Η αλήθεια είνε πως δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα. Τρανή απόδειξη έχω

το νοικοκύρη, που ξεκοκκάλιζε αλύπητα το ψητό, και το σύντροφό μου,

που άρπαζε απ' όλα και κει που έριχνε στο στόμα του, σύνωρα πετούσε

κρέατα και ψωμί στα σκυλιά, χωρίς να φροντίζη για τις φλοκοτές

κουβέρτες που στρώνανε το πάτωμα. Καπετάνος, σου λέει. κι ό,τι θέλει

κάνει· σε σκοτώνει και σε πληρώνει!

Άξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή και βαριά πατήματα στη σκάλα

και σιγαλινές φωνές. Ο πάρεδρος σηκώθηκε να ιδή τι τρέχει και σε

λιγάκι έμπασε δυο χωριάτες. Ήταν ένας γέροντας ψηλός και λιγνός κι

ένας νέος ομορφοκαμωμένος.

— Καλώς τα χαιρώστε! ευχήθηκαν κι οι δυο, φέρνοντας το δεξί χέρι

στο στήθος.

— Καλώς τους· απάντησε ο καπετάνος, καθίστε.

Έδειξαν πως ντρέπονται, ζήτησαν με το βλέμμα γύρω τη θέση και

στρώθηκαν σταυροπόδι κατάχαμα. Ο πάρεδρος τους έδωκε την πλόσκα κι

έπιαν απόλιγο, αφού χαιρέτισαν μ' ένα:

— Στην υγειά σας. καπετάνοι· να χαιρώστε τα γαλόνια σας κι άλλα να

κερδίστε.

— Τι είνε, ρε παιδιά; Πώς ήταν κι ήρθατε; τους ρώτησε ο σύντροφός

μου, παίζοντας με τα κεφάλια των σκυλιών του.

— Με το συμπάθειο, καπετάνε, έχουμε κάτι να μιλήσουμε· είπε ο

γέροντας ξαναχαιρετώντας. [Η] Γιώργης, το παιδί αποδώ, έχει να πάρη

τη θυγατέρα μου, το Ασημό γναίκα. Αύριο, που ξημερώνει Κυριακή, λέμε

να κάνουμε τα στέφανα. Ήρθαμε το λοιπό να σας παρακαλέσουμε να

κοπιάστε στη χαρά μας.

— Εύκολο πράμα· είπα εγώ αμέσως. Να ζήσης, Γιώργη· θα ρθούμε δίχως

άλλο.

Ο Γιώργης κοκκίνησε, χαμήλωσε το κεφάλι στενοχωρημένος και δεν

απάντησε.

— Δεν είν' αφτό μονάχα, εξακολούθησε ο γέροντας· έχουμε κι άλλα να

μιλήσουμε. Εγώ, καπτάνε μ', καθώς το συνηθάμε στον τόπο μας, είχα

αρρεβωνιασμένη από μικρή το Ασημώ μου με τον Τασό, του Μήτρου Πάλλα

τον υγιό. Είμαστε φίλοι παλαιοί με το Μήτρο· οι φαμίλιες μας νταμ —

παπαντάμ συγγενολογιόνται. Σαν έκλεισε τα δυο χρόνια το Ασημώ μου

ήρθε η Μήτρος να τη συβάση για τον Τασό του. Το θυμάμαι σαν να ήταν

σήμερα. Μόλις απόλυσε η εκκλησιά — Κυριακή ήταν — μια και δυο στο

σπιτικό μου. Πήρε το Ασημώ στα γόνατά του, του βαλε στα χέρι ένα

μετζήτι και λίγα στραγαλάκια, το φίλησε και του είπε: Σε συβάζω με

το υγιό μου τον Τασό. Εκείνο το σιχαμένο έβαλε κάτι γέλια!...

— Το χαμόθελε φαίνεται· είπα εγώ γελώντας.

— Μπα· δεν καταλάβαινε το ζλάπι! εσυμπέρανε ο γέροντας. Μα θα πης

ποιος το ξέρει κι όλα; Θηλυκό ήταν άντρα του δίναν· ποιος λέει πως

δεν τ' αρέσει το μέλι; Ως τόσο ήταν συβασμένο το Ασημώ μου με τον

Τασό. Όσο μεγάλωναν, τόσο γνωριζόντανε καλύτερα. Τα συγγενολόι του

Μήτρου έκραζε νύφη του το Ασημώ· και το δικό μου συγγενολόι έκραζε

γαμπρό του τον Τασό. Όλο το χωριό το ήξερε. Δεν είμαστε δα και

πολλοί κι ο ένας κρύβεται πίσω από τον άλλον...

— Ως εδώ καλά πάμε· είπε ο καπετάνος, καλοξαπλωμένος σε μια

προσκεφαλάδα.

— Χμ!... έκαμε ο νοικοκύρης, κουνώντας δισταχτικά το κεφάλι.

— Καλά· μα τώρα να που βάλθηκε τούτος ο σατανάς και ξεμυάλισε τη

δυχατέρα μου· είπε ο γέροντας δείχνοντας το παιδί. Δε σου λέω,

πρόσθεσε· το φταίξιμο το έχει [η] Τασός που έγινε ένας

κουτοβόμπιρας. Μπορεί εκείνος να κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν το

Ασημώ μου; Είδε, που λες, η κόρη τούτο το ελάτι, πού να σκύψη να ιδή

τα γαϊδουράγκαθο! Η οξιά με το γαϊδουράγκαθο μαθές πάει;

— Βέβαια όχι αποκρίθηκα. Η οξιά θέλει το ελάτι· κάνουν αντιρίμια

αντρειωμένα.

Το παιδί γύρισε τα μεγάλα μάτια του απάνω μου, βέβαια θέλοντας να μ'

ευχαριστήση.

— Α, ντε! το ίδιο λέω και γω. Μα [η] Τασός δεν ήξερε να ειπή το

ίδιο. Έκαμε αρχή από τα δάκρυα και τις παρακάλιες. Μα σαν είδε την

κόρη, που ήταν έτοιμη να τον καταχερίση με τον κόπανο, λύσσαξε.

Λύσσαξε μαζί και το συγγενολόι του και φοβερίζουν να κάψουν και να

σκοτώσουν.

— Και συ τι λες: ρώτησα το γέροντα.

— Εγώ τι να ειπώ; αποκρίθηκε σηκώνοντας τους ώμους· δίκιο έχει κι η

κόρη, δίκιο και το παιδί. Το φταίξιμο το έχουμε μεις οι γονοί, που

πάμε και σκλαβώνουμε τη ζωή των παιδιώ μας.

— Αμ σαν το ξέρτε, γιατί δεν το κόβετε; ρώτησε ο σύντροφός μου.

— Δεν το ξέραμε, καπετάνε! Πετάχτηκε τώρα ο νοικοκύρης. Έτσι το

βρήκαμε μιας αρχής· έτσι παντρεύτηκα και γω κι οι γονοί μας κι οι

γονοί τω γονιώ μας. Πρώτα σήμερα γίνεται ν' αρνηθούν τη σύβαση.

— Έτσι το είχατε, μα τώρα το χαλάμε μεις! είπε δυνατά, ανοίγοντας

πρώτη φορά το στόμα ο Γιώργης.

— Και τώρα τι θέλτε από μένα; ρώτησε χαμογελώντας ο σύντροφός μου.

— Σαν ο Θεός σας έστειλε, καπετάνοι μου, είπε ο γέροντας με

παρακαλεστική φωνή, να μας κάμετε χατήρι να ρθήτε και λόγου σας, σα

θα πάμε τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Εκείνοι λεν πως θα ρθούν να

την αρπάξουν μέσ' από τους καλεσμένους· λεν να σκοτώσουν το γαμπρό·

ξέρω τι κακό με βρίσκει; Λυσσασμένος σκύλος, όπου φτάση δαγκώνει.

Σώσε μας, καπτάνε μ', και να γενούμε σκλάβοι σου.

— Καλά· σύρτε τώρα στο καλό. Αύριο τα λέμε πάλι· είπε με επιφύλαξη

ο σύντροφός μου.

Την αυγή, που κατεβήκαμε στο μεσοχώρι, πρώτη δουλειά του καπετάνου

ήταν να μάθη τι και ποιος αυτός ο Μήτρος Πάλλας και το συγγενολόγι

του. Όχι αν ήταν μεγαλόσωμος και παλληκαράς ή αν βαστιότανε το

συγγενολόγι του στο χωριό. Μα με τι κόμμα ήταν και ανάλογα να φερθή.

Γιατί — να τα λέμε μεταξύ μας — ένας αποσπασματάρχης δεν πηγαίνει να

τσακίζη τα κέρατά του στα κατσάβραχα, ούτε η υπερεσία στέλνει τον

τυχόντα. Πάντα πηγαίνει εκείνος που θα φροντίση, βέβαια, για την

τάξη, μα θα δουλέψη και τον ισχυρό της ημέρας. Και ο σύντροφός μου

ήταν αλήθεια λαμπρός αξιωματικός, είχε όμως και κοινωνικές

υποχρεώσεις ο άνθρωπος, σαν κάθε άνθρωπος. Αν δεν είχε τον

κομματάρχη του, ποιος θα διώριζε, χάρη λόγου, τον αδερφό του στη μια

θέση ή τον ξάδερφό του στην άλλη θέση; Ποιος θα φρόντιζε ν' αθωωθή

από το κακούργημα ο γαμπρός του ή να πάρη «κατ' οίκον νοσηλεία» ο

τάδε κατάδικος συγγενής του. Και ποιος θα έστελνε τον ίδιον

αποσπασματάρχη να ξεκοκκαλίζη οψιγέννητα κατσίκια και να παίρνη τον

καφέ του κάτω από τον πλάτανο, εδώ που οι χωριάτες τον παραστέκουν

σαν τον Αβδούλ Κερίμ πασά; Έκραξε τον πάρεδρο και τον ρώτησε.

— Του Τσομάκη· ούλοι μονόβολο του Τσομάκη! Άτιμη φάρα! κακή γενιά!

ούλοι του Τσομάκη ένε! αποκρίθηκε με αγανάχτηση εκείνος.

Ο καπετάνος εγνώριζε πως ο Τσομάκης ήταν αντίπαλος του Τσότρα, που

είχε χρέος να συντρέξη. Πριν να φύγη από τη Λάρισα, πήγε πρώτα να

πάρη διαταγές από τον αρχηγό του στρατού κι έπειτα ίσια στον αρχηγό

της πολιτικής. Έμαθε ποιοι ήταν οι φίλοι, ποιοι οι εχτροί. Ποιόν θ'

αφίνη ελεύθερο και ποιόν θα κατατρέχη. Ποια εντάλματα θα ενεργηθούν

και ποια θα μείνουν. Άρα στην άτιμη αυτή φάρα του Πάλλα όλα έπρεπε

να ενεργηθούν. Άνοιξε αμέσως το φύλακά του, διάβασε τα χαρτιά, μα

κανένα δεν ήταν για τον Τασό και τους δικούς του. Κρίμα μεγάλο

κρίμα!

— Δεν έκαμε τίποτα έτσι, που να πίνη νερό, να τον στείλουμε μέσα;

ρώτησε πάλι τον πάρεδρο.

— Δεν έκαμε· είπε με μεγάλη του λύπη εκείνος· μα ένε αλογοσούρτης.

— Έκλεψε τώρα κοντά κανένα άλογο;

— Τώρα δεν έκλεψε, μα πάντα κλέβει...

Ο καπετάνος κούνησε το κεφάλι. Αν ήταν έτσι, έπρεπε να συλλάβη όλο

το χωριό. Τίποτ' άλλο δεν έχει;

Έμειναν και οι δυο σκυφτοί, συλλογισμένοι απάνω στα πεζούλια, κι ο

γεροπλάτανος άπλωνε τα κλαριά του και ίσκιωνε όλο το μεσοχώρι. Έξω

από το καφενεδάκι οι στρατιώτες, λεροί και ξεκούμπωτοι, με το

απαραίτητο λυτάρι στην ξιφολόγχη τους κουτσόπιναν τσίπουρο κι

έπαιζαν την κοντσίνα. Οι χωριάτες μακρύτερα μπουλούκια — μπουλούκια

κρυφομιλούσαν συνατοί τους και κοίταζαν με σεβασμό και ζήλεια τον

πάρεδρο, που είχε τόσο τα πιστά του καπετάνου. Κάτω πρασίνιζαν τα

δασωμένα πλάγια του βουνού και κατάμπροστα φάνταζε η κοιλάδα του

Κισερλή με τα δάση και τα χωριά της και παραπέρα της Λάρισας ο

κάμπος. Ζερβόδεξα τα σπίτια του χωριού, φτωχικά και

σκουντουφλιάρικα, ροβόλαγαν να γκρεμιστούν στη λαγκαδιά κι απάνω

ψήλωνε σουβλερή και κατάξερη του Κίσσαβου η κορφή.

Άξαφνα κάτω από το μονοπάτι ακούστηκαν φωνές, σα να μαλώνανε άντρες

μαζί και γυναίκες και σε λίγο φανήκανε δυο χωριάτες κόκκινοι,

ιδρωμένοι και πίσω τους πλήθος γυναικόπαιδα.

— Τι είνε μωρέ; τους φώναξε ο καπετάνος άγρια.

— Τι να σου ειπώ, καπτάνε μ' και κυρ καπετάνε! είπε ο ένας! Να, η

Πάλλας η Τασός πάησε κι έκοψε πάγο από το μαγαζί μου να τον πουλήση

στη Λάρσα.

— Έκοψε πεντέξι καντάρια πάγο! Άλλον έτριψε, άλλον πάτησε· μας

έχασε φτωχούς ανθρώπους η Τασός! πρόσθεσε ο άλλος.

— Για κάτου ένε τα φορτώματα, καπτάνε μ'· έλα να τα ιδής, φώναξαν

κι οι γυναίκες.

— Σιγά ν' ακούσω· πρόσταξε ο καπετάνος χαμογελώντας. Δεν έχει ο

Τασός μαγαζί;

— Έχει, πώς δεν έχει; απάντησε ο πρώτος. Και γω έχω κι η Τασός έχει

κι η Γιώργης κι η Διαμάντης κι όλοι.

— Τότε πού τον είδατε πως έκοψε απ' το δικό σας κι όχι απ' το δικό

του μαγαζί;

— Τον είδαμε· έχουμε ανθρώπους, που τον είδαν· αμ' πώς!

— Ποιοι είνε; φέρτε τους.

— Να η Στέργιος· ρε Στέργιο!...

Ο Στέργιος ήταν μπροστά του· μα κείνος δεν τον έβλεπε από το θυμό

και τον ζητούσε ξέμακρα.

— Πες μου· τον είδες εσύ; ρώτησε αυστηρά ο καπετάνος τον μάρτυρα.

— Τον είδα, καπτάνε μ'· έκοβα ξύλα και τον είδα που διάηκε ίσα στο

μαγαζί του Γκόλφη.

— Μοναχός ήταν;

— Όχι· ήταν κι η Τασούλας.

Δεν ήθελε περισσότερα ο ανακριτής. Αμέσως έδωκε διαταγή στους

στρατιώτες και σε λιγάκι κουβάλησαν στο μεσοχώρι όλο το συγγενολόγι

του Πάλλα. Ήταν γέροντες και νέοι και μισόκοποι, όλοι όμως στιβαροί

και μελαψοί άντρες. Άρχισε την ανάκριση. Οι κατηγορούμενοι έλεγαν

πως έκοψαν τον πάγο από το δικό τους μαγαζί και το συγγενολόγι όλο

τους υποστήριζε με όρκο. Ο Γκόλφης όμως κι ο Στέργιος έλεγαν τ'

αντίθετα και τους υποστήριζαν οι άλλοι κι οι γυναίκες έπαιρναν από

μακριά το μέρος τους. Η ανάκριση έτσι κατάντησε συζήτηση μεταξύ

τους. Ήρθαν στα λόγια, έπειτα στις βρυσές και τ' αγριοκοιτάγματα κι

ήταν έτοιμοι ν' αρπαχτούνε στα χέρια. Ο καπετάνος έλυσε το βούρδουλά

του, ρίχτηκε στη μέση και τους αλώνισε. Έπειτα τους κάλεσε πάλι,

διώρισε τρεις να πάνε στα μαγαζιά και να φέρουν την αλήθεια. Τέλος

φώναξε δυνατά και αυστηρά:

— Λοχία Κοτρώτσο!

— Παρών!

— Τον Πάλλα και λοιπούς να τους κλείσης στ' αχούρι του παρέδρου. Δε

θα βγουν, αν δεν καθαρίσουμε την υπόθεση.

Το σπίτι της νύφης ήταν στο Μισακό Μαχαλά. Όλες οι ετοιμασίες του

γάμου έγιναν την περασμένη βδομάδα μυστικά, από φόβο των Παλλαίων.

Αφού όμως πάτησε το απόσπασμα στο χωριό, ζωηρέψανε· και τώρα που ο

Τασός κι οι συγγενείς του κλείστηκαν στη φυλακή, βγήκαν [στα] φόρα.

Το απομεσήμερο κινήσαμε να πάρουμε τη νύφη. Ο σύντροφός μου άφησε

κάθε πόζα. Ο πατέρας της νύφης ήταν φίλος του Τσότρα, καθώς κι ο

γαμπρός και κείνοι που κατηγορούσαν τώρα τον Πάλλα. Ήταν λοιπόν

μεγάλο συννενολόγι κι έπρεπε να το περιποιηθή, για να κεντήση των

άλλων τη ζήλεια. Προσφέρθηκε μόνος του να γίνη και κουμπάρος. Ο

πατέρας πάλι του γαμπρού, για να τιμήση τέτοιον κουμπάρο, πήρε κι

ένα μονόματο μουσικό, που γύριζε στα χωριά με το κλαρίνο του και

σήκωνε τον κόσμο στο ποδάρι.

Όταν φτάσαμε στο σπίτι της νύφης, έπεσε μια πιστολιά· χαιρετισμός

του συμπεθεριού. Έπειτ' ανέβηκαν όσοι χωρέσανε απάνω, έγινε το

μυστήριο κι έπειτα από την άλλη ράχη γυρίσαμε πάλι στο σπίτι. Ξέχασα

να ειπώ, ότι στο δρόμο οι στρατιώτες παράστεκαν με τα όπλα τους κι

έριχναν κάθε τόσο κι από μια μπαταριά. Οι συγγενείς πήγαιναν να

φρενιάσουν από τη χαρά τους. Ας έρθουν τώρα οι Παλλαίοι να

φοβερίσουν. Καπετάνος στεφανώνει! στρατιώτες πυροβολούν! Πού

ξανακούστηκε τέτια τιμή στο χωριό!..

Η νύφη αληθινά ήταν όμορφη. Μια ομορφιά αγροτική από κείνες που

δίνουν βάση για δυναμωμένα παιδιά και βαθιά γεράματα. Και καθώς είχε

στραβά τον κεντητό κεφαλοδέτη και το στήθος μεστωμένο και τους ώμους

πλατείς, με τ' ασημάρματα και την κόκκινη φουστανοποδιά της, έλεγες

πως ήταν ανθισμένη οξιά — όχι γυναίκα. Μα κι ο Γιώργης δεν ήταν

χειρότερός της. Ένας λεβέντης ως εκεί πάνω! με το μαυρομάντιλο στο

κεφάλι, με την κεντητή γκιούρντα, με τα μεγάλα γλυκά του μάτια ήταν

να τον χαίρεται κανείς. Αληθινά, μόνον ο Γιώργης μπορούσε να

κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν την Ασημώ.

Έπειτ' από λίγη ώρα νύχτωσε. Μέσα στον χαμηλόν οντά, απάνω από τις

μάλλινες απλάδες έστρωσαν το μεσάλι και κάθισαν γύρω οι καλεσμένοι.

Ο μουσικός έπαιζε τώρα, για τιμή του καπετάνου βέβαια. το Λυγερόν

και κοπτερόν σπαθί μου! Την απάνω θέση είχε ο κουμπάρος· δεξιά του

καθότανε ο γαμπρός κι αριστερά του εγώ για παρακουμπάρος. Έπειτα

καθόντανε γύρω οι υπαξιωματικοί κι οι άλλοι καλεσμένοι. Γυναίκα δε

φαινότανε στον οντά και οι φίλοι του γαμπρού είχαν όλη την κυβέρνια

της τάβλας. Έκοβαν το ψητό και το έριχναν μπροστά στον καθένα.

Γέμιζαν τα ποτήρια κρασί κι έπειτα έφερναν γύρω την πλόσκα. Όταν

έφταναν στην άκρη και δεν είχαν τόπο να περάσουν, γυρίζανε ξυπόλυτοι

απάνω στο μεσάλι.

Άξαφν' ακούστηκε μια φωνή από κάτω:

— Ζήτου η Τσότρας !...

Παραξενεύτηκα. Γύρισα να ρωτήσω το σύντροφό μου, μα δεν έδωκε

καθόλου προσοχή. Τον είδα μόνον να χαμογελάση, να στρίψη αρειμάνια

το μουστάκι του και να κεντήση με το γόνα το γαμπρό.

— Ζήτου η Τσότρας!... ακούω πάλι.

Ήμουν έτοιμος να δευτερώσω το ρώτημά μου, όταν άκουσα τριποδισμό στη

σκάλα κι είδα σε λίγο να φανερωθούν στον οντά ο λοχίας πρώτος και

όλοι οι φυλακισμένοι κατόπιν του.

— Ζήτου η Τσότρας!... φώναξαν άλλη μια. Και στρώθηκαν κατάχαμα.

— Έτσι ρε παιδιά· είπε ο καπετάνος γελαστός· τώρα σας χαίρουμαι. Να

είστε μονιασμένοι. Ένα είνε το χωριό, ένα να χετε και το κόμμα· στην

υγειά σας!

Τα λόγια του αυτά, καθώς και κάτι άλλο, που μου σφύριξε ο

υπαξιωματικός, με φώτισαν. Εκείνοι, που πήγαν για τον πάγο, είπαν,

φυσικά, πως ο Τασός ζήμιωσε φοβερά τον Γκόλφη και το σύντροφό του.

Αμέσως ο καπετάνος ετοιμάστηκε να τους στείλη όλους δεμένους στη

Λάρισα. Μπορεί η τιμωρία τους να μην ήταν και τόσο μεγάλη. Μα ποιος

ξέρει τι άλλες δουλειές θα φύτρωναν στη μέση; Χρέη στον ταμία για

επιτήδευμα και ποινικά κι άλλα χίλια δυο, που μπορούσε να μην έβγουν

ποτέ από τη φυλακή και να ξοδέψουν τα μαλλοκέφαλά τους. Το ξέρουμε

δα! Εύκολα μπαίνει κανείς στη φυλακή, μα πολύ δύσκολα βγαίνει.

Μπορούσαν όμως να τ' αποφύγουν όλα, αν πήγαιναν με το κόμμα του

Τσότρα. Δεν ήταν και τόσο δύσκολη απόφαση και την έκαμαν γρήγορα.

Δεν είνε καλό να τα βάνη κανείς με το Δοβλέτι.

Τώρα καθισμένοι στο τραπέζι έτρωγαν λαίμαργα. Στα πρόσωπό τους καμιά

δε φαινόταν συγκίνηση. Μόνον ο Τασός φαινότανε κίτρινος σαν

θειαφοκέρι και συλλογισμένος· μα ήταν, υποθέτω, από φόβο παρά από

ντροπή.

Όταν τέλειωσε το τραπέζι και σηκώθηκαν να φύγουν, είδα τον

αποσπασματάρχη να κράζη το Μήτρο Πάλλα και τον πατέρα του γαμπρού

παράμερα.

— Τι θα τους κάμης: τον ρώτησα.

Και κείνος, περήφανος για τα κατόρθωμά του, μου απάντησε.

— Αύριο τους στέλνω στη Λάρισα στο νέο κομματάρχη τους.

ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ

— Αμ που λες, έκαμα και γω γιωργός· είπε απότομα ο αγωγιάτης μου,

εκεί που κατεβαίναμε από το Κισερλή στη Λάρισα. Μα σ' αφίνει, μαθές,

ο Θεός να πας μπροστά!

— Γιατί; τον ρώτησα με απορία.

— Γιατί έτσι· να γιατί! Τι τα ήθελε τα τυφλοπόντικα, δε μου λες;

Καλά τ' άλλα, αμ τα τυφλοπόντικα;

— Ποια τυφλοπόντικα!

— Άι — χού!... δεν είσαι ντόπιος, λέω; ρώτησε με θυμό.

— Όχι.

— Αμ για τούτο. Δεν ξέρεις το λοιπόν εσύ τα κακά, που έχουμε μεις

οι καμπίσοι! Είνε, λέει, πλούσιος ο κάμπος. Πλούσιος είνε, μα ποιος

τον χαίρεται; Άκουσε και λογάριασε: Πρώτος Θεός σε μας είνε ο

αφέντης· δεύτερος ο επιστάτης, ο μπιστεμένος τ' αφεντός σε όλα, στο

δώση και στο πάρη. Έπειτα έρχεται ο αρχιφύλακας, που στέκεται

ολοχρονίς απάνω από το κεφάλι σου και δεν μπορείς ούτε να βήξης.

Βάλε έπειτα τους αγροφύλακες, βάλε και τα ζα. Ακόμη βάλε τα όρνια,

που κλέφτουν το σπόρο πριν καλοκάτση στη γη, και τις ακρίδες, που τ'

αφίνουν θερισμένο κι αθέριστο. Τώρα θα σου έλεγα να βάλης τον

γιωργό, αν δεν είχαμε τα τυφλοπόντικα, που καλύτερους θεριστάδες δεν

είδα ποτέ μου. Ίδια θερίζουν, ίδια τα βάζουν στις αποθήκες τους. Και

τι αποθήκες! Βαθειά λαγούμια, που δε φοβάνται το διαβολότερο κλέφτη

να τα βρη.

— Κι έρχονται κάθε χρόνο;

— Αμ αν έρχονταν κάθε χρόνο, θα βλεπες ζωντανούς ανθρώπους στη

Θεσσαλία; Μια φορά ήρθαν στη ζήση μου και να από γιωργό αγωγιάτη με

κάνανε. Μωρέ χρόνια και κείνα! Ανατριχίλα με πιάνει σαν τα θυμηθώ.

Ήμουνα που λες γιωργός στο Τατάρι, στου Οσμάναγα το χωριό. Άπονος

ήταν ο αγάς, μα πλούσιο το χώμα του. Και στη χειρότερη χρονιά το ένα

δέκα θα έδινε. Έρχεται, αφέντη μ', το Εξηντατρία. Να τη μια χρονιά

το κάμα μέσα στου Μαγιού τις δροσούλες· στρωσίδι χάμου τα σπαρτά. Να

την άλλη τα όρνια σύγνεφο στον ουρανό· μπροστά πήγαινε η σπορά, πίσω

κείνα τ' άθεα! Σπόρο έριχνες και σπόρο δεν ήβρεσκες. Από τα ίδια σου

τα χέρια τον άρπαζαν! Να έπειτα οι ακρίδες! μας τέλεψαν. Τρία χρόνια

πέρασαν κι είπαμε το ψωμί — ψωμάκι. Ο αγάς μάς έδινε άχερο, ο αγάς

σιτάρι. Τι σιτάρι; Την ήρα μας έδινε για σιτάρι!

— Και την τρώγατε;

— Τι να κάνουμε: Γι' αρρώστια ρωτάς; Το αίμα πήγαινε ποτάμι! Θέρος

έπεσε σε ανθρώπους και σε ζα. Μου θέρισε και μένα δυο παιδιά. Αμ

ποιος λογιάζει τα παιδιά; Όλοι τα ζα μας κλαίγαμε, που ήταν η μοναχή

κυβέρνια μας! Σαν έχεις ζα, και παιδιά έχεις· αμ σαν χάσης τα ζα,

έχασες και τα παιδιά σου. Τι θα τους δώκης να φάνε;

Ως τόσο ήρθε το Εξηνταέξι κι ανασάναμε. Η χρονιά καλή· ο Απρίλης

ολόδροσος· τα χωράφια μεστωμένα. Κάτι ακρίδες φανήκανε στο

Νεμπεγλέρ· νά σου και τ' αγιοπούλια αποπίσω. Ξέρεις, για μας τ'

αγιοπούλια είνε σαν το Τόξο, που προμηνάει την καλοσύνη του καιρού.

Προμηνούν και κείνα ευτυχισμένη χρονιά στο καθετί· στα σπαρτά και

στα μποστάνια, στα ζωντανά και στα κλήματα. Μα στην αρχή του Μαγιού

κάτι άρχισε να ψιψιλίζεται. — Μωρέ μίλα καλά· τυφλοπόντικα στο

Βελεστίνο! Δε γένεται· δε μπορεί να γένη τέτιο πράμα! Αδύνατο Κανείς

μας δεν ήθελε να το πιστέψη.

Αχ! τα μαύρα μαντάτα αλήθεψαν σε λιγάκι. Ο αφέντης έρχεται τρεχάτος

από τη Λάρσα. — Φανήστηκε τίποτα στο τσιφλίκι; — Όχι ακόμη.

Μα στο Βελεστίνο, στο Κισερλή, στο Δερελή, στον Τούρναβο θέριζε

άπονα το ποντίκι. Περίγυρα μας έζωνε το κακό! Τι να κάνουμε; Είπαμε

να τα βαρέσουμε χλωροθέρι. Αμ τι τ' όφελος; Άμα θεριστή άψητο το

σιτάρι, γένεται δαυλίτης, σταχτώνει και πάει στ' ανάθεμα. Το αφήσαμε

για λίγες μέρες. Μπορεί να μας λυπηθή ο Θεός, είπαμε. Στ' άλλα

τσιφλίκια τις περασμένες χρονιές, κάτι άφιναν, κάτι έπαιρναν. Εμείς

δε σηκώναμε τίποτα. Ήτανε το λοιπόν δίκιο ν' αφήκη και μας

απείραχτους εφέτος.

Μα πού ν' ακούση ο Θεός δίκιο — ξεδίκιο! Σε πέντε μέρες να σου τα.

Σαν ξεφλουδίσανε και τις μουριές του Καζακλάρ, ρίχτηκαν λιμασμένα

απάνου μας. Στη θωριά τους ξυλιάσαμε, σαν να βλέπαμε το Σατανά. — Να

θερίσουμε, λέει ο αγάς· να το κόψουμε όπως — όπως, κάτι να σώσουμε.

Τα στάχυα ήταν στριμμένα κι άστριφτα. Μα τι να κάνουμε; Μαζωνομάστε

όλοι, τσιφτσίδες, κουλουξίδες, χαβελέδες, ακόμη και παιδιά και

γυναίκες. Τροχούμε αποβραδύς τις κοσιές και [ξημερωνομάστε] στα

χωράφια. Μα τ' ήταν εκείνο, Θε μου και Κύριέ μου! Τα χωράφια ολόγυρα

ξεντυμένα· ούτε στάχυ, ούτ' άχερο, ούτε αθέρας πουθενά! Έπεσαν οι

κοσιές από τα χέρια μας κι όλοι, από το μικρό ως το μεγάλο κι ο αγάς

μαζί, γονατίσαμε κι αρχίσαμε τα στηθοκοπήματα!...

— Μα τόσο πολύ!

— Τόσο πολύ! Απίστευτο σου φαίνεται, ε; Δεν άκουσες, λέω, τι

φτιάσανε του Αβδούλ Κερίμ πασά; Ήταν τα Κρητικά τότες. Ήταν πασάς

στο Μουλαλίκι κι είχε πολλούς νιζάμιδες να πάη στην Κρήτη. Βγαίνει

μια ημέρ' από τη χώρα να κάμη γυμνάσια στον κάμπο κι έμεινε τη νύχτα

όξου. Μα βγαίνουν, εφέντη μου, οι ποντικοί, ρίχνονται στ' ασκέρι και

τ' ανάγκασαν ολονυχτίς να μπη τρεχάτο στη Λάρσα.

— Μα δεν κάνατε τίποτα γι' αυτούς τους ποντικούς;

— Να κάνουμε; και τι να κάνουμε! Θεοποντή, σου λέω, ακούς·

θεοποντή! Να τα σκοτώσουμε; πού να τα βρούμε; Μηγάρις φαίνεται

κανένα την ημέρα. Πηγαίνεις όξου και βλέπεις όλα καλά· τα χωράφια

ανέγγιχτα. Μα σαν πάρη και βραδυάζει, ο κάθε σβώλος ποντίκι γένεται·

η γη τ' αναβρύζει από τα σωθηκά της.

— Και δεν ξεχωνιάζετε τη γη να τα βρήτε;

— Ουφ!... μη με σκας, αφέντη μ', να ζήσης. Λογιάζεις πως κάθουνται

και σε προσμένουν; Τη γη όλη αποκάτω την έχουν κούφια. Βγαίνουν

βράδυ στο Γκερλή και την αυγή διάβηκαν στον Τούρναβο με όλα τα

στάχυα και τα σάλματα του χωραφιού. Ή μη θαρρείς πως είνε θεόρατα:

Μια μπουκιά και ούτε· η ουρίτσα τους μόλις ξεχωρίζει· το κεφάλι τους

πλατύ, σαν να το πάτησε κανείς διαβάτης κι απόμεινε· έχουν σταχτιά

τη ραχοκοκκαλιά, άσπρα τα στήθια. Μα σου έχουν και κάτι δόντια, που

νεροπρίονο δεν τα φτάνει. Μπρε και λιτανείες κάναμε και τ' Άγια

Λείψανα φέραμε από το μοναστήρι της Πέτρας· μα τίποτα! Ήρθε καιρός

να μάθουμε πως οι Τούρκοι γροικιόνται καλύτερ' από μας τους

Χριστιανούς. Είδαν κι απόειδαν, που λες, κουβεντιάσανε οι μπέηδες

στη Λάρσα, [μαζεψάνε] δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια και στέλνουν δυο

Τούρκους στην Ανατολή μέσα. Δεν ξέρω, στο Μπαγδάτι, στη Μέκκα, που

τους έστειλαν δε θυμάμαι. Πάνε, και σε δεκαπέντε μέρες γυρίζουν μ'

ένα νερό θαματουργό.

Μωρέ, τι γίνηκε, σαν έφτασε κείνο το νερό στο Βόλο! Πήγαμε όλος ο

ντουνιάς, Τούρκοι και Χριστιανοί. Τι να κάνουμε; Ο πνιμένος από τα

μαλλιά του πιάνεται. Να σωθούμε θέλαμε, να μη χαθούμε από την πείνα

κι ανάβαμε κερί του Σατανά!... Παίρνει που λες ο Κουρά εφέντης το

άγιο νερό· απόκοντα οι μπέηδες κι η αρχοντιά πεζοί και πίσω ο λαός

με δαρμούς και μυρολόγια. Φτάνουμε στο Γκερλή, καθόμαστε λίγο κι

έπειτα ίσα στη Λάρσα. Το φέραμε και τ' απιθώσαμε στο Χασάνμπεη

τζαμί. Ε, θα πιστέψης ένα πράμα; Σε δυο ημέρες ούτ' ένα ποντίκι δεν

έμεινε στον Κάμπο!

Και τι λες πως έγινε; Τ' ήταν εκείνο, Μωχαμέτη! Όλα τα όρνια της

Ανατολής απάνου μας τρογυροφέρνανε. Λελέκια, κάριες, πελαργοί, κάθε

λογής αγριοπούλια χτυπούσαν τις σαγονιές τους, που σ' έπιανε τρόμος

να τ' ακούς. Κι έπεφταν, μωρέ μάτια μου, από ψηλά στα χωράφια με

θυμό, σαν να ήταν δασκαλεμένα και ξεσκίζανε τα τυφλοπόντικα. Σε δυο

ημέρες πάνε και κείνα στην ευκή σαν καλοί καματάροι.

Μα τι τ' όφελος; Τα τυφλοπόντικα πρόκαμαν και τελέψανε τη δουλειά

τους· δε μας άφηκαν ούτε κλωνί. Τα χωριά του κάμπου ρημάξανε· οι

φαμήλιες σκορπίσανε σαν του λαγού τα παιδιά. Άλλοι πήραν το Πήλιο,

άλλοι τον Έλυμπο, άλλοι τα Χάσια κι άλλοι τη Γκούρα. Όπου γύριζες,

απάνταινες άντρες παιδιά, γυναίκες να τρέχουν από πόρτα σε πόρτα

διακονεύοντας το ψωμάκι. Τι χρόνια! Περάσαμε τους Κραβαρίτες στην

κακομοιριά! Τότε και γω σύναξα το σπίτι μου, μπήκα στη Λάρσα,

παράδειρα νά, κατάντησα αγωγιάτης. Δε σου λέω, βγαίνει και τώρα το

καρβέλι· μα κάλλιο είχα τ' αλώνι κι ένα στρέμμα χωράφι στο Τατάρι.

Κάθε που έρχεται ο θέρος ομπρίζ' η καρδιά μου σαν το Μάτι του

Καραδερέ!... Μωρέ ντε!...

Και ο καραγκούνης, για να κρύψη τη μεγάλη του συγκίνηση, άρχισε να

ξυλίζη αλύπητα το ζώο του.

Η ΠΑΤΡΙΔΑ

Στη Ρούμελ' είν' η Λεβεντιά

και στο Μωριά είν' η γνώση.

— Μωρ' εσύ σαι, Πέτρο;

— Γιωργάκη, εσύ!

Και με το σπιθοβόλημα των ματιών, που έδειχνε την ελπίδα της ψυχής·

με την αποφασιστική ροπή, που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων·

με το τρεμούλιασμα της φωνής, που πρόδινε της σάρκας τη συγκίνηση,

άνοιξαν οργιές τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ'

αλλουνού. Και από τον τόσο λαό, που περνοδιάβαινε έξω στο

λιθοστρωμένο δρόμο της Σπηλιάς: τους Εβραίους, που ξυπόλυτοι

κουβαλούσανε τ' ασκιά από τα Τελωνείο· του ψωμά και του μανάβη και

του κουρέα, που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες· του σαράφη, που

μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλληρα, βασανίζοντας με τον ήχο

και τη λαμπρότη τους τον αντικρινό μπαλωματή, κανείς ούτε πρόσεξε,

ούτε ήταν ικανός να αισθανθή τη λαχτάρα, που είχαν στο αγκάλιασμά

τους οι δυο φίλοι.

Εδώ και πέντε λεφτά πριν ο ένας δε γνώριζε τον άλλον. Ο Γιωργάκης

Λαμπρόπουλος καθότανε ανάμεσα στις πραμάτιες του, στα στρώματα και

τα σκοινιά, τις στοίβες των κεφαλοτυριών και τους σωρούς των

γυαλικών, τους ώμους στηρίζοντας στην κάσα του, το κεφάλι

μισογυρμένο, τα μάτια μισοκλεισμένα, κάτω από την πλέχτρα των

σκόρδων και του κεράτου, σαν πολεμιστής ανάμεσα στις δάφνες της

νίκης του, κάτω από την αγαπημένη του σημαία. Καθώς όμως πάτησε στο

κατώφλι ο Πετρολέτσος ψηλός, λεβεντόκορμος, ξεσαλιάρης μα

μεγαλόπρεπος, ζητώντας ένα οβολό τυρί να κολατσίση, σαν να πλάκωσε ο

ίσκιος του τον μπακάλη, σήκωσε το κεφάλι και η φωνή συγκλώνισε για

μιας τ' αποκαρωμένα νεύρα του. Σαν αστραπή πέρασε στο νου του η

υποψία πως κάπου τ' απάντησε το πρόσωπο εκείνο, κάπου την άκουσε

κείνη τη φωνή, πως τ' αγάπησε άλλοτε κείνο το κορμί. Η φαντασία του

άρχισε να πλέκη την κλωνά της φωτεινή στα περασμένα, παντού

ψηλαφώντας και πασπατεύοντας, στα κλώσματα και τα παραστρατίσματα

της εβδομηντάρικης ζωής του. Νεκρούς ξέθαψε από τα μνήματα,

ξανάνιωσε γερόντους, έσυρε σε λύπες και σε χαρές, σε φιλίες και σ'

έχθριτες, σε γάμους και σε νεκροπομπές. Μα δεν κατώρθωσε άλλο παρά

να ζαλιστή και να πονέση για τα χρόνια που έφυγαν, για τα παθήματα

που τον ήβραν.

Άξαφνα πέταξε μπροστά του ξαθομούστακος και γαλανομάτης παλληκαράς,

ο Πετρολέτσος, ο φίλος του, ο αδερφός του! Και τώρα ανάμεσα στο

μαγαζί οι δυο φίλοι, ψαρομάλλιδες, σαρακοφαγωμένοι,

σφιχταγκαλιάζονται και γλυκοφιλιώνται με τα δάκρυα βροχή στα μάτια.

— Μωρ' εσύ 'σαι, Πέτρο;

— Γιωργάκη, εσύ!

Τέλος χωριστήκανε κι ο ένας κοίταξε τον άλλον με περιέργεια. Μεγάλη

απορία ζωγραφήθηκε στα πρόσωπά τους, σαν να μη μπορούσαν να

καταλάβουν πώς έγινε κι από τα σπαρταριστά νιάτα γκρεμίστηκαν για

μιας στ' άχαρα γεράματα.

Παλιές Αγάπες · 第 3 / 7 段