την είδα έκτοτε, ούτε το όνομα της γνωρίζω, αλλά ποτέ δεν
ελησμόνησα το αγαθόν πρόσωπον της, ουδ' έπαυσα ευλογών την μνήμην
της. Είθε να την αντήμειψεν ο Θεός και να την ανέπαυσεν εν ειρήνη !
Όπισθεν της οικίας ήτο αυλή ύπαιθρος, εις δε την άκραν της αυλής
σταύλος. Εντός του σταύλου μας έκρυψεν η γραία. Αι αγελάδες της
έβοσκον εις την εξοχήν και δεν επέστρεψαν ούτε την εσπέραν εκείνην,
ούτε τας επιούσας, να μας διαφιλονεικήσωσι της κατοικίας των την
κατοχήν. Δεν ηχμαλώτιζον γυναικόπαιδα μόνον οι Τούρκοι• ό,τι
εύρισκον ήτο λεία ευπρόσδεκτος. Αλλά δεν εζημίωσαν ημάς τότε
ληστεύσαντες της πτωχής γραίας τα ζώα.
Η είσοδος ήτο στενή και σκοτεινή, εις δε το βάθος ηνοίγετο ο σταύλος
τετράγωνος και οπωσούν ευρύχωρος• αλλ' ουδ' αυτός είχε παράθυρον ή
άλλην οπήν, ώστε ότε εκλείετο η επί της αυλής θύρα της διόδου, το
σκότος ήτο ψηλαφητόν και η αποφορά δεν είχε διέξοδον. Τέσσαρα
ημερόνυκτα εμείναμεν εντός του κρυψώνος τούτου, δεκαοκτώ εν συνόλω
ψυχαί!
Το εσπέρας της πρώτης ημέρας η φιλάνθρωπος γραία μας έφερε σάκκον
πλήρη σύκων. Ότε δε συνειθίσαμεν εις το σκότος, ανεκαλύψαμεν εις
μίαν γωνίαν κάδον έχοντα εισέτι ύδωρ αρκετόν, προς ποτισμόν των
αγελάδων. Χάρις εις το ύδωρ τούτο και εις τα σύκα δεν απεθάνομεν της
δίψης και της πείνης. Εις θέσιν δε προέχουσαν επί μιας των πλευρών
του σταύλου, εύρομεν άχυρον, το οποίον εστρώσαμεν κατά γης, διά να
μη κατακλίνωνται επί του βορβορώδους εδάφους αι γυναίκες και τα
παιδία. Και εζήσαμεν ούτω τέσσαρας νύκτας και τέσσαρας ημέρας!
Εκ του κρυψώνος μας ηκούομεν έξω συχνάκις τας κραυγάς των Τούρκων
και οιμωγάς των Χριστιανών, πότε μακράν και άλλοτε πλησίον. Την
τελευταίαν μάλιστα νύκτα τους είχομεν πολύ, πολύ πλησίον, διότι
διενυκτέρευσαν εις την οικίαν της γραίας, και ηκούομεν τας ομιλίας
των και τας διηγήσεις των αισχρών κατορθωμάτων των.
Ο κύριος των Τούρκων σκοπός ήτο η ανακάλυψις των κρυπτομένων
φυγάδων. Τους άνδρας εφόνευον, τα δε γυναικόπαιδα ηχμαλώτιζον
μεταφέροντες την άγραν των εις την πόλιν. Τους χωρικούς δεν έβλαπτον
συνήθως, εκτός δι' ύβρεων και ραβδισμών και λακτισμάτων και διά της
καταναλώσεως των τροφίμων των. Δεν έμενον δε επί πολύ οι αυτοί
Τούρκοι εις το χωρίον. Αφ' εσπέρας ήρχετο μία συμμορία, έτρωγον,
έπινον εκοιμώντο, την δε πρωίαν ήρχιζεν η έρευνα προς σφαγήν και
αιχμαλωσίαν• ανεχώρουν οι πρώτοι με αιχμαλώτους και λάφυρα, και τους
διεδέχετο νέα την εσπέραν συμμορία, και ούτως εφεξής. Εμείς δ'
επεριμένομεν να κορεσθώσι και να παύση η εξάντλησις της λείας την
διαδοχήν του διωγμού, παρακαλούντες τον Θεόν να μη ανακαλυφθώμεν
μέχρι τέλους.
Πώς να περιγράψω την αγωνίαν των ατελευτήτων εκείνων ημερών !
Εφοβούμεθα να λαλήσωμεν μη ο ελάχιστος θόρυβος μας προδώση. Η
Ανδριάνα έκλαιεν, έκλαιεν ακαταπαύστως, και λυγμοί ενίοτε εξέφευγον
από του στήθους της• ο πατήρ μου επέβαλλε τότε σιωπήν.
― Θέλεις να μας καταδώσης ; έλεγε.
Και έκρυπτεν η Ανδριάνα την κεφαλήν, και δεν ηκούετο ο θρήνος της.
Επλησίαζεν η μήτηρ μου να την παρηγορήση.
― Μη μ' εγγίζης και λερόνεσαι !
Δυστυχής νέα ! Η μαύρη απελπισία της εντός του σκοτεινού και
δυσώδους εκείνου καταφυγίου ήτο η φοβερωτέρα ένδειξις της τύχης, η
οποία επερίμενε τας λοιπάς εκεί γυναίκας, εάν οι Τούρκοι μας
ανεκάλυπτον !
Την τελευταίαν νύκτα εξημερώθημεν με τον φόβον, ότι δεν θα σωθώμεν
από τας χείρας των. Η θύρα μόνη του σταύλου μας εχώριζεν απ' αυτών.
Την αυγήν επανήλθεν εις την αυλήν η σιωπή, αλλ' εξηκολούθει εντός
του χωρίου ο θόρυβος. Πόσον βραδέως αι ώραι παρήρχοντο ! θα
επανέλθωσιν οι Τούρκοι πλησίον μας ; θα τους έχωμεν και την νύκτα
πάλιν ; Ησθανόμεθα πάντες ότι δεν ηδυνάμεθα να ανθέξωμεν πλειότερον.
Προς το εσπέρας τους ηκούσαμεν εις την αυλήν, ετοιμαζομένους προς
αναχώρησιν, και εκρατούμεν την αναπνοήν μας, περιμένοντες την
ελπιζομένην απομάκρυνσίν των.
Εκεί, ακούομεν αίφνης, πλησίον της θύρας, βροντώδη Τούρκου φωνήν.
― Ας ίδωμεν πριν φύγωμεν, τι έχει εις αυτήν την αποθήκην.
Έκαμα τον σταυρόν μου. Κρύος ιδρώς με περιέχυσεν.
Η θύρα του σταύλου έτριξε και ηνοίχθη, και εις το άνοιγμα της είδα
Τούρκου μορφήν φοβεράν. Εκράτει ξίφος γυμνόν εις την μίαν χείρα, εις
δε την άλλην ράβδον, και από της άκρας της ράβδου εκρέματο λύχνος,
το δε φως του λύχνου εφώτιζε του Τούρκου το πρόσωπον, και όπισθεν
των ώμων του άλλαι Τούρκων κεφαλαί έρριπτον περίεργα εντός του
σκότους βλέμματα.
Εκαθήμην κατά γης εις το βάθος του σταύλου, αντίκρυ της εισόδου.
Χίλια έτη να ζήσω, δεν θα λησμονήσω την αποτρόπαιον εκείνην
οπτασίαν!
Αναπνοή εντός του σταύλου δεν ηκούετο. Ο Τούρκος εκτείνει τον πόδα,
προχωρεί έν βήμα.....
Αντήχησε διά μιας ο πάταγος υδάτων πατουμένων και βλάσφημος του
Τούρκου εκφώνησις.
― Μόνον βρώμαι είναι εδώ. Δεν έχει τίποτε. Πηγαίνωμεν!
Η θύρα εκλείσθη μετά κρότου και οι Τούρκοι ανεχώρησαν. Εσώθημεν ! Έν
βήξιμον, είς στεναγμός ηδύνατο να μας προδώση. Αλλ' ο Θεός μας
ελυπήθη και ηυδόκησε να μας διαφυλάξη, η δε σωτηρία μας την ώραν
εκείνην μας εφάνη ως αγαθός διά το μέλλον οιωνός, και επεριμένομεν
με πλειότερον ήδη θάρρος της δοκιμασίας μας το τέλος.
Δεν εψεύσθησαν αι ελπίδες μας. Την αυτήν εκείνην εσπέραν, αφού
ενύκτωσε, ηνοίχθη του σταύλου η θύρα και πάλιν, αλλ' υπό φίλης ήδη
χειρός, και ήλθεν εν μέσω ημών ο χωρικός, τον οποίον ο θείος μου
είχεν αποστείλει προς εύρεσιν πλοίου. Πώς εξετέλεσε την παραγγελίαν,
πώς ανεκάλυψε το κρησφύγετόν μας δεν γνωρίζω. Έφερε την αγγελία
ότι πλοίον Ψαριανόν μας επερίμενεν εις έρημον λιμενίσκον όχι μακράν
του χωρίου, και ήτο έτοιμος ο χωρικός να μας οδηγήση αμέσως προς
αυτό.
Η νυκτερινή ώρα, ο φόβος των Τούρκων, η άγνοια του μέλλοντος, οι
κίνδυνοι της φυγής, η ανάμνησις των πρώτων ματαίων περιπλανήσεων,
πολλούς δισταγμούς την ώραν εκείνην εγέννησαν. Αλλ' αν εμένομεν, ο
όλεθρος ήτο βέβαιος σήμερον ή αύριον, ενώ φεύγοντες ηδυνάμεθα ίσως
να σωθώμεν. Απεφασίσθη λοιπόν η φυγή και ανεχωρήσαμεν υπό την
οδηγίαν του χωρικού.
Κρατούμενοι τας χείρας και βαδίζοντες εν σιωπή εφθάσαμεν εις την
άκραν του χωρίου, προς το αντίθετον της εισόδου μέρος. Εφεύγομεν την
πύλην υποπτευόμενοι ότι εφρουρείτο υπό Τούρκων. Ο οδηγός μας είχε
λάβει τα μέτρα του. Εισήλθομεν εντός οικίας ερήμου διά να
δραπετεύσωμεν εκ των όπισθεν. Η νυξ ήτο σκοτεινή, διεκρίνετο όμως εκ
του παραθύρου το κρημνώδες κάτω έδαφος. Εκρεμάσθη σχοινίον και
κατέβην πρώτος εγώ. Έδεσα εις την ζώνην μου το σχοινίον και το
εκράτουν εκ των χειρών, ενώ με κατεβίβαζον οι άνωθεν. Κατήλθον
κατόπιν οι λοιποί άνδρες ανά είς, και επεριλάβομεν έπειτα τας
καταβιβαζομένας γυναίκας και παιδία. Τελευταίος επήδησεν ο χωρικός,
ετέθη επί κεφαλής μας, και ήρχισεν η νυκτερινή οδοιπορία.
Η απόστασις δεν ήτο μεγάλη, αλλά δεν είναι εύκολος ο δρόμος, όταν με
την καρδίαν τρέμουσαν φεύγης εις το σκότος, μη γνωρίζων πού
πηγαίνεις, και φοβήσαι ανά πάσαν στιγμήν μη φανώσιν οι Τούρκοι, και
έχης γέροντας και γυναίκας και παιδία μικρά εις την συνοδίαν σου !
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Εξημέρονε μόλις ότε εφθάσαμεν εις τα υψώματα τα περικλείοντα τον
λιμενίσκον, όπου η σωτηρία μας επερίμενε. Λευκή σειρά αμυδρού φωτός,
χαράττουσα τον ορίζοντα, προεμήνυε την ανατολήν. Εις τους πρόποδας
του αποτόμου λόφου, επί του οποίου εστάθημεν, εβλέπομεν την θάλασσαν
και την ακτήν, αλλά δεν ηκούετο ρόχθος• εντός του λιμένος ήτο άκρα
γαλήνη, εκτός δ' αυτού, μακράν, μας έδειξεν ο χωρικός το πλοίον. Δεν
έβλεπα επί των σκοτεινών υδάτων το σκάφος, αλλ' οδηγούμενος από του
χωρικού την χείρα, διέκρινα τους δύο ιστούς και μου εφάνη ότι
κινούνται προχωρούντες με κρεμάμενα επ' αυτών τα ιστία.
Εσπεύσαμεν το βήμα και εντός ολίγης ώρας ήμεθα εις την παραλίαν.
Δεν ήλθε διά μόνους ημάς το πλοίον εκ Ψαρών. Ο πλοίαρχος εφρόντισεν
αφ' εσπέρας να διασπείρη της αφίξεώς του την είδησιν, και συνέρρεον
οι πρόσφυγες εκ των πέριξ χωρίων και εκ των σπηλαίων όπου
εκρύπτοντο. Η ακτή ήτο ήδη κεκαλυμμένη υπ' αυτών, ότε κατέβημεν,
εξηκολούθουν δε και άλλοι φθάνοντες κατόπιν ημών.
Ευτυχώς οι πρώτοι φθάσαντες είχον δώσει το συμφωνηθέν σημείον, και
το πλοίον έπλεεν ήδη προς τον λιμένα, καθ' ην στιγμήν από του
υψώματος διέκρινα μακρόθεν τους ιστούς του.
Ότε επλησιάσαμεν εις τους σωρούς των φυγάδων, είδομεν όλα τα πρόσωπα
εστραμμένα προς την θάλασσαν. Ήρχετο η λέμβος ! Επλησίαζεν !
Ηκούοντο αι κώπαι σχίζουσαι την θάλασσαν, ηκούετο και των σκαρμών ο
γογγυσμός υπό της κώπης την πίεσιν. Οι δ' επί του αιγιαλού ετείνομεν
σιωπώντες τα ώτα προς τους πλησιάζοντας εκείνους παρηγόρους ήχους.
Αλλ' ότε η λέμβος προσωρμίσθη και επήδησαν οι ναύται εις την ξηράν,
τότε η σιωπή ελύθη και επήλθε ταραχή και σύγχυσις, διότι πάντες,
συνωθούμενοι επί των βράχων, ανυπομόνουν θέλοντες να
επιβιβασθώσιν.!Ήσαν δε πολλοί οι φεύγοντες, και η λέμβος μικρά. Η
ηχηρά του ναυκλήρου φωνή και των ναυτών οι βραχίονες εχαλίνωσαν του
πλήθους την ανυπομονησίαν.― Ησυχάσατε, εφώναζε. Θα σας πάρωμεν
όλους. Κανένα δεν θ' αφήσωμεν !
Εν τούτοις η λέμβος ανεχώρησε με το πρώτον φορτίον, ο δε ναύκληρος
και τρεις ναύται έμενον εις το παράλιον ωπλισμένοι. Επήγαινεν η
λέμβος και ήρχετο, εσμικρύνετο δε βαθμηδόν ο αριθμός των επί της
ακτής, και ηύξανε μετά πάσαν αναχώρησιν η ανυπομονησία των μενόντων.
Ηύξανε δε τοσούτω μάλλον καθ' όσον το φως επληθύνετο. Δεν εφαίνετο
εισέτι ο ήλιος, αλλ' η θάλασσα ελάμβανεν ήδη της ημέρας τα χρώματα.
Οι ημίσεις περίπου ήσαν επί του πλοίου. Ημείς εμένομεν εισέτι επί
της ξηράς, και εβλέπομεν την λέμβον επιστρέφουσαν, ευχόμενοι να μη
βραδύνη η σειρά μας, ότε αντήχησεν αίφνης κρότος τουφεκίου και
ηκούσθη σφαίρας συριγμός. Αι κεφαλαί όλαι εστράφησαν διά μιας προς
τα οπίσω και είδομεν υψηλά, επί της κορυφής του λόφου, προς τα δεξιά
μας, τεσσάρας ανδρών μορφάς.― Αλλοίμονον! οι Τούρκοι επλάκωσαν !
Θεέ μου ! Οποίον τρόμον έφερεν εις την ακτήν η απροσδόκητος εκείνη
των διωκτών μας εμφάνισις !
Δύο, τρεις τουφεκισμοί εκ νέου αντήχησαν. Ο όμιλος των προσφύγων
εσκορπίσθη, και ετρέξαμεν όλοι εις του λόφου τας υπωρείας, όπως
προφυλαχθώμεν υπό των βράχων τας εξοχάς. Οι τέσσαρες ναύται μόνοι
έμειναν εις την άκραν της θαλάσσης, και υψώσαντες τα όπλα εσκόπευσαν
και επυροβόλησαν διά μιας και οι τέσσαρες. Οι Τούρκοι άνωθεν δεν
ανταπεκρίθησαν εις τον χαιρετισμόν τούτον. Εφοβήθησαν αρά γε ; ή μη
αι σφαίραι των ναυτών μας επέτυχον ; ή μη ήσαν πολυαρίθμου σώματος
εμποσθοφυλακή και επερίμενον επικουρίαν, όπως επιπέσωσι καθ' ημών ;
Και τότε ; τι θα γίνωμεν; πώς θ' αντισταθώμεν;
Εν τούτοις η λέμβος επλησίαζεν. Ενθαρρυνθέντες υπό της παύσεως των
πυροβολισμών ετρέξαμεν όλοι πάλιν προς την θάλασσαν, θα προφθάσωμεν
όλοι να σωθώμεν ; θα φανώσιν εκ νέου επί του λόφου οι Τούρκοι ;
Προσωρμίζετο σχεδόν επί των βράχων η λέμβος, ότε είδα τον πατέρα μου
πλησιάζοντα εις τον ναύκληρον. Τον έβλεπα να λαλή περιπαθώς
δακτυλοδεικτών τας αδελφάς μου και εμέ, ενώ ο ναύτης απέσυρε την
χείρα, εντός της οποίας εζήτει ο πατήρ μου να θέση φιλοδώρημα.
Κατ' εκείνην την στιγμήν η μήτηρ μου όπισθεν μ' έλαβεν εκ της
χειρός. Εστράφην προς αυτήν.
― Λουκή μου, πάρε τας αδελφάς σου και πηγαίνετε με την ευχήν μας.
Αφήσατέ μας ημάς εις το έλεος του Θεού.
Και συγχρόνως εναπέθετεν εις τον κόλπον μου μικρόν δέμα περιέχον όσα
κοσμήματα είχε δυνηθή να περισώση. Την ενηγκαλίσθην και εφίλουν τον
λαιμόν της και έλεγα•― Όχι, όχι, όλοι ομού θα σωθώμεν....
Εκεί, με ήρπασεν εκ του βραχίονος ο πατήρ μου.
― Πήγαινε με τας αδελφάς σου. Ερχόμεθα κατόπιν ημείς.
Η λέμβος ήτο ήδη πλήρης, αι δε αδελφαί μου εκάθηντο εντός αυτής. Με
ώθησεν ο πατήρ μου, μ' έσυρεν ο ναύκληρος, και πριν προφθάσω να
λαλήσω ή ν' αντισταθώ, ευρέθην εντός της λέμβου κ' εγώ. Αι κώπαι
εκινήθησαν αμέσως. Εστράφην προς την ξηράν να ίδω την μητέρα μου,
και ενώ εστρεφόμην είδα καπνόν επί του λόφου και νέος τουφεκισμός
ηκούσθη. Επί των βράχων το πλήθος συνεσφίγγετο και οι όπισθεν ώθουν
τους πρώτους, έπιπτον δέ τινες ήδη εις την θάλασσαν. Μεταξύ των
πιπτόντων βλέπω αίφνης την μητέρα μου !
Δεν ηξεύρω πώς ηδυνήθην ν' απλώσω εκ της λέμβου την χείρα, πώς
ήρπασεν η μήτηρ μου την χείρα μου, πώς μία άλλη γραία εκράτει διά
των δύο χειρών της μητρός μου το φόρεμα......Η δε λέμβος επροχώρει
και έπλεον αι δύο γραίαι, συρόμεναι εκ της χειρός μου, μέχρις ου επί
τέλους τας ανεσύρομεν εκ της θαλάσσης. Ουδ' ενθυμούμαι πώς ευρέθημεν
επί του καταστρώματος του πλοίου.