Μα ο Γιάννης Γούναρης δεν σκέφτεται γι αυτά. Δεν τον μέλλει τέσσερα!

Το φως της ημέρας που έδιωξε τον ύπνο από το στρατόπεδο, από του

κυνηγού την ψυχή δεν έδιωξε τη λαχτάρα. Με το ντουφέκι στην αγκαλιά

πλαγιασμένο, ζωσμένος τα μπαρουτόσκαγα, με το σακκούλι στον ώμο,

βγήκε να κυνηγήση για να θρέψη τον αφέντη του. Γυρίζει στα ριζώματα

του Ζυγού, πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα,

ανεβαίνει σε ράχες, ροβολά στα λακκώματα πάντα ανήσυχος. Τα

κυνηγάρικα σκυλιά, ο Τζάθας και ο Μπίθας — δώρο ατίμητο του πασά του

Μπερατιού στο Βρυώνη — πολλές φορές γαυγίσανε για να κράξουν την

προσοχή του. Πολλές φορές γοργοπόδης ο λαγός ξέφυγε από τα

χαμοκλάδια· πολλές φορές η ξυλόκοτα φτεράκισε μπροστά στη κάννα του.

Μα δεν έχει νου να σηκώση τα ντουφέκι. Πουλιά διαβήκανε κοπάδι από

το κεφάλι του· μα δε γυρίζει μάτι να τα ιδή. Η ψυχή δεν έχει όρεξη

ν' ακολουθήση το σώμα του. Αλαφρή πέτεται μακριά, στης Άρτας τα

στενοσόκακα, στα σπίτια τα κλειστά. Περνά τα καφασωτά παράθυρα, τις

μανταλωμένες πόρτες και πάσχει νάβρη τη φτωχή φαμίλια του, μπορεί

νεκρή, ίσως παγωμένη κάτω από το μάτι του δράκοντα. Ω, ναι! πολύ

καλά το γνωρίζει, Δράκοντας είνε ο Τούρκος, που την κρατεί στα νύχια

του. Ίσως δεν την έπνιξε ακόμη, δεν την κακομεταχειρίστηκε· μα

μπορεί να το κάμη. Φτάνει μόνον να υποψιαστή.

— Αχ και να τέλειωνε! ψιθύρισε με βαρύ αναστεναγμό.

Ναι· να τέλειωνε μια ώρ' αρχήτερα το βάσανο! Να παίρνανε το κάστρο

οι εχτροί! Ο πασάς θα γυρίση στην Ήπειρο και μαζί θα γυρίση ο

Γιάννης Γούναρης στη φαμίλια του. Η καρδιά του άμοιρου γονιού

πλημμύρισε από αναγάλλιαση σ' αυτήν τη σκέψη. Μια στιγμή πίστεψε πως

ήταν η ώρα του γυρισμού. Ολόχαρος ο νους του βλέπει ένα — ένα τους

τόπους που θα διάβαινε. Τώρα τη σκοτεινή Κλεισούρα· τώρα τα Γεφύρια

του Αλάμπεη· τώρα το Βραχώρι. Ο Άσπρος στραγγισμένος τους δίνει πόρο

ν' ανεβούν στο Βάλτο. Το Μακρονόρος αφύλαχτο τους δέχεται στα όμορφα

δάση του. Να την η Άρτα! Με τα τζαμιά και τα σαράγια, με τα κονάκια

των αγάδων και τους στάβλους των μπέηδων! Αχ, να κι η γυναίκα, τα

παιδιά του ζωντανά! Για ιδές πώς τρέχουν να κολλήσουν απάνω του, σαν

τ' αρνάκια στο μαστάρι της μάννας τους.

— Μπαμ!... βρόντηξε το ντουφέκι του, ξυπνώντας τη λαγκαδιά.

Ένα ζευγάρι ξυλόκοτες πέσανε, σερνικό και θηλυκό πλάι — πλάι, με

ματωμένο στήθος, σπασμένα τα φτερά, με μάτια νυσταγμένα. Έτρεξε, τα

σήκωσε στα χέρια του, τα ψηλαφά να ιδή το πάχος τους. Κι εκεί που

σφαλούν τα μάτια στον αιώνιο ύπνο και τα ράμφη ανοίγουν για να

ρουφήξουν στερνόν αέρα στα φλογισμένα σωθηκά τους, τα ρίχνει στο

σακκούλι του. Έπειτα χαρούμενος τρέχει να ζητήση άλλο κυνήγι και

συλλογίζεται τα φιλέματα που θα πάρη βράδυ από τον αφέντη του.

Μα έκοψε το δρόμο και τη χαρά του απότομα. Καμπάνας κλαγγή χύθηκε —

γέμισε πέρα ως πέρα τον κάμπο. Ο Γούναρης αλαφιάστηκε· γύρισε

ζερβόδεξα το κεφάλι, ζητώντας να γνωρίση πούθε ρχότανε. Πρώτη φορά

την άκουε. Ο καταχτητής από αιώνες τώρα αρνήθηκε στους χριστιανούς

της εκκλησιάς τη φωνή, να μη θυμίζει στο ραγιά ουράνια παρηγοριά κι

επίγεια βυζαντινή βασιλεία. Έσπασε τις καμπάνες λιανά κομμάτια·

γκρέμισε τα καμπανοστάσια. Μόνον δυο ξύλα τους άφηκε, στρεβλά σαν τη

ψυχή του και σαν τη δύναμη του βάναυσα. Όπου κι αν γύρισε κυνηγός,

σε χωριά και πολιτείες, καμπάνα δε γνώρισε, κλαγγή της δεν άκουσε.

Μα το σπέρμα το προαιώνιο, το χριστιανικό, που πέρασε στη σάρκα του

από γενεές γενεών, ξαφνίστηκε τώρα στον ήχο, σαν βαρυκοιμισμένος

πολεμιστής στη σάλπιγγα. Το σώμα του ανατρίχιασε· αναταράχτηκε η

καρδιά. Α, ναι· τη γνώρισε· είνε καμπάνα χριστιανική κι έρχεται από

την πόλη μέσα.

Άγρυπνοι την πολεμούν εχτροί στεριά και θάλασσα. Της έκοψαν το ψωμί,

τα βόλια, τη μπαρούτη· της έκοψαν τη βοήθεια. Μα εκείνη ακόμη

πολεμά. Πολεμά και ζη ελεύθερη. Όσοι νεκροί, θάφτονται βαθιά στο

χώμα της. Όσοι ζωντανοί, χαίρονται στα καλά του ήλιου και γλεντούν.

Σήμερα ελεύθεροι, αύριο νεκροί· τι πειράζει; Σήκωσαν τα εθνικά

λάβαρά τους στον αδούλωτον αέρα· στύλωσαν τα θρησκευτικά τους

σήμαντρα και πανηγυρίζουν. Αύριο γεννιέται ο Χριστός, λυτρωτής του

κόσμου. Της γης τους λυτρωτές αυτοί, των ιερών, των τάφων, των

οικογενειακών βωμών, δοξολογούν το μέγα βρέφος, που δίδαξε να

περιφρονούν το θάνατο του ενού για το λυτρωμό του όλου. Ο Γούναρης

χαμήλωσε το ντουφέκι του, ακκούμπησε στην κάννα το χέρι και κοιτάζει

εκεί, κατά την πόλη, αγγελόφερτος σαν το Μωυσή, που αγνάντευε από το

Χωρίβ τη γη της Επαγγελίας. Και όπως ο προφήτης δρόσιζε την ψυχή του

στα τροφαντά λιβάδια και τ' αργυρά νερά κι έχτιζε πολιτείες και

κάστρα δυνατά για κατοικία του λαού του, ο κυνηγός απλώνει το βλέμμα

του αδούλωτο και βλέπει εκστατικός. Δεν αντικρύζει πια τη στενή

λουρίδα του Μεσολογγιού. Βλέπει την ελληνική γη πέρα — πέρα

ελεύθερη, κάτω από ένα στέμμα και μια σημαία. Κι είνε το Στέμμα ο

δικέφαλος αητός. Κι είνε σημαία η γαλανόλευκη. Ελευθερία εκεί,

ελευθερία και ειρήνη. Οι γονέοι χαίρονται τα παιδιά και τα παιδιά

τους γονέους. Τα νιάτα ζευγαρώνουν, χτίζουν θεμέλιο ακλόνητο τα

γεράματα. Ο πατέρας κοιμάται ήσυχος στην κλίνη του κι ο δουλευτής

τρυγά τους καρπούς της γης, δίχως το φόβο του σπαχή και δίχως του

δεκατιστή το μέτρημα. Μαζί με τη κλαγγή έχει ο κυνηγός γύρω του

μυρτιάς και λιβανιού μοσκοβολάδα και τη ρουφά λαίμαργος, σαν

ηλιοψημένο φύλλο τη δροσιά. Η καρδιά του ανοίγεται στο μυστήριο.

Πότε θ' απολάψη και κείνος τη ζωή που χαρίζει η ελευθερία στα τέκνα

της;

— Αχ, πότε!.. ψιθυρίζει ταπεινός και δακρυσμένος. Μα βλέπει

αγνάντια του το στρατόπεδο των εχτρών με τα κανόνια στημένα και

πυκνή καταχνιά πλακώνει τ' όνειρό του. Το δέντρο της ελευθερίας δεν

άνθισε ακόμη εκεί· φυτεύτηκε, μα δεν έκαμε καρπούς. Όφις κακός

παραμονεύει στη ρίζα, πριονίζει με τα σκυλόδοντά του τον κορμό και

πριν μεστώση βούλεται να τα μαράνη. Το είπε ξάστερα ο Αλή αγάς.

Αύριο θα κάμη τα γιουρούσι ο τούρκος.

— Αν το ήξεραν! συλλογίστηκε.

Ναι, αν το ήξεραν να μην αφήκουν αφύλαχτο το κάστρο. Αν το γνώριζαν

να μην πάνε στις εκκλησίες παρά στους πύργους· να μην πάρουν κεριά

στο χέρι παρ' αστόμωτα σπαθιά· να μην ψάλουν τροπάρια στο Χριστό μα

τραγούδια τρανολάλητα στον Άρη, τον πατρογονικό Θεό τους! Οι

εκκλησιές είνε των ελευθέρων ο σεπτός βωμός· των δούλων είνε οι

πύργοι και οι στουρναρόπετρες. Αχ! να το ήξεραν.

— Μα ποιος να τους το ειπή;

Ναι, ποιος να τους το ειπή; Μόνος αυτός το ξέρει κι οι αρβανίτες.

Εκείνοι από την αυγή τα σπαθιά τους τροχούν και τα κεμέρια τινάζουν

ανυπόμονοι για την ώρα της εφόδου, θέλουν να χορτάσουν αίμα και

λάφυρα. Και κείνος· τι να κάμη εκείνος; Το είνε του κρατεί ο

τύραννος. Τη γυναίκα του, την όμορφη Τρισεύγενη· τα παιδιά του: τον

Κώστα, το Βασίλη, τη Λάμπρω, τ' αγγελούδια του. Εκείνα μόνον με τη

ζωή του ζουν και κάτω από τον ήσκιο του μεγαλώνουν. Πώς να τους κόψη

τη ζωή και τον ήσκιο ο πατέρας!

— Ωχ, Χριστέ μου, βάλε το χέρι σου!

Και άθελα σφαλεί τα μάτια, γυρίζει τις πλάτες στην πόλη και φεύγει

μακριά. Πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα, ανεβαίνει

ράχες, κατεβαίνει λαγκαδιές, βουνά θέλει να ρίξη πίσω του. Μα κλαγγή

ακολουθεί το βήμα του παντού, αντιλαλεί στ' αφτιά του, μέσα στα

σπλάχνα του βροντά:

— Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...γκλαν — γκλαν!...

Ο Γούναρης ρίχτηκε σ' ένα λιθάρι απελπισμένος.

Εμπρός δεν έχει τα παιδιά και τη γυναίκα του. Εικόνα φόνου και

ολέθρου άλλη απλώνεται γύρω του. Το Μεσολόγγι πατιέται τώρα και

κουρσεύεται από τους Λιάπηδες. Θριμματίζονται οι πύργοι, καπνίζουνε

τα σπίτια, σέρνονται κονίσματα στον αιματόβρεχτο πηλό. Αχούρια

μπέηδων έγιναν οι εκκλησιές· τα δισκοπότηρα κρασοπότηρα των πασάδων·

οι ποδιές της Άγιας Τράπεζας αλόγων σαΐσματα· τ' άμφια στολίδια της

χανούμισσας· η μίτρα του Δεσπότη αγάδων σκούφωμα και το Τετραβάγγελο

σημάδι στα ντουφέκια της αρβανιτιάς. Λαχτάρα παντού και θρήνος·

τρόμος και χαμός! Οι άντρες κοίτονται στο αίμα τους· οι γυναίκες

σέρνονται στα κρεβάτια των αγαρηνών. Παιδιά ορφανεμένα γυρίζουνε

στους δρόμους ξυπόλυτα· ζητούν τα γονικά τους κι αντικρύζουνε του

τούρκου το σπαθί είτε το χαρέμι του. Στους πύργους χάσκουνε τα

μισοφέγγαρα και ανεμίζουν τα τούγια με λύσσα. Κι η ελληνική σημαία

πεσμένη κάτω του λέει άφωνα, πως εκείνος είνε η αιτία της τόσης

καταστροφής. Εκείνος που στάθηκε πατέρας· μα όχι χριστιανός.

— Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... αντιλαλεί

πάλι το σήμαντρο στ' αφτιά του.

Ο Γούναρης πίστεψε πως ήταν φωνή ανθρώπινη. Και η φωνή του λέει πως

είνε καιρός ακόμη, πως αν θέλη, μπορεί όλα του εχτρού τα σχέδια να τα

χαλάση.

Α ναι· είπε με αγωνία. Δεν είμαι μόνον πατέρας. Ο Θεός έχει φροντίδα

στα παιδιά μου· εγώ την τύχη του Γένους μου.

Και ακράτητος, σαν από ανώτερη δύναμη σπρωγμένος, ώρμησε κάτω στο

περιγιάλι, που καθρέφτιζε της δύσης τα πανόρια χρώματα.

Το τούρκικο στρατόπεδο βρίσκεται τώρα στο ποδάρι. Απ' άκρη σ' άκρη

στον κάμπο η ζωή αίμα μυρίζεται κι αναβράζει. Γνωρίσανε θρασίμι τα

κοράκια κι ετοιμάζουν τα ράμφη τους να χυθούν. Άντρες ντύνονται

βιαστικοί, άλογα σελλοχαλινόνονται, φυσέκια και στουρναρόπετρες

μοιράζονται. Δοκιμάζεται ο αθέρας του σπαθιού και η μύτη του χαρμπιού

και του απελατικιού τα καρφιά, αν ανοίγουν κεφάλια με το πρώτο

χτύπημα. Των καρυοφυλλιών οι φωτιές ψηλαφούνται. Όσοι πιστοί

γονατίζουν στην κάπα και προσεύχονται, με τα χέρια σμιχτά στα σκέλια

τους, με το μέτωπο στη γη. Άλλοι ορθοί και σοβαροί, φαίνονταν

βυθισμένοι στον άπειρο κόσμο των ψυχών. Αν σκοτωθούν, θέλουν να

περάσουν γοργά το τρίχινο γεφύρι, να βρούνε τα πιλάφια του Παραδείσου

και τα δροσοστάλαχτα Ουρί. Αν ζήσουν, να γυρίσουν σπίτι τους

φορτωμένοι στα λάφυρα. Οι δερβίσηδες, με τους τζουμέδες και τα πράσινα

σαρίκια, τρέχουν εδώ και κει, φωνάζοντας την προσευχή και παρακινώντας

τους πιστούς στην μάχη: «Ένας θεός μέγας, ο Αλλάχ, και Μωάμεθ ο

προφήτης αυτού! Θάνατος στους άπιστους, θρίαμβος του Ισλάμ!» Οι

πασάδες και μπέηδες τάζουνε γρόσια και φλωριά, καφτάνια και στολίδια.

Χίλια γρόσια σε εκείνον που θα πρωτανεβή στο κάστρο· δέκα φλωριά σε

κείνους που θα πρωτοπεράσουν τα χαντάκια και θα στήσουν σκαλωσιές. Άτι

χρυσοχάλινο στον αγά, γιαταγάνι διαμαντοκόλλητο στο μπέη, στο δερβίση

φοράδα χρυσοκάπουλη, κουμπούρια φλωροκαπνισμένα στους σπαχήδες, στους

σημαιοφόρους τσαπράζια κατάργυρα! Των άπιστων τα πλούτη στα

παλληκάρια· η γη στον Αλλάχ!

Η νύχτα βουβή παραστέκει απάνω τους. Άστρο δε φαίνεται κανένα. Μπροστά

μόλις ξεχωρίζει το κάστρο. Ψηλώνει πίσω ο Ζυγός και δίπλα στέκετ’ η

Βαράσοβα. Δε γεννιέται ο Χριστός απόψε λυτρωτής. Ο Χάρος γοργοτρέχει

έτοιμος, με τις σαΐτες στο δοξάρι και το βρόχο στο χέρι του.

Ο Γούναρης ολόρθος μέσα στη σκηνή, έχει μαργωμένο το σώμα κι άθυμη την

ψυχή. Οχτακόσοι αρβανίτες, διαλεχτοί όλοι, ορμητικοί σαν δρόλαπας

βγήκανε με το σπαθί στα δόντια. Τώρα κοίτονται κρυμμένοι στις

βουρλιές, δίπλα στο χάντακα, οργιές μόλις μακριά από τα τείχη. Δεν

περιμένουν παρά το σύνθημα· και τότε θα τιναχτούν σαϊτόφιδα να

κολλήσουν απάνω τους. Θα βρούνε τάχα εκεί τους χριστιανούς; Τον

πίστεψε ο γραμματικός; Κάτω στο περιγιάλι που γύριζε είδε άξαφνα ένα

προιάρι. Ο γραμματικός του Μακρή κατέβαινε από τ' Αντελικό στο

Μεσολόγγι. Έβγαλε το μαντίλι, νόημα του έκαμε να ζυγώση, και κείνος

όλο και κατέβαινε. Δεν ήθελε να πιστέψη πως φρόντιζε για το καλό της

πατρίδας. Και σαν έκαμε το σταυρό του και ξεμυστηρεύτηκε, εκείνος

έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να του ειπή. Και είχε δίκιο· το γνώριζε

πως είχε δίκιο. Με τι χείλη να χαιρετίση ο πολεμιστής ομόφυλο, που

βρίσκεται τέτιες μέρες στο ασκέρι του εχτρού! Με τι καρδιά να πιστέψη

σε άνθρωπο, που στρώνει ακόμη την τάβλα του Πασά, εκείνου που έρχεται

να πνίξη την πατρίδα στο αίμα και τη σκλαβιά;

— Αλίμονο αν δε με πίστεψε!.. αλίμονο!... ψιθύρισε ταπεινός και

δακρυσμένος.

Άξαφνα ο πατέρας ξύπνησε μεγαλοδύναμος και στέρφεψε πάραυτα τις

βρύσες των ματιών του. Καλύτερα να μην πίστεψε· καλύτερα να μείνουν

ξένιαστοι οι Έλληνες. Χάνονται εκείνοι, ναι· μα ζούνε τα παιδιά του.

Τα παιδιά και η γυναίκα του. Τι έπαθε και δεν το συλλογίστηκε πριν!

Ποιος δαίμονας του σήκωσε τα μυαλά! Μήπως αν έβρουν αντίσταση οι

τούρκοι δε θα υποψιαστούν πρώτα εκείνον; Και τότε; ωχ, αλίμονο!

Γοργός ο τάταρης θα φύγη από το στρατόπεδο στην Άρτα. Τα τρυφερά

κορμιά τους στους σκύλους θα ριχτούν και τα κεφάλια τους, μπηγμένα

στα παλούκια, θα γίνουν στους ραγιάδες φριχτό παράδειγμα. Καλύτερα

που δεν το πίστεψαν.

— Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...

Η κλαγγή αντήχησε πάλι κι απλώθηκε στη μαύρη νύχτα. Οι εκκλησιές

ανοίξανε τις πόρτες τους· τρέχουν τώρα να λειτουργηθούν οι πιστοί.

Μα ο εχτρός παραμονεύει. Σφύριγμα δυνατό ακούστηκε. Και σύγκαιρα

τρανός αλαλαγμός και κανονοβολή ταράξανε τη γη και φώτισαν τα πάντα.

Οι Τούρκοι χύθηκαν στα τείχη. Ο Γούναρης τινάχτηκ' έξω δίβουλος. Τ'

ήθελε να γίνη κι αυτός δεν ήξερε. Ήθελε και τα δυο· δεν ήθελε

κανένα. Μα σύγκαιρα πύρινος όφις φάνηκε στα τείχη και ντουφέκια

βρόντησαν. Τα βόλια πέσανε χαλάζι στο στρατόπεδο.

— Δόξα σοι ο Θεός! Στέναξε ο κυνηγός, κάνοντας το σταυρό του.

Κι έπεσε στα γόνατα. Ο λόγος του πιστεύτηκε. Τώρα πικρό μολύβι

θερίζει την αρβανιτιά. Τ' άλογα των σπαχήδων πέφτουν νεκρά στα χώμα

πριν φέρουν τους καβαλάρους στη μάχη. Οι σημαιοφόροι, μόλις

προφτάσουν να μπήξουν τις σημαίες στους πύργους και γκρεμίζονται

μαζί, στα θολά νερά του χάντακα. Πηδούν αδιάκοπα στο κάστρο οι

εχτροί. Μα τρέχουν και τους πετσοκόβουν οι Έλληνες. Δεν έχουν μόνον

ντουφέκι και σπαθί. Έχουν αξίνες και τσαπιά, τσεκούρια και

στυλιάρια, κεραμίδια και πέτρες. Ό,τι βρεθή στα χέρια τους γίνεται

σιδερόξυλο. Δεν είνε μόνον πολεμοθρεμένοι άντρες, μα και παιδιά και

γυναίκες, αντρειωμένες τώρα με την προγονική οργή. Βάφονται με το

αίμα τους, βλέπουν ξεσκλισμένες τις σάρκες τους, σκοτωμένους

συγγενείς· άντρες και παιδιά τους, αδερφούς και πατέρες, φωτιά και

σίδερο γύρω τους. Μα δε λιποψυχούν.

Ο Γούναρης στέκει βουβός κι αφανισμένος. Τρέμει το πείσμα του εχτρού

και τη δύναμη. Ως πότε θα βαστήξουν; Τ' αδύνατα εκείνα τείχη, οι

χωματένιοι σωροί πώς θα κρατήσουν την ανθρωποπλημμύρα, που όλο

δυναμώνει και βροντομαχά επάνω τους!

Άξαφνα κάτω από την αχνή λάμψη της αυγής, βλέπει τους σπαχήδες να

σκορπούν πίσω, σαν καβαλάροι σατανάδες. Γύρισε αριστερά το ίδιο. Στη

Μεγάλη Τάπια και σ' όλο το προτείχισμα κυματίζει η Ελληνική σημαία

και χαιρετίζει του ήλιου την ανατολή. Και δώθε, πέρ' από το χάντακα

οι Έλληνες με γυμνά σπαθιά κι αιματοβαμμένη φουστανέλλα, κυνηγούν

στις σκηνές ανάμεσα τους εχτρούς. Φεύγουν οι Σκιπετάρηδες! Πιστόλες

βροντούν, λάμπουν σπαθιά, κεφάλια κυλούν στα χώματα, κορμιά

κοίτονται· «ράι» αντηχούν κι αλαλαγμοί και σφυρίγματα! Κι ανάμεσα

στην άγρια βουή ακούεται η κλαγγή σαν φωνή ουρανόσταλτη:

— Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...

Ο Γούναρης έκανε το σταυρό του.

— Α! μωρέ προδότη· χαίρεσαι τώρα!... βρόντηξε κοντά του φωνή

λυσσασμένη.

Και φάνηκε αγριοπρόσωπος ο Αλή αγάς, ο φίλος του. Το βώδι το μανό,

έσερνε ακόμη το ζυγό στον τράχηλο, όπου τον έσπρωχνε η βουκέντρα του

ζευγολάτη. Ένιωσε πως δεν ακολουθούσε ο σύντροφος, πως άλλαξε το

δρόμο του. Τόνιωσε και ρίχτηκε να τον κερατίση. Μα ο ραγιάς χύθηκε

απάνω, τον έσφιξε στα μπράτσα και κυλίστηκε μαζί του χάμω. Κι εκεί

που ο αρβανίτης, ξαφνισμένος για τη δύναμη του ταπεινού

σταυραδερφού, λάχτιζε τη γη και μόλυνε τον αέρα με τις βλαστήμιες,

γοργός ο Γούναρης του πήρε το γιαταγάνι και του το βύθισε στα στήθη

του.

— Άπιστο σκυλί, ως πότε!... βρυχήθηκε.

Και τράβηξε κατά την πόλη ρίχνοντας με περιφρόνηση στο στρατόπεδο το

κεφάλι του Αλή αγά, σαν να ριχνε κακή παρασαρκίδα από πάνω του.

Παλιές Αγάπες · 第 7 / 7 段