33] ο θώς: το τσακάλι.
34] η κίδαρης: Τουρμπάνι.
35] Ακηδής: Αμέριμνος, ξέγνοιαστος, αδιάφορος.
36] Χειρίδα: Μανίκι.
37] Χειροήθης-εος: Ήμερος, εξημερωμένος.
38] Που μυρίζουν (οδμάω: μυρίζω – παθ.)
39] Πλακουντοποιός: Φούρναρης.
40] Δαψιλώς: Με αφθονία
41] Ψωμίζω: Ταίζω στο στόμα, κακομαθαίνω.
42] Ακρασία: ακολασία.
43] Αγνεία: η παρθενία των αγάμων και η ηθική διαβίωση των
εγγάμων.
44) &Κωνσταντινούπολις&, τόμ. Α' σελ. 92.
45] Νήχομαι: Κολυμπώ.
46] ο/η Μήκων: Παπαρούνα.
47] Σελάχι: Δεμάτινη ζώνη στην οποία τοποθετούσαν τα όπλα
τους οι φουστανελοφόροι.
48] Άλκιμος: Εύρωστος, ρωμαλέος, ακμαίος.
49] Βρέμω: βρυχώμαι
50] Τελαμώνας: Δερμάτινο ή υφασμάτινο λουρί.
51] Εναβρύνομαι: Υπερηφανεύομαι, κομπάζω.
52] Αμφιλύκη: Λυκαυγές ή λυκόφως.
53] Γλεύκος: Κρασί νέας εσοδείας.
54] Κόλαφος: Χαστούκι.
55] Νεκροσκόπος: Γιατός ή αρμόδιος υπάλληλος ο οποίος κάνει
νεκροψία.
56] Δράκα: Ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στην
χούφτα του.
57] Βάρης ή βάρις ιος/ιδος : μικρή αιγυπτιακή βάρκα.
58] Εκκυβεύω: παίζω στα ζάρια, διακινδυνεύω, δοκιμάζω την
τύχη μου.
59] Λοιδορία: Βρισιά, χλευασμός.
60] Ροσόλι: λικέρ αρωματισμένο με απόσταγμα τριαντάφυλλου.
61] Σχοινοτενής: Μακροσκελής, που διαρκεί περισσότερο από
όσο πρέπει.
62] Άθυρμα: Παιχνίδι.
63] Παλλάδιο: οποιοδήποτε προσταατευτικό μέσο.
64] Μουστερής: Πελάτης, αγοραστής.
65] Μυκτηρίζω: Εμπαίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω.
66] Νύττω – νύσσω: Τσιμπώ, κεντρίζω.
67] Μυάγρα: Ποντικοπαγίδα.
68] Νάμα: Τρεχούμενο νερό, βρύση, κρουνός.
69] Ακινάκης: Είδος μικρού σπαθιού.
70] Λιγύς – λιγυρός: μελωδικός, εύηχος.
71] Πύραυνον: δοχείο στο οποίο φυλάν αναμμένα κάρβουνα,
αγγείο στο οποίο μεταφέρεται ή ανάβεται μικρή φωτιά.
72] Ερείδομαι: Στηρίζομαι.
73] Οιδαλέος: Εξογκωμένος, πρισμένος.
74] Κύφων: Ζυγός, εργαλείο βασανιστηρίου εγκληματιών.
75] Η επεξήγηση εντός του κειμένου σημειούται με #.
76] Σκολιά: στραβά.
77] Μειράκιον: Νεανίας.
78] Διατόρως: Διαπεραστικώς.
79] η βελάδα: Επίσημο ανδρικό ένδυμα, παρόμοιο με το φράκο.