Ιδού τι είχε συμβή. Ο Μιμίκος αποσπασθείς όπως προσεγγίση

εις το μέρος της εκκυβεύσεως απεπλανήθη εκ της λαιμαργίας

του, παρακολουθήσας πωλητήν μικρών πλακούντων μέχρι της

όχθης της θαλάσσης. Εκεί, ενώ συνήπτε συμφωνίας και εξήγεν

εκ του θυλακίου του τα κέρματα να πληρώση τον πωλητήν,

ισχυρά ριπή ανέμου πνεύσασα αιφνιδίως αφήρπασεν εκ της

χειρός του τα γραμμάτια και τα παρέσυρεν εις την θάλασσαν.

Η οικογένεια Παραδαρμένου οδηγηθείσα υπό του Μιμίκου είδε

τωόντι εις μακράν από της ακτής απόστασιν τα χαρτία πλέοντα

ακόμη ως λευκά νησσάρια, έκαστον δε των μελών της

οικογενείας με δακρυβρέκτους οφθαλμούς εν τη αλλοφροσύνη

του έβλεπεν αυτά αλλάσσοντα διαρκώς είδος και σχήμα και

μεταβαλλόμενα άλλοτε μεν εις πολυτελή κεντήματα, άλλοτε δε

εις ερυθρά και διανθή αλεξήλια, εις φιάλας ροσολίων [60],

εις στίλβοντα σκεύη, εις παν ό,τι τέλος είχε ποθήσει και

ονειρευθή η φαντασία των.

**

*

Η εσπέρα ήτο προκεχωρημένη, ότε η οικογένεια έφθασεν πεζή

προ της κατοικίας της, τα αυτά και χείρονα δεινοπαθήματα

υποστάσα κατά την επάνοδον. Ο σφαιρικός όγκος της κυρίας

Θεοδώρας εφαίνετο κυλιόμενος μετά βοής ως οβούζιον έτοιμον

να εκραγή, ενώ ο Ζαχαρίας έβαινε σιγών και κεκυφώς.

— Λοιπόν τι σας έπεσεν; ηρώτησεν αυτούς μια γειτόνισσα,

αφού τους εκαλησπέρισε.

— Τι μας έπεσε; . . . μας έπεσαν τα νεφρά έως να έλθωμεν,

απήντησε με γρυλλισμόν οργής η κυρία. Εγώ του τα είπα

αυτουνού του μαγκούφη, εξηκολούθησε στρεφομένη και

δεικνύουσα τον ατυχή Ζαχαρίαν, οπού μου ήθελε λαχεία.

Επίτηδες τα κάνει η ψωροκυβέρνησις διά να ληστεύη τον

κόσμον και τον μαζεύει μες στον αέρα να χάνη τα λαχεία του!

. . .

Την θύραν της οικίας ήνοιξεν η υπηρέτρια Βασίλω, κατηφής

και σχεδόν ένδακρυς.

— Τι τρέχει, μωρή; . . . ηρώτησεν η κυρία, είνε έτοιμο το

φαγί; . . .

— Κυρία, απαντά με φωνήν θρηνώδη η Βασίλω, έπεσε μες στον

τέντζερη . . . η λάμπα με το πετρέλαιον.

Το όνομα μόνον του ευφλέκτου υγρού αρκεί όπως επιφέρη την

έκρηξιν.

— Α! . . . αναβοά αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, έπεσε και η

λάμπα . . . ! Όλα πέφτουν λοιπόν σήμερον! . . . Τώρα θα

ιδής τι άλλο θα πέση . . .

Και έδραμε προς μίαν γωνίαν του μαγειρείου, οπλοθήκην αφανή

των σαρώθρων και των κοντοξύλων.

Αν μετά ημίσειαν ώραν ήθελε διέλθει από της οδού εκείνης η

περιπολία των ευζώνων, οι ατρόμητοι ορεινοί θα ετρέποντο

εις φυγήν σταυροκοπούμενοι· τόσον σατανικός ήτο ο θόρυβος

των φωνών, των ιαχών, των ολολυγμών, οι οποίοι εξήρχοντο εκ

της οικίας Παραδαρμένου!

ΦΟΡΟΦΟΒΙΑ

— Ζαχαρία! . . . ε, Ζαχαρία! . . . μωρέ που είσαι: . . .

Ούτως εβόα η αξιότιμος κυρία Θεοδώρα περιερχομένη την

οικίαν προς ανεύρεσιν του συζύγου της, αλλ' ουκ ην φωνή και

ουκ ην ακρόασις.

— Μα τι έγινες, αναθεματισμένε . . . μαγκούφη! εξηκολούθει

βοώσα η σύνευνος του κ. Παραδαρμένου ερυθρά εξ οργής,

εξετάζουσα εις τα δωμάτια, έως ότου εύρε τον κ. Ζαχαρίαν,

δειλόν, συνεσπειρωμένον, ωχριώντα, προ του γραφείου του

καθήμενον και αναγινώσκοντα εφημερίδα.

— Μα γυναίκα! . . . ε, γυναίκα! . . . είπε μόλις την είδε·

τι κάθεσαι και φωνάζεις «Ζαχαρία, Ζαχαρία! . . . »; Θέλεις

λοιπόν να με καταστρέψης;

Η κυρία Θεοδώρα προσέβλεψεν έκπληκτος τον σύζυγόν της και

παρετήρησε μετά προσοχής αυτόν επί στιγμήν διά να πεισθή αν

είχε σώας τας φρένας.

— Καλέ, δεν μου λες, στα σωστά σου είσαι, Ζαχαρία, σήμερα;

του είπεν επί τέλους,

— Πάλιν! ανεβόησεν ο κύριος Παραδαρμένος θρηνωδώς πάλιν!

λοιπόν εβάλθηκες χωρίς άλλο να με αφανίσης

Και η φωνή του ήρχισε να τρέμη.

— Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! είπε σταυροκοπουμένη η

κυρία Θεοδώρα, ή μέθυσε πρωί πρωί ο άνδρας μου ή τούστριψε

η βίδα χωρίς άλλο!

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις την κλίμακα· ήτο

μία των γειτονισσών, ήτις ανήρχετο εις την οικίαν της

οικογενείας Παραδαρμένου και η οποία ακούσασα τους λόγους

της οικοδεσποίνης εσταμάτησεν αμηχανούσα.

— Ορίστε μέσα, ορίστε μέσα, κυρά-Ζαχαρούλα! εφώνησεν η

κυρία Παραδαρμένου ιδούσα αυτήν.

Ο κ. Παραδαρμένος κατελήφθη υπό σπασμών ακούσας το όνομα

τούτο.

— Ζαχαρούλα! εψιθύρισε, προσηλών οφθαλμούς πυριφλεγείς επί

της γειτονίσσης, μα αυτό είνε συνωμοσία! . . .

— Τι του ήλθε, καλέ; είπεν η γειτόνισσα έκθαμβος· δεν

βλέπετε πως είνε αχνός σαν το πανί; . . γρήγορα, φέρτε λίγο

ξείδι . . . λίγο γλυκάδι! . . .

— Και επλησίασε προς τον κ. Ζαχαρίαν, όστις την απώθησε

μετά φρίκης.

— Όχι γλυκάδι! . . . όχι γλυκάδι! . . . είπε με τρόμον,

μη, δι' όνομα Θεού! . . .

Αι δύο γυναίκες παρετήρησαν αλλήλας εν αμηχανία.

— Εγώ μου φαίνεται, κυρά, πως κάτι θα τούλθε, είπεν η

γειτόνισσα· βάλτε τον στο κρεββάτι και δώστε του κανένα

ζεστό . . . Ίσα ίσα κ' εγώ ήλθα να σας ζητήσω λίγο

γλυκάνισο . . .

Ο Ζαχαρίας ηγέρθη βλοσυρός και απειλητικός.

— Μα και του λόγου σου εκόπιασες στο σπίτι μου να με

βασανίσης; είπε προς την κυρά-Ζαχαρούλαν . . . Και σεις,

προσέθηκε στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, και σεις εδώ

μέσα έχετε γλυκάνισον; . . . Να το πετάξετε αμέσως! . . .

Η κοχλάζουσα εις τα ευρέα στέρνα της κυρίας Θεοδώρας οργή

ήρχιζεν ήδη να εκσπά, διότι όντως η υπομονή της είχεν

υποβληθή εις βαρείαν δοκιμασίαν.

— Για να σου πω, βρε χαμάλη, του είπε με οφθαλμούς

σπινθηροβολούντας και προσεγγίζουσα τους αιχμηρούς

δακτύλους της εις τα όμματα του συζύγου, όστις ωπισθοχώρει

επτοημένος, δεν μου λες τι σ' έπιασε και μας κάνεις το

δαιμονισμένο; . . . Έλα στα λογικά σου, κακομοίρη, γιατί

σου βγάζω τα στραβά σου!

— Μα, γυναίκα! . . . απήντησε ψελλίζων ο ατυχής Ζαχαρίας

προσπαθών να μαλάξη διά μειλιχίων λόγων την παρωργισμένην

μέγαιραν, μην είσαι τίγρις, καϊμένη! θα σου 'πω γιατί

φοβούμαι! Δεν το έμαθες και συ πως η κυβέρνησις . . . το

ισοζύγιον . . .

Αλλ' η οργή της κυρίας Παραδαρμένου άπαξ εξαφθείσα δεν

κατηυνάζετο ευκόλως. Την ημέραν εκείνην ιδίως κατά

σύμπτωσιν πολλά περιστατικά είχον συντείνει να εξάψουν την

ευερέθιστον αυτής φύσιν. Ο αδιόρθωτος Μιμίκος είχεν

επιτηδείως υπεξαιρέσει την πρωίαν, πριν απέλθη εις το

σχολείον, δυο κεφτέδες, τους οποίους η κυρία Θεοδώρα είχεν

αφ' εσπέρας θέσει κατά μέρος εκ του δείπνου διά το πρόγευμά

της. Η Βασίλω η υπηρέτρια είχε χύσει εξ απροσεξίας εντός

του μαγειρείου το βούτυρον, το οποίον είχε φέρει ο

μπακάλης. Η ρομαντική Ουρανία επιμόνως εζήτησε παρ' αυτής

την πρωίαν μιάμιση δραχμή λόγω μεν όπως αγοράση μαλλιά διά

πλέξιμον, πράγματι δε όπως αποκτήση την Ανθοδέσμην, ήτοι

συλλογήν ερωτικών ασμάτων· και αυτός δε ο πιστός φύλαξ της

οικίας, ο κύων Μαύρος, κλεισθείς κατά λάθος εντός του οίκου

την νύκτα, είχε το θράσος, «ο αφιλοτίμος», ως τον

απεκάλεσεν η κυρία Θεοδώρα, να εκπληρώση όλας τας φυσικάς

του ανάγκας εντός της σάλας, την οποίαν ακριβώς προ δύο

ημερών είχε σφουγγαρίσει επιμελώς η κυρία Θεοδώρα. Είχε

λοιπόν ήδη λυγίσει διά των ραβδισμών την σπονδυλικήν στήλην

του Μαύρου· είχε καταφέρει τρεις κολάφους ισχυρούς επί του

ρυπαρού αυχένος της Βασίλως· είχεν απειλήσει να «καρυδώση»

την Ουρανίαν, την οποίαν απεκάλεσε ταβανόσκουπαν, και

προητοίμαζε γενναίαν δόσιν ραπισμάτων διά τον λαίμαργον

υιόν. Αλλά δεν ήρκουν πάντα ταύτα προς εξιλασμόν της οργής

της, επεζήτει έριν διά να ξεθυμάνη κατά του συζύγου της και

την αφορμήν της έριδος παρέσχε προς αυτήν εν πάση αθωότητι

ο πτωχός Ζαχαρίας.

— Τι μεσοζύγιο και διαζύγιο! . . . κάθεσαι και μου

κοπανάς, μωρέ ψωριάρη; . . . Τι σου πέρασε από το νου, να

μας κάμης ρεζίλι πρωί πρωί στη γειτονιά με τες σαχλαμέρες

σου; ε; . . .

Και η φωνή της κυρίας Θεοδώρας είχεν ήδη φθάσει εις τους

διατόρους εκείνους τόνους των εκτάκτων περιστάσεων, οι

οποίοι διέσπειρον τον φόβον εις δέκα λεύγων απόστασιν, ως

οι βρυχηθμοί του βασιλέως της ερήμου.

Η Ουρανία ακούσασα τας φωνάς προσέδραμε καταλιπούσα το

φύλλον της εφημερίδος, της οποίας ανεγίνωσκε την

επιφυλλίδα.

— Γλυκύτατε μου πάτερ! είπε διατηρούσα ακόμη την

φρασεολογίαν του μυθιστορήματος το οποίον ανεγίνωσκεν,

ιδούσα την ταραχήν του γεννήτορος . . .

— Ω Θεέ μου! . . . και συ ακόμη! . . . γλυκύτατος . . .

εγώ γλυκύτατος . . . φύγε! . . . είπεν ο ατυχής πατήρ

απομακρύνων αυτήν ζητούσαν να τον περιπτυχθή.

Οι οφθαλμοί της ευαισθήτου κόρης επλήσθησαν δακρύων. Την

έξαλλον οργήν της κυρίας Θεοδώρας ήρχισεν ήδη να διαδέχεται

ο φόβος.

— Βασίλω! εφώναξε . . . πού είνε πάλι αυτή η βρώμα! μη

στέκεται κάτω και ζαχαρώνει με τον αγαπητικόν της;

— Ως και αυτή ζαχαρώνει . . . . ω, μα είνε ανυπόφορον! . .

. εψιθύρισεν ο κ, Ζαχαρίας με φωνήν ομοιάζουσαν προς

επιθανάτιον ρόγχον.

Αλλά το άκρον άωτον της ταραχής παρήγαγεν η εμφάνισις του

Μιμίκου, όστις εξελθών εκ του σχολείου εισεπήδησε θορυβών

εις την οικίαν, ροκανίζων γλύκυσμα, το οποίον είχεν

υπεξαιρέσει εκ της &σάκκας& συμμαθητού του και κραυγάζων

δήθεν προς δικαιολογίαν ίν' αποφύγη τας επιπλήξεις:

— Μπαμπά, μπαμπά! . . . μούδωσαν ένα γλυκό!

Ο κ, Ζαχαρίας κατέπεσεν ύπτιος επί ενός ανακλίντρου.

— Ένα γιατρό! εφώναξεν η κυρία Θεοδώρα ταραχθείσα, ένα

γιατρό γρήγορα.

— Είδα να έλθη εδώ αντικρύ ο γιατρός, ο κ. Ζαχαρίδης!

είπεν η Βασίλω.

Και έσπευσε να τον καλέση, ενώ ο ταλαίπωρος κ. Ζαχαρίας δι'

ενός σπασμού έδειξεν ότι ήκουσε και ησθάνθη ως τελευταίαν

πληγήν μαχαίρας το όνομα του ιατρού.

— Τι επάθατε; ηρώτησεν ο ιατρός, αφού διά προχείρου

θεραπείας εβοήθησε τον κ. Ζαχαρίαν να συνέλθη.

— Τι έπαθα; απήντησε με φωνήν ασθενή ο κ. Παραδαρμένος. Μα

δεν γνωρίζετε, ιατρέ, τον προϋπολογισμόν της Κυβερνήσεως

και τον φοβερόν φόρον επί της ζακχάρεως; Φαντάσου την θέσιν

ενός πτωχού οικογενειάρχου! Να με λέγουν Ζαχαρίαν και να με

φωνάζη η σύζυγός μου δυνατά διά να τα ακούσουν οι

εισπράκτορες! Και ενώ συλλογίζομαι τίνι τρόπω ν' αλλάξω το

όνομά μου και να απομακρύνω εκ της οικίας μου παν είδος

γλυκού, να έρχεται η Ζαχαρούλα να ζητή γλυκάδι, να θέλη

γλυκάνισον, να με καλούν γλυκύτατον, να φέρη το τέκνον μου

γλυκύσματα, να ζαχαρώνη η υπηρέτριά μου! . . .

Ο ιατρός κατελήφθη υπό ασβέστου γέλωτος και απερχόμενος

είπε προς τον πολυπαθή οικοδεσπότην σοβαρώς:

— Έχετε όμως ανάγκην από προφύλαξιν, διότι αλλέως τρέχετε

τον κίνδυνον να πάθετε από σακχαρώδη διαβήτην!

— Μπαμπά, τι θα πη σακχαρώδης διαβήτης; ηρώτησεν ο Μιμίκος

τον πατέρα του, αφού απήλθεν ο ιατρός.

— Σακχαρώδης διαβήτης, απήντησε με ύφος επίσημον ο κ.

Ζαχαρίας, είνε το μέτρον εκείνο με το οποίον μετρούμεν την

ζάκχαριν, και το οποίον θα σου βγάλω τα αυτιά, εάν τολμήσης

εις το εξής να την κλέψης από το βάζο!

Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΥ

— Βρε μαγκούφη! τεμπελχανά! . . . είνε 'μέρα μεσημέρι και

ακόμη δεν εσηκώθηκες;

Την αβρόφρονα ταύτην αποστροφήν επέτεινεν η κυρία Θεοδώρα

Παραδαρμένου προς τον πλησίον της κοιμώμενον αξιοτίμον

σύνευνόν της.

Ο κ. Ζαχαρίας ήνοιξε τους οφθαλμούς. Το αληθές είνε ότι η

διαβεβαίωσις της συζύγου του ότι ήτο δήθεν «'μέρα μεσημέρι»

ήτο οπωσούν υπερβολική. Διά των ραγάδων των παραθύρων

έβλεπε βασιλεύον ακόμη πυκνόν επί της γης το νυκτερινόν

σκότος και εν τω μέσω της βαθυτάτης σιγής άλλο τι δεν

ηκούετο ειμή η οξεία λαλιά των περιπλανωμένων σαλεπτζήδων.

Οπωσδήποτε όμως, αφού αφυπνίσθη, εδέησε να εγερθή, άλλως τε

η ανατέλλουσα ημέρα ήτο πολυάσχολος. Ήτο η τελευταία του

έτους. Έν έτος εβυθίζετο εις την αιωνιότητα, έν έτος το

οποίον έφερεν εις την μυστηριώδη αυτού ανακεφαλαίωσιν

αορίστως μεν πολλάς περιπετείας και βασάνους εγγεγραμμένος

εις την μερίδα του κ. Ζαχαρία, ωρισμένως δε: τέσσαρας

αγωγάς ενώπιον του ειρηνοδικείου, υπό του ψωμά, του

παντοπώλου και άλλων ανηλεών δανειστών, δύο αποτυχόντα

συνοικέσια διά την δεσποινίδα Ουρανίαν, μίαν δραχμήν διά

τον Μαύρον, τον κύνα της οικογενείας, συλληφθέντα υπό του

κυνοκτόνου και εξαγορασθέντα διά λύτρων, πέντε δεκανείς του

πυροβολικού λαβόντας σχέσεις μετά της Βασίλως, εκατόν

πεντήκοντα συγκρούσεις προς τους γείτονας εξ αιτίας του

Μιμίκου και τριακοσίας εξήκοντα έξ μάχας εκ του συστάδην

μετά της αξιεράστου Θεοδώρας, καθότι συνέπεσε το έτος να

είνε δίσεκτον.

Ο κ. Ζαχαρίας ήτο απερροφημένος εκ της επισημότητος της

ημέρας και εκ των παμπληθών υποχρεώσεων, τας οποίας

συνεπήγετο διά τούτο, ότε ο Μιμίκος αναγινώσκων έν των

εμμέτρων συγχαρητηρίων των σκουπιδιαραίων τον ηρώτησε τι

εσήμαινεν η λέξις αιωνιότης, ο γεννήτωρ, αντί να διατυπώση

τινά των συνήθων σχοινοτενών [61] όσον και μεταφυσικών

ορισμών, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η αιωνιότης ήτο εκείνο το

πράγμα, το οποίον δεν συνεβιβάζετο με την διάρκειαν των

υποδημάτων του Μιμίκου και το οποίον, αν ήθελεν εξακολουθεί

να τρίβη τες μύτες των παπουτσιών του, ήθελε του σπάσει την

ιδικήν του μύτην.

Η πρωία κατηναλώθη ολόκληρος εις αγοράς παντοίων τροφίμων,

μία δε των σπουδαιοτάτων μεριμνών της ημέρας ήτο και η

βασιλόπιττα. Έπρεπε να ίδη τις μετά ποίας υπερηφανείας η

κυρία Θεοδώρα απέπεμψε τους υπηρέτας όλων των παντοπωλών

και χαλβατζήδων της συνοικίας, έως να εκλέξη την καλυτέραν

ποιότητα του βουτύρου, μετά ποίας καρτερίας απέκρουε τας

επανειλημμένας εφόδους του Μιμίκου κατά του μέλιτος, μετά

ποίας θηριωδίας επέπληττε την Βασίλων διότι δεν εζύμωνε

καλά. Έπρεπε να ίδη τις κατόπιν μετά ποίας επισημότητος

εκομίσθη εις τον φούρνον η πίττα της οικογενείας. Εις το

μέσον εβάδιζεν η Βασίλω κρατούσα υψηλά το ταψίον ως ιερόν

κειμήλιον. Εκατέρωθεν αυτής έβαινον αγερώχως ως άγγελοι

φύλακες ο Ζαχαρίας μετά του γόνου αυτού, είπετο δε ο

Μαύρος. Από του παραθύρου η κυρία Θεοδώρα μετά της

δεσποινίδος Ουρανίας έβλεπον το θέαμα και η κυρία

Παραδαρμένου μεγαλοφώνως συνίστα προς τον σύζυγόν της:

— Πρόσεχε καλά, αυτήν την ξεμυαλισμένη να μη της πέση!

Η πομπή αύτη εφείλκυσε την προσοχήν της συνοικίας και

πολλοί γείτονες εξήλθον εις τα παράθυρα διά να την ίδουν,

ευχόμενοι «και του χρόνου», «και εις έτη πολλά» εις τον κ.

Ζαχαρίαν, όστις απήντα μειδιών διά παρομοίων ευχών.

Ήδη απέκλινεν η ημέρα προς την δύσιν, ότε ο κ. Ζαχαρίας

μετά της κυρίας Θεοδώρας, της δεσποινίδος Ουρανίας και του

Μιμίκου — τον οποίον απηλευθέρωσεν από τας χείρας του

γείτονός των γηραιού ανθυπασπιστού, αγανακτήσαντος διότι ο

Μιμίκος πετροβολών την γάτταν είχε σπάσει μίαν γλάστραν

ιδικήν του — εξεκίνησε διά την πανήγυριν της παραμονής της

πρωτοχρονιάς. Εκ των κεντρικών οδών ηκούετο προερχόμενος

υπόκωφος, συνεχής, αδιάλειπτος ο ποικίλος θόρυβος των

Κρονίων, άτινα ευρίσκοντο εις το κατακόρυφον του

παροξυσμού, ότε το μελιτζανί φόρεμα της κυρίας Παραδαρμένου

και το κίτρινον πανταλόνιον του αξιοτίμου συμβίου της

ήστραψαν ως μετέωρα εις την οδόν Ερμού. Ο απεψιλωμένος

υψηλός πίλος του κ. Ζαχαρία δεν εβράδυνε να γίνη ο σκοπός,

κατά του οποίου δαψιλώς ερρίπτοντο τα πυροκρόταλα προς

μέγιστον τρόμον της ευαισθήτου δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ

αφ' ετέρου ο Μιμίκος κρατών εκ του κρασπέδου του επενδύτου

τον γεννήτορα καθίστατο αληθής βάσανος διά των ερωτήσεων

και των αποριών του. Ο μικρός εσταμάτα ανά παν βήμα

περιεργαζόμενος τα εκτεθειμένα εμπορεύματα και αποτείνων

προς τον πατέρα του παντοίας ερωτήσεις, εις τας οποίας

ανεμιγνύοντο αι προσφάτως εκ των παραδόσεων του σχολείου

του αντληθείσαι συγκεχυμέναι ιστορικαί και μυθολογικαί

γνώσεις:

— Μπαμπά, αυτό το μεγάλον ξύλινον άλογον είνε ο Δούρειος

ίππος;

— Ναι.

— Μπαμπά, τι ήτο ο Δούρειος ίππος;

— Ο Δούρειος ίππος ήτο η καμήλα, την οποίαν κατεσκεύασεν ο

Αλκιβιάδης εις την πολιορκίαν της Ερετρίας.

— Της υπηρετρίας; . . . Μπαμπά, της υπηρετρίας οπού έχει ο

κυρ-Λεωνίδας ο δικηγόρος;

— Σου είπα της Ερετρίας, η οποία είνε πόλις της Σαμοθράκης

και η οποία . . . να μη ξανασκουπισθής με τα μανίκια σου

αλλά με το μανδήλι, διότι θα σου ξεκολλήσω ταυτιά.

Αίφνης κύμα βίαιον του πλήθους ανέκοψε την πορείαν των.

Η συμπαγής μάζα των κατερχομένων εκ της πλατείας του

Συντάγματος συνεκρούσθη με την ετέραν συμπαγή μάζαν των

ανερχομένων εκεί παρά την Καπνικαρέαν και εν τη

σχηματισθείση δίνη διεσπάσθη η ενότης της οικογενείας

Παραδαρμένου. Αφού περιεστράφησαν επί ικανήν ώραν, τα

μεγάλα μέλη της οικογενείας ανεύρον άλληλα, αλλ' ο Μιμίκος

είχε γίνει άφαντος.

Φωνή σπαρακτική εξήλθεν εκ του μητρικού στήθους της κυρίας

Θεοδώρας, βρυχηθμός λεαίνης αναζητούσης τον απολεσθέντα

σκύμνον της.

— Το παιδί μου! ανεβόησε, το παιδί μου.

Η Ουρανία επεχείρησεν απόπειραν λιποθυμίας και κλονισθείσα

ευρέθη εις τας αγκάλας νεαρού ανθυπολοχαγού του

πυροβολικού, τυχόντος εκ συμπτώσεως πλησίον της. Ο κ.

Ζαχαρίας πελιδνός περιεπλανήθη εντός του κυκεώνος εκείνου

του πλήθους όπως ανεύρη τον απολεσθέντα μικρόν,

περιερχόμενος από τα καταστήματα των αθυρματοπωλών [62] εις

τα τραπέζια των πωλητών των γλυκυσμάτων, ερευνών και

εξετάζων· αλλ' εις μάτην, το τέκνον της δεν ανευρέθη.

Αι κραυγαί της κυρίας Θεοδώρας επετάθησαν, ευθύς ως είδε

τον σύζυγον επανερχόμενον άπρακτον.

— Το παιδί μου! εβόα ολοφυρομένη, το παιδί μου . . . θα

μου το 'πήραν οι Εβραίοι!

Αι φωναί της κυρίας Παραδαρμένου και η παράδοξος αυτή

εικασία ότι οι Εβραίοι εύρον την ευκαιρίαν ν' αρπάσουν το

τέκνον της την παραμονήν της πρώτης του έτους εις το

κεντρικώτατον μέρος της πόλεως και επί παρουσία μυριάδων

λαού εκίνησαν την περιέργειαν πολλών και ήρχισεν ήδη να

σχηματίζεται συνάθροισις περί την απορφανισθείσαν

οικογένειαν. Ο ατυχής πατήρ παραλαβών την απαρηγόρητον

σύζυγον και την θυγατέρα του, ήτις ανεπόλει μετά τρόμου

κατ' εκείνην την στιγμήν διάφορα τραγικά επεισόδια αρπαγής

παιδίων, τα οποία είχεν αναγνώσει εις τας επιφυλλίδας των

εφημερίδων, επορεύθη εις την κατοικίαν του με την αμυδράν

ελπίδα ότι ίσως είχεν επιστρέψει εκεί ο υιός του μετά την

εξαφάνισίν του. Καθ' οδόν αντήχουν γοεροί οι λυγμοί της

κυρίας Θεοδώρας, ήτις εν τω μέσω του πένθους της εύρισκε

καιρόν ν' αποτείνη πικράς παρατηρήσεις προς τον σύζυγόν

της:

— Εσύ, μωρέ κακομοίρη, τα φταις! . . . Πού τα είχες τα

στραβά σου και άφησες να χαθή το παιδί;

Η αγωνία ευτυχώς δεν διήρκεσε πολύ. Ο κ. Ζαχαρίας

προπορευθείς, αφού κατέφερεν ισχυρόν λάκτισμα κατά του

Μαύρου, όστις προσήλθε σείων την ουράν διά να υποδεχθή

αυτόν, είδε τον Μιμίκον εις την είσοδον της οικίας. Ο πατήρ

εξέφερε στεναγμόν ανακουφίσεως, φιλοδωρών άμα και δι' ενός

κολάφου τον ανευρεθέντα υιόν· δύο δάκρυα ανέβλυσαν από τους

ικτερικούς οφθαλμούς της δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ η μήτηρ

δραμούσα ανήγειρε και ησπάζετο μετά φιλοστόργου περιπαθείας

το τέκνον της, ερωτώσα:

— Σου εκάμανε τίποτε; . . . σου εκάμανε τίποτε; . . .

Και ήτο τόση η συγκίνησις και η ταραχή της, ώστε δεν

εννόησεν, ότε τον ανήγειρεν, ότι το βάρος του Μιμίκου ήτο

εκτάκτως ανώτερον του συνήθους και ότι η γαστήρ του είχε

λάβει επιφόβους διαστάσεις.

Εν τοσούτω οι από της πρωίας κόποι, οι δρόμοι, αι

αλλεπάλληλοι συγκινήσεις είχον κινήσει την όρεξιν της

οικογενείας. Άλλως τε ο αξιότιμος κ. Ζαχαρίας έπρεπε να

δειπνήση ενωρίς, διότι ήτο προσκεκλημένος εις την οικίαν

παλαιού του φίλου, αρχαίου συμβολαιογράφου, και είχε

φροντίσει μάλιστα να εφοδιασθή από πρωίας δι' ενός φυσεκίου

γαζετών, επειδή έμελλον να παίξουν και χαρτιά «διά το καλόν

του χρόνου». Διό η Βασίλω διετάχθη να στρώση το τραπέζι και

να φέρη την πίτταν.

Είχεν ήδη συναχθή περί την τράπεζαν η οικογένεια και

ανέμενεν, ότε η Βασίλω επανήλθεν έντρομος, τραυλίζουσα,

ωχρά υπό την καλύπτουσαν το πρόσωπόν της ακαθαρσίαν.

— Η πίττα, είπε, δεν ηξεύρω τι έγινε . . . δεν υπάρχει

πλέον! . . .

Ο Ξέρξης βλέπων την καταστροφήν του στόλου του, ο Αύγουστος

μανθάνων την σφαγήν των λεγεώνων του Ουάρρου δεν ησθάνθησαν

έκπληξιν και οργήν μεγαλυτέραν αφ' όσην ησθάνθη η κυρία

Παραδαρμένου διά το αιφνίδιον άκουσμα.

— Τι λες, μωρή δαιμονισμένη; ανέκραξε και ώρμησεν εις το

μαγειρείον, παρακολουθουμένη υπό των λοιπών.

Η πίττα είχε τω όντι εξαφανισθή. Το ταψίον κομισθέν υπό του

υπηρέτου του φούρναρη κατά την απουσίαν της οικογενείας

ευρίσκετο επί της τραπέζης, αλλ' εντός αυτού μόλις

διεσώζοντο ολίγα ελεεινά ψιχία, μόλις απέμενον ολίγα

ελεεινά ίχνη εκ της ροδοκοκκίνης και καλοψημένης κρούστας.

— Εσύ την έφαγες! ανεβόησεν η οικοδέσποινα και επέπεσε

κατά της Βασίλως με διαθέσεις καννιβαλικάς.

Και αι τρίχες της κόμης της υπηρετρίας απεσπώντο μανιωδώς

και κατέπιπτον βροχηδόν ως κάρφη ανατινασσόμενα εις το

αλώνιον υπό του δικράνου, και αι οξείαι και αλγειναί

κραυγαί της προυκάλουν την συρροήν περιέργων εκ του

παρακειμένου παντοπωλείου.

— Εσύ την έφαγες μαζί με τον αγαπητικό σου, με εκείνον τον

βρωμιάρη! . . . εβόα αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, ενώ οι

στιβαροί γρόνθοι της κατέπιπτον επί της ράχεως του θύματός

της.

— Εγώ την έφαγα ή ο γυιόκας σου; απήντα η Βασίλω, ήτις

βαρυνθείσα επί τέλους ήρχισε ν' ανταποδίδη τα ίσα προς την

κυρίαν της. ·

Ο γυιόκας σου! . . η λέξις αύτη εφώτισε διά μιας την

κατάστασιν και πρώτος ο κύριος Ζαχαρίας εννόησε τα

διατρέχοντα. Κατ' αρχάς και αυτός είχεν υποπτεύσει την

Βασίλων ως ένοχον του στυγερού εγκλήματος, αλλ' η στάσις

και αι διαμαρτυρίαι αυτής εκλόνισαν την πεποίθησίν του, αι

υποψίαι του τότε μετέπεσον επί του Μαύρου και οι πόδες του

προ των ομμάτων ανεζήτησαν το κακούργον τετράποδον. Αλλ' ο

ατυχής Μαύρος ευρίσκετο εις μίαν γωνίαν, αμεριμνών δι' όλην

εκείνην την τιτανομαχίαν, διότι ήτο, φαίνεται, συνηθισμένος

εις τας τοιαύτας σκηνάς και εμάσσα έν ξεροκόμματον με τόσην

όρεξιν, ώστε ο δικαιοκρίτης κ. Ζαχαρίας, ο ακέραιος

λειτουργός της Θέμιδος, δεν ηδύνατο να παραδεχθή ότι ο

σκύλος του ήτο τόσον πανούργος, ώστε να υποκρίνεται τον

πεινασμένον, ενώ προ ολίγης ώρας είχεν ευφρανθή διά

πλουσίας και εκλεκτής ευωχίας. Ο γυιόκας του! . . . αυτός

θα ήτο βέβαια ο δράστης τοσούτω μάλλον, όσον από της

ενάρξεως της σκηνής είχε γίνει άφαντος.

Και ήτο αυτός πράγματι ο ένοχος. Αποχωρισθείς κατά τύχην

των γονέων του εν τη οδώ Ερμού και μη ανευρών αυτούς μετά

τινας ερεύνας ο μικρός κατεργάρης επανήλθε μόνος του εις

τον οίκον, ιδών δε κατ' εκείνην την ώραν κομισθείσαν πίτταν

κατελήφθη υπό του πειρασμού. Η Βασίλω αγνοούσα την

επιστροφήν του ευρίσκετο κατ' εκείνην την ώραν εις τρυφεράν

συνέντευξιν μετά του συμπατριώτου της στρατιώτου και η

ευκαιρία τον ενεθάρρυνεν. Έκοψε κατ' αρχάς έν μικρόν

τεμάχιον και επειδή η όρεξίς του κατά το λόγιον τόσον

μάλλον ηύξανεν όσον μάλλον έτρωγε, την έφαγεν όλην, μεθ' ό

ανέμενε θαρραλέως τα γενησόμενα:

— Γυναίκα, γυναίκα! . . . είπεν ο κ. Ζαχαρίας παρεμβαίνων,

έλα τώρα άφησέ την.

Και μετά κόπου βοηθούμενος και υπό της Ουρανίας κατώρθωσε

ν' αποχωρίση τας δύο συμπλακείσας, αι οποίαι διά των

περιστροφών του εαυτών σώματος είχον αποτελέσει σύμπλεγμα

πλαστικόν αξιοθέατον, ανάλογον προς το του Λαοκόοντος.

Εννοείται ότι τον Δράκοντα δεν αντεπροσώπευεν εν αυτώ η

Βασίλω.

Ο ένοχος ανευρέθη και συνελήφθη, μετά σύντομον δε

διαδικασίαν κατά την οποίαν το ους αυτού ήλθεν εις συχνήν

επαφήν μετά της πατρικής χειρός, η ενοχή του εξηκριβώθη.

Ήδη ο κ. Ζαχαρίας ητοιμάζετο να αποτείνη διά της παλάμης

ευγλώττους παραινέσεις επί του αυχένος του γόνου του· ήδη η

κυρία Θεοδώρα εξέτεινεν επιτακτικώς την χείρα λέγουσα προς

τον σύζυγον να της κάμη την χάριν να μη πειράξη το παιδί

«διότι έκαμε και αυτό μίαν αταξίαν ωσάν παιδί», αλλέως θα

είχε να κάμη μαζί της· ήδη η Ουρανία προβλέπουσα νέαν

οικογενειακήν ρήξιν εβίαζε τους δακρυχόους αδένας των

οφθαλμών της να χύσουν δάκρυα ικεσίας, ότε διά μιας ο κ.

Ζαχαρίας έστη ως ηθοποιός καταλαμβανόμενος εν τω μέσω της

πράξεώς του υπό αιφνιδίου λογισμού και αφήκε φωνήν

σπαρακτικήν.

— Και το φλωρί; είπεν.

Ε, βέβαια, και το φλωρί; . . . τι είχε γίνει το φλωρί;

Εκείνο, καλέ, το κωνσταντινάτον, το οποίον του είχε χαρίσει

ο φίλος του ο έφορος εις το Μελιγαλά και το οποίον τακτικά

από του πρώτου έτους του γάμου του εχρησίμευε διά την

πίτταν της Πρωτοχρονιάς, εξαγοραζόμενον τακτικώς κατ' έτος

διά τριάκοντα λεπτών, τα οποία γενναιοδώρως έδιδεν ο

Ζαχαρίας προς τον ευτυχή κάτοχον του τμήματος της πίττας,

εν ώ περιείχετο; Τι είχε γίνει το φλωρί, το ιερόν

κειμήλιον, το παλλάδιον [63] της οικογενείας; Βεβαίως

κατεβροχθίσθη μετά της πίττας και κατά την στιγμήν εκείνην

εξετέλει μυστηριώδη πορείαν εντός των εσωτερικών λαβυρίνθων

του οργανισμού του λαιμάργου υιού του. Οία βεβήλωσις!

Χωρίς να θέλη ο πράος κ. Ζαχαρίας, ο ειρηνικός κ. Ζαχαρίας

ήρπασεν από της εστρωμένης τραπέζης έν μαχαίριον και διά

της άλλης χειρός ανέτρεψε τον υιόν του σπαρακτικώς

οιμώζοντα.

Ήτο εξαισία η στάσις εκείνη του πατρός, στάσις Αβραάμ

ετοίμου να φονεύση τον Ισαάκ του, ενώ η Ουρανία ερρίπτετο

ικετευτικώς παρά τα γόνατά του επικαλουμένη το έλεός του.

Αλλά την χείρα του νέου Αβραάμ δεν ανεχαίτισεν άγγελος εξ

ουρανού· απεναντίας η αποτρέψασα την αιματοχυσίαν ήτο η

κυρία Θεοδώρα. Ο σάρκινος όγκος της κυρίας Παραδαρμένου

ανετινάχθη, όταν είδε τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχεν ο

υιός της, και με την φωνήν εκείνην την επιτακτικήν, εις την

οποίαν προ εικοσαετίας ήτο συνηθισμένος να υπακούη ο

πειθήνιος σύζυγος, εβόησεν:

— Άφησε, βρε ξεκουτιάρη, αυτάς τας ανοησίας να μη τρομάξη

το παιδί . . . Αύριον το ευρίσκεις το φλωρί σου! . . .

Η μάχαιρα κατέπεσεν από τας χείρας του μιαιφόνου πατρός.

Αύριον! . . . η κυρία Θεοδώρα είχε δίκαιον. Κατά τους

αναλλοιώτους φυσικούς νόμους το φλωρίον έμελλε την επομένην

να ίδη πάλιν το φως της ημέρας.

Η ιδέα αύτη κατεπράυνε την μήνιν του κ. Ζαχαρία, όστις,

αφού ησπάσθη τον Μιμίκον, επλήρωσεν οίνου το ποτήριόν του

και υψώσας αυτό εύχαρις είπε προς την σύζυγον και την

θυγατέρα:

— Έλα! . . . και του χρόνου!

(1890)

Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ

— Κυρ Μωυσή! . . . Ε, κυρ Μωυσή! . . . πού είνε; . . . Η

φωνή του γηραιού Σαβαώθ αντήχησε βροντώδης εις τον

Παράδεισον, του οποίου η ηλιοφεγγής και διαυγεστάτη

ατμόσφαιρα εσείσθη εκ του ήχου.

Ο ταξιάρχης Γαβριήλ παρέστη μετά φόβου και σεβασμού ενώπιον

του Υψίστου.

— Αγιώτατε, είπεν ο αρχάγγελος, ο Μωυσής προ ολίγου ήτο

εκεί κάτω μαζί με τον Ηλίαν και με τον Νώε . . .

— Να έλθη εδώ αμέσως!

Ο Γαβριήλ εξεκίνησε και σχεδόν εν ακαρεί έφθασεν εις την

άλλην άκραν του αχανούς Παραδείσου, χάρις εις τα τεράστια

εκείνα βήματα, τα οποία απέδωκεν εις αυτόν η φαντασία του

ποιητού μας Παναγιώτου Σούτσου, περιγράφοντος αυτόν εις τον

&Μεσσίαν& ως διανύοντα δι' ενός μόνου βήματος την απόστασιν

την υπάρχουσαν μεταξύ του Ηλίου και του Αραράτ!

Ο Σαβαώθ ανέμενεν εν τούτοις σύννους και μετρών το

κομβολόγιόν του.

— Βάρυπνος εξύπνησε σήμερα ο Πανάγαθος! είπε πονηρώς έν

μικρόν Χερουβείμ.

— Κάνε τη δουλειά σου εσύ! είπεν επιτιμήσας αυτό αυστηρώς

ο διευθύνων την ουράνιον ορχήστραν αρχάγγελος.

Ότε ο προφήτης με την μεγάλην λευκήν του γενειάδα

ενεφανίσθη ενώπιον του Σαβαώθ, ενόησεν εκ του βλοσυρού

βλέμματος το οποίον έρριψεν επ' αυτού ο Αιώνιος, ότι περί

σοβαρού τινος επρόκειτο.

— Πού μου ήσουν, κυρ Μωυσή, οπού σ' εζητούσα; ηρώτησεν

αυτόν δυσθύμως και σχεδόν αποτόμως.

— Εκεί κάτω, Αγιώτατε, συνωμιλούσαμεν μαζί με . . .

— Συνωμιλούσατε; . . . βέβαια! κουβέντα και ραχάτι! . . .

Και τι σας μέλει την ευγένειά σας! . . . Και τι τον μέλει

τον κυρ Ηλία! . . . πάει ο καιρός οπού του επήγαιναν τροφή

τα κοράκια εις το σπήλαιον! Εδώ εις τον Παράδεισον έχει

καλό χουζούρι! . . .

— Αγιώτατε! . . .

— Σιωπή και άκουε. Δεν πάμε καλά, κυρ Μωυσή· είνε πολύς

καιρός οπού το βλέπω· εχθές είδα και τας μηνιαίας

καταστάσεις της κινήσεως του Παραδείσου . . . Λίγος κόσμος,

πολύς λίγος μπαίνει. Οι στερεότυποι και οι συνηθισμένοι

κανένας επαίτης σακάτης, κανένας γέρος μοναχός, κανένας

δυστυχισμένος μέτοχος χρεοκοπησάσης εταιρείας, κανένας

ταλαίπωρος συνταξιούχος των 15 δραχμών . . .

— Το βλέπω κ' εγώ! είπε περιλύπως ο Μωυσής.

— Ενώ εκεί κάτω, εξηκολούθησεν ο Άναρχος ρίπτων βλέμμα

φθόνου σχεδόν προς το εν τω μέσω των νεφελών διαφαινόμενον

χάος, όπου ήστραπτεν εκ διαλειμμάτων η ερυθρά αντανάκλασις

των φλογών της Κολάσεως, εκεί κάτω φαίνεται ότι κάμνουν

δουλειά χρυσή. Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης· δεν

μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς· πηγαίνουν

μόνοι τους οι μουστερήδες! [64] Άλλοτε ήρχετο κάπου κάπου

να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανένα, τον Ιώβ, τον

Φάουστ . . . τώρα ούτε δεν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά!

— Αυτό ελέγαμε και ημείς με τον Νώε και τον Ηλίαν!

— Ε, και τι ελέγατε; . . .

— Ότι πρέπει να γίνη ρεκλάμα, όπως κάμνει η Εταιρεία του

Σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς διά το Φάληρον, να

διοργανώσουν τίποτε ιπποδρομίας ο άγ. Γεώργιος και ο άγ.

Δημήτριος . . .

— Καλό κι αυτό, είπεν, αφού εσκέφθη ολίγον ο Σαβαώθ, αλλά

δεν αρκεί. Χρειάζονται μέτρα ριζικώτερα !! . . . Δεν μου

λέγεις, Μωυσή, πόσος καιρός είνε που εδημοσιεύσαμεν τον

Δεκάλογον;

— Μα! . . . ξεύρω κ' εγώ; Πού μπορεί κανείς να υπολογίση

τώρα με την νέαν επιστήμην!

— Επάνω κάτω! . . .

— Επάνω κάτω . . . πέντε χιλιάδες χρόνια! . . .

— Πέντε χιλιάδες χρόνια! επανέλαβε σείων την κεφαλήν ο

Σαβαώθ. Εκατάλαβες! πέντε χιλιάδες χρόνια! . . . ένας λόγος

είνε! πολλά πράγματα ημπορούν να γηράσουν μέσα εις αυτό το

διάστημα. Κοντεύω να γηράσω εγώ από τότε . . . και ας με

λέγουν Αιώνιον! προσέθηκε μειδιών και παρατηρών την

κατάλευκον γενειάδα του:

— Λοιπόν τι λέγετε, Αγιώτατε;

— Ο Δεκάλογός μας εγήρασε πολύ, Μωυσή, από τότε . . ·

Πρέπει να επιφέρωμεν μεταρρυθμίσεις εις αυτόν . . .

μεταρρυθμίσεις ριζικάς. Ας κάμωμεν μίαν δοκιμήν εκ του

προχείρου. Λέγε μου, σε παρακαλώ, μίαν μίαν τας εντολάς.

Ο Μωυσής ήρχισε να ξέη το ους.

— Εκατάλαβα! είπεν ο Ύψιστος, στοιχηματίζω πως τας

εξέχασες! . . .

— Μα! . . . ύστερα από πέντε χιλιάδες χρόνια! είπεν ο

Μωυσής μειδιών.

— Και έχουμε την απαίτησιν να τας ενθυμήται ο κόσμος, αφού

δεν τας ενθυμείσαι συ οπού τας έγραψες! Φέρε γρήγορα τας

πλάκας.

Ο Μωυσής απελθών εκόμισε τη βοηθεία δύο αγγέλων τας δύο

βαρυτάτας πλάκας του δεκάλογου, τας οποίας έλαβεν επί του

Σινά.

— Φαντάσου καιρός που επέρασε από τότε, είπεν ο Πανάγαθος·

εγράφαμεν ακόμη εις την &πλάκα&!

Το παρεστώς πλήθος του Χερουβείμ και Σεραφείμ ανεκάγχασε

διά το λογοπαίγνιον του Κυρίου.

Ο Μωυσής ήρχισε ν' αναγινώσκη μίαν προς μίαν τας εντολάς

του θείου νόμου:

— Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου κτλ.

— Αυτό είναι το μόνον άρθρον οπού εξασφαλίζει την

δυναστείαν μου, μολονότι . . . ας είνε· παρακάτω!

— Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα . . .

— Ας είνε και αυτό! . . . Φθάνει να κάμνουν τα ομοιώματα

με τέχνην, διότι έτυχε να ιδώ κάτι Πλάτωνας εμπρός εις την

Ακαδημίαν των Αθηνών! . . . Δεν πειράζει· λέγε παρακάτω.

— Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω . . .

— Τώρα το προκόψαμε! ανέκραξεν ο Άναρχος· το όνομά μου;

Αχ! πόσα ακούει κάθε μέρα το κακόμοιρο! . . . Αλλά πάλι τι

θ' ακούσω αν δεν ήτο και αυτή η απαγόρευσις! . . .

Εξακολούθει.

— Μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν . . .

— Ναίσκε! . . . Αλλά έχομεν τους Διαμαρτυρομένους,

βλέπεις, οπού εμβαίνουν εις τον Παράδεισον μόνον και μόνον

διότι δεν γδύνουν τον πλησίον την ημέραν του Σαββάτου. . .

. δηλαδή της Κυριακής. Εδώ τα μπλέξαμε με το Σάββατον και

την Κυριακήν, σαν να ήμεθα συντάκται ελληνικών νομοσχεδίων.

Αν αποκλείσωμεν και αυτήν την αρετήν, όλοι οι λόρδοι θα

πηγαίνουν εις την Κόλασιν και δεν μας συμφέρει. Παρακάτω.

— Ου φονεύσεις. . . .

— Α, μάλιστα! . . . Αλλά για να ιδούμε τώρα με την

απαγόρευσιν της οπλοφορίας.

— Ου . . .

— Εμπρός!

— Ου . . . ου . . . ! επανέλαβεν ο Μωυσής διστάζων.

— Ούξις και ξερός! είπεν ο Σαβαώθ ανυπομονών, λέγε! . . .

— Αλλά, Αγιώτατε. . . .

— Εκατάλαβα, είπεν ο Σαβαώθ· είνε η εβδόμη εντολή! . . .

Μουρντάρικη δουλειά! . . . Και μολονότι έχομεν εδώ μέσα τον

Προφητάνακτα, ο οποίος τα έψησε με τη γυναίκα του Ουρία . .

. οπωσδήποτε η ηθική! . . . Πάρα πέρα! . . .

— Ου κλέψεις . . .

— Α! στάσου εδώ! . . . είπεν ο Ύψιστος. Εδώ δεν έχει

καμμίαν δικαιολογίαν. Προ καιρού το έβλεπα ότι αυτή η

εντολή ήτο περιττή. Τώρα επαράγινε το πράγμα! Μη πας

μακριά· πιάσε την Ελλάδα· εκεί πέρα κλέφτουν ως και τα

έμβρυα από την κοιλιά της μάννας των. Είνε τώρα κάμποσοι

μήνες μάλιστα οπού δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά σειράν

ατελευτήτων κλοπών. Από εκείνην την ευλογημένην χώραν οπού

είχαμεν άλλοτε τους καλυτέρους μας πελάτας, τώρα δεν

ημπορεί ούτε ένας να εμβή εις τον Παράδεισον. Άνθρωποι οι

οποίοι εγήρασαν εις την αρετήν και την τιμιότητα, άνθρωποι

οι οποίοι ως και εις τον εσπερινόν επήγαιναν, ακούς!

απεδείχθησαν εις το ύστερον κλέπται! Είνε απελπισία!. . . .

αυτή η εντολή πρέπει να καταργηθή.

Ο Μωυσής ηθέλησε ν' αντιτείνη συνηγορών υπέρ της

ακεραιότητος του δεκαλόγου του, ότε αίφνης θόρυβος μέγας

ηκούσθη παρά την είσοδον του Παραδείσου και πριν ή προφθάση

ο Ύψιστος να ερωτήση τι τρέχει ενεφανίσθη ο Πέτρος

ολοπόρφυρος εκ του θυμού.

— Μ' έκλεψαν, Θεέ μου! εβόα θρηνωδώς ο Απόστολος μ'

έκλεψαν! . . . Ολίγας μετοχάς οπού είχα . . . τας

οικονομίας μου! . . .

— Ποίος σ' έκλεψεν; ηρώτησεν ο Σαβαώθ.

— Ένας πρώην υπουργός Έλλην και ένας πρώην ταμίας! . . .

— Ορίστε! είπεν ο Ύψιστος αποτεινόμενος προς τον Μωυσήν,

τα βλέπεις; Ως κ' εδώ μέσα! Αν δεν καταργήσωμεν την

εντολήν, θα διώξωμεν και αυτούς οπού υπάρχουν μέσα!

Και επειδή ο Μωυσής ακόμη εδίσταζεν, ο Ύψιστος ενέτεινε την

δεξιάν και διά του θείου του δακτύλου διέγραψεν από της

πλακός την ογδόην εντολήν.

Και ταυτοχρόνως διέταξε ν' αναγγείλουν το γεγονός εις την

Ιεράν Σύνοδον, διά να το ανακοινώση αύτη εις τους εκδότας

των Κατηχήσεων.

ΤΟ ΣΦΑΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Το θερμόμετρον είχεν ανέλθει πολύ την ημέραν εκείνην εις

την επουράνιον χώραν. Ο Ύψιστος, αφού ηκροάσθη νωχελώς την

μεταμεσημβρινήν συναυλίαν των αγγέλων, εξήλθε προς

περιδιάβασιν, διηυθύνθη εις μέρος τι σκιερόν και ευάερον

και εξαγαγών το εξ ηλέκτρου κομβολόγιόν του ήρχισεν

αναγινώσκων την ιεράν Σύνοψιν.

Ήδη τα βλέφαρα του Παντοδυνάμου ήρχισαν να βαρύνωνται εκ

της αναγνώσεως, ότε εγείρας το βλέμμα είδε κάποιον

πλησιάζοντα. Ο κάποιος ούτος ήτο το πονηρόν πνεύμα, διότι,

με όσα και αν λέγουν οι θεολόγοι, ο Σατανάς από της εποχής

του Ιώβ διατελεί εις σχέσεις οικειοτάτας μετά του

Δημιουργού και έχει ελευθέραν την είσοδον εις τον

Παράδεισον.

— Εσύ είσαι, Παμπόνηρε; είπεν ο Ύψιστος.

— Εγώ, Αγιώτατε.

— Κάτι απ' εδώ; . . τι μαντάτα; θα σ' έσφιξε η ζέστη,

φαίνεται· φαντάζομαι τι καμίνι θα έχετ' εκεί κάτω!

— Δεν με μέλει και πολύ· εσυνήθισα. Έπειτα εγώ δεν μένω

και διαρκώς εκεί· τριγυρίζω.

— Και από πού έρχεσαι τώρα, με το καλό;

— Από την Ελλάδα.

— Μπα! είπεν ο Θεός· και τι επήγες να κάμης εκεί;

— Είχα μερικάς υποθέσεις ετελείωνεν ο μην και ήθελα να

ξεκαθαρίσω μερικούς λογαριασμούς . . . ·έπειτα είχομεν και

δημοτικάς εκλογάς . . .

Και ο Σατανάς εθώπευσε κρυφίως μετά πικρού μειδιάματος την

εις το θυλάκιόν του εφημερίδα, την περιέχουσαν τον μηνιαίον

εγκληματικόν απολογισμόν.

— Μήπως ήσουν υποψήφιος; ηρώτησε σκωπτικώς ο Πανάγαθος.

— Όχι, απήντησεν ο Διάβολος· μόνος εγώ δεν ήμουν.

— Ξεύρεις όμως ότι μου επαραμπήκες εκεί πέρα εις την

Ελλάδα; είπεν ο Θεός οπωσούν ωργισμένος.

— Ε, κάμνω κ' εγώ μερικές δουλίτσες! απήντησε μετά πονηράς

μετριοφροσύνης ο Σατανάς.

— Να μου κάμης την χάριν να βγάλης την ουράν σου απ' εκεί·

ξεύρεις ότι εγώ ιδιαζόντως αγαπώ αυτόν τον τόπον.

— Τι λόγος! είπεν ο Διάβολος.

Και εμειδίασε σαρδωνικώς.

— Δεν το πιστεύεις, μασκαρά; εξηκολούθησεν ο Παντοδύναμος·

και όμως ιδού, εφέτος τους έκαμα τόσα καλά. Έρριψα βροχήν

άφθονον διά να γίνη ευφορία σιτηρών· η σταφίς επήγε

περίφημα και αν τα οικονομικά του τόπου δεν ευοδούνται δεν

πταίω εγώ.

— Ούτ' εγώ, υπέλαβεν ο υιός του σκότους.

— Όσον ημπορώ τους προστατεύω και με το παραπάνω,

εξηκολούθησεν ο Ύψιστος. Είνε τώρα χρόνια οπού μου

υποβάλλει αίτησιν θεραπείας η χολέρα να υπάγη να κατοικήση

εκεί καμπόσους μήνας και μολονότι είχε τόσα συστατικά από

διαφόρους δημάρχους και νομάρχας και διευθυντάς αστυνομίας

δεν ενέκρινα την αίτησίν της. Σου επαναλαμβάνω ότι αγαπώ

τον τόπον αυτόν, διότι εκεί εδοξάσθη περισσότερον το όνομά

μου. Μου αρέσει η ιστορία του λαού του, μου αρέσει η γλώσσα

του . . . μολονότι παρατηρώ ότι ήρχισε και αυτή να

μουρδαρεύη και φαίνεται ότι θα είνε ιδική σου ενέργεια.

— Όχι, είπε διακόπτων αυτόν εντόνως και διαμαρτυρόμενος ο

Πονηρός. Εις αυτό δεν έχετε διόλου δίκαιον, Αγιώτατε. Αυτήν

την ευθύνην δεν την αναλαμβάνω και απόδειξις είνε ότι εις

την κόλασιν επιβάλλω ως βασανιστήριον εις τους βαρυποίνους

την ανάγνωσιν μερικών ελληνικών πεζογραφιών και ποιημάτων.

— Τέλος πάντων καλά θα κάμης να τραβήξης απ' εκεί το χέρι

σου. Έπειτα χάνεις άδικα τον κόπον σου, κακομοίρη μου·

πήγαινε πάρα πέρα να κάμης τα δικά σου· εις την Βουλγαρίαν,

παραδείγματος χάριν, οπού είνε σχισματικοί.

Μειδίαμα χλευαστικόν διεγράφη επί του ευρέος στόματος του

Διαβόλου.

— Δεν πιστεύεις; τον ηρώτησεν ο Θεός πεισμωμένος.

— Τι να σας ειπώ! Αναγνωρίζω την πανσοφίαν σας, αλλά

καμμίαν φοράν πάσχει και αυτή διαλείψεις . . . Τα χρόνια

βλέπετε, τα γηρατειά!

— Τι λέγεις, αυθάδη! ανέκραξεν ο Ύψιστος παραφερόμενος.

— Μη θυμώνετε, Αγιώτατε, είπεν ο Σατανάς μετά φλέγματος·

ας θέσωμεν καθαρά το ζήτημα, νομίζετε ότι εις τον τόπον

αυτόν υπερισχύει αποκλειστικώς η Αγιότης σας;

— Αναμφιβόλως· έχεις κ' εσύ ένα μικρόν μερίδιον, δεν σου

λέγω, κάτι φόνους, κάτι ληστείας, κάτι βιασμούς . . . σε

άφησα κ' επήρες λιγάκι επάνω σου, διότι είχα αλλού τον νουν

μου. Αλλά και πάλιν τι είν' αυτά απέναντι εις τόσας αρετάς,

εις τόσην φιλοπατρίαν, εις τόσην φιλογένειαν, εις τόσην

φιλανθρωπίαν, εις τόσην ευσέβειαν! . . . Το γνωρίζεις

κύριε, ότι το παρελθόν έτος κατηναλώθησαν εις την Ελλάδα

πεντακόσιοι χιλιάδες οκάδες ταραμά;

— Τι λύσσα ευσεβείας! είπε καθ' εαυτόν ο Σατανάς μετά

μειδιάματος. Και όμως, προσέθηκεν, ημπορώ να σας αποδείξω

ότι πλανάσθε.

— Θα ήμουν πολύ περίεργος να το ιδώ.

— Ημπορούμεν και τώρα να κάμωμεν το πείραμα.

— Τίνι τρόπω;

— Απλούστατα· διατάξατε να φέρουν μίαν ζυγαριάν πολύ

μεγάλην.

— Ζυγαριάν; . . . τι να την κάμωμεν!

— Να ζυγίσωμεν τα κεφάλαιά μας και να ιδούμεν τίνος είνε

τα μεγαλύτερα.

— Με προκαλείς; . . . Ας είνε! θα διατάξω τώρα αμέσως να

φέρουν την ζυγαριάν, αλλά κύτταξε καλά μη την πάθης! . . .

Έχω πέντε κεραυνούς ετοίμους να σε ζεματίσω διά την

αυθάδειάν σου, τραγογένη!

Και διά της μεγάλης αργυράς συρίκτρας του ο Πανάγιος

προσεκάλεσε τα Χερουβείμ και τα διέταξε να κομίσουν αμέσως

μίαν μεγάλην ζυγαριάν.

— Να είνε όσον το δυνατόν μεγαλυτέρα! είπεν ο Σατανάς προς

τα Χερουβείμ απερχόμενα.

Η θεία διαταγή εξετελέσθη παραχρήμα· μετ' ολίγον εθεάθη

λόχος αγγέλων κομίζων μετά πολλού κόπου υπερμεγέθη

πλάστιγγα, την οποίαν έστησεν ενώπιον του Δημιουργού.

— Έχετε τα πρωτεία, είπεν ο Διάβολος ευγενώς, βάλετε τα

κεφάλαιά σας εις το ένα μέρος.

Ο Παντοδύναμος μετά περιεργείας, αλλά και μετά πείσματος

ήρχισε να τοποθετή όλα τα αντικείμενα, τα αντιπροσωπεύοντα

την μερίδα του, νοσοκομεία, σχολεία, ορφανοτροφεία, δωρεάς,

αρχιερείς και πρεσβυτέρους, ιεροκήρυκας, μοναστήρια και

ηγουμενοσυμβούλια, εν Χριστώ αδελφότητας, ηθικά και

θεολογικά συγγράμματα, βαρέλια ταραμά και σάκκους φασολίων

και παντοία άλλα, των οποίων απετελέσθη πυραμίς τεραστία

και αλλόκοτος.

Ο Διάβολος εθεάτο απαθώς τον όγκον αυτόν ολονέν

ανυψούμενον.

— Έχετε άλλα; ηρώτησε μετά την αποπεράτωσιν της

τοποθετήσεως.

— Έχω και μερικούς επιτρόπους εκκλησιών αρκετά

καλοθρεμμένους, είπεν ο Θεός.

— Βάλετε και αυτούς, είπεν αταράχως ο Διάβολος.

Και ο όγκος της πυραμίδος ηυξήθη επαισθητώς διά της

προσθήκης των επιτρόπων.

— Μήπως εξεχάσατε τίποτε; ηρώτησεν ο Σατανάς.

— Εξέχασα πραγματικώς ένα καθηγητήν της Θεολογίας, αλλά

σου τον χαρίζω. Είνε τόσον πολύσαρκος εκ της καλοφαγίας,

ώστε αυτός μοναχός κάμνει δι' όλα τα ιδικά σου κεφάλαια.

— Να τον προσθέσετε και αυτόν!

Και επειδή ο Σατανάς επέμενεν, ετέθη τέλος εις την κορυφήν

του σωρού και ο καθηγητής και η πλάστιγξ έτριξε γοερώς υπό

το βάρος του.

— Ορίστε τώρα και η ευγένειά σας, είπεν ο Ύψιστος

μυκτηριστικώς [65], βάλετε τα κεφάλαιά σας.

Ο Διάβολος έχωσε την τριχωτήν χείρα με τους οξείς όνυχας

εις το θυλάκιόν του και εξήγαγε μικρόν αντικείμενον

σφαιρικόν, τεφρόχρουν.

— Τι είν' αυτό; ηρώτησεν ο Ύψιστος παρατηρών διά των

διοπτρών του μετά περιεργείας το αντικείμενον.

— Είνε εκλογικόν σφαιρίδιον, απήντησεν αταράχως και

σοβαρώς ο Πειρασμός.

— Αυτό είνε όλα σου τα κεφάλαια;

— Αυτό.

— Δεν έχεις άλλα;

— Όχι· αυτό αρκεί.

— Κοροϊδεύεις;

— Διόλου.

— Έλα, Χριστέ και Παναγία! είπεν ο Ύψιστος

σταυροκοπούμενος.

— Λοιπόν· ιδού οπού το θέτω εις την πλάστιγγα.

— Ας ιδούμεν και αυτό το θαύμα!

Και το αποτέλεσμα πραγματικώς υπήρξε θαυμάσιον· διότι ευθύς

ως το μικροσκοπικόν μολύβδινον σφαιρίδιον απετέθη επί της

πλάστιγγος, αύτη ήρχισε να κλίνη μετά καταπληκτικής ροπής

προς το μέρος του σφαιριδίου, ενώ εις το αντίθετον μέρος η

τεραστία συμμιγής πυραμίς ανυψούτο ελαφρά, ως ν' απετελείτο

εκ πτίλων.

— Μπα που να σε πάρη ο εαυτός σου! ανέκραξεν ο Πάνσοφος

έκπληκτος και πεισμωθείς εν ταυτώ. Κάτι καλπονόθευσιν θα

έκαμες . . . αφού μάλιστα έρχεσαι από την Ελλάδα . . .

Στάσου να σε διορθώσω εγώ!

Και ητοιμάσθη να εξακοντίση κατ' αυτού ένα κεραυνόν.

— Κρίμα εις την πανσοφίαν σου, αφού δεν ηξεύρεις την

δύναμιν αυτού του σφαιριδίου! είπεν ο Διάβολος μετά

θριαμβευτικού και χλευαστικού γέλωτος.

Και ετράπη εν τάχει εις φυγήν.

Ο Ύψιστος έμεινε σύννους και μετ' ολίγον παραλαβών το

σφαιρίδιον επέστρεψεν εις τον Παράδεισον σύνοφρυς και

βλοσυρός και διέταξεν αμέσως να προσέλθη ο άγιος Πέτρος.

— Κύτταξε καλά τα κατάστιχά σου, είπεν ο Ύψιστος προς τον

επουράνιον θυρωρόν, και αν τυχόν ευρίσκεται εδώ πέρα αυτός

οπού εφεύρεν αυτό εδώ το αντικείμενον — και έδειξε το

σφαιρίδιον — να μου τον στείλης άναυλα εις την Κόλασιν, με

όσα καλά και αν έχη καμωμένα. Έγινα ρεζίλι σήμερον με αυτό

το πράγμα! . . . Είνε του Διαβόλου συνεργεία. Εις τον

Παράδεισον ούτε επέτρεψα ούτε θα επιτρέψω να υπάρχη· όσον

αφορά την Γην, θα σκεφθώ! . . .

Και έμεινε μέχρι βαθείας νυκτός αναγινώσκων το

Συνταγματικόν δίκαιον του μακαρίτου Σαριπόλου.

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΑΜΙΣΟΝ

Σήμερον είνε η ημέρα των ευχών. Απ' όρθρου βαθέος αν

ακούσητε τον κώδωνα της θύρας σας κρουόμενον, εστέ βέβαιοι

ότι κάποιος έρχεται να σας προσφέρη ευχάς. Οι οδοκαθαρισταί

οι καθορίζοντες τας οδούς, εις τας οποίας πνίγεσθε τον

χειμώνα εκ του βορβόρου, ασφυκτιάτε δε το θέρος εκ του

κονιορτού· οι ανάπτοντες τους φανούς επί των οποίων

προσκρούοντες θραύετε την ρίνα σας τας νύκτας, κατά τας

οποίας η πανσέληνος λησμονεί τα δημοτικά της καθήκοντα και

δεν επιφαίνεται εις το συννεφώδες στερέωμα· οι υδρονομείς,

οίτινες κατά την ημέραν του καύσωνος σας αφήνουν να πάθετε

εκ λύσσης, πριν επιτρέψουν εις το ύδωρ να διοχετευθή εις

την κρήνην της συνοικίας σας· οι καμιναδοκαθαρισταί,

οίτινες προσέρχονται επίσης ζητούντες φιλοδώρημα, αν και

εις την οικίαν σας δεν υπάρχει άλλη εστία εκτός των φύλλων

του ομωνύμου περιοδικού, εις το οποίον είσθε συνδρομητής·

όλη τέλος η πολυώνυμος γενεά των Ειλώτων, όσοι εν τη

καταμερίσει της κοινωνικής εργασίας ανέλαβον την επιστασίαν

των μάλλον πεζών και αχαρίτων αναγκών του βίου, θα

προσέλθουν προσφέροντες φύλλα πολύχροα χάρτου, εις τα οποία

διά στίχων χωλών ή υπερτροφικών θα σας εύχωνται υγείαν και

ευτυχίαν. Και η λιτανεία των ευχών θα σας καταδιώξη και

εκτός του οίκου σας, θα σας ευχηθή ο βοηθός του κουρέως

σας, ο υπηρέτης του καφενείου εις το οποίον συχνάζετε, ο

υπηρέτης του εστιατορίου ένθα γευματίζετε. Εννοείται ότι

όλαι αι ευχαί πληρώνονται κατά το μάλλον ή ήττον γενναίως·

αλλ' ερωτώ· ποίαι είνε αι ευχαί αι οποίαι δεν πληρώνονται,

αφού και αυταί αι προς τον Ύψιστον αποτεινόμεναι έχουν

τιμολόγιον ωρισμένον, απαραβάτως τηρούμενον υπό των

λειτουργών του;

Λοιπόν υγεία και ευτυχία!.. Αλλά δεν μου λέγετε, παρακαλώ,

τι πράγμα είνε η ευτυχία; Όλοι περίπου γνωρίζομεν τι είνε

υγεία. Όταν πάσχης μεν από ημικρανίαν, βασανίζεσαι μεν υπό

αλγούντος οδόντος, νύττεσαι [66] μεν οδυνηρώς υπ' οξυτάτου

ρευματισμού, όταν μεταβάλλονται μεν οι μυκτήρες σου εις

εννεακρούνους εκ της καταρροής, αλλ' ο ιατρός αστεΐζεται

μαζί σου και οι κληρονόμοι σου δεν έρχωνται προς επίσκεψίν

σου, τότε θεωρείσαι υγιής. Αλλ' ευτυχής πότε είσαι; Τι

πράγμα είνε αυτή η ευτυχία; Την είδετέ ποτε εις την οικίαν

σας; την συνηντήσατέ ποτε καθ' οδόν; γνωρίζετε πού κείται η

κατοικία της; ανεγνώσατέ ποτε εις την 4ην σελίδα των

εφημερίδων ότι πωλείται που εις τας αποθήκας εκείνας των

παντοειδών προμηθειών, όπου πωλούνται αυγοτάραχα, μυάγραι

[67], καστόρειοι πίλοι, πετρέλαιον και μυθιστορήματα; Αν

σας ερωτήσουν δε τι είνε ευτυχία, τι θ' απαντήσετε; ή θα

δώσετε ορισμόν εκ των τετριμμένων εκείνων και ανοήτων, των

οποίων το υπόδειγμα παρέχουν τα νερόβραστα της μεταφυσικής

συγγράμματα, ή θα σιωπήσετε, ως θα εσιώπα κοινοβιάρχης, ας

υποθέσωμεν, ερωτώμενος τι είνε &πόλκα μαζούρκα.&

Εις παρομοίαν απορίαν ευρέθη ποτέ προ αιώνων ο Καλίφης του

Βαγδατίου, του οποίου την ιστορίαν εν συντόμω θα

διηγηθώμεν.

Έρρεον τα πλούτη εις το ανάκτορόν του αφθονώτερα από τα

νάματα [68] του παραρρέοντος Τίγρητος. Οι αδάμαντες των

Ινδιών και οι μαργαρίται του Οφίρ εστόλιζον τας κιδάρεις

του ηγεμόνος και τα φάλαρα των ίππων του, των εκλεκτοτάτων

εξ όσων ανετρέφοντο εις τους παρά τον Ευφράτην λειμώνας.

Αλλ' οι αδάμαντες δεν είχον την λάμψιν των αμυγδαλωτών

οφθαλμών των κορών της Γεωργίας και οι μαργαρίται

υπελείποντο ως προς την γλυκείαν ωχρότητα της μορφής των

χαύνων γυναικών της Συρίας, εκ των οποίων επληρούτο ο

γυναικωνίτης του. Τα βαρυτιμότατα των αρωμάτων της Αραβίας

καιόμενα ανέδιδον μεθυστικάς ευωδίας. Τάπητες χνοώδεις της

Περσίας απεσβέννυον τον κρότον, τον οποίον παρήγον

συρόμεναι αι χρυσοκέντητοι εμβάδες του. Ο Σαρδανάπαλος δεν

θα εγίνετο ολοκαύτωμα, αν είχε το ευτύχημα να του

απομείνουν μετά την απώλειαν του θρόνου μάγειροι έχοντες

την δεξιότητα των μαγείρων του Καλίφου. Ο δαμασκηνός

ακινάκης [69] του εδιχοτόμει δι' ενός κτυπήματος παχείαν

σιδηράν ράβδον. Οι λέοντές του ωρύοντο ρωμαλέοι εις

θηριοτροφείον του και η εξημερωμένη πάρδαλις έλειχε

ταπεινώς την χείρα του εξηπλωμένη παρ' αυτώ. Οι γείτονες

του ηγεμόνος επεζήτουν διά δώρων πλουσίων την φιλίαν του. Ο

λαός του τον εσέβετο ως απόγονον του Προφήτου και τον ηγάπα

ως απονέμοντα εξίσου την δικαιοσύνην. Βουλή δεν υπήρχεν εις

το κράτος του, ούτε Σύνταγμα· δεν επωλούντο μετοχαί

τραπεζών χρεοκοπημένων, δεν συνέβαινον γλωσσολογικαί

διαμάχαι, δεν εξεδίδοντο ημερολόγια μετ' εικόνων, δεν

υπήρχον ένορκοι, ουδέ οδοντοϊατροί, ουδέ υφηγηταί, δεν

ελάμβανεν ανακοινώσεις περί εφευρέσεων· ουδέ τηλεγραφήματα

περί καταθλίψεως των πολιτών υπό των εισπρακτόρων.

Εν τούτοις ο ηγεμών ούτος, τον οποίον όλοι εθεώρουν

ευδαιμονέστατον, ησθάνετο ακατανίκητον ανίαν. Εις μάτην

έτρωγε και εκορέννυτο πολλάκις της ημέρας παρακαθήμενος εις

την πλουσιοπάροχον τράπεζάν του. Εις μάτην εχείρει

μυστηριώδεις εκδρομάς εις τα άδυτα του γυναικωνίτου του,

όπου φυλάσσετο ζηλοτύπως ο πλούσιος της καλλονής θησαυρός.

Εις μάτην βαϋαδέραι γοήτιδες ωρχούντο ενώπιόν του και

ψάλται λιγείς [70] και έντεχνοι έτερπον την ακοήν του διά

των ασμάτων των. Εις μάτην μετέβαινεν εις θήραν τοξεύων και

ακοντίζων επιτηδείως τα παντοειδή θηράματα. Η ανία, η

θανάσιμος ανία, κατέτρωγε την ψυχήν του και ετάρασσε τον

ύπνον του. Καθ' εκάστην επαισθητώς ωχρία και έφθινε — διά

να είπω μίαν παρομοίωσιν πρωτότυπον — ως μήλον, του οποίου

την σάρκα κατατρώγει ο εντός κεκρυμμένος σκώληξ.

Ο ηγεμών είχεν αναγνώσει εν των ποιητικών βιβλίων, τα οποία

μετ' αγάπης εμελέτα, ότι η ευτυχία είνε αγαθόν ανέφικτον

και ότι ουδείς εν τω κόσμω δύναται ν' αποκληθή ευτυχής.

— Πώς! έλεγε καθ' εαυτόν, εγώ τον οποίον φθονούν όλοι, εγώ

όστις είμαι ο κύριος όλων των επί γης αγαθών, δεν είμαι

λοιπόν ευτυχής; Αλλά τι είνε λοιπόν η ευτυχία; Θέλω ν'

αποκτήσω αυτό το ανέφικτον αγαθόν, όπως το αποκαλεί ο

ποιητής.

Τοιαύτη ήτο η αφορμή της μελαγχολίας του ηγεμόνος. Ο

Βεζύρης, ήτοι ο υπουργός του, άνθρωπος έξυπνος και φρόνιμος

— διότι κατ' εκείνην την εποχήν οι υπουργοί ήσαν άνθρωποι

έξυπνοι και φρόνιμοι — παρετήρησεν ότι ο κύριός του έφθινεν

από ημέρας εις ημέραν, εννόησεν ότι έκτακτόν τι συνέβαινεν

εν τη ψυχή του και ηθέλησε να μάθη παρ' αυτού το αίτιον.

— Αρχηγέ των πιστών, του είπε, διατί η μορφή σου

μαραίνεται ως φύλλον ρόδου, επί του οποίου διήλθε κοχλίας

και κατέλιπε τον αγενή σίελόν του;

Ο ηγεμών του διηγήθη ειλικρινώς την αιτίαν της θλίψεώς του.

Ο υπουργός ήτο ανήρ επιτήδειος — διότι τότε ήσαν επιτήδειοι

οι υπουργοί, ενώ σήμερον είνε επιτήδειοι οι περί τους

υπουργούς — και εσκέφθη ότι ο ηγεμών είχεν ανάγκην εκτάκτων

διασκεδάσεων διά να του παρέλθη η μελαγχολία. Εσυλλογίσθη

λοιπόν και κατόπιν υπέβαλεν εις αυτόν διαφόρους προτάσεις.

— Επιθυμείς, ω μέγιστε Καλίφη, να διατάξω τους

ιερακοτρόφους να προετοιμασθούν, διά να εξέλθωμεν αύριον

εις θήραν;

— Φευ! οι ιέρακες δύνανται να συλλάβουν την λείαν των,

αλλ' η ψυχή μου δεν θα αποκτήση την εκπλήρωσιν της

επιθυμίας της.

— Ενδοξότατε Καλίφη, εξηκολούθησεν ο Βεζύρης με πονηρόν

μειδίαμα, έφεραν εις τον γυναικωνίτην μου μίαν δούλην εξ

Αιγύπτου εξαισίας καλλονής· επιθυμείς να την ίδης;

— Οίμοι! απήντησε θρηνωδώς ο Καλίφης, είς ποιητής λέγει

ότι ο πεινών τρώγει και βαλάνους, αλλά διά τον κεκορεσμένον

και το παρασκευαζόμενον εις τον παράδεισον των πιστών

πιλάφι προκαλεί αηδίαν!

Ο Βεζύρης εξήλθεν αθυμών διά την κατάστασιν του πνεύματος

του ηγεμόνος. Εσκέφθη να επινοήση μέσον τι διά να του

καταπραΰνη την θλίψιν και αποδιώξη την μελαγχολίαν του και

μετά δύο ημέρας ενεφανίσθη πάλιν ενώπιόν του.

Αλλά κατά το διάστημα τούτο η μελαγχολία του ηγεμόνος είχεν

επιταθή, τα νεύρα του είχον εξεγερθή. Ήτο ανήσυχος,

ηρεθισμένος, και τον υπεδέχθη κατηφής και βλοσυρός.

— Έχεις τίποτε να μου προτείνης; τον ηρώτησεν.

— Αρχηγέ των πιστών, εσκέφθην μίαν λαμπράν διασκέδασιν.

— Δηλαδή;

— Να διατάξωμεν τον ανασκολοπισμόν των διακοσίων

αιχμαλώτων, τους οποίους συνελάβομεν κατά τον τελευταίον

πόλεμον.

— Καλά, είπεν ο μονάρχης, αλλ' υπό τον όρον να υποστής και

συ διακοσιοστός πρώτος τον ανασκολοπισμόν, εάν δεν μου

παρέλθη η μελαγχολία.

Ο Βεζύρης εφρικίασε.

— Τότε, είπε δειλώς να προσκαλέσωμεν όλους τους ποιητάς

τους ευρισκομένους εις το απέραντον κράτος σου και να

ιδρύσωμεν ποιητικόν διαγωνισμόν.

— Τους ποιητάς! ανέκραξεν εξαγριούμενος ο Καλίφης, αλλ'

αυτοί μ' έφεραν εις αυτήν την κατάστασιν με τα ρητά των!

Και οι οφθαλμοί του εσπινθηροβόλησαν εξ οργής.

— Δεν εσκέφθης άλλο τίποτε να μου προτείνης; εξηκολούθησεν

οργίλως ερωτών ο Καλίφης.

— Όχι, ισχυρότατε Καλίφη, απήντησε τρέμων ο Βεζύρης.

Ο ηγεμών ήρπασε παρακείμενον σκεύος και το έρριψε κατά της

κεφαλής του. Έπειτα αταράχως χωρίς να στρέψη το βλέμμα,

ηρώτησε:

— Ποίον από τα δύο έσπασε;

— Το σκεύος, ενδοξότατε, απήντησεν ο Βεζύρης, συνάζων τα

συντρίμματα αυτού.

Την εποχήν εκείνην οι υπουργοί είχον δυνατόν κεφάλι.

— Πάρε το να το διορθώσης, είπεν ο Καλίφης, και να μη

παρουσιασθής πλέον ενώπιόν μου, αν δεν μου υποδείξης κανέν

ασφαλές μέσον περί της θεραπείας μου.

Ο Βεζύρης εξήλθεν αλγών την κεφαλήν. Κατ' αρχάς υπό το

κράτος της οργής και του πόνου ασκέφθη μνησικακών να αφήση

τον ηγεμόνα του έρμαιον της θλίψεως και της απογνώσεώς του,

διά ν' αποθάνη θάττον ή βράδιον εκ μαρασμού. Αλλά κατόπιν

εσυλλογίσθη ότι ο διάδοχος, εις τον οποίον θα περιήρχετο το

στέμμα, ήτο θανάσιμος προσωπικός του εχθρός, και επείσθη

ότι προτιμότερον ήτο να φέρη επί του τραχήλου του την

κεφαλήν έστω και διερρηγμένην, παρά να μη φέρη διόλου.

Συνεκάλεσε λοιπόν συμβούλιον εκ των εξοχωτέρων σοφών, εκ

των μάλλον διακεκριμένων πολιτών, εκ πάντων των επί πείρα

και συνέσει διαπρεπόντων και καθυπέβαλεν εις αυτούς τα περί

της ψυχικής καταστάσεως του Καλίφου, προσκαλών να

συσκεφθούν και να εξεύρουν μέσον θεραπείας. Διάφοροι γνώμαι

εξηνέχθησαν, αλλ' εν τη συζητήσει πάσαι εθεωρήθησαν φρούδαι

και αλυσιτελείς. Η συνέλευσις ηπόρει, ότε αίφνης ανηγγέλθη

εις αυτήν ότι Δερβίσης χαίρων φήμην αγίου και σοφωτάτου

ανδρός, ελθών κατ' εκείνην την ημέραν εκ Κανδαχάρ, μακράν

και πολυήμερον διανύσας πορείαν, και μαθών την γενομένην

σύσκεψιν, εζήτησε την άδειαν να προσέλθη όπως υποβάλη και

αυτός την γνώμην του.

Η αίτησις εγένετο παραχρήμα δεκτή και ο ανυπόδητος Δερβίσης

προσελθών είπε προς την ομήγυριν:

— Φωστήρες του Βαγδατίου, ταμεία πάσης σοφίας, αστέρες του

στερεώματος της φρονήσεως, ακούσατε και την ταπεινήν μου

γνώμην. Διά να γίνη ευτυχής ο πανένδοξος ημών ηγεμών, όπως

επιθυμεί, έν μόνον μέσον υπάρχει, να φορέση το υποκάμισον

ενός ευτυχούς ανθρώπου και να κοιμηθή μίαν νύκτα φέρων

αυτό.

Και ταύτα ειπών απήλθεν. Η παράδοξος πρότασις ενεποίησεν

εντύπωσιν εις την ομήγυριν, αλλ' η φήμη της αγιότητος και

της σοφίας του Δερβίση ήτο μεγάλη· άλλως τε καμμία άλλη

γνώμη δεν επεκράτει και η ομήγυρις την παρεδέχθη εξ

ανάγκης.

Ο Βεζύρης περιχαρής ανεκοίνωσε το αποτέλεσμα εις τον

Καλίφην, όστις διέταξεν αυτόν αμέσως να εξετάση τίνες ήσαν

οι ευδαιμονέστατοι κατά την κοινήν πεποίθησιν των κατοίκων

του Βαγδατίου και να προσκαλέση αυτούς.

Αμ' έπος άμ' έργον· διά κήρυκος ανηγγέλθη εις τον λαόν της

πρωτευούσης η θέλησις του ηγεμόνος, να προσέλθουν όσοι

νομίζουν εαυτούς ευτυχείς· αλλά κανείς δεν παρουσιάσθη

αυθόρμητος. Εδέησε να γίνουν έρευναι, νέαι εξετάσεις, και

υπεδείχθησαν εις τον Βεζύρην τρεις άνθρωποι, οίτινες παρά

πάντων εθεωρούντο ευδαιμονέστατοι.

Ο πρώτος ήτο ο πλουσιώτατος των εμπόρων της πόλεως.

Ουδέποτε είχεν αποτύχει εις τας επιχειρήσεις του· συνοδίαι

καμήλων μετέφερον εις τα πέρατα της Ασίας τα πλούσια

εμπορεύματά του και επέστρεφον με φορτίον χρυσίου. Έζη

μεγαλοπρεπέστατα δαψιλώς διατρέφων εις τον οίκον του

οικείους και ξένους και ποιούμενος εν γένει αρίστην και

φιλάνθρωπον χρήσιν του πλούτου.

Ο Βεζύρης τον προσεκάλεσε και του ανήγγειλε την επιθυμίαν

του Καλίφου.

— Ω κραταιέ Βεζύρη, απήντησεν ο έμπορος, μη κρίνης ποτέ εκ

του εξωτερικού τον ευτυχή άνθρωπον. Ιδέ! . . .

Και γυμνώσας τον πόδα του έδειξε πληγήν αιμάσσουσαν, έλκος

βδελυρόν, αποτρόπαιον την θέαν.

— Θα έδιδα όλον μου τον πλούτον και ακόμη όσον θα εσύναζα

μέχρι τέλους της ζωής μου, εξηκολούθησε στενάζων ο έμπορος,

αν ηδυνάμην να θεραπεύσω την πληγήν ταύτην, η οποία είνε

ανίατος.

Ο Βεζύρης τον απέπεμψε και προσεκάλεσε τον δεύτερον.

Ήτο ούτος σοφός τις πρεσβύτης, ζων εν ερημία και μονώσει

και καταγινόμενος ανενδότως εις την μελέτην των αποκρύφων

επιστημών εν τω μέσω χοανών, φιαλών, πυραύνων [71],

χειρογράφων και των τοιούτων.

— Θα ήμην τωόντι ευτυχής, απήντησεν ο πρεσβύτης, αν

κατώρθουν ν' ανεύρω εκείνο, το οποίον ζητώ.

— Και τι ζητείς; ηρώτησεν ο Βεζύρης.

— Την φιλοσοφικήν λίθον. Έτη πολλά εργάζομαι αδιαλείπτως

προς τούτο· παρήτησα πάσαν χαράν και απόλαυσιν του βίου,

απεχωρίσθην των ομοίων μου, κατέκαυσα μυριάκις τας χείρας

μου, εδαπάνησα όλην μου την περιουσίαν εις πειράματα και

δεν ήλθα εις εξαγόμενον κανέν. Ενώ νομίζω, καθ' εκάστην ότι

φθάνω εις το επιθυμητόν τέρμα, η επιτυχία εκφεύγει των

χειρών μου. Βλέπεις αυτό; είπε δεικνύων φιαλίδιον το οποίον

εξήγαγεν εκ του κόλπου του, είνε δραστικώτατον δηλητήριον,

το οποίον ιδίαις χερσί κατεσκεύασα. Ολίγαι δοκιμαί μου

απομένουν ακόμη· αν και εις αυτάς αποτύχω, αυτό θα μου δώση

την ανάπαυσιν.

Ο Βεζύρης απέπεμψε και τον αλχημιστήν και προσεκάλεσε τον

τρίτον σιδηρουργόν πλήρη ασβόλης, όστις είχε προσδράμει εις

την πρόσκλησιν απορών διά την τιμήν και ελπίζων μήπως,

ήθελον να τον επιφορτίσουν με επικερδή εργασίαν, διό και

παρουσιάσθη με όψιν φαιδράν.

— Έμαθον, του είπεν ο Βεζύρης, ότι είσαι ευτυχισμένος

άνθρωπος. Εις διάστημα έξ ετών, αφότου ενυμφεύθης,

απέκτησες δώδεκα τέκνα άρρενα, διότι η γυνή σου έτικτε κατ'

έτος δίδυμα. Είνε χάρις την οποίαν σπανίως χορηγεί ο

ουρανός. Τι λέγεις; . . .

Ο σιδηρουργός εσκυθρώπασε και με γέλωτα πικρόν απήντησεν:

— Ευτυχισμένος εγώ! Ω Υψηλότατε, δεν γνωρίζεις τα βάσανά

μου· είνε αληθές ότι ενόμιζον τον εαυτόν μου ευδαίμονα και

εθεώρουν εξαιρετικήν χάριν την κατ' έτος αύξησιν της

οικογενείας μου κατά δύο μέλη. Ήμην υπερήφανος διά την

γονιμότητα της συζύγου μου· ειργαζόμην με διπλασίαν ζέσιν

και τα κέρδη μου επήρκουν αφθόνως προς διατροφήν των τέκνων

μου, και όταν ακόμη ταύτα έγιναν από δύο τέσσαρα και από

τέσσαρα έξ. Αλλ' όταν τα έξ έγιναν οκτώ και τα οκτώ δέκα,

τότε η στενοχώρια ήρχισε να με βασανίζη, εγένετο δε

ανυπόφορος ότε διά του τελευταίου τοκετού συνεπληρώθη η

δωδεκάς. Τα καθ' ημέραν κέρδη μου δεν επαρκούν πλέον προς

διατροφήν των δώδεκα γόνων μου. Όταν την εσπέραν

επανέρχωμαι κατάκοπος, με τους βραχίονας κεκμηκότας εκ της

σφύρας, με την όψιν πυρακτωμένην εκ της καμίνου, η καρδία

μου συντρίβεται, διότι ο άρτος τον οποίον φέρω δεν

θεραπεύει την όρεξιν των τέκνων μου. Υψηλότατε, άκουσόν με!

Αν η σύζυγός μου εξακολουθήση την μέθοδον να με προικίζη

κατ' έτος με νέον ζεύγος τέκνων, αι δυνάμεις μου δεν θ'

ανθέξουν πλέον και οι ιχθύες του Τίγρητος θα κορέσουν την

πείναν των με τας σάρκας μου.

Αγανακτών ο Βεζύρης διά την αποτυχίαν απέπεμψε και τον

σιδηρουργόν, αφού οικτίρας εφιλοδώρησεν αυτόν. Ήτο δυνατόν

εις την πολυάνθρωπον πόλιν του Βαγδατίου να μη ευρίσκεται

είς και μόνος άνθρωπος ευτυχής; Και όμως εγνώριζεν εκ

πείρας ότι τούτο ήτο η αλήθεια! Το κράτος όμως του Καλίφου

δεν εξετείνετο μόνον επί του Βαγδατίου· υπήρχον ακόμη χώραι

πολλαί, πόλεις μεγάλαι και πλούσιαι υποτασσόμεναι υπό το

σκήπτρον του αρχηγού των πιστών. Απεφάσισε λοιπόν να πέμψη

απεσταλμένους να περιέλθουν πάσας τας χώρας και πόλεις του

κράτους και όπου αν εύρουν ένα άνθρωπον ευτυχή να λάβουν το

υποκάμισόν του και να το φέρουν έν τάχει εις την

πρωτεύουσαν.

Οι απεσταλμένοι εφοδιασθέντες με συστατικά γράμματα προς

τους διοικητάς εξεκίνησαν εκ της πρωτευούσης και μετά τινας

ημέρας έφθασαν εις Δαμασκόν, όπου ανεκοίνωσαν εις τον

διοικητήν τον σκοπόν της ελεύσεώς των.

— Ένα μόνον άνθρωπον γνωρίζω ευτυχή, απήντησεν ο

διοικητής, και ούτος είνε ο Αμπτούλ. Ο πατήρ του τού αφήκε

μικράν οικίαν ως μόνην κληρονομίαν, και αυτός ηναγκάζετο να

εργάζεται ως αχθοφόρος διά να κερδίζη τα προς το ζην. Μίαν

ημέραν επισκευάζων την οικίαν του εύρε θησαυρόν. Έκτοτε

εγκατέλιπε το βάναυσον έργον του και θεωρείται είς των

πλουσιωτάτων κατοίκων της πόλεώς μας.

Οι απεσταλμένοι επορεύθησαν προς επίσκεψιν του Αμπτούλ,

όστις τους εδέχθη εντός θαλάμου τόσον πενιχρού, φέρων

ενδύματα τόσον τετριμμένα και μέχρι ρυπαρίας ακάθαρτα, ώστε

κατ' αρχάς ενόμισαν ότι ηπατήθησαν και ότι ο ενώπιόν των

ευρισκόμενος δεν ήτο ο ευτυχής ευρέτης του θησαυρού. Αλλ'

ούτος τους εξήγαγε της πλάνης μετ' ολίγον.

— Βέβαια εκπλήττεσθε, είπε, διά το πενιχρόν της κατοικίας

και των ενδυμάτων μου, και αμφιβάλλετε αν πράγματι είμαι

εγώ ο Αμπτούλ, περί του οποίου σας ωμίλησαν, ο κάτοχος του

θησαυρού, τον οποίον μου έπεμψεν ο ουρανός. Κατηραμένη να

είνε η ώρα, κατά την οποίαν ανεκάλυπτα τον θησαυρόν

εκείνον, όστις υπήρξεν η αιτία της δυστυχίας μου. Αληθώς

ευτυχής ήμην πριν εύρω αυτόν! Πού είσθε τώρα, ευδαίμονες

και φαιδραί ημέραι, κατά τας οποίας κερδίζων τον άρτον διά

του ιδρώτος μου έζων αμέριμνος και εκοιμώμην γαλήνιος; Τώρα

φοβούμαι και την σκιάν μου. Ο ύπνος δεν κατέρχεται να

κλείση τα βλέφαρά μου, διότι φοβούμαι μη με ληστεύσουν. Η

οκνηρία κατέλαβε την ψυχήν μου, και εκ φόβου μη αναγκασθώ

πάλιν να αναλάβω το κοπιώδες έργον μου, αν ο θησαυρός μου

εξαντληθή, δεν τολμώ να τον εγγίσω και προτιμώ να υποφέρω

στενοχωρίας φρικτάς μάλλον παρά ν' αρχίσω να εξοδεύω

γενναίως. Είμαι δυστυχής άνθρωπος· οικτίρατέ με!

Οι απεσταλμένοι αφήσαντες τον φιλάργυρον γοερώς έτι

παραπονούμενον ανεχώρησαν και μετέβησαν εις άλλην πόλιν,

της οποίας ο διοικητής, εις άκρον φιλήδονος, ανέκραξε μαθών

το αίτιον της περιοδείας των:

— Και τίνος εις τον κόσμον η ευτυχία δύναται να συγκριθή

με την ευτυχίαν του Ομάρ, όστις προ τριών ημερών ενυμφεύθη

τον μαργαρίτην της Ασίας, το ρόδον το εύοσμον της χάριτος,

την βασίλισσαν της καλλονής, την ωραία Φατμέ;

Αλλ' ο ευτυχής νυμφίος Ομάρ δεν ήτο σύμφωνος ως προς την

διθυραμβικήν ταύτην εκτίμησιν της χαριτοβρύτου συζύγου του.

Ηναγκάσθη να ομολογήση προς τους απεσταλμένους ότι ο

μαργαρίτης, το ρόδον, η βασιλίς ήτο δύστροπος γυνή και

αλαζών και, όπερ χείρον, μη διατηρήσασα ακηλίδωτον το

παρελθόν της. Η τελευταία ιδιότης της συζύγου του περιήλθεν

εις γνώσιν του μετά τον γάμον, αλλά δεν ηδύνατο να διαλύση

το συνοικέσιον, διότι σπαταλήσας αυτός την ιδικήν του

περιουσίαν εδέησε να πληρώση εκ της προικός τους αγρίους

δανειστάς του. Ο Ομάρ ήτο μία μονάς απλουστάτη εν τω

απεράντω μαρτυρολογίω των συζύγων και ουδέν πλέον.

Εν άλλη τινί πόλει των θνητών ευτυχέστατος εθεωρείτο ο

Γεζίδ. Φαιδρότερος ανήρ αυτού δεν υπήρχεν εις την

οικουμένην· αλλεπάλληλα ήσαν τα συμπόσια εν τη οικία του·

χοροί και άσματα ακαταπαύστως αντήχουν εντός αυτής, μίμοι

παράσιτοι, ορχηστρίδες έζων αυτόθι διαρκώς, και ο ευδαίμων

οικοδεσπότης ουδέποτε εθεάθη θρηνών ή μελαγχολών, εξοδεύων

αφειδώς τα πλούτη, το οποία κατέλιπεν εις αυτόν άτεκνός τις

θείος του.

Τω όντι, ότε επλησίασαν εις την κατοικίαν του Γεζίδ,

άκουσαν βοήν οργάνων και ηχηρών γελώτων. Τράπεζα με

πολυποίκιλα εδέσματα ήτο εστρωμένη εις το μέσον της στοάς·

πολυπληθείς οικέται περιήρχοντο κομίζοντες επί παροψίδων

γλυκύσματα εκλεκτά και αναψυκτικά ποτά. Ο ευδαίμων Γεζίδ εν

τω μέσω ευθύμου ομίλου φίλων υπεδέχθη τους απεσταλμένους

πάνυ αβροφρόνως και εγκαρδίως, τους ηνάγκασε να καθίσουν

εις την τράπεζάν του και να ευθυμήσουν επί πολλάς ώρας.

Τόση δε ήτο του οικοδεσπότου η άδολος γαλήνη και η

φαιδρότης, ώστε οι απεσταλμένοι μετά χαράς επίστευσαν ότι

έφθασαν εις το τέρμα της οδοιπορίας των, και ότι εύρον τον

ανεύρετον φοίνικα, ένα άνθρωπον δηλαδή αληθώς ευτυχή. Αλλ'

οποία υπήρξεν η έκπληξίς των, ότε μετά το γεύμα ο

οικοδεσπότης προσεκάλεσεν αυτούς εις ιδιαίτερον θάλαμον και

εκεί τους εξεμυστηρεύθη την αλήθειαν, διά να μη φανή, ως

έλεγεν, απειθών εις την πρόσκλησιν του κραταιοτάτου

Καλίφου! Ο θείος του πλούσιος, αλλά κακότροπος και

μισάνθρωπος, διανύσας βίον άστοργον και έρημον, έσχε κατά

την στιγμήν του θανάτου του την σκληράν ιδιοτροπίαν να

καταλίπη μεν εις αυτόν την περιουσίαν του, αλλ' υπό τον

ρητόν όρον να είνε πάντοτε φαιδρός και να ευθυμή αδιακόπως.

Αν μίαν ημέραν ήθελε φανή δακρύων, δύσθυμος απλώς έστω, η

περιουσία θα περιήρχετο εις άλλους συγγενείς. Ένεκα τούτου

διαρκής κατασκοπεία ενηργείτο υπό των συγγενών, οι οποίοι

είχον αδιαλείπτως τα όμματα προσηλωμένα επί της μορφής του,

καραδοκούντες να ίδουν το μειδίαμα εξαλειφόμενον εκ των

χειλέων του και τους οφθαλμούς του υγραινομένους εκ της

λύπης.

— Είνε αγών υπεράνθρωπος, εξηκολούθησε λέγων ο Γεζίδ.

Πολλάκις, ενώ αιμάσσουν τα σπλάγχνα μου, είμαι ηναγκασμένος

να φέρω εις την μορφήν μου το προσωπείον της χαράς· ενώ με

τυραννούν απερίγραπτοι ψυχικοί αλγηδόνες, το στόμα μου είνε

ηναγκασμένον να φέρη τον μορφασμόν του μειδιάματος. Η λύπη,

την οποίαν μου είνε απηγορευμένον να εκδηλώσω, κρύπτεται

εις τα βάθη της καρδίας και υποσκάπτει τον βίον μου· η

παρηγορία των δακρύων μου είνε αποκλεισμένη. Οικτίρατέ με,

αυθένται! είμαι το αθλιώτατον των επί γης πλασμάτων!

Πλήρεις απογοητεύσεως απήλθον οι απεσταλμένοι, πεισθέντες

πλέον περί της ολοσχερούς αποτυχίας της αποστολής των. Ουχ

ήττον περιήλθον πολλάς έτι πόλεις και κώμας ματαίως

αναζητούντες τον ανύπαρκτον ευτυχή άνθρωπον. Οι

υποδεικνυόμενοι ως ευτυχείς ήσαν απεναντίας δυστυχέστατοι.

Θλίψις τις απόκρυφος, οδύνη βαθεία, απάτη πικρά, πόθος

ανεκπλήρωτος, μη προκύπτοντα εις τα όμματα του πλήθους,

υπεκρύπτοντο υπό πάσαν επιφάνειαν ευτυχίας. Ο ένδοξος και

τροπαιούχος πολεμιστής είχεν υιόν λεπρόν. Ο πολυμαθής

φιλόσοφος ωδύρετο διότι το έργον των πολυετών του κόπων, η

ακριβής απαρίθμησις των αστέρων του ουρανού, κατεστράφη υπό

των ποντικών. Ο πλούσιος κτηματίας και γεωπόνος είχε

σύζυγον στείραν, ο δε έξοχος ιατρός έπασχεν εκ τοιαύτης

κωφώσεως, ώστε πολλούς πελάτας του έπεμψεν εις την

αιωνιότητα, διότι, άλλ' αντ' άλλων ακούσας, διώρισεν

αντίθετα φάρμακα.

Ουδείς ήτο ευχαριστημένος κατά πάντα· ουδείς ήτο ευτυχής.

Οι απεσταλμένοι επέστρεφον αθυμούντες και κατά την

επιστροφήν διενυκτέρευσαν είς τινα κώμην, εκ της οποίας δεν

είχον πρότερον διέλθει. Ο φιλοξενήσας αυτούς προεστώς του

χωρίου κατά το γεύμα τοις είπεν:

— Αυθένται, έχομεν ημείς εδώ ένα άνθρωπον, όστις όχι μόνον

φαίνεται αλλ' είνε και πράγματι ευτυχής.

— Ποίος είν' αυτός; ανέκραξαν περιχαρείς οι απεσταλμένοι.

— Είς επαίτης! . . .

Οι απεσταλμένοι εσκυθρώπασαν. Αφού οι ισχυρότατοι, οι

πλουσιώτατοι, οι σοφώτατοι, οι φαιδρότατοι των υπηκόων του

Καλίφου δεν ήσαν ευτυχείς, ήτο δυνατόν να είνε τοιούτος είς

άθλιος επαίτης, αποζών εκ του ελέους των άλλων; . .

Ουχ ήττον επορεύθησαν την άλλην ημέραν και εύρον τον

επαίτην καθήμενον παρά την οδόν χαμαί, ερείδοντα [72] τα

νώτα επί παλαιού τοίχου. Ήτο ρακένδυτος, εκράτει εις χείρας

βακτηρίαν και παρά τους πόδας του εκείτο εξηπλωμένος ο κύων

του. Μόλις τους είδεν ο επαίτης έτεινε την χείρα ζητών

έλεος και προφέρων τας συνήθεις ευχάς και επικλήσεις. Το

πρόσωπόν του δεν έφερεν ίχνη αλγηδόνος τινός· ήτο γέρων,

αλλ' είχεν όψιν θαλεράν, μη φέρουσαν τον τύπον εκείνον, τον

οποίον καταλείπουν συνήθως αι στερήσεις και αι συμφοραί.

Ενθαρρυνθέντες εκ του εξωτερικού τούτου οι απεσταλμένοι

επλησίασαν και συνήψαν μετ' αυτού ομιλίαν.

— Είσαι ευχαριστημένος από την ζωήν σου; τον ηρώτησαν.

— Ναι, αυθένται, ευχαριστημένος κατά πάντα.

— Και με τι μέσα ζης;

— Με τα ελέη των πιστών.

— Και σε αρκούν;

— Με αρκούν.

— Αλλ' αν καμμίαν ημέραν δεν κερδίσης τίποτε;

— Επιφυλάσσομαι να γευθώ με διπλασίαν όρεξιν την επαύριον.

— Έχεις κανένα σύντροφον;

— Έχω αυτόν τον σκύλον, όστις είνε ο πιστότατος των

συντρόφων.

— Και δεν έχεις κανένα πόθον, καμμίαν ελπίδα, της οποίας

να επιθυμής την πραγματοποίησιν;

— Τίποτε.

— Είσαι λοιπόν ευτυχής άνθρωπος;

— Ευτυχέστατος.

Οι απεσταλμένοι ηυχαρίστησαν μεγαλοφώνως τον Προφήτην και

εζήτησαν παρά του επαίτου το υποκάμισόν του. Ούτος ησχύνθη,

αλλά πεισθείς εκ της παραινέσεως του προεστώτος μάλλον ή εκ

του χρυσίου, το οποίον προσέφερον εις αυτόν οι

απεσταλμένοι, εξεδύθη και το έδωκεν. Οι απεσταλμένοι έθηκαν

το ρυπαρόν ιμάτιον εντός πολυτελούς χρυσής θήκης και

αυθωρεί ανεχώρησαν εις Βαγδάτην. Ο Βεζύρης, όστις

ανυπομόνος τους ανέμενεν, εδέχθη αυτούς μετ' αγαλλιάσεως

και εκόμισεν αυτοπροσώπως εις τον μονάρχην του το πολύτιμον

εύρημα. Ο ηγεμών, όστις εν τω μεταξύ είχε καταντήσει ως

φάσμα εκ της ανησυχίας, ηυχαρίστησεν αυτόν διά τον ζήλον

του και την εσπέραν ενεδύθη μετά τινος αποστροφής το

υποκάμισον του επαίτου και κατεκλίθη.

Τι συνέβη άραγε; Η προσδοκία και η συγκίνησις ημπόδισαν τον

Καλίφην να κοιμηθή ή μήπως αι πτυχαί του χιτώνος του

επαίτου έκρυπτον κόσμον δυσώνυμον ζωυφίων, άτινα εύρον την

ανέλπιστον ηδονήν να εντρυφήσουν εις τας αβράς σάρκας του

μαλθακού ηγεμόνος; Οι χρονογράφοι δεν αναφέρουν τίποτε περί

τούτου, αν και η δευτέρα εικασία φαίνεται πιθανωτέρα. Το

βέβαιον είνε ότι ο Καλίφης έμεινεν άγρυπνος όλην εκείνην

την νύκτα, και ότε την πρωίαν ο Βεζύρης, από του όρθρου

αναμένων την έγερσίν του, τον ηρώτησεν ανυπομόνως τι ήτο η

ευτυχία, ο Καλίφης κάτωχρος, με οφθαλμούς ερυθρούς και

οιδαλέους [73] απήντησε δυσθύμως:

— Η ευτυχία είνε &φαγούρα&.

Και εκβαλών ευθύς τον χιτώνα μετέβη εις το λουτρόν.

Έκτοτε απεφάσισε να εγκαρτερήση εν τη ατυχία του και να μη

επιδιώξη πλέον να κατακτήση την ευτυχίαν. Ο ατυχής ούτος

ηγεμών έζησεν απολαύων όλων των επί γης αγαθών μέχρι του

ενενηκοστού ογδόου έτους της ηλικίας του. Ο επίδοξος

διάδοχος, εις μάτην αναμένων τον θρόνον, απεβίωσε προ

αυτού, και ο βεζύρης απεβίωσεν έν έτος μετά τον θάνατον του

διαδόχου, χαίρων διότι έφερε την κεφαλήν και το σώμα

συνηνωμένα εις τον τάφον του.

**

*

Και το επιμύθιον;

Επιμύθιον δεν υπάρχει· αλλ' επειδή, κατά την συνήθειαν,

πρέπει να θέσω έν, εκλέγω ως τοιούτο την γενικήν σημερινήν

ευχήν:

Εύχομαι υγείαν και ευτυχίαν προς τους αναγνώστας, αλλά,

εννοείται, υγείαν άνευ οδονταλγίας και ευτυχίαν άνευ

&φαγούρας&.

Ο ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ

(Υποτιθεμένη αγόρευσις ενώπιον του Δικαστηρίου της Κοινής

Γνώμης)

Κύριοι·

Αναλαμβάνω θαρραλέως και αυτοβούλως ενώπιον του υμετέρου

δικαστηρίου την υπεράσπισιν ανδρός κατηγορηθέντος προ

εικοσιτριών αιώνων. Το χρονικόν τούτο διάστημα ας μη σας

πτοήση· πρόκειται περί δίκης ελληνικής, δισχίλια δε και

τριακόσια έτη είνε διάστημα μηδαμινόν απέναντι της

αιωνιότητος και των ελληνικών δικαστηρίων.

Του πελάτου μου δυστυχώς δεν γνωρίζω το όνομα. Αλλά και

τούτο δεν είνε εκπληκτικόν. Η ιστορία υπήρξεν ανέκαθεν

άδικος και, ενώ περιέλαβεν εις το απέραντον αυτής πάνθεον

ονόματα ασήμων και διά την ανθρωπότητα όλως αδιαφόρων

υποκειμένων, παρέλειψε μεροληπτικώς ή επιπολαίως άλλα,

ανθρώπων οι οποίοι έπρεπε να μένωσιν ονομαστί γνωστοί εις

αιώνα τον άπαντα. Όλοι, επί παραδείγματι, γνωρίζουν τον

δόκτωρα Γκιλλοτίνον ως εφευρέτην της λαιμητόμου, ενώ

πραγματικώς ο φιλάνθρωπος ιατρός δεν ευθύνεται διόλου διά

την εφεύρεσιν της ανθρωποκτόνου μηχανής, ουδείς δε εξ όσων

ηρώτησα ηδυνήθη να μου είπη το όνομα του εφευρόντος τα

μακαρόνια. Η ιστορία ηυδόκησε να διασώση το όνομα του

παράφρονος Θρασύλλου, ο οποίος κατερχόμενος εις Πειραιά

εμέτρει ως ιδικά του τα καταπλέοντα πλοία, απηξίωσε δε ν'

αναφέρη πώς εκαλείτο ο αγαθός εκείνος και συνετός χωρικός,

ο μετά των άλλων εξοστρακίσας τον Αριστείδην.

Ούτος είνε, κύριοι, ο πελάτης μου. Η ιστορία προ τόσων ετών

τώρα τον κρατεί εις τον κύφωνα [74] της χλεύης και του

ονείδους, δεν υπάρχει δε μαθητάριον παρερχόμενον περιδεές

προ των ακανθωδών δι' αυτό περιόδων των «Παραλλήλων Βίων»

και μη ρίπτον εναντίον του, τη ηθική εισηγήσει του

διδασκάλου, την αράν του αναθέματος. Και ουδείς υπάρχει

μέχρι τούδε ο σκεφθείς ότι ο άνθρωπος αυτός ο απεχθής και

κατάρατος ίσως είνε άξιος κρείττονος εκτιμήσεως.

Το κατηγορητήριον αποτελείται από το γνωστόν ανέκδοτον το

αναφερόμενον υπό του Πλουτάρχου εν τω βίω του Αριστείδου:

«Γραφομένων ουν τότε των οστράκων, λέγεταί τινα των

αγραμμάτων και παντελώς αγροίκων, αναδόντα τω Αριστείδη το

όστρακον, ως ενί των τυχόντων, παρακαλείν όπως Αριστείδην

εγγράψη· του δε θαυμάσαντος και πυθομένου μη τι κακόν αυτώ

Αριστείδης πεποίηκεν ουδέν, είπεν ουδέ γινώσκω τον

άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων.

Ταύτ' ακούσαντα τον Αριστείδην αποκρίνασθαι μεν ουδέν,

εγγράψαι δε τούνομα τω οστράκω και αποδούναι». [75]

Αύτη είνε η πράξις του ανωνύμου κατηγορουμένου,

ευαρεστήθητε δε, κύριοι, όπως αναλύσωμεν και εξετάσωμεν

αυτήν ομού εν πνεύματι απαθείας και αμεροληψίας. Αλλ' όπως

εκτιμήσωμεν αυτήν καλώς και της αποδώσωμεν τον πρέποντα

χαρακτηρισμόν, οφείλομεν να εξετάσωμεν πρότερον την

διαγωγήν του παθόντος. Δεν προτίθεμαι να εκθέσω ενταύθα τον

πασίγνωστον βίον του Αριστείδου, επικαλούμαι όμως την

υμετέραν προσοχήν επί τινων περιστατικών. Δύο μερίδες

διηγωνίζοντο τότε εν Αθήναις, διαφιλονεικούσαι την αρχήν,

ηγούντο δε αυτών ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης. Οι δύο

ούτοι άνδρες ήσαν εκ παιδικής ηλικίας φίλοι, αλλ' έπειτα

ερίσαντες και χωρισθέντες ετράπησαν ιδίαν έκαστος οδόν. Η

αφορμή της έριδος ταύτης δεν είνε γνωστή εις πολλούς, διότι

πολλοί μανθάνουν τα κατά τον Αριστείδην από το κείμενον του

Πλουτάρχου το περιεχόμενον εις τας Χρηστομαθείας, αι οποίαι

συντασσόμεναι ad usun Delphini, πολλά παραλείπουν τα σκολιά

[76] και εις την ηθικήν μόρφωσιν των μαθητών αντικείμενα.

Όστις όμως θέλει να ίδη αυτήν εν εκτάσει, ας ανατρέξη εις

το β' εδάφιον του βίου του Αριστείδου και εις το γ' του

βίου του Θεμιστοκλέους εν οιαδήποτε αρτία εκδόσει των

Παραλλήλων, ένθα αναφέρεται η μαρτυρία του Χίου ή Κείου

Αρίστωνος και το μέρος το οποίον διεδραμάτισε κατά την

έριδα το μειράκιον [77] Στησίλεως, «ός ην γένει Κείος, ιδέα

τε και μορφή σώματος πολύ των εν ώρα λαμπρότατος». Βλέπετε

λοιπόν, κύριοι, ότι ο υιός του Λυσιμάχου, ο θεωρούμενος ως

υπογραμμός της ηθικής και της αρετής, ήτο επιρρεπής εις

μερικάς έξεις, αι οποίαι, όσον και αν δικαιολογούνται από

τα ήθη της εποχής, πάντοτε καταλείπουν στίγμα δυσεξίτηλον,

εις πάντα μεν εν γένει, αλλά περισσότερον εις τον αξιούντα

να προΐσταται και να ηγήται των άλλων. Αλλ' έστω, αφήνομεν

και τούτο κατά μέρος, επειδή πιθανόν να εγερθή ο ισχυρισμός

ότι η ιστορική μαρτυρία του Αρίστωνος δεν έχει μέγα κύρος·

ας ίδωμεν τα περαιτέρω.

Ο Θεμιστοκλής, μάλλον ευφυής, μάλλον πανούργος, μάλλον

επιτήδειος, Έλλην νεώτερος σχεδόν κατά τον χαρακτήρα,

επεδίωξε την προαγωγήν διά του συνεταιρισμού, διά της

δημοκοπίας και της συναλλαγής. Η απάντησίς του προς τον

παρατηρήσαντα εις αυτόν ότι καλώς θ' άρχη των Αθηναίων, αν

φέρηται προς πάντας ίσος: «Μηδέποτ' εις τούτον εγώ

καθίσαιμι τον θρόνον, εν ώ πλέον ουδέν έξουσιν οι φίλοι

παρ' εμοί των αλλοτρίων», είνε ο κανών τον οποίον

ηκολούθησαν οι πολιτικοί πάσης εποχής εν Ελλάδι. Ο

Αριστείδης φυσικώ τω λόγω ετράπη εις την αντίθετον οδόν και

ηθέλησε να επιβληθή διά της αρετής. Προσεκολλήθη εις την

αριστοκρατικήν μερίδα, τόσον επιδεικτικώς και τόσον άμα

επιτηδείως, ώστε δεν εβράδυνε να επισύρη την προσοχήν και

την υπόληψιν του επιπολαίως πάντοτε κρίνοντος πλήθους.

Δόσις τις φαρισαϊσμού εντέχνου υπελάνθανεν εις πάντα αυτού

τα διαβήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον επεβλήθη εις την κοινήν

συνείδησιν και ίσχυσε να συγκεντρώση εις εαυτόν πάσαν την

εξουσίαν, παρασκευάσας εις εαυτόν, κατά την επιτυχή

έκφρασιν του Θεμιστοκλέους, μοναρχίαν αδορυφόρητον. Το

επίθετον &δίκαιος& περιεβλήθη ως ιμάτιον αναφαίρετον, ως

επωνυμίαν αναπόσπαστον του ατόμου του, ότε δε εις το

θέατρον απηγγέλλοντο στίχοι του Αισχύλου περί της

δικαιοσύνης του Αμφιαράου, ο δήμος χειροκροτών έστρεφε τα

βλέμματα προς τον Αριστείδην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην

εξήσκει κατά τρόπον περίεργον, οι λόγοι του δε και αι

πράξεις του διετέλουν πολλάκις εις κατάφορον και σκανδαλώδη

αντίθεσιν με τους στοιχειώδεις κανόνας του ορθού και του

δικαίου. Εν πρώτοις η πεφημισμένη αυτού ένδεια δεν είνε

εξηκριβωμένη· μεθ' όσα δε και αν λέγει ο ένθερμος αυτού

συνήγορος και θαυμαστής, ο αγαθός Πλούταρχος, φαίνεται ότι

υπάρχουν παρά τοις συγχρόνοις ιστορικοίς σοβαραί περί

τούτου αντιρρήσεις. Έπειτα κατηγορήθη και κατεδικάσθη επί

κλοπή, καθά μαρτυρεί ο Ιδομενεύς, ο υπό του Πλουτάρχου

αναφερόμενος ιστορικός. Είνε αληθές ότι την κατηγορίαν και

την καταδίκην ταύτην διενήργησεν ο Θεμιστοκλής, ο πολιτικός

αυτού αντίπαλος· αλλά τι να σας ειπώ, κύριοι! όσον και αν

υποθέσωμεν κακοήθη τον Θεμιστοκλή, όσον και αν φαντασθώμεν

άδικον τον δήμον των Αθηναίων, άνθρωπος υποπίπτων εις

τοιαύτην κατηγορίαν και καταδίκην δεν συνηθίζει βεβαίως να

νίπτη δεκάκις της ημέρας τας χείρας του δι' αγγλικού

σάπωνος. Άλλως τε, και αν παραδεχθώμεν ότι ταύτα ήσαν

συκοφαντίαι των εχθρών του, βέβαιον και αναμφισβήτητον είνε

ότι, αν δεν έκλεψεν αυτός, επέτρεπεν όμως εις άλλους να

κλέπτουν. Μετά την καταδίκην του «προσποιούμενος των

προτέρων μεταμέλειν αυτώ και μαλακώτερον ενδιδούς εαυτόν

ήρεσκε τοις τα κοινά κλέπτουσιν, ουκ εξελέγχων ουδέ

ακριβολογούμενος, ώστε καταπιμπλαμένους των δημοσίων

υπερεπαινείν τον Αριστείδην και δεξιούσθαι τον δήμον υπέρ

αυτού σπουδάζοντας άρχοντα πάλιν αιρεθήναι». Θα μου

παρατηρήσητε ότι έπραξε τούτο όπως ελέγξη κατόπιν τους

Αθηναίους και ανακράξη κομπαστικώς, ότε έμελλε να

χειροτονηθή εκ νέου άρχων: «Ότε μεν πιστώς και καλώς υμίν

ήρξα, προυπηλακίσθην επεί δε πολλά των κοινών καταπροείμαι

τοις κλέπτουσι, θαυμαστός είναι δοκώ πολίτης· αυτός μεν ουν

αισχύνομαι τη νυν τιμή μάλλον ή τη πρώην καταδίκη». Αλλά

δεν νομίζετε ότι είνε αρκετά περίεργος και αρκετά φίλαυτος,

αν μη τι άλλο, ο κυβερνήτης εκείνος ή ο πολιτικός, όστις εν

γνώσει αφήνει να διαπράττεται το κακόν και το ενθαρρύνει

μάλιστα, διά να λάβη κατόπιν την ευχαρίστησιν να ελέγξη

τους εχθρούς του;

Εκτός τούτου, κύριοι, έχομεν και άλλας τινάς σοβαράς

μαρτυρίας, επί των οποίων εφιστώ την προσοχήν υμών και

επικαλούμαι την ευσυνείδητον και πεφωτισμένην κρίσιν σας.

Έχομεν την μαρτυρίαν του φιλοσόφου Θεοφράστου λέγοντος ότι

ο Αριστείδης, άκρως δίκαιος ων περί τα οικεία, εις τα κοινά

έπραξε πολλά ασυμβίβαστα με το δίκαιον χάριν του

συμφέροντος της πατρίδος, &«ως συχνής αδικίας δεομένης»,&

αναφέροντος δε το συμβάν της μετακομίσεως των εν Δήλω

χρημάτων, τη εισηγήσει των Σαμίων και παρά τας συνθήκας,

εις Αθήνας, ότε ο Αριστείδης εγνωμάτευσεν ότι το τοιούτο

δεν ήτο μεν δίκαιον, ήτο όμως συμφέρον, ήτοι εν άλλοις

λόγοις προέτρεπε τον δήμον να το πράξη, διασώζων άμα

υποκριτικώς και την ιδίαν περί χρηστότητος φήμην. Η

δικαιοσύνη άρα διά τον υιόν του Λυσιμάχου δεν ήτο απολύτως

σεβαστή, αλλ' εμετρείτο με τον πήχυν του συμφέροντος· αλλ'

εν τοιαύτη περιπτώσει, σας ερωτώ, κύριοι, κατά τι είνε

ανηθικώτερον το περιβόητον ρητόν των οπαδών του Λαϊόλα ο

&σκοπός εξαγιάζει τα μέσα;& Έχομεν κατόπιν την μαρτυρίαν

αυτού του Πλουτάρχου, βεβαιούντος ότι καταφερόμενος

εναντίον του Θεμιστοκλέους ηναγκάζετο ενίοτε, όπως

περιορίση την δύναμιν του πολιτικού του αντιπάλου, να

εναντιούται εις όσα εκείνος έπραττε «βέλτιον ηγούμενος

παρελθείν ένα των συμφερόντων τω δήμω ή το κρατούντ'

εκείνον εν πάσιν ισχυρόν γενέσθαι». Ιδού λοιπόν η

περιλάλητος χρηστότης του Αριστείδου! ιδού η αμώμητος

δικαιοσύνη του. Το πολιτικόν πάθος τον ετύφλωνεν επί

τοσούτον, ώστε προυτίμα να ζημιωθή μάλλον η πατρίς του παρά

να υπερισχύση ο αντίπαλός του. Τα τοιαύτα παραδείγματα

πωρώσεως της συνειδήσεως προερχομένης εξ ασβέστου και

αλόγου φατριαστικού πάθους είδομεν δυστυχώς

επαναλαμβανόμενα και εις τους νεωτέρους χρόνους, με την

διαφοράν όμως ότι οι μέχρις αυτού του σημείου

παρεκτρεπόμενοι δεν είχον την αξίωσιν να θεωρώνται και ν'

αποκαλώνται δίκαιοι.

Αλλά τίνα ανάγκην έχομεν μαρτύρων, αφού έχομεν την

ομολογίαν αυτού του παθόντος, του Αριστείδου αυτού! Ναι,

κύριοι ο παθών εν στιγμή τινι εξάψεως, εν στιγμή ιδιαιτέρας

ψυχολογικής καταστάσεως, κατά την οποίαν και η μάλλον

πεπωρωμένη καρδία αισθάνεται την ανάγκην να λαλήση εν

ειλικρινεία, ωμολόγησεν αβιάστως την αλήθειαν. Προ μικρού

είχε λήξει η εκκλησία του λαού· οι δύο αντίπαλοι είχον

παραστή και παλαίσει διά του λόγου ενώπιον του πλήθους. Ο

Θεμιστοκλής προέτεινε φρόνιμόν τι μέτρον και ο Αριστείδης

κατά το σύστημά του τον αντέκρουσεν, η δε γνώμη του

υπερίσχυσε παρά τω αστάτω και παλιμβούλω δήμω. Και ηυφράνθη

μεν αμέσως επί τη νίκη, αλλ' ότε απήρχετο μετά των φίλων

του, η συναίσθησις της αξιομέμπτου πράξεώς του εκυρίευσεν

αίφνης την ψυχήν του και μία ειλικρινής ομολογία εξήλθεν

από τα χείλη του: «Δεν υπάρχει σωτηρία, είπε, διά τα

πράγματα των Αθηναίων, αν δεν αποφασίσουν να ρίψουν εις το

βάραθρον και εμέ και τον Θεμιστοκλή». Προσέξετε εις τους

βαρυσημάντους τούτους λόγους, κύριοι· αναμετρήσατέ τους

καλώς. Ο δίκαιος Αριστείδης θεωρεί εαυτόν άξιον του

βαράθρου· εάν ήτο τω όντι άξιος τοιαύτης καταδίκης

επιβαλλομένης εις τους κακούργους, τότε κατά πόσον ήτο

δίκαιος; και αν δεν ήτο άξιος, τότε διατί ο δίκαιος αυτός

να καταδικάση εαυτόν; Από το δίλημμα τούτο εις το οποίον

τον ενέβαλεν η ιδία αυτού ομολογία, δεν δύναται να διαφύγη

ο Αριστείδης με όλην την ιησουιτικήν ευστροφίαν του

πνεύματός του.

Τας σκέψεις ταύτας δεν κάμνω μόνος εγώ, ο αυτόκλητος

συνήγορος· εγεννήθησαν βεβαίως αύται και εις το πνεύμα των

Αθηναίων, οι οποίοι σύγχρονοι όντες και ενήμεροι εις τα

συμβαίνοντα, οξύνοι δε και ευφυέστατοι υπέρ πάντας τους

προϋπάρξαντας και επιγενομένους λαούς, ηδύναντο να εκτιμούν

τα πρόσωπα και τα πράγματα πολύ ορθότερον ημών, των

εξεταζόντων αυτά μετά πάροδον εικοσιτριών όλων αιώνων. Ο

δήμος μετά τα Μηδικά, μεγαλοφρονών, ως λέγει ο Πλούταρχος,

και συναισθανόμενος ότι ήτο εξευτελιστικόν δι' αυτόν είς

ανήρ ανακόλουθος εν τη αρετή του να διευθύνη κατά βούλησιν

τα κοινά, απεφάσισε να τον εξοστρακίση. Πρέπει δε να ήτο

πολύ διαδεδομένη η τοιαύτη ιδέα, αφού διά να εξοστρακισθή

τις απητείτο να δώσουν περί τούτου την ψήφον των

εξακισχίλιοι πολίται. Τούτο και εγένετο· ο λαός συνελθών

εξοστράκισε τον Αριστείδην, κατά την ψηφοφορίαν δε συνέβη

το πολυθρύλητον ανέκδοτον, ένεκα του οποίου ο πελάτης μου

εκαθέσθη επί τοσούτον ήδη χρόνον εις το εδώλιον του

κατηγορουμένου. #Ήτο ούτος «των αγραμμάτων τις και παντελώς

αγροίκων», κατά την έκφρασιν του Πλουτάρχου, εκ των

κατοικούντων ίσως εις τους αγροτικούς των Αθηνών δήμους,

ανήρ άξεστος και τους τρόπους απέριττος, αλλά κεκτημένος

εμφύτως σύνεσιν και πνεύμα πρακτικόν, εκ των τύπων τους

οποίους απηθανάτισεν ο Αριστοφάνης, και εις το χονδρόν

κρανίον των οποίων κατέφευγεν η φρόνησις, ότε τα άλογα

πολιτικά πάθη επεσκότιζον την διάνοιαν των Αθηναίων αστών.

Παρευρίσκετο μετά των άλλων πολιτών εκεί και, επειδή ήτο

αγράμματος, παρεκάλεσε τον πρώτον εντυχόντα να εγγράψη αντ'

αυτού εις το όστρακόν του το όνομα του Αριστείδου. Η

σύμπτωσις ηθέλησεν ώστε ο πρώτος ούτος εντυχών να είνε ο

ίδιος Αριστείδης, όστις απορήσας τον ηρώτησεν αν ο ανήρ τον

οποίον ήθελε να εξοστρακίση τον έβλαψέ ποτε. «Όχι,

απήντησεν ο πελάτης μου, ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ'

ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων».

Αυτό, κύριοι, είνε το μόνον έγκλημα του κατηγορουμένου. Δι'

αυτό το μόνον επί τόσους αιώνας υπέστη τα σκώμματα, την

χλεύην, το όνειδος σύμπαντος του μετέπειτα πολιτισθέντος

κόσμου. Και όμως μελετήσατε τους λόγους αυτούς, εμβαθύνατε

εις την ενεχομένην εις αυτούς έννοιαν και κρίνατε αν ο

ατυχής ανώνυμος πελάτης μου ήτο άξιος τοιαύτης καταδίκης.

Τι είπεν επί τέλους; ότι ηνωχλείτο τον Δίκαιον πανταχού

ακούων. Και δεν είνε τάχα ορθόν; δεν είνε φυσικόν τούτο;

δεν είνε το ανθρωπινώτατον των αισθημάτων; Όταν εν πόλει

περιεχούση τόσους εξόχους νόας, τόσους εναρέτους και

μεγαλοπράγμονας πολίτας, είς μόνος ανήρ προβάλλη εις το

μέσον επιδεικτικώς αντιποιούμενος τον τίτλον του Δικαίου,

δεν κηρύττει αναφανδόν ότι πάντες οι λοιποί συμπολίται του

είνε άδικοι; Έπειτα, κύριοι, αυτοί οι τιμητικοί τίτλοι,

αυτά τα πομπώδη επίθετα, αυτά τα χρυσόβουλλα τα αποδιδόμενα

παρά των συγχρόνων κολάκων είτε παρά του συναρπαζομένου εκ

των κατ' επιφάνειαν φαινομένων και πάντοτε επιπολαίως

κρίνοντος πλήθους προς επιφανείς πολιτικούς άνδρας, πάντοτε

σχεδόν απεδείχθησαν ψευδή και ανάρμοστα, η δε αμερόληπτος

Ιστορία έρχεται κατόπιν και τα σχίζει και τα μυκτηρίζει.

Εάν από τους χρόνους της αθηναϊκής ευκλείας μεταπηδήσωμεν

εις εποχήν περίφημον και θυελλώδη των νεωτέρων χρόνων, θα

ίδωμεν ότι από της αρχής της Γαλλικής Επαναστάσεως μέχρι

της 9 Θερμιδώρου όλοι οι Γάλλοι απεκάλουν τον Μαξιμιλιανόν

Ροβεσπιέρρον αδιάφθορον. Αλλά τα έγγραφα τα εξετασθέντα

παρά του Κουρτοά και η Κριτική Ιστορία απέδειξαν αυτόν

απεναντίας λίαν διεφθαρμένον. Κατά την αυτήν εποχήν έτερός

τις πολιτικός ανήρ, δευτερεύον διαδραματίσας, αλλ' επίσης

αιματηρόν μέρος, ο Βαδιέ, απεκαλείτο κοινώς l' homme aux

soixante ans de vertu· και όμως ο επί εξηκονταετίαν

ενάρετος αυτός ανήρ απεδείχθη ότι έπεμψεν εις το ικρίωμα

ολόκληρον αθώαν οικογένειαν διότι ηρνήθη να συγγενεύση δι'

αγχιστείας μετά του υιού του! Την πλάνην του πλήθους

εγίνωσκεν ο φύσει ορθοφρονών πελάτης μου, καίτοι δεν είχε,

κατά πάσαν πιθανότητα, αναγνώσει την ιστορίαν της Γαλλικής

Επαναστάσεως, πρώτον διότι ήτο αγράμματος και δεύτερον

διότι την εποχήν εκείνην δεν είχεν εκδοθή το βιβλίον του

ακαδημαϊκού Ταιν. Την εγίνωσκεν εκ πείρας, εξ ορθής

αντιλήψεως και σαφούς εκτιμήσεως των πραγμάτων και ήχθετο

και ηνωχλείτο διά την επωνυμίαν. Και πώς ήτο δυνατόν,

κύριοι, να μη ενοχληθή, να μη δυσανασχετήση ακούων

πανταχού, εν ταις εκκλησίαις, εν τοις ναοίς, εν τη αγορά,

εν τοις θεάτροις, εν τοις θερμοπωλείοις, εν τοις κουρείοις

την φήμην αυτήν περί του Δικαίου, την τόσω ασυμβίβαστον

πολλάκις με τα πράγματα, το επίθετον αυτό το απανταχού

περιβομβούν και πλήττον δυσαρέστως την ακοήν του ως

διασύρον την υπόληψιν ολοκλήρου πόλεως; Πώς ήτο δυνατόν ο

τίμιος αυτός και μετριόφρων πολίτης να μη αγανακτήση επί

τέλους διά την ύβριν την γινομένην προς τους συμπολίτας

του, όπως ηγανάκτησαν και τόσαι άλλαι χιλιάδες Αθηναίων,

οίτινες μολονότι ενέγραψαν επίσης το όνομα του Αριστείδου

εις τα όστρακά των, δεν εκακίσθησαν τοσούτον απηνώς υπό της

Ιστορίας όσον ο ταλαίπωρος πελάτης μου; εάν ήτο πράγματι

δίκαιος και μεγαλόφρων ο Αριστείδης, πρώτος αυτός ώφειλε να

ενοχληθή και πρώτος να επιζητήση παντί σθένει την

παρακώλυσιν της διαδόσεως του τόσον προσβλητικού διά τους

άλλους τίτλου. Η Σύγκλητος της Ρώμης θέλουσά ποτε να

βραβεύση τον ύπατον Δουίλιον, πρώτον εκ των Ρωμαίων

ναυμαχήσαντα και κατατροπώσαντα τους Καρχηδονίους,

απένειμεν εις αυτόν έκτακτον και παράδοξον τιμήν, ορίσασα

όπως, κατά την έξοδον αυτού εκ της οικίας του εν οιαδήποτε

ώρα, διαρκώς παρακολουθή αυτόν αυλητής &φυσών& τον αυλόν

του. Ο νικηφόρος στρατηγός κατ' αρχάς τα μάλα επήρετο και

ενηβρύνετο διά την τιμητικήν ταύτην συνοδίαν αλλά του

χρόνου προϊόντος η αδιάκοπος αύτη μελωδία ήρχισε να

καθίσταται οχληρά και εις αυτόν τον ίδιον και εις τους

γείτονας και εις τους διαβάτας· ότε δε είδεν ότι δεν

ηδύνατο ούτε εν ώρα νυκτός να εξέλθη, δι' ερωτικήν,

υποτεθείσθω, και μυστηριώδη εκδρομήν, χωρίς να τον

παρακολούθηση η θορυβώδης αύτη σκιά και να εξέλθουν όλοι οι

παροικούντες εις τα παράθυρα διά να τον ανευφημήσουν,

εδέησε να ζητήση ως χάριν παρά της Συγκλήτου όπως τον

απαλλάξη της τιμής ταύτης. Αλλ' ο Δουίλιος ήτο φιλότιμος

στρατιώτης, ενώ ο Αριστείδης ήτο επιτήδειος πολιτικός και

με την πολιτικήν ποτέ δεν συμβαδίζουν η μετριοφροσύνη και η

ειλικρίνεια, ειμή όταν πρόκειται να οδηγήσουν αυτήν εις την

δυσμένειαν και την απώλειαν.

Διότι, κύριοι, ο θέλων να διακριθή διά των πράξεών του

οφείλει ν' αποβλέπη όχι μόνον εις το εξ αυτών ηθικόν

κέρδος, αλλά και εις τα καθήκοντα, τα οποία η θέσις αυτού

του επιβάλλει. Το πρώτον δε και στοιχειωδέστατον των

καθηκόντων τούτων είνε να τηρή απέναντι των άλλων στάσιν

τοιαύτην, ώστε να μη τιτρώσκεται διά της υπεροχής του η

φιλοτιμία και η αξιοπρέπεια αυτών. Παραδέχομαι προς στιγμήν

ότι ο Αριστείδης ήτο ο δικαιότατος των ανθρώπων, ότι τα

διαδοθέντα περί αυτού ήσαν στυγεραί συκοφαντίαι των εχθρών

του, ότι ήσκησεν αδόλως την αρετήν, ότι ενήργησεν αείποτε

εν χρηστώ τω συνειδότι, ότι προσηνέχθη εντίμως προς τους

πολιτικούς του αντιπάλους, ότι ευηργέτησε πολυειδώς και

πολυτρόπως την πατρίδα του· Έστω· αλλ' ήτο τάχα ανάγκη

αυτάς τας εκδουλεύσεις και τας αρετάς του να τας

διατυμπανίζη αενάως, να τας κηρύττη διαρκώς διά στόματος

των φίλων και οπαδών του — κρίμα ότι δεν είχε και ιδικήν

του εφημερίδα! — να διατηρή επιτηδείως διαρκή και οχληράν

&ρεκλάμαν& θαυμασμού προς το υποκείμενόν του; Είνε αληθές

ότι πολλάκις η αγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τον

ευεργέτην είνε οκνηρά και απρόθυμος και έχει ανάγκην

κινήτρου. Κάποτε μάλιστα αι σχέσεις της ευγνωμοσύνης προς

την ευεργεσίαν είνε όλως διόλου χαλαραί και το ποιόν αυτών

εχαρακτήρισε δι' ευφυεστάτου μύθου ο Τουργκένιεφ. Εώρταζέ

ποτε ο Ύψιστος εν ουρανοίς και προσεκάλεσεν εις εσπερίδα

πάσας τας Αρετάς. Πάσαι συνδιελέγοντο οικείως και

φιλοφρόνως, εκτός δύο αι οποίαι ουδεμίαν αντήλλασσον προς

αλλήλας λέξιν. Ο επουράνιος οικοδεσπότης το παρετήρησε και

επλησίασεν αυτάς.

— Πώς! δεν γνωρίζεσθε; ηρώτησε μετ' απορίας. Να σας κάμω

να γνωρισθήτε.

Και λαμβάνων την χείρα εκατέρας είπε παρουσιάζων την μίαν

προς την άλλην:

— Απ' εδώ είνε η κυρία Αγαθοεργία και απ' εδώ η κυρία

Ευγνωμοσύνη.

Πλην αν τούτο συμβαίνη ενίοτε, πολύ συνηθέστερον συμβαίνει

το σντίθετον. Ο ευεργετών υπερτιμών την αξίαν της πράξεώς

του επαίρεται αναρμόστως και υψηλοφρονεί δι' αυτήν.

Περιφρονών το ευαγγελικόν παράγγελμα, την διασαλπίζει

πανταχού διατόρως [78], την εξυμνεί, την μεγαλοποιεί και

απαιτεί αγερώχως το θυμίαμα των εγκωμίων. Προς ουδέν

λογιζόμενος την φιλοτιμίαν του ευεργετουμένου αξιοί να

βλέπη αυτόν αιωνίως κύπτοντα υπό το βάρος της ευγνωμοσύνης.

Εν τοιαύτη δε περιπτώσει, κύριοι, η υπερήφανος αγανάκτησις

του καταπιεζομένου εξεγειρομένου και ζητούντος ν' απαλλαγή

παντοιοτρόπως του αφορήτου αυτού ζυγού της ευγνωμοσύνης,

δεν είνε αχαριστία, όπως δεν είνε αρετή η υπό τοιαύτας

συνθήκας, με τοιαύτας αξιώσεις και εκ τοιούτων σκοπών

γινομένη αγαθοεργία. Και αν ο έξοχος ρώσος συγγραφεύς

έπλασεν ένα ευφυά μύθον περί της πρώτης περιστάσεως, ο

ευφυέστατος ελληνικός λαός έπλασε περί της δευτέρας άλλον

μύθον, επίσης χαρίεντα. Πλούσιός τις και κενόδοξος επορεύθη

εις την αγοράν την παραμονήν της επισήμου θρησκευτικής

εορτής, όπως αγοράση τα χρειώδη της εορτασίμου ευωχίας. Ενώ

ηγόραζεν άφθονα και εκλεκτά τα όψα, παρετήρησεν εκεί που

ιστάμενον πτωχόν γείτονά του, όστις έβλεπε περιλύπως την

θορυβώδη της αγοράς κίνησιν και εθλίβετο διότι εστερείτο

χρημάτων όπως προμηθευθή και αυτός κάτι. Η καρδία του

πλουσίου συνεκινήθη, αγοράσας δ' εκ του κρεοπωλείου τα

εντόσθια αμνού τα έδωσε προς τον πένητα λέγων:

— Πάρε και συ αυτά να πασχάσης αύριον.

Ο πτωχός άνθρωπος έλαβε το δώρον ευχαριστών τον γείτονά

του. Μετά δύο ημέρας τον συνήντησεν ούτος και τον ηρώτησεν:

— Ε! πώς επεράσατε με τα εντόσθια;

— Καλά, αυθέντη μου, απήντησε ταπεινώς ο πτωχός. Εφάγαμεν

με την οικογένειάν μου χάρις εις την γενναιοδωρίαν σας και

ήπιαμεν ένα ποτήρι κρασί εις την υγείαν σας.

Το πράγμα έως εδώ ηδύνατο να λήξη. Αλλ' όχι· ο πλούσιος

επέμενεν. Εξηκολούθει να του υπομιμνήσκη διαρκώς την

ευεργεσίαν του. Οσάκις τον συνήντα, τον ηρώτα μεγαλοφώνος —

Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .

Ο ταλαίπωρος ευεργετηθείς κατ' αρχάς εμειδία και απήντα

ευχαριστών, έπειτα εστενοχωρήθη, κατόπιν ησχύνθη, μετά

ταύτα ηγανάκτησε και εις το τέλος εξηγριώθη. Επήγεν εις

τους γνωρίμους του, εδανείσθη, εχρεώθη, εζήτησεν ως επαίτης

ολίγα χρήματα, ηγόρασε τα εντόσθια του αμνού και κρατών

αυτά όπισθέν του και εστάθη εις την οδόν καραδοκών την

διέλευσιν του ευεργέτου του. Ότε εφάνη ούτος, τον ηρώτησε

με την συνήθη προστατευτικήν του έπαρσιν:

— Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .

— Πάρε τα οπίσω, ανέκραξεν ο πένης ρίπτων κατά πρόσωπον

του αφορήτου δωρητού τα εντόσθια· πάρε τα και ξεφορτώσου

με.

Ούτω περίπου έχουν τα πράγματα και κατά την υπόθεσιν του

Αριστείδου. Η υπόθεσις αύτη ανειλίχθη ενώπιον υμών, κύριοι,

εν πάσα λεπτομερεία. Έχετε υπ' όψιν υμών πάντα τα γεγονότα·

σταθμίσατε αυτά καλώς και κρίνατε. Το επ' εμοί είμαι

βέβαιος ότι η πεφωτισμένη υμών κρίσις θ' αθωώση τον πελάτην

μου και θ' απαλλάξη αυτόν της καταισχύνης, η οποία τον

βαρύνει επί τόσους αιώνας. Ανέλαβον εν πεποιθήσει και άνευ

συμφέροντος την υπεράσπισιν του αδικουμένου. Εάν ημάρτησα,

εάν η πράξις μου θεωρηθή ιερόσυλος ασέβεια προς την μνήμην

ενός των ενδοξοτάτων προγόνων μας, τιμωρήσατέ με,

εξοστρακίσατέ με. Εν ημέραις κατά τας οποίας ο δήμος

Αθηναίων αποφασίζει να δαπανήση υπέρ της καθαριότητος της

πόλεως πεντακισχιλίας δραχμάς και να μας προφυλάξη διά του

ποσού τούτου από την χολέραν, η ιδέα του εξοστρακισμού

διόλου δεν με πτοεί. Άλλως τε έχω την ελπίδα ότι μετά

εικοσιτρείς αιώνας θα ευρεθή τις ως εγώ, μη έχων τι

καλύτερον να πράξη και θ' αναλάβη εις μέλλον &ημερολόγιον&

μέλλοντος Σκόκου την υπεράσπισιν του διά της αποφάσεώς σας

αδικηθησομένου τυχόν συνηγόρου.

ΟΠΟΙΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Δωμάτιον φοιτητού. Θύρα εις το βάθος και παρ' αυτήν

παράθυρον· προς τα δεξιά έτερον παράθυρον ανοικτόν· προς τ'

αριστερά θύρα κλεισμένη. Μία κλίνη εις μίαν γωνίαν

αποκρυπτομένη εν μέρει από έν paravent. Τραπέζιον με

βιβλία, δύο καρέκλαι, ένα σεντούκι.

(Αιρομένης της αυλαίας φαίνεται ο ΝΙΚΟΣ φορών κοιτωνίτην

παλαιόν, περιερχόμενος τα διάφορα μέρη του δωματίου και

ερευνών μετ' άκρας ανησυχίας και δυσφορίας)

ΝΙΚΟΣ

Τίποτε! πουθενά . . . έγιναν άφαντα! &(Ερευνά υπό την

κλίνην, υπό το τραπέζιον, όπισθεν του κιβωτίου)&. Ούτε

ίχνος! . . . Μα τι έγιναν επί τέλους τ' αναθεματισμένα;

&(Προχωρεί εις την θύραν και σύρει τον μοχλόν)&. Η θύρα ήτο

κλειστή! . . . ο σύρτης βαλμένος. Κανείς δεν εμβήκε μέσα! .

. . Μα αυτό καταντά μαγεία, λεκανομαντεία, υπνωτισμός! . .

. Καλέ, τα ρούχα μου! . . . τα ρούχα μου τα καινούργια . .

. τα μονάκριβα, ποίος μου τα επήρε; . . . τι έγιναν;

&(Τριγυρίζει πάλιν)&.

Θεέ μου! μου έρχεται να χάσω τον νουν μου. Είμαι έξυπνος ή

κοιμούμαι; είμαι στα σωστά μου ή μου έστριψε η βίδα; Ας

σκεφθώ λιγάκι διά να ενθυμηθώ. &(Στέκει και συλλογίζεται)&.

Χθες το βράδυ οπού επέστρεψα εις το δωμάτιόν μου, τα

εφορούσα ή δεν τα εφορούσα; Πώς δεν τα εφορούσα! . . . Αμ'

τι! ήθελα να γυρίζω εις τους δρόμους ωσάν τον πρωτόπλαστον;

ε! από εκείνην την εποχήν της κοσμογονίας, οπού μία συκιά

εχρησίμευεν ως εμπορορραπτικόν κατάστημα, ο Θεός έπλασε

χίλια δυο πράγματα καινούργια και μεταξύ των άλλων τα

κρατητήρια της Αστυνομίας και το Φρενοκομείον. Λοιπόν είχα

τα ρούχα μου . . . Τα είχα, είμαι βέβαιος, αδελφέ! ήλθα

μέσα σιγά σιγά μάλιστα, διά να μη με πάρη μυρωδιά η

σπιτονοικοκυρά μου, η οποία όμως μ' εκατάλαβε κ' εξερόβηξε

. . . ας είνε! άναψα το κερί και τα έβγαλα, εδώ τα ρούχα

μου. &(Δεικνύει έν μέρος εντός του δωματίου)&. Και με τι

προσοχήν μάλιστα τα έβγαλα, διά να μη τσαλακωθούν, επειδή

ήσαν βρεγμένα! . . . Ενθυμούμαι κάλλιστα ότι ήθελα να τ'

απλώσω έξω να στεγνώσουν, αλλά έπειτα διά παν ενδεχόμενον

τα ετοποθέτησα εδώ, επάνω εις την καρέκλαν . . . σιμά εις

το παράθυρον, το οποίον αφήκα ανοικτόν. &(Τύπτει το μέτωπον

διά της παλάμης, ως να του επήλθεν αιφνιδίως σκέψις).& Α! .

. . α! τώρα εκατάλαβα! . . . δυστυχία μου! . . . μου τα

έκλεψαν οι λωποδύται με την νέαν μέθοδον του αγκιστρίου!

Έτσι είνε χωρίς άλλο! . . . τι σκοτίζομαι! . . .

Εφευρετικοί άνθρωποι ως τόσον αυτοί οι λωποδύται! κάθε

ημέραν και από μίαν μέθοδον ξετρυπώνουν! Σου λέγουν ότι

έχομεν αστυνομικούς κλητήρας οπού δεν αξίζουν· μα, αν

ήξιζαν τίποτε οι κλητήρες μας, να είσθε βέβαιοι ότι οι

λωποδύται θα εύρισκαν καμμίαν μέθοδον να τους κλέψουν και

αυτούς!

Ορίστε! όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά, λέγει μια

παροιμία· αμ δε; . . . ιδού οπού οποίος φυλάει τα ρούχα του

τα χάνει όλα! . . . Αχ! . . . εκείνη κακό χρόνο νάχη,

εκείνη η Σταματίνα . . , η Σταυρούλα . . . η Μαρίκα . . .

πώς περίδρομο τη λένε; η υπηρέτρια, καλέ, του δικηγόρου εδώ

παρακάτω η Σοφία . . . α ναι! . . . εκείνη μου τα φταίει

όλα! Μία εργολάβα! . . . Θεέ, φύλαττε ! . . . Ενώ τα είχε

τόσο καλά μ' εμένα και τα είχε ψημένα μαζί μου, έκανε γλυκά

μάτια και με τον Δήμον, ένα επιλοχίαν, και Κύριος οίδε με

πόσους άλλους ουλαμούς και ενωμοτίες! . . . Καλά οπού

είμεθα φίλοι με τον Δήμον και μου το εξεμυστηρεύθη.

Απεφασίσαμεν να λύσωμεν την διαφοράν μας δι'

αντιπαραστάσεως, δηλαδή να ερωτήσωμε την ιδίαν ποίον από

τους δύο μας θέλει να εκλέξη, εμέ τον Νίκον, ή τον Δήμον,

και τα εν Νίκω μη εν Δήμω. Την επεριμέναμεν εις το

αντικρυνό καφενείον και ήλπιζα να κάμω φιγούρα με τη

ρημαδιακή την καινούργια φορεσιά! . . . Όταν την είδα εις

το παράθυρον της κουζίνας, ήτον επάνω που βράδυαζε, έδωσα

το σύνθημα: Σοφία, ορθοί! . . . και επροχωρήσαμεν εν

παρατάξει μάχης και εσταθήκαμεν αποκάτω από το παράθυρον.

Πιάνομεν το τραγούδι: &Γαλιάνδρα μου, χρυσό πουλί! . . . &

προβαίνει αυτή εις το παράθυρον. Τότε αρχίζει ο Δήμος; —

Αχ! μου μάρανες τα τζιέρια! . . . — Αρχίζω εγώ: — Αχ! μ'

έφαγες! — Να χαθήτε, σιχαμένοι! . . . απαντά η Σοφία απ'

επάνω. Φαίνεται ότι αυτή η συμμαχία δεν της άρεσε διόλου

και όταν ηθελήσαμεν να προκαλέσωμεν την εξήγησιν, δεν

εβράδυνε διόλου να μας δώση την απάντησιν, η οποία

συνίστατο . . . εις μίαν τόσην μεγάλην λεκάνην, με την

οποίαν μας επερίχυσε. Τι περιείχεν η λεκάνη, μάρτυς μου ο

Θεός ότι δεν είδα, αλλά βεβαίως δεν ήτο ανθόνερον! Ο Δήμος

έγινε μούσκεμα· ωμοίαζε με έμψυχον σιντριβάνι. Εγώ, κάτι

λιγώτερο, αλλά τέλος πάντων αρκετά λουσμένος και εγώ. Τι να

κάμωμε τότε; ήτο και φόβος μην το πάρη χαμπάρι η γειτονιά

και γίνωμε ρεζίλι. Επήραμε τα βρεμένα μας κι' από δώθε παν

οι άλλοι! . . . Τώρα, αν αυτή η στρίγγλα μας έδιδε καμμίαν

άλλην απάντησιν, στερεάν και όχι υγράν, δεν θ' αναγκαζόμουν

να βάλω τα ρούχα μου εις το παράθυρο διά να στεγνώσουν και

να πάθω αυτήν την συμφοράν. Αχ! . . . έννοια σου, καϊμένη,

και θα μου την πληρώσης! &(Περιπατεί σκεπτικός εντός του

δωματίου)&

Καϊμένα ρούχα! . . . τόσον εύμορφα, τόσον καλοφτιασμένα,

τόσον κομψά! . . . Και να συλλογίζωμαι ότι δεν τα επλήρωσα

ακόμη και Κύριος οίδε πότε θα τα πληρώσω! . . . και να

συλλογίζωμαι ότι από τα χθες επρόσθεσα μίαν ακόμη γραμμήν

εις το λαβυρινθώδες λοξοειδές δρομολόγιον, το οποίον

ακολουθώ καθ' εκάστην εις τας εξόδους μου! . . . Ο καϊμένος

ο θείος μου, άνθρωπος αγαθός και θεοφοβούμενος, άλλο δεν

μου έλεγεν έως την τελευταίαν στιγμήν της αναχωρήσεώς μου,

παρά να κάμνω πάντοτε τα χρέη μου και ν' ακολουθώ την

ευθείαν οδόν. Την πρώτην συμβουλήν την ηκολούθησα πιστώς κ'

έκαμα χρέη πολλά . . . όσα ημπορούσα ! . . . Αλλά ύστερ'

απ' αυτό δεν μου ήτο δυνατόν να εκπληρώσω την δευτέραν του

συμβουλήν περί της ευθείας οδού. Όταν εξέρχωμαι, πιάνω

πραγματικώς τον ίσιον δρόμον και φθάνω μέχρις ενός σημείου,

ότε διά μιας ενθυμούμαι ότι δεν πρέπει να περάσω απ' εμπρός

από το ξενοδοχείον, διότι εκεί χρεωστώ μερικά ψιλά. Λοιπόν

— στροφή επί δεξιά! Παίρνω τότε τον άλλον δρόμον ύστερα από

ολίγα βήματα είνε το ζαχαροπλαστείον· άλλο οδόφραγμα. —

Στροφή επ' αριστερά! Προχωρώ . . . παρακάτω, είνε ο

παπουτσής μου! . . . μεταβολή! . . . Υστερώτερα είνε το

κουρείον . . . άλλος ελιγμός! . . . Απ' εδώ πάλιν είνε το

καφενείον, οπού έπαιζα μπιλλιάρδο . . . υποχώρησις! . . .

&(Ενώ ομιλεί, ταυτοχρόνως εκτελεί επί της σκηνής διαφόρους

στροφάς και ελιγμούς).& Και τοιουτοτρόπως αποτελείται μία

γραμμή ατελεύτητος από ζιγκ-ζαγκ, ώστε, διά να υπάγω από

την Νεάπολιν εις το Πανεπιστήμιον, καταντώ πολλάκις να

περάσω από τον Αγιον Φίλιππον.

Και τώρα τι να πράξω; . . . Πώς θα εξέλθω; πώς θα καταβώ

εις τον Πειραιά, διά να υποδεχθώ τον κυρ Θεοφύλακτον και

την δεσποινίδα Θεοδώραν, την μέλλουσαν μνηστήν μου; Μα τι

μου ήλθε χθες να πωλήσω εις τον Εβραίον τα παληά μου ρούχα

διά να έχω χαρτζιλίκι! . . . Δεν ήτο περίφημη η φορεσιά,

αλλά τέλος πάντων, εις την ανάγκην! . . . Και πρέπει να

είνε και αργά! . . Ω Θεέ των πατέρων μου! . . . συ όστις

ωδήγησες τους Εβραίους να περάσουν από την Ερυθράν

θάλασσαν, φώτισε και αυτό το τέκνον του Ισραήλ να περάση

πάλιν απ' αυτόν τον δρόμον. &(Ακούεται εις την οδόν φωνή

πλανοδίου Ιουδαίου:&Π α λ η ά ρ ο ύ χ' α γ ο ρ ά ζ ω). Α!

νάτος! . . . Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! σ' ευχαριστώ, διότι με

εισήκουσες, σ' ευχαριστώ, διότι επιτρέπεις να ευρεθή ένας

άνθρωπος, ο οποίος γδύνει όλον τον κόσμον, διά να ενδύση

εμέ! &(Ορμά εις το ανοικτόν παράθυρον και φωνάζει).& Ε συ!

. . . Ανανία! . . . Μελχισεδέκ! . . . Ιεροβοάμ! πώς σε λεν!

. . . έλα εδώ! . . . Εδώ ναι! . . . Μπα! είνε ο ίδιος ο

χθεσινός . . . νά και η παληά μου φορεσιά, που την έχει

στον ώμον του. Τι ευτύχημα! τουλάχιστον θα είνε τα ιδικά

μου ρούχα και θα μου ταιριάζουν! . . . Πόσον θέλεις δι'

αυτά τα ρούχα; . . . Αυτά ναι! . . . Τριάντα πέντε φράγκα;

. . . Τρομάρα να σούλθη! . . . Δεν σου τα επούλησα, βρε,

εγώ ο ίδιος εχθές διά δεκαπέντε; Αν ήξευρα πως η αξία των

ρούχων μου αυξάνει καθ' εκάστην κατά ένα εικοσόφραγκον, θα

τ' άφηνα επάνω μου σαράντα χρόνια! Δεν κάνει είκοσι; . . .

Εικοσιπέντε; Όχι; . . . Τι να γίνη! . . . Δεν είνε τώρα ώρα

για παζάρια . . ας είνε! . . . στάσου! . . . &(Στρέφεται

και παρατηρεί προς την θέσιν, ένθα υπήρχαν τα κλαπέντα

ενδύματά του).& Ω! . . . και το πορτοφόλι; . . . Ήτο μέσα

εις την τσέπη του ρούχου οπού μου έκλεψαν . . . Πάει κι'

αυτό! . . Και το ρολόγι μου; . . . και αυτό το είχα αφήσει

εις το γελέκο μου! . . . Ω δυστυχία μου! . . . &(Τραβά τα

μαλλιά του).& Τώρα τι θα κάμω; &(Επιστρέφει πάλιν εις το

παράθυρον).& Δεν μου τα δίνεις και να περάσης αύριον να σε

πληρώσω; Στάσου, βρε, μη φεύγης! . . . &(Στρέφεται πάλιν).&

Τι να του δώσω! . . . &(Επιστρέφει εις το παράθυρον).& Σου

δίνω το στρώμα μου . . . &(Στρέφεται πάλιν, αρπάζει βιβλία

τινά από το τραπέζι και επιστρέφει εκ νέου εις το

παράθυρον).& Νά! . . . σου δίδω και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . .

. να μάθης, κακομοίρη, και ολίγη δικαιοσύνη, οπού δεν

ηξεύρεις από που κρατεί η σκούφια της . . . Σου υπόσχομαι

να σου δώσω και είκοσι φράγκα ακόμη . . . σου δίδω

συνάλλαγμα!.. Σου το ορκίζομαι εις την Παλαιάν Διαθήκην . .

. εις εκείνην την διαθήκην, οπού έχει κάμει ο θείος μου προ

πέντε ετών και μου αφήνει όλα τα υπάρχοντά του . . .

Φεύγεις στάσου, βρε, στάσου. . . . Αχ, ο τσιφούτης του

διαβόλου, έφυγε! . . . Που να έχης την λέπραν του Γιεζεΐ

και την αγχόνην του Ιούδα! . . . &(Επιστρέφει εκ του

παραθύρου και καταπίπτει εξαντλημένος επί μιας έδρας).&

Ορίστε τύχη! . . . ορίστε συμβάν! . . . μα αυτό καταντά

φαντασμαγορία! . . , Και το ατμόπλοιον τώρα πρέπει να

έφθασεν εις τον Πειραιά. Δεν ηξεύρω τι ώρα είνε ακριβώς,

επειδή μου επήραν και το ρολόγι, αλλά βέβαια πρέπει να είνε

αργά; Θα ήλθε αφεύκτως ο κύριος Θεοφύλακτος και η κόρη του,

αφού μου ετηλεγράφησαν από χθες ότι επεβιβάσθησαν. Τι θα

ειπούν, οπού δεν επήγα να τους υποδεχθώ εις το ατμόπλοιον,

όπως είχαμεν συμφωνήσει; . . . Μα μπορεί να χαλάση και ο

γάμος. . . . Να χάσω την προίκα, να χάσω και την Θεοδώραν!

. . . τέτοιο κορίτσι αφράτο. Δεν πιστεύω ν' ασχήμισε από τα

πέρυσι οπού την είδα! . . . μόνον πως είνε κομματάκι

προωδευμένη εις τες ερωτοδουλειές . . . Εντός τεσσάρων

ημερών αντηλλάξαμεν έξ ραβασάκια . . . Και να ιδής οπού

ημπορούν να ξεκινήσουν να έλθουν εδώ εις το δωμάτιόν μου,

διότι είχα την ανοησίαν να τους γράψω την διεύθυνσίν μου .

. . Να έλθουν να με ιδούν εις αυτό το χάλι σαν τον Ιώβ! . .

, και μάλιστα ύστερα από τας συστάσεις του θείου μου . . .

Διότι φαντάζομαι πώς εσυμφωνήθη αυτό το συνοικέσιον! . . .

Μου φαίνεται πως τους βλέπω τους δύο γέρους εις το

καφενείον του Χατζη-Στάθη, ύστερα από δεκατέσσαρες παρτίδες

τάβλι να συνομιλούν . . . &(Μιμείται)&. Ο θείος μου βγάζει

την ταμπακέραν του, παίρνει μίαν πρέζαν κ' ύστερα μ' ένα

μειδίαμα και με καμάρι αρχίζει:

— Σούχω, π' ορίζεις, κυρ Θεοφύλακτε, έναν ανιψιόν! . . .

μα δεν ηξεύρεις τι πράγμα! . . . μάλαμα! . . . Τι επαίνους

μου λέγουν γι' αυτόν όσοι έρχονται από την Αθήνα! . . . τι

χρυσός νέος! . . . επιμελής, φρόνιμος, οικονόμος . . . όλη

μέρα στη μελέτη . . . από το Πανεπιστήμιο και στο δωμάτιό

του.

Ο κυρ-Θεοφύλακτος, ο οποίος εξασκεί το επάγγελμά του

κηροποιού προ πολλών ετών και έχει καζαντήσει αρκετές

χιλιάδες, και καμμιά φορά αναπληρώνει και τον αριστερόν

ψάλτην εις την Μητρόπολιν, αρχίζει μ' εκείνη τη φωνή, σαν

να έψαλλε το Χερουβικόν.

— Αμ' η κόρη μου, καπετάν Κωνσταντή; τι κορίτσι, ε! . . .

τι τζοβαΐρι! . . , έχει να πη η γειτονιά διά τα προτερήματά

της . . . τι φρονιμάδα! . . . το κατώφλι του σπιτιού της,

που λέγει ο λόγος, δεν το είδε ακόμη! . . .

Ο θείος μου:

— Ε, αφού είν' έτσι, κυρ Θεοφύλακτε, δεν κάμνουμε μια

δουλειά; να τους ταιριάξωμε και να συμπεθερέψωμε; Σαν

παληοί φίλοι που είμαστε να ιδούμε και αυτή τη χαρά στα

γηρατειά μας! . . . Ξεύρεις ότι όλη την περιουσία μου σ'

αυτό το παιδί, τον Νίκον, θα την αφήσω.

Ο κυρ-Θεοφύλακτος με συγκίνησιν:

— Καπετάν Κωσταντή! . . . ευλογημένη νάνε η ώρα οπού το

ακούω από το στόμα σου, γιατί ελογάριαζα εγώ να σου κάμω

αυτήν την ομιλίαν . . . Ξεύρεις ότι κ' εγώ ό,τι εδούλευα

τόσον καιρόν για τη Θεοδώρα μου τα έχω . . .

— Τόκα λοιπόν! — Τόκα! — Οι δύο γέροι μένουν

κατευχαριστημένοι· τραβούν καμπόσες μαστίχες και

αποφασίζουν να κάμη ένα ταξείδι τώρα τον Μάιον ο κύριος

Θεοφύλακτος έως τας Αθήνας, οπού έχει κάτι υποθέσεις και να

πάρη μαζί του και το κορίτσι, «για να ιδή και αυτό μια

σταλιά κόσμο» κ' έρχονται εδώ να ιδούν τον Παρθενώνα, την

Ακαδημίαν και τον γαμβρόν! . . . τον υποφαινόμενον! . . .

Και να έλθουν να μ' εύρουν εις αυτήν την κατάστασιν! . . .

&(Εγείρεται και περιπατεί μετ' αγανακτήσεως).& Α, όχι! . .

. όχι! . . . δεν γίνεται! . . . Το βασίλειόν μου δι' ένα

ίππον! έλεγε κάποιος βασιλεύς. Δίδω κ' εγώ το δίπλωμά μου .

. . εκείνο οπού θα πάρω . . . δι' ένα σουρτούκο και δι' ένα

πανταλόνι . . . Τουλάχιστον να ημπορέσω να εξέλθω, να

δανεισθώ καμμίαν ενδυμασίαν, ολίγα χρήματα . . . Ναι, αλλά

πού να εύρω το σουρτούκο και το παντελόνι; &(Σκέπτεται).&

Μία ιδέα! . . , να ζητήσω από την σπιτονοικοκυρά μου; αυτή

είχε μίαν φοράν άνδρα, όπως λέγει, και τώρα ο συχωρεμένος

θα παρακαλή τον Θεόν εις τον άλλον κόσμον να τον διορίση

επιστάτην εις την πίσσαν της Κολάσεως, διά ν' ανταποδώση

εκεί κάτω εις την καλή του γυναίκα όσα μαρτύρια ετράβηξε

σιμά της εδώ εις την ζωήν! . . . Να της ζητήσω να μου δώση

δανεικό κανένα παληό ρούχο του μακαρίτη; . . . Μα που δεν

έχω το θάρρος; Είνε δυο μέρες περασμένες από το μήνα και

είνε ευκολώτερον να πιάσης φιλία με όλας τας Γοργόνας και

τας Ερινύας της Μυθολογίας παρά με αυτήν, άμα είνε

περασμένος ο μήνας . . . Αυτή, μωρέ μάτια μου, αν εζούσε

στην εποχή του Ιουλίου Καίσαρος, θα τον εμαχαίρωνε πριν του

Βρούτου, διότι έκαμε το έτος να έχη δώδεκα μήνας και όχι

εικοσιτέσσαρας διά να παίρνη νοίκι κάθε δεκαπέντε 'μέρες! ,

. . Αλλά τώρα τι να κάμω;. . ένεκα της ανάγκης θα έμβαινα

και μέσα εις θηριοτροφείον . . . Ας κάμω τον σταυρόν μου

και ας αποταθώ προς αυτήν! . . . Συχωράτε με και ο Θεός

σχωρέσ' σας! . . , &(Σταυροκοπείται και μεταβαίνων ανοίγει

το παρά την θύραν του βάθους παράθυρον).& Κυρα-Μιχάλαινα! .

. . ξεύρεις, μου επήραν τα ρούχα . . . Όχι, καλέ, η

πλύστρα! . . . (Είνε και κουφή ανάθεμά την!) οι λωποδύται!

, . . ναι! . . . Τώρα τι να γίνη! . . . βέβαια! . . . Σε

παρακαλώ, κύτταξε να βρης να μου δώσης δανεικά ό,τι ρούχα

ανδρίκια έχεις του μακαρίτη . . . και κανένα καπέλλο . . .

Έχω ανάγκην να έβγω έξω . . . να καταβώ εις τον Πειραιά,

οπού έρχεται ένας συγγενής μου και μου φέρνει χρήματα . . .

(Ας της είπω αυτό διά να την καλοπιάσω) . . . Τι ώρισες; .

. . το νοίκι; (Στο νου της το έχει η στρίγγλα!). Ακούς

εκεί! . . . τι λόγος! . . . θα σου πληρώσω και μία εξαμηνία

εμπρός! . . . Δεν μπορώ να καταβώ· να μου τα δώσης, σε

παρακαλώ, μ' ένα καλάμι από κάτω . . . από το παράθυρον . .

. &(Στρέφεται και επανέρχεται εις την σκηνήν).& Το έχει,

βλέπετε, η ημέρα, να μπαίνουν και να βγαίνουν τα ρούχα από

το παράθυρον! . . . Μα δεν έχω κ' εγώ κανένα ρούχο; . . .

Μήπως υπάρχει κανένα παληό γιλέκο τουλάχιστον εις το

σεντούκι μου; &(Τρέχει μετά σπουδής και ανοίγει το

κιβώτιον)& Τίποτε! . . . όλο ασπρόρρουχα! . . . ναι και μία

βελάδα [79] . . . &(Εξάγει μίαν παλαιάν βελάδαν

σχισμένην)&. Είνε εκείνη που άφησε ο Λεωνίδας από τις

Απόκριες! . . . Καλά που δεν την ενθυμήθηκα χθες, ειδεμή θα

την έδιδα και αυτήν εις τον Εβραίον, ο οποίος σήμερα θα μου

εζητούσε δι' αυτήν εκατόν φράγκα! . . . Μα τι να την κάμω

την βελάδαν; . . μπορώ να έβγω έξω μασκαράς τώρα τον Μάη;

&(Στρέφεται προς το παράθυρον του βάθους και διακρίνει επί

της άκρας ξύλου μίαν βράκαν και έν κασκέτον της

Εθνοφυλακής)&. Ου! . . . νά τες οι Απόκριες που εγύρισαν

οπίσω! . . . &(Πλησιάζει και τα παραλαμβάνει)&. Μία βράκα!

. . . ένα καπέλλο της Εθνοφυλακής! . . . αυτή είνε όλη η

κληρονομιά του μακαρίτης;. . . τίποτε επωμίδας δεν έχει; .

. . αμφιμασχάλια; αρβύλας; . . . Τι να γίνη, κυρα-

Μιχάλαινα! . . . αφού δεν έχεις άλλο! . . . ευχαριστώ! . .

. &(κατ' ιδίαν)&. Ω! που να σε πνίξουν στο γιαλό, μέσα σε

δαύτη! . . . &(Επιστρέφει εις το προσκήνιον)&. Βράκα! . . .

έλα, Χριστέ και Παναγιά! . . . Μου έρχεται η όρεξις να την

φορέσω για να ιδώ πώς μου πάει . . . &(Αποσύρεται όπισθεν

του paravent, εξάγει τον κοιτωνίτην και την φορεί, ενώ

ταυτοχρόνως ομιλεί).& Μου ήτανε γραφτό και αυτό να το

φορέσω βράκα! . . . Ποίος να μου το έλεγε χθες που εφορούσα

τα καινούργια ρούχα κ' έκανα τον λιμοκοντόρον! Μωρ' αυτό

είνε αερόστατον! . . . &(Εξέρχεται εις την σκηνήν).& Πώς θα

φαίνωμαι! . . . Ε! και ύστερα τι θα βάλω από πάνω; την

βελάδαν; &(Φορεί την βελάδαν)&. Και ακολούθως φυσικά το

καπέλλον της Εθνοφυλακής. &(Φορεί το καπέλλον).& Τώρα είμαι

σωστός! . . . Ορίστε, κύριοι, εις το αξιοπερίεργον τέρας! .

. . μια δεκάρα η είσοδος! . . . Μα μπορεί να έβγω έξω στον

δρόμον έτσι; . . . Εκτός αν θέλω να μη φάνε εις την Αθήνα

αυγολέμονο για ένα μήνα, επειδή όλα τα αυγά και τα λεμόνια

θα πέσουν επάνω μου! . . . Θεέ μου, τι να κάμω και η ώρα

προχωρεί! . . . Τώρα το ατμόπλοιον θα είνε όχι στον

Πειραιά, αλλά στες Παράγκες . . . Δεν υπάρχει κανέν άλλο

μέσον; &(Στρέφεται και κυττάζει την προς αριστερά θύραν)&.

Α! . . . εκεί μέσα, εις το δωμάτιον του γείτονά μου του

Διάκου . . . κάτι ημπορεί να υπάρχη . . , πιθανόν να έχη

τίποτε ρούχα ο Διάκος, διά να εξέρχεται καμμία φορά το

βράδυ χάριν . . . πολιτικής υπηρεσίας. &(Πλησιάζει εις την

θύραν).& Είνε κλειστή . . . αλλά τι με μέλει; θα την σπάσω!

. . . αυτήν την ώραν είμαι ικανός να διαπράξω και κλοπήν

διά ρήξεως, &(Ωθεί βιαίως την θύραν και ανοίγει, εισέρχεται

και εξέρχεται πάραυτα, κρατών έν ράσον και έν

καλυμμαύχιον).& Αλλοίμονον! . . . ατυχία! . . . δεν

υπάρχουν άλλα παρά αυτά! . . . Να μεταμφιεσθώ ως παπάς;

(Εξάγει την βελάδαν και φορεί το ράσον). Δεν μου πηγαίνει .

. . θα με καταλάβουν και τότε θα με σύρουν εις το

κρατητήριον ότι εβγήκα έξω να κλέψω διά της μεθόδου του

παπά! &(Εξάγει το ράσον και φορεί πάλιν την βελάδαν)&. Έτσι

πρέπει να έβγω και ο Θεός βοηθός! . . , έως να καταφύγω εις

το δωμάτιον κανενός φίλου μου και να πάρω δανεικόν κανένα

ρούχον. Έπειτα, το κυριώτερο, πρέπει να μη με εύρουν εδώ,

αν έλθουν έξαφνα ο κυρ-Θεοφύλακτος και η κόρη του . . .

Ναι, αλλ' αυτό το καπέλλον; Να επαναφέρω εγώ τον θεσμόν της

Εθνοφυλακής, αφού κατηργήθη. Τότε θα θεωρηθώ ως επαναστάτης

. . . Άλλος κίνδυνος . . . &(Εξάγει το καπέλλο της

Εθνοφυλακής)&. Ας φορέσω αυτό . . . &(Φορεί το

καλυμμαύχιον)&. Τουλάχιστον αυτό είνε κάλυμμα ειρηνικόν . .

. Ας προσαρμόσω καλά την βράκαν! . . . &(Ενώ διευθετεί την

βράκαν, ακούονται αίφνης βήματα εις την έξω κλίμακα. Ο

Νίκος στρέφεται έντρομος, ότε διά μιας ανοίγεται η θύρα του

βάθους και εμφανίζεται πρεσβύτης φέρων παρά το πλευρόν

τσάνταν και οδοιπορικόν σάκκον εις την χείρα και μία

νεάνις. Ο κύριος επί τη θέα του Νίκου μένει εμβρόντητος,

κραυγάζων: Α, α, α! . . . η νεάνις κρύπτει τα όμματα διά

της χειρός κραυγάζουσα: Ι, ι, ι! . . . Ο Νίκος αναφωνεί:

Ου!.. ου . . . ου . . .) Ο κ. Θεοφύλακτος . . . Ω, ω, ω! .

. . &(Τρέχει να κρυφθή. Πίπτει η αυλαία)&.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελ.

Ο πνευματισμός. . . . . . . . . . . 9

Αναφορά των ουγγρικών ίππων. . . . 25

Statu quo ante . . . . . . . . . . 28

Παιγνιοχάρτων συνδιάλεξις . . . . .31

Νοομαντεία . . . . . . . . . . . . 34

Στόμαχος και εφημερίδες. . . . . . 38

Η μέλαινα νυξ . . . . . . . . . . .40

Να μην τρως καθόλου . . . . . . . .48

Τα δεινοπαθήματα ενός δημάρχου . . 52

Τα σύμβολα . . . . . . . . . . . . 60

Τα κακουργήματα της Αγγέλως . . . .65

Αλλοφροσύνη αιματηρά . . . . . . . 73

Εγχειρίδιον του εκλογέως . . . . . 79

Το Ταχυδρομείον και αι γυναίκες . .82

Ο σοφός χοίρος . . . . . . . . . . 86

Η Θοδώρα . . . . . . . . . . . . . 91

Ο Αντεροβγάλτης . . . . . . . . . .97

Ψυχολογία . . . . . . . . . . . . 102

Οι κύνες της Κωνσταντινουπόλεως . 108

ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ

Η οικογένεια διασκεδάζει . . . 136

Ο ψευτοπόλεμος . . . . . . . . .151

Η εορτή της Ακαδημίας . . . . . 158

Εσπερίς εν Φαλήρω . . . . . . . 161

Φοροφοβία . . . . . . . . . . . 168

Η Βασιλόπιττα του Παραδαρμένου. 173

Ο Δεκάλογος εν ουρανοίς. . . . . .182

Το σφαιρίδιον του Διαβόλου. . . . 188

Η ευτυχία και το υποκάμισον. . . 194

Ο εξοστρακισμός του Αριστείδου. . 210

Όποιος φυλάει τα ρούχα του

(μονόλογος) . . . . . . .223

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ

ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ

ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. Αττικαί ημέραι (διηγήματα και ευθυμογραφήματα

Δρ. 5. —

— Ζητείται υπηρέτης (κωμωδία

μονόπρακτος) 1. —

ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. Ανάλεκτα (κρίσεις και εντυπώσεις 2

τόμ.) 8. —

ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. Ποίος ήτο ο φονεύς τον αδελφού μου. 5. —

Αττικαί ημέραι · 第 4 / 9 题