ΦΕΓΙΕ ΟΚ. Ιστορία ενός πτωχού νέου
(μυθιστόρημα) 5. —
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
(ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ)
Δρ.
ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ Μ. Ελληνικότης των Νομών Προύσσης και
Σμύρνης 4. —
ΨΑΛΤΟΥ Σ. Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή Ελληνικού
στοιχείου τόμ. Α 5. —
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α. Ο υπόδουλος Ελληνισμός της Ασιατικής
Ελλάδος εθνικώς και γλωσσικώς εξεταζόμενος 4.
ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΣΤ. Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι 5. —
ΑΜΑΝΤΟΥ Κ. Ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας κατά τον
Μεσαίωνα 4. —
ΔΕΝΔΙΑ Μ. Αι Ελληνικαί Παροικίαι ανά τον κόσμον . . 5. —
1] Αποθέτης:Καλάθι των αχρήστων.
2] Μίλτος: α. Κόκκινος μόλυβδος, μίνιο β. Η κόκκινη
ασθένεια του καλαμποκιού γ. παρασιτικός μικρομύκητας φυτών.
3] το βρώμα: τροφή
4] Τυλώδης: με κάλους.
5] Εμβάδιον: Παπούτσι ή σανδάλι.
6] Ιππωνία: η αγορά των αλόγων
7] Άτρυτος-ου: ασταμάτητος, άφθορος.
8] Κατά το ενόν: όσο είναι δυνατό.
9]Επιζωοτία: Λοιμώδης ή παρασιτική ασθένεια που προσβάλλει
συγχρόνως μεγάλο αριθμό κατοικιδίων ζώων και ορίζεται ως
τέτοια από τον νόμο (π. χ. λύσσα, αφθώδεις πυρετός, κτλ).
10] Ιγδίον: Μικρό γουδί.
11] Πνευστιώ: Ασθμαίνω, λαχανιάζω, κοντανασαίνω.
12] Μελανείμων: Μαυροντυμένος.
13] Αυτός που επεξεργάζεται δέρματα και κατασκευάζει
δερμάτινα είδη.
14] Διάτορος: Διαπεραστικός, οξύς.
15] Τεζάκι: Πάγκος μαγαζιού για την έκθεση προϊόντων ή την
διευκόλυση εργασιών.
16] Ρικνός: Γεμάτος ρυτίδες, ζαρωμένος.
17] Ερρυπωμένος: Λερωμένος.
18] Κεχηνώς-υία-ός: αυτός που χάσκει, κατάπληκτος.
19] Αγελαίος: Χαμηλού επιπέδου, του σωρού.
20] Πύραυνον: Μαγκάλι ή φουφού.
21] Πυράγρα: Μασιά, τσιμπίδα.
22] Λοπάς-άδος: Ρηχό πιάτο.
23] το αντερί: ένδυμα με μανίκια που φορούν οι ιερείς κάτω
από το ράσο, εσωτερικός χιτώνας, πουκάμισο.
24] καθά: σύμφωνα με όσα.
25] Νήδυμος: Ήρεμος, αδιατάρακτος, (περί ύπνου) γλυκύς
26] Λιγυρός: Μελωδικός, εύηχος.
27] Κασίγνητος: Αδελφή.
28] Φυρμός: Μίγμα, μπέρδεμα.
29) Σ. Βυζαντίου Κωνσταντινούπολις. Τόμ. Α', σελ. 92.
30] Ωρυγή: Μούγκρισμα, ούρλιασμα, μουκάνισμα, γκάρισμα.
31] Ευκραής: Εύκρατος