32) Les chiens errants du Constantinople, Êtude des Mœurs.

33] ο θώς: το τσακάλι.

34] η κίδαρης: Τουρμπάνι.

35] Ακηδής: Αμέριμνος, ξέγνοιαστος, αδιάφορος.

36] Χειρίδα: Μανίκι.

37] Χειροήθης-εος: Ήμερος, εξημερωμένος.

38] Που μυρίζουν (οδμάω: μυρίζω – παθ.)

39] Πλακουντοποιός: Φούρναρης.

40] Δαψιλώς: Με αφθονία

41] Ψωμίζω: Ταίζω στο στόμα, κακομαθαίνω.

42] Ακρασία: ακολασία.

43] Αγνεία: η παρθενία των αγάμων και η ηθική διαβίωση των

εγγάμων.

44) &Κωνσταντινούπολις&, τόμ. Α' σελ. 92.

45] Νήχομαι: Κολυμπώ.

46] ο/η Μήκων: Παπαρούνα.

47] Σελάχι: Δεμάτινη ζώνη στην οποία τοποθετούσαν τα όπλα

τους οι φουστανελοφόροι.

48] Άλκιμος: Εύρωστος, ρωμαλέος, ακμαίος.

49] Βρέμω: βρυχώμαι

50] Τελαμώνας: Δερμάτινο ή υφασμάτινο λουρί.

51] Εναβρύνομαι: Υπερηφανεύομαι, κομπάζω.

52] Αμφιλύκη: Λυκαυγές ή λυκόφως.

53] Γλεύκος: Κρασί νέας εσοδείας.

54] Κόλαφος: Χαστούκι.

55] Νεκροσκόπος: Γιατός ή αρμόδιος υπάλληλος ο οποίος κάνει

νεκροψία.

56] Δράκα: Ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στην

χούφτα του.

57] Βάρης ή βάρις ιος/ιδος : μικρή αιγυπτιακή βάρκα.

58] Εκκυβεύω: παίζω στα ζάρια, διακινδυνεύω, δοκιμάζω την

τύχη μου.

59] Λοιδορία: Βρισιά, χλευασμός.

60] Ροσόλι: λικέρ αρωματισμένο με απόσταγμα τριαντάφυλλου.

61] Σχοινοτενής: Μακροσκελής, που διαρκεί περισσότερο από

όσο πρέπει.

62] Άθυρμα: Παιχνίδι.

63] Παλλάδιο: οποιοδήποτε προσταατευτικό μέσο.

64] Μουστερής: Πελάτης, αγοραστής.

65] Μυκτηρίζω: Εμπαίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω.

66] Νύττω – νύσσω: Τσιμπώ, κεντρίζω.

67] Μυάγρα: Ποντικοπαγίδα.

68] Νάμα: Τρεχούμενο νερό, βρύση, κρουνός.

69] Ακινάκης: Είδος μικρού σπαθιού.

70] Λιγύς – λιγυρός: μελωδικός, εύηχος.

71] Πύραυνον: δοχείο στο οποίο φυλάν αναμμένα κάρβουνα,

αγγείο στο οποίο μεταφέρεται ή ανάβεται μικρή φωτιά.

72] Ερείδομαι: Στηρίζομαι.

73] Οιδαλέος: Εξογκωμένος, πρισμένος.

74] Κύφων: Ζυγός, εργαλείο βασανιστηρίου εγκληματιών.

75] Η επεξήγηση εντός του κειμένου σημειούται με #.

76] Σκολιά: στραβά.

77] Μειράκιον: Νεανίας.

78] Διατόρως: Διαπεραστικώς.

79] η βελάδα: Επίσημο ανδρικό ένδυμα, παρόμοιο με το φράκο.

Αττικαί ημέραι · 第 9 / 9 题