Τηραημόλας; Ψαράδες με τα πλατειά βρακιά και τα κόκκινα ζωνάρια και
τα μάλλινα πουκάμισά τους κι οξωμάχοι με τις φουστανέλλες τους,
αναμαλλιασμένοι όλοι, κοκκινοπρόσωποι, με τα χέρια ψηλά,
χοροπηδούσανε κι αντιπατούσαν τη γη. Κι εμπρός απ' όλους περισσότερο
ξαναμένος, αγριοπρόσωπος, με το φανατισμό νεοφωτίστου κλωτσοχόρευε ο
Ταράνανας κι εγκάριζε ανακινώντας ψηλά μια εικόνα, το λάβαρο που
είχε το νέο κόμμα του.
Ο σκάπουλος μόλις ανέβηκε στη σκάλα και βρέθηκε μπροστά στον αρχηγό,
κατάλαβε πως ο ψήφος ήταν η μόνη σωτηρία του. Είνε αλήθεια πως ο
σεβαστός γέροντας καθόλου δεν του είπε τέτοιο λόγο. Τον ρώτησε τι
κάνει η γυναίκα του, το σκυλάκι, τα κλωσσοπούλια του· πώς πηγαίνει
το ψάρεμα, ο καπνός, τ' αλάτι. Α, τ' αλάτι!... Τι διάβολο, τόσο
απροφύλαχτα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι τις δουλειές τους και
φανερόνονται στην εξουσία! Κι επί τέλους, αφού δεν έχουν την
καπατσοσύνη να κρυφτούν, δεν φροντίζουν τουλάχιστον να έχουν έναν
καλό φίλο. που θα μπορή να τους βρεθή στην ανάγκη τους!... Α πολύ
κακά τα καταφέρνουν! πολύ κακά!... Και τα έλεγε με ήσυχη φωνή,
κοιτάζοντας πότε τον Τριζώνη, πότε τα έπιπλά του, πότε τους άλλους
ανθρώπους που περνοδιάβαιναν καθόλου όμως τον Ταράνανα. Δεν μίλαγε
γι' αυτόν. Ο αρχηγός εξέταζε γενικώτερα το πράμα. Ελυπόταν να
υποφέρουν οι άνθρωποι από λειψομυαλιά τους. Και όμως δεν πρέπει να
τους αφήκη να χαθούν. Σήμερα που μπορεί να κάμη το καλό, θα το κάμη
κι ας πάη στα χαμένα!
— Φρόντισε· είπε στον Τριζώνη· τελείωσε τη δουλειά του παιδιού από
δω.
Κι έπειτα δίνοντας το χέρι στον Ταράνανα και κοιτάζοντάς τον με
χαμόγελο:
— Μείνε ήσυχος, του ψυθύρισε· η δουλειά σου τελειωμένη.
Ο σκάπουλος στην τόση καλοσύνη του κομματάρχη αισθάνθηκε ταπείνωση.
Η συγκίνηση τον έπνιγε. Δεν ήταν μικρό πράμα να γλυτώση και πρόστιμο
και φυλακή μ' ένα λόγο. Τάχα τι κέρδισε τόσα χρόνια που δούλευε με
αφοσίωση το κόμμα του; Μονάχα όταν ήταν στην εξουσία — πολύ σπάνια
κι αυτό — τον άφιναν να ψαρεύη στη λίμνη, χωρίς να πληρώνη το
δωδεκάδραχμο επιτήδευμα και να πουλή εμπρός στα μάτια της Αρχής τον
καπνό και τ' αλάτι του. Από τέτιον όμως κίντυνο, σαν το σημερινό,
μπόρεσε ποτέ να τον σώση; Καθόλου. Κι ενθουσιασμένος για τη σωτηρία
του, αποφάσισε αμέσως να σηκώση τοίχο στο κομματικό του παρελθόν.
Κατάλαβε πως, αν η αξιοπρέπεια του γέροντα δεν τον άφινε να ζητήση
ψήφο, μόνος του έπρεπε να τον προσφέρη. Έσφιξε δυνατά το απλωμένο
χέρι και φώναξε τινάζοντας τη σκούφια του στη ζωγραφισμένη οροφή:
— Ζήτω η Τηραημόλα, ζήτω!...
Όταν σε λίγη ώρα ο Ταράνανας, ζαλισμένος ακόμη, άφινε τον ναό της
νέας του θρησκείας, τον άρπαξε το πλήθος που γλεντοκοπούσε με τα
τούμπανα στην αυλή. Ήταν κι αυτό εκλογικό τερτίπι. Ο σκάπουλος
βρέθηκε στην ανάγκη να γίνη φίλος της Τηραημόλας. Μα δεν ήταν
βέβαιο, αν θα κρατούσε το λόγο του. Σε τέτιους ανθρώπους δεν μπορεί
κανείς νά χη εμπιστοσύνη. Μόλις έβγαιν' έξω οι παλιοί φίλοι θα
τρέχανε από πίσω του. Ο αρχηγός θα του έταζε λαγούς με πετραχήλια·
θα του έκαναν όλοι παρατήρηση για το κάμωμά του το προδοτικό· θα τον
έβριζαν, θα τον παρακαλούσαν, αλλαξοκορδέλλα θα τον έκραζαν κι ίσως
τον έκαναν να μετανοιώση. Έπειτα κι αν κρατούσε το λόγο του, αν
έρριχνε τον ψήφο του στην κάλπη της Τηραημόλας, τι μ' αυτό; Ένας
περισσότερος ένας λιγότερος δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ο σκοπός
ήταν να δειχτή έξω στο δρόμο, να μάθουν όλοι τα γύρισμά του· να
λαληθή πως το κόμμα έχει δύναμη, αφού κατορθώνει και παίρνει από τ'
άλλα τους φανατικώτερους φίλους. Αυτό κάνει εντύπωση και παρασέρνει
κι άλλους. Άμα τσακίση ένα κόμμα, δε βαστιέται...
Ο Ταράνανας στην αρχή δυσκολεύτηκε. Ήθελε να εύρη χίλιες — δυο
αφορμές για ν' αποφύγη. Είχε ακόμη συνείδηση πως το κάμωμά του δεν
ήταν καλό. Ντρεπότανε να βγη στον κόσμο έτσι απότομα με τη νέα του
σημαία. Ο Τριζώνης όμως ήταν κοντά και τον κοίταζε αμίλητος, με τα
χολερικά μάτια του αυστηρά, με τα χείλη σφιγμέν' από την αγανάχτηση.
Αν δεν ακολουθούσε, βέβαια πως ήταν χαμένος ο Ταράνανας. Κι όχι
μόνον ν' ακολουθήση έπρεπε, μα και να φανή λυπημένος, που τώρα μόλις
άνοιξε τα μάτια του στο φως το αληθινό, να ξελαρυγγιαστή μάλιστα
ζητωκραυγάζοντας.
— Έλα μπροστά, μπροστά κ'μπάρε... είπε ο αρχηγός του πλήθους, ένας
πρισκοκοίλης γιβαράς· πάρε στο σπίτ' κι το γέροντα μας.
Και του έδωκε στο χέρι την εικόνα του διπλωμάτη. Ο σκάπουλος
αναγκάστηκε ν' ακολουθήση. Και λίγο — λίγο, όσο άκουε γύρω του τις
κραυγές των συντρόφων, έδιωχνε το δισταγμό και τη ντροπή του. Το
εκλογικό τραγούδι, που δεν μπορούσε άλλοτε ν' ακούση χωρίς φρίκη,
τώρα τον ενθουσίαζε και τον έσερνε στον ανεμοστρόβιλο της τρελλής
χαράς και του κομματικού μίσους.
— Αλτάνη, μώρ' Αλτάν!... έβγα όξου να μας [κιράης]· φώναξε κλωτσώντας
την πόρτα του με μανία. Μι το γκιγούμ' του θέλου· μι το γκιγούμ!...
Η γυναίκα του, καθώς άκουσε πως διάβαινε η Τηραημόλα από το σπίτι
της, έβγαλε τα σαρίδια έξω και τα σκόρπισε για να δείξη την
περιφρόνησή της. Έπειτα μπήκε και μαντάλωσε την πόρτα με πάταγο.
Όταν όμως με τις άλλες αγριοφωνές άκουσε και τη φωνή του αντρός της,
απόρησε! Ήταν δυνατόν ο Παντελέως να βρίσκεται με το πλήθος εκείνο;
Με τρεμουλιαστά χέρια άνοιξε και καθώς είδε την αλήθεια, εξωφρενών
άρχισε να μουντζώνη τον άντρα της και να καταριέται.
— Τ' είνε που κάνεις, μαρέ, κ'τουμαμά, μαρέ μπούφο!... Αμ δε σ'
έκοβε καλύτερα! Τ' έπαθες κι αλλοξοπίστ'σες, κολασμένε!...
Μα εκείνος με αγριώτερες φωνές απάντησε τραγουδηστά στα λόγια της
γυναίκας του:
— Χαρίλαε Τρικούπη,
του πρέσβη μας παιδί,
ο Βασιλιάς σε θέλει
ν' ανοίξης τη Βουλή!...
Άξαφνα είδε μέσα στο λαό τους δυο συντρόφους του. Έστεκαν παράμερα
και τον κοιτάζανε χλωμοί, άφωνοι, με τρεμάμενο πηγούνι από το θυμό.
Ο σκάπουλος θύμωσε. Γιατί να τον κοιτάζουν έτσι; Τ' ήθελαν; Τι
ανάγκη τους είχε; Έτσι τ' αρέσει, έτσι φέρνεται. Δεν έχει να δώση
λόγο σε κανένα! Όχι· σε κανένα!...
Και για να δείξη την περιφρόνηση του σε κείνους και το κόμμα τους,
σήκωσε ψηλά τη ζωγραφιά και χτύπησε βαρειά την άλλη, που είχε απάνω
από την πόρτα του. Με τον νέο του θεό, τον πανίσχυρο, σύντριβε τώρα
τον παλιό, που δεν ήταν ικανός να τον προστατέψη. Τάχα τι μας έκαμε
κι αυτός που φουσκώνει τόσο! Ήταν παλληκάρι πολέμησε· ματώθηκε.
Και τι με τούτο; Μόνος του ελευθέρωσε την πατρίδα; Αν δεν ήταν
αυτός, θα ήταν άλλοι, μύριοι! Ή νομίζει πως δεν το ξέρουν όλοι, πως
στην Έξοδο βγήκε με γυναίκεια φορέματα κατά το Νιοχώρι, ενώ οι άλλοι
κομματιάζονταν από τα βόλια των Τούρκων στον Άη Θανάση. Να συχωράη
την τύχη και τ' όνομά του, είτ' αλλιώς δε θα τον λογάριαζε ο
Ταράνανας ούτε στο παλιό του παπούτσι!..
Και κει που κλωτσοπατούσε και θριμμάτιζε τα γυαλιά και τη χρυσή
κορνίζα, στη θέση της αναστύλωνε την άλλη και την χαιρέτιζε με
τρελλές ζητωκραυγές και γυρίσματα:
Τηραημόλα! Τηραημόλα!
Τρικουπάκια είμαστ' όλα!...
Η κατασπαραγμένη ζωγραφιά σερνότανε στη γη τώρα, μπαίγνιο του ανέμου
και της σκόνης. Η άλλη χρυσολαμπύριζε ψηλά, υγρή ακόμη από τα
φιλήματα των πιστών της. Και κει που το κεφάλι του αρματωλού με την
πολεμική του έξαψη φαινότανε πως θέλει να κατασφάξη τον υβριστή, ο
διπλωμάτης με ήρεμη μελαγχολία έγνεφε στο συναγωνιστή του, να
ησυχάση.
Έτσι είν' ο κόσμος. Πάντα τέτιος θα είνε ο κόσμος.
ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ
Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα είχαν για
ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη,
όταν μπορούσανε ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην
ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν όλοι νέοι και νιες,
γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του
αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας:
— Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!.... Σήμερα παλαίβει ο
Μήτρος Μπούρας με το γιο του τάδε!... Κερνάει τ' αφεντικό και τα
τούμπανα παίζουν!...
Μια φορά όμως δεν είπε «το γιο του τάδε». Είπε το Διονύση Χάλη.
Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξεραν όλοι. Όλοι γνώριζαν
της χήρας τον ακριβογιό και τον αρρεβωνιαστικό της Σμάλτως, της
λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλαιμα και κανείς δεν αποτολμούσε να
βγη στ' αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και
ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα.
Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ άλλο σύνορο, από τις Σοφάδες πέρα και
κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνον πως είνε φοβερός παλαιστής
και ταίρι δεν έχει στον κάμπο το Λαρισινό και της Καρδίτσας τον
κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γερόντοι κι ανατρίχιασαν. Τον είδαν τα
παλληκάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους· την πήρε
τη ντροπή!...
— Μάννα μου! ψιθύρισε κι η Σμάλτω η λεβεντονιά.
Και χλώμιανε σαν το κερί!
Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο
αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρόν αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ'
αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνονται οι δυο
παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση
δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ' αμελέτητα. Μα χύνονται από κάτω
λαχταριστά τα μηριά κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άτζες
μεστωμένες και οι τορνευτοί αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους.
Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζών
χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώνονται ζερβόδεξα
καμαρωτοί οι ώμοι, και στα χυτά λαιμοτράχηλα πυργώνεται το κεφάλι
σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα
σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλυβένια μούσκουλα και τα νεύρα τ'
αλύγιστα.
Έρχονται στ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά το λαό οι δυο παλαιστές.
Κάποιος χύνει από τη στάμνα λάδι στη χούφτα τους. Και κείνοι
αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τα μηριά,
ως κάτω στα στραγάλια. Αλείφουν ακόμη και το πέτσινο βρακί τους.
Έπειτα, με τα χέρια ριμμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλά τους τρανταχτά:
— Κραπ!... κραπ — κραπ!...
Και προβαίνουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη,
αργοκίνητοι, βεργολυγιστοί, με βήμα ελαφρό και μεγαλόπρεπο, με το
σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν στον ουρανό. Αδιάφοροι στο
σαχλολόγο παλιόκοσμο, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι
αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας, σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν
τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα μ' έν' άλλο
«κραπ!... κραπ — κραπ!.. γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα
αλλά βαρειά τα χέρια ένας στον ώμο τ' αλλουνού και κοιτάζονται
άγρια, πεισμωμένα.
— Σ' έφαγα!
— Σ' έφαγα!...
Μα αντί να φαγωθούν, παραιτεί ένας τον άλλον και μ' ένα «κραπ! κραπ
— κραπ!... σύγκαιρα, αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με
το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα.
Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας πασίχαρος
διαλαλεί στα τετραπέρατα τον λαμπρόν αγώνα.
— Τώρα δεν έχει χωρατά!
— Όχι· δεν έχει χωρατά!...
Οι δυο παλαιστές αρπαχτήκανε στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα
ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που παίζανε πριν και χαδεύονταν
ξαπλωμένοι στη χλωρασιά, κάτω από τον ανοιξάτικο ήλιο και
δαγκώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο
πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, κέντησε το λαθροκρυμμένο στην
ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιωμένοι ένας στον άλλον. Ανήμερη
κοχλάζει η ψυχή τους· σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουνε πια
λύπη ούτ' έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους
στη γη, καμαρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους
ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την
προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνον, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ'
ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να
ιδούν και να μετρήσουν σε ποιον κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα
σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους.
— Δεν έχει χωρατά!
— Όχι· τώρα δεν έχει χωρατά!...
Άξαφνα όμως να που ξεριζωθήκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε,
με το ένα πόδι στη γη στρωμένο· τ' άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με
τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούρα. πάσχει να τον
φέρει κοντά του, να τον λυγίση, να τον γκρεμίση σωρό — κουβάρι από
πάνω του. Μα εκείνος σκυφτός, κάθετ' απάνω του και τον βαρένει με το
βάρος του, έτοιμος να τον ρίξη τ' ανάσκελα, να βάλη τη ράχη του στο
χώμα. Έτσι μόνον θα σημαδευτή η νίκη του.
Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός· οι νέοι κι οι
γέροι· οι νιες κι οι γριές· τ' ανήλικα παιδιά σερνικοθήλυκα,
κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είνε αληθινά εκείνος ο
γονατιστός, ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είνε ο άλλος ο
σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλαίβουν
αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι
αυτούς και σαν κι αυτούς φτωχοί και κακόμοιροι; Ή μην είνε δράκοι
των παραμυθιών και παλαίβουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μην
τάχα είνε ο Διγενής του τραγουδιού ο ήρωας, και παλαίβει το Χάρο για
τη ζωή του; Δεν είνε, όχι, δράκοι· δεν είνε ούτε ο Διγενής κι ο
Χάρος. Είνε οι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο
Κράπας ο θαυμαστός. Δεν παλαίβουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε
για την ακριβή ζωή. Παλαίβουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ'
όνομα και το χωριό τους.
Ο Μήτρος Μπούρας απάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος βαρύς με τα
πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκεινού, με τα χέρια κολλημένα στα
λαιμοτράχηλα του, βλέπει γύρω το λαό, τους χωριανούς του να του
γνεύουν θαρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατή καλά, χάμω να τον
γκρεμίση στο χώμα. Βλέπει αγνάντια τη λεβεντονιά, να χαμηλώνη
κατακόκκινη τα μάτια και να σιγοτρέμη σαν καλάμι από τη λαχτάρα.
Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω από τα παλαμοδάχτυλά του το
Διονύση Χάλη ξεθεωμένον, να σπαράζη σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο
του μακελάρη και γελά με τον ανώφελον αγώνα του. Τον βλέπει να
στριφογυρίζη σαν σερπετό. να πασπατεύη στο γλιστερό κορμί του, στα
μηριά μέσα, στις άντζες κάτω κι απάνω στις μασκάλες, στους ώμους και
τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γατζώσουν τα χέρια, να
λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και
κόκκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη!
Τι θα γίνη τώρα τ' όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκκαλα
μέσα;
Ο Μήτρος Μπούρας γελά κι αναπαύεται. Δεν προσμένει παρά κατάλληλη
στιγμή που μ' ένα επιδέξιο ανασήκωμα, θα στείλη τη ράχη του να φάη
χώμα, να δείξη ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά κι αναπαύεται και δεν
προσέχει τα επίβουλα πασπατέματα του εχτρού ανάμεσα στα σκέλια του.
— Αχ! ακούστηκε άξαφνα φοβερό.
Πάραυτα σώπησε το τούμπανο και βουβάθηκαν οι καραμούζες, λες και
νέκρα πλάκωσε τη πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος
Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογγομαχά σαν πληγωμένο
αγριοδάμαλο.
— Αχ! εβγήκε κι από το στόμα της Σμάλτως.
Και τώρα κάτω στο Σέχη, στα τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα
έχουν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης
και σκόλη, όταν μπορούν ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το
κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι νέοι
και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό
κονάκι του αφέντη κ' έτσι διαλαλεί ο κήρυκας:
— Ακούστε, χωριανοί κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλαίβει ο τάδες
με τον τάδε!... Κερνάει τ' αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!... Μα
μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!..
Η ΘΥΣΙΑ
— Μη ορέ!...
Ο Γιάννης Γούναρης έβγαλε στον ύπνο του σπαραχτική κραυγή. Και
σύγκαιρα πήδησε ορθός με τα μαλλιά σηκωμένα, το πρόσωπο χλωμό,
άδραξε το γιαταγάνι κι έρριξε φονικό βλέμμα γύρω ζητώντας να χτυπήση
επίβουλον εχτρό. Μα το θαμπό φως του λύχνου έδειξε τα πάντα ήσυχα
μέσα στη σκηνή. Το πανί κατέβαινε τεντωμένο, σφιχτοδεμένο στη γη και
μόλις τάραζε από τα λαχτίσματα του ανέμου. Οι σύντροφοί του οχτώ —
δέκα Γκέκηδες, όλοι κοιμόντουσαν βαθιά, τυλιγμένοι στις φλοκάτες.
Δίπλα τ' άρματά τους, γιαταγάνια γυριστά και καρυοφύλλια μακρύτερα·
χαρμπιά κι αρμούτια και πιστόλες, άλλα φλωροκαπνισμένα κι άλλα
φτωχικά, έμοιαζαν τους δράκοντες, που συντροφεύουν άγρυπνοι τον ύπνο
του βασιλόπουλου. Ο Γούναρης στάθηκε ακίνητος. Συνήρθε η ψυχή, μα η
καρδιά χτυπούσε δυνατά και το μεδούλι των κοκκάλων ήταν παγωμένο από
τ' όνειρο.
Ο Γιάννης Γούναρης από χρόνια δούλευε στο σπίτι του Ομέρ Βρυώνη.
Ήταν κυνηγός του. Στα Γιάννινα στόλιζε συχνά το τραπέζι του Πασά με
το κρέας του αγριογούρουνου και του ελαφιού, με τ' αβρά στηθούρια
των παπιών και των κοτσύφων. Και τώρα μέσα στου στρατοπέδου την
ανήμερη ζωή, τον έτρεφε με λαγούς κι αγριοπούλια, όσα δεν έδιωξε
μακριά του πολέμου η ταραχή και των αρμάτων ο σάλαγος. Μα ο Τούρκος
για να τον έχη πιστόν του δουλευτή, κράτησε στην Άρτα τη γυναίκα και
τα τρία του παιδιά. Η γραμματαλλαγή δεν ήταν δύσκολη. Το ασκέρι,
κατεβαίνοντας από την Ήπειρο στο Μεσολόγγι, σαν γοργοπόταμο σάρωσε
κάθε ταμπούρι επαναστατικό. Τα πρωτάτα έφυγαν είτε ακολούθησαν
απελπισμένα τον καταχτητή· τα χωράφια κάηκαν· όσοι αντιστάθηκαν
έπεσαν νεκροί· όσοι δειλοί χώθηκαν στου δάσου τις κρυψώνες και των
θεριών τις μονιές. Τώρα καταυλισμένο κατακαμπίς, έχει αμπόδιστα τις
τροφές και τα πολεμοφόδια και τη γραμματαλλαγή του από πάνω. Και ο
κυνηγός είνε ήσυχος.
Όμως το επαναστατημένο χώμα δε βγάζει μόνον άνθη και καρπούς. Το
αίμα των αντρείων που ρουφά δεν το κρατεί εγωιστής στα σπλάχνα του,
μα τ' απορίχνει πύρινο σε νέα σώματα. Λίγος καιρός πέρασε — μήνες
τρεις — και νέοι απόστολοι κηρύττουν την ανάσταση και αντρειεύουν
τους δειλούς. Οι Χασαπαίοι γυρίζουν στο Ξηρόμερο εκδικητές και
προστάτες. Κρατεί το Βάλτο ο Μαλεσάδας σαν άγγελος πυρφόρος την πύλη
του Παράδεισου. Της Ρούμελης το χώμα αναταράζεται πάλι από τους
διαβόλους του μύθου και δεν αφίνει το Σουλτάνο να κοιμηθή ξένιστος.
Όχι τροφές και πολεμοφόδια δεν κατεβαίνουν πια, μα ούτε πουλί
μαντατοφόρο στο στρατόπεδο. Απελπισιά κι ανοχή δέρνει παντού.
Πλημμύρες και χιονόνερα· πείνα και γύμνια και κακομοιριά· αρρώστιες
λογίς — λογίς βασανίζουν το δόλιο ασκέρι. Μα του Γούναρη την ψυχή
μια τη δέρνει ανοχή. Πώς να βρίσκεται η γυναίκα και τα παιδιά του;
Είνε γερά, είνε άρρωστα; Ζουν ακόμα ή τα θέρισε η αρρώστια ή τα
σκότωσαν οι αλλόθρησκοι; Ύπνο δεν έχει στα ματόφυλλα, δεν έχει
γαλήνη στην καρδιά. Απόψε, μόλις έγειρε στο αχερόστρωμά του όνειρο
κακό ήρθε να του φαρμακώση τη ζωή. Είδε γυναίκα και παιδιά σε χαράς
τραπέζι. Τρώνε και πίνουν, γελούν και χαχανίζουν ασυλλόγιστα.
Χρυσοΰφαντα έχουν τα φορέματα, λαμπρά τα μάτια, ροδοκόκκινα και
δροσερά σαν την αυγή τα μάγουλά τους. Του άμοιρου πατέρα η καρδιά
αναγαλλιάζει. Υποφέρει ό,τι υποφέρει αυτός· ας ζουν τουλάχιστον
ευτυχισμένα τα μικρά του!... Μα εκεί, κοντά στο τραπέζι, φτερωτός
δράκοντας προβαίνει από τη γωνιά. Τα ορθάνοιχτα μάτια του τινάζουν
σπίθες· το χρυσοπράσινο δέρμα του μαγνητίζει το στόμα του χάσκει να
καταπιή το άπειρο. Σέρνεται στο πάτωμα επίβολο· κουλουριάζεται
δισταχτικό· μακραίνει κι άξαφνα σηκώνεται ολόρθο και χύνεται στα
παιδιά! Ο νοικοκύρης θέλει να φωνάξη, μα δεν μπορεί. Παράλυτα έχει
τα γόνατα, τα χέρια, τη λαλιά. Όμως στον άφευκτο κίντυνο ρίχνει
δυνατή κραυγή σαν κεραυνό από τα στέρνα τον.
— Μη ορέ!...
Και τινάζεται ορθός να δράμη να τους σώση. Μα στη γαλήνη που
απλώνεται γύρω, μένει ακίνητος, Πιάνει το καταϊδρωμένο μέτωπο, τα
παγωμένα μέλη, την αβάσταχτη καρδιά του και σταυροκοπιέται.
— Θεέ μου, βάλε το χέρι σου!
— Τ' έχεις, μωρέ μπράτιμε, και ουρλιάζεις έτσι; ακούεται δίπλα του
φωνή μισοκομμένη.
Ο Αλή αγάς, ο αρχηγός της μάγγας, που κοιμόταν εκεί, ξύπνησε στη
φωνή κι απορούσε αν είνε στα συγκαλά του ή τον χτύπησε κανέν' αερικό
το Γούναρη.
— Αχ! είνορο με τρόμαξε· είνορο κακό! απάντησε κείνος.
Διπλοκάθισε στο αχερόστρωμά του ο αρβανίτης, πλάγιασε κοντά ο
κυνηγός, βγάλανε καπνό, άναψαν με το πρυόβολο τα τσιμπούκια τους κι
ο Γούναρης με ανατριχίλα του διηγήθηκε τ' όνειρο.
Ήταν πολύν καιρό φίλοι αχώριστοι. Μαζί ακολουθούσαν τον Βρυώνη στην
αυλή του Αλή πασά και στον πόλεμο· ίδια είχαν τη ζωή και τους
πόθους. Δούλευαν για να ζήσουν και να θρέψουν της φαμίλιες τους.
Τίποτ' άλλο. Όπως κι αν ήρθαν οι καιροί κι αν άλλαξαν τα πρόσωπα κι
αν χωρίστηκαν της φυλής τους τα ιδανικά, έμειναν εκείνοι ίδιοι κι
απαράλλαχτοι. Η καθεμερινή ζωή με τις απαίτησες και το φαρμάκι της,
δεν άφηκε να μαντέψουν καθόλου τη μεταβολή. Το χτήνος, που βαρύ
καθότανε μέσα τους, δεν τους άφηκε να γνωρίσουν τις μεγάλες ελπίδες
που σηκώθηκαν ανεμόφτερες κι έτρεχαν ζητώντας ανοιχτόν αέρα, μακριά
από τη σκλαβιά. Έφτανε του ενού πως έσερνε το κεφάλι στους ώμους και
του άλλου πως πολεμούσε και χόρταινε λάφυρα. Ποιος ήταν ο αφέντης
και ποιος ο δούλος δε φρόντιζαν. Ακολουθούσανε κι οι δυο τη ζωή
αδερφωμένοι, για το αύριο αδιάφοροι, όπως τα καματερά που ακολουθούν
του ζευγολάτη το θέλημα.
— Μη φοβάσαι, μπράτιμε είπε ο αρβανίτης σαν άκουσε καλά τ' όνειρο.
Τα παιδιά σου δεν παθαίνουν τίποτα. Το φίδι φίλος είνε· τα παιδιά
σου φίλος τα φυλάει. Μη φοβάσαι.
Ο Γούναρης κούνησε το κεφάλι.
— Τι φίλος που πήγε να τα χάψη, αγά μου! είπε ανατριχιάζοντας ως το
κόκκαλο,
— Σώπα και θα τα ιδής γλήγορα. Αύριο — μεθαύριο ξεμπερδεύει κι
αυτό. Γροίκα το μυστικό. Πάψανε πια τα ψώματα· τα καπάκια των ρωμιών
δεν περνάν στους αρβανίτες. Το είπαμε ορθά — κοφτά στους πασάδες. Ή
παίρνουμε σύνωρα το κάστρο ή τι στρίβουμε. Δε θα σαπίση στο Βάλτο η
παλληκαριά της Γκεκαριάς. Όχι!
Αγαναχτησμένος έφτυσε δυο — τρεις φορές χάμω κι έπειτα, ξακολούθησε,
με θυμό.
— Μεθαύριο θαμπά, κάνουμε το γιουρούσι. Έχουνε Χριστούγεννα κι οι
ραγιάδες θα βρίσκονται ούλοι στις εκκλησιές. Το κάστρο είνε αφύλαχτο
και το παίρνουμε στο φύσημα. Δε λέω πως είνε καλά έτσι· δεν είνε
παλληκαριά και δεν πρέπει στους αρβανίτες. Μα οι πασάδες δε θεν· τι
να γένη;
Κι επειδή έβλεπε τον κυνηγό συλλογισμένο, δίχως να δείχνη χαρά ή
δισταγμό στα λόγια του, χτύπησε αλαφρά τον ώμο του κι είπε
χαμογελώντας.
— Σε λίγες μερούλες, μπράτιμε, — άκου που σου λέω γω! — θα τις
χαρούμε τις φαμίλιες μας.
Ο ήλιος ανάτειλε τώρα πίσω από το βουνό του Ωλωνού. Μαύρος, ήλιος,
άφωτος και θλιμμένος, σαν να πενθή και κείνος του επαναστατημένου
Γένους την αγωνία. Συγνεφοσκεπασμένος ο ουρανός, καταχνιασμένα τα
ουρανοθέμελα, ρίχνουν χρώμα σκοτεινό και παραπονεμένο στη γη και τη
θάλασσα, στα δέντρα του κάμπου και στο κάστρο, στην πέτρα του βουνού
και του Φίδαρη τα νερά, στο χορτάρι της λαγκαδιάς και της
ακρογιαλιάς τον άμμο. Η Βαράσοβα μαυροκόκκινη δεξιά· ο Ζυγός αντίκρυ
σπανός και καψαλισμένος από το φιό του χειμώνα και το δαυλί του
πορθητή· τ' Αντελικιώτικα βουνά δίπλα προσκυνημένα και αντίπερα ο
Μωριάς στέκουν συλλογισμένα κι ανήσυχα για του Αγώνα το τέλος. Κι
ανάμεσα, στης θάλασσας το χαλκόχρωμο πρόσωπο και στα παχνισμένα
στήθη του κάμπου, εδώ τα καράβια του Γιουσούφ πασά και κει τ' άρματα
της Αρβανιτιάς, φαίνονται έτοιμοι να σφίξουν στα σιδερένια στέρνα
τους την πόλη ως που να ξεψυχήση.
Δώδεκα χιλιάδες την πολεμούν. Νυχτόημερα τα κανόνια βροντούν και τα
ντουφέκια στράφτουν και λάμπουν τα σπαθιά και ουρλιάζουν τα
πολεμοθρεμμένα στήθη μπροστά στο χάντακα. Οι μπόμπες νυχτόημερα
κατεβαίνουν στα σπίτια, αναποδογυρίζουν τις στέγες, γκρεμίζουν τους
τοίχους, σκορπούνε στάχτη και χόβολη τα σωθέματα και τους κατοίκους.
Τα βόλια σκαλίζουνε το χώμα και ρίχνουν κάτω τα κορμιά· τα
γιαταγάνια ξεσκίζουν τα τείχη, θριμματίζουν τις πολεμίστρες και
βάφονται στο αίμα και τον πηλό· τα ουρλιάσματα λαμπάζουν την ψυχή
και την κάνουν να κρυφτή βαθιά, χαμένη και δίβουλη. Μα η πόλη
χαλκόστερνη στέκει στη γη της, αδιάφορη στη λύσσα του εχτρού και του
Χάρου τις σαΐτες. Και σαν δέση στοιχειωμένη, που κρατεί του ποταμού
το ξεχείλισμα και δεν αφίνει να πνίξη τη σπορά του κάμπου, λέει στο
Μωριά να καλλιεργήση της ελευθερίας τα πρωτόλουβα βλαστάρια. Μέσα
της έχει το Μαυροκορδάτο και το Μάρκο Μπότσαρη· μέσα της το Γρίβα
και τους Μωραΐτες οπλαρχηγούς. — Ή τρόπαιο νίκης ή νεκροκρέβατο εδώ!
είπαν όλοι στο πρώτο φανέρωμα του εχτρού. Και το κάμανε ως σήμερα.
Τι θα γίνη αύριο, ποιος το ξέρει;