Μήτε από ανθρώπους έρημη την πολιτεία τούτη,

παιδί του Αιγέα, παίρνοντας, μηδέ και σκλαβωμένη, (23)

καθώς συ λες, έκαμα αυτά, παρά ξέροντας, ότι

ποτέ δε θα την έπιανεν η πιθυμιά να θρέφη

τους εδικούς μου συγγενείς χωρίς τη θέλησή μου.

Και τόξερα πως άνθρωπο, που μολεμένος είναι

και του πατέρα του φονιάς και που βρεθήκαν νάναι

οι γάμοι του τόσο άνομοι, δε θα τόνε δεχόταν.

Ήξερα ακόμη, πως εδώ Άρειος πάγος είναι

ντόπιος, με τόση φρόνηση, που δεν αφίνει τέτοιους

ζητιάνους να κονεύουνε μαζί στη χώρα τούτη·

σ' αυτόν εγώ πιστεύοντας έπαιρν' αυτές τις κόρες.

Και τούτο δε θα τόκανα, ανίσως με κατάρες

πικρές δεν καταριότανε κ' εμέ και τη γενιά μου·

να κάμω αυτά από μέρος μου για όσα έπαθα ζητούσα.

Γιατί άλλο από το θάνατο δεν έχει ο θυμός τέλος,

κ' οι πεθαμένοι μοναχά δε νοιώθουν καμμιά λύπη.

Ό,τι κι' αν θέλης ημπορείς για τούτα να μου κάμης·

γιατί με κάνει αδύνατον η μοναξιά μου, μ' όσο

κι' αν λέω τώρα τα σωστά· μ' ανίσως βάλης χέρι (24)

σ' εμένα, θα διαφεντευτώ, μ' όσο κι' αν είμαι γέρος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω ξαδιαντροποπρόσωπε! ποιόνε θαρρείς πως βρίζεις

μ' αυτά, που λες, εμένανε το γέρο ή εσέ τον ίδιο;

Τι μολογάει το στόμα σου για με φόνους και γάμους

και συφορές, που τράβηξα χωρίς να θέλω ο δόλιος,

γιατί άρεσ' έτσι στους θεούς, που απ' τα παληά τα χρόνια

ίσως θε νάχαν μάνητα βαρειά για τη γενιά μου!

Γιατί για εμέ τον ίδιονε δε θα μπορέσης ναύρης

καμμιάν από αμαρτίαν τροπή, που απ' αφορμή της τούτα

για εμέ τον ίδιο αμάρτημα και τους δικούς μου ήταν.

Γιατί για πες μου: αν έλεγαν οι προφητείες ότ' είναι

γραμμένο στον πατέρα μου να πάη απ' το παιδί του,

πως δίκια θάρριχνες σ' εμέ την κατηγόρια τούτη,

που ακόμη ούτε ο πατέρας μου δε μ' είχε σπείρει, μήτε

κ' η μάννα μ' είχε στην κοιλιά, παρ' αγέννητος ήμουν;

Κι' αν πάλι, αφού κακόμοιρος στο φως βγήκα, όπως βγήκα

ήλθα με τον πατέρα μου στα χέρια και τον σκότωσα,

χωρίς να ξέρω τι έκανα και σε ποιανούς, πώς δίκια

για πράμ' αθέλητο μπορείς να με κατηγορήσης;

Μα, δύστυχε, δεν ντρέπεσαι να μ' αναγκάζης τώρα

να λέω για της μάννας μου, που είν' αδερφή δική σου,

τους γάμους; Θα τους πω· γιατί κ' εγώ δε θα σωπάσω,

αφού κ' εσύ ξεστόμισες αυτά τάτιμα λόγια.

Ήτανε μάννα μου, ήτανε, ωιμένα συφορές μου,

χωρίς να ξέρω μήτε εγώ μήτε κι' αυτή, κι αν κ' ήταν

μητέρα μου, μου γέννησε παιδιά, νάναι ντροπή της.

Ένα όμως ξέρω εγώ καλά, πως συ με θέλησή σου

γι' αυτά κ' εμέ κακολογάς κ' εκείνη, ενώ άθελά μου

εγώ την επαντρεύτηκα κι' άθελα τούτα λέω.

Μα μήτε για το γάμο αυτό θα με κατηγορήσουν,

μήτε για του πατέρα μου το σκοτωμό, που πάντα

ωσάν βρισιά φαρμακερή κατάμουτρα μου ρίχνεις.

Όμως σ' έν' αποκρίσου μου απ' όσα σε ρωτάω·

εδώ αν ερχότανε κανείς άξαφνα να σκοτώνη

το δίκιο εσένα, θάθελες να μάθης πρώτα μήπως

είναι πατέρας σου ο φονιάς ή θα χτυπάς αμέσως;

Μα, αν αγαπάς τη ζήση σου, θαρρώ, πως τον κακούργο

θα τιμωρής και το σωστό δε θάψαχνες να βρίσκης.

Κ' εμένα τέτοια συφορά, θεοσταλμένη, μ' ηύρε,

που εγώ, κι' αν του πατέρα μου ζούσε η ψυχή, νομίζω,

ότι δε θάχε τίποτα σ' αυτά να μ' αντιλέη.

Όμως εσύ, επειδή σωστός δεν είσαι, αλλά νομίζεις,

ότι να λες κάθε κρυφό και φανερό καλό είναι,

εμπρός σ' αυτούς τέτοιες βρισιές μου ρίχνεις. Του Θησέα

να κολακέψης τ' όνομα, είναι καλό για σένα,

και την Αθήνα, ότι έχει

καλή κυβέρνια· μα έπειτα, αν κ' έτσι τους παινεύης,

τούτο ξεχνάς: ότι, αν καμμιά χώρα τους θεούς της ξέρη

να τους λατρεύη με τιμές, τούτη σ' αυτό είναι πρώτη.

Μα εσύ, σαν κλέφτης, απ' αυτή κ' εμέ τον ίδιο αρπάζεις

το γέρο παρακαλεστή, και φεύγεις αφού πήρες

τις κόρες μου. Κ' εγώ γι' αυτό γονατιστός προσπέφτω

τώρα σε τούτες τις θεές κι' απ' της καρδιάς τα βάθη

παρακαλώ να μούρθουνε βοηθοί μου, για να μάθης

απ' άντρες ποιους φυλάγεται η πολιτεία τούτη.

ΧΟΡΟΣ

Καλός ο ξένος, βασιλιά, κ' οι συφορές του είναι

ολέθριες, γι' αυτό βοηθός να τους φανής τ' αξίζουν.

ΘΗΣΕΑΣ

Φτάνουν τα λόγια· γιατί αυτοί, που αρπάξανε τις κόρες

φεύγουν, ενώ εμείς οι παθοί μένουμ' αργοί εδώ πέρα.

ΚΡΕΩΝ

Σαν τι προστάζεις σ' άνθρωπον αδύνατο να κάνη;

ΘΗΣΕΑΣ

Τράβα μπροστά· κ' έρχουμ' εγώ, κατόπι να μου δείξης

μονάχος σου τις κόρες μας, αν κάπου εδώ τις έχης.

Αν όμως φεύγουν οι άρπαγες, δεν είναι διόλου ανάγκη

να κοπιάζης, γιατί αυτούς άλλοι τους κυνηγάνε,

και δε θα ευχαριστήσουνε τους θεούς, ότι ξεφύγαν

από εδώ πέρα· τράβα εμπρός· και μάθε, ότι κρατιέσαι,

ενώ κρατάς, και σ' έπιασεν η τύχη, ενώ είχες πιάσει·

γιατί όσα αποχτηθήκανε με πονηριές δε μένουν·

μα μήτε θάχης βοηθόν άλλο για να σ' τα σώση·

γιατί καλά το ξέρω εγώ, πως μήτε μοναχός σου,

μήτε κι' απροετοίμαστος δεν έφτασες σε τόση

αυθάδεια, όσ' είναι αυτή η αποκοτιά σου τώρα,

μόν' έχοντας πεποίθηση σε κάποιο, έκαμες τούτα.

Αυτά κ' εγώ με προσοχή να τα εξετάσω πρέπει

και μήτε από έναν άνθρωπο πιο αδύνατη να κάμω

τη χώρα τούτη. Απ' όλα αυτά καταλαβαίνεις κάτι

ή μη θαρρής πως λέγουνται του κάκου αυτά και τώρα,

καθώς και τότε, που έκανες τούτα με τόση τέχνη;

ΚΡΕΩΝ

Αφού είσ' εδώ, για όσα θα πης δε σε κατηγοράω·

μα στην πατρίδα μας κ' εμείς θα μάθουμε τι πρέπει

να κάνουμε.

ΘΗΣΕΑΣ

Φοβέριζε τώρα, μπροστά τραβώντας.

Κ' εσύ να μένης ήσυχος, Οιδίποδ', αυτού χάμω

και νάσαι βέβαιος πως εγώ, αν δεν πεθάνω πρώτα,

δε θα παραιτηθώ, προτού σου φέρω τα παιδιά σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Για τη μεγαλοκάρδια σου και για όση προστασία

δίκια μας δίνεις πάντοτε νάχης καλό, Θησέα.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Ας ήμουν εκεί όπου οι εχτροί

γοργά πίσω γυρνώντας θα στήσουν

το χαλκόφωνο πόλεμο,

ή σιμά στου Πυθίου τους τόπους

ή σιμά στα λαμπρά τ' ακρογιάλια,

όπου οι δυο πολυσέβαστες θεές

φροντίζουν τις σεμνές τελετές

για τους ανθρώπους, που με χρυσό

τους σφραγίζουν τη γλώσσα κλειδί

οι λειτουργοί των θεών Ευμολπίδαι·

σε τούτους τους τόπους, νομίζω,

ο τρανός πολέμαρχος Θησέας

και τις δύο παρθένες αδερφάδες

θα συναντήση με πολέμου φωνή,

που είν' αρκετή να τις σώση.

Αντιστροφή α'

Ή μήπως σιμώνουν στον τόπο

το χιονοσκέπαστο, που είναι στη δύση,

απ' το λιβάδι της Οίας,

καβάλλα ή με γλήγορ' αμάξια,

φεύγοντας με φόβο απ' τη μάχη;

Θα τους πιάσουν γιατί είναι οι ντόπιοι

πολεμιστάδες φοβεροί κ' η αντρεία

τρομερή των ανδρών του Θησέα.

Τα χαλινάρια όλ' αστράφτουν· χυμίζουν

σαν φουρτούνα, όσο αφίνουν τα γκέμια

των αλόγων, οι καβαλλάρηδες όλοι,

που την αλογαφέντρ' Αθηνά προσκυνάνε

και το θαλασσινό της χώρας προστάτη,

της Ρέας τον αγαπημένο το γυιό.

Στροφή β'

Πολεμούν ή διστάζουν; τι κάπως

προμαντεύει μου ο νους, πως θα πάψουν

γλήγορα οι συφορές των παρθένων,

που υποφέρανε τόσα κακά

και που τόσες δοκίμασαν πίκρες

από δικούς τους. Θα κάμη, θα κάμη

σήμερα ο Δίας σαν κάτι τρανό.

Του πολέμου καλότυχο τέλος μαντεύω.

Μακάρι ας μπορούσα σαν περιστέρι

γληγορόδρομο γοργοπετώντας

απ' τα νέφια ψηλά με τα ίδια μου μάτια

τον πόλεμο τούτο να ιδώ.

Αντιστροφή β'

Άμποτε, Δία, των θεών κυβερνήτη,

που όλα τα βλέπεις, να δώσης

στους κατοίκους της χώρας αυτής

με νίκη μεγάλη σε τέλος να φέρουν

το καλότυχο αυτό τους κυνήγι,

κ' εσύ σεμνομμάτα παρθένα Παλλάδ' Αθηνά.

Και τον Απόλλωνα τον κυνηγάρη

και την παρθέν' αδερφή του, που κυνηγάει

τα παρδαλόμαλλα γληγορόδρομα λάφια,

παρακαλώ τους βοήθεια ναρθούνε

κ' οι δυο τους σε τούτη τη χώρα

και στους κατοίκους.

ΧΟΡΟΣ

Ω ξένε κοσμογυριστή, πως είμ' εγώ, ο φρουρός σου,

ψευτοπροφήτης, δε θα πης· γιατί τις δυο σου κόρες

τις βλέπω πάλι γλήγορα νάρχουνται εδώ με δούλους.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πού; πού; τι λες; πώς είπες μου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα μου, πατέρα,

αχ ποιος θεός να σούδινε το φως σου για να ιδής

τον έξοχο αυτόν άνθρωπο, που εδώ σ' εσέ μας στέλνει;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδιά μου, αλήθεια, είσαστ' εδώ;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τα χέρια του Θησέα

και των αγαπημένων του ανθρώπων μας γλυτώσαν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ζυγώστε τον πατέρα σας, παιδιά μου, και να πιάσω

άστε μου τα κορμάκια σας, που δεν έλπιζα νάρθουν.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ό,τι θα σου δοθή ζητάς· γιατί ζητάς ό,τι είναι

ο πόθος μας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πού είσαστε, πού;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Κ' οι δυο είμαστε κοντά σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πολυακριβά βλαστάρια μου!

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πώς ο γονιός λατρεύει!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Στηρίγματά μου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Δύστυχα του κακομοίρη εσένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έχω τ' αγαπημένα μου κι' ούτε πια θα πεθάνω

σαν τρισκακόμοιρος, αφού βρίσκεστ' εσείς κοντά μου.

Στηρίξτε με, παιδάκια μου, το δόλιο σας πατέρα,

σφιχτοκρατώντας με απ' τα δυο πλευρά, και ξεκουράστε

το δύστυχο τριγυριστή, που πριν μονάχος του ήταν.

Και πέτε μου τα γίνηκαν σύντομα όσο μπορείτε,

γιατί στην ηλικία σας φτάνουν τα λίγα λόγια.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Εδώ είν' ο λυτρωτής· αυτόν πρέπει ν' ακούσης· κ' έτσι

το πράγμα θάναι σύντομο για μένα και για σένα. (25)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να μη θαυμάζης, φίλε μου, ανίσως στα παιδιά μου,

που ανέλπιστα εδώ φάνηκαν, αδιάκοπα μιλάω.

Ξέρω όμως, ότι τη χαράν αυτή για τούτες μόνο

εσύ μου την προξένησες κι' όχι κανένας άλλος,

γιατί τις έσωσες εσύ κι' όχι κανένας άλλος.

Και να σου δώσουν οι θεοί καθώς εγώ το θέλω

σ' εσένα και στη χώρα σου· γιατί σ' εσάς μονάχα,

απ' όπου κ' αν εγύρισα εγώ ευλάβεια βρήκα

και ψυχοπόνια και να λέη το στόμα την αλήθεια.

Σ' ευχαριστώ με τούτα μου τα λόγια, γιατί ξέρω

και τούτο: όσα έχω δηλαδή τάχω από σένα μόνο.

Και το δεξί το χέρι σου να πιάσω, βασιλιά μου,

δος μου και το κεφάλι σου να το φιλήσω, αν θέλης.

Κι' όμως τι λέω; πώς εγώ, κακόμοιρος, γυρεύω

εσύ ν' αγγίξης άνθρωπο, που και σαν ποιο δεν έχει

μόλεμα πάνω του; όχι, εγώ δε θέλω· κι' αν το θέλης,

δε θα σ' αφίσω εγώ, γιατί μονάχα αυτοί, που ξέρουν

από κακά, μπορούν αυτά μαζί μου να υποφέρουν.

Κ' εσέν' αυτού όπου στέκεσαι, σε χαιρετώ και δίκια

να νοιάζεσαι απ' εδώ κ' εμπρός για μένα όπως ως τώρα.

ΘΗΣΕΑΣ

Μήτε κι' αν κάπως πιο πολύ μίλησες στα παιδιά σου,

αφού για τούτα χάρηκες, θαύμασα εγώ καθόλου,

μήτε κι' αν θέλησες αυτά πριν από εμέ ν' ακούσης.

Και δε μου κακοφαίνεται γι' αυτά καθόλου εμένα.

Γιατί δεν προσπαθούμ' εμείς να κάνουμε τη ζήση

περσότερο φανταχτερή με λόγια, παρά μ' έργα.

Και σ' ταποδείχνω, γέροντα· γιατί δε βγήκα ψεύτης

διόλου σ' όσα σ' ωρκίστηκα· γιατί ήλθα φέρνοντάς σου

ζωντανές τούτες κι' άβλαφτες απ' τις τρανές φοβέρες.

Και πώς τη νίκη κέρδισα ποια ανάγκη είναι του κάκου

σαν καυχησάρης να ιστορώ όσ' απ' αυτές θα μάθης;

Όμως το λόγο, που έτυχε προλίγου να γροικήσω,

την ώρα που εδώ ερχόμουνα, στοχάσου τον, γιατί είναι

σύντομος ίσως, μα άξιος πολύ να τον προσέξης.

Κανένα πράμα ο άνθρωπος να τ' αψηφάη δεν πρέπει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί του Αιγέα, τι είν' αυτό; Λέγε μου για να μάθω,

γιατί δεν ξέρω τίποτις απ' όσα έχεις ακούσει.

ΘΗΣΕΑΣ

Μου είπαν, πως κάποιος άνθρωπος, που στη δική σου χώρα

δε μένει, είν' όμως συγγενής δικός σου, έχει καθίσει

στου Ποσειδώνα στο βωμό, όπου έκανα θυσία,

κ' έπεσε παρακαλεστής, όταν για εδώ κινούσα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποθε είν' αυτός; και τι ζητά με την παράκλησή του;

ΘΗΣΕΑΣ

Μόνο ένα ξέρω: ότι από εσέ, καθώς μου λένε, θέλει

ν' ακούση λόγο σύντομο και που δε σου είναι βάρος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σαν ποιον; αυτό το κάθισμα δεν είν' για μικρό λόγο.

ΘΗΣΕΑΣ

Λένε, πως ήλθε θέλοντας αυτός να σου μιλήση

για κάτι, κ' ύστερ' απ' εδώ μ' ασφάλεια να φύγη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος μπορεί τάχα να είναι αυτός, που εις το βωμό έχει

κάτσει;

ΘΗΣΕΑΣ

Για σκέψου μήπως βρίσκεται κανένας συγγενής σου

μέσ' στο Άργος, που μπορεί γι' αυτό να σε παρακαλέση.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αγαπημένε, μη μου λες περσότερα . . .

ΘΗΣΕΑΣ

Μα τι έχεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μη με παρακαλέσης πια.

ΘΗΣΕΑΣ

Λέγε μου, για ποιο πράμα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι ο παρακαλεστής το ξέρω εγώ από τούτες.

ΘΗΣΕΑΣ

Ποιος είν' αυτός; σε τι μπορώ να τον κατηγορήσω;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γυιός μου είναι, βασιλιά, σκληρός, που εγώ δε θα βαστούσα

ν' ακούω τα λόγια του, γιατί τρανή μου φέρνουν λύπη.

ΘΗΣΕΑΣ

Και τι; δεν ημπορείς ν' ακούς και να μην κάνης όσα

δε θέλεις; τι λυπητερό για σε είναι το ν' ακούσης;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Είναι η φωνή του μισητή πολύ για τον πατέρα

και μη με βιάζης, βασιλιά, σ' αυτά να υποχωρήσω.

ΘΗΣΕΑΣ

Αλλ' αν το παρακάλεσμα βιάζη, κοίταξε μήπως

αυτό είναι θέλημα θεού, που πρέπει να το κάμης· (25β)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα μου, όσα θα σου ειπώ, αν κ' είμαι νέα, άκουσέ τα.

Τον άντρα τούτον άφισε και τη δική του γνώμη

να ευχαριστήση και το θεό, κάνοντας όσα θέλει,

άφισε και για χάρη μας εδώ νάρθη ο αδερφός μας.

Φόβον μην έχης, επειδή με βία δε θ' αλλάξουν

τη γνώμη σου όσα θα ειπωθούν, που ωφέλιμα δε σούναι.

Με το ν' ακούσης λόγια ποια είναι η ζημία; τα έργα,

που κακομηχανεύουνται, με λόγια στο φως βγαίνουν.

Εσύ τον έκαμες· γι' αυτό μήτε κι' αν σούχη κάμει

απ' τα χειρότερα κακά τα πιο άνομα, πατέρα,

σωστό δεν είναι με κακό κ' εσύ να τον πληρώσης.

Συχώρεσέ τον· (26) έχουνε κι' άλλοι παιδιά κακά

κι' άγριο θυμό, μα συμβουλές γροικώντας από φίλους

τους μαλακώνεται η ψυχή με τα γλυκά τα λόγια.

Κ' εσύ για εξέταζε καλά ― όχι τα τωρινά σου ―

μα κείνες σου τις συφορές, που σ' ηύραν απ' τη μάννα

κι' απ' τον πατέρα· αν τις κοιτάς, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης

σαν πόσο του κακού θυμού κακό το τέλος είναι.

Γιατί έχεις όχι και μικρήν απόδειξη για τούτα,

ότι στερήθηκες το φως απ' τα τυφλά σου μάτια.

Μην αντιστέκεσαι· γιατί δεν πρέπει όσοι ζητάνε

τα δίκια να παρακαλούν θερμά, μηδέ όποιος βλέπει

καλό, σαν ευεργετηθή να μη χρωστάη τη χάρη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί μου, με τα λόγια σου με κάνεις να σου δώσω

χαρά λυπητερή για εμέ· μα ας γίνη όπως το θέλεις.

Μονάχα, φίλε μου, αν θαρθή εκείνος εδώ πέρα,

κανείς ποτέ τη ζήση μου να μην εξουσιάση.

ΘΗΣΕΑΣ

Δεν έχω ανάγκη δυο φορές, γέροντα, αυτά ν' ακούω·

δε θέλω να παινεύουμαι· κ' εσύ ξέρε, πως είσαι

ασφαλισμένος, αν κανείς θεός σώζη κ' εμένα.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Όποιος λαχταράει να ζήση

πιότερο καιρό,

τον μέτριο καταφρονώντας,

αυτός κατά τη γνώμη μου είναι

φανερά τρελλός.

Γιατί σιμότερα στη λύπη

η μακριά ζωή

πολλά απ' τ' ανθρώπινα έχει βάλει·

και πού η χαρά της ζήσης είναι

δε μπορείς να ιδής,

άμα κανένας ζήση απ' όσο

θέλει πιο πολύ.

Κι' όταν η μοίρα φανή του Άδη (27)

δίχως τραγούδι γάμου, δίχως

λύρα και χορό,

έρχεται ο κοινός ο Χάρος

τέλος λυτρωτής.

Αντιστροφή

Να μην έλθη κανείς στον κόσμο

η πιο μεγάλη είν' ευτυχία·

και το να πάη από 'κεί που ήρθε

το γληγορώτερο, σαν βγήκε

στο φως, είναι πολύ πιο κάτω.

Γιατί, όταν πια πίσω του αφίση

την αλαφρόμυαλη τη νιότη,

ποιος μέσα στη ζωή γυρίζει

και βρίσκετ' έξω από τους πόνους;

Ποιος κόπος δεν τον συντροφεύει;

Μαλώματα κι' αποστασίες,

πόλεμοι, σκοτωμοί και φθόνος·

και τελευταία κοντά στάλλα

έρχουνται τα καταραμένα,

ταμίλητ' αδύναμα κ' έρμα

γεράματα, που όλες οι μαύρες

τακολουθούνε δυστυχίες.

Επωδός

Έτσ' υποφέρει κι' ο δυστυχισμένος

τούτος, όχι μονάχα εγώ. Όπως βράχος,

βορεινός και κυματοχτυπημένος

απ' όλες τις μεριές, μέσ' στο χειμώνα

τραντάζεται, έτσι δυνατά και τούτον

οι μαύρες συφορές σαν φουσκωμένα

κύματα τον χτυπούν, χωρίς να παύουν,

ερχάμενα άλλ' από τη δύση κι' άλλα

απ' την ανατολή, τη μεσημβρία,

κι' άλλ' απ' τα Ριπαία βουνά τα μαύρα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και νά, καθώς μου φαίνεται, έρχεται δώθε ο ξένος

μονάχος του, πατέρα μου, χωρίς ακολουθία,

από τα μάτια χύνοντας τα δάκρυα σαν ποτάμι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι αυτός;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Εκείνος, που τον είχαμε στο νου μας

από προτήτερα· είν' εδώ, νάτος ο Πολυνείκης.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Σαν τι να κάμω, αλλοίμονο! Πρώτα τις συφορές μου

να κλάψω εγώ, αδερφούλες μου, ή τούτα εδώ, που βλέπω

του γέρου του πατέρα μας; που εδώ σε ξένη χώρα

τον βρίσκω εξόριστο μ' εσάς, φορώντας τέτοια ρούχα,

όπου η παλιά σιχαμερή λέρα είναι καθισμένη

για συντροφιά του γέροντα, τρώγοντας τα πλευρά του·

και τα μαλλιά τ' αχτένιστα του κεφαλιού, που μάτια

δεν έχει πια, ανεμίζουνται εδώθε-κείθε· κι' όμοια

μ' αυτά, καθώς μου φαίνεται, και τη θροφή θε νάχη

της κακορροίζικης κοιλιάς· και τούτα τα μαθαίνω

εγώ ο χαμένος πολυαργά· και μόνος μου το λέω:

δείχτηκα ο πιο παλιάνθρωπος όσο για τη θροφή σου·

― δεν είναι ανάγκη απ' άλλονε κανένα να τ' ακούσης.

Όμως κι' ο Δίας στο θρόνο του παραστεκάμενη έχει

την Καλωσύνη· και σ' εσέ σιμά ας σταθή, πατέρα.

Για τα δικά μου σφάλματα υπάρχει θεραπεία

κι' ούτε είναι δυνατό ποτέ να μεγαλώσουν άλλο.

Γιατί σωπαίνεις;

Πες μου, πατέρα, τίποτα· το πρόσωπο μη στρίβης

αλλού· διόλου δε μ' απαντάς; μα θα με διώξης τόσο

περιφρονητικά, χωρίς να μου μιλήσης, δίχως

για όσα θυμώνεις να μου ειπής; Μα εσείς, σπορές του ανθρώπου

τούτου, κ' εμέναν' αδερφές, εσείς για δοκιμάστε

ν' ανοίξτε του πατέρα μας το στόμα το κλεισμένο

και το δυσκολοσίμωτο, να μη με διώξη εδώθε

ατιμασμένο και χωρίς να μ' απαντήση λέξη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ποια ανάγκη σ' έκαμε ναρθής, δυστυχισμένε, λέγε.

Γιατί τα λόγια τα πολλά, αν δυσαρέσκεια φέρουν

ή κάποιαν ευχαρίστηση ή συγκινήσουν κάπως,

κάνουνε τους αμίλητους να ξεστομίσουν κάτι.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Μα θα μιλήσω· τι σωστά εσύ με συμβουλεύεις.

Και πρώτ' απ' όλα βοηθός παρακαλώ να μούρθη

ο Θεός, που απ' το βωμό του

για νάρθω εδώ με σήκωσεν ο βασιλιάς της χώρας,

αφού μούδωκε υπόσχεση να ειπώ και να γροικήσω

και να φύγω μ' ασφάλεια· τούτ' από σας ας ταύρω,

ξένοι, κι' απ' τον πατέρα μου κι' από τις αδερφές μου.

Και τώρα πια, πατέρα μου, θε να σου πω γιατί ήρθα.

Απ' την πατρίδα έχω διωχτή κ' εξόριστο μ' εκάμαν,

γιατί σαν μεγαλείτερο παιδί σου εγώ ζητούσα

να μένω στο βασιλικό το θρόνο σου· αντί τούτο,

αν κ' ήταν πιο μικρότερος ο Ετεοκλής με βία

από τη χώρα μ' έδιωξε χωρίς δικαιολογία (28)

και δίχως σε παλληκαριά ή σ' έργο να νικήση,

και μόνο, αφού κατάπεισε την πολιτεία· και λέω

εγώ, πως τούτων αφορμή μόνο η Κατάρα σου είναι·

αλλά κι' από τους μάντηδες τάχω ακουσμένα τούτα.

Σαν έφτασα στο Δωρικό τ' Άργος και πεθερό μου

τον Άδραστο έκαμα, έδεσα μ' όρκο να με βοηθήσουν

όσοι στην Πελοπόννησο κρατούνε τα πρωτάτα

κ' είν' ξακουστοί στον πόλεμο, κ' έτσι αφού ξεσηκώσω

μαζί τους εφτά τάγματα στρατού, να πέσω πάνω

στη Θήβα κ' ή να σκοτωθώ, το δίκιο μου ζητώντας,

ή κείνους, που μ' αδίκησαν να διώξω απ' την πατρίδα.

Λοιπόν σαν τι γυρεύοντας, ήλθα εδώ πέρα τώρα;

Ήλθα, πατέρα μου, έχοντας να σε παρακαλέσω

θερμότατ' από μέρος μου κι' από τους βοηθούς μου,

που τώρα μ' εφτά τάγματα και τρομερά κοντάρια

τον κάμπο το Θηβαιικό περικυκλώνουν όλο.

Και τούτοι είναι: ο Αμφιάραος, που είν' πρώτος στο κοντάρι,

και στο να βγάνη απ' των πουλιών το πέταγμα μαντείες·

δεύτερος είν' ο Αιτωλός Τυδέας, ο γυιός του Οινέα,

τρίτος είν' ο Ετέοκλος γέννημα-θρέμμα του Άργους·

τον Ιππομέδοντα έστειλε τέταρτον ο πατέρας του

ο Ταλαός· παινεύεται ο Καπανέας ο πέμπτος,

πως θα ρημάξη με φωτιά την πολιτεία της Θήβας·

Έκτος είναι τ' αληθινό παιδί της Αταλάντης

ο Αρκάδιος Παρθενοπαίος, που έτσι τον ονομάζουν,

γιατί παρθένα η μάννα του πολύ καιρό είχε μείνει·

κ' ο γυιός σου εγώ, κι' αν όχι γυιός σου, αλλ' απ' την κακήν μοίρα

γεννημένος, αν και παιδί δικό σου όλοι με λένε,

τον άφοβο του Άργους στρατό τον οδηγάω στη Θήβα.

Στη ζωή των θυγατέρων σου τούτων και τη δική σου,

παρακαλούμε σε όλοι εμείς, πατέρα, και ζητάμε

να διώξης το βαρύ θυμό για μένα, που πηγαίνω

να εκδικηθώ τον αδερφό και να τον τιμωρήσω,

που απ' την πατρίδα μ' έδιωξε και μου άρπαξε το θρόνο.

Επειδή, αν είναι αληθινό απ' τις μαντείες κάτι,

αυτοί, που με το μέρος τους θα πας, νικητές θάναι.

Σ' ορκίζω στις πηγές και στους θεούς, που της συγγένειας

προστάτες είναι, να πειστής και να υποχωρήσης,

γιατί κ' εγώ, καθώς εσύ, φτωχός είμαι και ξένος·

και ζούμε κολακεύοντας κ' εσύ κ' εγώ τους άλλους,

αφού έτυχέ μας νάχουμε κ' οι δυο την ίδια μοίρα.

Κ' εκείνος, που είναι βασιλιάς, ω συφορά μου εμένα,

περιγελώντας και τους δυο καυχιέται στην πατρίδα·

αυτόν, αν με το μέρος μου έλθης εσύ, πατέρα,

πολύ εύκολα και γλήγορα θε να τον αφανίσω

κ' έτσι πάλι στο σπίτι σου θα σ' αποκαταστήσω

κ' εμέ τον ίδιο, αφού απ' αυτό με βία διώξω εκείνον.

Και τούτα να καυχιούμαι εγώ μπορώ, αν εσύ θελήσης,

γιατί μήτε και να σωθώ μπορώ χωρίς εσένα.

ΧΟΡΟΣ

Για το χατήρι αυτού, που εδώ τον έστειλεν, Οιδίπου,

αφού του ειπής τα ωφέλιμα ποια είναι, διώξε τον πάλι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ανίσως, φίλοι, ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας

δεν τύχαινε τον άντρ' αυτόν να στείλη εδώ σ' εμένα,

θαρρώντας δίκιο και σωστό τα λόγια μου ν' ακούση,

ποτέ του αυτός δε θάκουγε καθόλου τη φωνή μου.

Μα τώρα, σαν τ' αξιώθηκε, θα φύγη, αφού από μένα

ακούση τέτοια, που χαρά ποτέ να μη του φέρουν.

Εσύ, κακούργε, το ραβδί σαν είχες και το θρόνο,

που μέσ' στη Θήβα τα κρατεί σήμερ' ο αδερφός σου,

εμένα τον πατέρα σου μ' εξώρισες ο ίδιος,

δίχως πατρίδα μ' έκαμες και να φορώ τα ρούχα

τούτα, που βλέποντάς τα κλαις τώρα, που μέσ' στον ίδιο

μ' εμέ να βρίσκεσ' έτυχε πόνον και δυστυχία.

Δεν πρέπει εσύ να κλαις· μα εγώ να τα υποφέρω πρέπει

όσο θα ζω, θυμούμενος εσένα το φονιά μου,

γιατί εσύ μ' έκαμες να ζω στη δυστυχία τούτη,

εσύ μ' εξόρισες· εσύ μ' έκαμες να γυρίζω

εδώ κ' εκεί και τη θροφή να ζητιανεύω απ' άλλους.

Κι' ανίσως δεν εγένναγα τις θυγατέρες τούτες

να με φροντίζουν, βέβαια συ δεν θα με βοηθούσες.

Αυτές τώρα με σώζουνε, αυτές θροφή μου δίνουν,

αυτές σαν άντρες, όχι σαν γυναίκες υποφέρουν

μαζί μου· εσείς παιδιά είσαστε άλλου κι' όχι δικά μου.

Δε σε προσέχει η μοίρα σου ακόμη, όπως σε λίγο,

αν είναι αλήθεια, ότι οι στρατοί κίνησαν για τη Θήβα.

Γιατί δεν είναι δυνατό την πολιτεία κείνη

να τη χαλάσης, αλλά εμπρός σ' αυτή νεκρός θα πέσης

γεμάτος αίμα και μαζί μ' εσένα κι' ο αδερφός σου.

Τέτοιες κατάρες κι' από πριν εγώ είχα ξεστομίσει

για σας· και τώρα τις καλώ να μούρθουν βοηθοί μου

να μάθετε να σέβεστε κείνους, που σας γεννήσαν. (29)

Και βέβαια αυτές το θρόνο σου και την παράκλησή σου

βαστούνε τώρα, αν κάθεται με τους αρχαίους νόμους

η Δικιοσύνη η παλιά σιμά στου Δία τους θρόνους.

Κ' εσύ χάσου σαν σίχαμα και με δίχως πατέρα,

απ' τους κακούς ο πιο κακός, παίρνοντας για συντρόφους

τούτες μου τις κατάρες, που τώρα σου δίνω: μήτε

τη χώρα, που είν' πατρίδα σου, να κυριέψης, μήτε

πίσω να ξαναπάς ποτέ στ' Άργος, αλλ' από χέρι

συγγενικό να σκοτωθής, αφού σκοτώσης, κείνον

που σ' έκαμεν εξόριστο. Τέτοια σε καταριέμαι

και το σκοτάδι τ' αγριωπό φωνάζω του Ταρτάρου

μαζί του να σε πάρη,

φωνάζω τούτες τις θεές, φωνάζω και τον Άρη,

που ανάμεσό σας έβαλε το τρομερό το μίσος.

Και τώρα, που άκουσες αυτά, φεύγα αποδώ και τρέχα

σ' όλους τους Θηβαίους να ειπής και στους πιστούς βοηθούς σου,

πως έδωκε ο Οιδίποδας τέτοιο βραβείο στους γυιούς του.

ΧΟΡΟΣ

Και για τους δρόμους πούκαμες του κάκου, Πολυνείκη,

σε συμπονώ· μα γλήγορα και τώρα φεύγα πάλι.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Αλλοίμονο στο δρόμο μου! στην ατυχία μου, αλλοί μου!

ωιμένα και στους φίλους μου! Τέτοιο λοιπόν του δρόμου,

που απ' τ' Άργος ξεκινήσαμε, τι τέλος είναι, ωιμένα!

Τέτοιο που εγώ δε δύνουμαι μήτε και σε κανένα

απ' τους συντρόφους να το ειπώ, μήτε να τους γυρίσω

πίσω, παρά χωρίς μιλιά τη μοίρα τούτη πρέπει

να συναντήσω. Όμως εσάς, που ακούσατε, αδερφές μου,

όσα με καταράστηκε σκληρά ο πατέρας τούτος,

σας εξορκίζω στους θεούς, ανίσως του πατέρα

πιάση η κατάρα και ποτέ γυρίστε στην πατρίδα,

μη με παραμελήσετε παρά μέσα σε τάφο

φροντίστε να με βάλετε με τις τιμές, που πρέπει.

Κι' αν τώρα για όσα κάνετε σε τούτον σας παινεύουν,

κι' άλλον όχι μικρότερον έπαινο εσείς θα πάρτε

για κείνα, που θα κάμετε σ' εμέ τον αδερφό σας.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πολυνείκη, παρακαλώ σε κάτι να μ' ακούσης.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Για τι πράμ', Αντιγόνη μου, αγαπημένη; λέγε.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Γύρισε πίσω το στρατό γλήγορα στ' Άργος πάλι,

και μη τη χώρα μας κ' εσέ τον ίδιον αφανίσης.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Δεν είναι δυνατό· γιατί πώς θα μπορέσω πάλι

τον ίδιο να οδηγώ στρατό μια και γυρίσω πίσω;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και τι ανάγκ' είναι, αδελφέ, και πάλι να θυμώσης;

ανίσως την πατρίδα σου ρημάξης, ποιο το κέρδος;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Είναι ντροπή να φεύγω εγώ κι' από τον αδερφό μου,

αν κ' είμαι μεγαλείτερος, να περιπαίζουμαι έτσι.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Βλέπεις λοιπόν, πως βγαίνουνε σωστές οι προφητείες

τούτου, που λέει πως θάνατο θα δώστε ο ένας στον άλλο; (30)

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ναι, προφητεύει· όμως εγώ τη γνώμη δε θ' αλλάξω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Αλλοίμονό μου η δύστυχη! και ποιος να σ' ακλουθήση

θε να τολμήση, ακούγοντας τις προφητείες τούτου;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Μα δε θα ειπώ εγώ τα κακά· γιατί τα καλά μόνο

πρέπει ο καλός ο στρατηγός να λέη και τίποτε άλλο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Λοιπόν, έτσι αποφάσισες να κάμης, αδερφέ μου;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ναι· και μη μ' εμποδίσης πια· για μένα όμως θε νάναι

η εκστρατεία αυτή κακιά κι' ολέθρια (31) εξ αιτίας

του πατέρα μας τούτου και των Ερινύων του.

Κ' εσάς ο Δίας άμποτε να σας κατευοδώνη,

αν κάμετε όσα ζήτησα για μένα, όταν πεθάνω,

(γιατί δε θε να μ' έχετε πια ζωντανό) και τώρα

αφίστε με κ' έχετε γεια· δε θα με ξαναδήτε

πια ζωντανόν.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Αλλοίμονο στην κακομοίρα εμένα!

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Μη με μοιρολογάς.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και, ποιος μπορεί να μη σε κλάψη,

αφού στον Άδη φανερά πηγαίνεις, αδερφέ μου;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Αν πρέπη, θα πεθάνω εγώ.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Όχι, παρά άκουσέ με.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Όσα δεν πρέπει μη μου λες.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ωιμέ η δυστυχισμένη

ανίσως και σε στερηθώ.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Από τη μοίρα τούτα

πρέπει να γίνουν έτσι ή αλλοιώς. Κ' εγώ τους θεούς

παρακαλώ για σας, κακό ποτέ να μην ιδήτε·

γιατί να δυστυχάτ' εσείς δεν είν' σωστό λένε όλοι.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Καινούργιες πάλι συφορές

μούρθανε και μεγάλες

απ' τον τυφλό τον ξένο,

εξόν αν είναι η μοίρα του.

Γιατί των θεών κανένα

θέλημα γελασμένο

πως βγαίνει δε μπορώ να ειπώ.

Αυτά ο καιρός τα βλέπει,

τα βλέπει πάντα κι' άλλα

κακά βάζοντας στα κακά

τα κάνει πιο μεγάλα.

Βρόντηξε, Δία, ο ουρανός.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδιά μου, αν είν' εδώ κανείς, ας τρέξη το Θησέα,

τον αξετίμητο άνθρωπο, γλήγορα εδώ να φέρη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τι τον θέλεις, πατέρα μου, που τον φωνάζεις νάλθη;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Του Δία τούτη η φτερωτή βροντή θε να με φέρη

τώρα στον Άδη· γλήγορα στείλτε λοιπόν για νάλθη.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή α'.

Να, τρομερά μεγάλο

αστροπελέκι πέφτει

από το Δία ριγμένο·

σκωθήκαν απ' το φόβο

του κεφαλιού μου οι τρίχες·

εδείλιασε η καρδιά μου·

γιατί και πάλι αστράφτει

ο ουρανός· τι τέλος

θα φέρη; το φοβάμαι·

γιατί τ' αστροπελέκι

ποτέ δεν πέφτει δίχως

να φέρη συφορά.

Ω Ουρανέ, ω Δία!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδιά μου, ήλθε της ζήσης μου το τέλος, καθώς τώχαν

ειπεί οι θεοί, κι' αδύνατο μου είναι να το ξεφύγω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και πώς το ξέρεις; κι' από πού μπορείς να βγάλης τούτο;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Το ξέρω εγώ· μα γλήγορα όσο μπορεί, ας πάη

κάποιος εδώ το βασιλιά της χώρας να μου φέρη.

ΧΟΡΟΣ

Οιδίπους επί Κολωνώ · 第 2 / 4 段