ότι, όταν ο Ιησούς είδεν ότι μέγα πλήθος Τον περιεστοίχιζεν εκ πάσης
πόλεως, ωμίλησεν εν παραβολή. Εκ των δύο άλλων Ευαγγελιστών
μανθάνομεν ότι αύτη ήτο η πρώτη φορά καθ' ην ωμίλησεν εν παραβολαίς,
και ότι ελάλει προς το πλήθος το πληρούν την όχθην ενώ ο Κύριος ημών
εκάθητο επί του προσφιλούς Αυτώ άμβονος του πλοίου, το οποίον
ετηρείτο δι' Αυτόν εν τη λίμνη.
Η παραβολική μορφή της διδασκαλίας δεν ήτο καινοφανής. Οι Ιουδαίοι
ήσαν συνειθισμένοι εις τας παραβολάς, πολλαί δε υπάρχουσι και εν τη
Παλαιά Διαθήκη. Αλλά το πνεύμα των παραβολών του Χριστού ήτο εις
ύπατον βαθμόν μοναδικόν και απαράμιλλον. Τίποτε το οποίον να πλησιάζη
εις το βάθος και την δύναμίν των, εις το σύντομον και εις το εξόχως
σοφόν και υψηλόν δεν υπάρχει ούτε εις την Παλαιάν Διαθήκην ούτε εις
όλην την φιλολογίαν της ανθρωπότητος.
Ο Χριστός αντί παντός προοιμίου έλεγεν «Ακούσατε». Ήθελε διά τούτου
να επιστήση την προσοχήν, όχι απλήν την περιέργειαν ή και το
ενδιαφέρον να κινήση, αλλ' ηξίου προ πάντων την προσοχήν, και
υπεδείκνυε την ευθύνην, των μη θελόντων ν' ακούσωσι και να
ωφεληθώσιν.
Και διά να δείξη εις αυτούς, ότι ο μόνος αληθής καρπός της αγαθής
διδασκαλίας είνε η αγιότης του βίου, και πολλά υπήρχον τα δυνάμενα να
παρεμποδίσωσι την επίτευξίν της, διηγήθη την πρώτην παραβολήν Του,
την παραβολήν του Σπείροντος. Τα χρώματα ταύτης ελήφθησαν ως συνήθως
από τα αμέσως προ των οφθαλμών Του αντικείμενα· τους εσπαρμένους
αγρούς της Γεννησαρέτ, τους αυξομένους αστάχυς, τον πεπατημένον
δρομίσκον όστις διήρχετο δι' αυτών· τα αναρίθμητα πετεινά του ουρανού
τα οποία περιίπτανται επ' αυτών, κτλ. Δι' ημάς τους παιδιόθεν
αναγνόντας την παραβολήν παραλλήλως με αυτήν του Χριστού την
ερμηνείαν, η έννοια είνε σαφεστάτη και εναργεστάτη. Αλλά δεν ήτο
τόσον εύκολος δι' εκείνους οίτινες την ήκουσαν. Αυτοί οι μαθηταί
επεφυλάχθησαν να ερωτήσωσι τον Ιησούν κατ' ιδίαν περί της εννοίας
της. Άλλας παραβολάς είπε, την ημέραν εκείνην ή ύστερον, την περί του
κόκκου του σινάπεως, την περί της ζύμης, περί του κρυπτού θησαυρού,
του μαργαρίτου, της σαγήνης κτλ.
Μέθοδος διδασκαλίας τόσον σπανία, τόσον ελκυστική και πλήρης
ενδιαφέροντος, μέθοδος ήτις, εις το απρόσιτον κάλλος και την
τελειότητά της, είνε μοναδική εις τα χρονικά του ανθρωπίνου λόγου,
αναμφιβόλως θα έτεινε ν' αυξήση πέρα παντός μέτρου τα πλήθη, τα οποία
συνέρρεον διά ν' ακούσωσι. Και καθ' όλην την δείλην εξηκολούθει να
διδάσκη αυτούς, μόλις κατορθώσας να τους απολύση την εσπέραν. Τότε
κόπωσις και ανάγκη μοναξίας και ύπνου φαίνεται ότι κατέλαβε τον
Κύριον, ήτις ίσως επεταχύνθη εκ της προσπαθείας της μητρός Του και
των οικείων Του να έλθωσι προς Αυτόν, μη δυνηθέντες να πλησιάσωσιν εκ
του συνωθισμού του πλήθους. Ο Κύριος επί μάλλον ησθάνθη τότε την
ανάγκην της μονώσεως. Αφού απέπεμψε το πλήθος, οι μαθηταί τον
επεβίβασαν «ως είχεν» εις το πλοίον. Επόθησε την ήρεμον μοναξίαν της
ανατολικής όχθης. Και η δυτική όχθη είνε ερημική την σήμερον, αλλ' η
ανατολική όχθη είνε η μοναξία αυτή. Ούτε δένδρον ούτε χωρίον ούτε
ψυχή ανθρωπίνη ούτε κατοικία απλή φαίνεται, ειμή μόνον η σειρά των
λόφων των χθαμαλουμένων βαθμηδόν προς την όχθην. Εις τους χρόνους του
Κυρίου, η αντίθεσίς της αραιώς κατοικουμένης ταύτης πλευράς προς τας
πολυανθρώπους πόλεις τας κειμένας επί της πεδιάδος Γεννησαρέτ θα ήτο
πολύ μεγάλη· καίτοι δε ο διεσπαρμένος πληθυσμός της Περαίας συνίστατο
εν μέρει εξ εθνικών, Τον ευρίσκομεν ουχί σπανίως διαπλέοντα την
λίμνην διά ν' απομακρυνθή από του πλήθους.
Αλλά πριν αναχθή το πλοίον, άλλη αξιοσημείωτος διακοπή επήλθε. Τρεις
των ακροατών Του αλλεπάλληλοι, εκπλαγέντες ίσως υπό της δυνάμεως της
νέας μεθόδου της διδασκαλίας Αυτού, έκθαμβοι δε εκ της άκρας
δημοτικότητός Του, επεθύμησαν, ή εφαντάσθησαν ότι επεθύμησαν, να
προσκολληθώσιν εις Αυτόν ως διαρκείς μαθηταί Του. Ο πρώτος ήτο είς
των Γραμματέων, όστις, νομίσας αναμφιβόλως ότι ο επίσημος βαθμός του
θα τον καθίστα οπαδόν ευπρόσδεκτον, έκραξε: «Κύριε, ακολουθήσω Σοι
όπου αν υπάγης». Αλλ' Εκείνος όστις εκάλεσε τον μισούμενον τελώνην,
απεθάρρυνε τον ευυπόληπτον Γραμματέα, επειδή εγνώριζεν, ότι η
επιθυμία του δεν ήτο σταθερά. «Αι αλωπεκές, είπε, φωλεούς έχουσι, και
τα πτηνά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του Ανθρώπου ουκ έχει
πού την κεφαλήν κλίνη».
Ο δεύτερος ήτο ήδη εν μέρει μαθητής, αλλ' επεθύμει να γείνη εντελής
ακόλουθος, μόνον ότι είχεν ανάγκην να θάψη τον πατέρα του. «Ακολούθει
μοι, απήντησεν Εκείνος, και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών
νεκρούς». Ο Θεοφύλακτος ερμηνεύει ότι το αίτημα του ανθρώπου ήτο να
μείνη κατ' οίκον μέχρι του θανάτου του πατρός του, και είτα ν'
ακολουθήση τον Χριστόν.
Άλλοι δε παρετήρησαν ότι, αν είχεν αποθάνη πράγματι ο πατήρ του, δεν
θα ηδύνατο, ως ακάθαρτος, κατά τας λευιτικάς διατάξεις να πλησιάση
εις το πλήθος. Όπως και αν έχη η έννοια της απαντήσεως του Χριστού
είνε ανάλογος με το «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ Εμέ ουκ έστι Μου
άξιος».
Και η απάντησις εις τον τρίτον δεν ήτο ανόμοιος. Ούτος εζήτει άδειαν
ν' αποχαιρετίση τους οικείους του κατ' οίκον. «Ουδείς επιβαλών την
χείρα αυτού επί το άροτρον (είπεν ο Χριστός) και εμβλέπων εις τα
οπίσω εύθετος εστιν εις την βασιλείαν των ουρανών». Με τους λόγους
τούτους του Χριστού πόσοι άγιοι της Εκκλησίας, πόσοι όσιοι Ερημίται,
να παρηγορήθησαν διότι εγκατέλιπον τους οικείους των και έκοψαν πάντα
γήινον δεσμόν!
Ούτω παρήλθον και αι νέαι αύται βραδύτητες, και το πλοιάριον
ανεπέτασσε τα ιστία διά τον πλουν. Αλλά και τώρα ο Ιησούς
παρηκολουθείτο υπό οπαδών, διότι ως διηγείται ο Μάρκος και άλλα πλοία
έπλεον μετ' Αυτού. Αλλά ταύτα κατά πάσαν πιθανότητα εσκορπίσθησαν, ή
επόδισαν πτοηθέντα από τα σημεία της συναγομένης τρικυμίας. Ο δε
Ιησούς ανέκλινε την κεφαλήν επί το προσκεφάλαιον, ήτοι το βόρσινον
κάθισμα του πηδαλιούχου, και εκοιμήθη τον βαθύν ύπνον του κεκμηκότος,
τον γαλήνιον ύπνον εκείνων, οίτινες είνε εν ειρήνη μετά του Θεού.
Και αυτός ο ύπνος ο τόσον αναγκαίος, ήτο προωρισμένος ταχέως και
βιαίως να διαταραχθή. Όλοι οι περιηγηταί εκ συμφώνου μαρτυρούσι πόσον
βίαιαι και αιφνίδιαι γίνονται εις την λίμνην εκείνην αι μαρτυρίαι.
Τοιαύτη λαίλαψ ανέμου μεγάλη κατέβη τότε εις την λίμνην, ως διηγώνται
οι ιεροί Ευαγγελισταί. Εν ακαρεί σφοδρότητος ανεμοστρόβιλος ενέσκηψε,
και τα κύματα ωρχούντο μανιωδώς. «Το πλοίον εκαλύπτετο υπό τον
κυμάτων. Αυτός δε εκάθευδε». Τα κύματα έπεσον επ' Αυτόν τον Ιησούν,
αλλ' Αυτός δεν εξύπνα. Έως τώρα οι μαθηταί δεν ετόλμησαν να τον
εξυπνήσουν. Αλλ' ήδη το πλοίον ήρχισε να βυθίζεται, «Κύριε, σώσον
ημάς, απολλύμεθα», έκραξαν τότε οι μαθηταί. Η φοβερά τρικυμία ήτις
κατετρόμαξε τους μαθητάς δεν ετάραξε τον Ιησούν. Χωρίς κανέν σημείον
συγχύσεως, ο Χριστός υπηγέρθη επί του αγκώνος, και πρώτον επράυνε την
τρικυμίαν της ψυχής των μαθητών.
«Ινατί δειλοί εστε, ολιγόψυχοι;» τους είπεν.
Είτα εγερθείς, και σταθείς με όλην την γαλήνην φυσικού μεγαλείου επί
της πρύμνης, ενώ ο ανεμοστρόβιλος έσεισεν επί μίαν στιγμήν μόνον τα
κυματίζοντα ενδύματά Του και την κόμην Του, ενέβλεψεν εις το σκότος,
και η Φωνή Του ηκούσθη εν μέσω του ρόχθου και του μυκηθμού των
τεταραγμένων στοιχείων, λέγουσα (το αμετάφραστον εκείνο εις πάσαν
άλλην γλώσσαν):
«&Σιώπα! πεφίμωσο!&»
Και εν ακαρεί ο άνεμος εκόπασε, και έγεινε γαλήνη. Και καθώς τα άστρα
ήρχισαν ν' αντανακλώνται ακόμη επί των γαληνιασάντων κυμάτων, όχι
μόνον οι μαθηταί, αλλά και οι ναύται εψιθύριζον προς αλλήλους: «Τις
εστιν ούτος;»
Ω, το μεγαλείον του «Γενηθήτω φως» είνε ακαταλήπτου Θεού καταληπτόν
μεγαλείον· αλλά το μεγαλείον του Θεού, γενομένου ανθρώπου,
επιτιμώντος την τρικυμίαν, μ' εκείνο το «Σιώπα πεφίμωσο!» είνε πολύ
καταπληκτικώτερον.
Τούτο είνε καταπληκτικόν θαύμα, έν εξ εκείνων δι ων δοκιμαζόμεθα, αν
τω όντι πιστεύωμεν εις το πιστευτόν του θαυμασίου ή όχι· έν των
θαυμάτων εκείνων των κραταιών, τα οποία δεν δύνανται, όπως πολλά
θαύματα ιάσεων, να εξηγηθώσι διά των υφισταμένων νόμων. Ο σκοπός μου
δεν είνε εις το βιβλίον τούτο να πείσω τους απίστους, ή να λογομαχήσω
με τους αμφιβάλλοντας. Ουδέν ήττον, ας μοι συγχωρηθή να είπω ολίγας
λέξεις. Ηρώτησάν τινες αν πρέπει να εξηγηθή το θαύμα τούτο κατά
γράμμα, ή αν πρέπει να ερμηνευθή καθώς ερμηνεύουσιν άλλοι τα θαύματα
ονομαστών Αγίων, ως του Αγ. Νικολάου, φέρ' ειπείν — ότι δηλ. η γαλήνη
και η αταραξία του Χριστού μετέδωκε την γαλήνην και αταραξίαν εις τα
πνεύματα των μαθητών Του, και ότι εν τω μεταξύ η τρικυμία εκόπασεν εκ
φυσικών αιτίων(!!). Αποκρίνομαι ότι, εάν τούτο ήτο το μόνον θαύμα εν
τω βίω του Χριστού· εάν τα Ευαγγέλια ήσαν ανακριβή και αμάρτυρα· εάν
υπήρχέ τι εκ των προτέρων απίστευτον εις το υπερφυσικόν· εάν δεν
υπήρχον προβλέψεις του Θεού κατά τους δεκαεννέα τούτους αιώνας προς
επιμαρτυρίαν του έργου και της θεότητος του Χριστού, τότε ίσως δεν θα
υπήρχε δυσχέρεια εις τοιαύτην ερμηνείαν. Αλλ' εάν πιστεύωμεν ότι ο
Θεός διέπει τα σύμπαντα· εάν πιστεύωμεν ότι ο Χριστός ηγέρθη· εάν
έχωμεν λόγους να διατηρώμεν, μεταξύ των βαθυτάτων πεποιθήσεων της
υπάρξεώς μας, την βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν μετεβίβασε την κυριαρχίαν
Του ή την πρόνοιάν Του εις την άνουν, άψυχον, ανηλεή υπουργίαν των
υλικών δυνάμεων· εάν βλέπωμεν εις πάσαν σελίδα των Ευαγγελιστών την
ήρεμον απλότητα φιλαλήθων και πιστών μαρτύρων· εάν βλέπωμεν εις παν
έτος της μετέπειτα ιστορίας και εις πάσαν εμπειρίαν του ατομικού βίου
επιβεβαίωσιν της μαρτυρίας την οποίαν εκείνοι έδωκαν, τότε οφείλομεν
μήτε να προσκολλώμεθα εις ορθολογιστικάς ερμηνείας, μήτε πολύ να
σκανδαλιζώμεθα αν άλλοι προαιρούνται αυτάς. Όστις πιστεύει, όστις
γνωρίζει το λυσιτελές της προσευχής, όστις ησθάνθη πως η φωνή του
Σωτήρος, από γενεάς εις γενεάν ακουσθείσα, επράυνε και πραΰνει πολύ
αγριωτέρας τρικυμίας από εκείνας αίτινες ετάραξάν ποτε τους κόλπους
της λίμνης της Γαλιλαίας· όστις βλέπει εν τω προσώπω του Λυτρωτού
γεγονός πολύ καταπληκτικώτερον και μεγαλειότερον ή όλας εκείνας τας
παρατηρηθήσας σχέσεις, τας οποίας οι άνθρωποι προικίζουσι με
φανταστικήν παντοδυναμίαν και προσκυνούσιν υπό το όνομα των Νόμων της
φύσεως — δι' αυτόν τουλάχιστον δεν θα είνε ούτε δυσκολία ούτε
δισταγμός ίνα υποθέση ότι ο Χριστός, επιβαίνων του βυθιζομένου ήδη
πλοιαρίου, εξέφερε το πρόσταγμά Του, και ότι ο άνεμος και η θάλασσα
υπήκουσαν· ότι ο λόγος Του υπήρξεν όντως ισχυρότερος μεταξύ των
κοσμικών δυνάμεων από μίλια ταραττομένου ύδατος ή από λεύγας πνέοντος
ανέμου.
Υπάρχει άφατος δύναμις και ζωηρότης εις το «Σιώπα, πεφίμωσο», του
Μάρκου, και ο παρακείμενος της προστακτικής σημαίνει, ότι το
αποτέλεσμα ώφειλε να είνε ακαριαίον και αποφασιστικόν.
Ούτε εις την απωτέραν όχθην έμελλε να εύρη ο Ιησούς ησυχίαν και
ανάπαυσιν. Μόλις έφθασεν εις το μέρος εκείνο της Περαίας, το οποίον
καλείται υπό του Ματθαίου «η χώρα των Γεργεσηνών», και τον συνήντησε
δείγμα της ανθρωπίνης μανίας και εκπτώσεως πολύ τρομερώτερον από την
λύσσαν της τεταραγμένης θαλάσσης. Μόλις είχεν αποβιβασθή ότε ένδοθεν
των μνημείων ή πετρίνων τάφων ώρμησεν ενώπιόν του είς άνθρωπος
δαιμονισμένος. Δεν υπήρχον τότε ούτε φρενοκομεία ούτε σωφρονιστήρια
ούτε άσυλα, και οι δυστυχείς επικίνδυνοι μανιακοί απηλαύνοντο και
περιωρίζοντο εις έρημα και ακατοίκητα μέρη. Υπάρχει δε αφθονία
βραχωδών σπηλαίων και άντρων εν Παλαιστίνη, και ταύτα εχρησίμευον
συνήθως ως τάφοι. Η κατοικία δε την οποίαν εύρισκον εκεί οι
παράφρονες τους έκαμνε να χειροτερεύσουν, και ο περί ου ο λόγος είχε
καταντήσει εις το μη περαιτέρω της μανίας. Πολλάκις είχον αποπειραθή
να τον δέσουν, αλλ' ούτος εν τω παροξυσμώ της μανίας του είχεν
εξασκήσει την υπεράνθρωπον εκείνην δύναμιν, την οποίαν μετέδιδαν αυτώ
τα πονηρά πνεύματα, και είχε κόψει τας αλύσεις και τα δεσμά. Και τώρα,
ημέραν και νύκτα, τα άντρα αντήχουν από τους ολολυγμούς του, και ήτο
αφόρητος εις τον ίδιον εαυτόν του και εις τους άλλους.
Αυτή η φρικώδης μορφή του γυμνού μανιακού συνήντησε τον Κύριον ημών
ευθύς ως απέβη εις την όχθην περί όρθρον. Ο είς των Ευαγγελιστών
αναφέρει ενταύθα δύο δαιμονιζομένους, αλλά τούτο ουδόλως βλάπτει.
Έτερον εστι, λέγει ο θείος Χρυσόστομος, το διαφόρως ειπείν και το
μαχομένως ειπείν. Η παρουσία, το βλέμμα, η φωνή του Χριστού, και πριν
ομιλήση ακόμη εις τους πάσχοντας τούτους, φαίνεται ότι τους εξήπτε
πάντοτε και τους κατετρόμαζε, και ούτος ο δαιμονισμένος της χώρας των
Γεργεσηνών δεν απετέλεσεν εξαίρεσιν του κανόνος. Αντί να επιπέση κατά
των μαθητών, με λίθους και με αγρίας κραυγάς, καθώς έπραττε κατά των
άλλων ανθρώπων, έτρεξε προς τον Ιησούν από μακρόθεν, και έπεσε προ
Αυτού εις θέσιν προσκυνήσεως. Ενώσας την φωνήν του με την των
κατεχόντων αυτόν δαιμόνων, παρεκάλει μετ' αυτών τον Ιησούν να μη τους
βασανίση προ καιρού, μήτε να τους στείλη εις την άβυσσον.
Ποίον είνε το όνομά σου; Τον ηρώτησεν ο Ιησούς. Εκείνος ή τα δαιμόνια
απήντησαν: — «Λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμεν». Ο άνθρωπος είχε
χάσει το ατομικόν όνομά του. Είχε χωθή τούτο ανάμεσα εις το πλήθος
εκείνο των δαιμόνων. Και πάλιν παρεκάλεσε να μη τους κλείση εις την
άβυσσον, αλλά να τους επιτρέψη να εισέλθουν εις την αγέλην των
χοίρων.
Η επακολουθούσα διήγησις είνε δύσληπτος δι' ημάς. Δεν έχομεν την
κλείδα της αληθούς σημασίας της. Η αφήγησις του Λουκά έχει ως εξής:
Ην δε εκεί αγέλη πολλών χοίρων βοσκομένη· και ικέτευσαν αυτόν όπως
επιτρέψη αυτοίς, εις τούτους εισελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Τότε
εξήλθον τα δαιμόνια από του ανθρώπου και εισήλθον εις τους χοίρους.
Και έπεσε πάσα η αγέλη επί τον κρημνόν και απεπνίγησαν».
Η μόνη δυσκολία συνίσταται ενταύθα εις το να εννοηθή, διατί ο Ιησούς
να επιτρέψη τον πνιγμόν των ζώων εκείνων. Η δε πιθανωτέρα εξήγησις
των αρχαίων πατέρων της εκκλησίας είνε ότι ηθέλησε να δείξη ότι
ηδύνατο και εγνώσμιον ζημίαν να κάμη εις τους ανθρώπους τους
αμαρτωλούς, μη ανεχθείς δε να βλάψη λογικόν πλάσμα, απέδειξε την
δύναμιν ταύτην εις τους πνιγέντας χοίρους και εις την ξηρανθείσαν
συκήν(5).
Ότι όλη η σκηνή υπήρξε βιαία και τρομακτική φαίνεται εκ του γεγονότος
ότι οι φυλάσσοντες τους χοίρους έφυγον εις την πόλιν και ανά την
χώραν. Ο λαός των Γεργεσηνών και των Γαδαρηνών και όλων των περιχώρων
έτρεξε να ίδη τον Ισχυρόν Ξένον όστις ούτω πως επεσκέφθη η επέσκηψεν
επί τας όχθας των. Ποίον πειστικώτερον τεκμήριον της ισχύος Του και
της αγαθοποιίας Του ηδύναντο να ίδωσιν, ειμή το θέαμα του ιαθέντος
ανθρώπου, «ιματισμένου και σωφρονούντος», καθημένου παρά τους πόδας
του Ιησού;
«Και εφοβήθησαν» — εφοβήθησαν περισσότερον εκείνην την Αγίαν
Παρουσίαν ή τας προλαβούσας μανίας του ενεργουμένου. Ο άνθρωπος
εσώθη· αλλά τι προς αυτούς αφού δισχίλιοι εκ των χοίρων των
επνίγησαν! Τα πολύτιμα θρέμματά των ήσαν προφανώς εις κίνδυνον. Η
πλεονεξία και απληστία παντός αποστάτου Ιουδαίου και παντός χαμερπούς
εθνικού διεκυβεύετο με το να δέχωνται εις την χώραν των τοιούτον
άνθρωπον, οποίος τους εφάνη ο Ιησούς. Μετ' επονειδίστου ομοθυμίας τον
παρεκάλεσαν ν' απέλθη το ταχύτερον από τα μέρη των. Εθνικοί άμα και
Ιουδαίοι είχον αναγνωρίσει ήδη την αλήθειαν ότι ο Θεός ενίοτε απαντά
εις τας κακάς παρακλήσεις εν τη βαθυτάτη οργή Του. Αυτός ο Ιησούς
είχε διδάξει τους μαθητάς Του να μη δίδωσι τα άγια εις τους κύνας
μηδέ να βάλλωσι τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων. Είχε διαβή
πέραν της λίμνης προς ησυχίαν και ανάπαυσιν, επιθυμών να μεταδώση και
προς τους ημιεθνικούς εκείνους τα ευεργετήματα της βασιλείας του
Θεού. Αλλ' εκείνοι ηγάπων τας αμαρτίας των και τους χοίρους των,
απέρριψαν δε τας ευεργεσίας Του, και Τον παρεκάλεσαν ν' απέλθη.
Εκείνος απήλθεν, αλλ' ουχί εν οργή. Είχε πράξει έν έργον ελέους· είς
αμαρτωλός είχε σωθή· από μίαν ψυχήν είχον εξέλθη τα ακάθαρτα
πνεύματα. Και ο πρώην δαιμονιζόμενος παρεκάλει να μένη μετ' Αυτού
πάντοτε. Αλλ' ο Ιησούς παρήγγειλεν αυτώ να υπάγη εις τους οικείους
του να διηγηθή, πως ο Κύριος τον εσπλαγχνίσθη και εποίησε μέγα
σημείον επ' αυτόν, και ούτως απήλθεν από της χώρας των Γεργεσηνών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'
Εις την οικίαν του Ματθαίου
Επάνοδος εις Καπερναούμ — Ο παραλυτικός καταβιβαζόμενος διά της
στέγης. — «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». — Η οργή των Φαρισαίων. —
Περί νηστείας ζήτημα. — Ο νέος οίνος και ο παλαιός.
Ίσως ήτο μεσημβρία της αυτής ημέρας, όταν ο Ιησούς επέστρεψεν πάλιν
εις την κοιλάδα της Γεννησαρέτ. Οι λαοί ανεγνώρισαν το ιστίον του
επιστρέφοντος πλοίου, και πολύ πριν φθάση εις την όχθην, τα πλήθη
συνηθροισμένα τον επερίμεναν και τον υπεδέχθησαν ευφροσύνως.
Πρώτον ο Ιησούς επεσκέφθη την Καπερναούμ, ήτις εθεωρείτο νυν ως ιδία
Αυτού πόλις. Μετέβη εις την οικίαν, πιθανώς την του Πέτρου, την
οποίαν συνήθως μετεχειρίζετο οσάκις διέτριβεν εις Καπερναούμ. Εκεί το
πλήθος συνέρρευσεν αναρίθμητον, κ' εγέμισε την οικίαν και την αυλήν,
ώστε ούτε εις την θύραν ηδύνατό τις να πλησιάση. Αλλ' υπήρχεν είς
δυστυχής πάσχων, είς παραλυτικός επί κρεββάτου, όστις επεθύμει εκ
παντός τρόπου να πλησιάση. Και οι τέσσαρες οι βαστάζοντες αυτόν,
βλέποντες ότι δεν ηδύναντο να φθάσωσιν εις τον Ιησούν διά μέσου του
πλήθους, ανήλθον εις την οροφήν, χθαμαλήν καθώς αι των οικιών της
Ανατολής, και ανοίξαντες ρωγμήν εις την στέγην, δι' άρσεως των
κεράμων, κατεβίβασαν διά σχοινιών τον κράββατον μετά του παραλυτικού,
ακριβώς εις το μέρος όπου εκάθητο ο Ιησούς.
Ο άνθρωπος εσιώπα έντρομος, αλλ' ο Ιησούς ευχαριστηθείς από την
τόλμην και την πίστιν την οποίαν εμαρτύρει η πράξις, είπεν αυτώ:
«θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Ο Κύριος είχε
παρατηρήσει ήδη πρότερον την δυσμενή εντύπωσιν την οποίαν επροξένουν
οι εκπληκτικοί ούτοι λόγοι εις τους παρισταμένους. Πάλιν παρετήρησε
τούτο εις τα βλέμματα τα οποία αντήλλαξαν οι παρόντες Γραμματείς, και
από το ήθος του προσώπου των. Αλλά την φοράν ταύτην επροκάλεσεν ο
ίδιος την προσοχήν εις τους λόγους Του, και διά θαύματος τους
εδικαιολόγησε. «Τι ούτος λαλεί βλασφημίας;» έλεγον προς αλλήλους οι
Φαρισαίοι. Τι είνε ευκολώτερον, τους είπεν ο Χριστός, να είπη τις εις
τον παραλυτικόν «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», ή να είπη, «Έγειραι
και περιπάτει;» Δεν δύναται πας τις να είπη το πρώτον χωρίς να είνε
δυνατόν να είπη αν αι αμαρτίαι εσυγχωρήθησαν ή όχι; αλλά τις δύναται
να είπη το δεύτερον, και να επιφέρη αποτέλεσμα διά του λόγου του,
χωρίς δύναμιν άνωθεν; Εάν δύναμαι δι' ενός λόγου να θεραπεύσω τον
παραλυτικόν τούτον, δεν είνε προφανές ότι πρέπει να είμαι Είς, όστις
έχει και εξουσίαν επί της γης να συγχωρή αμαρτίας;
Την ερώτησιν ήκουσαν οι Φαρισαίοι εν σιωπή, προκατειλημμένοι και
ισχυρογνώμονες· αλλά στραφείς και πάλιν προς τον παραλυτικόν, ο
Ιησούς είπεν αυτώ: «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον, και περιπάτει».
Πάραυτα η ρώμη επεδόθη εις το παράλυτον σώμα, η ειρήνη εις την
καταβεβλημένην ψυχήν. Ο άνθρωπος ιάθη. Ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατον,
εφ' ου έκειτο, και ενώ το πλήθος εν καταπλήξει του ήνοιγε τώρα
διέξοδον, απήλθεν οίκαδε δοξάζων τον Θεόν. Και το πλήθος, όταν ήρχισε
να διασπείρεται, εξέφερον προς αλλήλους επιφωνήματα εκπλήξεως μετά
φόβου μεμιγμένης. — «Παράδοξα είδομεν σήμερον! Ουδέποτε ούτως
είδομεν»!
Από της οικίας, ίσως διά να δυνηθώσι περισσότεροι ν' ακούσωσιν, ο
Ιησούς φαίνεται ότι εξήλθεν επ' ολίγον εις την όχθην, κ' εκείθεν,
αφού εδίδαξεν, ήλθεν εις την οικίαν του Ματθαίου, εν η ο τελώνης,
όστις ήτο νυν Απόστολος, είχε παρασκευάσει μέγα συμπόσιον
αποχαιρετισμού προς τους φίλους του. Επειδή υπήρξε τελώνης ο ίδιος,
φυσικόν ήτο πολλοί τούτων να ήσαν τελώναι και αμαρτωλοί, απόβλητοι
της κοινωνίας, αντικείμενα μίσους και περιφρονήσεως. Και όμως ο
Ιησούς και οι μαθηταί Του παρεκάθισαν μετ' αυτών εις το δείπνον.
Τόσον ελευθέριος αγάπη επροξένησε βαθείαν δυσαρέσκειαν εις δύο σώματα
ανθρώπων ή δύο ομάδας, τους Φαρισαίους και τους μαθητάς του Ιωάννου.
Εις τους πρώτους, κυρίως διότι η επαφή αύτη προς ανθρώπους αμελούς
και επιληψίμου βίου ηθέτει όλας τας παραδόσεις της υψηλόφρονος
λεπτολογίας των· εις τους δευτέρους, επειδή η πρόθυμος αύτη αποδοχή
των προσκλήσεων εις δείπνα εφαίνετο εναντία εις τας έξεις του
ασκητικού βίου των. Ο Ιησούς πιθανώς ήκουσε τι εψιθύριζον εναντίον
Του. Υπήρχε τι χαρακτηριστικόν εις τον τρόπον κάθ' ον εγίνετο η
επίκρισις. Οι Φαρισαίοι, αμφιβάλλοντες ακόμη περί του αληθούς
χαρακτήρος του Ιησού, προφανώς πτοούμενοι από την παρουσίαν Του,
τρομάζοντες από το μεγαλείον Του, και μη τολμώντες ακόμη να έλθωσιν
εις φανεράν προς Αυτόν ρύξιν, εξέσπων όλην την δυσθυμίαν των επί των
μαθητών Του, ερωτώντες αυτούς: — Διατί ο Διδάσκαλός σας τρώγει και
πίνει μαζύ με τους τελώνας και αμαρτωλούς;
Οι απλοϊκοί το πνεύμα Απόστολοι ήσαν βεβαίως ανίκανοι να λύσωσιν
αυτών την απορίαν. Αλλ' ο Ιησούς πάραυτα αντεμετώπισε την ένστασιν,
και είπεν εις τους μεμψιμοίρους τούτους σεμνολόγους, ότι δεν ήλθε να
καλέση τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς. Δεν ήλθε διά το εν τη
μάνδρα ποίμνιον, αλλά διά το πρόβατον το απολωλός. Διά να ευαγγελισθή
εις τους πτωχούς, διά να εφαπλώση το έλεός Του επί τους απολωλότας,
διά τούτο κατεσκήνωσεν εν τοις ανθρώποις. Η διδασκαλία Του έμελλε να
είνε «ως υετός επί χόρτων, και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην».
Τότε ανέφερε την φράσιν ενός των προφητών, του Ωσηέ, και τους είπε
«να υπάγουν να μάθουν», αυτοί, οίτινες εκαυχώντο ότι τόσα γνωρίζουν,
τι σημαίνει το, «Έλεον θέλω και ου θυσίαν». Ίσως ποτέ έως τότε δεν
τους είχεν έλθη εις τον νουν ότι η αγάπη ήτις συγκαταβαίνει μετά των
αμαρτωλών επί σκοπώ να τους κερδήση εις την μετάνοιαν είνε αρεστοτέρα
τω Θεώ υπέρ χιλιάδας κριών και μόσχων.
Η προς τους μαθητάς του Ιωάννου απόκρισις ήτο ολιγώτερον αυστηρά τον
τόνον. Οι μαθηταί του τότε εν τω δεσμωτηρίω Ιωάννου «ήσαν» τας ημέρας
εκείνας, «νηστεύοντες», και επεθύμουν να μάθουν διατί Αυτός και οι
μαθηταί Του δεν ενήστευον. Θα ηδύνατο να τους είπη ότι η νηστεία είνε
πράγμα ωφέλιμον, και υποχρεωτικόν, εάν τις αισθάνεται ότι δι' αυτής
ταπεινοί και καταβάλλει κάτι τι πονηρόν εις την φύσιν του, αλλ' όμως
άχρηστον και επιβλαβές, εάν συντελή μόνον εις υπερηφανίαν και εις
περιφρόνησιν των άλλων. Ηδύνατο και να είπη ότι, κατά τους ιδίους
προφήτας των, νηστεία δεν είνε μόνον η αποχή από των βρωμάτων, αλλ' η
αποχή από πονηρών πράξεων και λογισμών. Αλλ' επροτίμησεν,
αναφερόμενος εις το ρήμα του ιδίου διδασκάλου των, ειπόντος ότι δεν
ήτο αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου, και ότι ο αληθής
Νυμφίος ήτο Εκείνος όστις ήρχετο μετ' αυτόν, να τους ερωτήση απλώς:
«Μη δύνανται οι υιοί του νυμφώνος νηστεύειν οπότε μετ' αυτών εστιν ο
Νυμφίος;» Και είτα, εμβλέψας γαλήνιος εις την βαθείαν άβυσσον του
μέλλοντος, ήτις ηνοίγετο ενώπιόν Του, είπε ρήμα το οποίον (ει και
κατ' εκείνον τον χρόνον ουδείς πιθανώς το ενόησεν) υπήρξεν ίσως η
πρωιμωτέρα πρόρρησις ην εξέφερε περί του σταυρικού θανάτου, όστις τον
επερίμενεν: «Αλλ' ελεύσονται ημέραι όταν απαρθή απ' αυτών ο Νυμφίος;
και τότε νηστεύσουσιν εν εκείναις ταις ημέραις». Είτα προτέθηκε και
δύο άλλας παραβολικάς εκφράσεις· την μίαν περί «ράκους αγνάφου» μη
επιρραπτομένου επί ενδύματος παλαιού· και την άλλην περί οίνου νέου
μη εγκλειομένου εις ασκούς παλαιούς. Δι' όλων τούτων ο Κύριος ημών
εξήρε και πάλιν το φιλάνθρωπον και συγκαταβατικόν της ιδίας μεθόδου
Του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.
Εις την οικίαν του Ματθαίου (συνέχεια)
Ο Ιάειρος. — Η αιμορροούσα. — Αι θρηνωδοί. — Έγερσις της θυγατρός του
Ιαήρου. — Οι παρήκοοι τυφλοί.
Ο Ιησούς ησχολείτο ακόμη εις την ευμενή διδασκαλίαν, ήτις επήγασεν
από το ερώτημα των μαθητών του Ιωάννου, όταν άλλο συμβεβηκός επήλθε,
το οποίον ήγαγεν εις τρία αλλεπάλληλα εκ των μεγίστων θαυμάτων του
επιγείου βίου Του.
Είς αρχισυνάγωγος, αξίωμα το οποίον αι Εβραίοι μεγάλως ετίμων, ήλθε
προς τον Ιησούν εν άκρα ταραχή. Δεν είνε απίθανον ότι ο αρχισυνάγωγος
ούτος, υπήρξεν είς εκ της πρεσβείας, ήτις είχε συνηγορήσει παρά τω
Ιησού υπέρ του εκατοντάρχου — προσηλύτου υφ' ου είχε κτισθή η
Συναγωγή. Εάν ούτως έχη, θα εγνώριζεν εκ πείρας την δύναμιν Εκείνου
τον οποίον επεκαλείτο. Πεσών εις τους πόδας Του με διακοπτομένας
λέξεις του λέγει ότι το θυγάτριόν του, το μόνον του θυγάτριον,
αποθνήσκει, απέθανεν· αλλ' όμως, εάν θέλη μόνον Αυτός να έλθη και να
ψαύση αυτήν με την χείρα Του, θα ζήση. Με την τρυφερότητα ήτις δεν
ηδύνατο ποτε να κωφεύση εις την κραυγήν πενθούντος, ο Ιησούς ηγέρθη
παρευθύς από της τραπέζης και απήλθε μετ' αυτού, ακολουθούμενος ου
μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό πλήθους πυκνού, το οποίον
είχε παραστή εις την σκηνήν. Και καθώς επορεύετο ο λαός εν τη
απληστία του συνωθείτο περί Αυτόν.