Φαρισαίων και των μαθητών του Ιωάννου, με τους οποίους είχεν
ομιλήσει, καθώς καί τινας των τελωνών και αμαρτωλών μεθ' ων είχε
συμφάγη, υπήρχεν έν πρόσωπον το οποίον δεν προσειλκύσθη υπό
περιεργείας διά να ίδη τι ηδύνατο να γείνη διά τον άρχοντα της
Συναγωγής. Ήτο μία γυνή, ήτις ήτο «εν ρύσει αίματος επί έτη δώδεκα»,
νόσω κακή και λίαν θλιβερή. Μάτην είχε δαπανήσει την ουσίαν αυτής εις
τους ιατρούς, τώρα δε ήθελε να δοκιμάση δωρεάν πλησίον του Μεγάλου
Ιατρού. Ίσως, εν τη αμαθεία της, το έπραττε διότι δεν είχε πλέον
χρήματα να δώση, ίσως συνεστέλλετο ως γυνή και ένεκα του είδους της
ασθενείας της· αλλά, δι' οιανδήποτε αφορμήν, απεφάσισεν, ούτως
ειπείν, να κλέψη απ' Αυτού άγνωστος την θεραπείαν. Και ούτω με την
δύναμιν και την επιμονήν της απελπισίας, επάλαισεν εις το πυκνόν
εκείνο πλήθος, εωσότου ήλθεν αρκετά πλησίον ώστε να Τον θίξη εκ τον
νώτων· και έδραξε το κράσπεδον του ιματίου Του, με τρέμουσαν χείρα,
αισθανθείσα δε ευθύς την ίασιν, ωπισθοχώρησεν εν μέσω του πλήθους,
απαρατήρητος υπό τον άλλων, πλην όχι υπό του Χριστού. Αισθανθείς ο
Κύριος ότι ιαματική δύναμις εξήλθεν απ' Αυτού, αναγνωρίσας την
μαγνητικήν επαφήν της πίστεως, εστάθη και ηρώτησε: «Τις μου ήψατο των
ιματίων;» Υπήρχέ τι το ανυπόμονον εις την απάντησιν του Πέτρου, ότι
εν μέσω τόσου συνωθισμού ήτο άτοπος τάχα η ερώτησις. Αλλ' ο Ιησούς
εμβλέπων εις πολλά πρόσωπα τον επληροφόρησεν, ότι υπήρχε διαφορά
μεταξύ του συνωθισμού της περιεργείας και της επαφής της πίστεως, και
όταν τέλος το βλέμμα Του έπεσεν επί την πτωχήν γυναίκα, εκείνη,
αισθανθείσα ότι έπταισε ζητούσα να κλέψη την ίασιν την οποίαν Εκείνος
ευμενής θα έδιδεν, ήλθεν ενώπιόν Του τρέμουσα, και πεσούσα εις τους
πόδας Του είπεν όλην την αλήθειαν. Η γυναικεία της συστολή και ο
φόβος ελησμονήθησαν εν τη επιθυμία να εξιλεώση το σφάλμα της.
Αναμφιβόλως εφοβείτο την οργήν Του, επειδή ο Νόμος εκέλευεν, ότι η
ψαύσις μιας ασθενούς επροξένει ακαθαρσίαν αγνισμού δεομένην, Αλλ'
όμως η αφή εκαθάρισεν αυτήν, δεν εμόλυνεν Εκείνον. Ο Σωτήρ δεν
ωργίσθη, αλλά είπεν αυτή: «Θάρσει, θύγατερ· η πίστις σου σέσωκε σε·
πορεύου εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγός σου».
Διά του ονόματος θ ύ γ α τ ε ρ, δεν φαίνεται εις τα ιερά κείμενα να
προσηγόρευσεν άλλην γυναίκα ο Χριστός. Η δε παράδοσις λέγει ότι η
γυνή αύτη ήτο η Βερονίκη, εκ Καισαρείας της Φιλίππου, όπου εσώζετο
και χαλκούν άγαλμα παριστόν την αιμόφρουν απτομένην του κρασπέδου του
Ιησού, όπερ άγαλμα κατεστράφη κατά διαταγήν Ιουλιανού του Παραβάτου.
Το συμβεβηκός πρέπει να επέφερε μικράν βραδύτητα, και, καθώς είδομεν,
εις την αγωνίαν του Ικάρου πάσα στιγμή ήτο κρίσιμος. Αλλ' ούτος, δεν
ήτο ο μόνος πάσχων όστις είχε δικαιώματα επί το έλεος του Σωτήρος· κ'
επειδή δεν εξέφερε παράνομον, είνε προφανές ότι η λύπη δεν τον
κατέστησεν ιδιοτελή και άδικον. Αλλά την στιγμήν ταύτην έφθασεν εις
των οικείων του λέγων: «Η θυγάτηρ σου απέθανε· μη σκύλλε τον
Διδάσκαλον». Ήτοι μη ενόχλει αδίκως Αυτόν. Τούτο δε φαίνεται ότι το
είπε μετ' ειρωνείας.
Το άγγελμα δεν απηυθύνετο προς τον Ιησούν, αλλ' ούτος δεν ηθέλησε να
το ακούση, και μετά συμπαθούς επιθυμίας όπως απαλλάξη ματαίας αγωνίας
τον πατέρα, είπεν αυτώ: «Μη φοβού, μόνον πίστευε». Τάχιστα έφθασαν
εις την οικίαν, και εύρον αυτήν κατεχομένην υπό των θρηνωδών γυναικών
και τον αυλητών, των οποίων ο τεχνητός και μισθωτός αλαλαγμός ύβριζε
το άφωνον και ειλικρινές πένθος και το μεγαλείον του θανάτου. Πιθανός
το προσποίητον τούτο πένθος ήτο λίαν αντιπαθές εις τον Χριστόν.
Σταθείς εις την θύραν διά ν' απαγορεύση όπως μη τις εκ του πλήθους
Τον ακολουθήση εισήλθεν εις την οικίαν μετά τριών μόνον εκ των
μαθητών Του, του Πέτρου και Ιακώβου και Ιωάννου. Η πρώτη φροντίς Του
υπήρξε να κατασιγάση τον μάταιον θόρυβον. «Δεν απέθανεν, είπε, το
παιδίον (η κόρη ήτο δωδεκαέτις), αλλά κοιμάται». Και τότε οι
παρεστώτες τον επεριγέλασαν! Ο Χριστός μετ' αγανακτήσεως απέπεμψε
τους εμμίσθους θρηνωδούς. Ησυχίας γενομένης, έλαβε μεθ' εαυτού τον
πατέρα και την μητέρα της παιδίσκης και τους τρεις Αποστόλους Του,
και εισήλθον εις τον νεκρώσιμον θάλαμον. Είτα ψαύσας την κρύαν μικράν
χείρα εφώνησε τας δύο εκείνας ριγηλάς λέξεις:
«Ταλιθά κούμι!» (Η παις, εγείρου), και τότε το πνεύμα της επέστρεψε,
και η παιδίσκη ηγέρθη και περιεπάτησε. Τότε οι γονείς «εξέστησαν
εκστάσει μεγάλη», ο δε Ιησούς εκέλευσεν, όπως δώσωσιν αυτή να φάγη,
και συνέστησεν αυτοίς εχεμυθίαν διά το γεγονός.
Καθώς εξήρχετο εκείθεν ο Ιησούς, δύο τυφλοί τον ηκολούθησαν
κράζοντες. «Υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς». Ήδη ο Χριστός είχεν αρχίσει να
περιστέλλη, ούτως ειπείν, το αυθόρμητον των θαυμάτων Του. Είχεν
επιτελέσει υπεραρκούντα όπως μαρτυρήση την αποστολήν Του, συνέφερε δε
οι άνθρωποι να δώσωσι μεγαλειτέραν προσοχήν εις την θείαν διδασκαλίαν
Του παρά εις τας προσκαίρους ιάσεις Του. Ούτε είχε κυρώσει μέχρι
τούδε την άκαιρον και πρόωρον χρήσιν του τίτλου «Υιός Δαυίδ», τίτλου
όστις, εάν τον απεδέχετο δημοσία, δυνατόν να παρηνώχλει την υψίστην
αποστολήν Του, με το να έφερεν εις στάσιν προς χάριν Του εναντίον της
ρωμαϊκής εξουσίας. Χωρίς να δώση προσοχήν εις τους δύο ανθρώπους ή
εις την κραυγήν των, απήλθεν εις την οικίαν εν η έμενε· και μόνον
αφού Τον ηκολούθησαν εντός της οικίας, εδοκίμασε την πίστιν των διά
της ερωτήσεως. «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Εκείνοι
απήντησαν, «Ναι, Κύριε». Τότε έψαυσε τους οφθαλμούς των λέγων, «Κατά
την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν». Και οι οφθαλμοί των ηνοίχθησαν. Καθώς
πολλοί άλλοι, τους οποίους εθεράπευσε, παρημέλησαν την προσταγήν Του
όπως μη το αποκαλύψωσιν.
Είνε δυνατόν ν' απατώμεν ημάς αυτούς· είνε δυνατόν να προσφέρωμεν εις
τον Χριστόν φαινομένην υπηρεσίαν διά της παρακοής εις τας ιδίας
εντολάς Του, να Τον λυπώμεν θέλοντες δήθεν να Τον τιμήσωμεν. Πλην με
το μέτρον τούτο δυνατόν να μετρώνται οι άνθρωποι, όχι ο Θεός. Η
υπακοή εις τον Θεόν είνε μεγαλειτέρα πάσης άλλης αρετή και θυσία. Οι
φλύαροι εκείνοι, οίτινες εκοινολόγησαν το συμβεβηκός, συνετέλεσαν
μόνον να διαταράξωσι, κατά το ανθρώπινον, την ησυχίαν Του και να
επιταχύνωσι τον θάνατόν Του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'.
Ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα
Αποστολή των Δώδεκα. — Αι προς αυτούς οδηγίαι. — Εορτή των Ιουδαίων.
— Η παρουσία του Ιησού.
Όστις εμελέτησε μετά προσοχής τα ιερά Ευαγγέλια δυνατόν να
παρετήρησεν ευκρινώς εν τω βίω του Χριστού, τας επομένας περιστάσεις.
Πρώτον, ότι ο άκακος ενθουσιασμός της χαρμοσύνου υποδοχής μεθ' ου ο
Χριστός και οι λόγοι Του και τα έργα Του εγίνοντο το πρώτον δεκτά ανά
τα βόρεια της Γαλιλαίας, βαθμηδόν, αλλ' εν βραχεί χρόνω, υπεχώρησεν
εις υποψίαν, αποστροφήν, ως και έχθραν εκ μέρους μεγάλων και ισχυρών
του λαού μερίδων.
Δεύτερον, ότι ο εξωτερικός χαρακτήρ, καθώς και οι τόποι της αποστολής
του Κυρίου πολύ ηλλοιώθησαν μετά την σφαγήν Ιωάννου του Βαπτιστού.
Τρίτον, ότι το άγγελμα του φόνου, ομού μετά της αναπτύξεως σφοδράς
αντιδράσεως, και η συνεχής παρουσία Γραμματέων και Φαρισαίων από της
Ιουδαίας, όπως επιτηρώσι την διαγωγήν Του και ιχνηλατώσι τας κινήσεις
Του, φαίνονται να είνε σύγχρονα με επίσκεψιν εις Ιεροσόλυμα, μη
μνημονευμένην υπό των Συνοπτιστών (Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά), αλλά
προφανώς ταυτιζομένην με την ανώνυμον εορτήν την μνημονευομένην εν
κεφαλαίω Ε', εδ. 1, του Ιωάννου.
Τέταρτον, ότι η ανώνυμος αύτη εορτή πρέπει να συνέπεσε περίπου με την
περίοδον του κηρύγματός Του εις ην έχομεν φθάσει τανύν.
Της εορτής ταύτης προηγήθη άλλο συμβεβηκός· η αποστολή του Δώδεκα.
Περί το τέλος των αποστολικών περιπλανήσεων, κατά την διάρκειαν των
οποίων συνέβησαν τινα των προειρημένων, ο Ιησούς εις την θέαν του
πλήθους ησθάνθη βαθυτάτην συμπάθειαν. «Και ιδών εσπλαγχνίσθη επ'
αυτούς, ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Ήσαν προσέτι όμοιοι
με σπαρτά ώριμα, αλλ' αθέριστα δι' έλλειψιν εργατών. Και εκέλευσε
τους μαθητάς Του να παρακαλέσωσι τον Κύριον του θερισμού όπως πέμψη
εργάτας εις την συγκομιδήν Του. Ευθύς ύστερον, αφού Αυτός διέτρεξεν
ήδη όλην την Γαλιλαίαν, έπεμψεν αυτούς ανά δύο και δύο όπως
ενισχύσωσι το κήρυγμά του και εκτελέσωσιν έργα ελέους εν τω ονόματι
Του.
Πριν ή αποστείλη αυτούς, ως εικός, έδωκεν αυτοίς τας αναγκαίας
οδηγίας. Προς το παρόν ώφειλον να περιορίσωσι την εκτέλεσιν της
εντολής των εις τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ και να μη
επεκτείνωσι ταύτην εις Σαμαρείτας ή εθνικούς. Το θύμα του κηρύγματός
των ώφειλε να είνε η προσέγγισις της βασιλείας των ουρανών, έμελλε δε
αφθόνως να υποστηριχθή δι' έργων δυνάμεως και ευποιίας. Δεν έπρεπε να
φέρωσι τίποτε μεθ' εαυτών· ούτε πήραν δι' άρτον· ούτε βαλάντιον διά
χρήματα· ούτε ενδύματα προς αλλαγήν· ούτε υποδήματα οδοιπορίας αντί
των συνήθων πεδίλων των· ούτε να προμηθευθώσι ράβδον διά την πορείαν,
εκτός αν είχον ήδη· η αποστολή των, καθώς όλαι αι μέγισται και
ανυσιμώταται αποστολαί όσας εγνώρισεν ο κόσμος, έπρεπε να είνε απλή
και αυτάρκης. Η συνήθης εν τη Ανατολή ξενία θα ήρκει δι' αυτούς. Άμα
εισερχόμενοι εις πόλιν, θα διευθύνοντο εις πάσαν οικίαν εν αυτή, όπου
θα είχον λόγους να πιστεύσουν ότι θα εγένοντο ευπρόσδεκτοι, και θα
εχαιρέτιζον αυτήν με τον συνήθη χαιρετισμόν ε ι ρ ή ν η υ μ ί ν. Εάν
οι υιοί της ειρήνης ήσαν εκεί, η ευλογία θα ήτο λυσιτελής· εάν όχι,
θα επέστρεφεν εις τας ιδίας κεφαλάς των. Εάν τους απέρριπτον, έπρεπε
ν' αποτινάσσωσι και την κόνιν από των ποδών των εις μαρτυρίαν, ότι
πιστώς ελάλησαν, και ότι αποβάλλουσι πάσαν ευθύνην διά την μέλλουσαν
κρίσιν.
Αι πάνσοφοι αύται οδηγίαι του Κυρίου είνε απαραίτητοι και νυν διά
τους ιεραποστόλους, όσοι θέλουσι να είνε φρόνιμοι. Ελέχθη μετά
δηκτικής ειρωνείας ότι οι σημερινοί ιεραπόστολοι βάλλουσιν όλα τα
δυνατά των, πρώτον διά ν' ανακαλύψωσιν όλας των λαών τας προλήψεις
και τα έθιμα, και δεύτερον διά να προσβάλωσι και πολεμήσωσι ταύτα.
Αναμφιβόλως τούτο οφείλεται εις ζήλον ου κατ' επίγνωσιν. Αλλά δεν
έπραττεν ούτω ο Άγιος Παύλος, όστις ωμίλησε προς τους Αθηναίους
φιλοφρονέστατα και διαλλακτικώτατα, και έζησεν επί τρία και ήμισυ έτη
εν Εφέσω, χωρίς μηδέ άπαξ να προσβάλη ή να υβρίση τους λάτρεις της
Αρτέμιδος.
Έως εδώ ο Κύριος υπέδειξεν αυτοίς τα χρέη της πιστής φιλίας, της
αβράς φιλοφροσύνης, της εν αυταπαρνήσει απλότητος, ως πρώτους
ουσιώδεις όρους κατορθούσης αποστολής. Προέβη δε να ενισχύση αυτούς
εναντίον των αφεύκτων δοκιμασιών του αποστολικού έργου των.
Ώφειλον να είνε φρόνιμοι ως οι όφεις (οι οποίοι, όταν κινδυνεύωσι,
προφυλάττουσι την κεφαλήν των ως λίαν τρωτήν) και ακέραιοι ως αι
περιστέραι (αίτινες είναι ειρηνικαί και άχολοι). «Ιδού Εγώ αποστέλλω
υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων».
Ενταύθα, λέγει αρχαία παράδοσις, ηρώτησεν ο Πέτρος; «Εάν ουν
διασπαράξωσιν οι λύκοι τα αρνία;» Ο δε Ιησούς απεκρίθη: «Μη
φοβήσθωσαν τα αρνία τους λύκους μετά το αποθανείν αυτά». Και ευθύς
προσέθηκε, τα αναφερόμενα εν Ευαγγελίοις: «Μη φοβείσθε από των
αποκτεινόντων το σώμα την δε ψυχήν ου δυναμένων αποκτείναι, φοβείσθε
δε μάλλον τον έχοντα εξουσίαν μετά το αποθανείν υμάς εμβαλείν εις την
Γέενναν του πυρός». Είτα προείπεν αυτοίς ότι έμελλον να προσαχθώσιν
ενώπιον συνεδρείων, και να μαστιγωθώσιν εν ταις Συναγωγαίς (οι
προϊστάμενοι των Συναγωγών είχον εξουσίαν να τιμωρώσι διά μάστιγος),
και να σταθώσιν ενώπιον δικαστηρίων, και όμως, άνευ αγωνιώδους
προμελέτης, το πνεύμα θα εδίδασκεν αυτούς τι ν' απολογηθώσιν. Η
διδασκαλία της ειρήνης έμελλε να μεταβληθή διά των μοχθηρών παθών των
ανθρώπων εις πολεμικήν κραυγήν μανίας και μίσους, και δυνατόν ν'
απηλαύνοντο και να έφευγον από προσώπου των εχθρών των από πόλεως εις
πόλιν. Αλλ' ώφειλον να υπομείνωσι μέχρι τέλους, διότι πριν διατρέξωσι
τας πόλεις του Ισραήλ ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται. Η έλευσις αύτη
σημαίνει εδώ την πτώσιν του Ιουδαϊσμού, και την ίδρυσιν πνευματικής
βασιλείας του Χριστού επί της γης, την οποίαν τινές των Αποστόλων
επέζησαν να ίδωσι.
Τελευταίον τους ενουθέτησε και τους ενίσχυσεν, αναμνήσας ό,τι Αυτός
υπέφερε και πως επολεμείτο. Ας μη φοβώνται. Ο Θεός όστις προνοεί διά
τα στρουθία, ο Θεός, υφ' ου και αι τρίχες της κεφαλής των είνε
ηριθμημέναι, ο Θεός όστις βαστάζει εις τας χείρας Του τας εξόδους ου
μόνον της ζωής και του θανάτου, αλλά της αιωνίου ζωής και του αιωνίου
θανάτου, είνε μετ' αυτών· θα αναγνωρίση εκείνους οίτινες ανεγνώρισαν
τον Υιόν Του, και θ' αρνηθή εκείνους οίτινες Τον ηρνήθησαν. Και αυτοί
οι οικείοι των, οι γονείς και αδελφοί των, θα τους καταγγείλωσι και
θα τους παραδώσωσιν. Αλλά και αυτοί θα είνε όπως Αυτός ήτο εν τω
κόσμω· ο δεχόμενος αυτούς δέχεται Αυτόν· και όστις θα χάση την ζωήν
του δι' Αυτόν, Εκείνος πράγματι θα την κερδήση· Και ότι ποτήριον
ψυχρού ύδατος διδόμενον εις ένα των ταπεινών τούτων των ελαχίστων, θα
έχη την αμοιβήν του.
Ελεήμων και σοφή ήτο η πρόβλεψις ότι έπρεπε ν' απέλθωσιν ανά δύο εις
την αποστολήν. Τούτο τους καθίστα ικανούς να συνδιαλέγωνται και να
συμβοηθώνται εναπληρούντες τας ελλείψεις αλλήλων. Αναμφιβόλως οι
αδελφοί και οι φίλοι απήλθον σύνδυο· ο πυρ πνέων Πέτρος και ο
θεωρητικός Ανδρέας· οι Υιοί της Βροντής, ο είς ευδόκιμος και
επιβάλλων, ο έτερος ευφράδης και ευαίσθητος· η ομαίμων πίστις και το
άδολον του Φιλίππου και του Βαρθολομαίου· ο βραδύς αλλ' αφωσιωμένος
Θωμάς μετά του σύννου και ευλαβούς Ματθαίου· ο Ιάκωβος μετά του
αδελφού του Ιούδα· ο ζηλωτής Σίμων διά ν' ανάψη με τον ένθεον ζήλον
του το σκοτεινόν, κυμαινόμενον, άπελπι πνεύμα του προδότου Ιούδα.
Κατά την απουσίαν των, ο Ιησούς εξηκολούθει το έργον Του μόνος, ίσως
καθώς κατήρχετο βραδέως προς τα Ιεροσόλυμα. Διότι εις την περίοδον
ταύτην φαίνεται ότι ανήκει το εδάφιον του Ιωάννου: «Μετά ταύτα ην
εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα».
Φαίνεται δε ότι ο Ιησούς, έχων φίλους και θαυμαστάς πολλούς εις
Ιεροσόλυμα και εις τα πέριξ, έμεινεν εν τω μεταξύ μεμονωμένως,
περιμένων, την επάνοδον των μαθητών Του από το κήρυγμα. Ίσως έμενεν
εις Βηθανίαν, όπου ως γνωστόν υπήρχε μία ευσεβής οικογένεια αγαπώσα
Αυτόν και πιστεύουσα εις Αυτόν, η οικογένεια της Μάρθας και της
Μαρίας, και Λαζάρου του αδελφού των.
Ποία ήτο η εορτή αύτη των Ιουδαίων, εν καιρώ της οποίας ανέβη ο
Ιησούς εις Ιεροσόλυμα (και την οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν
ονομάζει) αγνοούμεν, όπως αγνοούμεν και αν χάριν της εορτής, ή κατά
συγκυρίαν, απήλθεν εκεί ο Χριστός. Αλλά δεν φαίνεται να ήτο ουδεμία
των μεγάλων εορτών των Ιουδαίων, ούτε το Πάσχα, ούτε η Πεντηκοστή,
ούτε η Σκηνοπηγία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'.
Το θαύμα της Βηθεσδά
Η κολυμβήθρα Βηθεσδά. — Ίασις του Παραλύτου. — Ζηλότυποι ερωτήσεις. —
Αθέτησις του Σαββάτου. — Η αχαριστία του θεραπευθέντος. — Οργή των
αρχόντων. — Απόκρισις του Ιησού. — Επικίνδυνα αποτελέσματα.
Υπήρχεν εις Ιεροσόλυμα, πλησίον της Προβατικής Πύλης, μία δεξαμενή
ήτις επιστεύετο ότι είχεν εκτάκτως ιαματικάς ιδιότητας. Αύτη εκαλείτο
η κολυμβήθρα Βηθεσδά, ήτις δεν πρέπει να συγχέηται με την κολυμβήθρα
του Σιλωάμ, εκείνην εις ην ο Χριστός έστειλε τον εκ γενετής τυφλόν
όπως νιφθή. Εις το πεντάγωνον οικοδόμημα το περιβάλλον κύκλω την
Βηθεσδά υπήρχον πέντε στοαί, και εις ταύτας κατέκειτο πλήθος ασθενών,
οίτινες επερίμενον πότε να κινηθή το ύδωρ. «Άγγελος γαρ του Θεού κατά
καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα και ετάραττε το ύδωρ· ο ουν πρώτος
εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος υγιής εγίνετο».
Εναντίον των δύο τούτων εδαφίων του κατά Ιωάννην επέπεσε πλήθος πολύ
κριτικών, συζητητών και απίστων, ως άλλο «πλήθος πολύ τυφλών, χωλών,
ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν». Αλλ' ημείς μη
έχοντες την εξουσίαν να τους ρίψωμεν άκοντας εις την κολυμβήθραν,
αντιπαρερχόμεθα, και παρακολουθούμεν απλώς τον Σωτήρα επισκεπτόμενον
την Βηθεσδά. Εις τοιούτον τόπον, εις μέρος όπου υπήρχον κακοπάθειαι
όπως ανακουφισθώσι, εκεί κατηύθυνε τα βήματά Του ο Αγαθός Ιατρός, και
μάλιστα αφού ήτο Σάββατον. Ο Φαρισαϊσμός εφρόντιζε μόνον περί τελετών
και προσφορών και λεπτολογίας τύπων· αλλ' ο Ιησούς εγνώριζεν ότι το
αγαθοποιείν ήτο η θυσία εις ην ηρέσκετο ο Ουράνιος Πατήρ.
Μεταξύ των ασθενών έκειτο είς επί τριακονταοκτώ έτη παράλυτος. Ο
Ιησούς προσέβλεψε τον άνθρωπον μετά βαθυτάτης ευσπλαγχνίας. Ήτο
προφανές ότι και η θέλησίς του ασθενούς ήτο τόσον παραλυτική όσον
σχεδόν και το σώμα του. Ο Ιησούς αποταθείς προς αυτόν είπε:
— «Θέλεις υγιής γενέσθαι;»
Ο ασθενής απεκρίθη: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω ίνα, όταν ταραχθή το
ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού
καταβαίνει και λαμβάνει την ίασιν».
Ο Ιησούς τότε είπεν αυτώ:
— «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον και περιπάτει».
Τούτο επροφέρθη με τόνον εις ον ουδείς και ουδέν ηδύνατο να
παρακούση. Ο τρόπος του Λαλούντος, η φωνή Του, η εντολή Του, εδόνησαν
ως ηλεκτρικός σπινθήρ όλον το σώμα του παραλυτικού, το εξησθενημένον
διά πολλών κακοπαθειών και αμαρτιών. Μετά τριακονταοκτώ έτη
καταπτώσεως, ο άνθρωπος εν ακαρεί ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατόν του,
και ήρχισε να περιπατή. Εν χαρμοσύνω εκπλήξει εκύτταξε κύκλω διά να
ίδη και ευχαριστήση τον άγνωστον ευεργέτην του· αλλά το πλήθος ήτο
πυκνόν, και ο Ιησούς θέλων να διαφύγη την ανωφελή έξαψιν της
περιεργείας, ήτις τον εθεώρει ως θαυματουργόν μόνον, έφυγεν
απαρατήρητος, «εξένευσεν, όχλου όντος».
Και όμως πολλά ζηλότυπα όμματα ερρίφθησαν τάχιστα επί του ανθρώπου.
Όσον η εσωτερική δύναμις μιας θρησκείας είνε νεκρά, τόσω μεγαλειτέρα
σπουδαιότης αποδίδεται εις τους εξωτερικούς τύπους της. Προσκόλλησις
εις τους τύπους και αδιαφορία, σχολαστική λεπτολογία και απόλυτος
απιστία, είνε συσχετικά, και πάντοτε ακμάζουσιν εκ παραλλήλου. Ούτω
συνέβαινεν ως προς τον Ιουδαϊσμόν εις τας ημέρας του Χριστού. Ο ζων
ενθουσιασμός του ήχε σβύσει· η υψηλή πίστις είχεν εκπέσει· οι
προφήται είχον παύσει να προφητεύουν· οι ποιηταί είχον παύσει να
ψάλλουν· οι ιερείς δεν ενεδύοντο πλέον δικαιοσύνην· οι όσιοί του ήσαν
σπάνιοι. Η αξίνη έκειτο προς την ρίζαν του δένδρου, και ο οπός του
εχρησίμευε μόνον να τρέφη μυκητοειδή παραφυάδα τελετών και
παραδόσεων.
Και ούτω συνέβη η τήρησις του Σαββάτου, ήτις σκοπόν είχε να
εξασφαλίση διά τους κεκμηκότας ανθρώπους ανάπαυσιν πλήρη αγάπης και
ευσπλαγχνίας, είχε, καταστή εθνικόν ξόανον, γυμνόν έθιμον
περιβεβλημένον με ματαίους και ανοήτους περιορισμούς. Σήμερον ακόμη,
οι Εβραίοι της Γερμανίας, φέρ' ειπείν, το έχουσιν ως αμαρτίαν να
κρατώσι ράβδον εν ημέρα Σαββάτου. (6)
Όταν μία θρησκεία εκπέση εις δεισιδαιμονίαν, χωρίς να έχη χάσει την
πολιτικήν της ισχύν, τότε γίνεται τυραννικωτέρα και πλέον φιλύποπτος
εις την καταδίωξιν και την ιχνηλασίαν της αιρέσεως. Τον θεραπευθέντα
παραλυτικόν τάχιστα περιεκύκλωσε πλήθος εξεταστών. Τον εκύτταζον μετ'
εκπλήξεως και αγανακτήσεως.
«Είνε Σάββατον δεν είνε νόμιμον να σηκώνης τον κράββατόν σου».
Ιδού μία επ' αυτοφώρω παράβασις του Νόμου των! Μήπως είς άνθρωπος
κατά τας περιπλανήσεις εις την έρημον δεν ελιθοβολήθη διότι συνέλεγε
ράβδους εν Σαββάτω; Μήπως ο προφήτης Ιερεμίας δεν είπε ρητώς:
«Προσέχετε εαυτοίς, και μη βαστάζετε φορτίον εν Σαββάτω;»
Ναι, αλλά διατί; Διότι το Σάββατον ήτο διάταξις φιλάνθρωπος, σκοπόν
έχουσα να σώση τους εργάτας και τους καταπιεζομένους από βίον
ακαταπαύστου εργασίας· διότι ήτο ουσιώδες να σωθώσιν οι γεωργοί από
την υπέρογκον εργασίαν, ήτις θ' απητείτο επ' αυτών εν έθνει
κατατρυχομένω από το βαρύ αμάρτημα της πλεονεξίας· διότι η εξαίρεσις
μιας ημέρας εκ των επτά προς ιεράν ανάπαυσιν ήτο απείρου αξίας διά
τον πνευματικόν βίον καθόλου. Αύτη ήτο η έννοια της Τετάρτης Εντολής.
Κατά ποίαν έννοιαν παρεβιάζετο αύτη αν είς άνθρωπος διά θαύματος
ήθελε να φέρη οίκαδε το κλινίδιον, το οποίον ήτο ίσως το μόνον πράγμα
το οποίον εκέκτητο; Ότι ο άνθρωπος πράγματι παρεβίαζεν ήτο όχι ο
νόμος του Θεού, αλλά τα ελεεινά συμπεράσματα της τετριμμένης
λεπτολογίας των, της παγεράς παραδόσεώς των, ήτις σοβαρώς είχεν
αποφανθή ότι το Σάββατον υποδήματα με καρφία δεν έπρεπε να φορή τις,
επειδή ήσαν βάρος, αλλ' υποδήματα χωρίς καρφία, και ότι είς άνθρωπος
ηδύνατο να φέρη ένα άρτον, αλλ' ότι δύο άνθρωποι δεν έπρεπεν ομού να
τον κρατώσι, και ούτω καθεξής, μέχρι των άκρων της απεραντολογίας,
και της τυραννικής ατοπίας των.
«Ο ποιήσας με υγιή (απήντησεν ο άνθρωπος), Εκείνος μοι είπεν, Άρον
τον κράββατόν σου και περιπάτει».
«Τις ούτος;» τον ηρώτησαν. Παρατηρήσατε την μοχθηρίαν των Ιουδαίων
εκείνων· δεν τον ερωτώσι «τις ο ποιήσας σε υγιή», αλλά, «τις ο ειπών
σοι, Άρον σου τον κράββατον και περιπάτει;» Τούτο είνε πολύ κακόν
πρόσταγμα το οποίον σοι έδωκε. Δεν σηκώνουν κράββατον εν ημέρα
Σαββάτου.
Τόσω ολίγον, κατά τα φαινόμενα, μέχρι του καιρού εκείνου, ήτο το
πρόσωπον του Ιησού εν γένει γνωστόν εις τα προάστεια της Ιερουσαλήμ,
ή άλλως τόσον αμβλεία υπήρξεν η προσοχή του ανθρώπου ενώ ο Ιησούς
ωμίλει αυτώ, ώστε πράγματι δεν είξευρε τις ήτο ο ευεργέτης του! Αλλά
το επληροφορήθη ολίγω, ύστερον. Μετέβη εις το ιερόν, ίσως διά να
ευχαριστήση τον Θεόν ότι ανέκτησε την υγείαν του, κ' εκεί ο Ιησούς
τον είδε και έδωκεν αυτώ μίαν απλήν νουθεσίαν: «Ίδε, υγιής γέγονας,
μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται».
Ίσως η νουθεσία εδόθη επειδή ο Χριστός έβλεπε την αναξίαν φύσιν του
ανθρώπου· όπως και αν έχη, υπάρχει τι το αποτρόπαιον εις το 15ον
εδάφιον. «Απήλθεν ο άνθρωπος και είπε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς ην ο
ποιήσας αυτόν υγιή». Δυνατόν, καίτοι όχι πολύ πιθανόν, ότι ενόει να
μεγαλύνη το όνομα Εκείνου όστις είχεν επιτελέσει τοιούτο κραταιόν
έργον· αλλ' επειδή πρέπει να εγνώριζε κάλλιστα την οργίλην διάθεσιν
των Ιουδαίων, καθόσον δεν ακούομεν λέξιν περί της ευγνωμοσύνης του,
ούτε αν εδόξασε τον Θεόν — και καθότι μάλιστα πρέπει να ήτο σαφές
προς αυτόν ότι ο Ιησούς υπ' ευσπλαγχνίας μόνον παρεκινήθη να πράξη το
θαύμα, και έσπευσε ν' αποφύγη την δημοσιότητα — πρέπει να
ομολογήσωμεν, ότι εκ πρώτης όψεως η διαγωγή του ανθρώπου φαίνεται ότι
υπήρξεν ευτελής και τείνουσα προς καταγγελίαν του ευεργέτου του διά
να σωθή αυτός από την καταφοράν ότι έλυσε το Σάββατον, σχεδόν
ακατονόμαστων κράμα ευτελούς συκοφαντίας και χαμερπούς αχαριστίας.
Προφανώς η νουθεσία του Ιησού ήτο αναγκαιοτάτη, αν δε ορθώς κρίνομεν
τον άνθρωπον, υπήρξεν όλως αλυσιτελής.
Διότι αι συνέπειαι υπήρξαν δυσάρεστοι, επλήρωσαν δε πικρίας το
υπόλοιπον της επιγείου ζωής του Χριστού. Χωρίς να κατασυγώσιν από τας
αποδείξεις της τρυφεράς συμπαθείας Του, μήτε να συγκινηθώσιν από την
θαυματουργόν Του δύναμιν, οι Ιουδαίοι εξετασταί εκήρυξαν αληθή
πόλεμον προς υπεράσπισιν όλων των λεπτολογιών των εθίμων των.
«Ήρξαντο καταδιώκειν τον Ιησούν ότι τοιαύτα εποίει εν τω Σαββάτω».
Απαντών δε εις την κατηγορίαν ταύτην απήγγειλε την υψηλήν διδαχήν την
οποίαν ευρίσκομεν εν τω πέμπτω κεφαλαίω του κατά Ιωάννην. Αν αύτη
απηγγέλθη εν τω ναώ, ή ενώπιον επιτροπής τινος του Συνεδρίου, δεν
γνωρίζομεν αλλ' όπως και αν έχη, οι μεγάλοι Ραββίνοι και οι αρχιερείς
οίτινες Τον εκάλεσαν ενώπιόν των διά να Τον τιμωρήσωσιν επί αθετήσει
του Σαββάτου κατεπλάγησαν και ετρόμαξαν, αν και πικρώς εξεμάνησαν,
προς τους λόγους ους ήκουσαν.
Τον είχον φέρει ενώπιον των διά να Τον νουθετήσωσι, και αι νουθεσίαι
έπεσαν επ' αυτούς. Επεθύμουν ίσως να διδάξωσι και να επιπλήξωσι, και
είτα μετά συγκαταβάσεως εφάπαξ να συγχωρήσωσι, και ιδού! Εκείνος,
συγκιρνά δι' αυτούς το μεγαλείον της διδασκαλίας με την αυστηρότητα
της συμπαθούς επιτιμήσεως.
Εκάθισαν περί Αυτόν μεθ' όλων των πομπών του αξιώματός των, διά να
Τον τρομάξουν ως υποδεέστερον, και ιδού! τρέμουσι και τρίζουσι τους
οδόντας, καίτοι δεν τολμώσι να ενεργήσωσιν, ενώ Εκείνος με λέξεις ως
φλόγα πυρός εισερχομένας εις τους αρμούς και τον μυελόν, με λέξεις
εμπλεωτέρας σοφίας και μεγαλειότητος ή εκείναι αίτινες κατήλθον εν
μέσω των κεραυνών του Σινά, διεκδικεί το φοβερόν αξίωμα του Υιού του
Θεού.