Ιδού το διάγραμμα του πρώτου οκταχόρδου, κατά τας χορδάς του οποίου (ήτοι

κατά τους νόμους της μουσικής αρμονίας) ο Θεός ενηρμόνισε τον κόσμον

(Fraccaroli).

Διαστήματα Χορδαί

νήτη . . . 384

1 τόνος . . . . .

παρανήτη . . 432

1 τόνος . . . . .

τρίτη . . . 486

λείμμα . . . . . .

παραμέση . . 512

1 τόνος . . . . .

μέση . . . 576

1 τόνος . . . . .

λιχανός. . . 684

1 τόνος . . . . .

παρυπάτη . . 729

λείμμα . . .

υπάτη . . . . 768

Όροι αριθμητικής σειράς, 6:9:12

η υπεροχή του εννέα = τρία η λείψις του εννέα = τρία

Ο εννέα κατ' ίσον αριθμόν (3) υπερέχει του έξ και λείπεται του δώδεκα.

Όροι αρμονικής σειράς, 6:8:12

Η υπεροχή των οκτώ δύο = τριτημόριον του 6. Η ένδεια του οκτώ τέσσαρα =

τριτημόριον του 12.

Ο οκτώ κατά το αυτό μέρος των άκρων (1/3) υπερβάλλει του 6 και λείπεται

του 12.

67) Μεγάλη πρόοδος, λέγει ο Έγελος, δεν εγένετο διά των αριθμητικών

τούτων σχέσεων, διότι δεν προσφέρουσι πολύ εις την ιδέαν, εις την

θεωρητικήν νόησιν. Αι σχέσεις και οι νόμοι της φύσεως δεν δύνανται να

εκφρασθώσιν υπό των ξηρών τούτων αριθμών, διότι ούτοι αποτελούσιν

επειρικήν σχέσιν, ήτις δεν είναι η βάσις των αναλογιών της φύσεως (Ιστ.

της Φιλοσ.).

68) Επειδή ο λόγος είναι περί της ψυχής του κόσμου, δέον να αποκλεισθή

πάσα παράστασις ύλης. Έχομεν ούτως όλως μαθηματικήν παράστασιν, εις την

οποίαν έπειτα θα εφαρμοσθή η φυσική μετά της δημιουργίας του κόσμου νυν

αύτη είναι συνεχής σειρά αναλογικών αναφορών εφαρμοζομένων εις την διπλήν

τετρακτύν. Την συνεχή ταύτην σειράν εικονίζει ο Πλάτων ως ταινίαν, ην ο

δημιουργός διαιρεί εις δύο μέρη, ταύτα επιθέτει το έν επί του άλλου εις

σχήμα Χ, κάμπτει τα άκρα αυτών, τα οποία συνδέει εις τα σημείον το

αντίθετον της πρώτης τμήσεως των δύο μερών, και ούτω κλείει εντός αυτών

σφαίραν, ήτις περικυκλούται έξωθεν υπό της κινήσεως του ταυτού. Πρότερον

(34 Β) είπεν, ότι η ψυχή του κόσμου περιβάλλει αυτόν έξωθεν και ότι ούτος

κινείται κυκλικήν κίνησιν περί εαυτόν (περί τον άξονα αυτού), ήτοι την

κίνησιν του ταυτού. Αναγκαίως δε εκ των κύκλων των σχηματισθέντων διά του

Χ ο είς είναι εσωτερικός, ο δε άλλος εξωτερικός· ο εξωτερικός παριστά τον

ισημερινόν και είναι σύμβολον του ουρανού των απλανών αστέρων, ο δ'

εσωτερικός είναι η εκλειπτική και αντιστοιχεί προς τον κύκλον των

πλανητών. Ο Ιταλός μεταφραστής του Τιμαίου G. Fraccaroli, δικαίως κρίνει

ότι είναι αληθέσταται αι εξής παρατηρήσεις του Άγγλου μεταφραστού Archre

Hind. «Ό,τι υπάρχει και συμβαίνει εν τη υλική φύσει είναι (κατά Πλάτωνα)

απλώς το υλικόν σύμβολον της αΰλου αληθείας, είναι το αναγκαίον αποτέλεσμα

της κανονικής εξελίξεως του πνεύματος, κατά τον νόμον της φύσεως του, εν

ταις σωματικαίς εκδηλώσεσιν. Ο Πλάτων βέβαια δεν θέλει να είπη ότι η άυλος

και αμέριστος ουσία της ψυχής αποτελείται εκ κύκλων και μερίζεται κατά

μαθηματικάς αναλογίας. Ο κύκλος είναι κατ' αυτόν σύμβολον της ενεργείας

της νοήσεως· αποδίδων δε τους αρμονικούς αριθμούς εις την ψυχήν, θέλει να

είπη ότι πάσαι αι αναφοραί ή αρμονίαι, μαθηματικαί ή άλλαι, αίτινες

ευρίσκονται εν τω κόσμω του χώρου και του χρόνου, είναι η διά μαθηματικών

όρων φυσική έκφρασις αιωνίου τινός νόμου της ψυχής».

69) Εκ των δύο τούτων κινήσεων, η μεν εξωτερική (του ισημερινού)

μετέχει της φύσεως του ταυτού και κινείται προς τα δεξιά κατά την πλευράν,

η δε εσωτερική (της εκλειπτικής) είναι της φύσεως του ετέρου και κινείται

προς τα αριστερά κατά την διαγώνιον. Ίνα νοήσωμεν την κατά πλευράν και

κατά διαγώνιον κίνησιν, έστω η σφαίρα αβγδ [σχήμα σφαίρας που εξηγεί την

κατά πλευράν και κατά διαγώνιον κίνηση].

Έστω βδ ο Ισημερινός και εζ η εκλειπτική, ηζ και εθ οι τροπικοί. Εάν

αχθώσιν αι ευθείαι εη και θζ, θα έχωμεν το ορθογώνιον ηεθζ, ου εζ έσται η

διαγώνιος. Επειδή ο ισημερινός βδ είναι παράλληλος προς τους τροπικούς ηζ

και εθ, ορθώς λέγεται ότι κινείται κατά την πλευράν ηζ ή εθ· και επειδή η

εκλειπτική είναι και η διαγώνιος του σχήματος, ακριβώς λέγεται ότι

κινείται κατά την διαγώνιον. Την ισημερινήν κίνησιν παριστά η ημερησία

περιστροφή περί την γην του ουρανού των απλανών αστέρων, ήτις φαίνεται εις

τον υπολαμβάνοντα ότι η γη είναι ακίνητος και άνευ στροφής περί εαυτήν.

Διότι βλέπομεν, ότι οι αστέρες συνάμα ανατέλλουσι και δύουσι και κατ'

ανάγκην ή ημείς στρεφόμεθα ή ο ουρανός. Ο Πλάτων δέχεται ότι κινείται ο

ουρανός, επομένως αρνείται την περιστροφήν της γης, λέγων δε κινήσεις προς

τα δεξιά και τα αριστερά εννοεί δεξιάν και αριστεράν αυτού του κόσμου και

ουχί ως προς ημάς. Η δεξιά ημών αντιστοιχεί προς την αριστεράν του κόσμου

και τανάπαλιν.

Ο εξωτερικός λοιπόν κύκλος, ο περιλαμβάνων τον ουρανόν των απλανών,

στρέφεται από ανατολών προς δυσμάς· ο δε εσωτερικός, διηρημένος εις επτά

ομοκέντρους, ήτοι ο των πλανητών κύκλος, εάν κινήται αντιθέτως, θα

στρέφηται από δυσμών προς ανατολάς. Αλλ' η κίνησις του εξωτερικού ουρανού

επικρατεί και παρασύρει μεθ' εαυτής και τους εσωτερικούς κύκλους. Ούτοι

άρα έχουσι δύο εναντίας κινήσεις, την μίαν επιβαλλομένην έξωθεν και την

άλλην οικείαν, όπως τις φερόμενος πρός τινα διεύθυνσιν υπό πλοίου

περιπατεί επ' αυτού κατ' αντίθετον διεύθυνσιν. Τούτο σαφώς εξηγεί Τίμαιος

ο Λοκρός, 96, C. Δ.: «ο εξωτερικός κύκλος παρασύρει πάντα όσα περιέχει

εντός εαυτού, καθ' άπασαν την κίνησιν απ' ανατολής προς δύσιν, ο δε

εσωτερικός κύκλος, ων της φύσεως του έτερου (μεταβλητού), στρέφεται από

δυσμών προς ανατολάς και κινείται αφ' εαυτού, αλλά συμπαρασύρεται κύκλω

έξωθεν υπό της κινήσεως του ταυτού, ήτις έχει δύναμιν κυρίαρχον επί του

κόσμου». Οι δύο κύκλοι δεν κείνται επί του αυτού επιπέδου.

Κατά Πλάτωνα οι κύκλοι (τροχιαί) των 7 πλανητών απέχουσιν αλλήλων κατά τα

διπλάσια και τριπλάσια διαστήματα· τρεις αυτών, ο Ερμής, η Αφροδίτη και ο

Ήλιος, έχουσιν ίσην ταχύτητα, οι δε λοιποί διάφορον· τέλος δε κινούνται

αντιθέτως προς αλλήλους. Αλλά τι εννοείται διά της αντιθέτου ταύτης

κινήσεως; Άρα γε ότι ο Ερμής και η Αφροδίτη π. χ. (38 Δ) στρέφονται

αντιθέτως προς τον Ήλιον; Αλλά πώς τούτο συμβιβάζεται προς τα ειρημένα,

ότι ο εσωτερικός κύκλος όλος στρέφεται προς τα αριστερά, ενώ νυν μέρος

αυτού θα εστρέφετο προς δυσμάς, μέρος δε προς ανατολάς; Εκτός τούτου το

μέρος το στρεφόμενον προς τα δεξιά θα εστρέφετο συμφώνως προς την κίνησιν

του εξωτερικού κύκλου, από του οποίου φύσει διαφέρει. Την πιθανωτέραν

λύσιν της δυσκολίας ταύτης παρέχουσιν ίσως αι ομόκεντροι σφαίραι του

Ευδόξου, μεγάλου μαθηματικού. Ενταύθα αρκεί να είπωμεν μόνον ότι αι λέξεις

της § 38 Δ, «την εναντίαν ειληχότας αυτώ δύναμιν», δύνανται να

ερμηνευθώσιν ουχί ως δηλούσαι κίνησιν εναντίαν, αλλά μόνον τάσιν εναντίαν,

ή δύναμιν του προβαίνειν αντιθέτως. Ούτω θα εξηγείτο η οπισθοδρόμησις,

χωρίς να αποκλείηται η πρόοδος.

70) Ο Γάλλος μεταφραστής M. Schwalbé παρατηρεί ενταύθα ότι «οι επτά

αριθμοί 1, 2, 3, 4, 8, 9, 27 παριστώσιν αρκετά καλώς τους υπό των πλανητών

περιγραφομένους κύκλους. Τω όντι αι μέσαι αποστάσεις των πλανητών από του

ηλίου είναι: Ερμής 0,387, Αφροδίτη 0,723, Γη 1,000, Άρης 1,524, Ήρα 2,667,

Παλλάς 2,768, Ζευς 5,203, Κρόνος 9,539. Πολλαπλασιάζοντες τας αποστάσεις

ταύτας επί 3, ίνα έχωμεν την περιφέρειαν, ευρίσκομεν: 1,14; 2,16; 3,00;

4,56; 8,00; 8,30; 15,6; 28,61;»

71) Προφανώς αι δύο αύται πρόοδοι ηνωμέναι, ως μονάδος λαμβανομένου του

πρώτου κύκλου κοινού εις αμφοτέρας, παρέχουσι την σειράν 1, 2, 3, 4, 9, 8,

27.

72) Οι 3 πρώτοι είναι οι κύκλοι του Ηλίου, της Αφροδίτης και του Ερμού,

οι λοιποί τέσσαρες είναι ο της Σελήνης, του Άρεως, του Διός και του

Κρόνου.

73) Το ύστερον ενταύθα πρέπει να νοήται ουχί χρονικώς, αλλά λογικώς.

Και τα επόμενα δε δεν πρέπει να νοώνται υλικώς.

74) Έχομεν ούτω το σωματικόν σύμπαν, και εν αυτώ την ψυχήν, ως το

απλούν όπερ περιβάλλει το πολλαπλούν. Η ουσία του σωματικού και η της

ψυχής είναι η ενότης εν τη διαφορά. Η αυτή ουσία είναι διπλή. 1) τεθειμένη

εν τη διαφορά, συσχηματοποιείται εντός του ενός εις πολλά σημεία, άτινα

όμως είναι κινήσεις· 2) είναι πραγματικότης· αμφότεραι δε, ουσία και

πραγματικότης, είναι το όλον τούτο εν τη αντιθέσει ψυχής και σώματος, και

τούτο είναι πάλιν &έν&. Το Πνεύμα διαχωρεί εις πάντα, και το σωματικόν

είναι το εναντίον· αυτού μόνον καθ' όσον είναι αυτό τούτο πνεύμα. Ψυχή και

σώμα ή κόσμος είναι ουσιωδώς ταυτά. Η ψυχή, ήτις άρχει του σώματος του

κόσμου, είναι η αυτή ουσία οία είναι το αισθητόν τούτο Σύμπαν· είναι τα

αυτά σημεία, άπερ αποτελούσι την πραγματικότητα αυτού. Ο Θεός, η απόλυτος

ουσία, η υπόστασις, δεν βλέπει ειμή εαυτήν, γεννά μόνον εαυτόν (Εγέλ. Ιστ.

Φιλ. Α').

75) Αναφέρεται εις τον αρχικόν &μερισμόν& της ψυχής κατά τους 7

αριθμούς της &τετρακτύος& και εις την σύνδεσιν διά των δεσμών, δηλ. των

αριθμητικών και αρμονικών μέσων, οίτινες συνδέουσι τους αριθμούς. Τινές ως

τρίτην ουσίαν υπολαμβάνουσι την ζωήν, εξ ης και των δύο άλλων έγινεν η

ψυχή.

76) Ουσία &σκεδαστή& είναι το πολλαπλούν, το φαινόμενον, η αμέριστος

είναι το νοητόν.

77) Η ψυχή παρίσταται ως αποτελουμένη εκ στοιχείων ετερογενών, διότι

διάφορα και σχετικά προς τα στοιχεία ταύτα είναι τα πράγματα, τα οποία

πρέπει να μανθάνη. Οι σχολιασταί παρατηρούσιν ότι ενταύθα αναφέρονται

πάσαι σχεδόν αι υπό του Αριστοτέλους αριθμούμεναι δέκα κατηγορίαι. Ο

Πλούταρχος (Περί της εν Τιμ. ψυχογον.) λέγει ότι «εν τούτοις και των δέκα

κατηγοριών ποιείται υπογραφήν ο Πλάτων».

78) Και εν τω Σοφιστή λέγει ο Πλάτων, ότι λόγος και διάνοια είναι το

αυτό, πλην ότι η διάνοια είναι ο διάλογος τον οποίον η ψυχή διαλέγεται

εντός εαυτής, άνευ φωνής, ενώ ο λόγος είναι ο αυτός διάλογος εξερχόμενος

διά του στόματος μετά φωνής. Ο λόγος, ως διάνοια, ανήκει εις τα μέρος της

ψυχής όπερ και εν τω ανθρωπίνω σώματι είναι αθάνατον. Είναι δε φύσει &κατά

ταυτόν&, και διά τούτο είναι αληθής, οιονδήποτε αν έχη αντικείμενον,

νοητόν ή αισθητόν. Και περί μεν του αισθητού δόξα μόνον και πίστις

δύνανται να υπάρχωσιν, αλλ' ίνα αύται είναι αληθείς, πρέπει το υλικόν του

λόγου να είναι υγιές, ορθόν, (δύναται να λογίζηταί τις ορθώς, καίτοι

ορμάται εκ σφαλερών διδομένων). Το υλικόν όμως θα είναι ορθόν, αν ο κύκλος

του εναντίου, του αισθητού χωρή ορθώς, και ούτω μεταδίδη εις το θνητόν

μέρος της ψυχής τας αισθήσεις κανονικώς. Αν δε το αντικείμενον του λόγου

είναι νοητόν, ίνα υπάρξη η αληθής επιστήμη αυτού, δέον να τρέχη καλώς ο

κύκλος του ταυτού, άλλως ο συλλογισμός θα είναι ατελής ή ουχί ελεύθερος ή

θα ορμάται εκ προϋποθέσεων κακώς γινωσκομένων ή νοουμένων (Fraccaroli).

79) Αύτη είναι τώρα η ιδέα, η ουσία του κόσμου ως του εν εαυτώ

ευδαίμονος Θεού. Ενταύθα συμφώνως προς την ιδέαν ταύτην κατά πρώτον

εμφανίζεται ο κόσμος, ενταύθα κατά πρώτον η ιδέα του όλου είναι τελεία και

πλήρης. Έως εδώ εγεννάτο μόνον η ουσία του αισθητού, ουχί δε ο κόσμος ως

αισθητός, διότι, καίτοι ο Πλάτων ωμίλει πρότερον περί πυρός και των

λοιπών, έδιδεν εκεί μόνον την ουσίαν του αισθητού. Φαίνεται δ' ενταύθα ότι

αρχίζει πάλιν περί των προτέρων, περί των οποίων ήδη έχει πραγματευθή.

Αλλά, επειδή πρέπει ν' αρχίζωμεν από του αφηρημένου, ίνα φθάσωμεν εις το

συγκεκριμένον και αληθές, τούτο εμφανίζεται κατ' αρχάς ύστερον, και όταν

ευρεθή, τότε έχει την μορφήν και την όψιν νέας πάλιν ενάρξεως, και μάλιστα

εις το ασύνδετον ύφος του Πλάτωνος. Διά τούτο θα ήτο καλύτερον, αν έλειπον

εκείναι αι εκφράσεις, πυρ κλ. (Εγέλ. Ιστ. Φιλ.)

&Σημείωσις.& — Η Πλατωνική φιλοσοφία διαφοροτρόπως ενοήθη κατά διαφόρους

εποχάς. Διότι ο Πλάτων, ως γνωστόν, δεν συνέταξε συστηματικήν έκθεσιν των

θεωριών αυτού. Αυτή δε η περίτεχνος διαλογική μορφή και οι μύθοι αλλότρια

εισάγοντες στοιχεία την φαντασίαν μάλλον ή την λογικήν νόησιν διεγείρουσι

και πολλαχώς δυσχεραίνουσι την κατανόησιν των θεωρημάτων. Ατυχώς δε δεν

εσώθησαν τα «άγραφα δόγματα περί αγαθού», άτινα κατέγραφον οι μαθηταί.

Μέγα εξ άλλου ελάττωμα ως προς το περιεχόμενον ή τους διορισμούς της ιδέας

είναι ότι αι δημώδεις παραστάσεις και τα καθαρά νοήματα συμφύρονται άνευ

διακρίσεως και εσωτερικού δεσμού. Ο Πλάτων βεβαίως πλην της παραστάσεως

είχε και καθαράν έννοιαν της απολύτου ουσίας, του πνεύματος, ουχί όμως και

της όλης πραγματικότητος αυτού. Διά τούτο παραστάσεις και έννοιαι της

Ουσίας χωρίζονται και αντιτίθενται, αλλ' όμως δεν δηλούται ότι μόνη η

έννοια είναι η Ουσία. Ούτως ομιλεί μεν ο Πλάτων περί Θεού και πάλιν εν

καθαροίς νοήμασι περί της απολύτου ουσίας των πραγμάτων, αλλ' ομιλεί περί

αυτών ως κεχωρισμένων ή χαλαρώς και φαινομενικώς μόνον συνδεδεμένων, ο δε

Θεός, ως ακατάληπτος ουσία, ανήκει πάντοτε εις την παράστασιν. Άλλοτε

πάλιν αντί αναπτύξεως της εννοίας εισάγει μύθους, διηγήματα, παραστάσεις

υλικάς, ίνα διορίση το νοητόν και πνευματικόν. — Οι Νεοπλατωνικοί, οίτινες

την μυθολογίαν εξήγουν αλληγορικώς και παρίστανον ως εκδήλωσιν ιδεών,

μετεποίουν εις φιλοσοφικά θεωρήματα τους Πλατωνικούς μύθους, ενίοτε δε

υπελάμβανον ως έκφρασιν του Απολύτου ό,τι παρά Πλάτωνι εκτίθεται εν μορφή

καθαράς νοήσεως, καίτοι ο Πλάτων δεν είχε κάμει διάκρισιν μεταξύ αυτών.

Ούτως ο Πρόκλος την περί του Όντος διδασκαλίαν του αριστουργήματος της

Πλατωνικής διαλεκτικής, του «Παρμενίδου», εθεώρει ορθώς ως την αληθινήν

θεολογίαν, ως την αληθή αποκάλυψιν των μυστηρίων της θείας ουσίας. Διότι

εν τω θαυμασίω τούτω διαλόγω αποδεικνύεται ότι η Ιδέα είναι ενότης

αντιθέτων διορισμών, ότι λ. χ. το έν και τα πολλά δεικνύονται διαλεκτικά

σημεία και είναι εκάτερον ταυτόν προς το εναντίον του.

Η τοιαύτη δ' ενότης είναι πραγματικώς η Αλήθεια, είναι η Θεία Ουσία, ήτις

θέτει άμα και αναιρεί εις εαυτήν πάντα διορισμόν. Αλλ' όμως ο Πλάτων δεν

εδήλωσεν ούτω σαφώς την συνείδησιν ταύτην της ιδέας, ουδέ ότι η Ουσία αύτη

των πραγμάτων είναι αυτή η θεία Ουσία, και διά τούτο εν τη κοσμογονία του

Τιμαίου ο Θεός και η Ουσία των πραγμάτων φαίνονται κεχωρισμένα (Εγέλου

Ιστ. Φιλοσ. Β' σ. 244).

Νεοπλατωνικών δογμάτων μετέχων και ο Πλούταρχος εν τω «Περί της εν τω

Τιμαίω Ψυχογονίας» υπεμνημάτισε το εν σελ. 35 - 36 Στεφ. χωρίον του

Πλάτωνος, διαιρέσας και αυτός την συγγραφήν του εις δύο μέρη. Το πρώτον

τούτων πραγματεύεται περί των στοιχείων, εξ ων συνέστη η ψυχή του κόσμου,

το έτερον δε περί των αριθμών και των λόγων, καθ' ους διηρέθη τα μίγμα

αυτών. Κρίνομεν ωφέλιμον διά τον Έλληνα σπουδαστήν του Πλάτωνος να

συνοψίσωμεν ενταύθα τα κυριώτερα σημεία των εξηγήσεων του Πλουτάρχου περί

των στοιχείων. Και πρώτον ανασκευάζει τους λέγοντας ότι ο Πλάτων διδάσκει,

ότι ο κόσμος και η ψυχή αυτού είναι αγένητος. Έπειτα επιχειρεί να αποδείξη

ότι ο δημιουργός ταύτα ευρισκόμενα εν αταξία ήγαγεν εις τάξιν. Ο κόσμος,

λέγει, και έκαστον των μερών αυτού συνέστη εκ σωματικής ουσίας και εκ

νοητής, και εκείνη μεν παρέσχεν εις το γινόμενον ύλην και υποκείμενον,

αύτη δε μορφήν και είδος. Η ύλη άμα μορφωθή είναι απτή και ορατή, η ψυχή

όμως διαφεύγει πάσαν αίσθησιν και είναι δύναμις αυτοκίνητος και πηγή και

αρχή κινήσεως, και δεν είναι μεν αρμονία, διεκοσμήθη όμως διά λόγου και

αρμονίας. Πάσα η ουσία εξ ης συνέστη ο κόσμος δεν εγένετο εκ του μη όντος,

αλλ' υπέκειτο ήδη και υποκειμένη διετέθη και διετάχθη υπό του δημιουργού.

Προ της γενέσεως του κόσμου υπήρχεν ακοσμία και αταξία, έχουσα το μεν

σωματικόν άμορφον και ασύστατον, το δε κινητικόν έμπληκτον και άλογον,

αλλ' ο δημιουργός διεκόσμησε και συνήρμοσε τας δύο ταύτας αρχάς. Εκ των

συστατικών της του κόσμου «Ψυχής» η λεγομένη μεριστή περί τα σώματα ουσία

είναι όχι σωματική ύλη, αλλ' η άτακτος και αόριστος, αυτοκίνητος δε και

κινητική αρχή, την οποίαν ο Πλάτων πολλαχού λέγει &ανάγκην&, εν δε τοις

Νόμοις καλεί ψυχήν άτακτον και κακοποιόν. Διότι αρχή και αιτία του κακού

εν τω κόσμω δεν δύναται να είναι το υποκείμενον, η άποιος, άμορφος και

άμοιρος πάσης αιτίας ύλη, ούτε ο δημιουργός, όστις αγαθός ων πάντα ηθέλησε

να εξομοιώση προς εαυτόν κατά το δυνατόν, αλλ' η κινητική της ύλης και

περί τα σώματα γενομένη μεριστή άτακτος και άλογος, ουχί όμως &άψυχος&

κίνησις, καθ' όσον, ως ελέχθη, η μεν ψυχή είναι αιτία και αρχή κινήσεως, ο

δε νους (λόγος) αρχή τάξεως και αρμονίας περί την κίνησιν. Η ψυχή δ' αύτη,

η εναντία και αντίπαλος προς την αγαθοεργόν κίνησιν, μετέσχε νου και

λογισμού και αρμονίας, ίνα γίνη κόσμου ψυχή. Ούτως ο Θεός δεν ανέστησε την

ύλην εν αργία ευρισκομένην, αλλ' έστησεν αυτήν ταραττομένην υπό της

ανοήτου και αλόγου αιτίας. Εν τω Φαίδρω ο Πλάτων εκ του αυτοκινήτου της

ψυχής συμπεραίνει το αγένητον, εκ δε του αγενήτου το αθάνατον αυτής. Εν τω

Τιμαίω φαίνεται μεν αναιρών το αΐδιον και αγένητον αυτής, αλλ' αίρει την

αντίφασιν, διότι &αγένητον& λέγει την προ της γενέσεως του κόσμου τα πάντα

κινούσαν πλημμελώς και ατάκτως, &γενομένην& δε λέγει και &γενητήν&

εκείνην, ην ο Θεός εκ ταύτης και εκ της μονίμου και αρίστης ουσίας

εποίησεν έννουν και κατέστησεν ηγεμόνα του παντός. Ούτω και το σώμα του

κόσμου πού μεν λέγει αγένητον, πού δε γενητόν διδάσκων σαφώς ότι ο Θεός

εδημιούργησεν ουχί σώμα απλώς, ουδέ όγκον και ύλην, αλλά συμμετρίαν

σώματος και κάλλος και ομοιότητα. Τον κόσμον όμως (το όλον) πάντοτε

ονομάζει γεγονότα και γενητόν, ουδέποτε δε αγένητον και αΐδιον.

Η ψυχή λοιπόν του κόσμου συνέστη εκ δύο υποκειμένων, ήτοι 1) της

κρείττονος και αναλλοιώτου ουσίας, ήτις λέγεται αμέριστος και αμερής διά

το απλούν και απαθές και καθαρόν αυτής και 2) της χείρονος της περί τα

σώματα μεριστής, ήτις είναι αυτή η δοξαστική και φανταστική και συμπαθής

προς το αισθητόν κίνησις και ήτις δεν εγένετο, αλλ' υφίστατο αϊδίως, όπως

η άλλη. Λέγων δε ο Πλάτων ότι πριν να γίνη ο κόσμος υπήρχον τα τρία ταύτα:

το ον, η χώρα και η γένεσις, νοεί δι' αυτών το νοητόν (την αμέριστον

ουσίαν), την ύλην (τον χώρον) και την μεταβαλλομένην ουσίαν (την

μεριστήν). Τα τρία ταύτα στοιχεία είναι αχώριστα, (όπως αχώριστοι είναι αι

ψυχικαί ενέργειαι του διανοητικού, του βουλητικού και του αισθηματικού),

όπως και ο λόγος επιχειρών να χωρίση το ταυτόν και το έτερον, το έν και τα

πολλά, το αμέριστον και το μεριστόν δεν δύναται να τα χωρίση εντελώς. Η

ταυτότης, το ταυτόν, είναι η ιδέα των αναλλοιώτων, των ωσαύτως εχόντων, το

δε θάτερον η ιδέα των μεταβλητών, των διαφόρως εχόντων, και του μεν

θατέρου έργον είναι να χωρίζη και αλλοιοί και πολλά να ποιή· του δε

ταυτού έργον είναι να συνάγη και συνενοί τα πολλά εις έν. Αλλ' ουδ' έτερον

δύναται να υπάρξη και να νοηθή άνευ του ετέρου και αμφότερα εις άλληλα

αντανακλώνται. Το ταυτόν άνευ του θατέρου δεν θα είχε διαφοράν, άρα ούτε

κίνησιν, ούτε &γένεσιν&, το δε θάτερον άνευ του ταυτού δεν θα είχε τάξιν,

άρα ούτε σύστασιν ούτε &γένεσιν&. Αλλ' η τοιαύτη μέθεξις αλλήλων, ίνα

είναι γόνιμος, δείται τρίτου τινός, ως ύλης υποδεχομένης και διατιθεμένης

υπ' αμφοτέρων. Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παν έργον του Θεού, αλλ' έχουσα

σύμφυτον εν εαυτή την μοίραν του κακού διεκοσμήθη υπό του Θεού διά της

ενότητος, της ταυτότητος και της ετερότητος.

80) Η Γένεσις (Α. 31) λέγει· «Και είδεν ο Θεός πάντα όσα εποίησε· και

ιδού ήσαν καλά λίαν». Ο κόσμος είναι η εικών παραδείγματος και ως ανωτέρω

(σελ. 34 Β) ερρήθη είναι Θεός ευδαίμων και ως το παράδειγμα είναι ζώον

αΐδιον ή κατά πληθυντικόν θεοί αΐδιοι. Θεοί έπειτα ρητώς λέγονται ουχί

μόνον ο κόσμος σύμπας, αλλά και τα καθέκαστα ουράνια σώματα και τέλος και

αυτοί οι θεοί της μυθολογίας. Αλλά τινες των Θεών τούτων είναι ρητώς

κατώτεροι, και μόνη αμφιβολία αντιθέσεως προς τον ένα Θεόν, Πατέρα και

Δημιουργόν, δύναται να εγείρη το παράδειγμα, ήτοι αι ιδέαι, διότι το

αρχέτυπον τούτο είναι λογικώς πρότερον της Δημιουργίας και δεν είναι

γεννητόν. Ο Πλάτων όμως συλλαμβάνει τον νοητόν κόσμον ως την

πραγματικότητα αντιθέτως προς τον αισθητόν κόσμον, τον οποίον θεωρεί ως

φαινόμενον, και διά τούτο δύναται να καλή τον νοητόν κόσμον ζώον αΐδιον. Ο

νοητός κόσμος, το αΐδιον ζώον, ποιείται υπό του Θεού και η νόησις του

όντος μετέχει της φύσεως του νοούντος. Θεοί άρα δύνανται να καλώνται αι

ιδέαι κατά μέθεξιν (ουχί καθ' ομοίωσιν).

81) Αν η εικών πρέπει να παριστάνη το παράδειγμα εις ό,τι έχει

ουσιώδες, τότε ό,τι εν τω παραδείγματι είναι ουσία, τούτο θα είναι εν τη

εικόνι φαινόμενον και ποιότης, αλλά δεν θα δύναταί ποτε να λείπη. Ο

&πεπερασμένος& χρόνος λοιπόν δεν θα ήτο πλέον εικών της αιωνιότητος. Άρα

και η εικών θα μετέχη αιωνιότητος. Και όπως ο χρόνος, ούτω και ο κόσμος,

εάν θα είναι εικών του Όντος, θα εξακολουθή να γίνηται αδιαλείπτως και

ατελευτήτως· θα τείνη εκ φύσεως απαύστως να φθάση το ον χωρίς ποτε να

δύναται να φθάση αυτό.

82) Επειδή ο κόσμος είναι μία συνεχής γένεσις (γίγνεσθαι), είναι άτοπον

να γίνηται περί αυτού χρήσις του &είναι& (εστίν).

83) Ο Πλάτων τον θείον κόσμον καλεί Παράδειγμα, όπερ είναι μόνον εν τη

νοήσει νοητόν και ταυτόν εαυτώ. Αλλά το όλον τούτο πάλιν αντιθέτει προς

εαυτό, ούτως ώστε υπάρχει έν δεύτερον, όπερ είναι η εικών του πρώτου, ο

κόσμος ο ων γεννητός και αισθητός. Το δεύτερον τούτο είναι το σύστημα της

ουρανίου κινήσεως· το πρώτον είναι το αΐδιον ζώον. Το δεύτερον, όπερ έχει

σύστασιν και γένεσιν εν εαυτώ, δεν δύναται να γίνη εντελώς όμοιον προς το

πρώτον, την αιώνιον Ιδέαν. Εγένετο όμως αυτοκίνητος εικών του αιωνίου,

όπερ μένει εν τη ενότητι, και η αιώνιος αύτη εικών ήτις αυτοκινείται

ρυθμικώς κατά τους αριθμούς είναι ο λεγόμενος χρόνος. Ο αληθής χρόνος

είναι αιώνιος, είναι το παρόν. Διότι η Υπόστασις δεν δύναται να γίνη ούτε

πρεσβυτέρα ούτε νεωτέρα και ο χρόνος ως άμεσος εικών του αιωνίου δεν έχει

ως μέρη του ούτε το μέλλον ούτε το παρελθόν. Ο χρόνος είναι στιγμή,

διορισμός της ιδέας, ως ο χώρος, — ο αντικειμενικός τρόπος του πνευματικού

είναι χώρος και χρόνος ουχί αισθητοί· — ο άμεσος τρόπος, καθ' ον το πνεύμα

μεταβαίνει εις την αντικειμενικήν μορφήν, το αισθητόν όπερ δεν είναι

αισθητόν. (Εγέλ. Ιστ. Φιλ.).

84) Η Ιδέα του Λόγου ως δημιουργού του κόσμου, δι' ου τα πάντα

εγένοντο, ως του μονογενούς υιού του Θεού κλ., εκ της Ελληνικής φιλοσοφίας

μετέβη διά του Αλεξανδρινού Ιουδαϊσμού εις τον Χριστιανισμόν. Ο ιουδαϊσμός

ούτος εξηγών την θρησκείαν του διά της φιλοσοφίας είχε συμβιβάση διά μέσου

της ιδέας του Λόγου την εθνικήν πίστιν του εις Θεόν με τας διδασκαλίας των

Ελλήνων φιλοσόφων. Η φιλοσοφική αύτη έννοια του λόγου είναι προ πάντων

έργον Φίλωνος του Ιουδαίου, φιλοσόφου, όστις ήτο σύγχρονος του Χριστού,

εγίνωσκε την Πλατωνικήν φιλοσοφίαν, την Πυθαγορικήν, την Αριστοτελικήν και

την Στωικήν και κατ' εκλογήν μετεχειρίζετο αυτάς. Η μεταφυσική ιδέα του

Φίλωνος εμφανίζεται εν τω 4ω Ευαγγελίω επεξειργασμένη εν μορφή πλήρει και

τελεία προς σκοπόν ηθικόν και θρησκευτικόν. Εναυτώ ο λόγος είναι η αρχή

δι' ης ο άνθρωπος αναγεννάται πνευματικώς και ενούται προς τον Θεόν. Ο

θείος ούτος μεσίτης, ο λόγος, ενεσαρκώθη εν τω προσώπω του Χριστού κλ.

85) Ο διαπρεπής αστρονόμος Sciaparelli (Οι Πρόδρομοι του Κοπερνίκου σ.

16) μετέφρασε το χωρίον τούτο ως εξής: Εκείνοι ων ο κύκλος ήτο ελάσσων

έβαινον ταχύτερον, εκείνοι δε ων ο κύκλος ήτο μείζων ετέλουν βραδύτερον

την περιφοράν των. Και ούτως εν τη κινήσει της φύσεως του ταυτού οι

ταχύτερον τελούντες την περιστροφήν των εφαίνοντο ότι κατεφθάνοντο υπό των

χωρούντων βραδύτερον, ενώ συνέβαινε το εναντίον. Διότι, επειδή η κίνησις

αύτη έκαμνε πάντας να διανύωσιν έλικα, οι δε πλανήται εκινούντο εναντίως

προς αυτήν, οι βραδύτερον απομακρυνόμενοι από του ταυτού (όπερ υπερέβαινε

πάντας κατά την ταχύτητα) εφαίνοντο ότι το ηκολούθουν εγγύτερον ή πάντες

οι άλλοι.

86) Η ημέρα και η νυξ εγεννήθησαν εκ της κινήσεως του ουρανού, ήτις

είναι μία και πάντοτε η αυτή. Τω όντι θα ήρκει η ημερησία στροφή του

ουρανού προς γέννησιν της ημέρας και της νυκτός, διότι και ο ήλιος

μεταφέρεται εκ της επικρατήσεως της κινήσεως ταύτης. Αλλά διά μόνης της

ημερησίας κινήσεως θα εγεννώντο ίσαι ημέραι και νύκτες άνευ άλλης

περιόδου. Διά τούτο απαιτείται η περιστροφή των πλανητών επί της

εκλειπτικής, η δε περίοδος της σελήνης παράγει τον μήνα και η του ηλίου το

έτος.

87) Ήτοι υπό της ημερησίας κινήσεως, ήτις είναι ούτως η μετρική μονάς

πασών των κινήσεων. Εκ της ημερησίας περιστροφής του κόσμου περί τον άξονα

αυτού προέρχεται η ημερησία περιστροφή πάντων των ουρανίων σωμάτων πέριξ

της γης.

Τίμαιος, Τόμος Α · 第 7 / 8 段