Όσο περισσότερο μελετάει κανείς τη ζωή και τη φιλολογία, τόσο

γερά αισθάνεται πως από πίσω από κάθε πράγμα θαυμαστό στέκεται

το άτομο, κι ότι δεν κάνει η στιγμή τον άνθρωπο, μα ο άνθρωπος

πλάθει την εποχή. Πράγματι πάω να πιστέψω πως κάθε μύθος και

θρύλος που μας φαίνεται ότι βγήκε από το Θαύμα ή το φόβο ή τη

φαντασία μιας φυλής ή ενός έθνους ήταν στην αρχή του εφεύρεση

ενός μονάχα νου. Ο παράξενα περιωρισμένος αριθμός των μύθων μου

φαίνεται πως μας οδηγεί σ' αυτό το συμπέρασμα. Μα ας μη

πελαγώσουμε τώρα σε ζητήματα συγκριτικής μυθολογίας. Ας

κρατήσουμε τη θέση μας στο ζήτημα της κριτικής. Εκείνο που θέλω

να τονίσω είναι το εξής. Ένας αιών που δεν έχει κριτική τέχνη

είν' ένας αιών, στον οποίον η Τέχνη δεν κινείται κ' είναι

ιερατική και περιωρισμένη στην αναπαραγωγή παληών καλουπιών, ή

ένας αιών που δεν έχει καμμιά Τέχνη. Πέρασαν αιώνες κριτικής

τέχνης που δεν ήτανε δημιουργικοί στην κοινή της λέξεως

σημασία, αιώνες οπού το μυαλό του ανθρώπου γύρεψε να

τακτοποιήση τους θησαυρούς του θησαυροφυλακίου του, να χωρίση

το μάλαμα από το ασήμι και το ασήμι από το μολύβι, να μετρήση

ξανά και ξανά τις διαμαντόπετρες και να δώση ονόματα στα

μαργαριτάρια. Όμως ποτέ δεν επέρασε αιών δημιουργικός που να

μην ήταν και της κριτικής τέχνης αιών. Γιατί η κριτική ικανότης

είναι που εφευρίσκει καινούριες φόρμες. Η τάσις της δημιουργίας

είναι να επαναλαβαίνη τον εαυτό της. Στο κριτικό ένστικτο

χρεωστούμε κάθε νέα Σχολή που βγαίνει στη μέση, κάθε καινούριο

καλούπι που η Τέχνη βρίσκει έτοιμο στα χέρια της. Δεν υπάρχει

πράγματι και μια φόρμα, που τώρα η τέχνη μεταχειρίζεται, που να

μη μας ήρθε από το κριτικό πνεύμα της Αλεξάνδρειας, όπου αυτές

οι φόρμες εφευρέθηκαν ή έγιναν στερεότυπες και τελειοποιήθηκαν,

όχι μονάχα γιατί εκεί το Ελληνικό πνεύμα έγινε πιο συνειδητό, —

και πράγματι στο τέλος εξατμίσθηκε στο σκεπτικισμό και τη

θεολογία, — αλλά και γιατί σ' αυτή την πόλη, κι όχι στην Αθήνα,

αποτάθηκε η Ρώμη για τα μοντέλα της και με τη διάσωση της

Λατινικής έζησαν τα γράμματα κ' οι Τέχνες. Όταν στον καιρό της

Αναγεννήσεως η Ελληνική φιλολογία χάραζε στην Ευρώπη, το έδαφος

ήταν κάπως προετοιμασμένο γι αυτήν. Αλλά για να γλυτώσουμε από

τις λεπτομέρειες της ιστορίας, που πάντα είναι κουραστικές και

συνήθως ανακριβείς, ας πούμε γενικά ότι οι τύποι των Τεχνών

οφείλονται στο Ελληνικό κριτικό πνεύμα. Σε τούτο χρωστούμε το

επικό, το λυρικό κι ολάκερο το δράμα σε κάθε του ανάπτυξη μαζί

με την κωμωδία, το ειδύλλιο, το ρομαντικό μυθιστόρημα και το

μυθιστόρημα των περιπετειών, το δοκίμιο, το διάλογο, τη

ρητορική, τη διάλεξη — γι' αυτό το τελευταίο είδος έπρεπε ίσως

να θεωρηθούν ασυγχώρητοι — και το επίγραμμα στην πλατειά της

λέξεως σημασία. Πραγματικά του χρωστούμε κάθε είδος εκτός από

το σοννέτο, που όμως μπορεί σ' αυτό να παραλληλίσουμε κάποιο

παράξενο κίνημα σκέψεως που βρίσκουμε στην Ανθολογία, την

Αμερικανική δημοσιογραφική τέχνη, που δεν μπορεί αλλού πουθενά

να βρεθή όμοια μ' αυτή, και την μπαλλάντα σε μια πλαστή

Σκοτζέζικη διάλεκτο, που ένας από τους πιο φιλόπονους

συγγραφείς μας επρότεινε τελευταία να χρησιμοποιηθή ως θεμέλιο

για μιαν οριστική κι ομόφωνη προσπάθεια από μέρος δευτέρας

τάξεως συγγραφέων να γίνουν αληθινά ρομαντικοί. Κάθε νέα Σχολή,

καθώς φαίνεται, φωνάζει ενάντια στην κριτική, όμως στην κριτική

δύναμη που έχει ο άνθρωπος μέσα του χρωστάει την αρχή της. Το

καθαρά δημιουργικόν ένστικτο δεν νεωτερίζει, αλλά ξαναπαράγει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Έλεγες πως η κριτική είναι ουσιαστικό μέρος του

δημιουργικού πνεύματος, και παραδέχομαι κ' εγώ τώρα τελείως τη

θεωρία σου. Μα τι θα πης για την κριτική που είναι έξω από τη

δημιουργικότητα; Έχω μιαν ανόητη συνήθεια να διαβάζω περιοδικά

και μου φαίνεται πως πολύ μέρος της νεωτέρας κριτικής δεν έχει

καμμιάν απολύτως αξία.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τέτοιο είναι και το μεγαλύτερο μέρος της νεωτέρας

δημιουργικής εργασίας. Η μετριότης σε ισοζυγία με τη μετριότητα

και η αναρμοδιότης χειροκροτούσα τον αδερφό της, αυτό είναι το

θέαμα που μας χαρίζει κάπου-κάπου η καλλιτεχνική δράσις στην

Αγγλία. Ωστόσο μου φαίνεται πως έχω λίγο άδικο σ' αυτό το

ζήτημα. Οι κριτικοί γενικά — και μιλώ φυσικά για την ανώτερη

τάξη, για κείνους που γράφουν στα φύλλα των έξη πεννών — είναι

πολύ πιο μορφωμένοι από τους ανθρώπους που καλούνται να

επιθεωρήσουν τα έργα των. Αυτό βέβαια θα περίμενε κανείς

μονάχα, γιατί η κριτική απαιτεί απείρως ανώτερη μόρφωση παρά η

δημιουργία.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλήθεια;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια. Ο καθένας μπορεί να γράψη ένα τρίτομο

μυθιστόρημα. Αρκεί μονάχα να μην έχη απολύτως καμμιά γνώση της

ζωής και της φιλολογίας. Η δυσκολία, που φαντάζομαι ότι ο

κριτικογράφος αισθάνεται, είναι να υποφέρη νάχη μπροστά του ένα

οποιοδήποτε πρότυπο. Όπου δεν υπάρχει ύφος, εκεί ούτε πρότυπο

δεν θα μπορή να υπάρχη. Οι φτωχοί κριτικογράφοι υποβιβάζονται,

κατά τα φαινόμενα, σε ρεπόρτερ αστυνομίας της λογογραφίας, σε

χρονικογράφους των όσα διαπράττουν οι κοινοί εγκληματίαι της

Τέχνης. Λένε γι' αυτούς καμμιά φορά πως δεν διαβάζουν πέρα-πέρα

τα έργα που τους δίνουν να κριτικάρουν. Και δεν τα διαβάζουν.

Αν τα διάβαζαν, θα γίνονταν σίγουρα μισάνθρωποι ή, αν μου

επιτρέπεται να δανεισθώ μια φράση κάποιας από τις όμορφες

τελειόφοιτες της Newnham (89) τέλειοι μισογύναι για το υπόλοιπο

της ζωής των (90). Ούτε είναι ανάγκη να τα διαβάζουν. Για να

καταλάβη κανείς την προέλευση και την ποιότητα ενός κρασιού δεν

είναι ανάγκη να πιη ολάκερο το βαρέλι. Πρέπει να είναι τελείως

εύκολο σε μιαν ώρα να πουν αν ένα βιβλίο αξίζη ή δεν αξίζη

τίποτε. Δέκα λεπτά αρκούν πράγματι, αν έχη κανείς την αίσθηση

της μορφής. Ποιος θα θέλη να πελαγώση μέσα σ' ένα ηλίθιο τόμο;

Τον δοκιμάζει κανείς απλώς, κι αυτό είναι αρκετό, περισσότερο

από αρκετό κατά τη γνώμη μου. Ξέρω καλά ότι υπάρχουν πολλοί

τίμιοι εργάται στη ζωγραφική καθώς και στη λογογραφία, που

αποκρούουν ολότελα την κριτική. Κ' έχουν δίκιο. Η εργασία τους

δεν έχει τη μανταλιτέ της εποχής των. Δεν μας φέρνει κανένα

καινούριο στοιχείο ηδονής. Δεν υποβάλλει κανένα νέο κίνημα

σκέψεως ή πάθους ή ομορφιάς. Ούτε λόγος πρέπει να γίνεται γι'

αυτήν. Πρέπει να την αφήσουμε στη λήθη που της αξίζει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά, συγγνώμην, αγαπητέ μου, που σε διακόπτω· μου

φαίνεται πως αφίνεις το πάθος σου για την κριτική να σε

παρασύρη παραπολύ μακριά. Γιατί πρέπει να παραδεχθής επιτέλους

και συ πως είναι πιο δύσκολο να κάνη κανένας κάτι παρά να

μιλήση γι' αυτό.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Πιο δύσκολο να κάνη κανένας κάτι παρά να μιλήση

γι' αυτό; Καθόλου μάλιστα. Είναι μια χοντρή πλάνη του όχλου

αυτή. Πολύ πιο δύσκολο είναι να μιλήση κανείς για κάτι παρά να

το κάνη. Στην πραγματικότητα της ζωής αυτό είν' ολοφάνερο.

Οποιοσδήποτε μπορεί να κάμη ιστορία. Μονάχα ο μεγάλος άνθρωπος

μπορεί να τη γράψη. Δεν υπάρχει τρόπος ενεργείας ούτε είδος

συγκινήσεως που να μην το συμμεριζόμαστε με τα κατώτερα ζώα.

Μονάχα με τη γλώσσα στεκόμαστε πιο ψηλά απ' αυτά ή ο ένας από

τον άλλο, με τη γλώσσα πούναι ο γονιός κι όχι το παιδί της

σκέψεως. Η δράση είναι πράγματι πάντα εύκολη, κι όταν μας

παρουσιάζεται στην πιο βαριά, γιατ' είναι κ' η πιο συνεχής,

μορφή της — και τέτοιαν εγώ θεωρώ την εμπορική της μορφή —

γίνεται απλούστατα το καταφύγιο των ανθρώπων που δεν έχουν να

κάμουν τίποτε απολύτως. Όχι, Ερνέστε, μη μου μιλάς για δράση.

Είν' ένα τυφλό εξάρτημα εξωτερικών επιδράσεων και κινείται με

μιαν ώθηση που δεν της γνωρίζει τη φύση. Είναι κάτι τι λειψό

στην ουσία του, γιατί περιορίζεται από την τύχη και δεν ξέρει

την κατεύθυνσή του την ίδια, που βρίσκεται σε διαφωνία με το

σκοπό του. Η βάσις του είναι η έλλειψις φαντασίας. Είναι το

τελευταίο καταφύγιο εκείνων που δεν ξέρουν να ρεμβάζουν.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, τον κόσμο τον μεταχειρίζεσαι σαν να ήταν

κανένα τόπι κρυστάλλινο. Το βαστάς στο χέρι σου και το

αναποδογυρίζεις για να κάνης το γούστο μιας πεισματάρας

φαντασίας. Δεν κάνεις τίποτ' άλλο παρά ν' αντιγράφης την

ιστορία.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ένα χρέος που έχουμε στην ιστορία είναι να την

αντιγράψουμε. Και δεν είν' αυτό η μικρότερη των ασχολιών που

επιφυλάσσονται για το πνεύμα της κριτικής. Όταν θάχουμε

ανακαλύψει τους κριτικούς νόμους που κυβερνούν τη ζωή, τότε θα

νοιώσουμε ότι ο μόνος που έχει περισσότερα ονειροπολήματα από

τον ονειροπόλο είναι ο άνθρωπος της δουλειάς. Αυτός, πράγματι,

δεν ξέρει ούτε την αρχή ούτε το αποτέλεσμα των πράξεών του. Στο

χωράφι, όπου ενόμισε αυτός πως έσπειρε αγκάθια, εμείς κάναμε

τον τρύγο μας κ' η συκιά που φύτεψε για να την απολαύσουμε

είναι τόσον ξερή όσο ένα γαϊδουράγκαθο και πιο πικρή απ' αυτό.

Για να μην ξέρη ποτέ η Ανθρωπότης πού πηγαίνει κατώρθωσε νάβρη

το δρόμο της.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Νομίζεις λοιπόν πως στον κύκλο της δράσεως ο

συνειδητός σκοπός είναι μια απάτη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κάτι χειρότερο από μιαν απάτη. Αν εζούσαμεν αρκετά

ώστε να βλέπαμε ταποτελέσματα των πράξεών μας, ίσως όσοι λένε

πως είναι καλοί θ' αρρώσταιναν από μιαν οκνή μετάνοια κ'

εκείνοι που ο κόσμος τους έχει για κακούς θα ζωντάνευαν με μιαν

ευγενική χαρά. Κάθε τι μικρό που κάνομε περνά μέσα στη μεγάλη

μηχανή της ζωής που μπορεί ν' αλέθη τις αρετές μας σε σκόνη και

να τις κάνη άχρηστες ή να μεταβάλη τις αμαρτίες μας σε στοιχεία

καινούριου πολιτισμού, πιο θαυμαστού και λαμπρότερου από κάθε

άλλον που πέρασε. Αλλά οι άνθρωποι είναι σκλάβοι των λέξεων.

Τους πιάνει μανία εναντίον του Υλισμού, όπως τον ονομάζουν,

ξεχνώντας ότι δεν έγινε καμμιά υλική μεταρρύθμισις που να μην

επνευματοποίησε τον κόσμο κι ότι λίγα είναι, αν είναι και

κανένα, τα πνευματικά ξυπνήματα που δεν σπατάλησαν τη δύναμη

του κόσμου σε άγονες ελπίδες κι άκαρπες ορμές κι άδειες ή

παγιδευτικές δοξασίες. Ό,τι λεν Αμαρτία είν' ένα ουσιαστικό

στοιχείο προόδου. Δίχως αυτήν ο κόσμος θα λίμναζε ή θα γερνούσε

ή θα καταντούσε άχρωμος. Με την εντατική βεβαίωση της

ατομικότητός μας απολυτρώνει από τη μονοτονία του ενός τύπου.

Με το ν' απορρίπτη τις τρέχουσες ιδέες για την ηθική γίνεται

ένα με την πιο υψηλήν ηθική. Και για να πούμε και για τις

αρετές! Τι είναι οι αρετές; Η φύσις, μας λέει ο Ρενάν, λίγο

γνοιάζεται για την εγκράτεια, κ' ίσως στη ντροπή της Μαγδαληνής

κι όχι στη δική τους αγνότητα χρωστούν οι Λουκρητίες των

νεωτέρων χρόνων την απαλλαγή τους από τις κηλίδες. Η ελεημοσύνη

κι αγαθοεργία, καθώς κ' εκείνοι που αποτελούν το τυπικό μέρος

της θρησκείας των αναγκάσθηκαν να τ° ομολογήσουν, γεννάει χίλια

δυο κακά. Η απλή ύπαρξις της συνειδήσεως, της δυνάμεως εκείνης

για την οποία τόσο φλυαρούν ανέκαθεν οι άνθρωποι και με τόσην

αμάθεια καυχιώνται, είναι σημάδι της λειψής αναπτύξεώς μας.

Πρέπει ν' απορροφηθή από το ένστικτο για να γίνουμε υπέρτεροι.

Η αυταπάρνηση είναι απλώς μια μέθοδος, με την οποίαν ο άνθρωπος

σταματάει την πρόοδό του, κ' η αυτοθυσία μια επιβίωσις του

εθίμου του ακρωτηριασμού που είχαν οι βάρβαροι, μέρος της

παληάς λατρείας του ψωμιού, που είναι ένας τόσο φοβερός παράγων

στην ιστορία του κόσμου και που έχει και σήμερα τα θύματά της

από ημέρα σε ημέρα και τους βωμούς της μες στη χώρα. Οι αρετές!

Ποιος ξέρει τι είν' οι αρετές; Όχι εσύ, ούτ' εγώ. Ούτε κανένας.

Καλό είναι για τη ματαιοδοξία μας να σκοτώνουμε τον εγκληματία,

γιατί, αν τον αφήναμε να ζήση, μπορεί να μας έδειχνε τι

κερδίσαμε από το έγκλημά του. Καλό για την ησυχία του να πάη ο

άγιος να μαρτυρήση. Του γίνεται η χάρη να μην ιδή το φρικτό

θέαμα του θερισμού της σποράς του.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, βγάζεις μια πολύ άσχημη νότα. Ας

γυρίσουμε πίσω στα πιο χαριτωμένα χωράφια της φιλολογίας. Τι

έλεγες; Ότι πιο δύσκολο είναι να μιλήση κανείς παρά να το κάνη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. (Ύστερ' από μικρή διακοπή). — Μάλιστα· θαρρώ πως

τόλμησα να υποστηρίξω την απλήν αυτή αλήθεια. Ασφαλώς βλέπεις

τώρα πως έχω δίκηο. Όταν ένας άνθρωπος ενεργή, είν' ένα

νευρόσπαστο. Όταν περιγράφη, είναι ο ποιητής. Εδώ είναι όλο το

μυστικό. Ήταν αρκετά εύκολο στις αμμοσκεπασμένες πεδιάδες του

ανεμόδαρτου Ιλίου να πετά κανείς τη σκαλισμένη σαΐτα από το

έγχρωμο τόξο ή να ρίχνη απάνω σε ασπίδα από βωδινό πετσί και

φλογόθωρο χαλκό το μακρύ κοντάρι με την από ξύλο μελίας λαβή.

Ήταν εύκολο για τη μοιχαλίδα βασίλισσα ν' απλώση χάμου τα

Τυριανά χαλιά για τον κύριό της κ' ύστερα, όταν εκείνος

λουζόταν στη μαρμαρένια γούρνα μέσα ξαπλωμένος, να του ρίξη

'πάνω από το κεφάλι του το άλικο δίκτυ και να φωνάξη στον

ωρηοπρόσωπο εραστή της να τον λογχίση ανάμεσ' από τα πλέγματα

στην καρδιά, που θα έπρεπε να είχε ραγίσει στην Αυλίδα. Και για

την Αντιγόνη ακόμα, μόλο που την πρόσμενε σαν αρραβωνιαστικός

της ο θάνατος, ήταν εύκολο να περάση μέσ' από τη μολεμένην

ατμόσφαιρα καταμεσήμερα, ν' ανέβη στο λόφο και ν' αποσκεπάση με

σπλαχνικό χώμα το κακομοιριασμένο γυμνό πτώμα που απόμνησκε

άταφο. Μα τι να πούμε για κείνους που γράψανε γι' αυτά τα

πράγματα; Τι για κείνους που έδωκαν πραγματικότητα και τα

έκαμαν να ζουν για πάντα; Δεν είναι πιο μεγάλοι από τους άντρες

και τις γυναίκες που τραγουδούν; «Ο Έκτωρ ο γλυκός εκείνος

ιππότης επέθανε», κι ο Λουκιανός μας λέει πως στο μισοσκότεινον

κάτω κόσμο είδε ο Μένιππος το λευκασμένο κρανίο της Ελένης κι

απόρεσε ότι για το χατήρι ενός τόσον ασχημόθωρου πράγματος όλα

εκείνα τα κογχωτά καράβια ρίχτηκαν στη θάλασσα, οι ωραίοι

εκείνοι θωρακοφερεμένοι άντρες σύρθηκαν χάμου, οι πόλεις

εκείνες με τα κάστρα τους γένηκαν στάχτη. Κι όμως καθεμέρα η

όμοια με κύκνο της Λήδας θυγατέρα βγαίνει στο στρατόπεδο και

σεργιανίζει τα κύματα του πολέμου. Οι γέροι με τασπρειδερά

γένια θαυμάζουν τη χάρη της, ενώ αυτή στέκει πλάι στο βασιλιά.

Στην κάμαρά του τη φκιασμένη από χρωματιστό φίλντισι είναι

ξαπλωμένος ο αγαπητικός της. Γυαλίζει την κομψή του πανοπλία

και κτενίζει το άλικο λοφίο του. Ο άντρας της μ' έναν υπασπιστή

κ' ένα δούλο πηγαίνει από σκηνή σε σκηνή. Μπορεί να ιδή τα

γυαλιστερά του μαλλιά κ' ακούει ή φαντάζεται πως ακούει την

καθαρή εκείνη κρύα φωνή. Στην αυλή κάτω ο γυιός του Πριάμου

κουμπώνει τον χάλκινο θώρακά του. Τα άσπρα μπράτσα της

Ανδρομάχης είναι γύρω στο λαιμό του. Την περικεφαλαία του

αφίνει χάμου για να μη τρομάξη το μωρό τους. Πίσω από τους

κεντητούς μπερντέδες της σκηνής του κάθεται ο Αχιλλεύς,

ντυμένος μυρωμένη φορεσιά, ενώ ο γκαρδιακός του φίλος με τη

στολή του τη χρυσωμένη κι ασημωμένη ετοιμάζεται να πάη στη

μάχη. Από ένα παράξενα γλυμμένο κιβώτιο, που η μητέρα του η

Θέτις το είχε φέρει στο πλοίο του, ο αρχηγός των Μυρμιδόνων

βγάζει τη μυστική κύλικα, που ανθρώπου χείλη ποτέ δεν την είχαν

αγγίξει, και την καθαρίζει με θειάφι και με κρύο νερό την

δροσίζει και πλένοντας τα χέρια του γεμίζει το γυαλισμένο της

κοίλωμα με μαύρο κρασί και ραντίζει τη γη με το πηκτό αίμα του

σταφυλιού προς τιμήν Εκείνου, που εις τη Δωδώνη προφήτες με

γυμνά πόδια προσκυνούσαν, και προσεύχεται σ' Αυτόν, μη ξέροντας

ότι του κάκου προσεύχεται κι ότι από τα χέρια δυο ιπποτών της

Τροίας, του Ευφόρβου, του γυιού του Πανθέως, που τα τσουλούφια

του με χρυσάφι ήταν θηλυκωμένα, και του γυιού του Πριάμου του

λεοντόκαρδου, ο Πάτροκλος, των φίλων του ο φίλτατος, θα εύρισκε

το μοιραίο τέλος. Φαντάσματα είν' αυτοί; Ήρωες της καταχνιάς

και του βουνού; Σκιές μέσα σε τραγούδι: Όχι! Είναι πραγματικοί.

Δράσις! Τι είναι η δράσις; Πεθαίνει τη στιγμή που ενεργεί.

Είναι μία ταπεινή παραχώρησις στην πράξη. Ο κόσμος πλάστηκε από

τον τραγουδιστή και τον ονειροπόλο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ενώ μιλείς μου φαίνεται πως είναι όπως τα λες.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Έτσι είναι πραγματικά. Στο κάστρο της Τροίας που

λυώνει σε σκόνη κοίτεται η σαύρα σαν κάτι τι από πράσινο

μπρούντζο. Η κουκουβάγια έκτισε τη φωλιά της στο παλάτι του

Πριάμου. Στην έρμη πεδιάδα πλανιώνται οι βοσκοί με τα κοπάδια

τους κ' εκεί που εις την κρασάτην επιφάνεια της λαδερής

θάλασσας, που &Οίνοπα πόντον& (91) τη λέει ο Όμηρος, οι με

χάλκινη πρώρα και με μίλτο χαραγμένες μεγάλες τριήρεις των

Δαναών άραξαν με τα γυαλιστερά τους ημικύκλια, εκεί ο μοναχικός

ψαράς του Θύνου κάθεται στη μικρή του βάρκα και βλέπει πώς

πηδάνε οι φελλοί του δικτύου του. Μολαταύτα κάθε πρωί ανοίγουν

διάπλατες οι πύλες της πόλης και πεζοί ή πάνω σε άρματα οι

πολεμισταί προχωρούν στη μάχη και μυκτηρίζουν τους εχθρούς των

πίσω από τις σιδερένιες τους μάσκες. Ολημέρα λυσσομανάει η

αμάχη, κι όταν η νύχτα πέση, λαμπυρίζουν τα δαδιά στις τέντες

κι' ανάβει ο φανός στη μεγάλη κάμαρα. Όσοι ζούνε δουλεύοντας το

μάρμαρο ή ζωγραφίζοντας το πανί ξέρουν από τη ζωή μια μονάχα

εξαιρετική στιγμή, αιώνια πράγματι στην ομορφιά της, μα

περιωρισμένη σε μια νότα πάθους ή μια διάθεση γαλήνης. Εκείνοι

που τους ζωντανεύει ο ποιητής έχουν τα χίλια δυο συναισθήματά

τους, της χαράς και του τρόμου, της τόλμης και της απελπισίας,

της ηδονής και του πόνου. Οι εποχές έρχονται και πάνε με

πρόσχαρην ή λυπητερή συνοδεία, και με πόδια φτερωμένα ή

μολυβένια περνούνε τα χρόνια από μπροστά τους. Έχουν τη νιότη

τους και την ανδρική τους ηλικία, είναι παιδιά και γερνούνε.

Αυγή είναι πάντα για την Αγία Ελένη, ως ο Veronese (92) την

είδε στο παράθυρο. Μέσ' από τον ήσυχον αέρα οι άγγελοι της

φέρνουν το σύμβολο του πόνου του Θεού. Οι δροσιστικές πρωινές

πνοές ξανεμίζουν τα χρυσά μαλλιά στο μέτωπό της. Στον μυτερόν

εκείνο λόφο σιμά στη Φλωρεντία, όπου ξαπλωμένοι είναι οι

ερωτευμένοι του Giorgione, πάντα είναι ηλιοστάσιο μεσημεριού,

μεσημεριού που κάτω από τους καλοκαιρινούς ήλιους δίνει τόσην

ατονία, που το ισχνό γυμνό κορίτσι δύσκολα να μπορή να βουτήξη

στη μαρμαρένια γούρνα τη στρογγυλή φούσκα του κατακάθαρου

ποτηριού και τα μακριά δάκτυλα του κιθαριστή κάθονται ήσυχα

'πάνω στις χορδές. Πάντα χαράμματα είναι για τις χορεύτρες

νύμφες που ο Corot άφησ' ελεύθερες ανάμεσα στις ασημένιες

λεύκες της Γαλλίας. Σ' αιώνια χαραυγή κουνιώνται κείνες οι

λεπτούτσικες διάφανες μορφές, που τάσπρα τρεμουλιαστά ποδαράκια

τους φαίνονται σαν να μην αγγίζουν το δροσοποτισμένο χορτάρι

που πατούνε. Όμως όσοι περπατούν μέσα στο έπος, το δράμα ή τη

ρομάντσα βλέπουν όσο περνούν οι κοπιαστικοί μήνες να μεγαλώνουν

και να σβύνουν τα νέα φεγγάρια και παρατηρούν τη νύκτα

αποβραδύς ίσαμε το χάραμμα του πρωινού αστεριού και μπορούν να

σημειώνουν από την ανατολή του ηλίου ίσαμε το ηλιοβασίλεμμα την

ήμερα, που ολοένα μεταμορφώνεται μ' όλο το μάλαμα και μ' όλες

τις σκιές της. Γι' αυτούς, όπως και για μας, τα λουλούδια

ανθούν και μαραίνονται και η Γη, η Πρασινοτυλιγμένη θεά, καθώς

την είπε ο Coleridge, αλλάζει την φορεσιά της για να τους

ευχαριστήση. Το άγαλμα συγκεντρώνεται σε μια μοναδική στιγμή

τελειότητος. Η εικόνα η χρωματισμένη 'πάνω στο κανναβόπανο δεν

έχει πνευματικό στοιχείο για να μπορή να μεγαλώση ή ν' αλλάξη.

Αν δεν ξέρουν τίποτε για το θάνατο, είναι γιατί ξέρουν πολύ

λίγα για τη ζωή, επειδή τα μυστικά της ζωής και του θανάτου

ανήκουν σ' εκείνους, και μόνο σ' εκείνους, που το πέρασμα του

καιρού τους επηρεάζει και που κατέχουνε όχι μονάχα το παρόν,

αλλά και το μέλλον, και μπορεί να σηκώνωνται ή να πέφτουν από

ένα παρελθόν δόξας ή ντροπής. Η κίνησις, αυτό το πρόβλημα των

τεχνών που φαίνονται, μπορεί να πραγματοποιήται μονάχα από τη

Φιλολογία. Η Φιλολογία μας δείχνει το κορμί με τη γοργότητά του

και την ψυχή στην παντοτεινήν ανησυχία της.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μάλιστα, τώρα βλέπω τι θέλεις να πης. Αλλά βέβαια

όσο ψηλότερ' ανεβάζεις τον δημιουργό καλλιτέχνη τόσο χαμηλότερα

στέκει ο κριτικός.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Γιατί τάχ' αυτό;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιατί το καλύτερο που έχει να μας δώση δεν είναι

παρά ένας αντίλαλος μιας πλούσιας μουσικής ή θολή σκιά μιας

φόρμας με καθαρό διάγραμμα. Μπορεί, αλήθεια, η ζωή να είναι ένα

χάος, όπως μου λες πως είναι, τα μαρτύριά της νάναι ταπεινά κ'

οι ηρωισμοί της άξιοι καταφρόνιας· και η δουλειά της Φιλολογίας

μπορεί να είναι το να πλάθη από το πρώτο υλικό της σημερινής

υπάρξεως έναν καινούριο κόσμο, που να είναι πιο θαυμαστός, πιο

διαρκής και πιο αληθινός από τον κόσμο που τα κοινά μάτια

βλέπουν και μέσα στον οποίο οι κοινές φύσεις γυρεύουν να

πραγματοποιήσουν την τελειοποίησή τους. Αλλ' ασφαλώς, αν ο

καινούριος κόσμος πλάστηκε με το πνεύμα και το άγγιγμα μεγάλου

καλλιτέχνη, θάναι κάτι τόσο τέλειο, ώστε να μη μείνη τίποτε για

τον κριτικό να κάνη. Καλά το νοιώθω τώρα και πρόθυμα

παραδέχομαι ότ' είναι πολύ πιο δύσκολο να μιλήση κανείς για

κάτι παρά να το κάνη. Αλλά μου φαίνεται πως αυτό το στερεό και

σημαντικό αξίωμα, που πράγματι γαληνεύει εξαιρετικά το αίσθημα

και πρέπει να γίνη δεκτό ως &μότο& από κάθε Φιλολογικήν

Ακαδημία, εφαρμόζεται μονάχα στις σχέσεις Τέχνης και Ζωής και

όχι στις σχέσεις που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ της Τέχνης και

της Κριτικής.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ασφαλώς όμως η Κριτική είναι καθ' εαυτήν μια

τέχνη. Και καθώς η καλλιτεχνική δημιουργία έχει μέσα της τη

λειτουργία της κριτικής δυνάμεως και δίχως αυτή βέβαια δεν

μπορεί να υπάρχη, έτσι κ' η Κριτική είναι πραγματικά

δημιουργική στην πιο υψηλήν έννοια της λέξεως. Η Κριτική είναι

πράγματι και δημιουργική κι ανεξάρτητη.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κι ανεξάρτητη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, ανεξάρτητη. Η Κριτική δεν θα κρίνεται με

κανένα ταπεινό κριτήριο μιμήσεως ή ομοιότητος, απαράλλακτα όπως

και το έργο του ποιητή ή του γλύπτη. Ο κριτικός έχει την ίδια

σχέση με το έργο της Τέχνης, που κρίνει, που έχει κι ο

καλλιτέχνης με τον ορατό κόσμο της φόρμας και του χρώματος ή

τον αόρατο του πάθους και της σκέψεως. Ούτε καν γυρεύει για την

τελειοποίηση της τέχνης του τα λεπτότερα υλικά. Οτιδήποτε του

κάνει τη δουλειά του. Κι απαράλλακτα όπως από τους ευτελείς

ηδονικούς έρωτες της κουτής γυναίκας ενός χωριανού γιατρού του

βρώμικου χωριού Yonville-l'-Abbaye, σιμά στο Rouen, ο Gustave

Flaubert, στάθηκε ικανός να πλάση έν' αριστούργημα ύφους, έτσι

από θέματα μικρής ή μηδαμινής σημασίας, καθώς είναι οι φετεινές

ή όποιας χρονιάς εικόνες της Βασιλικής Ακαδημίας, τα ποιήματα

του κ. Lewis Morris, τα μυθιστορήματα του κ. Ohnet, ή τα

δράματα του κ. Henry Arthur Jones, κι ο αληθινός κριτικός, άμα

γουστάρη όμοια να διευθύνη ή να ξοδιάση την παρατηρητικότητά

του, μπορεί να παρουσιάση στη μέση έργο που νάναι ασύντριφτο

στην ομορφιά και γιομάτο στην ουσία του από διανοητική

λεπτότητα. Γιατί όχι; Η κουταμάρα πάντα είν' ένας ακαταμάχητος

πειρασμός για μια λάμψη κ' η ηλιθιότης το αιώνιο Bestia

Trionfans, που βγάζει τη σοφία από το άντρο της. Για έναν

καλλιτέχνη τόσο δημιουργικό όσον ο κριτικός τι σημαίνει το

θέμα; Τίποτε περισσότερο τίποτε λιγώτερο παρ' ό,τι για τον

μυθιστοριογράφο και τον ζωγράφο. Όπως εκείνοι, μπορεί να βρίσκη

κι αυτός παντού τα μοτίβα του. Η εκτέλεση είναι που δείχνει.

Δεν υπάρχει τίποτε που να μην υποβάλλη ή να μην προκαλή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα είν' αληθινά δημιουργική τέχνη η Κριτική;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Γιατί να μην είναι; Εργάζεται με υλικά και τα

δίνει φόρμα, που είναι συγχρόνως καινούρια κ' ευχάριστη. Τι

παραπάνω μπορεί να πη κανείς για την ποίηση; Θα ήθελα να

ονομάσω την Κριτική δημιουργία μέσα σε δημιουργία. Γιατί, όπως

οι μεγάλοι καλλιτέχνες από την εποχή του Ομήρου και του

Αισχύλου ίσαμε τον Shakespeare και τον Keats δεν πήγαν να

γυρέψουν το θέμα τους απευθείας στη ζωή, αλλά το ζήτησαν στο

θρύλο και στο μύθο και την παράδοση, το ίδιο κι ο κριτικός

παίρνει και δουλεύει θέματα που άλλοι τα ξεκαθάρισαν γι' αυτόν,

και στα οποία η φανταστική μορφή και το χρώμα είχαν κιόλα

προστεθή. Κι ακόμα θα έλεγα πως η υψηλή Κριτική με το να είναι

η αγνότερη μορφή της προσωπικής εντυπώσεως είναι στο είδος της

πιο δημιουργική κι από τη δημιουργία, αφού και λιγώτερο

αναφέρεται σ' όποιον εξωτερικό γνώμονα και δικαιολογεί μονάχη

της την ύπαρξή της και, όπως θα έλεγαν οι Έλληνες, είναι αυτή

καθ' εαυτήν και για τον εαυτό της σκοπός. Κι ασφαλώς δεν

εμποδίζεται ποτέ από τα δεσμά της αληθοφανείας. Δεν την

επηρεάζουν ποτέ ευτελείς πιθανολογίες ούτ' εκείνες οι δειλές

παραχωρήσεις στις ανιαρές επαναλήψεις της ιδιωτικής ή δημόσιας

ζωής. Μπορεί κανείς από το μύθο να μεταφερθή στην

πραγματικότητα. Όχι όμως κι από την ψυχή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Από την ψυχή;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, από την ψυχή. Και πράγματι η υψηλή

Κριτική είναι το ιστορικό της ίδιας του καθενός ψυχής. Είναι

πιο γοητευτική παρά η ιστορία για τον καθένα, σχετικά με τον

ίδιον εαυτό του βέβαια. Πιο ευχάριστη είναι από τη φιλοσοφία,

γιατί το θέμα της είναι συγκεκριμένο κι όχι αφηρημένο,

πραγματικό κι όχι αόριστο. Είναι η πιο λεπτή μορφή της

αυτοβιογραφίας, γιατί δεν έχει να κάνη με γεγονότα, μα με τις

σκέψεις της ζωής· όχι με τις τυχαίες σωματικές πράξεις ή

περιστατικά της ζωής, μα με τις πνευματικές διαθέσεις και τα

φανταστικά πάθη του νου. Πάντα κάνω γούστο με την ανόητη

ματαιοδοξία εκείνων των συγγραφέων και καλλιτεχνών της εποχής

μας, που φαντάζονται ότι η πρώτη δουλειά του κριτικού είναι να

φλυαρήση για τα δικά τους κατωτέρας ποιότητος έργα. Το καλύτερο

που μπορεί κανείς να πη για τα περισσότερα έργα της νεώτερης

δημιουργικής τέχνης είναι το ότι είναι κάπως λιγώτερο χυδαία

από την πραγματικότητα κ' έτσι ο κριτικός, με τη λεπτή του

αίσθηση να ξεχωρίζη τα πράγματα, και το αλάθητο ένστικτό του να

τα εξευγενίζη, θα προτιμά να κυττάζη στον ασημένιο καθρέφτη ή

πίσω από πλεκτό βέλο και θα στρέψη τα μάτια του μακριά από το

χάος και το θόρυβο της πραγματικής υπάρξεως και αν ακόμα ο

καθρέφτης είναι θολωμένος και το βέλο ξεσχισμένο. Ο μόνος

σκοπός του είναι να εκθέση τις δικές του εντυπώσεις. Γι' αυτόν

ζωγραφίζονται οι εικόνες, γράφονται τα βιβλία και σκαλίζονται

τα μάρμαρα σε μορφές.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Θαρρώ πως άκουγα κάποιαν άλλη θεωρία για την

Κριτική.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα· ειπώθηκε από κάποιον, που τη χαριτωμένη

μνήμη του όλοι σεβόμαστε και που της φλογέρας του η μουσική

σαγήνεψε και τράβηξε κάποτε την Περσεφόνη από τα λειβάδια της

Σικελίας κ' έκανε κείνα τάσπρα πόδια της να σαλέψουν, κι όχι

του κάκου, της Cumnor (93) τα μυρτολούλουδα, ότι ο καθαυτό

σκοπός της Κριτικής είναι να βλέπη τα πράγματα ακριβώς όπως

είναι. Μα αυτό είναι μια σοβαρή πλάνη κι όποιος την πιστεύει

δεν έχει γνώση της πιο τέλειας φόρμας της Κριτικής, που εις την

ουσία της είναι καθαρά υποκειμενική και γυρεύει να φανερώση το

δικό της κι όχι ξένα μυστικά. Γιατί η υψηλή Κριτική την Τέχνη

δεν την παίρνει για να την εξηγή, παρά για να πη απλώς τις

εντυπώσεις που της κάνει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά έτσ' είναι πράγματι;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια έτσ' είναι. Ποιόνε γνοιάζει αν η γνώμη

του Ruskin για τον Turner είναι σωστή ή όχι; Τι έχει να κάνη

αυτό; Εκείνη η δυνατή και μεγαλόπρεπη πρόζα του, τόσο ζωηρή και

φλογερή στην ευγενικιά της ευγλωττία, τόσο πλούσια στην τέλεια

δουλεμένη κι αρμονισμένη μουσική της, τόσο σίγουρη κι αλάθευτη

στις καλές της εκφράσεις, ως προς την εκλογή τη λεπτή της

λέξεως και του επιθέτου, είναι τουλάχιστο τόσο μεγάλο έργο

τέχνης όσον οποιοδήποτε από τα θαυματουργά εκείνα

ηλιοβασιλέμματα, που ασπρίζουν ή λυώνουν επάνω στα σαπισμένα

καναβόπανά τους στην Αγγλική Πινακοθήκη· μεγαλύτερο πράγματι —

σκέπτεται κανείς καμμιά φορά — όχι απλώς γιατί η ισόπαλη

ομορφιά της βαστάει πιο πολύ, μα και γιατί αποτείνεται κατά

χίλιους τρόπους· η ψυχή μιλάει στην ψυχή στις γραμμές εκείνες,

που έχουν μακρύ ρυθμό, όχι με τη φόρμα και το χρώμα μονάχα, αν

και τέλεια και δίχως τίποτε να πάη χαμένο γίνεται τούτο μ'

αυτά, αλλά και με τη διανοητική κ' αισθηματικήν έκφραση, με το

υψηλό πάθος και την υψηλότερη σκέψη, με την εσωτερικότητα της

φαντασίας και τον ποιητικό σκοπό· μεγαλύτερο, λογιάζω πάντα,

όσο η Φιλολογία είναι η πιο μεγάλη Τέχνη. Ποιον πάλι τον μέλει

αν ο Pater έβαλε στο πορτραίτο της Monna Lisa κάτι που ο

Leonardo ποτέ δεν το φαντάσθηκε; Ο ζωγράφος μπορεί να ήταν

απλώς σκλάβος κάποιου αρχαϊκού χαμόγελου, όπως κάποιοι το

πίστεψαν, όμως όποτε μπαίνω στις δροσερές στοές του Παλατιού

του Λούβρου και στέκω μπροστά σ' εκείνη την παράξενη μορφή

«βαλμένη στη μαρμαρένια σάρκα της μέσα σ' εκείνο το τσίρκο των

φανταστικών βράχων σαν μέσα σε χλωμό φως κάτω από τη θάλασσα»,

ψιθυρίζω μονάχος μου: «είναι πιο αρχαία κι από τους βράχους που

ανάμεσά τους κάθεται· σαν το βρυκόλακα πολλές φορές πέθανε κ'

έμαθε τα μυστικά του τάφου· και σε βαθειές θάλασσες βουτήχτρα,

φέρνει γύρω της τις σκοτεινές ημέρες τους· και με τους εμπόρους

της Ανατολής έκανε παζάρια για παράξενα υφάδια· κ' ήταν, καθώς

η Λήδα, η μητέρα της Ελένης του Τρωικού πολέμου, και σαν την

Άγια Άννα, της Μαρίας τη μητέρα· κι όλ' αυτά της ήταν σαν τον

ήχο της λύρας και του φλάουτου και μένουν μονάχα με την

τρυφερότητα, με την οποίαν έδωκαν τύπο στις γραμμές, που όλο

αλλάζαν, και με την οποία χρωμάτισαν τα ματόκλαδα και τα

χέρια». Και λέω στο φίλο μου: «Η μορφή που τόσο παράξενα βγήκε

μέσ' από τα νερά εκφράζει τι ο άνθρωπος κατέληξε ύστερ' από

χίλια χρόνια να επιθυμήση» και μου απαντά εκείνος: «Σ' αυτό το

κεφάλι απάνω όλα τα άκρα του κόσμου μαζεύτηκαν και τα ματόκλαδα

είναι λίγο κουρασμένα». Κ' έτσι η εικόνα γίνεται πιο θαυμαστή

για μας παρ' ό,τι πραγματικά είναι και μας φανερώνει ένα

μυστικό που τίποτε δεν ξέρει γι' αυτό· κ' η μουσική της

μυστικιστικής πρόζας είναι τόσο γλυκειά στ' αυτιά μας, όσο

γλυκειά ήταν η μουσική του φλαουτίστα που δάνεισε στα χείλη της

Τζιοκόντας εκείνες τις πονηρές και φαρμακερές καμπύλες. Με

ρωτάς τι θάλεγε ο Leonardo, αν κανένας του είχε πη για την

εικόν' αυτή πως «όλες οι σκέψεις κ' η πείρα του κόσμου χάραξαν

κ' ετύπωσαν εκεί 'πάνω ό,τι ήταν ικανό να εξευγενίση και να

κάνη εκφραστική την εξωτερική φόρμα, το ζωισμό δηλ. των

Ελλήνων, τη Ρωμαϊκή λαγνεία, τη ρέμβη του Μεσαιώνος με την

πνευματική του φιλοδοξία και τους φανταστικούς του έρωτες, τον

γυρισμό του ειδωλολατρικού κόσμου και τις αμαρτίες των

Βοργιών»· θ' αποκρινόταν πιθανώτατα ότι δεν είχε υπ' όψει ο

ίδιος τίποτ' απ' αυτά, μα κύτταξε μονάχα πώς να βάλη σε τάξη

τις γραμμές και τις μάζες και φρόντισε για καινούριους και

παράξενους συνδυασμούς του γαλάζιου και του πράσινου. Και γι'

αυτόν ακριβώς τον λόγο η Κριτική, από την οποία πήρα κομμάτια,

είναι από το είδος της πιο υψηλής κριτικής. Το έργο της Τέχνης

το παίρνει απλώς σαν μια αρχή καινούριας πλάσεως. Δεν

περιορίζει τον εαυτό της — ας το υποθέσουμε τουλάχιστο για μια

στιγμή — στο ν' ανακαλύψη τον πραγματικό σκοπό του καλλιτέχνη

και να τον παραδεχθή ως οριστικόν. Και σ' αυτό έχει δίκηο,

γιατί η σημασία κάθε όμορφου πράγματος, που πλάστηκε, είναι

τουλάχιστο τόσο στην ψυχή εκείνου που το παρατηρεί, όσο ήταν

στην ψυχή εκείνου που τόπλασε. Κι ο παρατηρητής, αυτός είναι

μάλλον εκείνος που δίνει στο ωραίο πράγμα τις χίλιες μύριες

σημασίες του και μας το παρουσιάζει σαν κάτι θαυμαστό και το

βάζει σε κάποια νέα σχέση με την εποχή, ώστε ν' αποτελή ζωτικό

μέρος της ζωής μας και σύμβολο εκείνου που γυρεύουμε ή γυρέψαμε

και φοβούμαστε ίσως μη το πετύχουμε. Όσο περισσότερο μελετώ,

Ερνέστε, τόσο καθαρώτερα βλέπω πως το κάλλος των ορατών τεχνών

είναι όπως η ωραιότης της μουσικής για να κάνη πρώτα-πρώτα

εντύπωση, κι ότι μπορεί να χαλάση, όπως συχνά και το παθαίνει,

με οποιαδήποτε υπερβολή διανοητικού σκοπού από μέρος του

τεχνίτη. Γιατί, όταν το έργο τελειώση, έχει συνηθέστατα μιαν

ανεξάρτητη δική του ζωή και μπορεί να δώση κάποιο μήνυμα πολύ

διαφορετικό απ' ό,τι του είχαν βάλει στο στόμα για να πη.

Καμμιά φορά, όταν αφουκράζωμαι την εισαγωγή του Ταγχάουζερ, μου

φαίνεται πως βλέπω εκείνον τον κομψόν ιππότη να πατάη απαλά

πάνω στ' ανθόστρωτο χορτάρι και πως ακούω τη φωνή της Αφροδίτης

από τον γιομάτο σπηλιές λόφο. Μα άλλες φορές μου μιλεί για

χίλια δυο διαφορετικά πράγματα, για μένα τον ίδιο ίσως και τη

ζωή μου ή για τη ζωή άλλων, που κανείς αγάπησε και βαρέθηκε ν'

αγαπά, ή για τα πάθη που δεν εγνώρισε ο άνθρωπος και τα

κυνηγάει. Απόψε μπορεί να εμπνεύση σε κανένα εκείνο που

ειπώθηκε ΕΡΩΣ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ, εκείνο το Amour de l'impossible

(94), που πέφτει σαν μανία σε πολλούς, που νομίζουν πως ζουν σε

ασφάλεια κ' έξω από κάθε βλάβη κ' έτσι φαρμακώνονται ξαφνικά με

το φαρμάκι του δίχως όρια πόθου, και στο κυνήγι τατέλειωτο του

ό,τι δεν μπορούν να πετύχουν αδυνατίζουν και λιγοθυμούν ή

σκοντάφτουν και πέφτουν. Αύριο σαν τη μουσική, που μας

αναφέρουν ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων, σαν την ευγενικιά Δωρική

μουσική των Ελλήνων, μπορεί να κάνη χρέος γιατρού και να μας

δώση το βοτάνι του πόνου και να γιατρέψη την πληγωμένη καρδιά

και «να βάνη την ψυχή σε αρμονία μ' όλα τα σωστά πράγματα». Κι

ό,τι είναι αληθινό για τη μουσική είν' αληθινό και για όλες τις

τέχνες. Η ομορφιά έχει τόσες σημασίες όσες διαθέσεις έχει η

ψυχή. Είναι το σύμβολο των συμβόλων. Η ομορφιά φανερώνει το

καθετί, γιατί δεν εκφράζει τίποτε. Όταν μας φανερώνη τον εαυτό

της, μας δείχνει όλον τον φλογόθωρο κόσμο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα τέτοιο έργο λες να είναι αληθινά κριτική;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Είναι η πιο υψηλή Κριτική, γιατί κρίνει όχι απλώς

το ατομικό έργο της τέχνης, μα την ίδια την Ομορφιά, και κάνει

θαυματουργή μια μορφή, που ο τεχνίτης θα την άφινε άδεια ή

ακατανόητη ή ατελώς αντιληπτή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η πιο υψηλή Κριτική λοιπόν είναι πιο δημιουργική

από τη δημιουργία κι ο αρχικός σκοπός του κριτικού είναι να

βλέπη το αντικείμενο όπως δεν είναι πράγματι αυτό καθ' εαυτό.

Αυτή είναι η θεωρία σου, μου φαίνεται, ή όχι;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, αυτή είναι η θεωρία μου. Για τον κριτικό

το έργο της τέχνης είναι απλώς υποβοηθητικό για μια καινούρια

εργασία δική του, που δεν είναι καμμιά ανάγκη να μοιάζη φανερά

στο πράγμα που κρίνει. Έν' από τα χαρακτηριστικά της ωραίας

φόρμας είναι ότι μπορεί να βάζη εκεί μέσα κανείς με το νου του

ό,τι θέλει ή να βλέπη μέσα εκεί ό,τι του αρέσει· κ' η Ομορφιά,

που δίνει στη δημιουργία το παγκόσμιο κ' αισθητικό στοιχείο,

κάνει τον κριτικό πλάστη με τη σειρά του και του ψιθυρίζει

χίλια δυο πράγματα διαφορετικά απ' ό,τι είχε στο μυαλό του

εκείνος που σκάλισε το άγαλμα ή ζωγράφισε την κορνίζα ή χάραξε

το πετράδι.

Κάποιοι καμμιά φορά, που δεν νοιώθουνε μήτε τη φύση της πιο

υψηλής Κριτικής μήτε τη μαγεία της πιο υψηλής Τέχνης, λένε πως

οι εικόνες που αρέσει πιο πολύ του κριτικού να γράφη γι' αυτές

είναι όσες ανήκουν στην ανεκδοτολογία της ζωγραφικής κι όσες

έχουν σχέση με σκηνές παρμένες από τη φιλολογία ή την ιστορία.

Όμως αυτό δεν είναι αληθινό. Πράγματι τέτοιες εικόνες είναι

πολύ ευκολονόητες. Πρέπει να τις κυττάξει κανένας στις

εικονογραφίες και σαν τέτοιες ακόμα είναι αποτυχίες, γιατί δεν

κεντάνε τη φαντασία, μα της βάζουν απεναντίας σύνορα. Γιατί το

βασίλειο του ζωγράφου, καθώς και πρωτήτερα είπα, είναι πολύ

διαφορετικό από του ποιητή. Στον τελευταίο ανήκει η ζωή απόλυτα

κι ολοκληρωτικά. Όχι μονάχα η ομορφιά που βλέπουν οι άνθρωποι,

μα κ' εκείνη που την ακούνε· όχι απλώς η στιγμιαία χάρη της

μορφής ή η περαστική χαρά του χρώματος, αλλά ολάκερος ο κύκλος

του αισθήματος και της σκέψεως. Ο ζωγράφος είναι τόσο

περιωρισμένος, ώστε μόνο με τη μάσκα του κορμιού μπορεί να μας

δείξη το μυστικό της ψυχής· μόνο με συνθηματικές εικόνες μπορεί

να χειρισθή τις ιδέες· μοναχά με τα φυσικά αντίστοιχά της

μπορεί να καταπιαστή την ψυχολογία. Και πόσο ανεπαρκώς το

κάνει, ζητώντας να παραδεχτούμε το σαρίκι του Μαύρου ως σύμβολο

της υψηλής λύσσας του Οθέλλου ή έναν κρονόληρο σε μια φουρτούνα

ως την άγρια μανία του Ληρ! Κ' εν τούτοις φαίνεται σαν τίποτε

να μη μπορή να το σταματήση. Πολλοί από τους παλαιοτέρους

ζωγράφους μας περνούν την κακή και χαμένη ζωή τους κυνηγώντας

κρυφά στ' αμπελοχώραφα των ποιητών, χαλνώντας τα μοτίβα των με

την άσχημη χρήση που κάνουν και πολεμώντας να ξαναδώσουν με

ορατή φόρμα ή χρώμα το θαύμα και τη λαμπράδα του αόρατου. Οι

εικόνες τους είναι κατά φυσικήν συνέπειαν ανυπόφορα αηδείς.

Εξευτελίσανε τις άφαντες τέχνες υποβιβάζοντάς τις σε φανερές,

κι αν είναι κάτι ανάξιο να το δη κανείς, είναι το φανερό. Δεν

λέω πως ο ποιητής κι ο ζωγράφος δεν μπορούν να πάρουν το ίδιο

θέμα. Πάντα γινόταν αυτό και πάντα θα γίνεται. Μα ενώ ο ποιητής

μπορεί νάναι ή να μην είναι ζωγραφικός, όπως το θέλει αυτός, ο

ζωγράφος πάντα πρέπει τέτοιος νάναι. Γιατί ο ζωγράφος είναι

περιωρισμένος όχι σ' ό,τι βλέπει στη φύση παρά σ' ό,τι μπορεί

να φανή στο καναβόπανο.

Κ' έτσι, αγαπητέ μου Ερνέστε, τέτοιες εικόνες δεν θα γοητεύσουν

πραγματικά τον κριτικό, θα τις αφήση αυτές για να πάρη άλλα

έργα, που να τον κάνουν να σκεφθή, να ονειροπολήση, να

φαντασθή· έργα που έχουν την λεπτήν ιδιότητα της υποβολής και

φαίνονται σαν να λεν πως μπορεί κανείς μέσα κι απ' αυτά ακόμα

να καταφύγη σε πλατύτερον κόσμο. Καμμιά φορά λένε πως η

τραγωδία της ζωής του καλλιτέχνη είναι που δεν μπορεί να

πραγματοποιήση το ιδανικό του. Αλλά η αληθινή τραγωδία που

παίρνει καταπόδι τους περισσότερους καλλιτέχνες είναι ότι

πραγματοποιούν το ιδανικό τους και με το παραπάνω. Γιατί όταν

το ιδανικό εκπληρωθή, του φεύγει το θαύμα και το μυστήριο και

γίνεται απλώς μόνον αρχή για άλλο ιδανικό διαφορετικό. Να γιατί

η μουσική είναι ο τέλειος τύπος της Τέχνης. Η μουσική ποτέ δεν

μπορεί να φανερώση το τελικό μυστικό της. Αυτή επίσης είναι η

εξήγηση της αξίας των ορίων στην τέχνη. Ο γλύπτης πρόθυμα

παραιτά τη μίμηση του χρώματος κι ο ζωγράφος τις πραγματικές

διαστάσεις των σχημάτων, γιατί με τέτοιες θυσίες κατορθώνουν ν'

αποφεύγουν την παραπολύ ωρισμένη παράσταση της Πραγματικότητος,

που θα ήταν απλή μίμηση, και την παραπολύ ωρισμένη

πραγματοποίηση του Ιδανικού, που θα ήταν κάτι υπερβολικά

διανοητικό. Μ' αυτή ακριβώς την ατέλειά της η Τέχνη γίνεται

τέλεια σε Ομορφιά κ' έτσι αποτείνεται όχι στη δύναμη της

αναγνωρίσεως ούτε στο λογικό, μα στην αισθητικήν αντίληψη

μονάχα, που ενώ παραδέχεται το λογικό και την αναγνώριση ως

στάδια της κατανοήσεως, τα υποτάζει και τα δυο σε μια καθαρά

συνθετική εντύπωση του καλλιτεχνικού έργου στο σύνολό του και

παίρνοντας ό,τι ξένα στοιχεία, που συγκινούν, μπορεί το έργο

νάχη, μεταχειρίζεται τη σύνθεσή τους αυτή σαν μέσο, με το οποίο

μια πιο πλούσια αρμονία θα μπορούσε να προστεθή και στην

τελικήν ακόμη εντύπωση. Βλέπεις λοιπόν πώς συμβαίνει ο

αισθητικός κριτικός ν' απορρίπτη αυτούς τους ολοφάνερους

τρόπους εκφράσεως της Τέχνης, που ένα μήνυμα μονάχα έχουν να

φέρουν κι άμα το φέρουν γίνονται μουγγοί και στείροι, και ν'

αποζητά τρόπους, που υποβάλλουν ρέμβη ή παρόμοια ψυχική διάθεση

και με τη φανταστική τους ομορφιά όλες τις εξηγήσεις δείχνουν

αληθινές, μα καμμιάν απ' αυτές τελική. Κάποια βέβαια ομοιότητα

η δημιουργική εργασία του κριτικού θα έχη με το έργο που τον

έσπρωξε στη δημιουργία, μα θάναι τέτοια ομοιότης, που υπάρχει

όχι μεταξύ της Φύσεως και του καθρέφτη που υποθέτουμε πως ο

ζωγράφος τοπείων ή πορτραίτων βαστούσε αντίκρυ της, αλλά μεταξύ

της Φύσεως και του έργου του διακοσμητή καλλιτέχνη. Απαράλλακτα

όπως 'πάνω στα δίχως άνθια Περσικά χαλιά τριαντάφυλλα και

λαλέδες λουλουδίζουν κ' είν' εράσμια στην όψη, μολονότι δεν

παριστάνονται σε σχήματα και γραμμές που να ξεχωρίζουν, όπως το

μαργαριτάρι κ' η πορφύρα του θαλασσινού όστρακου καθρεφτίζεται

στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας· καθώς ο θόλος του

θαυμαστού παρεκκλησίου της Ραβέννας στολίζεται πολυτελέστατα με

το χρυσό και το πράσινο και το ζαφειρένιο της ουράς του

παγωνιού, μολονότι τα πουλιά της Ήρας δεν φτερουγίζουν εκεί

μέσα, έτσι ο κριτικός ξαναπαράγει το έργο που κρίνει με τρόπο,

που δεν είναι ποτέ μιμητικός και που μέρος της γοητείας του

ίσα-ίσα αποτελεί η απόρριψις της ομοιότητος, και μας δείχνει μ'

αυτόν τον τρόπον όχι μονάχα τη σημασία μα και το μυστήριο της

Ομορφιάς, και μεταφέροντας κάθε τέχνη στη Φιλολογία λύει

συγχρόνως το πρόβλημα της ενότητος της Τέχνης. Μα βλέπω πως

είναι ώρα για σουπέ. Αφού κατεβάσουμε λίγο Chambertin(95) και

μερικούς ορτολάνους, θα πάρουμε το ζήτημα του κριτικού ως

ερμηνευτή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ω! παραδέχεσαι λοιπόν ότι επιτρέπεται καμμιά φορά ο

κριτικός να εξετάζη τα πράγματα όπως αληθινά είναι;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό. Μπορεί ίσως να το

παραδεχθώ ύστερ' από το σουπέ. Το σουπέ έχει μια διαβολική

επίδραση.

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Mέρος II. Πρόσωπα: τα ίδια. Σκηνή: η ίδια.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Οι ορτολάνοι ήταν νόστιμοι και το Chambertin έξοχο

και τώρα μπορεί να γυρίσουμε στο θέμα μας εκεί που το αφήσαμε.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! ας μη το κάνουμ' αυτό. Η κουβέντα πρέπει ν'

αγγίζη καθετί, μα να μη συγκεντρώνεται σε τίποτε. Έλα να

μιλήσουμε τώρα για την &Ηθικήν Αγανάκτηση, τα αίτια και τη

θεραπεία της&, θέμα που σκοπεύω να γράψω 'πάνω σ' αυτό, ή για

την &Επιβίωση του Θερσίτη&, όπως δείχνεται στ' αγγλικά κωμικά

φύλλα ή για οτιδήποτε άλλο θέμα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όχι· θέλω να συζητήσουμε για τον Κριτικό και την

Κριτική. Μου είπες πως η πιο υψηλή Κριτική εξετάζει την Τέχνη

όχι ως προς την εκφραστική της ιδιότητα, αλλ' απλώς ως προς την

ιδιότητά της να κάνη εντύπωση, κι ότι επομένως είναι και

δημιουργική κι ανεξάρτητη, τέχνη ξέχωρη καθ' εαυτήν πράγματι,

έχοντας την ίδια σχέση με τη δημιουργικήν εργασία που αυτή έχει

με τον ορατόν κόσμο της φόρμας και του πάθους και της σκέψεως.

Τώρα λοιπόν πες μου· δεν γίνεται ο κριτικός καμμιά φορά κι

αληθινός ερμηνευτής;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, ο κριτικός γίνεται ερμηνευτής σαν το

θέλει ο ίδιος. Μπορεί να περάση από τη θετικήν εντύπωση, που

του κάνει το πλάσμα της Τέχνης συνολικά, σε μιαν ανάλυση ή

έκθεση του έργου, και σ' αυτόν τον χαμηλότερο κύκλο, όπως

υποθέτω ότ' είναι, πολλά ευχάριστα πράγματα είναι για να

ειπωθούν ή να γένουν. Ωστόσο δεν είναι πάντα δουλειά του να

εξηγή το έργο της Τέχνης. Μπορεί να θέλη κάλλιο να εμβαθύνη στο

μυστήριό του, να σηκώση γύρω σ' αυτό και γύρω στον πλάστη του

την καταχνιά εκείνη του θαύματος που είν' εξίσου αγαπητή στους

θεούς και στους πιστούς των. Οι κοινοί άνθρωποι «βρίσκουν

τρομερήν άνεση στη Σιών». Έχουν την αξίωση να περιπατούν

αλαμπρατσέτα με τους ποιητάς και μ' έναν εύκολον, γιομάτον

αμάθειαν τρόπον να ρωτάνε: «Γιατί τάχα πρέπει να διαβάζουμε

ό,τι γράφηκε για τον Σαίξπηρ και τον Μίλτωνα; Μπορούμε να

διαβάσουμε τα δραματικά έργα και τα ποιήματά τους. Αυτό

φτάνει». Αλλά το να μπορή κανείς να εκτιμήση τον Μίλτωνα, όπως

το είπε κι ο τελευταίος Πρύτανις του Πανεπιστημίου Lincoln,

είναι η αμοιβή τελείας μαθήσεως. Κι όποιος επιθυμεί να καταλάβη

καλά τον Σαίξπηρ πρέπει να νοιώση ποιες ήταν οι σχέσεις του

Σαίξπηρ με την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση, με την εποχή της

Ελισάβετ και του Ιακώβου· πρέπει νάχη μάθει την ιστορία της

πάλης για επικράτηση που έγινε μεταξύ των παλαιών κλασσικών

μορφών και του νέου πνεύματος της ρομάντσας, μεταξύ της Σχολής

του Sidney, Daniel και Johnson και της Σχολής του Marlowe και

του μεγαλύτερου γυιού του (96) πρέπει να ξέρη το υλικό που είχε

στη διάθεσή του ο Σαίξπηρ και τη μέθοδο, με την οποία το

μεταχειριζόταν, και τις συνθήκες της Θεατρικής παραστάσεως τον

δέκατον έκτον και δέκατον έβδομον αιώνα, τους περιορισμούς και

την ελευθερία και τη φιλολογική κριτική στον καιρό του Σαίξπηρ

και τις βλέψεις, τους τρόπους, και τους κανόνες της εποχής

εκείνης· πρέπει να μελετήση το Ελληνικό δράμα και τη συνάφεια

που υπάρχει μεταξύ της τέχνης εκείνου που έπλασε τον Αγαμέμνονα

και της τέχνης εκείνου που έπλασε τον Macbeth· μ' ένα λόγο

πρέπει νάναι ικανός να συνδέση το Λονδίνο της εποχής της

Ελισάβετ με την Αθήνα της εποχής του Περικλή και να μάθη την

αληθινή θέση του Σαίξπηρ στην ιστορία του δράματος στην Ευρώπη

και γενικά σ' όλον τον κόσμο. Ο κριτικός είναι βέβαια κ'

ερμηνευτής, όμως δεν θάναι γι' αυτόν η Τέχνη καμμιά Σφίγγα που

προτείνει αινίγματα και που το κούφο μυστικό της θα μάντευε και

θα ξεσκέπαζε κάποιος με πρισμένα πόδια που ούτε τόνομά της δεν

θάξερε. Απεναντίας θα την θεωρή σαν μια θεά που το μυστήριό της

θάναι δουλειά του να το κάνη πιο μυστικό και το μεγαλείο της

θάναι προνόμιό του να παρουσιάση πιο θαυμαστό στα μάτια των

ανθρώπων.

Εδώ, Ερνέστε, συμβαίνει κι αυτό το παράξενο. Ο κριτικός είναι

πράγματι ερμηνευτής, όχι όμως σαν εκείνον που απλώς

επαναλαβαίνει σ' άλλη μορφή ένα μήνυμα που του έβαλαν στα χείλη

για να το πη. Γιατί, όπως η τέχνη ενός τόπου, μονάχα όταν

έρχεται σε συνάφεια με την Τέχνη ξένων λαών, αποκτά εκείνη την

ατομική και ξέχωρη ζωή που τη λέμε εθνισμό, έτσι αλλοκότως

αντίστροφα μονάχα εντείνοντας την ατομικότητά του μπορεί κι ο

κριτικός να ερμηνεύη την ατομικότητα και το έργο των άλλων κι

όσο δυνατά μπαίνει η προσωπικότης αυτή στην εξηγήση, τόσο

πραγματικώτερη γίνεται τούτη, τόσο πιο ικανοποιητική, πιο

πειστική, πιο αληθινή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Εγώ σου λέω πως η ατομικότης είναι στοιχείο που

φέρνει σύγχυση.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όχι, είναι στοιχείο που ξεσκεπάζει. Αν θέλης να

νοιώσης τους άλλους, πρέπει να τονώσης την ατομικότητά σου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και ποιο τάχα το αποτέλεσμα τότε;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Θα σου το πω κ' ίσως σου το εξηγήσω καλύτερα μ'

ένα ωρισμένο παράδειγμα. Μου φαίνεται πως, ενώ ο κριτικός της

φιλολογίας έρχεται πρώτος στη σειρά έχοντας πιο φαρδύ δρόμο και

πιο πλατειά θέα και πιο ευγενικό υλικό, και οι άλλες οι τέχνες

έχουν η καθεμιά τον κριτικό της. Ο ηθοποιός είναι ο κριτικός

του δράματος. Δείχνει το έργο του ποιητή κάτω από νέες συνθήκες

και με τρόπο αποκλειστικά δικό του. Παίρνει τη γραμμένη λέξη

και η δράσις, η χειρονομία, η φωνή του γίνονται μέσα

αποκαλύψεως. Ο τραγουδιστής ή ο παίκτης κιθάρας και βιόλας

είναι ο κριτικός της μουσικής. Ο χαράκτης μιας εικόνας αφαιρεί

από τη ζωγραφιά τα όμορφα χρώματά της, όμως μας δείχνει με τη

χρήση καινούριου υλικού τον αληθινό χρωματισμό της, τον τόνο

και την αξία της και τις σχέσεις που έχουν αναμεταξύ τους οι

μάζες της· κ' έτσι είναι κι αυτός ο κριτικός της εικόνας, γιατί

κριτικός είν' εκείνος που μας δείχνει ένα έργο Τέχνης σε φόρμα

διαφορετική από τη φόρμα του έργου, και η χρήση καινούριου

υλικού είν' ένα στοιχείο τόσο κριτικό όσο και δημιουργικό. Κ' η

γλυπτική το ίδιο έχει τον κριτικό της, που μπορεί νάναι είτε

χαράκτης πετραδιών, όπως ήταν στην εποχή των Ελλήνων, είτε

ζωγράφος σαν το Mantegna, που προσπάθησε ν' αναπαραστήση 'πάνω

στο κανναβόπανο το κάλλος της πλαστικής γραμμής και την

αρμονική σεμνοπρέπεια μιας λιτανείας σε ανάγλυφο. Και για όλους

αυτούς τους δημιουργικούς κριτικούς της τέχνης είναι φανερό πως

η ατομικότης είναι απόλυτο στοιχείο αληθινής ερμηνείας. Όταν ο

Rubinstein μας παίζη τη Sonata Appasionata του Beethoven, δεν

μας ξαναδίνει μόνο τον Beethoven, μα και τον εαυτό του, κ' έτσι

μας ξαναδίνει τον Beethoven απόλυτα, τον Beethoven

ξαναερμηνευόμενον μέσον μιας πλούσιας αρτιστικής ιδιοσυγκρασίας

και ζωντανευόμενον θαυμαστά από μια νέα και γερή ατομικότητα.

Όταν κανένας μεγάλος ηθοποιός παίζη τον Σαίξπηρ, την ίδια πείρα

έχομε. Η δική του ατομικότης γίνεται ζωτικό μέρος της

ερμηνείας. Μερικοί πότε-πότε λένε πως οι ηθοποιοί μας δίνουν ο

καθένας τον δικό του Άμλετ κι όχι του Σαίξπηρ· κι αυτή η πλάνη

— γιατί πλάνη είναι — επαναλαβαίνεται, λυπούμαι που το λέω, κι

από κείνον τον μάγο και χαριτωμένο συγγραφέα, που τελευταία

αποσύρθηκε από τον θόρυβο της φιλολογίας στην ησυχία της Βουλής

των Κοινοτήτων, εννοώ τον συγγραφέα του Obiter Dicta (97). Στην

πραγματικότητα δεν υπάρχει, κανένας Άμλετ Σαιξπηρικός. Αν ο

Άμλετ έχη κάτι τι το καθωρισμένο, όπως όλα τα έργα της Τέχνης,

έχει επίσης κι όλη τη σκοτεινότητα που ανήκει στη ζωή. Είναι

τόσοι Άμλετ όσες και μελαγχολίες.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τόσοι Άμλετ όσες και μελαγχολίες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα· κι όπως η Τέχνη αναβλύζει από την

ατομικότητα, έτσι και μονάχα στην ατομικότητα μπορεί να

φανερώνεται, κι από το αντάμωμα των δύο γεννιέται η ερμηνευτική

κριτική.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ώστε ο κριτικός ως ερμηνευτής δεν θα δίνη λιγώτερ'

απ' όσα παίρνει και θα δανείζεται;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Θα μας δείχνη πάντα το έργο της τέχνης σε κάποια

νέα σχέση προς την εποχή μας. Θα μας θυμίζη πάντα ότι τα μεγάλα

καλλιτεχνήματα είναι ζωντανά πράγματα, τα μόνα αλήθεια ζωντανά

πράγματα. Τόσο πολύ πράγματι θα το αισθάνεται αυτό, που είμαι

βέβαιος πως, όσον ο πολιτισμός προχωρεί και γινόμαστε

περισσότερο ωργανωμένοι, τα διαλεκτά πνεύματα κάθε αιώνος, τα

κριτικά κ' εξευγενισμένα με τη μόρφωση μυαλά, τόσο λιγώτερο θα

ενδιαφέρωνται κάθε φορά για την πραγματική ζωή και &θα κυττούν

όλες τους σχεδόν τις εντυπώσεις ν' αντλούν απ ό,τι άγγιξε η

Τέχνη&. Γιατί η ζωή είναι φοβερά λειψή στη μορφή. Οι

καταστροφές της ξεσπούν ανάποδα, και σ' ανθρώπους που δεν

έπρεπε. Τρόμος αλλόκοτος φτερουγίζει γύρω στις κωμωδίες της κ'

οι τραγωδίες της φαίνεται πως καταλήγουνε σε φάρσα. Λαβώνεται

πάντα όποιος τη σιμώση. Τα πράγματα βαστούν ή παραπολύ ή

λιγώτερο απ' όσο φτάνει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κακομοίρα ζωή! Κακομοίρα ζωή του ανθρώπου! Δεν σε

συγκινούν λοιπόν μήτε τα δάκρυα, που ο Ρωμαίος ποιητής μας λέει

πως είναι μέρος της ουσίας της;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και παραπολύ γρήγορα φοβούμαι πως με συγκινούν.

Γιατί όταν κανείς γυρίση πίσω και κυττάξη την ζωή, που ήταν

τόσο ζωηρή στην ένταση των συγκινήσεών της και τόσο γεμάτη

φλογισμένες στιγμές εκστάσεως και χαράς, όλα του φαίνονται σαν

όνειρο και πλάνη. Ποια είναι τα ψεύτικα πράγματα για έναν, αν

όχι τα πάθη, που κάποτε τον εφλόγισαν σαν φωτιά; Ποια είναι

ταπίστευτα παρ' όσα πίστεψε πιστά; Ποια ταπίθανα, αν όχι όσα

έκανε ο ίδιος; Όχι, Ερνέστε, η ζωή μας γελάει με σκιές σαν

κανένας παίκτης νευροσπάστων. Της γυρεύουμε ηδονή. Μας την

δίνει συντροφεμένη με πίκρα κι απογοήτευση. Αγναντεύουμ' έναν

ευγενικόν πόνο που θαρρούμε πως θα χαρίση στις ημέρες μας την

πορφυρή αξιοπρέπεια της τραγωδίας, μ' αυτός περνάει δίπλα μας

και φεύγει κι άλλα λιγώτερο ευγενικά πράγματα παίρνουν τη θέση

του και κάποιο γκρίζο ανεμόδαρτο χάραμμα ή κανένα μυρωμένο

σιγαλό και χρυσαφένιο απόβραδο βρίσκουμε πως μ' ανάλγητην

έκπληξη ή πέτρινη καρδιά κυττάμε μια πλεξούδα χρυσών μαλλιών,

που τόσο άγρια κάποτε λατρέψαμε και τόσο τρελλά φιλήσαμε.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ώστε η ζωή είναι μια αποτυχία;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Από την καλλιτεχνική της όψη ασφαλώς. Και το

κυριώτατο πράγμα, που κάνει τη ζωή χρεωκοπημένη από την

καλλιτεχνικήν αυτή μεριά, είν' εκείνο που δίνει στη ζωή την

ευτελή της ασφάλεια, το ότι δηλαδή δεν μπορεί ποτέ κανείς να

ξαναδοκιμάση απαράλλακτα την ίδια συγκίνηση. Πόσο διαφορετικά

είναι τα πράγματα στον κόσμο της Τέχνης! Σ' ένα χώρισμα της

βιβλιοθήκης αποπίσω σου είναι η &Θεία Κωμωδία& και ξέρω πως αν

την ανοίξω σ' ένα ωρισμένο μέρος θα αισθανθώ έν' άγριο μίσος

εναντίον κάποιου που ποτέ δεν με πείραξε ή μια λατρεία για

κάποιον που ποτέ δεν θα ιδώ. Δεν υπάρχει κατάστασις πάθους που

να μη μπορή η Τέχνη να μας τη δώση, κι όσοι από μας βρήκαν το

μυστικό της μπορούν από πρώτα να ειπούν ποια θα είναι η πείρα

των. Μπορούμε να διαλέξουμε την ημέρα και την ώρα μας. Μπορούμε

να πούμε στον εαυτό μας: «Αύριο τα ξημερώματα θα περάσουμε με

τον σοβαρό Βιργίλιο την κοιλάδα της σκιάς και του θανάτου» και

να! το χάραμμα μας βρίσκει στο σκοτεινό δάσος κι ο ποιητής της

Μάντουας δίπλα μας. Περνούμε από την πόρτα του θρύλου του

ολέθριου στην ελπίδα και με λύπη ή χαρά βλέπομε τη φρίκη του

άλλου κόσμου. Οι υποκριταί πάνε δίπλα με τα βαμμένα τους μούτρα

και τις κουκούλες των από χρυσωμένο μολύβι. Μ' όλους τους

ακατάπαυτους ανέμους, που τους παρασύρουν, οι λάγνοι μας

κυττούν και βλέπομε τους αιρετικούς να ξεσχίζουν τις σάρκες

τους και τους λαίμαργους να τους μαστιγώνη η βροχή. Σπάζομε τα

ξεραΐδια από το δέντρο πούναι στο άλσος των Αρπυιών και κάθε

μουχρό φαρμακερό κλωνί ματώνει με κόκκινο αίμα μπροστά μας και

βγάζει δυνατή πικρή φωνή. Από μια κεράτινη σάλπιγγα μας μιλεί ο

Οδυσσεύς κι όταν από τον φλόγινο τάφο του σηκώνεται ο μεγάλος

Ghibelline, η περηφάνεια που θριαμβεύει απάνω από τα βάσανα

εκείνου του κρεββατιού γίνεται για μια στιγμή δική μας. Μέσα

στη χλωμοπόρφυρη ατμοσφαίρα πετούν όσοι κηλίδωσαν τον κόσμο με

την όμορφη κηλίδα της αμαρτίας των κι από σιχαμερήν αρρώστεια

κτυπημένος, υδρωπικός, με πρισμένο το κορμί, όμοιος με τεράστιο

λαούτο κοίτεται χάμου ο Adamo di Brescia, ο κιβδηλοποιός. Μας

παρακαλεί ν' ακούσωμε την αθλιότητά του· σταματούμε, και με

φριμένα και μισοανοιγμένα χείλη μας λέει πως ονειρεύεται

μερονυχτίς ρυάκια κατακάθαρου νερού, που σε κρύα δροσισμένα

κανάλλια πηδούν προς τα κάτω 'πάνω από τους πράσινους λόφους

της Casente. Ο Σίνων ο ψεύτης Έλλην της Τρωάδος τον κοροϊδεύει.

Εκείνος τον κτυπά στο πρόσωπο κ' έτσι πιάνονται. Γλεντούμε με

τη ντροπή τους κι αργοπορούμε ωσότου ο Βιργίλιος να μας μαλλώση

και να μας φέρη μακριά στην ωχυρωμένη εκείνη από τους γίγαντας

πόλη, όπου ο μεγάλος Νεμρώδ φυσάει το βούκινό του. Φοβερά

πράγματα είν' ακόμα για να ιδούμε και πηγαίνουμε να τ'

ανταμώσουμε με του Δάντη τη στολή και την καρδιά. Περνούμε τα

έλη της Στυγός κι ο Argenti κολυμπώντας στα γλιστερά κύματα

έρχεται κατά τη βάρκα. Μας φωνάζει, μα εμείς δεν τον δεχόμαστε.

Χαιρόμαστε όταν ακούμε τη φωνή του τη γεμάτη αγωνία κι ο

Βιργίλιος μας επαινεί για την πίκρα του σαρκασμού μας. Πατούμε

'πάνω στο κρύο κρύσταλλο του Κωκυτού, όπου μέσα οι προδόται

ξυλιασμένοι κολλάνε σαν τάχυρα 'πάνω στο γυαλί. Το πόδι μας

σκοντάφτει στο κεφάλι του Bocca. Δεν μας λέει τόνομά του κ'

εμείς τραβούμε φούχτες τα μαλλιά από το κρανίο που ουρλιάζει. Ο

Alberigo μας παρακαλεί να σπάσουμε τον πάγο στο πρόσωπό του για

να μπορή να κλάψη λιγάκι. Του δίνομε το λόγο μας κι όταν

τελειώνη τη θλιβερή διήγησή του δεν το βαστούμε, μα τραβούμε

παραπέρα· τέτοια σκληρότης είναι πράγματι φιλοφροσύνη, γιατί

ποιος μπορεί νάναι πιο ποταπός από κείνον που σπλαχνίζεται τους

καταδικασμένους από τον Θεό; Ανάμεσα στα σαγόνια του Εωσφόρου

βλέπομε τον άνθρωπο που πούλησε τον Χριστό κ' εκείνους που

σκότωσαν τον Καίσαρα. Τρέμουμε και προχωρούμε για να δούμε

ταστέρια.

Στο Καθαρτήριο ο αέρας είναι πιο ελεύθερος και το ιερό βουνό

ψηλώνει με το καθάριο φως της ημέρας. Εδώ είναι γαλήνη για μας·

και για όσους λίγον καιρό μένουν εδώ είναι λίγη γαλήνη και γι'

αυτούς, αν και ωχρή από το φαρμάκι της Maremma (98). Η Madonna

Pia περνάει μπροστά μας κ' η Ισμήνη, με τον πόνο του απάνω

κόσμου ακόμα γύρω της, είναι κι αυτή εδώ. Οι ψυχές, η μια

ύστερ' από την άλλη, μας κάνουν να συμμεριστούμε κάποια

μετάνοια ή κάποια χαρά. Εκείνος που της χήρας του το μυρολόι

τον έμαθε να πίνη το γλυκό αψέντι του πόνου μας μιλεί για τη

Νέλλα που προσεύχονταν στο μοναχικό της κλινάρι κι από το στόμα

του Buonconte ακούμε πως ένα μοναχό δάκρυ μπορεί να γλυτώση από

τον διάβολο τον αμαρτωλό που πεθαίνει. Ο Sordello, ο ευγενικός

εκείνος κι ακατάδεχτος Λομβαρδός μας κυττάζει από μακριά σαν

ξαπλωμένο λιοντάρι. Μόλις μαθαίνει πως ο Βιργίλιος είναι της

Μάντουας πολίτης πέφτει στο λαιμό του και καθώς έμαθε πως είν'

ο ψάλτης της Ρώμης έπεσε στα πόδια του. Σ' εκείνη την κοιλάδα,

που η χλόη και τα λουλούδια της είναι πιο όμορφα από το σκαστό

σμαράγδι και το Ινδιάνικο ξύλο και πιο λαμπερά από την πορφύρα

και τασήμι, τραγουδάνε όσοι ήτανε βασιλιάδες στη γη· μα τα

χείλη του Ροδόλφου του Hapsburg δεν κινιούνται με τη μουσική

των άλλων κι ο Φίλιππος της Γαλλίας χτυπάει το στήθος του κι ο

Ερρίκος της Αγγλίας κάθεται μονάχος. Προχωρούμε ολοένα

σκαρφαλώνοντας στη θαυμάσια σκάλα και ταστέρια γίνονται

μεγαλύτερα απ' ό,τι συνήθως είναι, και το άσμα των βασιλιάδων

αδυνατίζει και τέλος φτάνουμε στα εφτά χρυσά δέντρα και τον

κήπο του Επιγείου Παραδείσου. Πάνω σ' ένα άρμα που το έσερνε

ένας αετολέων (99) παρουσιάζεται κάποιος που το μέτωπό του

είναι ζωσμένο μ' αγριλιά, πούναι ντυμένος φλογόθωρη φορεσιά και

πράσινη χλαίνα και σκεπασμένος είναι με άσπρο βέλο. Η παλιά

φλόγα ξυπνάει μέσα μας, το αίμα μας ρέει γοργά στις φλέβες με

τρομερούς παλμούς. Την αναγνωρίζουμε. Είναι η Βεατρίκη, η

γυναίκα που την ελατρέψαμε. Ο πάγος που είχε πήξει γύρω στην

καρδιά μας λυώνει. Ξεσπούμε σ' άγρια δάκρυα αγωνίας και

σκύβουμε το μέτωπό μας ίσαμε τη γη, γιατί ξέρομε πως κάναμε

αμαρτία. Όταν έχουμε κάνει μετάνοια και αγνισθή και πιη από τη

βρύση της Λήθης και λουσθή στην πηγή της Εύνοιας η δέσποινα της

ψυχής μας μάς σηκώνει ψηλά στον Ουράνιο Παράδεισο. Από το

αιώνιο μαργαριτάρι, το φεγγάρι, το πρόσωπο της Piccarda Donati

γέρνει κατ' επάνω μας. Η ομορφιά της μας ταράζει για μια στιγμή

κι όταν σαν κάτι που πέφτει και περνάει μέσ' από το νερό

διαβαίνη δίπλα μας και πάη, την τηράμε ακόμα με μαγεμένα μάτια.

Ο γλυκός πλανήτης της Αφροδίτης είναι γεμάτος εραστές. Η

Cunizza, η αδελφή του Ezzelin, η δέσποινα της καρδιάς του

Sordello, είν' εδώ και ο Folco, ο παθητικός τραγουδιστής της

Προβηγγίας, που από τον πόνο του για την Azalaïs παράτησε τον

κόσμο, και η Χαναναία Εταίρα, που την ψυχή της πρώτην απ' όλες

εγλύτωσε ο Χριστός. Ο Joachim της Flora στέκεται στον ήλιο και

στον ήλιο ο Aquinas ξαναδηγιέται την ιστορία του Αγίου

Φραγκίσκου και ο Bonaventure την ιστορία του Αγίου Δομινίκου.

Μέσ' από τα φλογισμένα ρουμπίνια του Άρη σιμώνει ο Cacciaguida.

Μας λέει για τη σαΐτα που πετάει το τόξο της εξορίας και πόσο

πικρό είναι το ξένο ψωμί και πόσο ανηφορική η σκάλα του ξένου

σπιτιού. Στον Κρόνο η ψυχή δεν ψάλλει και ο οδηγός μας ακόμα

δεν τολμά να χαμογελάση. Σε χρυσή αναβάθρα 'πάνω φουντώνουν και

χαμηλώνουν οι φλόγες. Τέλος βλέπομε την πομπή του Μυστικού

Ρόδου. Η Βεατρίκη στηλώνει τα μάτια της 'πάνω στο πρόσωπο του

Θεού και δε τα στρέφει πια αλλού. Μας επιτρέπεται να χαρούμε το

μακάριο θέαμα· γνωρίσαμε την Αγάπη που κινεί τον ήλιο και

ταστέρια.

Μάλιστα, μπορούμε να φέρουμε τη Γη εξακόσιους ετήσιους γύρους

πίσω και να γίνουμ' ένα με τον μεγάλο Φλωρεντινό, να

γονατίσουμε μαζί του στον ίδιο βωμό και να συμμερισθούμε την

έκστασή του και την καταφρόνια του. Κι αν βαρεθούμε καμμιάν από

τις παλιές εποχές και θέλουμε να αισθανθούμε την εποχή μας μ'

όλη της την πράξη και την αμαρτία, δεν είναι βιβλία που μπορούν

να μας κάνουν να ζήσουμε σε μια μοναδική ώρα πιο πολύ παρά σε

είκοσι χρόνια ντροπή; Πλάι στο χέρι σου είν' ένας μικρός τόμος,

δεμένος με πετσί χρώματος πρασίνου του Νείλου, με σκόρπια 'πάνω

του χρυσωμένα νούφαρα και ισιαμένα με σκληρό φίλντισι. Είναι το

βιβλίο που ταγάπησε ο Gautier, ταριστούργημα του Beaudelaire.

Άνοιξέ το στο μελαγχολικό εκείνο μαντριγκάλ που αρχινά έτσι:

Que m' importe que tu sois sage ?

Sois belle! et sois triste!

και θα δης πως λατρεύεις κ' εσύ τον πόνο, όπως ποτέ σου δεν

ελάτρεψες τη χαρά. Πάρε κατόπιν το ποίημα για τον άνθρωπο που

βασανίζει τον εαυτό του, άφησε τη λεπτή του μουσική να σταλάξη

στο μυαλό σου και να χρωματίση τις σκέψεις σου και θα γίνης για

μια στιγμή ό,τι ήταν εκείνος που τόγραψε· μάλιστα όχι μια

στιγμή μονάχα, μα πολλές άγονες φεγγαρόλουστες νυχτιές και

πολλές στείρες ανήλιες ημέρες κάποι' απελπισία που δεν είναι

δική σου θε κτίση τη φωλιά της μέσα σου κ' η ξένη αθλιότης τα

σωθικά σου θα τρώη. Διάβασέ το ολάκαιρο το βιβλίο, άφησέ το να

πη στην ψυχή σου κ' ένα μονάχ' από τα μυστικά του κ' η ψυχή σου

ανυπόμονα θα θέλη περισσότερα να μαθαίνη και με φαρμακερό μέλι

θα τρέφεται και θα γυρεύη να μετανοιώση για ξένα εγκλήματα, για

τα οποία δεν έχει καμμιάν ενοχή και να δίνη εξιλέωση για

τρομερές ηδονές που ποτέ δεν εγνώρισε. Κ' ύστερα, όταν βαρεθής

τα λουλούδια αυτά της κακίας, γύρισε προς τάνθη που φυτρώνουν

στο περιβόλι της Perdita (100) και στα ποτισμένα κροντήρια τους

δρόσισε το θερμασμένο μέτωπό σου κι άφησε η ερασμιότης τους να

γιατρέψη και να ξαναβάλη στον τόπο της την ψυχή σου ή ξύπνησε

από τον λησμονημένο τάφο του τον γλυκό Σύριο Μελέαγρο και πες

του του εραστή της Ηλιοδώρας να σου τραγουδήση, γιατί κι αυτός

έχει λουλούδια στο τραγούδι του, κόκκινα μπουμπούκια ροδιού και

ίριδες που μυρίζουν σμύρνα και νάρκισσους δακτυλιδένιους και

βαθυγάλαζα ζουμπούλια και μαντζουράνες και διπλωμένα

βοϊδομάτια. Του ήταν αγαπητό το άρωμα χωραφιού φασουλιών

κατάβραδα κι ο μυρωδάτος νάρδος που φύτρωνε στα βουναλάκια της

Συρίας και το φρέσκο πράσινο θυμάρι, η μαγεία του κρασοπότηρου.

Τα πόδια της αγάπης του σαν περπατούσε στο περιβόλι ήταν σαν

κρίνα στοιβασμένα πάνω σε κρίνα. Πιο απαλά από τα πέταλα της

υπναρούς παπαρούνας ήταν τα χείλη της, πιο μαλακά από τις

βιολέττες και σαν τις βιολέττες μυρωμένα. Ο φλογόθωρος κρόκος

ψήλωνε το κεφαλάκι του μέσ' από τη χλόη για να την κυττάξη. Γι'

αυτήν ο λεπτόκορμος νάρκισσος μάζευε τη δροσερή βροχή κ' οι

ανεμώνες ξεχνούσαν τους Σικελικούς ανέμους που τις έκαναν

κόρτε. Μα μήτε ο κρόκος, μήτε η ανεμώνη, μήτε ο νάρκισσος ήταν

τόσο όμορφα όσον ωραία ήταν αυτή.

Είναι κάτι τι παράξενο αυτή η μεταβίβασις της συγκινήσεως.

Παθαίνουμε τις ίδιες αρρώστειες με τους ποιητάς κι ο

τραγουδιστής μας δανείζει τον πόνο του. Πεθαμένα χείλη μας

στέλλουν μήνυμα και καρδιές που έλυωσαν μπορούν να μας

μεταδώσουν τη χαρά τους. Τρέχουμε να φιλήσουμε το ματωμένο

στόμα της Φαντίνας κι ακολουθούμε τη Manon Lescaut σ' ολόκληρου

του κόσμου τον γύρο. Δική μας η ερωτομανία του Τυριανού, κι ο

τρόμος του Ορέστη κι αυτός δικός μας. Δεν υπάρχει πάθος που να

μη μπορούμε να αισθανθούμε, μήτε ηδονή που να μη μπορούμε να τη

δοκιμάσουμε, και μπορεί να διαλέξουμε τον καιρό που θα

βυθισθούμε σ' αυτά και τον καιρό της απολυτρώσεώς μας.

Ζωή! Ζωή! Ας μην πάμε στη ζωή για ν' απολαύσωμε ή να δοκιμάσωμε

τίποτε. Είναι κάτι στενεμένο από τις περιστάσεις, ανακόλουθο

στην έκφρασή του και δίχως εκείνη την ανταπόκριση της μορφής

και του πνεύματος, που είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να

ικανοποιήση την καλλιτεχνική και κριτική ιδιοσυγκρασία. Μας

κάνει να πληρώσωμε πολύ ακριβά τα καλά της και το ταπεινότερο

από τα μυστικά της το αγοράζουμε σ' ένα τεράστιο κι άπειρο

κόστος.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Πρέπει λοιπόν για το κάθε τι ν' ποτεινώμαστε στην

Τέχνη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Για το κάθε τι. Γιατί η Τέχνη δεν μας βλάπτει. Τα

δάκρυα που χύνομε σε μια δραματική παράσταση είναι ο τύπος των

εξαιρετικών αγόνων συγκινήσεων, πούναι δουλειά της Τέχνης να

ξυπνήση. Κλαίμε, μα δεν πληγωνόμαστε. Πονούμε, μα ο πόνος μας

δεν είναι πικρός. Στην πραγματική ζωή του ανθρώπου ο πόνος,

καθώς ο Σπινόζας κάπου το λέει, είναι σταθμός περαστικός σε μια

κατώτερη τελειότητα. Όμως ο πόνος, με τον οποίον μας γεμίζει η

Τέχνη, μας εξαγνίζει και μας μυεί, για να πάρω τη λέξη και

τούτη τη φορά από τους μεγάλους Έλληνας τεχνοκρίτας. Με την

Τέχνη, και μόνο με την Τέχνη, μπορούμε να πραγματοποιήσουμε την

τελειότητά μας· με την Τέχνη, και μονάχα μ' αυτή, μπορούμε να

θωρακισθούμε ενάντια στους χυδαίους κινδύνους της υπάρξεως.

Αυτό προκύπτει όχι μονάχα από το ότι τίποτε που μπορεί κανείς

να φαντασθή δεν αξίζει να εκτελεσθή, και μπορεί κανείς να

φαντασθή το κάθε τι, αλλά κι από τον λεπτό νόμο ότι οι δυνάμεις

των αισθημάτων καθώς κ' οι φυσικές δυνάμεις είναι περιωρισμένες

σ' έκταση κ' ενέργεια. Μπορεί κανείς να αισθάνεται τόσο μόνο κι

όχι παραπάνω. Και τι μας γνοιάζει με ποιαν ηδονή πολεμά η ζωή

να φέρη κανένα σε πειρασμό ή με τι πόνο γυρεύει να κολοβώση και

ν' αφανίση την ψυχή κανενός, αν στη θέα της ζωής εκείνων που

ποτέ δεν υπήρξαν βρήκε κανείς ταληθινό μυστικό της χαράς κ'

έχυσε δάκρυα στο θάνατο εκείνων που, όπως η Cordelia κ' η κόρη

του Brabantio, δεν μπορεί ποτέ να πεθάνουν;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Στάσου μια στιγμή. Μου φαίνεται πως σ' ό,τι είπες

υπάρχει κάτι τι σύρριζα ανήθικο.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όλες οι τέχνες είναι ανήθικες.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όλες οι τέχνες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα. Γιατί η συγκίνηση απλώς είναι ο σκοπός

της τέχνης κ' η συγκίνηση χάριν της ενεργείας είναι ο σκοπός

της ζωής και εκείνου του πρακτικού οργανισμού που τον λέμε

κοινωνία. Η κοινωνία, πούναι η αρχή και η βάση της ηθικής,

υπάρχει μονάχα για τη συγκέντρωση της ανθρώπινης ενέργειας, και

για να εξασφαλίση τη δική της συνέχιση και γερή σταθερότητα

ζητά, και δίκαια ζητά, από κάθε μέλος της να συνεισφέρη κάποια

μορφή παραγωγικής εργασίας για το κοινό όφελος και να δουλεύη

και να κοπιάζη, ώστε η εργασία της ημέρας νάχη γίνει. Η

κοινωνία συχνά συγχωρεί τον εγκληματία, ποτέ όμως τον

ονειροπόλο. Οι ωραίες άκαρπες συγκινήσεις, που η Τέχνη γεννάει

μέσα μας, είναι μισητές στα μάτια της, και τόσο απόλυτα οι

άνθρωποι υποδουλώνονται από την τυραννία του τρομερού αυτού

κοινωνικού ιδεώδους, ώστε μαζώνονται πάντα ξεδιάντροπα σε

ξέχωρα θεάματα κι άλλα κέντρα και ρωτούν ο ένας τον άλλο με

φωνή στεντορεία: «τι κάνετε» ενώ «τι σκέπτεσθε;» είν' η μόνη

ερώτηση που κάθε πολιτισμένος άνθρωπος έπρεπε να επιτρέπη στον

εαυτό του ν' αποτείνη σ' άλλον. Με καλό σκοπό λεν αυτό σίγουρα

οι τίμιοι και λαμπροί αυτοί άνθρωποι. Γι' αυτό ίσως είναι και

υπερβολικά πληκτικοί. Μα κάποιος πρέπει να τους μάθη ότι, ενώ

κατά τη γνώμη της κοινωνίας η Ονειροπόλος Σκέψις είναι η

σοβαρώτερη αμαρτία που ένας πολίτης μπορεί νάναι ένοχος γι'

αυτήν, σύμφωνα με την πιο υψηλή και λεπτή μόρφωση είναι η πιο

κατάλληλη απασχόληση του ανθρώπου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η Ονειροπόλος Σκέψις;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η Ονειροπόλος Σκέψις. Σου είπα πρωτήτερα πως είναι

πιο δύσκολο να μιλήση κανείς για κάτι παρά να το κάνη. Πρέπει

να σου πω τώρα πως το να μη κάνη κανείς τίποτε είναι το πιο

δύσκολο πράγμα και το πιο διανοητικό. Για τον Πλάτωνα, με το

πάθος του για τη σοφία, αυτή ήταν η ευγενικώτερη μορφή της

ενέργειας. Για τον Αριστοτέλη, με το πάθος του για τη γνώση,

αυτή ήταν το ίδιο, η πιο ευγενική μορφή της ενέργειας. Σ' αυτήν

ωδήγησε τους Αγίους και τους μυστικοπαθείς του Μεσαιώνος το

πάθος για την αγιότητα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Υπάρχουμε λοιπόν για να μη κάνωμε τίποτε.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Για να μη κάνουν τίποτε υπάρχουν οι εκλεκτοί. Η

δράσις είναι περιωρισμένη και σχετική. Απεριόριστη κι απόλυτη

είν' η ματιά εκείνου που κάθεται ήσυχα και μελετά, που

περπατάει μοναχός και ονειροπολεί. Όμως εμείς που γεννηθήκαμε

στα τέλη του Θαυμαστού αυτού αιώνος είμαστε τόσο πολύ

μορφωμένοι και τόσο πολύ κριτικοί συγχρόνως, τόσο διανοητικά

λεπτοί και τόσο περίεργοι για τις εξαιρετικές απολαύσεις, ώστε

να μη μπορή να παραδεχθούμε οποιεσδήποτε θεωρίες για τη ζωή

θυσιάζοντας τον τρόπο της συνειθισμένης ζωής. Για μας η citta

divina είναι άχρωμη και το fruitio Dei δίχως σημασία. Ο

Μεταφυσική δεν ικανοποιεί τις ιδιοσυγκρασίες μας κ' η

θρησκευτική έκστασις επάλιωσε πια. Ο κόσμος, που από μέσα του

βλέποντας ο Ακαδημαϊκός φιλόσοφος γίνεται ο «θεατής όλων των

καιρών κι όλων των υπάρξεων», δεν είναι πραγματικά ένας

ιδανικός κόσμος, μα απλώς ένας κόσμος αφηρημένων ιδεών. Όταν

μπαίνουμε σ' αυτόν, λιμοκτονούμε μες στα παγερά μαθηματικά της

σκέψεως. Οι αυλές της πόλεως του Θεού δεν μας είναι πια

ανοικτές. Τις πύλες της φυλάγει η Αμάθεια και, για να τις

διαβούμε, πρέπει να παραδώσουμε ό,τι στη φύση μας είναι πιο

θεϊκό. Φτάνει που οι πατέρες μας επίστεψαν. Εξαντλήσανε τη

δύναμη της πίστεως των φυλών του ανθρωπίνου γένους. Η διαθήκη

τους σ' εμάς είναι ο σκεπτικισμός, που τον φοβούνταν εκείνοι.

Αν τον είχαν εκφράσει με λόγια, ίσως δεν θα ζούσε ανάμεσά μας

ως σκέψις. Όχι, Ερνέστε, όχι. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πάλι

πίσω στους αγίους. Πολύ περισσότερα μπορεί να μάθη κανείς από

τους αμαρτωλούς. Δεν μπορεί να ξαναγυρίσουμε στον φιλόσοφο κι ο

μυστικιστής μας οδηγάει στα στραβά. Ποιος, όπως ο κ. Pater

κάπου ερωτά, θ' άλλαζε την καμπύλη ενός απλού ροδοπέταλου για

κείνο το άμορφο ανέπαφο Ον, που ο Πλάτων το βάζει τόσο ψηλά; τι

είναι για μας ο Φωτισμός του Philo, η Άβυσσος του Eckhart, η

Οπτασία του Böhme, ακόμα κι ο τερατώδης Ουρανός που

αποκαλύφθηκε στα τυφλωμένα μάτια του Swedenborg; Τέτοια

πράγματα είναι μικρότερα από την κίτρινη σάλπιγγα ενός

ασφοδέλου του αγρού, πολύ κατώτερα παρά η πιο ταπεινή από τις

ορατές τέχνες· γιατί, απαράλλακτα όπως η Φύση είναι ύλη που

πολεμάει να μπη στο μυαλό, έτσι και η Τέχνη είναι μυαλό που

εκφράζει τον εαυτό του με τις συνθήκες της ύλης και μ' αυτόν

τον τρόπο ακόμα και στις κατώτερες εκδηλώσεις της μιλεί όμοια

και στις αισθήσεις και στην ψυχή. Στην αισθητική ιδιοσυγκρασία

το αόριστο είναι πάντα αποκρουστικό. Οι Έλληνες ήταν έθνος

καλλιτεχνών, γιατί δεν τους δόθηκε η έννοια του απείρου. Όπως ο

Αριστοτέλης κι όπως ο Γκαίτε ύστερ' από τη μελέτη του Κάντιου,

θέλομε το συγκεκριμένο, και τίποτε άλλο απ' αυτό δεν μας

ικανοποιεί.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τι λοιπόν προτείνεις να γίνη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μου φαίνεται πως με την ανάπτυξη του κριτικού

πνεύματος θα γίνωμε ικανοί να εκτιμήσωμε όχι μονάχα τη δική μας

ζωή, μα και τη συνολική ζωή της φυλής κ' έτσι θα κατορθώσωμε να

κάνωμε τους εαυτούς μας μοντέρνους στην αληθινή σημασία της

λέξεως. Γιατί εκείνος, που το παρόν είναι το μόνο πράγμα που

του είναι παρόν, δεν ξέρει τίποτε για την εποχή που ζη. Για να

εκτιμήση κανείς τον δέκατον ένατον αιώνα, πρέπει να νοιώση κάθε

αιώνα που προηγήθηκε και βοήθησε να πάρη τούτος μορφή. Για να

ξέρη κανείς οτιδήποτε για τον εαυτό του πρέπει να ξέρη το κάθε

τι για τους άλλους. Δεν πρέπει να υπάρχη διάθεσις που να μη

μπορή κανείς να τη ζωντανέψη. Είναι τούτο αδύνατο; Δεν το

νομίζω. Ξεσκεπάζοντας σε μας τον απόλυτο μηχανισμό κάθε είδους

δράσεως και γλυτώνοντάς μας έτσι από το φορτίο της ευθύνης της

ηθικής, που φορτωθήκαμε μοναχοί μας, και που μας είναι εμπόδιο

για την πρόοδό μας, η επιστημονική αρχή της Κληρονομικότητος

έγινε, όπως ήταν φυσικό, η εγγύηση για τη διανοητική ζωή. Μας

έδειξε ότι ποτέ δεν είμεθα ολιγώτερο ελεύθεροι παρ' όταν

προσπαθούμε να δράσωμε. Έφραξε τα γύρω μας με το δίκτυ του

κυνηγού κ' έγραψε 'πάνω στον τοίχο την προφητεία της μοίρας

μας. Δεν μπορούμε να την ιδούμε, γιατί είναι μέσα μας. Δεν

μπορούμε να την ιδούμε παρά επάνω σε καθρέφτη που να καθρεφτίζη

την ψυχή μας. — Είναι η Νέμεσις δίχως τη μάσκα της. Είναι η

τελευταία από τις Μοίρες και η τρομερώτερη. Είναι ο μόνος από

τους θεούς, που γνωρίζομε το αληθινό του όνομα.

Κι ωστόσο, ενώ στον κύκλο της πρακτικής κ' εξωτερικής ζωής

αφαίρεσε από την ενέργεια την ελευθερία της κι από τη

δραστηριότητα την εκλογή της, στην υποκειμενική σφαίρα, όπου

δουλεύει η ψυχή, μας έρχεται αυτή η τρομερή σκιά με πολλά δώρα

στα χέρια της, δώρα αλλόκοτων ιδιοσυγκρασιών και λεπτών

ευαισθησιών, δώρα άγρια πόθων και παγερών διαθέσεων αδιαφορίας,

πολυσύνθετα και πολύμορφα δώρα σκέψεων με ποικιλία αναμεταξύ

τους, και παθών που αντιπαλαίουν τόνα με τάλλο. Κ' έτσι δεν

είναι η δική μας η ζωή αυτή που ζούμε, αλλά η ζωή των

πεθαμένων, και η ψυχή που κατοικεί μέσα μας δεν είναι μια απλή

πνευματική ολότης, που να μας κάνη προσωπικούς και ατομικούς,

πλασμένη για να μας υπηρετή και μπασμένη μέσα μας για τη δική

μας χαρά. Είναι κάτι που εκατοίκησε σε φοβερά μέρη και σε

αρχαίους τάφους εφώλιασε. Αρρώστησε από πολλές αρρώστειες κ'

έχει την ενθύμηση αλλοκότων αμαρτιών. Σοφώτερη είναι από μας,

και η σοφία της είναι πικρή. Μας γεμίζει μ' επιθυμίες που δεν

είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν και μας κάνει ν' ακολουθήσωμε

ό,τι ξέρομε πως δεν μπορεί να το πετύχωμε. Ένα πράγμα ως τόσο

μπορεί να κάμη για μας, Ερνέστε. Μπορεί να μας πάη μακριά από

περιβάλλον που οι ομορφιές του σκοτίζονται από την καταχνιά της

πραγματικότητος είτε η εξευτελιστική ασχήμια και οι χυδαίες

απαιτήσεις που αφανίζουν την τελειότητα της αναπτύξεώς μας.

Μπορεί να μας βοηθήση ν' αφήσωμε τον αιώνα, που γεννηθήκαμε και

να περάσωμε σ' άλλους αιώνας και να βρούμε ότι δεν είμαστε

εξόριστοι από την ατμοσφαίρα τους. Μπορεί να μας μάθη πώς ν'

αποφεύγωμε την ιδική μας πείρα και ν' αποκτήσωμε την πείρα

εκείνων που είναι πιο μεγάλοι από μας. Ο πόνος του Λεοπάρδη που

φωνάζει ενάντια στη ζωή γίνεται δικός μας πόνος. Ο Θεόκριτος

φυσάει τον αυλό του και γελά μ' εμάς με τα χείλη της νύμφης και

του βοσκού. Ντυμένοι την από πετσί λύκου προβιά του Pierre

Vidal φεύγομε μπροστά στα λαγωνικά, και μες στην πανοπλία του

Lancelot πηδάμε από της Βασίλισσας το Άλσος 'πάνω στο άλογο.

Εψιθυρίσαμε τον έρωτά μας τον μυστικό κάτω από την κουκούλα του

Abelard, και κάτω από τη λευκασμένη φορεσιά του Villon

τραγουδήσαμε τη ντροπή μας. Μπορούμε να βλέπωμε την αυγή με του

Σέλλεϋ τα μάτια, και όταν περιπλανιόμαστε με τον Ενδυμίωνα η

Σελήνη ερωτεύεται τα μάτια μας. Δική μας είναι η αγωνία του

Άτυος (101) και δικά μας η αδύναμη μανία και ο ευγενικός πόνος

του Δανού. Θαρρείς πως είναι η φαντασία που μας κάνει ικανούς

να ζούμε τις αναρίθμητες αυτές ζωές; Και βέβαια που είναι η

φαντασία· και η φαντασία είναι αποτέλεσμα κληρονομικότητος.

Είναι απλώς η συγκεντρωμένη πείρα της φυλής.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά πού βλέπεις εδώ τη λειτουργία του πνεύματος

της κριτικής;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η μόρφωση, που μ' αυτή τη μεταβίβαση της πείρας

της φυλής είναι κατορθωτή, μπορεί να τελειοποιηθή μονάχα με το

πνεύμα της κριτικής, και πράγματι μπορεί κανείς να πη ότι αυτά

τα δυο είναι ένα και το αυτό. Γιατί ποιος είναι ο αληθινός

κριτικός αν μη εκείνος που φέρει μέσα του τα όνειρα, τις ιδέες

και τα αισθήματα χιλιάδων γενεών και για τον οποίον καμμιά

μορφή σκέψεως δεν είναι ξένη και κανένας παλμός συγκινήσεως δεν

είναι άγνωστος; Και ποιος ο αληθινά μορφωμένος άνθρωπος αν μη

εκείνος που με λεπτή μελέτη και ακατάδεκτη άρνηση έκανε το

ένστικτο συνειδητό και διανοητικό και μπορεί να ξεχωρίση το

έργο που έχει αξία και διακρίνεται από κείνο που δεν έχει αξία,

κ' έτσι με συσχέτιση και σύγκριση γίνεται κύριος των μυστικών

του ύφους και της σχολής και νοιώθει τη σημασία τους κι ακούει

τη φωνή τους και αναπτύσσει εκείνο το πνεύμα της αφιλοκερδούς

περιεργείας, που είναι η πραγματική ρίζα όπως είναι και το

πραγματικό άνθος της διανοητικής ζωής, και μ' αυτόν τον τρόπο

φθάνει στη διανοητική διαύγεια, κι αφού έχει μάθει «το καλύτερο

απ' όσα ξέρουν και σκέπτονται οι άνθρωποι στον κόσμο», ζη —

πραγματικά, όχι φανταστικά, όπως μπορούσε να υποθέση κανείς —

με τους αθανάτους;

Μάλιστα, Ερνέστε, τη ζωή της ονειροπόλου σκέψεως, που έχει

σκοπό της όχι &να κάνη& παρά να είναι, κι όχι απλώς &να είναι

παρά να γίνεται&, αυτή μας δίνει το πνεύμα της κριτικής. Έτσι

ζουν οι θεοί. Είτε μελετώντας τη δική τους τελειοποίηση, όπως

μας λέγει ο Αριστοτέλης, είτε, καθώς το φαντάσθηκε ο Επίκουρος,

παρατηρώντας με τατάραχα μάτια του θεατή την τραγική κωμωδία

του κόσμου που έπλασαν. Κ' εμείς το ίδιο μπορούμε να ζούμε σαν

αυτούς και να βλέπωμε με τις κατάλληλες συγκινήσεις τις

ποικίλες σκηνές, που παρουσιάζουν ο άνθρωπος και η Φύσις.

Μπορούμε να γίνωμε άνθρωποι του πνεύματος αποσπώντας τον εαυτό

μας από τη δράση και να τελειοποιηθούμε διώχνοντας την πράξη.

Συχνά μου ήλθε η σκέψις ότι ο Browning αισθάνθηκε κάτι

παρόμοιο. Ο Σαίξπηρ σπρώχνει τον Άμλετ σε ζωή ενεργείας και τον

κάνει να εκπληρώση με κοπιαστική εργασία τον προορισμό του. Ο

Browning μπορούσε να μας είχε δώσει έναν Άμλετ που θα είχε

εκπληρώσει τον προορισμό του με τη σκέψη. Τα επεισόδια και τα

γεγονότα ήταν γι' αυτόν ψεύτικα και δίχως καμμιά σημασία. Αυτός

έκανε την ψυχή πρωταγωνιστή στην τραγωδία της ζωής και θεωρούσε

την εργασία σαν το ένα αντιδραστικό στοιχείο του δράματος. Για

μας οπωσδήποτε ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ είναι το αληθινό ιδανικό. Από

το ψηλό Κάστρο της Σκέψεως μπορούμε να βλέπωμε πέρα τον Κόσμο

της Γαλήνης· και συγκεντρωμένος εντός του και τέλειος ο

αισθητικός κριτικός μελετά τη ζωή, και καμμιά, τολμηρά ριγμένη,

σαΐτα δεν μπορεί να τρυπήση τους αρμούς του εφιππίου του. Αυτός

τουλάχιστον είναι ασφαλής. Ανακάλυψε το πώς να ζη.

Τέτοιος τρόπος ζωής είναι ανήθικος; Μάλιστα, όλες οι τέχνες

είναι ανήθικες εκτός από εκείνες τις χυδαιότερες μορφές της

σαρκικής ή διδακτικής τέχνης, που ζητούν να σπρώξουν στην

εκτέλεση του καλού ή του κακού. Γιατί κάθε είδους πράξις ανήκει

στον κύκλο της ηθικής. Ο σκοπός της Τέχνης είναι να δημιουργή

απλώς ψυχικές διαθέσεις. Τέτοιος τρόπος ζωής είναι θεωρητικός;

Ω! δεν είναι τόσο εύκολο πράγμα να είναι κανείς θεωρητικός όσο

το φαντάζονται οι σωστοί Φιλισταίοι. Θα ήταν καλό για την

Αγγλία αν ήταν έτσι. Δεν υπάρχει καμμία χώρα στον κόσμο που να

έχη τόσην ανάγκη ανθρώπων μη πρακτικών όσον η δική μας. Σε μας

η Σκέψις εξευτελίζεται με τη συνεχή συνάφειά της με την

πρακτική. Ποιος από κείνους που κινούνται μέσα στην ένταση και

το θόρυβο της σημερινής υπάρξεως, φωνακλάς πολιτευτής,

ταραχοποιός κοινωνικός μεταρρυθμιστής ή κακομοίρης στενοκέφαλος

παππάς, τυφλωμένος από τα βάσανα της ασήμαντης εκείνης μερίδος

της κοινωνίας που μέσα της έχει ρίξει τον κλήρο του, μπορεί

σοβαρά ν' αξιώση ότι είναι ικανός να σχηματίση μιαν αφιλοκερδή

διανοητική κρίση για οποιοδήποτε ζήτημα; Κάθε επάγγελμα

σημαίνει μια πρόληψη. Η ανάγκη ενός σταδίου υποχρεώνει τον

καθένα κάπου να μεροληπτή. Ζούμε στον αιώνα εκείνων που

παραδούλεψαν κ' εκείνων που μισόμαθαν, στον αιώνα που οι

άνθρωποι είναι τόσον εργατικοί οπού καταντούν απολύτως ηλίθιοι.

Και μολονότι μπορεί να φαίνεται σκληρό, δεν μπορώ να μη το πω

ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι άξιοι της τύχης των. Το σίγουρο μέσο

να μη ξέρη κανείς τίποτε για τη ζωή είναι το να προσπαθή να

γίνη χρήσιμος.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γοητευτικό δόγμα, Γιλβέρτε.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό, αλλά τουλάχιστο έχει

τη μικρότερη αρετή να είναι αληθινό. Ότι η επιθυμία να κάνη

κανείς καλό στους άλλους παράγει άφθονη εσοδεία από αυθάδεις

σχολαστικούς είναι το μικρότερο από τα κακά που προξενεί. Ο

αυθάδης σχολαστικός είναι ψυχολογική μελέτη μεγάλου

ενδιαφέροντος· και μολονότι απ' όλες τις πόζες η πόζα του

ηθικολόγου είναι η πιο προσβλητική, ωστόσο το να έχης κάποια

πόζα κάτι είναι κι αυτό. Είναι μια τυπική αναγνώριση του πόσο

σπουδαίο είναι να παίρνης τη ζωή από μιαν ωρισμένη και λογική

μεριά. Το ότι η Ανθρωπιστική συμπάθεια πολεμάει τη φύσι με το

να εξασφαλίζη την επιβίωση της αποτυχίας μπορεί να κάνη τον

επιστήμονα ν' αηδιάση τις εύκολες αρετές της. Ο πολιτικός

οικονομολόγος μπορεί να φωνάζη εναντίον της, γιατί βάζει στο

ίδιο επίπεδο τον απρονόητο με τον προνοητικό και αφαιρεί από τη

ζωή το δυνατώτερο αίτιο και το πεζότερο ελατήριο της εργασίας.

Όμως στα μάτια του διανοουμένου ανθρώπου η πραγματική βλάβη που

κάνει η συγκινημένη συμπάθεια είναι ότι περιορίζει τη γνώση κ'

έτσι μας εμποδίζει να λύσωμε κ' ένα μόνο οποιοδήποτε κοινωνικό

πρόβλημα. Προσπαθούμε τώρα ν' απομακρύνωμε την κρίση που

έρχεται, την επανάσταση που σιμώνει, καθώς την λένε οι φίλοι

μου οι Φαβιανισταί, με εράνους κ' ελεημοσύνες. Καλά, μα όταν η

επανάσταση ή η κρίση φθάση, θα είμαστε αδύναμοι, γιατί τίποτε

δεν θα ξέρωμε. Κ' έτσι, Ερνέστε, ας μη γελιόμαστε. Η Αγγλία

ποτέ δεν θα είναι πολιτισμένη, αν δεν προσθέση στις κτήσεις της

και την Ουτοπία. Περισσότερες από μιαν αποικίες της μπορεί ν'

αφήση με κέρδος για μια τόσον ωραία χώρα. Ό,τι χρειαζόμαστε

είναι μη πρακτικοί άνθρωποι που βλέπουν πέρ' από τη στιγμή και

σκέπτονται πέρ' από την ημέρα. Όσοι προσπαθούν να οδηγήσουν

τους ανθρώπους μπορούν να το κάνουν ακολουθώντας μονάχα τον

όχλο. Με τη φωνή &του βοώντος εν τη ερήμω& πρέπει να

ετοιμασθούν αι &τρίβοι των θεών&. Ίσως όμως σκέπτεσαι ότι εις

το να παρατηρή κανείς μονάχα για να παρατηρή και εις το να

ρεμβάζη μονάχα για να ρεμβάζη υπάρχει κάτι που είναι εγωιστικό.

Αν σκέπτεσαι έτσι, μη το λες. Η αυτοθυσία χρειάζεται ένα τόσον

εγωιστικόν αιώνα, όσον ο δικός μας, για να θεοποιηθή. Εκλέγει

έναν ολότελ' αρπακτικόν σαν τον δικό μας αιώνα η περισσότερον

από τις λεπτές διανοητικές αρετές εκτίμηση των επιπόλαιων κ'

αισθηματικών εκείνων αρετών, που είναι άμεσο πρακτικό κέρδος

για τον ίδιον αυτόν αιώνα. Αποτυχαίνουν και στο σκοπό τους

αυτοί οι φιλανθρωπισταί κ' αισθηματολόγοι της εποχής μας που

καθεμέρα και κοπανούν στον καθένα τα &προς τον πλησίον

καθήκοντά του&. Γιατί η ανάπτυξη της φυλής κρέμεται από την

ανάπτυξη των ατόμων κι όπου η αυτοανάπτυξη έπαψε να είναι το

ιδανικό, το διανοητικό επίπεδο χαμηλώνει ευθύς και συχνά

χάνεται τελειωτικά. Αν καθήσης καμμιά φορά στο τραπέζι με

κάποιον που ξόδεψε τη ζωή του για να μορφώση τον εαυτό του —

σπάνιος ο τύπος αυτός στην εποχή μας, μολονότι παραδέχομαι πως

μπορεί κάποτε να τον συναντήσης — σηκώνεσαι από το τραπέζι πιο

πλούσιος και με τη συναίσθηση ότι κάποιο υψηλό ιδεώδες άγγισε

κι άγιασε για μια στιγμή τις ημέρες σου. Αλλά να καθήση κανείς,

αγαπητέ μου Ερνέστε, δίπλα σ' έναν άνθρωπο που έφαγε τη ζωή του

πολεμώντας να μορφώση άλλους, ω, τι φρικτή πείρα θα ήταν τούτη!

Πόσο τρομακτική είναι εκείνη η αμάθεια που έρχεται σαν

αναπόφευκτο αποτέλεσμα της καταστρεπτικής συνηθείας να

μεταβιβάζη κανείς γνώμες σε άλλους! Πόσο περιωρισμένο

αποδεικνύεται το μυαλό αυτού του ανθρώπου! Πόσο μας κουράζει

και πόσο πρέπει να κουράζη και τον εαυτό του με τις ατελείωτες

κι αρρωστειάρικες επαναλήψεις του! Πόσο λειψός είναι από κάθε

στοιχείο διανοητικής αναπτύξεως! Σε τι αισχρό κύκλο μέσα

στριφογυρίζει ακατάπαυτα!

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μιλείς μ' έν' αλλόκοτο αίσθημα, Γιλβέρτε. Είχες τη

φρικτή, όπως είπες, αυτή πείρα τώρα τελευταία;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Πολύ ολίγοι από μας τη διαφεύγουν. Οι άνθρωποι λεν

πως ο δάσκαλος είναι έξω (από την Αγγλία). Για καλό μας θα

ήθελα να ήταν έτσι. Αλλά ο τύπος, από τους αντιπροσώπους του

οποίου ένας μονάχα, και σίγουρα ο πιο άσημος, είν' αυτός, μου

φαίνεται πως κυριαρχεί και τώρα στη ζωή μας· κι απαράλλακτα

όπως ο φιλανθρωπιστής είναι η επιδημία του ηθικού κόσμου, έτσι

επιδημία του διανοητικού κόσμου είναι ο άνθρωπος, που τόσο

καταγίνεται με την προσπάθεια να μορφώση τους άλλους, ώστε να

μη του μένη ποτέ καιρός να μορφώση τον εαυτό του. Όχι, Ερνέστε·

η αυτοανάπτυξη, ναι, αυτή είναι το αληθινό ιδανικό του

ανθρώπου. Ο Γκαίτε το ένοιωσε αυτό και το πρώτο μας χρέος προς

αυτόν είναι μεγαλύτερο απ' ό,τι χρωστούμε σε οποιονδήποτε άλλον

από την εποχή των Ελλήνων κ' εδώ. Οι Έλληνες το ένοιωσαν και

μας αφήκαν, σαν διαθήκη τους για τη σκέψη των μεταγενεστέρων,

την αντίληψη της ζωής της ρεμβώδους σκέψεως καθώς και τη μέθοδο

της κριτικής, με την οποία μονάχα τέτοια ζωή μπορεί αληθινά να

πραγματοποιηθή. Αυτή μόνη έκανε μεγάλη την Αναγέννηση και μας

εχάρισε τις φιλολογικές γνώσεις. Κι αυτή μόνη θα μπορούσε να

κάμη μεγάλον και τον δικό μας αιώνα· γιατί η πραγματική

αδυναμία της Αγγλίας δεν είναι οι ανεπαρκείς εξοπλισμοί και

τανοχύρωτα παράλιά της, ούτε η φτώχεια που σέρνεται σε ανήλιαγα

στενοσόκκακα ή το μεθοκόπημα που παραληρεί σε συχαμένους

αυλόγυρους, αλλ' απλώς το ότι τα ιδανικά της είν' αισθηματικά

και όχι διανοητικά.

Δεν αρνούμαι πως το διανοητικό ιδεώδες είναι δυσκολόφθαστο ούτε

ότι είναι, κ' ίσως και για πολλά χρόνια ακόμη θα είναι,

αντιδημοτικό στον όχλο. Είναι τόσον εύκολο στους ανθρώπους να

συμπαθούν τη δυστυχία και τόσο δύσκολο να συμπαθήσουν τη σκέψη.

Πράγματι τόσο λίγο νοιώθουν οι κοινοί άνθρωποι τι αληθινά είναι

η σκέψη, ώστε φαίνονται σαν να φαντάζωνται πως άμα ειπούν ότι

μια κάποια θεωρία είναι επικίνδυνη απαγγέλλουν και την καταδίκη

της, ενώ τέτοιες μονάχα θεωρίες έχουν κάποιαν αληθινή

διανοητικήν αξία. Μια ιδέα που δεν είναι επικίνδυνη, δεν αξίζει

να ειπωθή ιδέα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, με θαμπώνεις. Μου είπες πως κάθε Τέχνη

είναι ουσιαστικά ανήθικη. Πας να μου πης τώρα ότι και κάθε

σκέψη είναι στην ουσία της επικίνδυνη ·

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, στον πρακτικό κόσμο έτσι είναι. Η

ασφάλεια της κοινωνίας στέκει στη συνήθεια και το δίχως

συνείδηση ένστικτο, και η βάση της στερεότητος της κοινωνίας ως

υγιούς οργανισμού είναι η τελεία έλλειψη κάθε διανοήσεως από τα

μέλη της. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων γνωρίζοντάς το καλά

τούτο πάνε φυσικά με το μέρος του λαμπρού εκείνου συστήματος,

που τους ανεβάζει στην αξιοπρέπεια μηχανών, και λυσσούν τόσο

μανιακά εναντίον της εισαγωγής της διανοήσεως σε οποίο ζήτημα

που αποβλέπει στη ζωή, ώστε του έρχεται κανενός ο πειρασμός να

ορίση τον άνθρωπο σαν ένα λογικό ζώο που πάντα χάνει την

υπομονή του άμα τον καλέσουν να ενεργήση σύμφωνα με το λογικό.

Ας αφήσωμε όμως τον πρακτικό κόσμο και ας μη πούμε τίποτε για

τους κακούς φιλανθρωπιστάς, που μπορεί κανείς κάλιστα να τους

αφήση στο έλεος του αμυγδαλομμάτη σοφού του Κίτρινου Ποταμού —

του Chuang Tsu, που έχει αποδείξει πως τέτοιες καλόβολες μα

πειρακτικές οχληρότητες κατάστρεψαν την απλή κι ατόφιαν αρετή

που υπάρχει στον άνθρωπο. Είναι ένα κουραστικό θέμα και θα

ήθελα πολύ να ξαναγυρίσωμε στον κύκλον όπου μέσα η κριτική είν'

ελεύθερη.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Στον διανοητικόν κύκλο;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ακριβώς. Θυμάσαι που έλεγα πως ο κριτικός είναι

εις το είδος του δημιουργικός όσο κι ο καλλιτέχνης, που το έργο

του μπορεί να έχη αξίαν απλώς εφόσον υποβάλλει στον κριτικό

καμμιά καινούρια διάθεση νοητική κ' αισθητική, την οποίαν

μπορεί να φανερώση αυτός με ίσην ή και μεγαλύτερην υπεροχή στη

φόρμα και με τη χρήση νέου μέσου εκφράσεως να την κάνη

διαφορετικά όμορφη και πιο τέλεια. Μου φάνηκε, αλήθεια, πως

στάθηκα λίγο σκεπτικιστής στη θεωρία αυτή. Ίσως όμως να σε

αδίκησα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Δεν είμαι αληθώς σκεπτικιστής στο ζήτημα αυτό, αλλά

πρέπει να ομολογήσω πως νοιώθω πολύ καλά ότι τέτοιο έργο, που,

καθώς λέει, το δημιουργεί ο κριτικός — και πρέπει αναμφιβόλως

να παραδεχθώ κανείς ότι το έργο αυτό είναι δημιουργικό — τέτοιο

έργο είναι κατ' ανάγκην καθαρά υποκειμενικό, ενώ τα μεγαλύτερα

έργα είναι πάντα αντικειμενικά, αντικειμενικά κι απρόσωπα.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η διαφορά μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού

έργου είναι διαφορά εξωτερικής μορφής μονάχα. Διαφορά ασήμαντη

και όχι ουσιαστική. Κάθε καλλιτεχνική δημιουργία είναι απολύτως

υποκειμενική. Κι αυτό το τοπείο ακόμα που παρατηρούσε ο Gorot

ήταν, όπως το είπε ο ίδιος, απλή διανοητική του διάθεση· κ'

εκείνες οι μεγάλες μορφές του Ελληνικού ή Αγγλικού δράματος,

που μας φαίνονται σαν να κατέχουν πραγματική δική των υπόσταση,

ξέχωρη από τους ποιητάς που τις εδημιούργησαν, είναι στην

τελική τους ανάλυση οι ίδιοι οι ποιηταί όχι όπως ενόμιζαν πως

ήταν, μα όπως ενόμιζαν πως δεν ήταν και με τέτοια σκέψη τέτοιοι

παραδόξως για μια στιγμή κατάντησαν. Γιατί έξω από τον εαυτό

μας δεν μπορούμε ποτέ να βγούμε, ούτε μπορεί να υπάρχη τίποτε

στο πλάσμα που δεν ήταν υποστατό μέσα στον πλάστη. Ακόμα θα

έλεγα πως όσο πιο αντικειμενικό φαίνεται να είν' ένα πλάσμα

τόσο πιο υποκειμενικό πράγματι είναι. Ο Σαίξπηρ μπορεί ν'

αντίκρυσε στους λευκούς δρόμους του Λονδίνου τον Rosencrantz

και τον Guilderstern ή να είδε τους υπηρέτες των αντίμαχων

σπιτιών να δαγκώνουν τα μεγάλα δάκτυλά τους με άχτι ο ένας του

αλλουνού στη μέση στην πλατεία· όμως ο Άμλετ εβγήκε μέσ' από

την ψυχή του κι ο Ρωμαίος μέσ' από το πάθος του. Ήταν στοιχεία

της φύσεώς του που τους έδωκε ορατή μορφή, παλμοί που τόσο

δυνατά τάραξαν μέσα του ώστε αναγκαστικά να τους αφήση να

δοκιμάσουν την ενέργειά τους όχι στο κατώτερο επίπεδο της

πραγματικής ζωής, όπου θα εμποδίζονταν και θα περιορίζονταν και

θάμεναν έτσι ατελείς, αλλά σ' εκείνο το φανταστικό επίπεδο της

τέχνης, όπου ο Έρωτας μπορεί στο θάνατο να βρη πραγματικά την

τελειοποίησή του, όπου μπορεί κανείς να μαχαιρώση τον ωτακουστή

πίσω από το παραπέτασμα της πόρτας και να παλέψη μέσα σ' ένα

νεόσκαπτο μνημούρι και να κάνη ένα ένοχο βασιληά να καταπίνη

τον πόνο του και να δη τη σκιά του πατέρα του κάτω από τις

χλωμές του φεγγαριού λάμψεις να γλυστράη περήφανη μέσ' στον

τέλειο οπλισμό της από τον ένα καταχνιασμένον τοίχο στον άλλον.

Η δράσις με το να είναι περιωρισμένη θα άφινε τον Σαίξπηρ

ανικανοποίητον και αφανέρωτον και ακριβώς, όπως εστάθη ικανός

να κάνη το καθετί με το να μη κάνη τίποτε, έτσι και μην

αναφέροντας ποτέ τον εαυτό του στα δράματά του κατώρθωσε να τον

φανερώνουν αυτά τέλεια και να μας δείχνουν την αληθινή του φύση

και ιδιοσυγκρασία πολύ καλύτερα παρά εκείνα τα παράξενα κ'

εξαίρετα σοννέτα, κ' εκείνα ακόμη απ' αυτά που μέσα τους βάζει

γυμνό μπρος σε κρυσταλλένια μάτια το μυστικό της καρδιάς του.

Μάλιστα, η αντικειμενική φόρμα είναι η πιο υποκειμενική στην

ουσία. Ο άνθρωπος είναι πολύ ολιγώτερον ο ίδιος όταν μιλή για

τον εαυτό του. Δος του μια μάσκα και θα σου πη την αλήθεια.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ο κριτικός τότε με το να είναι περιωρισμένος στην

υποκειμενική φόρμα θα είναι κατ' ανάγκην ολιγώτερον ικανός να

εξωτερικεύση τέλεια τον εαυτό του παρά ο καλλιτέχνης, που πάντα

έχει στη διάθεσή του τις απρόσωπες και αντικειμενικές φόρμες.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όχι κατ' ανάγκην, και καθόλου μάλιστα, αν

παραδεχθή ότι κάθε τρόπος κριτικής στην πιο υψηλή ανάπτυξή του

είναι απλώς μία διάθεση κι ότι ποτέ δεν είμεθα πιο αληθινοί

στον εαυτό μας παρ' όταν είμεθα ασυνεπείς. Ο αισθητικός

κριτικός, συνεπής μονάχα στην αρχή της ομορφιάς, σ' όλα τα

πράγματα αποζητάει πάντα φρέσκες εντυπώσεις, παίρνοντας από τις

διάφορες Σχολές το μυστικό της μαγείας των, σκύβοντας, μπορεί,

καμμιά φορά μπροστά σε ξένους βωμούς ή χαμογελώντας, αν το

γουστάρη έτσι η φαντασία του, σε παράξενους νέους θεούς. Ό,τι

οι άλλοι ονομάζουν το παρελθόν ενός ανθρώπου έχει αναμφιβόλως

σχέση μ' αυτούς, αλλά δεν έχει τίποτε να κάνη μ' αυτόν. Όποιος

λαμβάνει υπ' όψιν το παρελθόν του, είναι ανάξιος να έχη μέλλον

μπροστά του. Όταν κανείς έδωκε έκφραση σε μια διάθεσή του,

έκανε ό,τι είχε να κάνη μ' αυτή. Γελάς, μα πίστεψέ με πως έτσι

είναι. Χθες ο Ρεαλισμός εγοήτευε τον καθένα. Έπαιρνε κανείς απ'

αυτόν εκείνο το nouveau frisson (102), που ήταν σκοπός του να

γεννήση· τον ανέλυσε κατόπιν, τον ερμήνεψε, τον βαρέθηκε. Κατά

την παρακμή του ήλθε ο Luministe στη ζωγραφική και ο

Symboliste στην ποίηση, και το πνεύμα του μεσαιωνισμού, το

πνεύμα εκείνο που δεν ανήκει στο χρόνο, αλλά στην

ιδιοσυγκρασία, ξύπνησε ξαφνικά στη λαβωμένη Ρωσσία και μας

κλόνισε για μια στιγμή με την τρομερή γοητεία του πόνου. Σήμερα

όλοι φωνάζουν για τη Ρομάντσα (Romance), και, να, τα φύλλα

τρεμουλιάζουν στην κοιλάδα και στις βυσσινιές βουνοκορφές

περπατά η Ομορφιά. με σβέλτα χρυσωμένα ποδάρια. Οι παλιές μόδες

δημιουργίας φυσικά χρονοτριβούν ακόμα. Οι καλλιτέχνες

ξαναπαρουσιάζουν τον εαυτό τους, είτε ο ένας τον άλλο, με

πληκτικήν επανάληψιν. Όμως η Κριτική πάντα προχωρεί και ο

κριτικός πάντα αναπτύσσεται. Ούτε πάλι είναι πραγματικά

περιωρισμένος ο κριτικός στην υποκειμενική μορφήν εκφράσεως. Η

μέθοδος του δράματος είναι και δική του μέθοδος, καθώς και η

μέθοδος του έπους. Μπορεί να μεταχειρισθή τον διάλογο, καθώς

εκείνος που έβαλε τον Μίλτωνα να μιλήση με τον Marvel για τη

φύση της κωμωδίας και της τραγωδίας κ' έκανε τον Sidney και τον

Lord Brooke να μιλήσουν για τα γράμματα κάτω από τις βαλανιδιές

του Penshurst ή να πάρη το διήγημα, όπως αρέσει του κ. Pater να

κάνη, που κάθε ένα από τα Φανταστικά Πορτραίτα του — δεν είν'

αυτός ο τίτλος του βιβλίου; — μας παρουσιάζει κάτω από τη

φανταστική φορεσιά του μύθου κάποιο φίνο κ' εξαίρετο κομμάτι

κριτικής, ένα για το ζωγράφο Watteau, άλλο για τη φιλοσοφία του

Σπινόζα, άλλο για τα ειδωλολατρικά στοιχεία της αρχής της

Αναγεννήσεως και τελευταίο και από κάποιες μεριές

υποβλητικώτερο για την αρχή εκείνου του Aufklärung, εκείνης

της χαραυγής των γραμμάτων που έφεξε στη Γερμανία τον

τελευταίον αιώνα και που η δική μας διανοητική μόρφωση τόσα της

χρωστά. Ο διάλογος βέβαια, η θαυμαστή αυτή φιλολογική φόρμα,

που από τον Πλάτωνα ως τον Λουκιανό κι από τον Λουκιανό ως τον

Giordano Bruno κι από τον Bruno ως τον μεγαλόπρεπον εκείνο γέρο

Ειδωλολάτρη, που τόσο του άρεσε του Κάρλαϋλ, όλοι οι

δημιουργικοί κριτικοί του κόσμου τη μεταχειρισθήκαν, δεν μπορεί

ποτέ να χάση τα θέλγητρά του για τον διανοούμενο άνθρωπο ως

μέσον εκφράσεως. Μ' αυτόν μπορεί να φανερώση τον εαυτό του και

σε κάθε φαντασία να δώση μορφή και πραγματικότητα σε κάθε

διάθεση. Μ' αυτόν μπορεί να εκθέση το ζήτημα απ' όλες του τις

όψεις και να μας το δείξη κυκλικό, όπως μας δείχνει ο γλύπτης

ταντικείμενα, που έτσι κερδίζουν όλον τον πλούτο και την

αλήθεια της εντυπώσεως, που γεννιέται από τις πλευρικές εκείνες

εκλάμψεις, τις οποίες υποβάλλει ξαφνικά η κεντρική ιδέα στην

εκτύλιξή της και που πράγματι φωτίζουν τελειότερα την ιδέα, ή

από τις ευτυχείς εκείνες δεύτερες σκέψεις που δίνουν πλήθια την

τελειότητα στο κεντρικό σχέδιο κι ωστόσο φέρνουν κάτι από τη

λεπτή μαγεία του τυχαίου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μ' αυτόν επίσης μπορεί εκείνος να βρη ένα

φανταστικόν ανταγωνιστή και να του αλλάξη τη γνώμη όποτε θελήση

με κανένα παράλογο σόφισμα.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Α! είναι τόσο εύκολο ν' αλλάξη κανείς τη γνώμη των

άλλων, μα τόσο δύσκολο να γυρίση το δικό του το μυαλό. Για να

φθάση κανείς σε ό,τι πραγματικά πιστεύει, πρέπει να μιλήση με

άλλα κι όχι με τα δικά του χείλη. Για να μάθη την αλήθεια

πρέπει να φαντασθή χίλιες δυο ψευτιές. Γιατί τι είναι η

αλήθεια; Σε ζητήματα θρησκευτικά είναι απλώς το δόγμα που

επιζή. Στα επιστημονικά θέματα είναι η τελική αντίληψη. Στα

καλλιτεχνικά πράγματα η τελευταία ψυχική διάθεση του καθενός.

Βλέπεις τώρα, Ερνέστε, ότι ο κριτικός έχει στη διάθεσή του

τόσες αντικειμενικές μορφές εκφράσεως όσες και ο καλλιτέχνης. Ο

Ruskin διατυπώνει την κριτική του σε φανταστική πρόζα και είναι

έξοχος στις μεταβολές και αντιφάσεις του. Ο Browning σε

ανομοιοκατάληκτους στίχους, και κάνει τον ζωγράφο και τον

ποιητή να μας πουν το μυστικό τους. Ο Renan μεταχειρίζεται τον

διάλογο. Ο κ. Pater τον μύθο· και ο Rossetti μεταφέρει σε

μουσικά σοννέτα τα χρώματα του Giorgione και τα σχέδια του

Ingres και τα δικά του σχέδια και χρώματα επίσης, νοιώθοντας με

το ένστικτο εκείνου που κατέχει πολλούς τρόπους εκφράσεως ότι η

τελική τέχνη είναι η φιλολογία, και το πιο φίνο και πιο πλούσιο

όργανο οι λέξεις.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Καλά, τώρα που εβεβαίωσες ότι ο κριτικός έχει στη

διάθεσή του όλες τις αντικειμενικές φόρμες, θα ήθελα να μου πης

ποιες είναι οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον αληθινό κριτικό.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Σαν ποιες να είναι λες;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Εγώ είμαι της ιδέας ότι ο κριτικός πρέπει προ

παντός να είναι αμερόληπτος.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Α! όχι αμερόληπτος. Ο κριτικός δεν μπορεί να είναι

αμερόληπτος στην κοινή σημασία της λέξεως. Μονάχα για πράματα

που δεν τον ενδιαφέρουν μπορεί κανείς να εκφράση μια πράγματι

αβίαστη γνώμη κι αυτός είναι βέβαια ο λόγος που μια αβίαστη

γνώμη είναι πάντα δίχως καμμιάν απολύτως αξία. Ο άνθρωπος που

βλέπει και τις δυο όψεις ενός ζητήματος δεν βλέπει απολύτως

τίποτε. Η Τέχνη είναι πάθος, και στα καλλιτεχνικά ζητήματα η

Σκέψη χρωματίζεται δίχως άλλο από τη συγκίνηση και είν' έτσι

περισσότερη ρευστή παρά σταθερή· και με το να κρέμεται από

λεπτές διαθέσεις κ' εξαιρετικές στιγμές δεν μπορεί να κλεισθή

στην ακαμψία μιας επιστημονικής διατυπώσεως ή ενός θεολογικού

δόγματος. Στην ψυχή μιλεί η Τέχνη και η ψυχή μπορεί να γίνη η

φυλακή του μυαλού, όπως και του κορμιού. Δεν πρέπει φυσικά να

είναι κανείς προκατειλημμένος· μα, καθώς κάποιος μεγάλος είπε

προ εκατό χρόνων, σε τέτοια ζητήματα του καθενός χρέος είναι να

έχη προτιμήσεις· κι όταν κανείς έχει προτιμήσεις παύει να είναι

αμερόληπτος. Μονάχα ένας κήρυκας δημοπρασίας μπορεί εξίσου κι

αμερόληπτα να θαυμάζη όλες τις Σχολές της Τέχνης. Όχι, η

αμεροληψία δεν είναι καμμιά από τις ιδιότητες του αληθινού

κριτικού. Ούτε καν είναι κανένας όρος της κριτικής. Καθεμία,

της Τέχνης μορφή, με την οποίαν ερχόμεθα σε συνάφεια, μας

υποδουλώνει για μια στιγμή αποκλείοντας κάθε άλλη μορφή. Πρέπει

ν' αφιερωθούμεν αποκλειστικά στο έργο για το οποίο πρόκειται,

οποιοδήποτε κι αν είναι, εάν θέλουμε να μάθουμε το μυστικό του.

Πρέπει προσωρινά να μη σκεφθούμε για τίποτε άλλο, και δεν

μπορούμε πράγματι να σκεφθούμε για τίποτε άλλο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ο αληθινός κριτικός πρέπει να είναι λογικός

οπωσδήποτε, δεν είν' έτσι;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Λογικός; Δυο τρόποι υπάρχουν για να μην αρέση

κανενός η Τέχνη, Ερνέστε. Ο ένας είναι να μη του αρέση· κι ο

άλλος να του αρέση σύμφωνα με τη λογική. Γιατί η Τέχνη, όπως το

ενόησε ο Πλάτων, κι όχι δίχως πόνο, πλάθει στην ψυχή του

ακροατή ή του θεατή ένα είδος θείας μανίας. Δεν πηγάζει από την

έμπνευση, μα εμπνέει. Δεν είναι το Λογικό η δύναμη που

αποτείνεται. Μια φορά κι αγαπά κανείς την Τέχνη, πρέπει να την

αγαπά περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο, κ' ενάντια σε

τέτοιαν αγάπη, αν άκουε κανείς το λογικό, θα έβλεπε πως θα

κατακραύγαζε. Δεν υπάρχει καμμιά λογική στη λατρεία της

Ομορφιάς. Είναι παραπολύ μεγαλόπρεπη ώστε να μη μπορή να είναι

λογική. Εκείνοι που της ζωής των την κυριαρχούσα νότα αποτελεί

θα φαίνονται πάντα στον κόσμο σωστοί οραματισταί.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τότε τουλάχιστο πρέπει ο κριτικός να είναι

ειλικρινής.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Λίγη ειλικρίνεια είναι επικίνδυνο πράγμα και πολλή

είναι τελείως καταστρεπτική. Ο αληθινός κριτικός θα είναι

φυσικά πάντα ειλικρινής στην αφοσίωσή του στην αρχή της

Ομορφιάς, αλλά θα ζητή την Ομορφιά σε κάθε εποχή και σε κάθε

Σχολή και ποτέ δεν θα επιτρέψη στον εαυτό του να περιορίζεται

σε μιαν ωρισμένη συνήθεια σκέψεως ή σ' ένα στερεότυπο τρόπο

παρατηρήσεως. Θα μεταχειρισθή πολλές φόρμες και χίλιους τρόπους

και πάντα θα έχη την περιέργεια νέων συγκινήσεων και

καινούργιων απόψεων. Με συνεχή αλλαγή και μόνο μ' αυτή θα βρη

την αληθινή ενότητα. Δεν θα θελήση να γίνη σκλάβος των ιδικών

του ιδεών. Γιατί τι είναι ο νους, αν όχι κίνησις στον

διανοητικό κύκλο; Η ουσία της σκέψεως, όπως η ουσία της ζωής,

είναι η ανάπτυξη. Δεν πρέπει να σε φοβίζουν οι λέξεις, Ερνέστε.

Ό,τι οι άνθρωποι ονομάζουν ανειλικρίνεια είναι απλώς μια

μέθοδος με την οποίαν μπορούμε να πολλαπλασιάσουμε την

προσωπικότητά μας.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Φοβούμαι πως δεν πέτυχα στη διατύπωση των

ερωτημάτων μου.

Στοχασμοί · 第 3 / 27 题