— Γεράσαμε κι αλλάξαμε! πρόσθεσε ο Πετρολέτσος πικραμένος. Σωστός
Κορφιάτης μου φαίνεσαι.
Και σφουγγίζοντας με το μανικοπουκάμισο τα δακρυά του, κοίταζε και
ξανακοίταζε το φίλο του, σαν να ζητούσε κάτω από το βαρύ εκείνο
σώμα, το στρογγυλό κεφάλι, τα κρεμαστά φρεσκοξουρισμένα μάγουλα, και
τον παχύ λαιμό, το λυγερό παλιό του σύντροφο σαν να ζητούσε κάτω
από την υγρή και σουρτή μιλιά ν' ακούση τους στρογγυλούς μωραΐτικους
ήχους· σαν να ήθελε να ιδή τον αλαφρό αέρα του κορμιού και των
ματιών το σπιθοβόλημα και το διαβολικό γοργό παίξιμο του προσώπου,
κάτω από το νυσταγμένο πρόσωπο ενού Κορφιάτη νοικοκύρη.
— Μωρ' εσύ 'σαι ο Γιώργος, που τα βαλες μ' όλους τους
κοντοστάμπελους στην Οβριακή! φώναξε δυσκολόπιστος.
Ήρθε στο νου του άξαφνα η πρώτη φορά, που γνωριστήκανε μέσα στη
Οβριακή, στο φοβερό καυγά. Ο Πετρολέτσος από μικρός στο νησί, όταν ο
πατέρας του πέρασε συφάμελος από τ' Αργυρόκαστρο, φεύγοντας τη λύσσα
του Αληπασά· ο Λαμπρόπουλος φευγάτος από τον Κάμπο της Γαστούνης για
να γλυτώση από τους μαχαιράδες του δημογέροντα, ήταν αδύνατο να
γνωριστούν στον ξένον τόπο, που τον έσφιγγε και κείνον τον Σουλτάν
Θωμά η αλύγιστη παλάμη. Μα όσα φέρν' η ώρα δεν τα φέρνει όλος ο
χρόνος. Ο Μωραΐτης στον καυγά εκείνο έδειξε φοβερή παλληκαριά.
Ξαρμάτωτος, μ' ένα πόδι σκαμνιού στο χέρι ρίχτηκε στην αρματωμένη
εξουσία, άνοιξε κεφάλια, τσάκισε κόκκαλα και τέλος τους σκόρπισε
όλους. Ο Ρουμελιώτης από φυσικό του σεβασμό στην παλληκαριά, έκρυψε
το Μωραΐτη στο μαγαζί του, χωρίς να συλλογιστή πως αν τον έβρισκαν,
θα στέλνανε και κείνον στην κρεμάλα. Κατώρθωσαν όμως να μην
ανακαλυφτούν κι έμειναν αιματωμένοι οι κοντοστάμπελοι και φίλοι
αχώριστοι οι δυο νέοι. Μα τώρα πώς μπορούσε να πιστέψη ο Πετρολέτσος
ότι το πιθάρι που κάθεται μπροστά του είνε κείνος ο παλληκαράς; Και
πάντα ίδιος, όπως στα νιάτα και στα γεράματα, ετοιμάζεται να σωριάση
θαυμαστικά για το ανδραγάθημα εκείνο. Η παλληκαριά όσα χρόνια κι αν
περάσουν δεν παλιώνει.
Μα ο Λαμπρόπουλος του έκοψε τη φόρα:
— Ας τα τώρα, περάσανε· είπε. Παλαβομάρες παιδιάτικες· όλο
παλαβομάρες!... Και συ πώς βρίσκεσαι; τι γένεσαι;
— Α! είπε με αδιαφορία μεγάλη· βουκόλος γυρίζω... Αμ' εσύ;
— Έχω τάλλαρα!...
— Τι λες! αλήθεια; φώναξε ο Πετρολέτσος με χαρά. Μπράβο! Μα πώς,
μωρ' αδερφέ, πώς!...
— Πώς; με αγώνες και κόπους... Για φαντάσου πόσα χρόνια είνε που
χωρίσαμε!
— Θυμάμαι και γω!... Σαν έφυγα για τον πόλεμο εσύ πουλούσες σαπούνι
στα καντούνια.
— Τι καλά που δε σε άκουσα να έρθω μαζί σου! Τι απόχτησες με τα
τρεχάματά σου; Πες μου· έχεις τίποτσι;
— Μπα· ό,τι φορώ κλέφτη δε φοβάμε.
Και μ' ένα βεργολύγισμα περήφανο, που δε θα το έκανε χρυσοφορεμένο
βασιλόπουλο, έδειξε ο Ρουμελιώτης τα τρυπημένα του γουρνοτσάρουχα,
τις ξηλωμένες κάλτσες του, τη λερή και ξεσκλισμένη φουστανέλλα του·
τα ξεφτισμένα μεϊντανογέλεκα και το λιγδωμένο φέσι του. Έδειξε ακόμη
στη μέση του το σιλάχι μαύρο, καταζαρωμένο, με το ξύγγι απάνω του
σαν λέπια ψαριού, με το μαυρομάνικο λάζο μέσα και δυο — τρεις
αλυσίδες, που βαστούσανε δεξιά τον ασημοσουγιά κι ένα λουρί
μισολυωμένο αριστερά με τρεις τοκάδες — μοναχή αρματωσιά και
στολίδια του.
— Και βαστιόσουνα καλά σαν έφυγες· είπε κουνώντας το κεφάλι ο
Λαμπρόπουλος. Το ψωμάδικό σου στην Πόρτα Ριάλα έκανε δουλειά· είχες
ούλη την Οβριακή απάνου σου. Αν βάσταγες κεφάλι, τώρα θα είχες
μηχανές και θα τάιζες ούλη τη χώρα. Ψεσινός άθρωπος ο Μεϊντάνης κι
έχει εκατομμύριο!...
— Και δε θα χανα τους γονιούς μου!... πρόσθεσε ο Πετρολέτσος,
στυλώνοντας το βλέμμα στον κούφιον αέρα, σαν να διάβαζε τα
περασμένα.
— Οι γονιοί σου! φώναξε ο Λαμπρόπουλος, οι γονιοί σου! Διακονιά
βγήκανε! Το ξέρεις που βγήκαν διακονιά!... Ακούς ο Πετρολέτσος
διακονιά! Ακούς η βαφτισημιά του Τζαβέλλα διακονιά!... Και στο τέλος
ο πατέρας σου γύριζε παλαβός στο Μαντούκι, μπαίγνιο του κόσμου κι η
μάννα σου έπεσε στη Γαρίτσα και πνίγηκε...
— Σώπα για όνομα Θεού! σώπα!... είπε ο Πετρολέτσος, κουνώντας τα
χέρια και γυρίζοντας τα μάτια, λες κι ήθελε να διώξη φοβερό
φάντασμα.
Μα ο Μωραΐτης, σα να τον έπιασε ο πειρασμός εκείνος της φυλής του να
γελάση με την απελπισία του άλλου, να φανή πως είνε έξυπνος, πως όλα
με την τσαχπινιά του τα καταφέρνει και πως οι άλλοι χαντακώνονται σε
φαντασίες μόνον, άρχισε με περισσότερο θυμό:
— Τι τσώπα, μωρέ, τι τσώπα! Α δα δε σου τα λεγα, ο κακόρκος, από
τότες; — Μωρέ, κάτσε και τήρα τη δουλειά σου! Καλά καθόμαστε δω·
λευτεριά έχουμε με τσ' Εγγλέζους.
— Μα τ' αδέρφια μας... η Πατρίδα.. —
— Τι Πατρίδα; Πού σε είδε σένα η Πατρίδα; Πού την ξέρεις; Τάισε
τσου γονιούς σου που πείνασαν;... Εσένα σε τάισε!... Μα να ειπής
ήταν και το μυαλό — παιδιάτικο μυαλό! Πρόσθεσε μαλακώτερα ο
Μωραΐτης. Να, εγώ που σου μιλώ έτσι, δε μπήκα στο καράβι με τσου
Παργινούς να κατεβώ στη φωτιά;
— Α! έκαμε ο Πετρολέτσος, κοιτάζοντας το φίλο του κατάματα, σαν να
έλεγε: Βλέπεις; Δεν έχω άδικο· η πατρίδα πάντα πατρίδα είνε·
πονιέται!...
Ναίσκε· εξακολούθησε κείνος χωρίς να τον προσέξη· πήγε τότενες ο
Κυριακούλης να βαρέση τσοι Αρβανιτάδες στο Φανάρι και πήγαμε να τσου
δώκουμε βοήθεια. Μα ώστε να φτάσουμε κει τελείωσε ο πόλεμος. Οι
Μανιάτες με το λείψανο του Κυριακούλη κατεβήκανε στο Μισολόγγι κι οι
Αρβανιτάδες αφέντευαν σ' όλο το περγιάλι. Τότενες οι Παργινοί είπαν
να κατεβούμε στο Μισολόγγι· μα εγώ κατάλαβα πως δεν ήμουν για πόλεμο
και πέρασα ολονυχτίς στσου Παξούς. Από τότενες ήβρα την τύχη μου...
— Τότε που λες έκανα και γω τον πρώτο μου πόλεμο· τον έκοψε ο
Ρουμελιώτης. Βαρέσαμε τους Τούρκους στο Μωριά. Ήταν άμετρη Τουρκιά
και λιγοστοί εμείς, μα διαλεγμένοι. Βαστάξανε καλά οι οχτροί, στο
τέλος τσακίσανε... Όρε, μάτια μου, θέρο που στον κάναμε!
Κι έριξε τα μάτια του μακριά πύρινα, λες κι ήθελε να φωτίση τα
περασμένα. Είχε τα δασά του φρύδια σμιχτά· έσκαζε το ρουθούνι σαν να
μυριζότανε τη μπαρούτη της μάχης· κουνούσε τα χέρια σαν να έδινε
ζερβόδεξα σπαθιές θανατοφόρες κι έβλεπε τώρα να φεύγουν τους οχτρούς
και νικήτριες την Πίστη και την Πατρίδα. Τα λόγια του φίλου του, το
Φανάρι, ο Κυριακούλης, οι Αρβανίτες, λόγια αλησμόνητα στη ζωή του,
γιατ' ήταν της ζωής του τ' όνειρο, στέγνωσαν ευθύς τα δάκρυά του,
έδιωξαν από τα φυλλοκάρδια του το φαρμάκι και τον φέρανε πάλι στην
πρώτη του θέση, που δεν ήθελε ν' αφήση παρά νεκρός.
Μα ο Λαμπρόπουλος, κλωθογυρίζοντας κι αυτός στα περασμένα, περήφανος
για το κατόρθωμά του, εξακολούθησε χωρίς να τον προσέξη.
— Στσου Παξούς, που λες, ήβρα δυο καλούς συντρόφους. Άξιοι αθρώποι!
Δε χάνονταν σε λόγια. Βρίσκουμ' ένα καϊκάκι και τραβούμε στα
σκαλώματα του Μωριά και στα πόρτα τση Ρούμελης. Εκεί μας βοήθησε η
τύχη στα γερά! Ήβλεπες στους έρμους κάβους και στα περγιάλια
γυναίκες, άντρες, παιδιά, κατατρεγμένους από το τούρκικο ασκέρι. Άμα
μας αγνάντευαν, αρχινούσαν τα σενιάλα να τους πάρουμε, να τους
περάσουμε στα ξερονήσια του Κάλαμου. Κι έδιναν ό,τι είχαν:
δαχτυλίδια διαμαντένια, ζουνάρια αξετίμωτα, μεταξωτά και λαχούρια,
ό,τι άρπαξαν από τα σπίτια τους στην ώρα του φευγιού, τάδιναν ούλα
για να σωθούν από το λεπίδι, από τη σκλαβιά και την ατιμία. Δε λέω
πως δεν κάναμε κι αδικιές· χωρίς αδικιά βιος δε γένεται. Το καϊκάκι
μας δεν έπαιρνε πολλούς και μεις βάναμε διαλεόνα. Μπαρκάραμε πρώτα
εκείνους που έδιναν τα πολλά, κι αν έμενε τόπος, μπαρκάραμε κι από
τη φτώχια· είτ' αλλιώς βουλώναμε τ' αφτιά μας στα μυρολόγια τους και
κάναμε πανιά. Πολλές βολές θυμούμαι, πλάκωναν άξαφνα οι Τούρκοι και
βλέπαμε τους έρμους να σκροπάνε και να γκρεμίζωνται από τους βράχους
στη θάλασσα για να μας φτάσουν· να μας απλώνουν τα παιδιά τους στην
ώρα, που βυθιζόντουσαν στα κύματα... Μα πολλουνώνε σώσαμε τη ζωή...
— Εγώ πήρα ζωές· μα τούρκικες ζωές! Έσπειρα κουφάρια στο διάβα μου,
που χορτάσανε τα πετεινά κι αντρείεψε η γη μας... Μα δεν το πήρα τ'
αλλουνού το πράμα. Ό,τι πήρα, το πήρα δίκαια, με το σπαθί μου!
— Κι εγώ δίκαια το πήρα. Στο Μισολόγγι...
— Έκαμες στο Μισολόγγι;
— Ναίσκε· έκαμα στους δυο μπλόκους και στην έξοδο.
— Μωρέ, τι λες! Εγώ τότες ήμουνα με τον Κώστα Μπότσαρη κι ήρθαμε
γυρεύοντάς σας... Μωρέ, πες μου τ' αδέρφι, πολέμησες στο πλάι του
Σιαδήμα! Είδες πώς γλύτωσε ο Μακρής· πώς χάθηκαν τα γυναικόπαιδα,
πώς σκοτώθηκε ο Ραζικότσικας;
Ο Ρουμελιώτης, όπως όλοι του καιρού του, έτρεφε άλλου είδους
θαυμασμό στου Μεσολογγιού την ιστορία. Έγιναν κι άλλες μεγάλες
μάχες, μακελειά φριχτά στον πικρόν εκείνον εννιαχρονίτικον αγώνα·
δοξαστήκανε κι άλλες πολλές φορές τα ελληνικά όπλα· μα ό,τι έγινε
στο Μεσολόγγι, το νόμιζαν κάτι εξαιρετικό και κείνους, που πολέμησαν
εκεί, τους πίστευαν θεούς. Τώρα εκεί που άρχιζε ν' αηδιάζη το
Μωραΐτη, με μιας όλα τα λησμόνησε μπροστά στη σκέψη πως είνε
αγωνιστής του Μεσολογγιού. Μα ο Λαμπρόπουλος γέλασε δυνατά.
— Τίποτσι δεν είδα' αποκρίθηκε με απάθεια. Είδα μονάχα που ήφερναν
την άλλη μέρα τις Μεσολογγίτισσες αρμαθιασμένες στ' αράπικο
στρατόπεδο!..
— Μώρ' με τους Τούρκους ήσουνα!
— Κιαμέ; Έδινα χούφτα καπνό στους Αρβανιτάδες, χούφτ' αφιόνι στους
Αραπάδες κι έπαιρνα χούφτα μάλαμα και χούφτ' ασήμι.
— Ου να μου χαθής! βροντοφώναξε με αηδία ο Πετρολέτσος.
— Να χαθώ; Εσύ χάθηκες, κακόρκε, με τα μυαλά που χες!... Τη βλέπεις
τούτη την καδένα; δεύτερη δε βρίσκεται στον κόσμο. Την πήρα για μια
Μισολογγιτοπούλα, που πούλησα στον πρόξενο της Αούστρίας στο
Τσηρίγο.
Ο Πετρολέτσος πήγαινε να φρενιάση από θυμό. Η ξετσιπωσιά του Μωραΐτη
έφερνε το αίμα στα μάτια του και δυο — τρεις φορές σκέφτηκε να του
στρίψη το καρύδι, για να πάψη να λέη τις ατιμίες του. Άξαφνα χωρίς
λόγο, βράζοντας από γεροντικό θυμό, σήκωσε βιαστικά το δεξί μανίκι
κι έδειξε στο μπράτσο του μια φοβερή σπαθιά.
— Τη βλέπεις τούτη; φώναξε φέρνοντάς το στα μάτια του Μωραΐτη· είνε
σπαθιά! Την πήρα στο Κερατσίνι με τον Καραϊσκάκη. Ήμαστε λίγοι, στα
δάχτυλα, όπως πάντα, κι οι Τούρκοι άμετροι. Με την πρώτη μπαταριά
σκοτώνετ' ο Μπαϊραχτάρης: — «Πετρολέτσο, δικό σου!» φωνάζει ο
καπετάνος, με τον κόκκινο ντουλαμά του λάμποντας σαν Άη Γιώργης
απάνω στ' άλογό του. Με το λόγο τ' άρπαξα κιόλας. Μας έμπλεξαν εκεί,
μας ζώσανε απ' ολούθε, μας στρίμωξαν σε μια φράχτη, μας πήραν τις
πλάτες... Κολύμπησα στα αίματα, αχ το γλύτωσα το μπαϊράκι...
— Και τι απόχτησες; Πού είνε το σπίτι σου; Πού είν' οι γονιοί σου,
πού είν' η φαμίλια σου;... Δε χάφτω μίγες εγώ, ακούς! Δε χάφτω
μίγες!... Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, γύρισα φορτωμένος εδώ. Μάζωξα τους
γονιούς μου από τα Καλύβια και τους έβαλα αφεντάδες. Την αδερφή μου
τη Ρήνη — θυμάσαι που της έκανες τα γλυκά μάτια κι έλεγα να σε κάμω
γαμπρό; — την πάντρεψα με τιμές και δόξες και ζη αρχοντικά στον
Πέλεκα. Εγώ παντρεύτηκα και πήρα μια κοντέσα. Ετούτο το σπίτι δικό
μου είνε και τ' άλλο στα Μουράγια δικό μου και στη Σπιανάδα το ψηλό
πάλε δικό μου. Εκείνος ο σαράφης είνε γιος μου, ο Νικολάκης· ακούς
πώς παίζει τα τάλλαρα στο χέρι σαν να παίζη κομπολόι; Τον άλλο, το
δικηγόρο θαν τον κάνουμε βουλευτή· ετούτο το μαγαζί το κρατεί ο
μικρότερος. Το μεγάλο λιοτρίβι στη Γαρίτσα· ένα λιοστάσι στους
Άγιους Δέκα, μια περβόλα στον Ποταμό, όλα δικά μου!...
Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του
είδε να συνεπαίρνωνται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το
κατρακύλιμα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα
δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώση
και να τον ενοχλή μια απορία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος
του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από
τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους
συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του
κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον
κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν
αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του,
γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο,
καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, αποριμμένος από τους
συγγενείς του. Και όταν κλείση τα μάτια, θα πάη σαν το σκυλί στ'
αμπέλι. Ποιος λοιπόν είνε ο ίσος δρόμος, Θεέ μου!
Άξαφνα ο ερεθισμένος του λογισμός ύφανε εμπρός του εικόνα
ολοζώντανη. Μια ασπροφόρα, με κορμί και πρόσωπο αγγελοκάμωτο,
στεκότανε κοντά σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω στη φωτιά λίγος, μα
εκλεχτός κόσμος ερχόταν κι έριχνε μέσα πλούτη, ονόματα, γονέους,
παιδιά, αδέρφια, αγάπες, πόθους, όνειρα, φιλοδοξίες, πάθη. Η φωτιά
τ' άρπαζε όλα, τα κατάπινε σαν φάρυγγας θεριού. Και η παρθένα με το
πλάνο της χαμόγελο και το αυστηρό της βλέμμα, τους ζητούσε κι άλλα,
«κι άλλα!» τους φώναζε πεισματάρα, απαιτητική, αχόρταγη. Και κείνοι,
αφού έριχναν ό,τι κι αν είχαν μέσα, δίχως πίκρα, δίχως θυμό, έπεφταν
τέλος κι οι ίδιοι και χάνονταν εκεί, όπως έσβυσε και χώνεψε πριν
κάθε χαρά τους και κάθε τους απόχτημα. Και κάτι του έλεγε μυστικά
πως η παρθένα, η λάμια η αχόρταγη, ήταν η Πατρίδα. Ανυπόμονα έριξε
τα μάτια περίγυρα να έβρη την ελπίδα, την ανταπόδοση να βρη σε κείνο
τ' ολοκαύτωμα· τίποτα!
— Έχεις δίκιο... δίκιο έχεις! εψιθύρισε με δακρυσμένα μάτια, με
στήθος βαρύ, λες και καθότανε η Μόρα απάνω του.
Μα σύγκαιρα είδε την κόρη να τον κοιτάζη κατάματα και με το χέρι της
να δείχνη μακριά. Γύρισε εκεί ο Πετρολέτσος κι είδε μια χώρα μεγάλη.
Και μάντεψε αμέσως πως ήταν η Ελλάδα, ελεύθερη πέρα — πέρα,
δοξασμένη, λαμπροφώτιστη. Είχε πρωτεύουσά της την Πόλη την Εφτάλοφη
και λατρευτό ναό της την Αγιασοφιά. Του Κωσταντίνου τον τάφο άγιο
λείψανο και των κλεφτών τ' αρμούτια φυλαχτάρια της. Και ήταν ο
στρατός της τρόμος της γης και φρίκη της θάλασσας ο χιλιάρμενος
στόλος της και δόξα της Δημιουργίας ο λαός της, ο ημίθεος! Μονώρας
ένιωσε μια μυλόπετρα να κυλά από πάνω του· τα πύρινά του αισθήματα
τ' απείκασε να χύνωνται πάλι και να ξανάφτουν το αίμα του. Να τη
λοιπόν την ελπίδα και την ανταπόδοση!... Πήδησε αγέρωχος, αυστηρός,
όπως την ώρα που στο Κερατσίνι αγωνιζότανε με τους οχτρούς για το
μπαϊράκι και στο «τι απόχτησες» που του πρόβαλε μ' επιμονή ο
Μωραΐτης,
— Την Πατρίδα μου! φώναξε χτυπώντας τα στήθη του δυνατά.
Ο Λαμπρόπουλος στην απροσδόκητη απάντηση έμεινε άλαλος. Ο
Πετρολέτσος φαντάστηκε να στείλη και δεύτερη μπαταριά, να σαρώση τα
κακομοιριασμένα λείψανα του οχτρού. Με φωνή μεγάλη, αφεντική, σαν να
μιλούσε από μέρος όλου του λαού του Εικοσιένα, του αδικημένου και
αμνημόνευτου, ξαναφώναξε πιο δυνατά.
— Ναι· έκαμα την Πατρίδα μου!
Η ΣΜΥΡΝIΑ
Περπατούσα μ' ένα φίλο μου στην πλακοστρωμένη ακρογιαλιά της
Σμύρνης. Περπατούσα κι έβλεπα, αισθανόμουν κι αναγάλλιαζα. Όλες οι
αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που
τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν'
αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την
αμβροσία της. Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά
καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ' άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ' άλλο,
ως που κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά.
Κάτω περικλεισμένος ο κόρφος με το λιμάνι γεμάτο από κάθε λογής
πλεούμενο, από καπνοδόχους και καπνούς, από σκοινιά και κατάρτια,
μόλις έδειχνε το καθρέφτισμα τ' ουρανού. Μπροστά με τα ψηλά χτίρια
και τους ανθοσπαρμένους κήπους της ξετυλιγόταν η ακρογιαλιά πέρα —
πέρα κάτασπρη. Κι απάνω της, όπως παρθένα χώρα στέλνει με τα ποτάμια
της στη θάλασσα, στου άνθρωπου τη γνώση τ' αφάνταστα πλούτη της,
έχυνε κι η Σμύρνη απ' τα στενοσόκακα, της μύριες ομορφιές που
ανατρέφει στα σπλάχνα της! Και σαν να ήμουνα σε μουσείο ζωγραφικής,
έβλεπα αρμονικό ανακάτωμα από φορέματα και χρώματα και λυγερά
αναστήματα και μαλλιά μαύρα, ξανθά και καστανά, χείλη κοραλλένια και
μάτι' αθάνατα, που λάμπουν, καθώς λάμπουν σε πέπλο αρχοντικό τα
διαμάντια και τα ζαφείρια.
— Διές και το παλιάλογο, μου λέει άξαφνα ο σύντροφός μου. Το χουν
για το θηριοτροφείο.
Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας
ξερακιανός χωριάτης κρατούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο
χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνη, ανάκαρα δεν έχει να
κινηθή. Έσκυφτε κάτω με τ' αφτιά ριγμένα, τα μάτια σφαλιστά, τα
ρουθούνια βρώμικα· η κοιλιά χώνευε στα πλευρά του· η ραχοκοκκαλιά,
τα καπούλια, οι γοφοί, ο λαιμός, τα γόνατα, οι αρμοί όλοι φαίνονταν
ξεκλειδωμένοι. Η ουρά του σπανή κι άπαστρη έπεφτε ανάμεσα στα πισινά
του, ανίκανη να κινηθή για να διώξη τις χαλκόμυγιες. Τα κρέατά του
έλεγες πως θα ρέψουν κάτω, όπως ρέβουν το χυνόπωρο τα μαραμένα φύλλα
κι αφίνουν γυμνό και άσκημο το δέντρο. Αυτό το χάλι του κρατούσε
γύρω κάθε τάξης και ηλικίας διαβάτη κι έλεγε καθένας το λόγο του και
την αστεία του σκέψη.
Στάθηκα και γω με το φίλο μου· όταν, δεν ξέρω πώς, τα μάτια μου
έπεσαν σ' ένα παραθύρι του αντικρινού σπιτιού. Ανάμεσ' από τα γυαλιά
και τις κάτασπρες κουρτίνες, κόρη όμορφη και μαυρομάτα έβλεπε με
προσοχή. Τα μαλλιά της κατάμαυρα, στη μέση χωρισμένα, έπεφταν
δαχτυλίδια άταχτα στο φιλντισένιο μέτωπο και στα μελίγγια, στα
ριζάφτια, πίσω στο χαριτωμένο της λαιμό κι έδιναν όψη άγουρου στο
πρόσωπό της, που είχε το χρώμα δροσερής μοσκιάς. Και φανέρωνε θλίψη
μεγάλη για κείνο το παλιάλογο. Μα τη θλίψη και την ψυχοπόνια, που
φανέρωναν τα μάτια της, πως να την ιστορίσω; Μου φάνηκε πως έβλεπα
τ' αθάνατο νερό να κυλάη από τα μάτια εκείνα, να περνά το γυαλί, να
κατεβαίνη· θεϊκό χάρισμα στ' άλογο και να το περιχύνη απολούθε. Το
είδα, λέει, να ποτίζη τα φυλλοκάρδια, να του δυναμώνη τα νεύρα, να
του γυαλίζη την τρίχα, να του ξανάβη το θυμό. Και πίστεψα πως θα ιδώ
να λαχτίση άξαφνα τη γη, ν' ανεμίση τη χήτη του, να ορθολυγίση την
ουρά, να τινάξη το κεφάλι και με βαθύ χλιμίντρισμα να τρέξη στα
λιβάδια πέρα, γαύρο κι αδάμαστο.
Παρέκει, ανάμεσα σε δυο χτίρια, ήταν μια φράχτη ψηλή από σανίδες.
Απάνω στις σανίδες και γύρω στους τοίχους, χρωματιστές ρεκλάμες
έλεγαν το τι γίνεται κάθε δειλινό πίσω αποκεί. Πόσων ειδών άγρια
θερία είναι κλεισμένα· πως ο θεριοδαμαστής με τη θεατρική του
φορεσιά μπαίνει, κρατώντας το βούρδουλα και το πολύκροτο στο χέρι
και πως κατορθώνει να τα τρομάζη μόνον με τις ματιές του. Και
θαρρείς, για να βεβαιώνουν τα λόγια τους, έρχονταν κάποτε φωνές και
χτύποι και βρουχήματα, που έκαναν τους διαβάτες ν' ανατριχιάζουν. Μα
ο χωριάτης αδιάφορος, κρατώντας πάντα το χαλινάρι στο χέρι, παζάρευε
με τον εργολάβο το πράμα του. Από τα λόγια τους, από τ'
αγριοκοιτάγματά τους φαίνονταν που παλαίβανε ποιος να γελάση τον
άλλον.
— Εμ' αν είνε να τα πλερώσω τόσο, δεν παίρνω καλύτερα ένα βώδι;
έλεγε ο εργολάβος γυρίζοντας τα κρύα ματάκια του γύρω στο λαό, να
πάρη τάχα τη γνώμη του. Αν πάρω το βώδι, δε θα χω τουλάχιστο το φόβο
να μου αρρωστήσουν τα θεριά, που μπορεί ναν το πάθω μ' αυτό το
ψωφήμι.
— Ετούτο ψωφήμι; καλά, μπράτιμε! φώναξε ο χωριάτης αγαναχτώντας,
που κατηγορήσανε το ζώο του. Το βλέπεις πιστεύω και δεν είν' ανάγκη
να σου ειπώ, πως τ' άλογο έχει ψυχή να ζήση χίλια χρόνια. Μα τι να
του κάνω που σακατεύτηκε στον αραμπά.
— Ρε ποιος σε ρωτάει για την ψυχή του! Τι να την κάμω γω την ψυχή;
Κρέας έχει; Εγώ θέλω να χορτάσω τα θεριά μου· είπε ο εργολάβος με
ολοφάνερη πείνα στα μάτια.
Εκεί που παζάρευαν εκείνοι, σήκωσα πάλι τα μάτια μου στο παραθύρι. Η
λυγερή ήταν ακόμη εκεί, πάντα θλιμένη και πονετική. Τα μάτια της όλο
και θόλωναν· τα μάγουλά της πότε άσπριζαν, πότε κοκκίνιζαν· το
μεστωμένο στήθος της ανεβοκατέβαινε και το χνώτο της θάμπωνε το
γυαλί όσο που την έχανα. Έχανε όμως και κείνη τη διασκέδασή της κι
αμέσως το κρινοδάχτυλο χέρι έσερνε κεντητό τριανταφυλλί μαντιλάκι κι
έπαιρνε τον αχνό και πρόβαινε πάλι το γλυκό πρόσωπο, σαν φεγγάρι
μέσ' από τα σύγνεφα, που βούλεται να συντροφέψη στον ύπνο της τη γη.
Και γω έχασκα στο παραθύρι, στο αισθαντικό κορίτσι μπροστά και δεν
έβλεπα τίποτ' άλλο παρά ό,τι γινότανε πίσω από το γυαλί. Και λίγο —
λίγο από τη συχνή προσήλωση, την άφαντη αλυσίδα που έδενε τον ψαρή
με την κόρη, την κόρη με μένα, άρχισα ν' απεικάζω ένα καρδιοχτύπι
για κείνο το σαράβαλο. Η κόρη με την αγάπη της, σαν τις νεράιδες των
παραμυθιών, που ανασταίνουν ό,τι αγγίξουν, που ομορφαίνουν ό,τι
ιδούν, που λαμπροστολίζουν ό,τι αγαπήσουν, άλλαξε στα μάτια μου το
παλιάλογο και μ' έκαμε να το βλέπω ανεχτίμητο. Φαντάστηκα πως ο
ψαρής εκείνος σπάρθηκε μέσα στου μαγιάπριλου το λιοπύρι από κανένα
γοργογόνατο άτι της Αραπιάς. Είπα πως γεννήθηκε στα τροφαντά λιβάδια
της Λυκίας, εκεί που άλλοτε βοσκήσανε οι φοράδες του Κύρου, και
μεγάλωσε στ' αχούρια κανενός πασά. Πίστεψα πως καβαληκεύτηκε από
λεβέντη πετροκαταλύτη να τον φέρη στην καλή του ή από οχτρών
κουφάρια στη ζηλευτή δόξα του πολέμου και της νίκης. Και ψιχάλιζε η
καρδιά μου γιατί τώρα που δε μπορεί να δουλέψη τον αφέντη του, ο
αχάριστος, δεν το ψυχοπονεί. Δεν το βγάζει να το χλωρονομήση
ελεύθερο, ως που να βρη το θάνατο με φούντα δροσερό τριφύλλι στα
δόντια του. Δεν του φυτεύει ένα βόλι στο ριζάφτι, να πέση νεκρό στον
τράφο, να λυώση κάτω από τον γλυκό ήλιο, εκεί που το χόρτο θα ηχά
επάνω του κι οι πεταλούδες θα χαμοπετούν και τα μαμούδια θα βουίζουν
και τα πουλιά θα κελαϊδούν· όταν τα νερά θα δροσίζουν τ' αφράτα
χώματα και χιλιόχρωμ' άνθη θα μοσκομυρίζουν τον αέρα και μύριοι θ'
ανασταίνωνται χάμω και ψηλά μικρόκοσμοι. Αχόρταγος θέλει ακόμη να
κερδίση από τη νέκρα του και για εκατό γρόσια έρχεται να το παραδώση
στα θεριά!
Άξαφνα όμως είδα την κόρη να σηκώση τα μάτια της και να τα ρίξη πέρα
στην εμπατή του κόρφου. Εκεί, ανάμεσα σε δυο ακρωτήρια χρυσογάλανα,
ο ήλιος στριφογυρίζοντας έγερνε να χαθή στην άβυσσο. Συγνεφάκια
μικρά, χρυσορρόδινα και πορφυρά κι ολόξανθα ακολουθούσαν το βασίλεμά
του. Δυο κόκκινα καραβοφάναρα, που στέκουν εκεί για να δείχνουν τις
ξέρες στους θαλασσινούς, ένα μεγάλο μπάρκο με απλωμένα πανιά, μια
ψαρόβαρκα, καθώς πλεύρωναν στον ορίζοντα, έκαναν μεγάλη και περίχαρη
θαλασσογραφία. Ο ήλιος, αφού έβαψε όλον τον κόρφο ως την πόλη απάνω
και τα περίγυρα βουνά με μια ολόχρυση βαφή, έχυσε έπειτα μιαν άλλη
ξανθοκόκκινη, αργότερα άλλη αιματένια κι άλλη χαλκοπράσινη, ως που
με μια σκοτεινή βούτηξε μέσα στα νερά.
Μα η κόρη έμενε ακόμη εκεί σαν αγγελόφερτη. Και γω από το ηλιόγερμα
και κεινής το βλέμμα άρχισα ν' απεικάζω μιαν άφραστη θλίψη στα στήθη
μου. Το συναπάντημα που έκαναν τα βλέμματά μας, πέρα εκεί στις
γλυκοβαμμένες αοριστίες του ορίζοντα, έχυσε στο αίμα μου όλους της
κόρης τους θλιβερούς στοχασμούς, σαν απόφωνο μυρολογιού χαροκαμένης
μάννας. Και άρχισα πάλι να κλαίω δανεικά του άλογου τη μαύρη μοίρα.
Έπειτ' από την αχαριστία του αφέντη του, έλεγα, μέλλει να μάθη του
εργολάβου την απονιά και των θεριών τη λύσσα. Θα έχουν τάχα την
ευσπλαχνία να το σφάξουν πριν το παραδώσουν στο κλουβί; Δεν το
πιστεύω. Πώς μπορεί να λυπηθούν ένα άλογο άνθρωποι, που νυχτόημερα
ζουν με λεοντάρια και τίγρεις και ύαινες και κροκόδειλους· που
συχνακούνε το άγριο τους μούγκρισμα και συχνοβλέπουν τ' ανήμερά τους
πρόσωπα. Δεν πήρανε τάχα και κείνοι από την αγριάδα τους, δεν
πέτρωσαν σε κάθε τρυφερό αίσθημα την καρδιά τους; Έτσι, για
ξεφάντωμά τους μάλιστα, θ' ανοίξουν την καγκελωτή θυρίδα και θα
σπρώξουν μέσα τ' αθώο πλάσμα, που μόνον από τη μυρουδιά θα το πιάση
το ριό του. Από φόβο θα το ιδής να φρυμάξη άγρια και να τιναχτή πίσω
με όση έχει δύναμη. Μα θα έβρη τη θυρίδα κλεισμένη κι ανοιχτό το
χώρισμα. Θα γυρίση τότε τα μάτια του — μπορεί και δακρυσμένα, γιατί
όχι; — στου κλουβιού τα κάγκελα, ψηλά στην πάνινη σκεπή, χάμω στο
πάτωμα, ζητώντας χαραμάδα να χωρέση μέσα, να γλυτώση από το
μαρτύριο. Και σαν ιδή πως όλα το προδίνουν, θα βγάλη βαθύ
χλιμίντρισμα, πικρό μυρολόγι της ζωής, που θέλουν να του πάρουν. Μα
δε θα προφτάση να δευτερώση. Τα θερία σύνταχα θα χυθούν να το
πετσοκόψουν. Και σε μια στιγμή δε θα μείνη εκεί παρά λίγες
σταλαγματιές αιμάτου στο πάτωμα κι η λαχτάρα της ζωής, του αφέντη
του η αχαριστία, αόρατες στον κούφιον αέρα.
Ένας ξαφνικός θόρυβος μ' έβγαλε από τους στοχασμούς. Γυρίζω και
βλέπω το λαό να σκορπάη με γέλια και με χάχανα. Ο χωριάτης πούλησε
το παλιάλογο και πήγαινε να το παραδώση στο θεριοτροφείο. ο λαός
συντρόφιαζε του ζώου τη νεκροπομπή με σφυρίγματα και χάχανα. Σηκόνω
τα μάτια ψηλά και βλέπω ν' ανοίγη βιαστικά το παραθύρι και να
προβαίνη η κόρη με ματόφυλλα κόκκινα και φουσκωμένα. Στο στερνό της
κίνημα δε μπόρεσα και γω να κρατηθώ· άρχισαν να με τσούζουν τα
μάτια. Απόρησα όμως γιατί η κόρη, αντί να βλέπη δεξιά που πήγαινε τ'
άλογο, έβλεπε αριστερά και σκύβοντας όσο μπορούσε, έδειχνε το
θλιμμένο της πρόσωπο και κουνούσε το δακρυοποτισμένο μαντιλάκι της.
Μήπως τάχα ζητεί αποκεί το σαράβαλο, σκέφτηκα. Έσμιξα τα βλέμματά
μου με τα δικά της κι απόρησα, όταν έπεσαν πέρα σ' ένα νέο
καλοντυμένο, ψηλόν και σγουρομάλλη, που κατέβαινε στη βάρκα.
Κατέβαινε και τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στης κόρης το παράθυρο.
— Φεύγει· είπε ο φίλος μου.