Όμως οι θεοί ας μην πάψουνε ποτέ το μάλωμά τους,

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The tonic system has been changed from polytonic to

monotonic. A table of corrections has been taken into account.

The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold

words have been included in &. Missing text from the tragedy

has been replaced by the translator by metric syllables,

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε

μονοτονικό. Ο πίνακας διορθώσεων έχει ληφθεί υπόψη. Η ορθογραφία

του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους

χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &. Στίχοι που λείπουν έχουν

αντικατασταθεί από τον μεταφραστή με μετρικές συλλαβές.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΥΠΟΘΕΣΙΣ

Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι κάπως συνδεδεμένος με τον «Οιδίποδα

Τύραννον». Αφού δηλαδή εδιώχθη από την πατρίδα του ο Οιδίπους,

γέρων πλέον, φθάνει εις τας Αθήνας, οδηγούμενος από την θυγατέρα

του Αντιγόνην· διότι αι θυγατέρες ηγάπων τον πατέρα των

περισσότερον από τους υιούς του. Φθάνει δε εις τας Αθήνας, καθώς

λέγει ο ίδιος, κατόπιν χρησμού του Πυθικού μαντείου, ότι θ'

απέθνησκε πλησίον των σεμνών λεγομένων θεών.

Κατ' αρχάς λοιπόν γέροντες εγχώριοι, από τους οποίους συνίσταται

ο Χορός, μαθόντες την άφιξίν του συναθροίζονται και διαλέγονται

προς αυτόν. Κατόπιν έρχεται η Ισμήνη και του αναγγέλλει την έριδα

των υιών του και την μέλλουσαν άφιξιν προς αυτόν του Κρέοντος, ο

οποίος και, ελθών διά να τον φέρη πάλιν εις τας Θήβας, αναχωρεί

άπρακτος.

Ο Οιδίπους, αφού κατέστησε γνωστόν εις τον Θησέα τον χρησμόν,

αποθνήσκει πλησίον του ναού των σεμνών θεών.

Το δράμα τούτο είναι από τα πλέον αξιοθαύμαστα· το έγραψε δε ο

Σοφοκλής, γέρων πλέον, χαριζόμενος όχι μόνον εις την πατρίδα του,

αλλά και εις τον ιδιαίτερόν του δήμον, διότι κατήγετο από την

Κολωνίδα φυλήν. Διά του δράματος τούτου ηθέλησεν ο Σοφοκλής να

εξυμνήση τον δήμον του και να χαροποιήση τους Αθηναίους δι' όσων

λέγει ο Οιδίπους, ότι η πόλις των θα είναι απόρθητος και ότι θα

νικήσουν τους Θηβαίους προμαντεύων ότι θα πολεμήσουν ποτέ με

αυτούς και ότι κατά τους χρησμούς θα τους νικήσουν εξ αιτίας του

τάφου του.

Η σκηνή του δράματος υπόκειται εις την Αττικήν κατά τον Ίππειον

Κολωνόν, πλησίον του ναού των σεμνών θεών. Ο Χορός αποτελείται

από άνδρας Αθηναίους, προλογίζει δε ο Οιδίπους.

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

ΞΕΝΟΣ

ΧΟΡΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

ΙΣΜΗΝΗ

ΘΗΣΕΥΣ

ΚΡΕΩΝ

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

ΑΓΓΕΛΟΣ

ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω Αντιγόνη μου, παιδί γέρου τυφλού, σε τόπους

ποιους έχουμ' έλθει ή σε ποιανών ανθρώπων πολιτεία;

Ποιος τώρα τον Οιδίποδα, που τριγυρνάει στα ξένα,

θα τον δεχτή πονετικά με τόσο λίγα δώρα,

που κι' αν γυρεύη λιγοστά, μα παίρνει κι' απ' το λίγο

ακόμη πιο λιγώτερο, κι' αυτό αρκετό για μένα;

Γιατί τα τόσα βάσανα και τα πολλά μου χρόνια,

και τρίτη η καρδιωσύνη μου μ' έμαθαν να υπομένω.

Όμως, παιδί μου, πουθενά καν' αποκούμπι αν βλέπης

πάνω στο δρόμον ή σιμά σε δάσος, που ταμένο

είναι στους θεούς, σταμάτα με και βάλε με να κάτσω

για να ρωτήσουμε σε ποιο φτάσαμε τάχα μέρος.

Γιατί σαν ξένοι ερχόμαστε να μάθουμε απ' τους ντόπιους

και τα όσα θε ν' ακούσουμε να κάνουμε.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα,

δυστυχισμένε Οιδίποδα, τα κάστρα, που φυλάνε

την πολιτεία, βρίσκουνται μακριά μας, καθώς βλέπω·

κι' ο τόπος τούτος άγιος μου φαίνεται πως είναι,

γιατί γεμάτο τον θωρώ με δάφνη, ελιές κι' αμπέλια·

και μέσ' απαλοφτέρουγα γλυκολαλούν αηδόνια.

Εδώ, στην απελέκητη την πέτρα τούτη κάτσε·

γιατί κι' ο δρόμος πούκαμες είναι πολύς για γέρο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λοιπόν να κάτσω βάλε με και τον τυφλόν έχ' έγνοια.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Το ξέρω πια· να μου το πης αυτό δεν είν' ανάγκη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μπορείς, αλήθεια, να μου πης σε ποιο φτάσαμε μέρος;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ναι· την Αθήνα ξέρω την· τον τόπον όμως όχι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γιατί μας τόλεγεν αυτό καθένας στρατοκόπος.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ποιος είναι ο τόπος κάπου εδώ να πάω μήπως και μάθω;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ναι, ναι, παιδί μου, κι' αν μπορή κανείς εδώ να κάτση.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μα κατοικέται· όμως θαρρώ πως πια δεν είναι ανάγκη

να πάω, γιατί έναν άνθρωπο σιμά μας βλέπω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλήθεια,

ερχάμενο ίσα κατά μας, τρέχοντας προς τα δώθε;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μα νάτος είναι και παρών κι' ό,τι θαρρείς πως είναι

πρεπούμενο για να του λες, λέγε, γιατί κοντά είναι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω ξένε, ακούγοντας αυτή, που για τους δυο μας βλέπει,

ότι με το καλό έρχεσαι συ, που τον τόπο ξέρεις,

να πης τα όσα δεν ξέρουμε . . . .

ΞΕΝΟΣ

Πριν να ρωτάς περσότερα, φεύγα απ' αυτό το μέρος,

γιατί σε τόπο βρίσκεσαι, που είναι αμαρτία να μπαίνης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι ο τόπος; ποιου θεού λογιέται κατοικία;

ΞΕΝΟΣ

Ανέγγιχτος κι' απάτητος. Γιατί τον κατοικούνε

οι τρομερές θεές, της Γης οι κόρες και του Σκότου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιών το σεβάσμιο τ' όνομα γροικώντας θα μπορούσα

να τους προσπέσω;

ΞΕΝΟΣ

Εδώ ο λαός κράζη τες Ευμενίδες,

που όλα τα βλέπουνε· κι' αλλού μ' άλλο όνομα τις κράζουν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όμως τον παρακαλεστή πονετικά ας δεχτούνε,

γιατί πια εγώ απ' το κάθισμα του τόπου αυτού δε θάβγω.

ΞΕΝΟΣ

Τι θες να πης;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πως είναι αυτό της μοίρας μου σημάδι.

ΞΕΝΟΣ

Μα να σε διώξω μήτ' εγώ τ' αποκοτώ, αν δε θέλη

η πολιτεία και προτού μου πούνε τι να κάμω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σ' ορκίζω, ξένε, στους θεούς, μη με καταφρονέσης,

τέτοιο ζητιάνο, να μου πης τα όσα παρακαλώ σε.

ΞΕΝΟΣ

Λέγε· από εμέ τουλάχιστο δε θάβρης καταφρόνια.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι ο τόπος το λοιπόν αυτός, όπου έχουμ' έμπει;

ΞΕΝΟΣ

Γροικώντας όσα ξέρω εγώ κ' εσύ θα μάθης· όλος

ο τόπος τούτος άγιος είναι· και τον συχνάζει

ο Ποσειδών ο σεβαστός κι' ακόμη κι' ο Τιτάνας

ο φωτοκράτορας θεός ο Προμηθέας· το μέρος,

που εσύ πατείς, της γης αυτής το λεν χαλκό κατώφλι

και της Αθήνας στήριγμα· κ' οι τόποι οι κοντινοί του

καυχιούνται ότι έχουν αρχηγό τον αλογάρη τούτο

τον Κολωνό και φέρνουνε τ' όνομα το δικό του·

κι' όλοι το ίδιο του όνομα τώχουν για παρανόμι.

Τέτοια είναι αυτά, που τα τιμούν, ω ξένε, όχι με λόγια

αλλά πολύ περσότερο με το προσκύνημά τους.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λοιπόν κάθουνται κι' άνθρωποι σ' αυτούς εδώ τους τόπους;

ΞΕΝΟΣ

Και βέβαια συνονόματοι με το θεόν ετούτον.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εξουσιάζει τους κανείς ή κυβερνάει το πλήθος;

ΞΕΝΟΣ

Και τούτοι ορίζονται από το βασιλιά της χώρας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι αυτός, που σε βουλή και πόλεμο είναι πρώτος;

ΞΕΝΟΣ

Θησέας λέγεται, παιδί του παλαιού του Αιγέα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τάχα θα πάη κανένας σας σ' αυτόν μαντατοφόρος;

ΞΕΝΟΣ

Και τι να κάμη ή τι να πη μαντάτορας αν πάη;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πως, αν βοηθήση λιγοστά, μεγάλα θα κερδίση.

ΞΕΝΟΣ

Και ποια η βοήθεια απ' άνθρωπο, που δε μπορεί να βλέπη;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αληθινά θε να τα ειπώ όλα όσα θε να λέω.

ΞΕΝΟΣ

Τώρα γνωρίζεις, φίλε μου, πως δε θε ν' αμαρτήσης;

Αφού είσαι γενναιόκαρδος και μέσ' στη δυστυχία, (1)

καθώς το βλέπω, πρόσμενε αυτού, που πρωτοφάνης,

ως που να πάω να τα ειπώ σ' αυτούς εδώ τους ντόπιους,

όχι στη χώρα· γιατί αυτοί για εσέ θ' αποφασίσουν,

αν πρέπει εσύ να μένης ή δρόμο ν' αρχίσης πάλι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αληθινά, παιδάκι μου, μας έφυγεν ο ξένος;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Έφυγε· κ' έτσι δύνεσαι, πατέρα, μ' ησυχία

να προσεύχεσαι, γιατί εγώ μονάχα είμαι σιμά σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αγριομμάτες δέσποινες, αφού στη χώρα τούτη

κάθισα παρακαλεστής στο κάθισμά σας πρώτα,

μη φανήτε σκληρόκαρδες σ' εμένα και στο Φοίβο,

που σίντας μου προμάντευε τις συφορές εκείνες

προείπε μου αυτόν τον τελειωμόν, αφού καιρός περάση,

όταν ερθώ στον υστερνό τον τόπον, όπου θάβρω

την κατοικία των σεμνών θεών και φιλοξένια,

εκεί και τη βαριόμοιρη ζωή μου θα τελειώσω,

διάφορο, αν κάτσω, φέρνοντας σ' αυτούς που με δεχτούνε,

και χαλασμό στους μ' έστειλαν, σ' αυτούς που μ' αποδιώξαν.

Και μου μηνούσεν ότι αυτών σημάδια θε ναρθούνε

κάποιος σεισμός, κάποια βροντή, κάποια του Δία λάμψη.

Κ' ένοιωσα τώρα, πως αυτός ο δρόμος να με φέρη

στο δάσος τούτο βέβαια σημάδι είναι δικό σας

αληθινό· γιατί ποτέ δε θα συναπαντιόμουν

στο διάβα μου πρώτα μ' εσάς, φρόνιμος μ' Ερινύες, (2)

και δε θε να καθόμουνα πάνω σ' αυτή την πέτρα

τη σεβαστή κι' αδούλευτη. Μα τώρα πια, θεές μου,

σύμφωνα με του Απόλλωνα τις προφητείες δόστε

σ' εμένα κάποιο θάνατο και τελειωμό της ζήσης,

εξόν, αν με νομίζετε πως λίγο τυραγνιούμαι,

ενώ πάντα τα βάσανα τα πιο τρανά υποφέρνω.

Εμπρός, ω γλυκοπόθητα παιδιά του αρχαίου Σκότου,

εμπρός, ω συνονόματη της δυνατής Παλλάδας

Αθήνα, πιο αξετίμητη από τις χώρες όλες,

τον ίσκιο αυτόν του Οιδίποδα τον άθλιο λυπηθήτε,

γιατί δεν είναι βέβαια τούτο τ' αρχαίο κορμί μου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Σώπα, γιατί εδώ έρχουνται κάποιοι πολυχρονίτες

γέροι, για να εξετάσουνε κρυφά το κάθισμά σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και νά, σωπαίνω· μα κ' εσύ βγάλε με από το δρόμο

και μέσ' στο δάσος κρύψε με, ως που ν' ακούσω τούτους

ποια λόγια θε να πουν· γιατί καθένας, άμα ξέρη

τα πράματα, με προσοχή τις πράξες του οργανίζει.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Κύττα· ποιος ήταν τάχα;

πού στέκεται; πού νάναι

σαν έφυγε από δώθε

ο απόκοτος αυθάδης;

Ξέταζε· ζήταγέ τον,

σ' όλα τα μέρη ψάχνε·

κάποιος πλανητεμένος,

πλανητεμένος είναι

ο γέρος, όχι ντόπιος.

Αλλιώς αυτός ποτέ του

δεν ήθελε σιμώσει

στ' απάτητο το δάσος

των φοβερών παρθένων,

που δεν αποκοτούμε

να πούμε τ' όνομά τους

και που τις προσπερνούμε

χωρίς να τις κυττάμε,

χωρίς να πούμε λέξη,

και σαν βουβοί τα χείλη

κινώντας, με το νου μας

τις βαθυπροσκυνάμε.

Μα τώρα λεν, ότι ήλθε

κάποιος, που δεν τις τρέμει,

που εγώ, κι' αν όλο φέρνω

το δάσος γύρα, ακόμη

δε δύνουμαι να μάθω

πού τάχατε να μου είναι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εγώ είμαι εκείνος, που ζητάτε·(3)

γιατί με τη φωνή σας βλέπω

εσάς, που μου μιλάτε.

ΧΟΡΟΣ

Πω, πω!

Φοβερός και στη θωριά,

φοβερός και στη φωνή. (4)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παρακαλώ σας, γι' άνομο μη με νομίστε.

ΧΟΡΟΣ

Δία προστάτη, ο γέροντας ποιος τάχα νάναι;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κάποιος, που δεν ταξίζει

να τον καλοτυχίστε,

βλεπάτορες του τόπου

αυτού. Και τ' αποδείχνω·

γιατί δε θα σερνόμουν

εδώ με ξένα μάτια

και δε θα στηριζόμουν

μεγάλος σε μικρή.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή α.

Ω! μάτια χαλασμένα! (5)

τάχα είσαι κακομοίρης

από γεννησιμιό σου;

πολύχρονος, αλήθεια,

μου φαίνεται πως είσαι.

Μα όσο από μένανε είναι,

στις τόσες συφορές σου

δε θα προσθέσης τώρα

και τούτες τις κατάρες.

Γιατί τραβάς εμπρός.

Όμως για να μη πέσης

μέσ' στη βαθειά λαγκάδα,

όπου φωνή καμμία

να γροικηθή δεν πρέπει,

όπου και το κροντήρι

από νερό γεμάτο

σμίγει με το ποτάμι

των ιερών πιστώνε, (6)

καλά απ' αυτά φυλάξου,

δυστυχισμένε ξένε,

μετατοπίσου, έξω έβγα.

Διάστημα μεγάλο

εσέ κ' εμάς χωρίζει.

Ακούς, βασανισμένε

τριγυριστή; κι' αν ίσως

να μου απαντήσης θέλης

για όσα σου λέω, λέγε,

αφού απ' τ' απάτητα έβγης,

εκείθε όπουθε ο νόμος

σ' όλους να λεν ορίζει.

Μα πριν μιλιά μη βγάλης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κόρη μου, σαν τι ν' αποφασίσω;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα, πρέπει προσοχή να δίνουμε στους ντόπιους

υποχωρώντας στα σωστά κ' υπάκουοι να φανούμε. (7)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πιάσε το χέρι μου λοιπόν.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και νά που σε κρατάω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω ξένοι, ας μην αδικηθώ με το να σας πιστέψω

κι' από εδώ πέρα βγαίνοντας.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή β'.

Ποτέ άθελά σου, γέρο,

από τα καταφύγια σου κανείς δε θα σε βγάλη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να προχωρήσω;

ΧΟΡΟΣ

Προχώρα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ακόμη;

ΧΟΡΟΣ

Τράβα τον, κόρη,

πιο πέρα ακόμη,

γιατί εσύ βλέπεις.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Λοιπόν ακλούθα,

πατέρ' ακλούθα

με τυφλού πόδι

όπου σε φέρνω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

― ― ― ―

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

υυυ ― υυ ― υ ―

υ-υυ-

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

― ― ― υυ―

ΧΟΡΟΣ

Υπόμενε στα ξένα,

βασανισμένε ξένε,

μίσος να δείχνης σ' ό,τι

εχτρεύεται κ' η χώρα,

και σέβας νάχης σ' ό,τι

της είναι αγαπημένο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λοιπόν οδήγα με, παιδί μου,

εκεί, όπου εύλαβα πατώντας, (8)

θε να μπορέσουμε να πούμε

και να γροικήσουμε συνάμα,

κι' όχι ας μη λέμε στην ανάγκη.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή β'.

Αυτού στάσου· μη βγάνης άλλο

το πόδι σου έξω από το μέρος,

που είναι μπροστά σ' αυτή την πέτρα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έτσι;

ΧΟΡΟΣ

Αρκετά, καθώς ακούς.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να κάτσω;

ΧΟΡΟΣ

Αφού στα πλάγια

της πέτρας λίγο γύρης.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Αυτό πατέρα, είναι δουλειά δική μου·

δίπλωσ' το πόδι σου ήσυχα (9) απά στάλλο . . . .

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα, ωιμένα, αλλοίμονό μου!

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

αφού το γέρικο κορμί σου πάνω

στο φιλικό το χέρι μου ακουμπήσης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα, ωιμένα, μαύρη συφορά μου!

ΧΟΡΟΣ

Βασανισμένε! τώρα,

που βρήκες ησυχία,

για πες τι άνθρωπος είσαι;

Ποιός είσαι ο κακομοίρης,

που σ' οδηγάνε; τάχα

μπορώ από εσέ να μάθω

από πατρίδα ποια είσαι;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Επωδός.

Ω ξένοι! αποδιωγμένος

μα μη . . .

ΧΟΡΟΣ

Γέροντα, τι είναι

αυτό, που απαγορεύεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μη, μη, μη με ρωτήσης

ποιος είμαι, μη ζητήσης

περσότερα να μάθης.

ΧΟΡΟΣ

Γιατί;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μαύρη η γενιά μου.

ΧΟΡΟΣ

Λέγε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί μου, ωιμένα,

σαν τι να φανερώσω;

ΧΟΡΟΣ

Ω ξένε, από πατέρα

ποια είναι η γενιά σου λέγε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μαύρος εγώ! τι πρέπει,

παιδάκι μου, να κάμω;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Λέγε, αφού πια σιμώνεις

σε κίνδυνο μεγάλο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θα ειπώ· γιατί δε βλέπω

το πώς θα τ' αποφύγω.

ΧΟΡΟΣ

Αργείς πολύ, μα βιάσου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ξέρετε κάποιον πούναι

του Λάιου παιδί;

ΧΟΡΟΣ

Πω, πω!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και τη γενιά

των Λαβδακίδωνε;

ΧΟΡΟΣ

Θεέ!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τον κακομοίρη Οιδίπου;

ΧΟΡΟΣ

Λοιπόν εσύ είσ' εκείνος;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μην τρέμετε καθόλου

για τα όσα λέω.

ΧΟΡΟΣ

Πω! πω!

κακόμοιρε, πω, πω!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τι θα μας λάχη τάχα,

κόρη μου;

ΧΟΡΟΣ

Από τη χώρα

έξω μακριά φευγάτε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και κείνα πούχες τάξει

πώς θε να τα πληρώσης;

ΧΟΡΟΣ

Κανείς από τη μοίρα του την παίδεψη δεν παίρνει,

αν στις παλιές του συφορές την τιμωρία φέρνη·

μα όταν το πρώτο γέλασμα συγκρίνεται με τάλλο,

δε φέρνει τη χαρά αμοιβή παρά καημό μεγάλο.

Κ' εσύ από τα καθίσματα τούτα και πάλι φεύγα,

σαν ξορισμένος πάλι

από τη χώρα μου έβγα,

μήπως στη πολιτεία μου φέρης ζημιά μεγάλη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ω ξένοι μου ψυχόπονοι, αφού δεν υποφέρετε

το γέρο μου πατέρα,

γιατί τις πράξες που έκαμε χωρίς τη θέλησή του

απ' ακουστά τις ξέρετε,

όμως εμέ, παρακαλώ, τη δόλια θυγατέρα

να λυπηθήτε ξένοι.

Μόνο για τον πατέρα μου στα πόδια σας πεσμένη

προσκλαίγουμαι, θωρώντας σας με μάτια όχι βλαμμένα.

Σαν νάμουνα κ' εγώ δική σας γέννα

παρακαλώ, ξένοι, από εσάς λύπηση ο δόλιος νάβρη·

από τ' εσάς κρεμόμαστε σαν από θεόν οι μαύροι.

Έλα, την αναπάντεχην υποσχεθήτε χάρη,

θερμοπαρακαλώ σας

σ' ότι αγαπάτε πιο πολύ, παιδί σας ή ζευγάρι

ή πράματα ή θεό σας.

Γιατί κ' εσείς προσεχτικά κοιτώντας δεν μπορείτε

κανέναν άνθρωπο να ιδήτε,

που να μπορή μακρυά να διώχνη

τη συφορά του, ανίσως θεός πάνω σ' αυτήν τον σπρώχνη.

ΧΟΡΟΣ

Μάθε παιδί του Οιδίποδα, πως για τις συφορές σας

το ίδιο λυπόμαστε κ' εσέ κι' αυτόν μα δε μπορούμε,

γιατί πολύ φοβούμαστε τα όσα οι θεοί προστάζουν,

απ' όσα τώρα σούπαμε περσότερα να πούμε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λοιπόν απ' το καλό όνομα ή τη μεγάλη δόξα,

όταν του κάκου χύνεται, τι διάφορο απομένει,

ανίσως θεοφοβούμενη λεν την Αθήνα ότ' είναι

κι' ότι μονάχ' αυτή μπορεί τον κακομοίρη ξένο

να σώζη και μονάχ' αυτή να τόνε διαφεντεύη;

Μα αυτά για μένα που είναι τα; εσείς που με σηκώστε

απ' τα καθίσματά μου αυτά με διώχνετε κατόπι,

γιατί κατατρομάξατε μονάχ' απ' τόνομά μου·

βέβαια μόνο το σώμα μου μήτε και τα έργατά μου

το φόβο δε σας έφερεν· αφού με τα έργατά μου

εγώ έπαθα περσότερο κι' άλλος δεν βλάβη· ή πρέπει

να σου ιστορώ το ριζικό της μάννας και του κύρη (10)

που είναι αφορμή του φόβου σου; αυτό καλά το ξέρω.

Κι' όμως πως είμαι εγώ κακός, που κι' όταν αδικιόμουν

διαφεντευόμουν τόσο που, ανίσως ενεργούσα

φρόνιμα, δε θα γίνομουν κακός όπως και τώρα;

Μα τώρα δίχως τίποτα να ξέρω ήλθα, όπου ήλθα,

ενώ κακόπαθα απ' αυτούς που ξέραν πως χανόμουν.

Γι' αυτά στους θεούς ορκίζω σας, παρακαλώ σας, ξένοι,

όπως με βγάλτε απ' το κακό έτσι και να με σώστε (11)

και μη, αφού σέβεστε τους θεούς, τους αψηφάτε διόλου,

μα να θαρρήτε πως αυτοί θρήσκους κι' άθρησκους βλέπουν

και πως ως τώρα δα άθεος δεν έχει τους γλυτώσει.

Με τη βοήθεια των θεών εσύ μη μουτζουρώσης,

σ' έργ' άδικα δουλεύοντας, τη δοξασμένη Αθήνα,

μα, όπως τον παρακαλεστή στην προστασία σου πήρες,

βοήθα με και σώσε με· και μη το πρόσωπό μου

το τόσον άγριο βλέποντας, μη με καταφρονέσης,

γιατί ήρθα θεοφοβούμενος και με τους θεούς προστάτες

κι' όφελος φέρνοντας σ' αυτούς που κατοικούν τη χώρα.

Κι' όταν εδώ φτάση ο άρχοντας, που βασιλιάς σας είναι,

τότε, γροικώντας με καλά, θα μάθη όλα τα πάντα.

Μα εσύ στ' ανάμεσα κακός μη γίνεσαι καθόλου.

ΧΟΡΟΣ

Να σεβαστούμε, γέροντα, τους στοχασμούς σου ανάγκη

μεγάλη είναι, γιατί τάχεις πωμένα

με βαρυά λόγια. Και γι' αυτά ο βασιλιάς της χώρας

ν' αποφασίση είν' αρκετό για μένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και πού είναι τώρα ο βασιλιάς της χώρας τούτης, ξένοι;

ΧΟΡΟΣ

Μένει στην πολιτεία του, που απ' τον πατέρα του έχει,

μα πάει μαντάτορας σ' αυτόν εδώ να τόνε φέρη

εκείνος, που με φώναξε κ' εμέναν' εδώ πέρα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλήθεια, το πιστεύετε πως θάχη καμμιάν έγνοια

ή σεβασμό για τον τυφλόν, ώστε ναρθή σιμά μας;

ΧΟΡΟΣ

Το δίχως άλλο, τη στιγμή που τ' όνομά σου ακούση.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και ποιος αυτός, που θε να πη σ' εκείνον τ' όνομά μου;

ΧΟΡΟΣ

Μακρύς ο δρόμος· μα οι ομιλιές των στρατοκόπων τόχουν

συνήθειο να διαδίνουνται, που ακούγοντάς τες κείνος,

μην απελπίζεσαι, θαρθή· τι το όνομά σου γέρο,

έφτασεν ως στ' αυτιά ολονών, που κι' αν βαριέται από ύπνο, (12)

εδώ θε νάρθη γλήγορος, ακούγοντας για σένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ας έρθη καλορρίζικος για με και για τη χώρα,

γιατί ποιος μεγαλόκαρδος δε θέλει το καλό του; (13)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Θεέ, τι να πω; πατέρα μου, στο νου μου τι να βάλω;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τι είν' Αντιγόνη μου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Θωρώ, καβάλλα απάς σε μούλα

κάποια γυναίκα νάρχεται σιμά μας· στο κεφάλι

σκιάδι φορεί θεσσαλικό να της κρατάη τον ήλιο.

Σαν τι να πω;

Τάχατες είναι; τάχατες δεν είναι; ή κάνω λάθος;

Και λέω και ξελέω το και τι να πω δεν ξέρω.

Ω την καημένη!

δεν είναι άλλη· χαρούμενη βέβαια με τα μάτια

με χαιρετάει σιμώνοντας, και τούτο φανερώνει

πως είναι δίχως άλλο αυτή η αδελφή μου Ισμήνη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τι είπες, παιδί μου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πως θωρώ την κόρη σου κ' εμένα αδερφή μου·

κι' απ' τη φωνήν αμέσως θα το νοιώσης.

ΙΣΜΗΝΗ

Ω δυο μου ονόματα γλυκά, πατέρα κι' αδερφή μου,

με κόπο αφού σας εύρηκα, μόλις τώρα και πάλι

απ' τα πολλά μου δάκρυα σας βλέπω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ήλθες, παιδί μου;

ΙΣΜΗΝΗ

Πατέρα μου κακόμοιρε, που δε μπορείς να βλέπης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί μου φανερώθηκες;

ΙΣΜΗΝΗ

Όχι με δίχως κόπο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αγκάλιασέ με, κόρη μου.

ΙΣΜΗΝΗ

Νά, και τους δυο σας πιάνω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω σπλάχνο μου ιδιοαίματο.

ΙΣΜΗΝΗ

Ω κακοτυχοζώντας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εγώ και τούτη δα;

ΙΣΜΗΝΗ

Κ' εγώ η κακομοίρα τρίτη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Για λόγο ποιο ήλθες, κόρη μου;

ΙΣΜΗΝΗ

Να σε νοιαστώ, πατέρα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μόνο απ' αγάπη;

ΙΣΜΗΝΗ

Και να πω κάτι σ' εσένα η ίδια,

μ' ένα μονάχα δούλο μας, που μπιστεμένον είχα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και οι δυο λεβέντες αδερφοί που είναι να κοπιάζουν;

ΙΣΜΗΝΗ

Είν' εκεί πούναι· τρομερά τα τωρινά σ' εκείνους.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω κείνοι, πώς παρώμοιασαν σ' όλα με τα συνήθεια

της Αίγυπτος, στο φυσικό και στης ζωής τον τρόπο·

γιατί κ' εκεί ταρσενικά μέσα στο σπίτι μένουν

τον αργαλειό δουλεύοντας, ενώ οι γυναίκες πάντα

έξω γυρεύουν τη θροφή. Και από εσάς, παιδιά μου,

εκείνοι, που ήτανε σωστό να τα υποφέρουν τούτα,

μέσα στο σπίτι μένουνε κλεισμένοι σαν κορίτσια.

Κι' αντίς εκείνους σεις οι δυο τα τόσα βάσανά μου

για χάρη μου υποφέρετε του κακομοίρη. Η μία

απ' τον καιρό, που γίνηκε κοπέλλα και στο σώμα

δυνάμωσε, πάντα μαζί μ' εμένα τριγυρνώντας

εδώ κ' εκεί η βαριόμοιρη, το γέροντα οδηγάει,

πολλές φορές πλανούμενη μέσα στα δάση τ' άγρια

ξυπόλυτη και νηστικιά· και μέσ' στο καλοκαίρι

ή μέσ' στ' αγριοχείμωνο, κοπιάζοντας η δόλια,

τη σπιτικιάν ανάπαψη δε συλλογιέται διόλου,

αν έχη ο κύρης της ψωμί. Κ' εσύ, παιδάκι μου, ήλθες

και προτού, στον πατέρα σου κρυφά από τους Θηβαίους

τις προφητείες φέρνοντας, όσες γι' αυτό το σώμα

ειπώθηκαν, και φύλακας πιστός μου εστάθης, όταν

απ' την πατρίδα μ' έδιωχναν. Και τώρα πάλι, Ισμήνη,

ποιο λόγο στον πατέρα σου φέρνοντας ήλθες; ποια είναι

η αφορμή που σ' έκαμε το σπίτι σου ν' αφήσης;

Γιατί δεν ήλθες βέβαια δίχως καμμιάν αιτία,

καλά το ξέρω εγώ, αν κακό κανένα δε μου φέρνης.

ΙΣΜΗΝΗ

Εγώ τα πάθη που έπαθα, πατέρα μου, ζητώντας

να βρω το μέρος που έμενες, στην άκρη θα τ' αφήσω.

γιατί δε θέλω δυο φορές να δοκιμάζω πόνους,

τη μιαν όταν παράδερνα, την άλλη αν τα λέω πάλι.

Μα τα κακά, που βρήκανε τους άτυχους τους γυιούς σου,

αυτά τώρα ήλθα να σου πω. Λοιπόν ανάμεσό τους

συνερισιά είχαν στην αρχή στον Κρέοντα ν' αφήσουν

το θρόνο και να μη γενούν ζημιά στην πολιτεία,

γιατί της οικογένειας μέσα στο νου τους είχαν

τον παλαιόν αφανισμόν, εκείνον πούχε πέσει

στο δύστυχο το σπίτι σου· τώρα όμως από κάποιον

θεό κι' από την αμυαλιά τη βλαβερή τους μπήκε

μέσα στους τρισκακόμοιρους κακή φιλονεικία

να βάλουν χέρι στην αρχή, στη βασιλεία της χώρας.

Κι' ο ένας ο πιο νεώτερος και πιο μικρός στα χρόνια

από το μεγαλείτερο, τον Πολυνείκη, αρπάζει,

το θρόνο και τον έδιωξε κι' απ' την πατρίδα ακόμη.

Κι' αυτός καθώς στη χώρα μας πολύς γίνεται λόγος,

στ' Άργος σαν πήγ' εξόριστος, για βοηθούς του παίρνει

συγγενολόι παράδοξο και πολεμάρχους φίλους,

στο νου του έχοντας γλήγορα ή το Άργος να πατήση

τη Θήβα και να τιμηθή ή να της δώση δόξα (14).

Δεν είν' αυτά, πατέρα μου, λόγια του αγέρα μόνο,

παρά έργατα τρομαχτικά· μα πού τα βάσανά σου

θα τα τελειώσουν οι θεοί δεν ημπορώ να νοιώσω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Το λες, γιατί τώρα έλπισες, πως οι θεοί για μένα

καμμιά φροντίδα θάχουνε, που πια να ξεγλυτώσω;

ΙΣΜΗΝΗ

Ελπίζω εγώ στις τωρινές, πατέρα, προφητείες.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιες είν' αυτές; παιδάκι μου, τι είναι προφητεμένο;

ΙΣΜΗΝΗ

Απ' τους Θηβαίους μια φορά για τον ευτυχισμό τους

θα ζητηθής, κι' αν ζωντανός ή πεθαμένος είσαι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος από τέτοιον άνθρωπο μπορεί να ωφεληθή;

ΙΣΜΗΝΗ

Λένε, ότι η δύναμη εκεινών κρέμεται από τα σένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τάχα, όταν δεν υπάρχω πια, τότε είμαι τέτοιος άντρας;

ΙΣΜΗΝΗ

Γιατί οι θεοί σηκώνουν σε τώρα, ενώ πριν σ' εχάναν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μάταιο είναι να σηκώνουνε γέρο, που νιος γκρεμίστη·

ΙΣΜΗΝΗ

Μάθε όμως πως ο Κρέοντας σε λίγη όχι πολλή ώρα θάρθη γι' αυτά.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να κάμη τι, κόρη μου; ξήγα το μου.

ΙΣΜΗΝΗ

Να σε καθίσουνε σιμά στη Θήβα και να σ' έχουν

δικό τους, μα να μην πατής τα σύνορα της χώρας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και ποιο το διάφορο, αν εγώ μένω έξω από τη χώρα;

ΙΣΜΗΝΗ

Δίχως τιμές ο τάφος σου ζημιά για κείνους θάναι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μονάχα με την κρίση του και δίχως προφητείες

μπορεί κανείς να νοιώση το.

ΙΣΜΗΝΗ

Λοιπόν για τούτο θέλουν

να σε καθίσουνε σιμά στη χώρα τους, και μήτε

όπου τον εαυτό σου εσύ θα ορίζης να σ' αφήσουν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λοιπόν και με Θηβαίικο θα με σκεπάσουν χώμα;

ΙΣΜΗΝΗ

Μα ο φόνος του πατέρα σου, πατέρα, το εμποδίζει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λοιπόν σ' εμένα κύριοι ποτέ τους δε θα γίνουν.

ΙΣΜΗΝΗ

Λοιπόν αυτό θάναι ζημιά μεγάλη στους Θηβαίους.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιο περιστατικό αν γενή, θα πάθουνε, παιδί μου;

ΙΣΜΗΝΗ

Απ' το δικό σου το θυμό, στον τάφον σου όταν έλθουν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λες όσα λες, αφού από ποιον τα γροίκησες, παιδί μου;

ΙΣΜΗΝΗ

Απ' τους αποκρισάριους του Δελφικού μαντείου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κι' αυτά τάχει για μένανε προφητεμένα ο Φοίβος;

ΙΣΜΗΝΗ

Έτσι τα λεν όσοι ήλθανε στην πολιτεία της Θήβας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κι' από τους γυιούς μου τάχατε κανείς τάκουσε τούτα;

ΙΣΜΗΝΗ

Κ' οι δυο τακούσανε κ' οι δυο πολύ καλά τα ξέρουν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έτσι λοιπόν, κι' αν τάκουσαν οι τιποτένιοι τούτα,

τη βασιλεία προτίμησαν καλλίτερ' από μένα;

ΙΣΜΗΝΗ

Λυπόμουνα που τάκουγα, όμως σου τ' αναγγέλνω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όμως οι θεοί ας μην πάψουνε ποτέ το μάλωμά τους,

που ήταν γραφτό τους, κι' άμποτε μόνο σε μένα νάναι

ο τελειωμός της γρήνιας τους αυτής, που τώρ' αρχίζουν

κι' ο ένας απάς στον άλλονε σηκώνει το κοντάρι·

κ' έτσι ούτε αυτός όπου κρατεί το σκήπτρο και το θρόνο

να μείνη, ούτε κ' εκείνος, που διώχτηκε από τη χώρα,

να πάη ποτέ πίσω σ' αυτήν· αφού κ' εμένανε, όταν

απ' την πατρίδα έτσι άτιμα διωχνόμουν, δε βοηθήσαν

μήτε και με διαφέντεψαν, παρά με θέληση τους

διώχτηκα με διαλάλημα κ' έφυγα για τα ξένα.

Μπορείς να πης πως δίκαια, μια και το πεθυμούσα,

η πολιτεία μούκαμε τότες αυτή τη χάρη.

Όχι, δεν είναι αλήθεια, αφού την ίδια εκείνη ημέρα,

τότε που χόχλαζε ο θυμός κ' ήταν τρανή χαρά μου

το νάβρω θάνατο και το να με πετροβολήσουν

κανείς δε φάνηκε βοηθός σ' αυτή την πιθυμιά μου.

Μα ύστερ' από καιρό, όταν πια όλος μου ο πόνος ήταν

μαλακωμένος κ' ένοιωθα πως ο θυμός μου τόσο

φούσκωσε, που βασανιστής έγινε πιο μεγάλος

απ' όσο πριν αμάρτησα, τότε πια από τη μία

η πολιτεία μ' έδιωχνε με βίαν απ' την πατρίδα

ύστερ' από πολύν καιρό, κι' από την άλλη εκείνοι,

οι γυιοί, που τον πατέρα τους μπορούσαν να βοηθήσουν,

δεν το θελήσανε παρά για μια τους λέξη μόνο,

που δεν την είπαν, πάντοτες εγώ σαν ψωμοζήτης

κι' απ' την πατρίδα εξόριστος στα ξένα τριγυρνούσα.

Όμως από τούτες εδώ, αν κ' είναι και κορίτσια

αδύνατα, όσο το μπορούν από το φυσικό τους,

έχω θροφήν όσο να ζω και τόπο για να μένω

και συνδρομή συγγενική· μα εκείνοι απ' το γονιό τους

προτίμησαν καλλίτερα το θρόνο να κρατούνε

και το ραβδί και νάχουνε την εξουσία της χώρας.

Μα δε θα το πιτύχουνε νάχουν εμέ βοηθό τους·

μήτε ποτέ και διάφορο θα ιδούν από της Θήβας

τη βασιλεία· το ξέρω αυτό, γροικώντας από τούτη

τις προφητείες και νοιώθοντας τα παλαιά τα λόγια

όσα για μένα κάποτε μου μήνυσεν ο Φοίβος.

Και τώρα και τον Κρέοντα να με ζητήση ας στέλνουν

ή κι' όποιον άλλον, που τρανός στην πολιτεία λογιέται.

Γιατί, αν εσείς, ω φίλοι μου, θελήσετε με τούτες

τις πολυσέβαστες θεές της χώρας τις προστάτρες

βοήθεια να μου δώσετε, τρανό στην πολιτεία

προστάτη θα χαρίσετε και στους εχτρούς μου λύπες.

ΧΟΡΟΣ

Ταξίζεις Οιδίπου, κ' εσύ κι' αυτές εδώ οι παρθένες

να βρης συμπόνεση· κι' αφού με τα όσα λες προστάτης

της χώρας τούτης δείχνεσαι να σ' ορμηνέψω θέλω

τα όσα θα σου είν' ωφέλιμα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω τρισαγαπημένε!

ορμήνευέ με ό,τι κ' εγώ τώρα να κάμω πρέπει.

ΧΟΡΟΣ

Παστρέψου τώρα για τιμή των θεώνε, που σιμά τους

πρωτόρθες και τους πάτησες τον ιερό τους τόπο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Με τρόπους ποιους να κάμω αυτό; φίλοι μου, μάθετέ με.

ΧΟΡΟΣ

Πρώτα από αστέρευτη κρουνιά σταλαγματιές να φέρνης

άγιες, αφού με καθαρά τα χέρια του τις πιάσης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κι' όταν αυτό το αμόλευτο νερό απ' τη βρύση πιάσω;

ΧΟΡΟΣ

Είναι κροντήρια απ' άνθρωπο τεχνίτη δουλεμμένα,

που εσύ τα δυο χερούλια τους σκέπασε και το στόμα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Με νέα βλαστάρια ή γνέματα, ή με ποιόν άλλο τρόπο;

ΧΟΡΟΣ

Με πρόβατου νεογέννητου ποκάρι νιοκομμένο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Καλά· μα κ' έπειτ' απ' αυτά πού πρέπει να τελειώσω;

ΧΟΡΟΣ

Στέκοντας ανατολικά να χύνης τις χοές.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Με τα κροντήρια αυτά, που λες, και τις χοές να χύνω;

ΧΟΡΟΣ

Απ' το καθένα τρις φορές χύνε· μα το στερνό όλο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Με τι να το γεμίσω αυτό; και τούτο ορμήνευέ με.

ΧΟΡΟΣ

Νερό και μέλι· μα κρασί καθόλου να μη βάνης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κι' όταν η γη η μαυρόφυλλη τα πάρη;

ΧΟΡΟΣ

Αφού σκορπίσης

και με τα δυο τα χέρια σου σ' αυτήν ελιάς κλωνάρια

ενιά από τρεις φορές, να λες τα παρακάλια τούτα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να τα γροικήσω θέλω αυτά, γιατί είν' το πιο σπουδαίο.

ΧΟΡΟΣ

Με την ψυχή καλόγνωμη να δέχουνται σωσμένο

τον παρακαλεστήν αυτές, που κράζουμ' Ευμενίδες,

ζήταγε εσύ μονάχος σου ή και για σε όποιος άλλος,

μιλώντας σιγανά χωρίς πιο δυνατή να βγάνη

φωνή· να τραβηχτή έπειτα δίχως να βλέπη πίσω.

Και τούτα αν κάμη θαρρετά κ' εγώ θα σε βοηθήσω·

αλλοιώτικα πάντα από σε, ξένε, θε νάχω φόβο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδιά μου, ακούτε αυτούς εδώ τους κοντινούς μας ξένους;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Κι' ακούσαμε και διάταζε να κάμουμε ό,τι πρέπει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εγώ να πάω δεν μπορώ· τι με κρατούνε δύο

κακά, που διόλου δύναμη δεν έχω, μήτε βλέπω.

Μα από τις δυο σας τώρα η μια τούτα να κάμη ας πάη.

Γιατί νομίζω, είν' αρκετή αντίς πολλές και μία

ψυχή να ξεπληρώση αυτά, καλόγνωμη αν σιμώνη.

Μα γλήγορα κάμετε αρχή και μη με αφήστε μόνο,

γιατί δεν έχει δύναμη μονάχο το κορμί μου

να σέρνεται, μηδέ χωρίς οδηγητή.

ΙΣΜΗΝΗ

Να κάμω

αυτά που λες πηγαίνω εγώ· μα και το μέρος, όπου

ανάγκη θάναι να τα βρω, θέλω να μάθω.

ΧΟΡΟΣ

Ξένη,

από το δάσος πέρα εκεί· και τίποτε αν σου λείψη

από όλα, υπάρχει φύλακας που θα σου πη.

ΙΣΜΗΝΗ

Πηγαίνω

γι' αυτά, κ' εσύ, Αντιγόνη μου, μένοντας εδώ πέρα,

πρόσεχε τον πατέρα μας· γιατί κανείς δεν πρέπει

του κόπου νάχη θύμηση, για τους γονιούς του αν πάσχη.

Στροφή α'.

ΧΟΡΟΣ

Είναι σκληρό τη συφορά, που τώρα πια κοιμάται,

να την ξυπνάω, φίλε.

Όμως να μάθω θέλω . . .

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αυτό που θέλεις ποιο είναι;

ΧΟΡΟΣ

Το μαύρο σου τον πόνο,

που ανίκητος σε βρήκε

και σε κρατάει σκλάβο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω! μη μου ξεσκεπάσης,

σε ορκίζω στη φιλιά σου,

όσα σκληρά έχω πάθει (15).

ΧΟΡΟΣ

Θέλω ν' ακούσω, φίλε,

σωστή την ιστορία

αυτή, που τόσο απλώθη

στον κόσμ' όλο κι' ακόμη

δε λησμονιέται διόλου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμέ!

ΧΟΡΟΣ

Παρακαλώ σε,

στρέξε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωχ, αλλοίμονό μου!

ΧΟΡΟΣ

Στρέξε· γιατί κ' εγώ

σ' ό,τι γυρεύεις στρέγω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αντιστροφή α'

Έπαθα, φίλοι, συφορές, έπαθα αθέλητά μου

και μάρτυρας ο θεός μου·

μα κι' απ' αυτές δεν ήλθε

καμμιά με θέλησή μου.

ΧΟΡΟΣ

Όμως σε τι έχεις πάθει;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μ' έμπλεξε η πολιτεία

χωρίς να το γνωρίζω

σε μισητό κρεββάτι,

σε γάμους, που αφανίζουν.

ΧΟΡΟΣ

Αλήθεια, όπως μαθαίνω,

επήρες της μητέρας

το στυγερό κρεββάτι;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμέ! θάνατος είναι

ν' ακούω τούτο, φίλε.

Όμως αυτές οι δύο

δικές μου είναι . . .

ΧΟΡΟΣ

Τι λες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κόρες και δυο κατάρες!

ΧΟΡΟΣ

Ω Δία!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γεννήθηκαν

από την κοιλοπόνια

ίδιας στους τρεις μας μάννας.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή β'

Είναι λοιπόν και κόρες σου και. . . (16)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

και δυο αδερφάδες.

του πατέρα

ΧΟΡΟΣ

Ωιμένα!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

και βέβαια ωιμένα!

αδιάκοπα χτυπήματα,

κακομοιριάς περίσσιας.

ΧΟΡΟΣ

Έπαθες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έπαθα όσο

να τα θυμάμαι πάντα.

ΧΟΡΟΣ

Έκαμες . . .

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δεν έκαμα, όχι.

ΧΟΡΟΣ

Μα τι λοιπόν;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δέχτηκα δώρο,

που άμποτε ο κακομοίρης

εγώ την πολιτεία

να μην είχα βοηθήσει

για να μη το κερδίσω.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή β'

Δυστυχισμένε, τι λοιπόν; σκότωσες; . . .

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τι είναι τούτο

Σαν τι θέλεις να μάθης;

ΧΟΡΟΣ

τον πατέρα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα!

Δεύτερη μου κατάφερες

πληγή πας στην πληγή.

ΧΟΡΟΣ

Σκότωσες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σκότωσα· όμως

ο φόνος μου έχει κάτι

ΧΟΡΟΣ

Τι;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

να με δικαιολογήση.

ΧΟΡΟΣ

Σαν τι;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θε να σου πω.

Νά, δηλαδή απ' ανάγκη

σκότωσα και ξολόθρεψα·

μα είμαι απ' το νόμο αθώος,

γιατί χωρίς να ξέρω

έκαμα αυτό το φόνο.

ΧΟΡΟΣ

Μα νά, που φθάνει ο βασιλιάς Θησέας ο γυιός του Αιγέα·

γι' αυτά που τον καλέσαμε, καθώς παρακαλούσες.

ΘΗΣΕΑΣ

Από πολλούς ακούγοντας και πρώτα των ματιών σου

το ματοστάλαχτο χαμό, παιδί του Λάιου, σ' είχα

γνωρίσει και τα τωρινά στο δρόμο μου γροικώντας

γνωρίζω σε καλλίτερα. Γιατί κ' η φορεσιά σου

κ' η κεφαλή σου η δύστυχη δείχνουν σ' εμάς ποιος είσαι·

κι' αφού πια σε συμπόνεσα να σε ρωτήσω θέλω

δυστυχισμένε Οιδίποδα, σ' αυτό το μέρος ήλθες

ποιο παρακάλεμα έχοντας για με και για τη χώρα,

κ' εσύ κι' αυτή η βαριόμοιρη παραστεκάμενή σου.

Λέγε· κι' αν έχης να μου ειπής κανένα παρακάλιο

μεγάλο, που εξ αιτίας του μακριά θε να τραβιόμουν,

εγώ, που ξένος τι θα ειπή το ξέρω, γιατί ξένος,

καθώς εσύ όταν ήμουνα, τόμαθα και στα ξένα

σαν άντρας εκινδύνεψα πολύ για το κορμί μου, (17)

κ' έτσι δε δύνουμαι κρυφά κανένα ν' αποφύγω,

που ξένος είναι, όπως εσύ, για να μη τον βοηθήσω.

Γιατί, πως είμαι άνθρωπος καλά το ξέρω κι' ότι

δεν είν' δικό μου τ' αύριο περσότερο από σένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θησέα, η μεγαλοκάρδια σου με λίγα λόγια εφάνη

γι' αυτό πρέπει με λιγοστά κ' εγώ να σου μιλήσω.

Επειδή εσύ ποιος είμ' εγώ και ποιος είν' ο γονιός μου

κι' από ποιόν τόπον ήλθα εδώ τάχεις όλα ειπωμένα·

κ' έτσι δε μου απολείπεται να λέω τίποτ' άλλο

παρ' όσα μου χρειάζονται, και τελειώνει ο λόγος.

ΘΗΣΕΑΣ

Λέγε το τούτο στη στιγμή για να το μάθω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δώρο

για να σου δώσω έρχουμαι τάραχλο το κορμί μου,

όχι σπουδαίο στη θωριά· μα είν' απ' αυτό τα κέρδη

τρανότερα ή όσο φαίνεται το πρόσωπό μου ωραίο.

ΘΗΣΕΑΣ

Και ποιο διάφορο φέρνοντας θαρρείς ότι εδώ φτάνεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θε να το μάθης κάποτε, με τον καιρό, όχι τώρα.

ΘΗΣΕΑΣ

Και πότε θα φανερωθή λοιπόν το χάρισμά σου;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όταν πεθάνω εγώ κ' εσύ φροντίσης να με θάψης.

ΘΗΣΕΑΣ

Ζητάς της ζήσης τα στερνά· μα όσα στ' ανάμεσα είναι

ή τα ξεχνάς ολότελα ή δεν τα λογαριάζεις.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γιατί μέσα στο θάψιμο για με βρίσκουνται κείνα.

ΘΗΣΕΑΣ

Μα η χάρη αυτή, που μου ζητάς, πολύ μικρή είναι χάρη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όμως για πρόσεξε· μικρό δεν είν' αυτό το πράμα.

ΘΗΣΕΑΣ

Για τα παιδιά σου τάχατε το λες αυτό ή για μένα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εκείνοι μ' αναγκάζουνε να πάω κει πέρα πάλι.

ΘΗΣΕΑΣ

Όμως δεν πρέπει μήτ' εσύ να φεύγης σαν δε θέλουν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μα όταν τόθελα κ' εγώ, δε μ' άφιναν να φύγω.

ΘΗΣΕΑΣ

Τρελλέ! ο θυμός στις συφορές ωφέλεια δεν είναι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όταν μ' ακούσης, συμβουλές λέγε· τώρα όμως άσ' τες.

ΘΗΣΕΑΣ

Λέγε· γιατί δεν είν' πρεπό να λέω χωρίς να ξέρω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θησέα, δοκίμασα κακά το ένα πάνω στ' άλλο.

ΘΗΣΕΑΣ

Θέλεις να πης για την παλιά κατάρα της γενιάς σου;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όχι, καθόλου, γιατί αυτή καθ' Έλληνας τη λέει.

ΘΗΣΕΑΣ

Τι από τ' ανθρώπινα κακά περσότερο υποφέρνεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έτσ' είναι· απ' την πατρίδα μου μ' έδιωξαν οι σπορές μου·

και πια δε μου είναι βολετό να πάω κει πέρα πάλι,

γιατί είμαι του πατέρα μου φονιάς.

ΘΗΣΕΑΣ

Λοιπόν πώς πίσω

να σε γυρίσουνε μπορούν, ώστε να μένης χώρια;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Το στόμα το θεοτικό θα τους εξαναγκάση.

ΘΗΣΕΑΣ

Ποια δυστυχία φοβούμενοι από τις προφητείες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ότι είναι το γραμμένο τους εδώ να σκοτωθούνε.

ΘΗΣΕΑΣ

Και πώς μπορεί έχτρητα να μπη σ' εμένα και σ' εκείνους;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί του Αιγέα πολυακριβό, μόνο οι θεοί δεν ξέρουν

γεράματα, μηδέ ποτέ πεθαίνουν· μα όλα τάλλα

ο παντοδύναμος καιρός τ' αναποδογυρίζει.

Σβύνει κ' η δύναμη της γης και του σωμάτου σβύνει

η πιστοσύνη χάνεται κ' η απιστία γεννιέται.

μήτε ποτές ανάμεσα σε φίλους άντρες μένει

η ίδια γνώμη και μηδέ σε χώρα γι' άλλη χώρα.

Γιατί σε τούτους τώρα δα κι' αργότερα σ' εκείνους

μίσος ή αγάπη γίνεται κ' ύστερα πάλι αγάπη.

Κι' ανίσως τώρ' ανάμεσα σ' εσένα και τη Θήβα

όλα καλά πηγαίνουνε, διαβαίνοντας ο χρόνος

ο αμέτρητος αρίφνητες γεννάει νύχτες κ' ημέρες,

που απ' αφορμή παραμικρή σκορπιούνται στους ανέμους

με πόλεμον οι τωρινές φιλιές και συμμαχίες·

όταν καμμιά φορά θα πιή ζεστό το αίμα εκείνων

το κρύο το κουφάρι μου που θάναι μέσ' στο χώμα,

αν είναι Ζευς ακόμη ο Ζευς κι' αληθινός ο Φοίβος.

Μα αφού δεν είν' πρεπούμενο τ' απόκρυφα να λέω,

σ' αυτά που αρχίνησα άσε με, φυλάγοντας μονάχα

την πιστοσύνη σου· κ' εσύ δε θε να πης ποτέ σου

πως τον Οιδίποδα σ' αυτούς τους τόπους τον εδέχτης

να κάτση ανώφελα, αν οι θεοί βέβαια δε με γελάσουν.

ΧΟΡΟΣ

Ω βασιλιά και πρίντερα στη χώρα πως θα δώση

ο άνθρωπος τούτος έταζε και τούτα κι' άλλα λόγια.

ΘΗΣΕΑΣ

Ποιος θα μπορέση το λοιπόν την καλογνωμοσύνη

να μη δεχτή τέτοιου ανθρώπου; που πρώτα η φιλοξένια

κοινή γι' αυτόν κ' αιώνια στη χώρα μας υπάρχει,

κ' έπειτα, παρακαλεστής αν κ' ήλθε των θεώνε,

πληρώνει φόρο όχι μικρό σ' εμένα και στη χώρα.

Κ' εγώ επειδή τα σέβουμαι δε θ' αρνηθώ ποτέ μου

το δώρο του παρά κ' εδώ θα τον δεχτώ να κάτση.

Κι' αν εδώ ο ξένος προτιμά να μένη θα διορίσω

εσένα για να τον φυλάς· ή αν προτιμάς μαζί μου

νάρχεσαι, Οιδίποδα, απ' αυτά σ' αφίνω να διαλέξης,

αφού σκεφτής· γιατί κ' εγώ μ' εσέ θα συμφωνήσω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σ' ανθρώπους τέτοιους άμποτε, Δία, καλό να δίνης.

ΘΗΣΕΑΣ

Λοιπόν τι θέλεις; νάρχεσαι στ' αρχοντικό μου αλήθεια;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Βέβαια αν μου ήταν βολετό· μα ο τόπος τούτος είναι . . .

ΘΗΣΕΑΣ

όπου θα κάμης τι; επειδή ενάντιος δε θα σου είμαι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όπου θε να νικήσω αυτούς, που μ' έχουν αποδιώξει.

ΘΗΣΕΑΣ

Μεγάλο τάζεις χάρισμα για τη διαμονή σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ανίσως βέβαια κ' εσύ το λόγο σου κρατήσης.

ΘΗΣΕΑΣ

Μην έχης φόβο όσο για εμέ δε θε να σε προδώσω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κ' εγώ βέβαια σαν άπιστο δε θα σε δέσω μ' όρκο.

ΘΗΣΕΑΣ

Μα κ' έτσι δε θα κέρδιζες περσότερ' από τώρα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πώς θε να κάμης το λοιπόν;

ΘΗΣΕΑΣ

Τι πιο πολύ φοβάσαι;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θε νάρθουν άνθρωποι . . .

ΘΗΣΕΑΣ

Γι' αυτούς θάχουν την έννοια τούτοι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κοίτα, μ' αφίνεις . . .

ΘΗΣΕΑΣ

Μη μου λες όσα να κάμω πρέπει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ανάγκη να φοβάμ' εγώ.

ΘΗΣΕΑΣ

Δε σκιάζεται η καρδιά μου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δεν ξέρεις τους φοβερισμούς . . .

ΘΗΣΕΑΣ

Ξέρω, πως από δώθε,

χωρίς να θέλω εγώ, άνθρωπος κανείς δε θα σε πάρη.

Πολλές φοβέρες την ψυχή του κάκου φοβερίσαν

με πολλά λόγια· μα, άμα ο νους έρθη στα συγκαλά του,

πάνε τα φοβερίσματα στο βρόντο· και σ' εκείνους,

κι' αν πήραν θάρρος φοβερά να λεν για το άρπαγμά σου,

το ξέρω εγώ, το πέλαγο, που είν' αποδώ ως κει πέρα,

μεγάλο κι' αταξίδευτο ίσως φανή. Για τούτο,

και χώρια από ό,τι σκέφτουμαι, εγώ σε συμβουλεύω

να μη φοβάσαι, αν σ' έστειλεν ο Φοίβος εδώ πέρα·

μα κ' αν εγώ δεν είμ' εδώ, ξέρω πως τόνομά μου

μόνο θα σούναι φύλακας κακό να μη παθαίνης.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Στης αλογοθροφούσας τούτης χώρας

το μέρος τ' ομορφότερο ήλθες, ξένε,

στον Κολωνό τον ασπροχώματ' όπου

το γλυκόλαλο αηδόνι κελαδάει

συχνάζοντας στα δροσερά φαράγγια,

πάνω στο μαύρο τον κισσό πετώντας

και στου θεού τ' απάτητο το δάσος,

που κάνει πλήθος τους καρπούς κι' ούτ' ήλιος

ούτε κανένας άνεμος το πιάνει·

όπου συχνάζει πάντοτ' ο πατέρας

του μεθυσιού ο Διόνυσος, συντρόφους

πιστούς τις θείες έχοντας βυζάχτρες.

Αντιστροφή α'.

Και με την ουρανόσταλτη δροσιά μέρα τη μέρα

το φουντωτό μανούσι ανθίζει,

που δυο τρανών θεών παλιό στολίδ' είναι, κι' ο κρόκος,

που σαν χρυσάφι λαμπυρίζει·

και δε στερεύουν οι πηγές οι ακοίμητες, που θρέφουν

πλούσια του Κηφισού το ρέμα,

μα πάντα κάθε μέρα αυτός με τα νερά καθάρια

στης πλατοστήθας γης τους κάμπους

ξεχύνεται πιο γλήγορο το κάρπισμα να φέρη·

μήτε τη μίσησαν οι Μούσες,

μήτε κ' η χρυσοχάλινη τήνε μισεί Αφροδίτη.

Στροφή β'.

Ανθίζει ακόμη δέντρο, που ως τα τώρα

μήτε και μέσ' στη χώρα της Ασίας

μήτε και στο τρανό του Πέλοπα νησί

δεν άκουσα, πως μόνο του φυτρώνει,

χωρίς να φυτευτή από ανθρώπου χέρι,

όντας στων εχτρών τάρματα φοβέρα,

που πιο πολύ στη χώρα τούτη ανθίζει,

η ασημοφυλλ' η ελιά, που θρέφει

τα παλληκάρια· αυτή κανένας νέος

ή γέρος αρχηγός δε θ' αφανίση

με τους πολεμιστές του κόβοντάς τη,

γιατί το μάτι, που όλα γύρω βλέπει,

του Δία, που είναι της ελιάς προστάτης,

τη φυλάει κ' η Αθηνά η γαλανομμάτα

Αντιστροφή β'.

Μα έχω για την πατρίδα μου να ειπώ και παίνεμ' άλλο

πολύ καλλίτερο, που δώρο

είναι του δυνατού θεού και καύχημα μεγάλο

της χώρας μου, πως είναι πρώτη

στο να γυμνάζη τ' άλογα και πρώτη στα καράβια.

Ω γυιέ του Κρόνου, Ποσειδώνα

αφέντη, εσύ τη σήκωσες σε τόσο τρανή δόξα,

γιατί σε τούτα εδώ τα μέρη

πρωτόφτιασε το χέρι σου τα γκέμια, που μερώνουν

τάλογα. Κι' αλαφρά στο κύμα

το καλοχούφτιαστο κουπί με λάμνισμα πηδάει

ακολουθώντας τις Νεράιδες.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ω χώρα, που με περισσούς επαίνους σε παινεύουν,

τώρα είν' δουλειά σου αληθινά τα λόγι' αυτά να δείξης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κόρη μου, τι αναπάντεχο είναι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Με βία, πατέρα,

ο Κρέοντας και με βοηθούς έρχεται κατά μας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αγαπημένοι γέροντες, τώρ' από σας μονάχα

μπορεί σ' εμένα να δειχτή του γλυτωμού το τέλος.

ΧΟΡΟΣ

Μη σκιάζεσαι και θα δειχτή· γιατί κι' αν ίσως είμαι

γέρος εγώ, δε γέρασε κ' η δύναμη της χώρας.

ΚΡΕΩΝ

Ευγενικοί άντρες, που σ' αυτή τη χώρα κατοικείτε,

μέσα στα μάτια σας θωρώ, πως με τον ερχομό μου

σας έχει πιάσει τώρα δα κάποιος μεγάλος φόβος·

μη με φοβόσαστε, μηδέ λόγο κακό να βγάλτε.

Γιατί δεν ήλθα θέλοντας κάνα κακό να κάμω

αφού κ' εγώ είμαι γέροντας και ξέρω, ότι σε χώρα

έρχουμαι, που είναι δυνατή όσο δεν είν' καμία άλλη

Ελληνική. Όμως στάλθηκα μήπως και καταφέρω

το γέρο τούτον άνθρωπο στη Θήβα νάλθη πίσω·

Θηβαίος ένας δε μ' έστειλε, μα με προστάξαν όλοι,

γιατί από τη συγγένεια μας μου πρέπει να λυπάμαι

για τα παθήματ' αυτουνού περσότερο απ' τη χώρα.

Μα, Οιδίπου κακορροίζικε, ακούγοντας εμένα,

γύρισε στην πατρίδα σου. Σε προσκαλνάει δίκια

όλης της Θήβας ο λαός· και πιο πολύ από τούτον

εγώ, γιατί περσότερο ― αν μέσα στους ανθρώπους

δεν είμαι ο πιο κακώτερος ― πονώ στις συφορές σου,

θωρώντας σε τον άμοιρο νάσαι χωρίς πατρίδα,

πάντ' αλανιάρης, νηστικός (18), κ' έχοντας στήριγμά σου

μια κόρη· δε φαντάζομουν ποτέ μου ο κακομοίρης

ότι θε νάχε πέσει αυτή σε τόση δυστυχία

σ' όση είν' πεσμέν' η δύστυχη, παντοτινά για σένα

τον άραχλο φροντίζοντας με στερεμένη ζήση,

τόσο μικρούλα ανύπαντρη και που μπορεί καθένας

να την αρπάξη. Τάχατες βαρειά ντροπή δεν είπα,

μαύρος εγώ, για εσέ, για εμέ και τη γενιά μας όλη;

Μα αφού δεν είναι βολετό τα φανερά να κρύβω,

Οιδίπου εσύ, στους πατρικούς θεούς μας σ' εξορκίζω,

κρύψε τα, ακούγοντας εμέ, στέργοντας να γυρίσης

ξανά στην πολιτεία σου, στο πατρικό σου σπίτι,

τη χώρα τούτη φιλικά σαν αποχαιρετήσης,

τι της αξίζει· μα σωστό είναι την εδική σου

να σεβαστής περσότερο, γιατί σ' έχει αναθρέψει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω εσύ, που όλα τ' αποκοτάς και σ' όλα μπορείς νάβρης

κάθε λογής πονήρεμα για δικαιολόγησή σου,

δόλωμ' αυτά τι μου πετάς και θέλεις να με πιάσης

πάλι, που αν επιανόμουνα, πιότερο θα λυπόμουν;

Γιατί κι' όταν υπόφερνα πριν απ' τις συφορές μου,

όταν για μένα ήταν χαρά να φύγω απ' την πατρίδα,

αν κ' ήθελα, δεν ήθελες τη χάρη να μου κάμης.

Μα τον καιρό, που πια ο θυμός μούχε περάσει κ' ήταν

γλυκός μου πόθος το να ζω μέσ' στην πατρίδα, τότε

μ' εξώριζες και μ' έδιωχνες στα ξένα, και δε σου ήταν

τότες αυτή η συγγένεια μας καθόλου αγαπημένη.

Και τώρα πάλι, που θωρείς καλόγνωμη να μου είναι

η χώρ' αυτή κ' οι κάτοικοι, πασχίζεις να μ' αλλάξης

τη γνώμη, γλυκολέγοντας σκέψες σκληρές· μα ποια είναι

αυτή η χαρά να ευεργετής ανθρώπους άθελά τους;

Αν δηλαδή κανείς, ενώ παρακαλάς για κάτι,

δε δίνη τίποτε, μηδέ να σε βοηθήση θέλη,

αν κ' η καρδιά σου λαχταρά γι' αυτά που ανάγκη τάχεις,

τότε σου χάριζε, όταν πια τόπο δεν πιάνη η χάρη,

ανώφελη ευχαρίστηση για σε δε θάταν τούτη;

Αλλ' όμως τέτοια δα κ' εσύ σ' εμένανε προσφέρνεις·

καλά στα λόγια βέβαια, μα ψεύτικα στα έργα.

Μα και σε τούτους θα τα πω για να σε δείξω ψέφτη.

Ήλθες να πάρης με από δω όχι για να με φέρης

πίσω στο σπίτι μου, παρά για να με κάτσης έξω

και να γλυτώση η Θήβα σου άβλαβη από τη χώρα

τούτη. Δε θα σου γίνη αυτό, παρά θα σ' εύρουν τούτα:

Στον τόπο κείνον πάντοτε θα μένη η εκδίκησή μου·

κι ακόμη απ' την πατρίδα μου θα βρούνε οι γυιοί μου τόπο

τόσον, όσος θα φτάση τους για να τους θάψουν μόνο.

Λοιπόν καλλίτερ' από σε δεν ξέρω όσα θα γίνουν

στη Θήβα; Βεβαιότατα μια και γροικώ το Φοίβο

κι' αυτόν το Δία, που είναι του γονιός, σωστά να λένε.

Όμως εσύ μου ήλθες εδώ με το ύπουλό σου στόμα

και με μεγάλες πονηριές· μα πιο πολλά σ' εσένα

θα φέρουνε τα λόγια σου κακά παρά ευτυχία.

Μα φεύγα! γιατί, ξέρω το, πως δε σε καταπείθω·

κ' εμάς να ζούμ' εδώ άσε μας· γιατί δεν κακοζούμε

κ' έτσι όπως είμαστε, αν χαρά μας φέρνη αυτό περίσσα.

ΚΡΕΩΝ

Θαρρείς πως φέρνουνε κακόν αληθινά σ' εμένα

ή περισσότερο σ' εσέ αυτά που μου λες τώρα,

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Για με είναι πιο καλλίτερο, ανίσως μήτ' εμένα

να καταπείθης δε μπορής, μήτε και τους σιμά μου.

ΚΡΕΩΝ

Κακόμοιρε! μήτε ο καιρός δε θα σου βάλη λίγο

μυαλό, παρά για ντρόπιασμα των γερατειών υπάρχεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Στη γλώσσα εσύ είσαι φοβερός· μα εγώ δεν ξέρω ούτ' ένα

άνθρωπο δίκιο, που μιλεί καλά για όλα τα πάντα.

ΚΡΕΩΝ

Είν' άλλο το να πης πολλά κι' άλλο κείνα που πρέπει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όπως δα εσύ λίγα τα λες, όμως τα λες στην ώρα.

ΚΡΕΩΝ

Όχι σ' εκείνον που μυαλά με τα δικά σου έχ' ίσια.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Φύγε! το λέω και γι' αυτούς, και μήτε να προσέχης

πού πρέπει εγώ να κάθουμαι, παραμονεύοντάς με.

ΚΡΕΩΝ

Μαρτύρους βάνω αυτούς εδώ, εσένα όχι, ποια λόγια

στους φίλους αποκρίνεσαι· καμμιά φορά αν σε πιάσω . . .

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και να με πάρη ποιος μπορεί με βία απ' αυτούς τους φίλους;

ΚΡΕΩΝ

Κι' όμως εσύ θα λυπηθής χωρίς να γίνη τούτο. (19)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σαν τι κατόρθωμα έκαμες, που έτσι με φοβερίζεις;

ΚΡΕΩΝ

Εγώ προλίγο, αφού άρπαξα, τη μια απ' τις δυο σου κόρες

μακριά έστειλα, και γλήγορα και τούτη εδώ θα πάρω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα!

ΚΡΕΩΝ

Γλήγορ' αφορμή να κλαις πιο πολύ θάχης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έχεις την κόρη μου;

ΚΡΕΩΝ

Κι' αυτήν εδώ σε λίγο θάχω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα! τι θα κάμετε φίλοι μου; θα φανήτε

προδότες και δε διώχνετε τον άσεβο από δώθε;

ΧΟΡΟΣ

Έβγα έξω, ξένε, γλήγορα· γιατί μήτε και τώρα

φέρνεσαι δίκια, μήτε πριν είχες τα δίκια κάμει.

ΚΡΕΩΝ

Ε, σεις! αυτή με το στανιό καιρός είναι να πάρτε

εδώθε, αν δε θα περπατή τώρα με θέλησή της.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ωιμένα! πού η βαριόμοιρη να φύγω; ποια βοήθεια

από θεούς ή απ' άνθρωπους θα βρω;

ΧΟΡΟΣ

Τι κάνεις, ξένε;

ΚΡΕΩΝ

Δεν γγίζω αυτόν τον άνθρωπο, παρά την εδική μου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω της χώρας αφέντηδες!

ΧΟΡΟΣ

Ξένε, δεν κάνεις δίκια.

ΚΡΕΩΝ

Δίκια.

ΧΟΡΟΣ

Πώς είναι δίκια αυτά;

ΚΡΕΩΝ

Τους εδικούς μου παίρνω.

Στροφή

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα, ω πολιτεία!

ΧΟΡΟΣ

Τι κάνεις ξένε; Θα την αφήσης;

Αμέσως τώρα τη δύναμη μου

θα δοκιμάσης.

ΚΡΕΩΝ

Τραβήξου πίσω.

ΧΟΡΟΣ

Όχι μακριά σου, αφού γυρεύεις

αυτά να κάμης.

ΚΡΕΩΝ

Μα με τη Θήβα

θάχης να κάμης, αν θα πειράξης

καθόλου εμένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ετούτα εγώ δεν τάλεγα;

ΧΟΡΟΣ

Άσε απ' τα χέρια την κόρη αμέσως.

ΚΡΕΩΝ

Να μην προστάζης καθόλου εκείνους,

που δεν ορίζεις.

ΧΟΡΟΣ

Άσ' τη, σου λέω.

ΚΡΕΩΝ

Κ' εγώ σας λέω να περπατάτε.

ΧΟΡΟΣ

Ελάτ' εδώ, τρεχάτε,

τρεχάτ' εσείς οι ντόπιοι.

Η χώρα μου πατιέται,

η χώρα μου με βία,

τρεχάτ' εδώ σ' εμένα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Σέρνουμαι η κακομοίρα! ξένοι, ξένοι!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδάκι μου, πού μούσαι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Φεύγω χωρίς να θέλω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τα χέρια σου άπλωσέ μου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μα δε μπορώ καθόλου.

ΚΡΕΩΝ

Ε, σεις! δε θα την πάρτε;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα, ο κακομοίρης!

ΚΡΕΩΝ

Λοιπόν με τα στηρίγματα τούτα δε θα βαδίσης

ποτέ σου πια· όμως αφού θέλεις να στέκης πάνω

απ' την πατρίδα σου κι' από τους φίλους, που κ' εμένα

προστάξανε και κάνω αυτά, αν κ' ήμουν βασιλέας,

στέκα. Γιατί με τον καιρό, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης

πως μήτε τώρα φέρνεσαι καλά στον εαυτό σου,

μήτε και πρώτα φέρθηκες, ενώ οι φίλοι δε θέλαν,

γιατί στο θυμό δούλεψες, που πάντα σε ζημιώνει.

ΧΟΡΟΣ

Να σταματήσης, ξένε, αυτού.

ΚΡΕΩΝ

Σου λέω να μη μ' εγγίζης.

ΧΟΡΟΣ

Όχι, δε θα σ' αφήσω, αφού στερήθηκα εγώ τούτες.

ΚΡΕΩΝ

Λοιπόν και μεγαλείτερη η χώρα σου θα δώση

γλήγορ' αποζημίωση· γιατί δε θε ν' αρπάξω

μονάχ' αυτές.

ΧΟΡΟΣ

Τι έχεις σκοπό να κάμης;

ΚΡΕΩΝ

Θε να πάρω

κι' αυτόν εδώ.

ΧΟΡΟΣ

Μεγάλα λες.

ΚΡΕΩΝ

Θα γίνη τούτο αμέσως,

ανίσως δε μου αντισταθή ο βασιλιάς της χώρας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω ξαδιαντροπομίλητε! στ' αλήθεια εσύ μ' εγγίζεις;

ΚΡΕΩΝ

Προστάζω σε να μη μιλής.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μακάρι οι θεές τούτες

να μη με κάμουν άλαλο για να σου πω ακόμη

και τούτη την κατάρα μου, . . .(20) παγκάκιστε, που φεύγεις

με βίαν, αφού μου στέρησες το μοναχό το φως τους

απ' τα τυφλά τα μάτια μου. (21) Μακάρι και σ' εσένα

και στη γενιά σου ολάκερη γεράματα να δώση

ο Ήλιος, που όλα τα θωρεί, όποια έδωκε σ' εμένα.

ΚΡΕΩΝ

Τ' ακούτ' εσείς, που κάθεστε σ' αυτή τη χώρα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ακούνε

κ' εσέ κ' εμέ και σκέφτουνται, πως μ' όλο πούχω πάθει

εγώ από σένα μ' έργατα, με λόγια σ' εκδικούμαι.

ΚΡΕΩΝ

Δε θα κρατήσω το θυμό, παρά με βία θα πάρω

τούτον, αν κ' είμαι μόνος μου κι' αργός από τα χρόνια.

Αντιστροφή

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα, ο μαύρος!

ΧΟΡΟΣ

Με πόση, ξένε, ξαδιαντροπιά ήλθες,

αν απ' του νου σου επέρασε, ότι

αυτά θα κάμης.

ΚΡΕΩΝ

Έτσι νομίζω.

ΧΟΡΟΣ

Λοιπόν ποτέ μου πια δε θα κάτσω

στη χώρα τούτη.

ΚΡΕΩΝ

Κι' ο μικρός, σαν έχη δίκιο,

τον τρανό καταπονάει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γροικάτε τα ποια λέει;

ΧΟΡΟΣ

Δε θα τα κάμη· καλά το ξέρω. (22)

ΚΡΕΩΝ

Ο Δίας βέβαια μπορεί να ξέρη,

εσύ όμως όχι.

ΧΟΡΟΣ

Λοιπόν ετούτα

βρισιά δεν είναι!

ΚΡΕΩΝ

Βρισιά είν', αλλ' όμως

θα τη χωνέψης.

ΧΟΡΟΣ

Ωέ! πολίτες όλοι,

ωέ, προεστοί της χώρας,

ελάτ' εδώ τρεχάτοι,

ελάτε, γιατί φεύγουν

από δω πέρα τούτοι.

ΘΗΣΕΑΣ

Τι είναι τάχα οι φωνές τούτες; τι έχει γίνει; από φόβο

τάχα ποιόν με σταματήστε μέσ' στην ώρα πούχ' αρχίσει

τη θυσία στον Ποσειδώνα, που του Κολωνού είν' προστάτης;

Πέτε μου, να μάθω θέλω για ποιο λόγον εδώ πέρα

ήλθα πιο γοργά παρ' όσο το πόδ' ήθελε να τρέξη;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αγαπημένε μου, ― γιατί γνώρισα τη φωνή σου ―

από τον άνθρωπον αυτόν κακόπαθα προλίγου.

ΘΗΣΕΑΣ

Σαν τι έπαθες; και ποιος αυτός που σ' έχει βλάψει; λέγε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αυτός ο Κρέοντας, που θωρείς, φεύγει μακριά, αφού πρώτα

απ' τα παιδιά μου μ' άρπαξε το μοναχό ζευγάρι.

ΘΗΣΕΑΣ

Πώς είπες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κείνα πούπαθα τάκουσες όλα τώρα.

ΘΗΣΕΑΣ

Από τους δούλους στους βωμούς λοιπόν ας πάη κάποιος

όσο μπορεί γοργότερα κι' όλους ας αναγκάση

πεζούς και καβαλλάρηδες ν' αφήσουν τη θυσία

και προσβολή να τρέξουνε στο μέρος, όπου σμίγουν

των στρατοκόπων οι διπλοί δρόμοι, για να εμποδίσουν

οι κόρες να περάσουνε, κ' εγώ σ' αυτόν το φίλο,

ότι με βία νικήθηκα, να μη γενώ γελοίος.

Γλήγορα, καθώς πρόσταξα πηγαίνετε. Και τούτον

ανίσως εγώ εθύμωνα, όσο του αξίζει τώρα,

δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον απ' το δικό μου χέρι.

Και μ' όποιους νόμους τώρ' αυτός μας ήλθεν εδώ πέρα,

με τέτοιους κι' όχι μ' αλλουνούς κ' εμείς θα του φερθούμε,

ποτέ δε θάβγης δηλαδή από τη χώρα τούτη,

αν κείνες δε μου φέρης· πριν κ' εμπρός μου εδώ τις στήσης.

Γιατί εσύ πολιτεύτηκες με τρόπο, που δε στέκει

σ' εμέ και στην πατρίδα σου και σ' όλη τη γενιά σου,

σε πολιτεία μπαίνοντας, που προσκυνάει το δίκιο·

και δίχως νόμο τίποτα δεν κάνει, και της χώρας

αυτής μη λογαριάζοντας τους νόμους, εδώ εχύθης

και τα όσα σου χρειάζουνται αρπάζεις και σκλαβώνεις

με το έτσι θέλω· νόμισες, πως είν' η χώρα μου έρμη

απ' άντρες, ή την πέρασες σαν κάποια σκλαβωμένη,

κ' εμέ ίσιο με το τίποτα. Κι' όμως εσένα η Θήβα

πρόστυχο δε σ' ανάθρεψε· γιατί κι' αυτή δε θέλει

να θρέφη άντρες παράνομους, κι' ούτε θα σε παινούσε,

ανίσως και το μάθαινε πως τα δικά μου αρπάζεις

και των θεώνε, παίρνοντας με βια παρακλητάδες

κακότυχους. Μα αν τύχαινε στη χώρα σου να μπαίνω,

κι' αν είχα με το μέρος μου το πιο μεγάλο δίκιο,

χωρίς να θέλη ο βασιλιάς, όποιος κι' αν ήταν, έξω

δε θάσερνα, ούτε θάρπαζα, μα θάξερα πως πρέπει

ξένος εγώ να φέρνουμαι μπροστά στους χωραΐτες.

Μα εσύ την πολιτεία σου, κι' αν δεν τ' αξίζη, ο ίδιος

τήνε ντροπιάζεις, κι' ο καιρός, όσο περνάει, σε κάνει

γέροντα κι' άμυαλο μαζί. Λοιπόν έχω δοσμένη

τη διαταγή μου κι' από πριν και τώρα ξαναλέω,

κάποιος το γληγορώτερο να φέρη εδώ τις κόρες,

αν δεν το θέλης κάτοικος της χώρας τούτης νάσαι

με το στανιό κι' αθέλητα· και τούτα, όπως στο νου μου

τα κλείνω, έτσι απαράλλαχτα στα λέω και με τη γλώσσα.

ΧΟΡΟΣ

Βλέπεις, ω ξένε, πού έφτασες απ' τη γενιά σου δίκιος

φαίνεσαι· μα αποδείχνεσαι κακός με τα όσα κάνεις.

ΚΡΕΩΝ

Οιδίπους επί Κολωνώ · 第 1 / 4 段