Ο ξενοδόχος φέρει τον λογαριασμόν: Είκοσι και τριάντα
πέντε.
Ο Λόρδας μεγαλοπρεπώς:
— Παιδιά: κερνώ εγώ απόψε! . . .
Δίδει το χαρτονόμισμα των 25 δραχμών, επευφημούντων μετ'
εκπλήξεως των συνδαιτυμόνων. Οι στρατιώται συγκρούουν τα
ποτήρια:
— Η ώρα η καλή! . . .
Ο Λόρδας μελαγχολικώς κατ' ιδίαν:
— Η ώρα η καλή! . . . αλλά! . . . χωρίς ρολόγι!
ΣΚΗΝΗ Δ'.
Εις την λεωφόρον Πανεπιστημίου. Ο Σταμάτης σπεύδων το βήμα
και αποτεινόμενος προς ένα διαβάτην:
— Κύριε . . . παρακαλώ, τι ώρα έχετε;
Ο διαβάτης φέρων τας χείρας εις τα θυλάκια και κραυγάζων:
— Λωποδύται! . . . βοήθεια!
Ο Λόρδας τρέχων βιαίως και κρυπτόμενος εις το προ του
Πανεπιστημίου άλσος;
— Να σε πάρ' η οργή, μαγκούφη! . . . έβαλε τον κόσμο άνω
κάτω με τες φωνές του! . . . Τι σκοτάδι εδώ πέρα . . .
πίσσα! . . . Να ημπορούσα να ιδώ το ρολόγι! . . . να είχα
φως! . . . Έχω ένα κερί επάνω μου, αλλά σπίρτο; . . .
&(Προχωρεί και διακρίνει εν τω σκότει σκιάν ανθρώπου
καθημένου)&. Πατριώτη, έχεις κανένα σπίρτο; . . . Δεν μιλεί
αυτός! . . . τουλάχιστον δεν μ' επήρε για λωποδύτη! . . .
Δεν ακούς, πατριώτη; &(Πλησιάζει έτι μάλλον)& . . . Μπα,
διάβολε! . . . στον Κοραή μιλούσα! . . .
ΣΚΗΝΗ Ε'.
Εις τον στρατώνα αναγινώσκεται ο κατάλογος της εσπερινής
προσκλήσεως.
— Λόρδας Σταμάτης . . .
— Απών!
Ο επιλοχίας:
— Απών, έ; Κ' έμαθα πως είχε τσιμπούσι ο λιμοκοντόρος! . .
. Σημείωσέ τον. Καλό γλέντι τον περιμένει.
ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.
Εις το μαγειρείον. Η Θοδώρα σύννους παρασκευάζουσα το
δείπνον.
— Τι να έγινε αυτός ο παραλυμένος; Πέντε μέρες έχει να
φανή!
Ο Σταμάτης εμφανιζόμενος:
— Θοδώρα μου! . . . δεν σου τάλεγα; Την έφαγα την πεντάρα!
. . . Μ' έχωσαν στη φυλακή γιατί επήγα αργά στην πρόσκλησι
. . .
— Καλά! . . . μα δεν είχες ρολόγι να ιδής την ώρα;
— Ρολόγι πού να στα λέγω! . . . Επήρα ένα ρολόγι, μα αυτό
το καταραμένο επήγαινε τόσο εμπρός . . . μα τόσο πολύ
εμπρός . . . ώστε . . .
— Ώστε; . . .
— Ώστε . . . δεν ημπορούσα να το ακολουθήσω . . . το έχασα
απ' εμπρός μου . . .
— Έτσι ε . . . . το έχασες; . . . Και δεν μου χανόσουνε
και συ μαζί μ' αυτό; . . .
— Θοδώρα! . . .
— Να χαθής, σου λέω! . . .
— Θοδώρα! . . . &(προσπαθεί να την εξευμενίση διά τρυφερού
εναγκαλισμού)&.
— Γκρεμίσου απ' εδώ! . . . &(αρπάζουσα μίαν σιδηράν
εσχάραν και αμυνομένη).&
— Θοδώρα, είσαι άσπλαγχνη, είσαι θηρίον! . . .
Εξακολουθεί δεινή σύγκρουσις, κατά την οποίαν ο Λόρδας
δεχόμενος κατά κεφαλής μίαν πληγήν εσχάρας και κατά
πρόσωπον μίαν πατσαβούραν με στάχτην τρέπεται εις φυγήν.
ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
Εις την αυλήν του στρατώνος. Ο Σταμάτης Λόρδας αναγινώσκων
κατά μόνας βιβλίον και μονολογών.
— Ωρκίσθην να πάρω ένα ρολόγι . . . Ιδού! . . . έως ν'
αποκτήσω το απαιτούμενον χρηματικόν ποσόν, ηγόρασα ωστόσον
&Ωρολόγιον το Μέγα!& Διαβάζω με ευσέβειαν τους
παρακλητικούς κανόνας και παρακαλώ να φωτίση ο Θεός το
υπουργείον ή να βάλουν πάλιν σ' ενέργεια την Θοδώρα, ή να
τοποθετήσουν πέντ' έξι ρολόγια εις την πόλι!
(1889)
Ο ΑΝΤΕΡΟΒΓΑΛΤΗΣ
(Επιστολή προς το «Άστυ»).
&Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.&
Εννοώ κάλλιστα την ανυπομονησίαν και την αγανάκτησίν σας·
συναισθάνομαι το καθήκον, όπερ η προνοητική φύσις έταξεν
εις εμέ, όπως έταξεν εις τους αστυνομικούς κλητήρας το
καθήκον της χαρτοπαιξίας και εις τους επιδόξους υπουργούς
της δημοσίας εκπαιδεύσεως το καθήκον της ανορθογραφίας. Δεν
υπήρξε προσωπικότης οπωσούν έξοχος πατήσασα επί της
κλασικής ταύτης γης και αλευρωθείσα εκ της κόνεώς της, δεν
υπήρξε δίπουν ή τετράπουν, λογικόν ως αγόρευσις συνηγόρου
εις το Πλημμελειοδικείον, ή άλογον ως εκείνα τα οποία
ηγόραζον και μετεπώλουν αενάως κατά το παρελθόν αι
κυβερνήσεις της πατρίδος μας, το οποίον να μη υπεβλήθη εις
καταναγκαστικήν συνέντευξιν μετά του υποφαινομένου εις
αυτάς ταύτας τας στήλας και υπό τον τυραννικόν ζυγόν του
λογοπαιγνίου. Όπου και αν κατώκει, εις ξενοδοχείον ή εις
ιδιωτικήν οικίαν, εις ανάκτορον ή εις χάνι, τον εύρισκα
αμέσως και αι θύραι της κατοικίας του, απρόσιτοι δι'
άλλους, ηνοίγοντο ευχερώς δι' εμέ, ως να ήσαν θύραι
νομισματικού μουσείου.
Είχετε δίκαιον επομένως να λέγετε απορούντες περί εμού:
— Ακούς εκεί! . . . να είνε εδώ ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης και
αυτός να μη &τζακισθή& ακόμη να υπάγη να τον ιδή! . . .
Είχετε δίκαιον, αλλά . . . έχετε άδικον!
Νομίζετε, ότι δεν το εσκέφθην εγώ; νομίζετε, ότι δεν με
συνεκίνησαν μέχρι δακρύων τα δεινοπαθήματα της κυρά-
Γιάνναινας, τα τόσον τραγικώς περιγραφέντα εις τας
εφημερίδας, και το μαρτύριον εις το οποίον υπεβλήθη ο
φοβερός υπαστυνόμος του Πειραιώς, ηναγκασμένος να διατελή
&επί ποδός&, ένεκα των διαδόσεων περί της αφίξεως του
απαισίου Αντεροβγάλτη; Νομίζετε, ότι δεν με επτόησε το
θάρρος με το οποίον παρέβαινε τας περί γραμματοσήμου
διατάξεις, κολλών εις τα παράθυρα τας επιστολάς του, αντί
να τας στέλλη διά του ταχυδρομείου, και δεν με εξέπληξεν η
ικανότης μετά της οποίας έμαθε την γλώσσαν μας εντός δύο ή
τριών ημερών, ώστε να την γράφη καλύτερον από μερικούς
δημοσιογράφους;
Ή νομίζετε ότι δεν αντελήφθην και εγώ τον φόβον, όστις
διεσπάρη εις τας τάξεις του λαού μας και δεν ήκουσα τας
τερατώδεις διαδόσεις περί του μυστηριώδους αυτού
επισκέπτου; Ολίγον έλειψε μάλιστα να γίνω αφορμή
δυστυχήματος και ιδού πώς.
Ειργαζόμην προχθές εντός του δωματίου μου, ενώ έξω εις την
αυλήν εκάθητο εις τον ήλιον η οικοδέσποινά μου κυρά-Πανώρηα
πλέκουσα κάλτσαν και συνδιαλεγομένη μετά της γειτονίσσης
της κυρά-Βασίλαινας και του μπαρμπα-Θεοδόση αποστράτου
ενωμοτάρχου και νοικάρη της. Το θέμα της συνομιλίας των ήτο
ο απαίσιος Αντεροβγάλτης· η κυρά-Πανώρηα διετείνετο, ότι
τον είδαν τες περασμένες εις το νταμάρι του Στρέφη να
ροκανίζη τα κόκκαλα τριών γυναικών οπού είχε σφάξει· η
κυρά-Βασίλαινα, η οποία είχε πλύσιν, έτρεμεν εις την ιδέαν,
ότι έμελλε ν' αφήση έξω εις την αυλήν τα απλωμένα ρούχα και
ο μπαρμπα-Θεοδόσης αρειμανίως στρέφων τον ψαρόν μύστακα
έλεγεν, ότι εις το εξής κάθε βράδυ οπού επήγαινε και
«επέρναγε την ώραν του» εις έν μπακάλικον της συνοικίας, θα
έπαιρνε μαζί του και ένα τουφέκι παλαιόν της Εθνοφυλακής,
οπού είχεν εις το δωμάτιόν του. Διά μιας ήνοιξεν η θύρα του
δωματίου μου και εισήλθε κάποιος.
Ήτο ο φίλος μου Ησαΐας, φοιτητής εκ Παμφυλίας, όστις, αφού
διήκουσεν επί έν έτος τα μαθήματα της Θεολογικής σχολής,
ενεγράφη το επόμενον εις την Φαρμακευτικήν. Εφόρει πρότερον
ασιατικήν ενδυμασίαν και επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν
διά πρώτην φοράν τον έβλεπα ενδεδυμένον ευρωπαϊκά δεν τον
ανεγνώρισα αμέσως.
— Εσύ είσαι, καλέ;
— Εγώ, δεν με ανεγνώρισες;
— Μα τι τα έκαμες τα αντεριά; [23]
— Τα αντεριά; τα έβγαλα!
— Τα έβγαλες! ανεβόησα μετά φρίκης, μα τότε λοιπόν είσαι
και συ Αντεριοβγάλτης!
Μόλις επρόφερα τον κακόν αυτόν αστεϊσμόν και παρευθύς εις
την αυλήν, ένθα οι συνδιαλεγόμενοι ήκουσαν τον ανωτέρω
διάλογον, εξερράγη φοβερός πάταγος. Η κυρά-Βασίλαινα ώρμησε
μετά κραυγών και εκρύφθη υπό τον κάλαθον της αλυσίβας. Ο
μπαρμπα-Θεοδόσης έτρεξε να πάρη το τουφέκι της Εθνοφυλακής·
η κυρά-Πανώρηα ωπλίσθη γενναίως με έν από τα τσόκαρά της· η
Φουντούκω, το κυνάριον της οικοδεσποίνης, υλάκτει μανιωδώς
και αι όρνιθες έτρεχον πτήσσουσαι μετά ισχυρού κακαβισμού
εντός της αυλής, ενώ από τα γειτονικά παράθυρα ηκούοντο
έντρομοι φωναί γυναικών και παίδων:
«Ο Αντεροβγάλτης! ο Αντεροβγάλτης!»
Μετά κόπου ηδυνήθην να σώσω τον εμβρόντητον απομείναντα
Ησαΐαν από της μανίας του πλήθους, αναγκασθείς να
δημηγορήσω και να διαβεβαιώσω το ακροατήριον — ότι ο ατυχής
φίλος μου όχι μόνον δεν έτρωγε κρέας ανθρώπινον, αλλ' ουδ'
αυτό το βωδινόν, ειμή κατά τας επισήμους ημέρας,
περιοριζόμενος ολιγαρχικώς εις την καθημερινήν κατανάλωσιν
των φυτικών ουσιών, εις την οποίαν τον είχεν αρχικώς
προορίσει η φύσις, πριν ή μεταμεληθείσα στερήση αυτόν
ασπλάγχνως των άλλων δυο ποδών, ούς εσκόπει πρότερον να του
δώση.
Όλα ταύτα τα γνωρίζω· αλλά τι τα θέλετε! ανέκαθεν
εσχημάτισα την βαθυτάτην πεποίθησιν, ότι ο απαίσιος αυτός
Τζακ δεν ευρίσκετο εις την Ελλάδα, διότι δεν ηδύνατο να
έλθη.
Ο άνθρωπος αυτός απέκτησε μίαν φήμην παγκόσμιον διά των
κατορθωμάτων του, την οποίαν υποθέτω ότι επιθυμεί να
διατηρήση. Αλλ' ίσα ίσα η μόνη χώρα όπου η φήμη του θα
κατεστρέφετο είνε η ιδική μας. Η Ελλάς είνε η καθαυτό χώρα
του ξεκοιλιάσματος. Το να βγάλη τις τα έντερα του άλλου
παρ' ημίν είνε το φυσικώτερον πράγμα του κόσμου. Η
συνηθεστέρα σκηνή εξ όσων αναγινώσκεις εις τας εφημερίδας
μας είνε η εξής περίπου:
Ο Γιάννης και ο Κώστας είνε στενοί φίλοι και πηγαίνουν το
βράδυ μαζί να πιούν ένα κρασί. Εις την συνομιλίαν επάνω
φιλονεικούν.
— Εκείνο το ρετσινάτο που έπιαμε στην ταβέρνα του Θανάση
ήτο καλύτερο, λέγει ο Κώστας,
— Α, μπα! καλύτερο είν' αυτό, απαντά ο Γιάννης.
— Μάλιστα! . . . αγκαλά . . . που ξέρεις εσύ από κρασί!
— Εγώ δεν ξεύρω; . . . εσύ δεν ξεύρεις τι σου γίνεται,
— Είσαι βλάκας!
— Είσαι μασκαράς! . . .
Εις απάντησιν εξάγει ο Κώστας το μαχαίρι και ξεκοιλιάζει
τον αγαπητόν του φίλον.
Ύστερα υπό αυτά τα καθημερινά και συνήθη, τι θα ήτο ο Τζακ
εδώ; είς κοινότατος ήρως του αστυνομικού δελτίου,
αναφερόμενος εκάστοτε μεταξύ του αξιοτίμου κυρίου Βη και
του αξιοτίμου κυρίου Ποντική, όστις μίαν ημέραν ήθελε
παραπεμφθή εις το Κακουργιοδικείον, όπου θα είχε συνήγορον
ένα πολιτευόμενον, θα κατεδικάζετο, και . . . θα ελάμβανε
χάριν μετά έξ μήνας από τον υπουργόν της Δικαιοσύνης.
Ο Αντεροβγάλτης! Και νομίζετε, ότι δεν έχομεν ημείς εδώ
αντεροβγάλτας; Πόσον απατάσθε!
Προσμείνατε πάλιν να επανέλθη καμμία εμφρακτική υποτροπή
εις την Βουλήν μας, και υπάγετε τότε εις το Βουλευτήριον
και λάβετε τον ηρωισμόν να καθίσετε έως το πρωί διά ν'
ακούσετε την φάλαγγα των διαφόρων ρητόρων ν' αγορεύουν εκ
περιτροπής διά τον έντιμον φυγόδικον κ.
Παπααναγνωστοθεοχριστοδουλοφιλόπουλον και τότε δύνασθε ν’
αντιμετωπίσετε θαρραλέως ολοζώντανον τον πραγματικόν Τζακ
τον Αντεροβγάλτην, όστις δεν θα ηδύνατο πλέον να σας βλάψη,
διότι τίποτε δεν εύρισκεν εις την γαστέρα σας.
Δι' όλους αυτούς τους λόγους φρονώ εν πεποιθήσει, ότι ο
Τζακ δεν θα απεφάσιζέ ποτε να έλθη εδώ, διά να υποβάλη εις
επικίνδυνον συναγωνισμόν το έργον και την φήμην του.
Θα μου παρατηρήσετε ότι, καθά [24] υποτίθεται, ο Τζακ
εκτελεί το αποτρόπαιον έργον του χάριν ανατομικών μελετών,
διότι αφαιρεί τας μήτρας των θυμάτων του και τας
παραλαμβάνει προς σπουδήν.
Αλλ' εις την παρατήρησίν σας απαντώ, ότι εις τον τόπον μας
αυτή η αφαίρεσις είνε πράγμα δυσκολώτατον.
Και απόδειξις η Ιερά Σύνοδος, ήτις καίτοι έχει υπ' όψιν της
τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, τον Ποινικόν
Νόμον και το Καταστατικόν του Δρομοκαϊτείου φρενοκομείου,
ακόμη δεν απεφάσισε ν' αφαιρέση την &μίτραν& πολλών
επισκόπων.
ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Ότε αφυπνίσθην προχθές την πρωίαν, ήτο η γλυκεία ώρα της
χαραυγής, κατά την οποίαν δεν ηξεύρω τι βαλσαμώνει η φύσις,
καθά διαβεβαιοί ο Ζαλοκώστας, αλλά κατά την οποίαν βεβαίως
αναπέμπονται προς τον ουρανόν ομού με τους ήχους του
Εωθινού και τα κελαδήματα των πτηνών — επί τη υποθέσει ότι
έχουν όρεξιν τα πτηνά να κελαδούν αυτήν την εποχήν — αι
φοβερώτεραι των βλασφημιών υπ' εκείνων των ταλαιπώρων, των
οποίων τον νήδυμον [25] ύπνον και το παρήγορον όνειρον
διακόπτει η αγρία ωρυγή του &σαλεπτσή&.
Δεν το λέγω διά να καυχηθώ, αλλά και εγώ ανήκω εις την
τάξιν των ατυχών αυτών μαρτύρων. Παραδόξως όμως την ημέραν
εκείνην δεν με αφύπνιζεν η θηριωδία των περιπλανωμένων
αυτών τεράτων, δεν ήκουον τας λιγυράς [26] φωνάς των
κουλουροπωλών, δεν ήκουον βήματα διαβατών εις την
πολυσύχναστον οδόν.
Εννόησα ότι κάτι έκτακτον συνέβαινε και προσεκάλεσα τον
υπηρέτην μου Αναξίμανδρον, όστις σπουδάζων άμα και
υπηρετών, προώρισται να κλείση μίαν ημέραν την γενέθλιόν
του νήσον Ωλίαρον, αναρριχώμενος μέχρι του αξιώματος του
υπογραμματέως ειρηνοδικείου και μέχρι της περιωπής βοηθού
αριστερού ψάλτου. Ήθελα να βεβαιωθώ αν είχε χιονίσει.
— Πήγαινε να ιδής, του είπον, αν μας ήλθεν η Λευκή κόρη
του Βορρά . . .
Ο Αναξίμανδρος μεταβάς επέστρεψε μετ' ολίγον λίγων:
— Μας ήλθεν η κυρά-Γιάνναινα.
— Ποία;
— Η πλύστρα μας.
— Μα πώς λοιπόν; η κόρη του Βορρά δεν ετίναξε τα λευκά και
αβρά ως φύλλα ιάσμου πέταλα; . . .
— Τα πέταλα τα ετίναξεν από το κρύον η κυρά Σταμάτα, η
συντρόφισσα της πλύστρας μας, η οποία ήλθε να της δώσετε τα
λεπτά, οπού της χρεωστείτε, διότι της χρειάζονται διά την
κηδείαν.
Ερρίγησα τόσον πολύ, ώστε αμέσως εχώθην υπό το εφάπλωμα.
*
**
Διότι πρέπει να γνωρίζετε, ότι, οσάκις εμφανίζεται η Λευκή
κόρη του Βορρά εις την πόλιν μας, δύο κυρίως πράγματα
πολλαπλασιάζονται καταπληκτικώς, τα ποιητικά επίθετα εις
τας περιγραφάς των εφημερίδων και αι περιπνευμονίαι.
Η Λευκή αύτη κόρη του Βορρά έχει έν αποτέλεσμα ιδιαίτερον
επί του οργανισμού μου. Οσάκις παρουσιάζεται αυτή, με όλην
την ποιητικήν λευκότητά της, τα μέλη μου &μελανιάζουν& από
το κρύον.
Προσεκάλεσα ένα φίλον μου Ασκληπιάδην και τον ηρώτησα να
μου εξηγήση το φαινόμενον.
— Δεν είνε τίποτε, μου απήντησε μειδιών, αυτά είνε
αποτελέσματα του ψύχους . . . Είνε και αυτό . . .
&ψύχωσις!&
Ορίστε αι νέαι ιδέαι εις την επιστήμην!
*
**
« — Δεν ηξεύρεις τι έκαμα!» μου έλεγε θριαμβευτικώς χθες ο
αξιοτίμος φίλος μου κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος. «Αφού επήρα
την σύνταξίν μου, έτρεξα και την ηγόρασα όλην κάρβουνα και
εγέμισα την αποθήκην, εις στιγμήν κατά την οποίαν η
αξιότιμος συμβία και σύνευνός μου έλειπεν από την οικίαν,
ένεκα επισκέψεων. Όταν επανήλθε και μου εζήτησε τα χρήματα
— ξεύρετε δα, ότι η κυρία Θεοδώρα είνε κομμάτι ευερέθιστος!
— την επήρα από το χέρι και της είπα μυστηριωδώς:
— Σώπα, καλέ, σώπα και έχομεν θησαυρόν! . . .
Η αξιοτίμος και αγαπητή συμβία με παρηκολούθησε περίεργος
μέχρι της αποθήκης.
— Ιδού, είπα, δεικνύων εις αυτήν τον ογκώδη σωρόν,
άνθρακες ο θησαυρός!
Δεν ηξεύρω ποίαν απάντησιν έδωκεν η κυρία Θεοδώρα, αλλά μου
φαίνεται, ότι είδα ζωηράν και εύγλωττον την απάντησιν εις
το πλήρες αμυχών πρόσωπον του αξιοτίμου κ. Ζαχαρία.
*
**
Δεν ακολουθώ ακριβώς το σύστημα του αξιοτίμου φίλου μου κ.
Παραδαρμένου κατά τας ημέρας ταύτας του υπερβολικού ψύχους,
εφαρμόζω όμως έν άλλο ανάλογον.
Κλείομαι εντός της κατοικίας μου και φροντίζω ν' αφαιρέσω ή
ν' απομακρύνω εξ αυτής παν ό,τι έχει σχέσιν με το ψύχος.
Οσάκις κρούεται η θύρα, ο Αναξίμανδρος ίσταται εκεί
άγρυπνος φρουρός.
— Ποίος είνε;
— Κάποιος εκ μέρους του κ. Ψύχα, όστις θέλει κάτι να
αναγγείλη διά την υπόθεσιν του υπογείου σιδηροδρόμου.
— Ο κύριος δεν δέχεται.
— Μπουμ! . . . μπουμ! . . .
— Ποίος είνε;
— Ο κ. Παγώνης . . .
— Μακρυά δι' όνομα Θεού!
Κτυπούν πάλιν. Είνε ο κ. Θερμογιαννόπουλος.
— Η ευγενεία σας ημπορείτε να εισέλθετε.
Έπειτα εκτελείται γενική εκκαθάρισις εις την βιβλιοθήκην.
Τα βιβλία εξετάζονται έν προς έν.
— Τα δράματα ενός βραβευμένου ποιητού . . .
— Μακράν! . . .
— Η νομολογία του Αρείου Πάγου . . .
— Πέταξέ την!
Τα μόνα τα οποία διασώζονται εκ της αυστηράς απογραφής είνε
μερικά φύλλα του &Ηλίου& του κ. Πύρλα καί τινες τόμοι της
&Εστίας&.
Τα θέτω κατά σειράν και τοποθετούμαι εν τω μέσω αυτών. Αν
και αυτή η μέθοδος δεν ισχύση, τότε καταφεύγω εις το
τελευταίον μέσον· τα αντικαθιστώ όλα διά μιας φιάλης καλού
ρωμίου της Ιαμαϊκής.
Εν ελλείψει, καταφεύγω εις το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . .
*
**
Το εξής είνε το τελευταίον κατόρθωμα του Αναξιμάνδρου· το
παραδίδω εις την αθανασίαν.
Γράφων μια των ημερών τούτων ελησμόνησα το πραγματικόν
γένος της λέξεως ο Πάρνης, του γνωστού όρους της Αττικής,
διότι είνε γνωστόν, ότι ο κ. Κόντος έχει προ πολλού
επιφέρει αληθή αναστάτωσιν εις τα γένη των ονομάτων.
Έκραξα τον αγαθόν όσον και ευφυά νέον και του είπα:
— Κάμε μου την χάριν, σε παρακαλώ, κύτταξε ποίου γένους
είνε το όρος Πάρνης.
Ο Αναξίμανδρος εξήλθε και μετά επισταμένην παρατήρησιν μου
απήντησε:
— Δεν ημπόρεσα να διακρίνω, επειδή είνε σκεπασμένο από
χιόνι.
(1889)
ΟΙ ΚΥΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
«Λάσπη, σκυλιά, χαμάληδες, αυτά τα τρία όντα
«Της Κωνσταντινουπόλεως τα μόνα προϊόντα».
Αύτη ήτο η αφόρητος επί τέλους καταστάσα επωδός, το
αναπόφευκτον πάσης συνδιαλέξεως τέρμα, οσάκις κατά την
βραχείαν εν Κωνσταντινουπόλει διαμονήν μου ετύχαινε να
παραπονούμαι διά τον παχύν βόρβορον, τον κατακλύζοντα τας
στενάς και σκολιάς οδούς της μεγαλοπόλεως εκείνης, κατά τας
απαισίως πληκτικάς ημέρας των φθινοπωρινών βροχών, ή
εκινδύνευα να καταπλακωθώ από τους ατελευτήτους καλπάζοντας
ουλαμούς των αχθοφόρων, κλιμακηδόν τεταγμένων και
μετακομιζόντων εν βοή δυσκίνητα βάρη εξαρτώμενα εκ μακρών
ξύλων, ή τανάπαλιν εκινδύνευα να καταπλακώσω εγώ ολόκληρον
οικογένειαν κυνικήν κατέχουσαν αυθαιρέτως μέγα μέρος της
δυσβάτου οδού ή του στενού πεζοδρομίου. Εις τα παράπονά
μου, εις τας παρατηρήσεις μου, εις τα επιφωνήματα της
εκπλήξεώς μου ήκουα στερεοτύπως προς απάντησιν τους δύο
ανωτέρω στίχους με έμφασιν απαγγελλομένους και μέ τινα
δόσιν χαιρεκάκου φιλοσκωμμοσύνης. Σημειωτέον ότι οι δύο
αυτοί εξαμβλωματικοί στίχοι φέρονται επ' ονόματι του
Αλεξάνδρου Σούτσου και εις αυτόν τους αποδίδουν πάντες
αδιστάκτως, είτε λόγιοι είνε, είτε χειρώνακτες, είτε
επιστήμονες, είτε παντοπώλαι οι απαγγέλλοντες αυτούς. Ο
ποιητής του &Περιπλανωμένου& και της &Τουρκομάχου Ελλάδος&
έχει βεβαίως πολλάς ποιητικάς αμαρτίας εις την ράχιν του,
αλλά δεν είνε δίκαιον, νομίζω, να επιβαρύνεται η μνήμη του
και με αυτήν την έμμετρον χυδαιότητα. Αν δε μερικά εκ των
ποιητικών του έργων δεν ανταποκρίνονται εις τας σημερινάς
καλαισθητικάς αξιώσεις, ήτο όμως αναντιρρήτως αρκετά δεξιός
στιχουργός ώστε να συνθέτη στίχους αρτιωτέρους του ραιβού
αυτού ζεύγους και αρκετά λογικός ώστε να γινώσκη ότι η
λάσπη δεν ανήκει εις τας τάξεις των &όντων&. Και εν τούτοις
η ποιητική του φήμη παρά τω ελληνικώ λαώ του Βυζαντίου επί
αυτού του επιγράμματος και μόνου θεμελιούται, όπως παρά τω
αμαθεί λαώ της ελευθέρας Ελλάδος διαιωνίζεται το όνομά του
χάρις εις έν έμμετρον αισχρολόγημα· και ενώ πολλοί ολίγοι
γνωρίζουν τας ενθουσιώδεις αποστροφάς του προς το «άγιον
και παντοκράτορ πνεύμα της Ελευθερίας», όλοι τον
ενθυμούνται χάρις εις έν στιχουργικόν βαναυσοτέχνημα, το
οποίον πιθανώτατα δεν είνε ιδικόν του! Αυτάς τας αλλοκότους
περιπετείας έχει ενίοτε η υστεροφημία· και όμως υπάρχουν
άνθρωποι ταλαιπωρούμενοι εν τη ζωή χάριν αυτού και μόνου
του προβληματικού αγαθού!
Οπωσδήποτε, διά ν' αποδειχθή ότι κανέν πράγμα εις τον
κόσμον τούτον δεν είνε ανωφελές, το ατυχές αυτό δίστιχον
μου εχρησίμευσεν ως αφετηρία εις την παρούσαν διατριβήν, εν
τη οποία θα διαλάβω περί ενός εκ των τριών εν αυτώ
μνημονευομένων &όντων.& Την λάσπην αφήνω κατά μέρος· δεν θα
εξετάσω κατά πόσον τα συστατικά της ομοιάζουν με τα της
κασιγνήτου [27] των αθηναϊκών οδών, διότι το θέμα, ως
αρκετά γλοιώδες και ολισθηρόν, ενδέχεται να με παρασύρη
πολύ μακράν. Τους αχθοφόρους παραδίδω εις τους ιεροκήρυκας,
διότι ουδαμού θα εύρουν συνομοταξίαν τόσον εμπράκτως
εφαρμόζουσαν το ευαγγελικόν παράγγελμα του αίρειν μετ'
αυταπαρνησίας και αντί ελαχίστης αμοιβής όλα τα βάρη του
πλησίον. Εκλέγω τους κύνας και επιχειρώ εκ του προχείρου να
εκθέσω τας εντυπώσεις, τας οποίας μου επροξένησαν ο
ιδιόρρυθμος οργανισμός και τα περίεργα ήθη και έθιμα της
πολυπληθούς παρά τον Βόσπορον κοινότητος των τετραπόδων
τούτων, κολακεύομαι δε πιστεύων ότι το φιλόμουσον
ακροατήριον θα μου φανή επιεικές αν υπολειφθώ των
προσδοκιών του, αναλογιζόμενον ότι χάριν της παροδικής
αυτού τέρψεως αποπειρώμαι την εσπέραν ταύτην να βάλω, κατά
το κοινώς λεγόμενον, τα σκυλιά εις την αγγάρεια.
Μη τις νομίση δε ότι θέλω διά της εκλογής του θέματος
τούτου να φανώ νεωτερίζων· διότι πάντες οι επισκεφθέντες
την βασιλίδα των πόλεων και θελήσαντες να εκθέσουν τας
εαυτών εντυπώσεις ησχολήθησαν ο μεν εκτενέστερον, ο δ'
επιτροχάδην και περί των κυνών. Άλλως τε το θέμα είνε
τοιούτο εκ φύσεως, ώστε δεν δύναταί τις να το αποφύγη.
Διότι, όσον τις και αν θαμβωθή από το εξαίσιον θέαμα του
Βοσπόρου, όσον και αν μαγευθή από το κάλλος της εκ του
Κερατίου θέας, όσον, και αν συγκινηθή εκ της μεγαλοπρεπείας
του ναού της Αγίας Σοφίας και των υπό τους θεσπεσίους
θόλους αυτής φωλευουσών ιστορικών και ποιητικών αναμνήσεων,
όσον και αν καταθελχθή εκ της ατέρμονος παρελάσεως των
περικαλλών σουλτανικών ανακτόρων και αισθανθή εν εαυτώ
αναζωογονουμένας τας εκ των παραμυθιών εντυπώσεις της
παιδικής ηλικίας, όσον και αν ιλιγγιάση εκ της αενάου
τύρβης και του φαντασμαγορικού φυρμού [28] ποικίλων φύλων,
ποικίλων φθόγγων, ποικίλων χρωμάτων, αδύνατον είνε επί
τέλους το βλέμμα του να μη σταματήση επί της πολυπληθούς
στρατιάς των αδεσπότων τετραπόδων, τα οποία νέμονται ως
κατακτηταί τας αγυιάς, τας οδούς, την παραλίαν, τας
γεφύρας, αυτόν τον ουδόν των οίκων, μόλις επιτρέποντα την
διάβασιν εις τα δίποδα, όντα σκελετωδη, φασματώδη, ρυπαρά,
ψωραλέα, κοιμώμενα, υλακτούντα, χαριεντιζόμενα,
αλληλομαχούντα, ασχημονούντα. Και επί τη υποθέσει δε ότι ο
ποιητικός οίστρος του ξένου επισκέπτου είνε τοιούτος, ώστε
εν τη προσηλώσει του προς τα ινδάλματα, όσα γεννούν εν τη
φαντασία τα απαράμιλλα εκείνα θεάματα, αναισθητεί προς
πάντα τα κύκλω του συμβαίνοντα, πολύ ταχέως θ' αναγκασθή να
επανέλθη εις την πραγματικότητα εκ του γοερού ολολυγμού ή
του απειλητικού γρυλλισμού μανδροσκύλου, του οποίου
επάτησεν απροσέκτως την ουράν ή άλλο τι μέλος, καθ' ήν
στιγμήν ωνειροπόλει τους θησαυρούς των Καλιφών ή παρετήρει
μετά θαυμασμού διά μέσου του διαφανούς πέπλου τους γόητας
οφθαλμούς Οθωμανίδος, ή το επίχαρι και προκλητικόν βάδισμα
Αρμενίας.
Η πρώτη σκέψις η επερχομένη εις το πνεύμα του ξένου επί τη
θέα της αναριθμήτου πληθύος των εν λόγω τετραπόδων είνε πώς
κατώρθωσε να πολλαπλασιασθή επί τοσούτον το γένος αυτών. Ο
Βυζάντιος εν τη &Κωνσταντινουπόλει& αυτού (29) αναβιβάζει
τον αριθμόν αυτών εις 50 χιλιάδας· αλλ' η ακρίβεια του
υπολογισμού του είνε προβληματική, πρώτον διότι η
απαρίθμησις δεν είνε εύκολος και δεύτερον διότι βεβαίως ο
αριθμός αυτός ηυξήθη κατά πολύ ένεκα της επεκτάσεως και της
συμπυκνώσεως των κατωκημένων μερών της πόλεως. Έπειτα
αμέσως προβάλλεται το ερώτημα: είνε άρα γε επήλυδες ή
αυτόχθονες; Ο ειρημένος συγγραφεύς της &Κωνσταντινουπόλεως&
φρονεί ότι τα ζώα ταύτα, ιερά της Εκάτης, ήσαν επί των
αρχαίων Βυζαντίων εις μέγα πλήθος εντός του άστεος και εις
τας ωρυγάς [30] αυτών έμεινεν οφειλέτις η πόλις, σωθείσα εκ
του πολιορκούντος αυτήν Φιλίππου, ετοίμου ήδη να εισχωρήση
εις αυτήν δι' υπονόμου. Δεν είνε λοιπόν απίθανον, επιλέγει,
να έλαβον έκτοτε προς αμοιβήν το δικαίωμα τούτο της
ασυλίας. Πλην και ούτως αν έχη το πράγμα, επί των
βυζαντινών αυτοκρατόρων βεβαίως δεν υπήρχε τοιαύτη πληθώρα
κυνών εις την βασιλεύουσαν πόλιν, διότι άλλως οι
χρονογράφοι της εποχής θα την ανέφερον. Ουδέ πάλιν
μνημονεύεται επιδρομή αγέλης κυνών, ορμηθείσης εκ των
στεππών της κεντρώας Ασίας και αναζητησάσης βίον ανετότερον
παρά τας ευκραείς [31] ακτάς του Βοσπόρου κατ' απομίμησιν
των Ούννων, των Αβάρων και των παντοίων άλλων βαρβάρων
φύλων, των οποίων αι ατίθασοι ορδαί ως χείμαρροι κατέκλυζαν
το σαθρόν κράτος των Καισάρων της Ανατολής και ών η
ακατάσχετος φορά μόλις ανεκόπτετο από τα οχυρά της
πρωτευούσης τείχη. Κατ' ανάγκην άρα πρέπει να παραδεχθώμεν
ότι ο υπερβολικός πλεονασμός αυτών ήρξατο από της τουρκικής
κατακτήσεως· η εικασία δε αύτη καθίσταται βασιμωτέρα, αν
αληθεύη το λεγόμενον, ότι εις το στρατόπεδον Μωάμεθ του
Πορθητού υπήρχε μέγας αριθμός τοιούτων ζώων, τα οποία
εισήλασαν εις την πόλιν μετά των νικητών κατά την αποφράδα
ημέραν της αλώσεως διά της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Εν
τοιαύτη περιπτώσει οι κύνες του Βυζαντίου είνε κατά μέγα
μέρος απόγονοι κατακτητών και ως τοιούτοι κέκτηνται επί του
εδάφους, το οποίον κατέχουν δικαιώματα πολύ βασιμώτερα
τουλάχιστον από τα των Βουλγάρων. Έκτοτε παρέμειναν
ευρίσκοντες προστασίαν και περίθαλψιν παρά τοις Οθωμανοίς,
οίτινες, ως γνωστόν, καίτοι η θρησκεία των θεωρεί τους
κύνας ακαθάρτους, ιδιαιτέρως αγαπούν και περιθάλπουν εξ
αισθήματος ευσπλαγχνίας τα ζώα ταύτα. Αλλά και πάλιν η
τεραστία αύξησις του αριθμού των δεν εξηγείται διά τούτου
και μόνου, καθότι και εις άλλας πόλεις καθαρώς τουρκικάς,
τας οποίας επεσκέφθην, δεν έτυχε να παρατηρήσω τοσαύτην
καταπληκτικήν περίσσειαν κυνών. Άλλως τε και εις αυτήν την
Κωνσταντινούπολιν το εξαιρετικόν πλήθος των κυνών
παρατηρείται όχι μόνον εις τας καθαρώς οθωμανικάς
συνοικίας, αλλά και εις εκείνας εις τας οποίας υπερτερεί ή
κυριαρχεί αποκλειστικώς ο χριστιανικός πληθυσμός, και εις
τας παρά τη διπλή όχθη του Βοσπόρου κώμας και εις αυτάς τας
νήσους της Προποντίδος. Ώστε πρέπει να παραδεχθώμεν ότι
παρεκτός της ιδιαιτέρας περιθάλψεως οι κύνες ευρίσκουν και
κλιματολογικάς και άλλης φύσεως συνθήκας ευνοούσας την εν
Κωνσταντινουπόλει καταπληκτικήν ανάπτυξιν του γένους των.
Το γένος τούτο των κυνών της Κωνσταντινουπόλεως είνε όλως
ιδιάζον. Το ανάστημά των είνε μέτριον, η κεφαλή των
απολήγει εις οξύ ρύγχος, τα ώτα των είνε βραχέα και
ηνωρθωμένα· είνε δασύμαλλοι, ομοιάζουν πολύ προς τους
ημετέρους ποιμενικούς κύνας, έχουν δε όλοι τρίχωμα
μονόχρουν, φαιόν ή κιτρινόφαιον, ουδέποτε στικτόν, ως να
ηρνείτο προνοητικώς η φύσις την πολυτέλειαν αυτήν εις δέρμα
προωρισμένον να κυλίεται εντός του βορβόρου και ν' αποκτά
εξ αυτού ρυπαράν ομοιομορφίαν. Ο ιδιαιτέρως σπουδάσας τα
ήθη και έθιμα αυτών και γράψας περιεργοτάτην μονογραφίαν
πολυμαθής ομογενής και αρχίατρος του Σουλτάνου Μαυρογένης
πασάς (32) λέγει ότι το είδος αυτών αποτελεί ιδιαιτέραν
απόχρωσιν μεταξύ του θωός [33] και του λύκου· ο δε διάσημος
ζωολόγος Brehme τους κατατάσσει εις το είδος των chiens
marrons. Το κύριόν των γνώρισμα είνε η οκνηρία· ότε ήκουα
άλλοτε τους ναυτικούς συμπολίτας μου ν' αποκαλούν τους
οκνηρούς και αναλγήτους «σκυλιά του Καράκιοϊ», ηπόρουν διά
την παρομοίωσιν· πλην ότε αποβιβασθείς εις Γαλατάν ίδα το
απερίγραπτον θέαμα της ραθυμίας των ζώων αυτών, επείσθην
ότι η παραβολή ήτο ευστοχωτάτη. Εξηπλωμένοι νωχελώς εις το
μέσον συνήθως του δρόμου, ανά είς, ανά δύο, ανά πέντε, ανά
δέκα, με το ρύγχος χωσμένον μεταξύ των οπισθίων σκελών,
κοιμώνται επί ώρας ολοκλήρους, αποτελούντες συμπλέγματα
ποικίλα, ιδιότροπα, σωρούς νεκροζώους, οίτινες αγνοεί τις
αν αποτελούνται εκ σωμάτων ζώντων ή εκ θνησιμαίων. Η ζωή
τυρβάζει ποικιλόμορφος, σφριγηλή εν εκκωφαντική βοή πέριξ
αυτών· διέρχονται διαβάται πεζοί και έφιπποι, Οθωμανοί
σοβαροί με τον ποδήρη χιτώνα και με την κίδαριν [34],
χανούμισσαι με εσθήτας ευρείας μεταξίνας, θροούσας ανά παν
βήμα, και με το αλεξιβρόχιον πάντοτε ανοικτόν. Αρμένιοι και
Έλληνες έμποροι πολυφρόντιδες και βιαστικοί, πλανόδιοι
πωληταί Ιουδαίοι με κάνιστρα αβαθή και ευρύχωρα επί
κεφαλής, στρατιωτικοί, ευνούχοι, κυρίαι κομψαί της
ευρωπαϊκής συνοικίας του Πέραν, κλητήρες χρυσοστόλιστοι των
πρεσβειών και των προξενείων, Πέρσαι με κωνοειδείς
τριχωτούς πίλους, δερβίσαι, ξένοι περιηγηταί, λόχοι
αχθοφόρων ωρυομένων, και εν τούτοις αυτοί μένουν ακίνητοι
και τα κύματα του πλήθους αναγκάζονται να παρακάμπτουν
ένθεν και ένθεν της οδού διά να μη προσκρούσουν επί των
αδρανών εκείνων όγκων. Διότι πάντες φαίνονται σεβόμενοι την
ανάπαυσιν των ακηδών [35] αυτών ζώων, ιδιαίτατα δε οι
Οθωμανοί, και το σέβας τούτο προέρχεται ως λέγεται, εκ
παραδόσεως, καθ' ήν ο Μωάμεθ προκληθείς ποτε ν' απαντήση
εις θεολογικόν πρόβλημα και θέλων να εγερθή επροτίμησε ν'
αποκόψη την ευρείαν χειρίδα [36] του ιματίου του, επί της
οποίας εκοιμάτο ο αίλουρός του, παρά να ταράξη την ησυχίαν
του προσφιλούς του ζώου. Μόνον όταν διέρχεται άμαξα
ελαύνουσα από ρυτήρος ή αμάξιον ογκώδες φορτηγόν, γοερώς
τρίζον και στένον εκ του βάρους, μόνον τότε αποφασίζουν να
μετακινηθούν, αλλά κατά τόσους μόνον δακτύλους όσοι
απαιτούνται όπως αποφύγουν τους επικειμένους να διέλθουν εκ
του σώματός των τροχούς. Ενίοτε το κίνημά των αυτό δεν
εκτελείται εγκαίρως· ακούεται τότε θρηνώδης ολολυγμός, ο
παθών εγείρεται σύρων το τραυματισμένον σκέλος του διά να
κατακλιθή ολίγα βήματα απωτέρω και να συνεχίση τον ύπνον
του, ενώ οι άλλοι μόλις αρκούνται ν' ανοίξουν τους
νυσταλέους οφθαλμούς διά να ίδουν μετ' απαθείας την
συμφοράν του συντρόφου των.
Οι κύριοι της οδού εν Κωνσταντινουπόλει είνε οι κύνες
έχοντες δικαιώματα μονίμου κατοχής. Καταλαμβάνουν το
πεζοδρόμιον και το δάπεδον των οδών και μένουν ακηδείς,
είτε βροχή τους λούει, είτε ο ήλιος τους πυρακτώνει, είτε ο
άνεμος τους μαστίζει, είτε η χιών τους περικαλύπτει με
παγερόν στρώμα. Οι μάλλον προβλεπτικοί εκλέγουν εν ώρα
χειμώνος ως μέρος διαμονής το έδαφος της οδού το κείμενον
υπό τους προέχοντας υελοφράκτους εξώστας των οικιών, τους
λεγομένους εν Κωνσταντινουπόλει &σαχνισί&· άλλοι, όταν η
χιών είνε παχεία, ορύσσουν διά των ονύχων μικρούς λάκκους
και συσπειρούνται εντός αυτών· την πρόνοιαν δε ταύτην ιδίως
δεικνύουν αι θήλειαι, εγκυμονούσαι ή αρτίτοκοι, αι έχουσαι
να περιθάλψουν πολυμελή και απροστάτευτον οικογένειαν. Οι
λοιποί εντελώς αδιαφορούν περί των ατμοσφαιρικών επηρειών,
εκ των οποίων μένουν απρόσβλητοι· το πολύ πολύ κατά τας
χιονώδεις νύκτας εκλέγουν ως κοίτην το μέσον ακριβώς της
οδού, όπου η χιών, ένθεν και ένθεν παρά τους τοίχους
συνήθως στοιβαζομένη, είνε ολιγωτέρα. Επειδή δε αυτήν την
οιονεί φάραγγα προτιμούν και οι πεζοί διαβάται, όχι σπανίως
πατούν τους κοιμωμένους κύνας, μη διακρινομένους εν τω
σκότει, και η περίπτωσις αύτη δεν είνε ακίνδυνος, διότι
τότε οι την ημέραν συνήθως χειροήθεις [37] και άκακοι
τετράποδες την ώραν εκείνην εν τη μοναξία εξαγριούνται και
επιτίθενται κατά των απροσέκτων. Αφού κορεσθούν ύπνου,
εγείρονται, αποτινάσσουν ομού με την νάρκην των και τον
παχύν βόρβορον ή την κόνιν, εκ της οποίας περιβάλλονται,
και αρχίζουν την ανά την οδόν περιπολίαν των. Ερευνούν όλας
τας γωνίας· ίστανται προ των θυρών αναμένοντες να ριφθούν
εις την οδόν αι ακαθαρσίαι, επί τον οποίων ορμούν
βουλιμιώντες, ανασκάπτοντες αυτάς μανιωδώς προς ανεύρεσιν
των αποφαγίων· σχηματίζουν κύκλον, ερωτικώς προσβλέποντες
τα σφάγια, τα οποία εκθέτει προς πώλησιν ο κρεοπώλης, της
συνοικίας, λείχοντες το αίμα ή ελλοχώντες τα απορριπτόμενα
άχρηστα τεμάχια των εντοσθίων. Σταθμεύουν προ των
εδωδιμοπωλείων επί τη ελπίδι μικράς ελεημοσύνης. Συνάπτουν
κρατερούς αγώνας περί της κατοχής ενός απογυμνωμένου οστού,
ή περί της ερωτικής προτιμήσεως φιλαρέσκου θηλείας, παίζουν
μεταξύ των — διότι έχουν ενίοτε όρεξιν να παίζουν οι
ταλαίπωροι! Έπειτα πάλιν συσπειρούνται καθ' ομίλους και
κοιμώνται, ο μεν με κενόν τον στόμαχον, ο δε μόλις
κατορθώσας να φάγη τόσον, ώστε να μη αποθάνη της πείνης.
Την νύκτα ηχούν αδιάκοποι αι υλακαί των, παρακολουθούσαι τα
βήματα υπόπτου διαβάτου. Αι υλακαί αύται καθίστανται άγριαι
και λυσσώδεις, οσάκις φανή ανατέλλουσα εις την οδόν η
αμυδρά λάμψις του φανού του ρακοσυλλέκτου. Ωπλισμένος δι'
ακοντίου φέροντος εις το άκρον αρπάγιον ο ρακοσυλλέκτης
περιέρχεται τας οδούς, όταν ο θόρυβος και η κίνησις
κοπάζουν, και διά της ράβδου του ερευνά και αναμοχλεύει
τους σωρούς των σαρωμάτων. Οι κύνες, οίτινες έχουν ήδη
ενεργήσει ανασκαφάς και εξαντλήσει παν το φαγώσιμον,
εφορμούν κατ' αυτού και τον υλακτούν εμμανώς, διότι τρέφουν
ακατανίκητον έχθραν προς αυτόν, υποπτευόμενοι ότι υπεξαιρεί
την πενιχράν και ελλιπεστάτην τροφήν των. Ενίοτε η οργή των
είνε τοιαύτη, ώστε συνάπτεται πεισματώδης μάχη μεταξύ του
δίποδος επιδρομέως και των τετραπόδων, κατά την οποίαν
εξέρχεται μεν νικητής ο πρώτος χάρις εις το αρπάγιόν του,
αποκομίζων όμως ουκ ολίγα ίχνη των πειναλέων οδόντων των
εχθρών του. Άλλην έκφρασιν όλως ιδιάζουσαν έχουν αι υλακαί
των τας νύκτας κατά τας οποίας συμβαίνει πυρκαϊά. Από του
ύψους του ενετικού πύργου του Γαλατά ο κατοπτεύων φρουρός
δίδει το σύνθημα, οι δε &μπεκτσήδες&, οι νυχτοφύλακες της
συνοικίας, οι περιερχόμενοι τας οδούς και διά βαρείας
ράβδου κρουομένης ερρύθμως επί του λιθοστρώτου
απαριθμούντες τας ώρας, εκφέρουν την κραυγήν &γιαγκίν βαρ,&
αναγγέλλοντες και την συνοικίαν και την οδόν εν τη οποία
εξερράγη η πυρκαϊά με φωνήν θρηνητικήν, τρομώδη,
παρατεταμένην. Εις την φωνήν ταύτην απαντούν αμέσως οι
κύνες της οδού με ωρυγάς θρηνώδεις και οξείας· η γοερά δε
αύτη συναυλία, της οποίας οι εναλλάσσοντες ήχοι δονούνται
παλμώδεις εν τη σιγή της νυκτός, έχει τι το απαισίως
πένθιμον.
Πώς τρέφονται όλαι αύται αι λεγεώνες των ενδεών τετραπόδων
είνε αληθώς μυστήριον. Φευ! Εκ της ισχνότητός των είνε
κατάδηλον ότι δι' αυτούς τουλάχιστον ουδέποτε υπήρξεν η
φημιζομένη ευδαίμων εποχή του χρυσού αιώνος, κατά την
οποίαν έδενον τους σκύλους με τα λουκάνικα! Τρέφονται με
όλα και με τίποτε, πρέπει δε να παραδεχθώμεν ότι ο αήρ της
Κωνσταντινουπόλεως περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία ικανά προς
θρέψιν των σκύλων, διότι άλλως έπρεπε κατά εκατοντάδας να
αποθνήσκουν την ημέραν εξ ασιτίας. Παν ό,τι ρίπτεται εις
την οδόν είνε κτήμα των. Αποφάγια, λείψανα κρέατος, κόκκαλα
ιχθύων, εντόσθια οδωδότα [38], καρποί σαπροί, τεμάχια άρτου
απολιθωμένου, φύλλα λαχάνων, όλα καταβροχθίζονται. Βλέπετε
συναπτομένους αγώνας φονικούς περί της κατοχής οστού, εκ
του οποίου παν μόριον σαρκός έχει προ πολλού αφαιρεθή και
το οποίον μολαταύτα περιλείχει ο δι' αγώνος και αίματος
αποκτήσας αυτό μετά τρυφής ίσης προς εκείνην την οποίαν
δοκιμάζει γαστρίμαργος καταβροχθίζων εκλεκτόν κατασκεύασμα
πεφημισμένου πλακουντοποιού [39]. Ο φοβερός αγών περί του
βίου παρέχει κατά πάσαν στιγμήν θεάματα φρικτά εις τας
οδούς της Κωνσταντινουπόλεως. Το ρητόν του Βίσμαρκ beati
possidentes δεν ισχύει παρά τον Βόσπορον, τουλάχιστον ως
προς τον κυνικόν πληθυσμόν, παρά τω οποίω ο κανών ο
ρυθμίζων τας σχέσεις συνοψίζεται εις το φοβερόν λόγιον:
ουαί τοις ασθενεστέροις! Ο κύων εν Κωνσταντινουπόλει δεν
είνε ζώον σαρκοβόρον, αλλά παμφάγον. Παν αντικείμενον
δυνάμενον να περιέχη έστω και εις αδιόρατον ποσότητα μερικά
θρεπτικά στοιχεία καθίσταται βορά αυτών. Το επ' εμοί δεν
ήθελον συγκατατεθή ποτέ ν' αφήσω ούτε καν τα υποδήματά μου
εις την οδόν επί μίαν ώραν, διότι ήθελα αναγκασθή κατόπιν
ν' αναζητώ τα τεμάχιά των εις τον στόμαχον είκοσι κυνών.
Μόνον τας πέτρας δεν τρώγουν και τούτο είνε ευτύχημα,
καθόσον άλλως το λιθόστρωτον των οδών της πόλεως έπρεπε ν'
ανανεούται κατά πάσαν εβδομάδα.
Αλλ' ακριβώς αυτή η παμφαγία των είνε και το προτέρημά των.
Χάρις εις αυτήν εκτελούν το έργον των οδοκαθαριστών μετά
παραδειγματικής ευσυνειδησίας. Η υπηρεσία της καθαριότητος
είνε ανατεθειμένη εν Κωνσταντινουπόλει εις αυτάς τας
λεγεώνας των πειναλέων ζώων, οψέποτε δε ταύτα ήθελον
εκλίπει, ο δήμος της πρωτευούσης του οθωμανικού κράτους θα
υπεβάλλετο εις σημαντικήν δαπάνην δι' εργασίαν εκτελουμένην
σήμερον και αμισθί και μετ' επιμελείας. Ούτος δε είνε είς
εκ των κυριωτέρων λόγων διά τους οποίους η οχληρά των κυνών
πληθύς τυγχάνει όχι μόνον ανοχής αλλά και προστασίας.
Διατρίψας υπέρ τον μήνα εν Κωνσταντινουπόλει δεν έτυχε ν'
απαντήσω ουδ' έν θνησιμαίον ελαχίστου ζώου, ενώ εις τας
οδούς του ιοστεφάνου ημών άστεως ο έχων ανεκτικήν την
όσφρησιν δύναται να σπουδάση την ζωολογίαν επί των δαψιλώς
[40] διεσπαρμένων πτωμάτων εκ πάντων των γενών του ζωικού
βασιλείου. Σημειωτέον ότι ως προς αυτό το ζήτημα μ'
εξέπληξε και μία άλλη παρατήρησις. Ουδέποτε έτυχε να ίδω
εις τας οδούς πτώμα κυνός. Τώρα οι ταλαίπωροι αυτοί κύνες
δεν είνε βεβαίως αθάνατοι· μάλιστα, ως εκ των συνθηκών του
εστερημένου βίου τον οποίον διάγουν, η θνησιμότης παρ'
αυτοίς θα είνε μεγάλη. Τι γίνονται λοιπόν τα ελεεινά των
λείψανα; αποκομίζονται υπό της αστυνομίας ή οι ομόφυλοί των
μετά στωικής απαθείας τα χρησιμοποιούν εις τα εκαταία
δείπνα των, διά να πληρωθή κατά γράμμα το λεγόμενον
«τρώγονται ωσάν σκυλιά»; Ομολογώ ότι δεν έλαβα καιρόν ούτε
όρεξιν όπως ενδιατρίψω περί την λύσιν της απορίας μου.
Οι κατοικούντες εις καθαρώς οθωμανικάς συνοικίας κύνες
τρέφονται κάλλιον, χάρις εις την ευσπλαγχνίαν των κατοίκων.
Από πάσης οικίας ρίπτονται εις την οδόν αποφάγια επαρκή,
πολλάκις δε Οθωμανοί ελεήμονες, εξερχόμενοι των οικιών των
μετά το γεύμα, διανέμουν ιδιοχείρως την τροφήν εις το
αναμένον έξωθεν πειναλέον στίφος. Αγγείον ύδατος ευρίσκεται
παρά πάσαν θύραν, ιδίως κατά το θέρος, όπως σβύνουν την
δίψαν των εξ αυτού οι κύνες, οίτινες εις τας άλλας
συνοικίας ποτίζονται εκ του λιμνάζοντος παρά τας δημοσίας
κρήνας ύδατος ή εκ του ακαθάρτου ρείθρου των οδών. Ευτυχείς
επίσης είνε οι κύνες οι κατοικούντες παρά τα οθωμανικά
τεμένη και ιδίως τα κοινόβια τα λεγόμενα &τεκέδες&. Η τροφή
των εκεί είνε τακτική και σχεδόν επαρκής, τυγχάνουν δε
ιδιαζούσης προστασίας παρά των εν τω ναώ βιούντων. Εις τι
παρά τον Γαλατάν τζαμίον είδα ημέραν τινά ιερόπαιδα
εξελθόντα οργίλον και καταδιώξαντα επί πολύ διάστημα διά
ράβδου αυθάδη κύνα, όστις εισήλασεν εντός του περιβόλου και
απεπειράθη ν' αρπάση το γεύμα του τροφίμου του τεμένους
κυνός. Αλλ' ακόμη ευτυχέστεροι είνε οι βιούντες παρά τους
στρατώνας. Το συσσίτιον αυτών είνε άφθονον και τα
απομεινάρια του γεύματος πλούσια. Περί την μεσημβρίαν
συμβαίνει τακτικώς εκεί σκηνή αξιοθέατος. Οι κύνες των
πέριξ, οι έχοντες κεκτημένα δικαιώματα ως εκ της
γειτνιάσεώς των εις την τροφοδοσίαν ταύτην, ακριβείς ως
χρονόμετρα, συνέρχονται εις μέγαν αριθμόν και αναμένουν.
Μετά προσδοκίαν λεπτών τινων ανοίγεται τέλος μία πύλη και
εμφανίζεται στρατιώτης κομίζων εντός χειραμάξης το
προωρισμένον διά την αγέλην γεύμα. Το φορτίον αποτίθεται
χαμαί και τότε όλος ο συρφετός ορμά και αποτελεί κύκλον και
τα ρύγχη βυθίζονται βουλιμιώντα εντός του σωρού της
πανδαισίας. Αλλά υπάρχουν κύνες εύσωμοι και κύνες μικροί,
κύνες ρωμαλέοι και κύνες ασθενικοί. Οι τελευταίοι δεν
τολμούν οι δυστυχείς να πλησιάσουν, αλλ' αποτελούν δεύτερον
κύκλον πέριξ των ισχυροτέρων. Τώρα τι νομίζετε ότι είνε
φυσικόν και επακόλουθον; να φάγουν μέχρι κορεσμού οι
ισχυρότεροι και να μείνουν νήστεις οι άλλοι. Και όμως
απατάσθε· τρώγουν όλοι εξ ίσου και ιδού πώς. Οι
ρωμαλεώτεροι τρώγοντες υποβλέπουν αλλήλους, έως ότου
παρουσιάζεται μεταξύ του σωρού ογκώδες τι και ορεκτικόν
τεμάχιον· την κατοχήν αυτού διαφιλονεικούν δύο ή τρεις, και
εις το τέλος συμπλέκονται· αυτήν την ευκαιρίαν αναμένουν οι
εν τη δευτέρα γραμμή αποκλεισθέντες, οίτινες ορμούν τότε,
αρπάζουν ό,τι δυνηθή έκαστος και τρέπονται δρομαίοι εις
φυγήν. Διά της μεθόδου ταύτης ζουν μικροί και μεγάλοι, δεν
δύναμαι δε να βεβαιώσω αν την μέθοδον αυτήν εδιδάχθησαν οι
κύνες από την πολιτικήν των μικρών και μεγάλων ευρωπαϊκών
κρατών, οποία εφηρμόσθη εις προσφάτους περιστάσεις, ή
τανάπαλιν αν εδανείσθησαν αυτήν τα ευρωπαϊκά κράτη από τα
θυμόσοφα ταύτα ζώα. Τέλος οι κατοικούντες παρά τινας
παραλίους συνοικίας της πόλεως δύνανται να συγκαταλεχθούν
ωσαύτως, μεταξύ των ευνοημένων υπό της μοίρας·, επειδή
εκτός της εν τη συνοικία διά του συνήθους τρόπου
αποκτωμένης τροφής έχουν και τα τυχερά των, ούτως ειπείν,
συνιστάμενα εις την εκμετάλλευσιν των εις το παράλιον
κομιζομένων και εις την θάλασσαν ριπτομένων κάρρων των
ακαθαρσιών. Είνε αληθές ότι τα φορτία ταύτα έχουν ήδη
υποστή την λεπτομερή έρευναν των κυνών των διαφόρων οδών,
εκ των οποίων αποκομίζονται. Αλλά διά της ακαταπονήτου
επιμονής των πάντοτε ουχ ήττον κατορθούν ν' ανεύρουν έν
οστούν λησμονηθέν, ή άλλο τι φαγώσιμον αντικείμενον
παροραθέν. Διό καραδοκούν την άφιξιν των αμαξίων,
συνοδεύουν αυτά περιχαρείς μέχρι του μέρους της
εκφορτώσεως, οι δε μάλλον ανυπόμονοι διά ν' αποκτήσουν
δικαιώματα προτεραιότητος πηδούν επί του κάρρου και
αρχίζουν εκείθεν τας ανασκαφάς.
Υπό τοιαύτας συνθήκας βίου και με τοιαύτην δίαιταν η
ευρωστία και η ευεξία δεν είνε πλεονεκτήματα συνήθη εις τα
ατυχή ταύτα ζώα. Απορίας άξιον είνε μάλιστα πώς αντέχουν
επί τοσούτον εις τόσας στερήσεις και κακουχίας. Ευρίσκονται
βεβαίως και τινες εύρωστοι και ρωμαλέοι και σφριγηλοί
μεταξύ των, αλλ' οι πλείστοι είνε αξιοθρήνητοι την θέαν,
καχεκτικοί, ασθενικοί, με το δέρμα κολλημένον επί των
οστών, με τας πλευράς προεχούσας, φάσματα αληθή τετραπόδων·
η ψωρίασις τους μαστίζει οικτρώς· οι πλείστοι
ταλαιπωρούνται από ειδεχθή έλκη, αηδώς επιδεικνύμενα εν
μέση οδώ, υπό τον φλέγοντα ήλιον, επί των οποίων
περιίπτανται βομβούντα σύννεφα μυιών. Ολίγοι είνε οι
άρτιοι, οι περισσότεροι είνε ανάπηροι, χωλοί, στρεβλοί,
μονόφθαλμοι· του ενός λείπει το έν ωτίον, του άλλου λείπει
ολόκληρον τεμάχιον σαρκός εκ των νώτων, και άλλος τις
φαίνεται οιονεί ζώσα και κινουμένη περγαμηνή, διότι η δορά
του απώλεσεν ολόκληρον το τρίχωμα. Ως προς την ουράν, αυτή
είνε το συνηθέστερον ελλείπον μέλος και τόση είνε η πληθύς
των κολούρων, ώστε άγεταί τις να πιστεύση κατ' αρχάς ότι εκ
γενετής φέρουν αυτό το διακριτικόν γνώρισμα, την έλλειψιν
κέρκου. Η ουρά, λέγει επιχαρίτως ο &Δε Αμίτσης&, εις τους
κύνας της Κωνσταντινουπόλεως είνε αντικείμενον πολυτελείας
μετά δίμηνον δημόσιον βίον. Όλα ταύτα τα τραύματα και αι
ακρωτηριάσεις προέρχονται μεν εκ των καθημερινών
δεινοπαθημάτων, των ραβδισμών, των τυχαίων συμβάντων, αλλ'
είνε ως επί το πολύ και αποτελέσματα των εμφυλίων ερίδων.
Ουδέποτε είδα κύνας μάλλον φιλέριδας, και αύται δε αι
θήλειαι διακρίνονται διά το ευέξαπτον και μάχιμον αυτών.
Ενώ παίζουν και αστεΐζονται και ανταλλάσσουν ως ασπασμούς
ελαφρά δήγματα, κυλιόμενοι εντός του κονιορτού ή του
βορβόρου, αίφνης διά την παραμικράν αιτίαν συμπλέκονται.
Ορθούνται επί των οπισθίων ποδών, ακροβατούντες επί πολλά
λεπτά της ώρας και προσπαθούν να κατασπαράξουν αλλήλους,
ενώ το αίμα εκρέει άφθονον από τους φλογισμένους αυτών
φάρυγγας. Μάρτυς της σκηνής ταύτης, εθεώμην πολλάκις
ιστάμενος μετά περιεργείας τας διαφόρους περιπετείας της
εμμανούς πάλης και τοιαύτη ήτο η λύσσα των μαχομένων, ώστε
ανέμενα να ίδω πραγματοποιούμενον το απίθανον συμβάν το
αναφερόμενον υπό του τερατολόγου βαρώνου Μυγχάουζεν, περί
των δύο ανταγωνιζομένων λεόντων, οίτινες τέλος
αλληλεφαγώθησαν τόσον τελείως, ώστε δεν απέμεινεν εξ
αμφοτέρων ειμή η ουρά. Και όταν είνε μονομαχία, υπομονή·
αλλ' ενίοτε συμβαίνει να προστρέχουν εις βοήθειαν των
μαχομένων πολλοί εκατέρωθεν αγωνισταί και η συμπλοκή
λαμβάνει τότε χαρακτήρα μάχης εκ του συστάδην. Πυκνός
κονιορτός περιβάλλει τας διαμαχομένας στρατιάς, ως η νεφέλη
η αποκρύπτουσα άλλοτε τους εις τα πεδία της Τροίας
μαχομένους ήρωας και ημιθέους. Τηλικούτος δε προσγίνεται
θόρυβος εκ της οιμωγής και ευχωλής ολλύντων τε ολλυμένων,
ώστε οι γείτονες αναγκάζονται να εξέλθουν εις την οδόν και
με τα προστυχόντα όπλα ανηλεώς παίοντες ν' αποδιώξουν την
μανιώδη αγέλην.
Γεννώνται εν τη οδώ και εν αυτή αποθνήσκουν. Ο δρομίσκος εν
τω οποίω ετέχθη έκαστος και ηυξήθη, ή η τρίοδος, ή η αγυιά,
ή η γέφυρα, ή το χλοάζον νεκροταφείον με τας επικλινείς
βρυοσκεπείς επιτυμβίους στήλας είνε η πατρίς των, ορίζων δε
μόνος αυτών πολλάκις η πληκτική σειρά των υψορόφων οικιών,
εξ ών φράσσεται η στενή οδός. Οι κύνες του Σταυροδρομίου
αγνωούν την ύπαρξιν του Γαλατά και τούτου πάλιν οι κύνες
βλέπουν μεν εξελισσόμενον εις την αντίπεραν όχθην του
Κερατίου το εξαίσιον πανόραμα της Σταμπούλ με τα
μεγαλοπρεπή τζαμία και τους χαρίεντας ευθυτενείς μιναράδες,
αλλά δι' αυτούς ο μαγικός εκείνος χώρος είνε απροσπέλαστος
αντικατοπτρισμός. Το ανήκον εις εκάστην οδόν στίφος
αποτελεί ιδίαν δημοκρατίαν, διεπομένην υπό νόμων αγράφων,
αλλ' απαραβάτων, έχουσαν τα όρια της δικαιοδοσίας της
ακριβώς απ' αιώνων ίσως διαγεγραμμένα. Αυτή η αυστηρά
τήρησις των αμοιβαίων ορίων μεταξύ των διαφόρων κυνικών
δημοκρατιών της μεγαλοπόλεως αποτελεί εν των περιεργοτάτων
εθίμων των ζώων τούτων. Οι τετράποδες κάτοικοι μιας οδού
έχουν απόλυτον δικαίωμα κατοχής και διαμονής εφ' απάσης της
εκτάσεως αυτής, αλλ' όχι και πέραν. Όταν φθάσουν εις τα
σύνορα, οπόθεν άρχεται η δικαιοδοσία ετέρας πατριάς,
σταματούν και επιστρέφουν εις τα ίδια. Οι παραβάται
τιμωρούνται αυστηρότατα. Είνε απερίγραπτος η προσοχή και η
επιμέλεια μετά της οποίας φρουρείται το πάτριον έδαφος από
πάσης εισβολής, όπως είνε αξιοθαύμαστος η συναίσθησις του
αδικήματος, υπό της οποίας καταλαμβάνεται ο επιδρομεύς.
Οσάκις κύων τυχοδιώκτης εξωθούμενος εκ της πείνης ή
παρασυρόμενος εξ ερωτικής περιπετείας υπερβή τα σύνορα και
εισχωρήση τολμηρώς εις ξένον έδαφος, ευθύς ως εννοήση ότι
εφωράθη, συστέλλεται περιδεής και κρύπτει την ουράν μεταξύ
των σκελών, και βλέπεις τότε το περίεργον φαινόμενον να
επιτίθεται κύων τις αποσκελετωμένος, μόλις κρατούμενος εις
τους πόδας του, κατά του επιδρομέως διπλασίου το ανάστημα
και ασυγκρίτως ρωμαλεωτέρου, αρυόμενος το θάρρος εκ του
δικαιώματός του και εκ της αλληλεγγύης. Εις τας υλακάς του
προσέρχονται τροχάδην επίκουροι πάντες οι κύνες της οδού·
οι οκνηροί διακόπτουν τον ύπνον των, αι θήλειαι καταλείπουν
τα γαλουχούμενα τέκνα των και πάντες μικροί και μεγάλοι
επιπίπτουν κατά του εχθρού, οιονεί υπείκοντες εις το
κέλευσμα αοράτου τινός Αισχύλου της φυλής των, έως ότου
προσέρχεται ο ανεγνωρισμένος αρχηγός της αγέλης, ο
παλληκαράς της οδού. Είνε ούτος ο απόλυτος κυριάρχης της
πατριάς. Οι άρρενες τον φοβούνται, αι θήλειαι τον
περιποιούνται ερωτοτρόπως και το υπήκοον αναγνωρίζει εν
παντί και πάντοτε την υπεροχήν του, ερειδομένην επί της
ισχύος του. Ο λείχων αμερίμνως οστούν τι εγείρεται και
καταλείπει το γεύμα του άμα τη προσεγγίσει του. Πάσαι αι
ωραίαι της οδού ανήκουν εις αυτόν δικαιωματικώς και ουαί
εις τον αυθάδη, όστις ήθελε τολμήσει να εγγίση το
αφρούρητον χαρέμιόν του άνευ της συγκαταθέσεώς του. Ο
αρχηγός ούτος επιπίπτει μανιώδης κατά του επιδρομέως, όστις
πτήσσων και ολολύζων μάτην προσπαθεί ν' αμυνθή κατά τόσων
οδόντων· τέλος εξηντλημένος πίπτει χαμαί ύπτιος, ωσεί
αναγνωρίζων το αδίκημά του και εξαιτούμενος έλεος. Τι
νομίζετε δε ότι ενίοτε πράττει τότε ο αρχηγός; Εγείρει ο
αναιδής τον πόδα και . . . τον περιλούει διά θερμού υγρού
εις ένδειξιν εσχάτης περιφρονήσεως, μετά τούτο δε τον
αφήνει να επανακάμψη κακώς έχοντα εις τα ίδια και
απηλλαγμένον πάσης επιθυμίας όπως επαναλάβη εις το εξής το
πείραμα. Ουχ ήττον υπάρχουν παραδείγματα ότι μετά την
αυστηράν ταύτην τιμωρίαν η κοινότης δεικνύεται μάλλον
οικτίρμων προς τον πταίστην και του επιτρέπει να παραμείνη
εντός των συνόρων της, πολιτογραφούμενος ούτως ειπείν και
αποτελών εις το εξής μέλος της ομάδος. Επίσης υπάρχουν
παραδείγματα μεταναστεύσεως· κύνες, τινές τυχοδιώκται εκ
των παραλίων συνοικιών, βαρυνόμενοι τας κακουχίας,
εισέρχονται λάθρα εις τα μικρά ατμόπλοια τα ακαταπαύστως
αποπλέοντα εκ της γεφύρας του Γαλατά, και χωρίς, εννοείται,
να πληρώσουν ναύλον αποβιβάζονται είς τινα των παρά τον
Βόσπορον θελκτικών χωρίων ή εις τας Πριγκιπονήσους, προς
εύρεσιν καλυτέρας τύχης.
Αυτή η καταναγκαστική συμβίωσις και η ομοαίμων καταγωγή και
η συνταύτισις της τύχης γεννά μεταξύ των τετραπόδων
κατοίκων της αυτής συνοικίας αισθήματα φιλίας και
αφοσιώσεως, τα οποία είνε αληθές όμως ότι σπανίως αντέχουν
εις τους πειρασμούς του συμφέροντος ή της αντιζηλίας. Εν
τούτοις είνε πάντοτε συγκινητικόν το θέαμα γέροντος τινος
και κατεσκληκότος κυνός, απομάχου μυρίων αγώνων εξωτερικών
και εμφυλίων, παίζοντος νωθρώς και συγκαταβατικώς με
σκύλακα μικρόν, ίσως απόγονόν του, εύελπιν βλαστόν της
φυλής. Ο γέρων σκύλος θ' αναλογίζεται ίσως νοερώς το &άμμες
ποκ' ήμες& των αρχαίων Σπαρτιατών, ενώ το κυνάριον θα του
ψιθυρίζη εις την γλώσσαν του το &άμμες δε γ' εσσόμεθα.&
Είναι συγκινητική η κοινή εν τω πλήρει στερήσεων βίω
εγκαρτέρησις και η πραότης μετά της οποίας υπομένουν πάσας
τας συμφοράς. Νομίζεις ότι το κλίμα του τόπου εμπνέει και
εις αυτούς την ασιατικήν των μοιρολατρών αναλγησίαν. Ο
οίκτος είνε το αίσθημα το οποίον μετά την περιέργειαν
καταλαμβάνει πάντα ξένον επί τη θέα των. Ο Δε Αμίτσης
βλέπων αυτούς ενεθυμείτο τους θηρευτικούς κύνας του
Βαγιαζήτ, οίτινες εκ πορφύρας φέροντες επινώτια και
μαργαριτοκόσμητα περιδέραια επλήρουν κραυγών τας φάραγγας
του Ολύμπου, και ανελογίζετο την διαφοράν της τύχης. Εγώ
όμως ανελογιζόμην ότι, εάν ποτε το φοβερόν κοινωνικόν
ζήτημα, το συνταράσσον την Ευρώπην, φθάση και μέχρι των
οχθών του Βοσπόρου, ο ερεθισμός ιδίως θα εκδηλωθή μεταξύ
της αναριθμήτου ταύτης πληθύος των τετραπόδων Παριών, των
ανεστίων και αλητών, την οποίαν καταμαστίζουν και τυραννούν
αι συνθήκαι της ανισότητος. Κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν
ουαί εις τους δυνάστας! αι υλακαί της οργής αι οποίοι θ'
αντηχήσουν παρά τον Κεράτιον θα καταπνίξουν πάντα άλλον
θόρυβον και η Ευρώπη περίφοβος θα ίδη σκηνήν φανταστικώς
τραγικήν, την οποίαν ελησμόνησε να καταλέξη εις τας
προρρήσεις του ο οιστρηλατούμενος ιερός συγγραφεύς της
Αποκαλύψεως. Ίσως μάλιστα η απάθεια και η εγκαρτέρησις των
δυναστευομένων σήμερον ζώων αυτών είνε φαινομενική. Ίσως
ενίοτε συνέρχονται κρύφα και ανακοινούν προς αλλήλους τον
πόνον των και τα σχέδιά των, λησμονούντες τας
πατροπαραδότους έριδας περί της κατοχής του εδάφους και
αδελφοποιούμενοι εν τη συμφορά, Έχω άλλως τε διδόμενα να
πιστεύω τοιούτο τι εκ του εξής περιστατικού. Εσπέραν τινά
είχα εξέλθει εκ φιλικής οικίας κειμένης εν τη συνοικία
Ταξιμίου. Έβρεχε ραγδαίως και η πνευστιώσα λάμψις των φανών
του φωταερίου αντενακλάτο θαμβή επί των καθύγρων και
ολισθηρών πλακών της λιθοστρώτου μικράς αγυιάς. Αίφνης εν
τω μέσω της ερημίας βλέπω ανακύπτον ενώπιον μου ένα
στράτευμα, έν στίφος μέλαν, απειλητικόν, απαίσιον. Ήτο
ομήγυρις αποτελουμένη τουλάχιστον εκ πεντακοσίων κυνών.
Έστην εμβρόντητος και κατεπτοημένος. Εις τον νουν μου
επήλθεν η εικών του θανάτου του Ακταίωνος, της Ιεζάβελ και
πάσαι αι ζοφεραί αναμνήσεις ανθρώπων καταβροχθισθέντων υπό
κυνών. Έκλεισα το αλεξιβρόχιόν μου, έτοιμος ν' αμυνθώ δι'
αυτού ελλείψει άλλου όπλου και να πωλήσω τουλάχιστον ακριβά
το δέρμα μου. Ηκούσθησαν οργίλοι τινές γρυλλισμοί, πένθιμοί
τινες υλακαί. Μερικοί μ' επλησίασαν και με ωσφράνθησαν
υπόπτως, αλλά δεν με ηνώχλησαν· κατώρθωσα να διέλθω εκ του
μέσου της αμαυράς εκείνης αγέλης διασώζων ακέραια όλα μου
τα μέλη. Ότε συνήλθα εκ του φόβου μου, επείσθην ότι η
παράδοξος εκείνη ομήγυρις ήτο βεβαίως συλλαλητήριον άφωνον
και μυστηριώδες, συγκροτηθέν κατ' εκείνην την ώραν και εις
εκείνο το μέρος διά να μη λάβη γνώσιν η φιλύποπτος εξουσία.
Εις τας σοσιαλιστικός ταύτας ιδέας πρέπει ν' αποδοθή και η
απέχθεια, την οποίαν τρέφουν οι περίεργοι αυτοί κύνες κατά
των οικοσίτων ομοίων των. Μισούν εμφύτως όλα τα λοιπά ζώα,
πλην των ίππων, καταδιώκουν τους γάττους και υλακτούν
εμμανώς τας καμήλους ή τας ψωραλέας άρκτους, τας οποίας
σύρει εξόπισθέν του διά κλοιού εκ του ρύγχους ρυπαρός τις
Αθίγγανος εις τας οδούς. Αλλ' ιδιαίτερον τρέφουν και
δικαιολογημένον μίσος κατά των ιδιωτικών κυνών, των οποίων
ο βίος εν Κωνσταντινουπόλει είνε αυτόχρημα αφόρητος. Οι
παρά της τύχης ηυνοημένοι ιχνηλάται και τα μαμμόθρεπτα των
δεσποίνων κυνάρια αναγκάζονται να διαιτώνται εντός των
οικιών, ο δε κύριός των, οσάκις θελήση να εξέλθη μετ'
αυτών, οφείλει να τα κρατή πλησίον του δεδεμένα δι' αλύσεως
και να τα προασπίζη πάσαν στιγμήν διά της ράβδου του από
των αγρίων επιθέσεων των φθονερών αποκλήρων. Φίλος μου τις
φιλόκυνος, διατρέφων εις τον οίκον του δύο εξαιρέτους
θηρευτικούς κύνας, μου διηγήθη ότι ημέραν τινά εν Γαλατά
πελώριος μολοσσός εκ των αδεσπότων ώρμησεν εξαίφνης εκ των
όπισθεν κατ' αυτού και διά των οδόντων του κατέσχισε το
επανωφόριόν του. Η επίθεσις επανελήφθη μετά τινας ημέρας
μετά του αυτού αποτελέσματος, ο δε φίλος μου, αφού επί πολύ
ηπόρησε διά την ασυνήθη ταύτην και ανεξήγητον μήνιν,
εσυλλογίσθη επιτέλους και επείσθη ότι προήρχετο αύτη εκ της
οσμής, την οποίαν έφερον τα ιμάτιά του ως εκ της
συγχρωτίσεώς του μετά των οικοσίτων του κυνών. Η οσμή αυτή
και μόνη ήρκεσε να εξεγείρη όλην την οργήν του αλήτου
εκείνου, όστις μη δυνάμενος να βλάψη τους μισητούς
ομοφύλους του εξεδικήθη κατά του κυρίου των. Εν τούτοις
υπάρχουν περιστάσεις, κατά τας οποίας επέρχεται είδος τι
συμβιβασμού και ο αυτός φίλος μου διηγήθη ότι αυτοί οι δύο
ανωτέρω θηρευτικοί κύνες είχον συνάψει ποτέ φιλικάς σχέσεις
μεθ' ενός αδεσπότου κυνός διαιτωμένου εις την οδόν, όστις
συνέπαιζε μετ' αυτών, οσάκις εις αυτούς παρείχετο η άδεια
να εξέλθουν επ' ολίγην ώραν έξωθεν της οικίας, και τους
επροστάτευεν από της έχθρας των άλλων. Διά του τρόπου
τούτου κατώρθωσε να προσελκύση την εύνοιαν του
οικοδεσπότου, όστις εψώμιζεν [41] αυτόν, έως ότου ημέραν
τινά έγινεν άφαντος, αποθανών ίσως εκ γηρατείων.
Διότι δεν είνε παντελώς εστερημένοι νοημοσύνης οι αδέσποτοι
κύνες· απεναντίας ο βίος τον οποίον διάγουν οξύνει τα
αισθητήριά των και τας διανοητικάς των δυνάμεις. Γνωρίζουν
όλους τους κατοίκους της συνοικίας και ευγνώμονες προς τους
τυχόν περιποιουμένους αυτούς τους συνοδεύουν με σκιρτήματα
και με σπασμωδικά κινήματα της κολοβής ουράς των μέχρι των
συνόρων της οδού. Εννοούν τους κλέπτας και φαυλοβίους και
τους καταδιώκουν δι' υλακών, συντελούντες ούτως όχι ολίγον
εις την τήρησιν της τάξεως και ασφαλείας. Αναγνωρίζουν
αμέσως τους ξένους, φαίνεται δε ότι δεν είνε προς αυτούς
λίαν εύνοι. Άλλοτε μάλιστα εις τας καθαρώς τουρκικάς
συνοικίας η διέλευσις ξένου μη φεσοφορούντος ήτο επιχείρημα
όχι επικίνδυνον. Αλλά τώρα ως εκ της προόδου του πολιτισμού
και της απαραιτήτου ισοπεδώσεως και ομοιομορφίας του ο
τοιούτος κίνδυνος ή ολοτελώς εξέλιπεν, η εμειώθη
επαισθητώς. Είναι πράοι και ικανοί προς άσκησιν, απορώ δε
αληθώς πώς δεν ευρέθη τις να χρησιμοποιήση τας δυνάμεις των
ευρωστοτέρων εις την κίνησιν μικρών φορτηγών αμαξίων, όπως
γίνεται εν Ευρώπη· αλλ' ίσως η παροιμιώδης οκνηρία των
αποθαρρύνει τους επιχειρηματίας. Οι ειδήμονες βεβαιούν ότι
έχουν την όσφρησιν λίαν ανεπτυγμένην και δύνανται διά της
εξασκήσεως να καταστούν εξαίρετοι θηρευτικοί κύνες. Περί
της εκτάκτου μάλιστα νοημοσύνης τινών εξ αυτών και περί της
προς αλλήλους αγάπης ο κ. Μαυρογένης αναφέρει το εξής
ανέκδοτον. Άμαξα έθραυσε ποτε την κνήμην ενός των κυνών,
ιατρός δε Ευρωπαίος κατοικών εν τη συνοικία, ιδών το συμβάν
και ευσπλαγχνισθείς το παθόν ζώον, παρέλαβεν αυτό εις τον
οίκον του και το εθεράπευσε. Μετά πολύν καιρόν ο ιατρός
ήκουσε την εξώθυραν του οίκου του κρουομένην, ή μάλλον
ξεομένην, προβάς δε μετά περιεργείας παρετήρησε δύο κύνας,
εκ των οποίων ο είς ήτο ο παρ' αυτού θεραπευθείς, όστις προ
πολλού είχεν επαναλάβει τον αλήτην βίον του, και ο έτερος
έσυρεν αλγεινώς τον τραυματισμένον πόδα του, παθόντα θλάσιν
εκ των τροχών αμάξης. Φανερόν ήτο ότι ο θεραπευθείς παρ'
αυτού κύων, μνήμων της ευεργεσίας, ωδήγει τον παθόντα εις
την οικίαν του ιατρού χάριν θεραπείας, ο δε Ασκληπιάδης
συγκινηθείς περιέθαλψε και ίασε και τον απροσδόκητον αυτόν
πελάτην. Το ανέκδοτον θα ήτο περιεργότατον αληθώς, αν δεν
υπήρχον μερικαί αμφιβολίαι περί της ακριβείας του, διότι το
έχω αναγνώσει τουλάχιστον δεκάκις μέχρι τούδε ως συμβάν εν
Λονδίνω. Να είχεν αναγνώσει άραγε τας εφημερίδας ο κύων των
οδών της Κωνσταντινουπόλεως και εμιμήθη τον εν Λονδίνω
ομόφυλόν του; Πιθανωτέρα είνε η εξήγησις ότι τας εφημερίδας
είχεν αναγνώσει ο κ. Μαυρογένης.
Η φιλοστοργία των θηλειών είνε αξιοθαύμαστος· μετά
συγκινήσεως έβλεπα πολλάκις τας δυστυχείς ταύτας μητέρας
εξηπλωμένας επί του παγερού εδάφους υπό την ανωφελή σχεδόν
σκέπην εξώστου τινός, τρεμούσας υπό τον σφοδρόν βορράν,
μαστιζομένας εκ της βροχής και όμως προσπαθούσας να
καλύψουν με τα λιπόσαρκα σκέλη των τα οιμώζοντα νεογνά των
και να γαλουχήσουν αυτά με τους στείρους εκ της ασιτίας
μαστούς των. Ο μνημονευθείς Μαυρογένης αναφέρει ότι είδε
ποτε εν τη οδώ τοιαύτην ατυχή μητέρα, ήτις είχεν απολέσει
τα νεογνά της και επί τέσσαρας όλας ημέρας τα διετήρει παρ'
εαυτή νεκρά, μη εννοούσα να αποχωρισθή αυτών, ουδ'
επιτρέπουσα να ταποκομίσουν, μάτην δε προσπαθούσα διά
θωπειών και ασπασμών να μεταδώση εις αυτά θάλπος και να τα
επαναφέρη εις την ζωήν. Παρήγορον είνε ότι οι κάτοικοι
ανεξαρτήτως της εθνικότητος και του θρησκεύματος παρέχουν
εξ αισθήματος ευσπλαγχνίας εις τας φιλοστόργους ταύτας
λεχούς επαινετήν περίθαλψιν. Πάντοτε σχεδόν παρατηρεί τις
ότι η θήλεια μετά τον τοκετόν αποκτά κοίτην εκ σωρού αχύρων
ή ρακών δωρηθείσαν εις αυτήν υπό φιλευσπλάγχνου γείτονος.
Εις αυτήν την μεγάλην οδόν του Πέραν, όπου συνωστίζεται το
πλήθος της εκλεκτής κοινωνίας κατά τας ώρας του περιπάτου
την χειμερινήν εποχήν και όπου διαγκωνίζεται ο ξένος
διπλωμάτης με την αριστοκράτιδα φαναριώτισσαν δέσποιναν και
ο αρμένιος τραπεζίτης με την γαλλίδα εταίραν της υψηλής
περιωπής, ως θλιβερός τόνος εν τω μέσω του ποικίλου βόμβου
διεκρίνοντο αι οιμωγαί των μικρών γόνων κυνός τεκούσης επί
του στενού πεζοδρομίου εγγύς ενός φαρμακείου. Και όμως ούτε
κατεπατήθησαν ούτε απεδιώχθησαν εκείθεν τα ταλαίπωρα αυτά
πλάσματα, ότε δε την επομένην ανεζήτησα την άστεγον αυτήν
οικογένειαν, ανεκάλυψα την μητέρα εντός του κοιλώματος
παραθύρου του υπογείου, εξηπλωμένην μετά των τέκνων της επί
παχέος στρώματος ρινισμάτων ξύλου, και το σωστικόν αυτό
καταφύγιον βεβαίως είχε χορηγηθή υπό του ελεήμονος
καταστηματάρχου. Μου διηγήθησαν ωσαύτως ότι κύων έτεκέ ποτε
εντός της σκοπιάς φρουρού, ο δε αγαθός στρατιώτης
επροτίμησε να μείνη εις το ύπαιθρον τρέμων εκ του ψύχους
παρά ν' αποδιώξη εκείθεν το δυστυχές ζώον.
Ως προς τας ερωτικάς προς αλλήλους σχέσεις υπάρχει πολλή
ελευθερία ένεκα της πληθύος εξ αμφοτέρων των φύλων, και τα
διαπραττόμενα φανερά εις τας οδούς κατά πάσαν στιγμήν
σκανδαλίζουν τους σεμνοτέρους. Αντί όμως ν' αναφέρω κρίσεις
και παρατηρήσεις ιδικάς μου, αι οποίαι πιθανόν, αν και το
θέμα μου είνε κυνικόν, να ήσαν παρακινδυνευμέναι και
απροσδιόνυσοι, προτιμώ να παραθέσω μίαν περικοπήν γλαφυράν
και πνευματώδη εκ της μονογραφίας, την οποίαν πολλάκις
προανέφερα. Ιδού αυτή: « Έχω κύνα καταγόμενον εκ του γένους
τούτου, γεννηθέντα όμως εντός του κήπου μου και γόνον
μητρός καταγωγής μη χυδαίας μέχρι της τετάρτης γενεάς. Ο
κύων ούτος, τον οποίον κατέστησα φύλακα του κήπου μου,
έγινεν εξαίρετος, εύσωμος, ρωμαλέος· μη υποστάς ποτε
κακουχίας κατέστη σχεδόν ευγενής, αλλ' ευγενής νωπής
χρονολογίας, ως οι &ιδαλγοί& της Ισπανίας. Είνε
ανδρειότατος, φέρει ουράν ακεραίαν και πυκνήν, ανυψουμένην
εν είδει λοφίου. Έχει το ήθος υπερήφανον. Εξέλεξε δύο
θηλείας κίτρινου χρώματος (διότι αυτό το χρώμα, φαίνεται,
προτιμά) καθαρίους και ευσάρκους. Τας τρέφει καλώς, κομίζων
εις αυτάς εκλεκτά εδέσματα εκ του μαγειρείου, ένθα συχνάζει
μετ' οικειότητος. Αι θήλειαι οφείλουν εις αυτόν υπακοήν.
Είνε ηναγκασμέναι να μένουν εις το πρόθυρον του οίκου μου
επί στρωμνής την οποίαν αυτός έσυρεν εκεί και έθεσεν εις
την διάθεσίν των. Οψέποτε θέλουν να εξέλθουν διά να
αναπνεύσουν και να κινηθούν ολίγον, πρέπει να συνοδεύωνται
παρ' αυτού· ενώ αυτός απεναντίας δικαιούται να εξέρχεται
μόνος, να ερωτοτροπή προς άλλας θηλείας της συνοικίας και
να συνάπτη αιματηράς μάχας μετά των αντιζήλων». Ως βλέπετε,
τα ήθη των τετραπόδων ως προς το κεφάλαιον τούτο δεν
διαφέρουν από τα των διπόδων κατοίκων του τόπου, η δε
ύπαρξις του χαρεμίου επιβάλλεται εις πάντα τα έμψυχα.
Αλλ' όμως αυτή η περί τα ήθη ακρασία [42] κέκτηται
σπουδαίαν ευεργετικήν επίδρασιν επί της δημοσίας υγείας.
Μολονότι το πλήθος των κυνών είνε τοσούτο μέγα, η φοβερά
νόσος της λύσσης είνε εν τούτοις σπανιωτάτη μεταξύ αυτών,
ενώ παρ' ημίν, παρά τον περιωρισμένον αριθμόν και την κατ'
έτος εξολοθρευτικήν περιοδείαν του κυνοθήρα, ολόκληρα
καραβάνια λυσσώντων πέμπονται εκάστοτε προς τον Παστέρ. Ο
διακεκριμένος επιστήμων συγγραφεύς της περί των κυνών
μονογραφίας αποδίδει τούτο εις την οπωσδήποτε εύρεσιν της
καθημερινής των τροφής, εις την αφθονίαν του ύδατος και προ
πάντων εις την εύκολον και ακώλυτον εκπλήρωσιν των φυσικών
ορμών. Διότι πανταχού, όπου οι κύνες υπόκεινται υπό την
άμεσον εποπτείαν των ανθρώπων, οι οικοδεσπόται έργα Ηρώδου
εκτελούντες, απορρίπτουν και εξαφανίζουν μετά πάντα τοκετόν
κατά προτίμησιν τα θήλεα εκ των νεογνών, επειδή η
συντήρησις των θηλέων είνε οπωσδήποτε οχληροτέρα εις τον
οίκον. Τούτου ένεκα υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του
αριθμού των δύο φύλων και συχνάκις βλέπομεν
επαναλαμβανόμενον το θέαμα τεσσαράκοντα μνηστήρων
καταδιωκόντων μίαν και μόνην Πηνελόπην. Ενώ εν
Κωνσταντινουπόλει ο πληθυσμός αμφοτέρων των φύλων μένει
άθικτος εν τη ισορροπία, την οποίαν ώρισεν η προνοητική
φύσις. Ώστε η αγνεία [43] και η εγκράτεια δεν είνε
προφυλακτικά κατά της λύσσης. Ας λάβουν, παρακαλώ, υπό
σημείωσιν το πειστικώτατον αυτό παράδειγμα οι ευμενείς
ακροαταί μου και ιδιαιτέρως εξ αυτών οι άγαμοι και οι
εμφορούμενοι από ασκητικάς διαθέσεις.
Πολλάκις εν τη ιστορία μνημονεύονται απόπειραι περί
ελαττώσεως του οχληρού αριθμού των ζώων τούτων. Αλλ'
ουδεμία αυτών, φαίνεται, ηυδοκίμησεν. «Επί Σουλτάνου Αχμέτ
του Α', διηγείται ο Βυζάντιος (44), συμβάντος μεγίστου
θανατικού, οι ιατροί, όλοι τότε σχεδόν Εβραίοι, επρότειναν
ότι έπρεπε να ληφθή κατ' αυτών μέτρον, ως διαδιδόντων το
μόλυσμα. Διέταξε λοιπόν ο Σουλτάνος να φονευθούν, αφού
πρώτον ερωτηθή ο Σεϊχουλισλάμ· αλλ' εκείνος απήντησεν ότι
τα ζώα έχουν ψυχήν και επομένως δεν δύναται τις ανεγκλήτως
να τα φονεύση. Απεφασίσθη τότε να τα περιορίσουν είς τινα
των παρακειμένων ερημονήσων κ' εκεί να τρέφωνται υπό των
βυρσοδεψών, εις τους οποίους χρησιμεύουν τα περιττώματά
των, και μετεκομίσθησαν χιλιάδες». Το αυτό έγινε και κατά
τον παρόντα αιώνα επί της βασιλείας του Μαχμούτ. Ο
μεγαλεπήβολος μονάρχης και πρώτος εισηγητής του πολιτισμού
εις το οθωμανικόν κράτος, αφού επάταξε τους Γενιτσάρους,
ηθέλησε να απαλλάξη την πρωτεύουσαν και απ' αυτής της
ασχημίας. Αλλ', ως η παράδοσις διηγείται, έν των πλοίων των
μετακομιζόντων το αλλόκοτον αυτό φορτίον εις τας
ερημονήσους κατεποντίσθη, πολλοί δε των εξορίστων έσχον την
τόλμην να διαπεραιωθούν νηχόμενοι [45], καίτοι η απόστασις
είνε μεγάλη, εις το προσφιλές πάτριον έδαφος. Όθεν εξ
οίκτου εφείσθησαν των λοιπών. Λέγεται ότι το πείραμα
επανελήφθη μετά τινα χρόνον και μέγας αριθμός αυτών
μετεκομίσθη είς τι παρά τον Ελλήσποντον μέρος, πλησίον της
Καλλιπόλεως. Το πειναλέον στίφος αφεθέν ελεύθερον εις την
ξηράν ερρίφθη εις τους πλησιοχώρους αμπελώνας της χώρας,
σταφυλοβριθείς ένεκα της ώρας του έτους, και τους
ελεηλάτησεν. Οι κάτοικοι αντεπεξήλθον κατά των επιδρομέων
και παρεπονέθησαν κατά της πρωτοφανούς ταύτης κτηνοτροφίας,
η οποία απέβαινε τόσον καταστρεπτική εις την γεωργίαν, διό
διεκόπη η καταναγκαστική μετανάστευσις. Ήκουσα ωσαύτως εν
Κωνσταντινουπόλει ότι προ ετών Ευρωπαίος τις επρότεινεν εις
την κυβέρνησιν ν' αναλάβη τον καθαρισμόν της πρωτευούσης
από των κυνών, πληρώνων μάλιστα και μικρόν τι τίμημα δι'
έκαστον ωρισμένον αριθμόν αυτών, σκοπεύων να χρησιμοποιήση
τα δέρματά των εις βυρσοδεψικήν βιομηχανίαν, αλλ' ο
οθωμανικός πληθυσμός εξηγέρθη κατά της ασεβούς ταύτης
εξωνήσεως, επενόησε δε τέχνασμα ευφυές προς ματαίωσιν
αυτής. Την ημέραν του προσκυνήματος του Σουλτάνου
ετοποθετήθη εις τον δρόμον, εκ του οποίου επρόκειτο να
διέλθη η αυτοκρατορική συνοδία, κύων φέρων εξηρτημένην εκ
του τραχήλου πινακίδα, εν είδει ικετηρίου αναφοράς των
κυνών της πρωτευούσης, παραπονουμένων ότι αυτοί οι
διακρινόμενοι διά την πίστιν των δεν ήτο δίκαιον να
παραδοθούν εις χείρας απίστων. Ο άναξ εγέλασε και η άδεια
της εξολοθρεύσεως δεν παρεχωρήθη.
Ο Δε Αμίτσης αναφέρει ότι συχνάκις ενεργείται μερική
εξολόθρευσις αυτών διά δηλητηρίου εις τας ευρωπαϊκάς της
πόλεως συνοικίας, υπό των ιατρών και επιστημόνων, των
οποίων τας νυκτερινάς μελέτας ταράσσει ο αέναος αυτών
θόρυβος. Το τοιούτο όμως δεν αληθεύει, καθά επιτοπίως
επληροφορήθην, διότι άλλως τε τον αθρόον αυτόν όλεθρον κατ'
ουδένα λόγον θα ηνείχετο το οθωμανικόν στοιχείον. Το μέτρον
εφηρμόσθη μόνον εν τη νήσω Πριγκίπω πρό τινων ετών υπό του
έλληνος δημάρχου, φιλοπροόδου και δραστηρίου, απαλλάξαντος
την περικαλή νησίδα από της αηδούς ταύτης λέπρας. Αλλ' εν
τη ειρημένω νήσω ο πληθυσμός είνε αμιγής χριστιανικός. Οι
Οθωμανοί, παρεκτός της οικτίρμονος προστασίας και
περιθάλψεως, δεικνύουν προς τα ζώα ταύτα μακροθυμίαν και
ανοχήν πολλάκις ακατανόητον. Ουδέποτε θα λησμονήσω σκηνήν
τινα της οποίας παρέστην μάρτυς και ήτις κατέλιπεν εις το
πνεύμα μου ανεξαλείπτους εντυπώσεις. Ήτο Παρασκευή, ημέρα
του προσκυνήματος, τη ευμενεί δε συστάσει της ημετέρας
προξενικής αρχής ηυτύχησα να εισαχθώ και να τοποθετηθώ εις
το κομψόν παρά τα Ανάκτορα περίπτερον των ξένων, όπως
απολαύσω κάλλιον του θεάματος. Το περίπτερον ήτο πλήρες
ξένων περιηγητών και μελών του διπλωματικού σώματος, βόμβος
δε ποικίλων γλωσσών αντήχει εν αυτώ. Το θέαμα ήτο εξαίσιον.
Ο θαλπερός ήλιος του φθινοπώρου ήστραπτεν εις στερέωμα
σαπφείρινον· πέραν εμάρμαιρε γαλανή η ακύμων Προποντίς και
ο αργυροδίνης Βόσπορος, του οποίου τα νερά ηυλακούντο από
μυριάδας ακατίων και μικρών ατμήρων σκαφών· αμαυρά δάση
κυπαρίσσων διεχώριζον τους λευκάζοντας όγκους των διαφόρων
συνοικισμών της ασιατικής όχθης, εκ των οποίων εξέφευγον
κατ' αποστάσεις ευπετώς ως βέλη οι χαρίεντες μιναρέδες,
άνωθεν δ' αυτών διά γραμμών μαλακών, διά κλίσεων νωχελών
κατήρχοντο οι λόφοι οι επιστέφοντες τας μαγικάς ακτάς,
περιβεβλημένοι στολήν χλοεράν αναπροσωπεύουσαν πάσας τας
αποχρώσεις του πρασίνου. Ενώπιον ημών ωρθούτο νεοστιλβές
και ελαφρόν ως αβροτέχνημα το σουλτανικόν τέμενος. Εις τα
πέριξ ήσαν παρατεταγμένα τα διάφορα σώματα της επιλέκτου
φρουράς της πρωτευούσης. Αι λόγχαι των στρατιωτών και τα
χρυσά σειρήτια και αι επωμίδες των αξιωματικών ελαμποκόπουν
εις τον ήλιον. Όπισθεν αυτών συνωστίζετο το πλήθος, τα
ερυθρά δε φέσια των στρατιωτών και οι λευκοί πέπλοι των
πυκνών ομίλων των Οθωμανίδων ωμοίαζον με εναλλασσούσας
πρασιάς μηκώνων [46] και λευκανθέμων. Ήτο αληθής πανήγυρις
αίγλης και χρωμάτων. Μία παρισινή κυρία, σύζυγος Γάλλου
προξένου εν τη Ανατολή, ανήκουσα εις τον φιλικόν όμιλον εις
τον οποίον και εγώ συμπεριελαμβανόμην και διά πρώτην φοράν
βλέπουσα ως και εγώ το θέαμα, δεν έπαυε να μου επαναλαμβάνη
ενθουσιώσα: — C'est merveilleus! C'est féérique!
Η ώρα της τελετής προσήγγιζεν. Είχον ήδη προσέλθει
λαμπροστόλιστοι ο μέγας βεζύρης, οι υπουργοί και πάντες οι
ανώτεροι λειτουργοί του Κράτους. Ανεμένετο η άφιξις του
άνακτος και κατά το έθιμον ερρίπτετο διά πτύων μετά σπουδής
υπό εργατών χώμα εκ μικρού φορτηγού αμαξίου εις το
προαύλιον του ναού, όπως διέλθη επί απατήτου χώρου η
Μεγαλειότης Του. Αίφνης το όμμα μου θαμβωμένον εκ τόσης
λάμψεως έπεσεν επί τινος αντικειμένου αμαυρού, κειμένου
ακριβώς εν τω μέσω της ηλιοφωτίστου οδού και αντικρύ της
εισόδου του προαυλίου· ήτο κύων εύσωμος, χρώματος
υπομέλανος, όστις είχε κατακλιθή εκεί, συνεσπειρωμένος με
το ρύγχος παρά την ουράν, υπνώττων μακαρίως. Ανέμενα να ίδω
τινά εκ των τόσων στρατιωτών, εκ των τόσων εκεί φυλάκων της
τάξεως και επιτηρητών της ευπρεπείας μεταβαίνοντα και
αποδιώκοντα αυτόν· αλλ' ουδείς εκινήθη. Εν τω μεταξύ
αφίκετο ο Παδισάχ εφ' αμάξης ανοικτής, εν τω μέσω διπλού
στοίχου στραταρχών και πασσάδων με στολάς καταχρύσους, με
στήθη διάστερα εκ παρασήμων, πεζή βαινόντων, ενώ όπισθεν
της αμάξης έβαινε μετά σπουδής σμήνος ευνούχων και
ιπποκόμων, με τας χείρας ευσεβάστως συμπεπλεγμένας. Η
λαμπρά συνοδία παρήλθεν ως οπτασία, ενώ δε αντήχουν ακόμη
βροντώδεις αι κραυγαί των στρατιωτών &Παδισαχήμ τσοκ
γιασά.!& έστρεψα πάλιν το βλέμμα εις την οδόν . . . Ο κύων
ήτο ακόμη εκεί εξηπλωμένος. Έπειτα εγένετο στρατιωτική
παρέλασις. Τα τύμπανα εδούπησαν, αι σάλπιγγες ήχησαν οξέως,
τα σείστρα διά των οποίων είνε εφωδιασμέναι κατ' εξαίρεσιν
αι τουρκικαί στρατιωτικαί μουσικαί εκωδώνισαν. Εκινήθησαν
οι λόχοι και τα τάγματα με τας σημαίας αναπεπταμένας, οι
γιγάντειοι σωματοφύλακες, οι ζουάβοι με τας πρασίνας
κιδάρεις, οι νευρικοί και ευκίνητοι Αλβανοί με τα σελάχια
[47], οι ηλιοκαείς Σύροι, οι άλκιμοι [48] πεζοναύται·
διήρχοντο πάντες ευθυτενώς με βήμα έρρυθμον, υπό τους
ενθουσιώδεις ήχους των εμβατηρίων και αι σημαίαι
προσέκλινον και οι άνδρες ανεφώνουν προ του μονάρχου,
θεωμένου από τινος των παραθύρων του τεμένους. Έπειτα ήλθεν
η θύελλα του ιππικού· αι ίλαι προέβησαν καλπάδην, και
παρήλασαν· οι λογχοφόροι με τα μικρά σημαιοστεφή δόρατα, οι
ελαφροί ιππείς με τους μέλανας κιρκασιανούς σκούφους, με τα
ξίφη γυμνά και σελαγίζοντα υπό τον ήλιον. Ακολούθως η
αυτοκρατορική συνοδία επανήλθε μετά της αυτής πομπής εις τα
ανάκτορα, επομένου μακρού στοίχου αμαξών, ζηλοτύπως
εγκλειουσών τας τιμαφλείς και απροσίτους καλλονάς του
γυναικωνίτου. Και ο κύων εξηκολούθει να μένη εκεί ακίνητος·
η δόξα, ο πλούτος, η ισχύς, το κάλλος, όλα τα μεγαλεία του
κόσμου τούτου παρήρχοντο ενώπιόν του, και αυτός ο πλάνης
και ανέστιος, ώς τις φακίρης ή φιλόσοφος κυνικός, ουδέ
κατεδέχετο να εγείρη τους οφθαλμούς και να τα παρατηρήση!
Ότε μετ' ολίγην ώραν επέστρεφα ιλιγγιών εκ της λαμπρότητος
του θεάματος και ανεπόλουν πάσας αυτού τας λεπτομερείας, η
σκιαγραφία του παραδόξου και φανταστικού εκείνου ζώου
παρέμενεν ως μελανόν στίγμα εις όλην την εικόνα και
ενεθυμούμην τα πενιχράς παρατάξεις μας κατά τας εθνικάς ή
βασιλικάς εορτάς και ανελογιζόμην εν τη συμπαραβολή πόσα
άρα γε άγρια λακτίσματα κλητήρων και πόσους σπαθισμούς θα
εδέχετο όχι μόνον ο αυθάδης κύων, αλλά και ο ελεύθερος
πολίτης, ο εκλογεύς και ο εκλέξιμος, ο οποίος ήθελε
τολμήσει να τοποθετηθή εν μέση οδώ Ερμού κατά τοιαύτην
ημέραν.
Το κράτος των κυνών εν Κωνσταντινουπόλει θα διαρκέση άραγε
επί πολύ; ο πληθυσμός αυτών θα προβαίνη διαρκώς
πολλαπλασιαζόμενος; Το επ' εμοί πολύ αμφιβάλλω. Ο
πολιτισμός εισχωρεί ραγδαίος και ακατάσχετος εις την
γηραιάν καθέδραν των Σουλτάνων. Ο ατμός, ο δαίμων ο
κυρίαρχος του αιώνος, βρέμει [49] ολίγα βήματα μακράν της
Υψηλής Πύλης, όπου άλλοτε ωδηγούντο ταπεινωμένοι και
περιδεείς οι πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών, σύρων την
επιμήκη αμαξοστοιχίαν, εκ της οποίας αποβιβάζεται απευθείας
εκ Παρισίων προερχόμενος ο ξένος περιηγητής, με τον μακρόν
αυτού αδιάβροχον μανδύαν και την θήκην των διόπτρων
εξηρτημένην διά τελαμώνος [50] εκ των ώμων. Ο πολιτισμός
παρορών τας ιστορικάς παραδόσεις, καταργών τα έθιμα,
εκριζών τας προλήψεις θα επιβάλη και εκεί μίαν ημέραν
συνθήκας κρείττονος δημοσίας υγιεινής και ευπρεπείας. Τότε
το ταλαίπωρον των αδεσπότων κυνών γένος θα ελαττωθή
επαισθητώς και ίσως εκλίπη παντελώς, μετ' αυτού δε θα
συνεκλίπη και μία αφορμή αναμνήσεων, περιγραφών και
δημοσίων αναγνωσμάτων.
ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ
Ο κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος είνε έγγαμος, ετών 55, απολαύει
του δικαιώματος της Ελληνικής ιθαγενείας, ως γεννηθείς υπό
γονέων κλπ.
Είνε αρχαίος ειρηνοδίκης, έχων σύνταξιν εκ δραχ. 73,27.
Κερδίζει άλλας τόσας περίπου διοριζόμενος, χάρις εις το
αρχαίον του αξίωμα, πραγματογνώμων υπό του δικαστηρίου, και
— αλλά τούτο να μένη μεταξύ μας, επειδή ο κ. Ζαχαρίας δεν
επιθυμεί να γίνη γνωστόν — ετέρας 50 δραχμάς περίπου κατά
μήνα, αντιγράφων οίκοι δικαστικά έγγραφα, τα οποία του
δίδει δικηγόρος τις, όστις προ δεκαπέντε ετών είχεν υπάρξει
δεύτερος εξάδελφος της Παραδαρμένου, συχνάζων κατά
συγγενικόν καθήκον εις την οικίαν, καθ' ήν εποχήν ο σύζυγος
εξετέλει την &ελλειπτικήν& τροχιάν, ευρισκόμενος υπό τον
αστερισμόν του Αιγόκερω.
Διά των πόρων τούτων κατορθοί η οικογένεια να καταναλίσκη
το ανάλογον μέρος καθ' εκάστην των θρεπτικών ουσιών, αι
οποίαι ώρισται υπό της Προνοίας να διέρχωνται διά του
πεπτικού σωλήνος αυτής, πριν ή φθάσουν εις την μητέρα γην.
Δεν ηξεύρω όμως αν διά λόγους υγιεινής ή ένεκα ορμής
φυλετικής η οικογένεια προτιμά ιδίως τας φυτικάς ουσίας· ο
δε γάιδαρος του πλάνητος μανάβη, οσάκις διαβαίνει το πρωί
εκ της οδού, ίσταται αυτομάτως προ της οικίας του κ.
Ζαχαρία, βέβαιος ότι θα ελαφρυνθή εκείθεν ικανώς εκ του
χλωρού αυτού φορτίου.
Η γεωγραφική θέσις του κ. Παραδαρμένου είνε η εξής περίπου.
Περιορίζεται προς βορράν υπό του κυλινδρικού πίλου του,
ενδόξως αγωνισθέντος κατά εννέα χειμώνων και φέροντος τα
ίχνη της ανδρείας του, και όστις, ενώ εγνώρισε πάντας τους
δικολάβους της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ουδέποτε
ηθέλησε να σχετισθή και μετά τινος επιδιορθωτού πίλων· προς
ανατολάς υπό της συζύγου του κ. Θεοδώρας και του μικρού
γόνου αυτής Μιμίκου, προς δυσμάς υπό της θυγατρός του
Ουρανίας, και προς νότον υπό της υπηρετρίας Βασίλως και του
σκύλου του Μαύρου.
Ο μαθηματικός ορισμός της οικογενείας Παραδαρμένου είνε
περίπου ο εξής: Θεοδώρα: Ζαχαρίαν + Μιμίκω + Ουρανία +
Βασίλω + Μαύρω = 10 : 5, το οποίον δηλοί ότι η εν τη
οικογενεία αξία της κ. Θεοδώρας είνε διπλασία του συνόλου
της αξίας πάσης της λοιπής οικογενείας.
Σκιαγραφήσωμεν.
Η κ. Θεοδώρα — σχήμα σφαιρικόν, πρόσωπον επίπεδον. Εκ των
45 ετών αυτής εκράτησε 37, αγκυροβολήσασα εις αυτά και μη
εννοούσα να εξέλθη. Αι δύο πλευραί αυτής, εις ικανήν
απόστασιν απ' αλλήλων κείμεναι και στερούμεναι μέσων
συγκοινωνίας, δεν έχουν πολλάς σχέσεις, και η μία αγνοεί τι
πράττει η άλλη. Αγαπά τα κοπλιμέντα, τας όρνιθας και τα
παγωτά.
Η δεσποινίς Ουρανία — κόρη χλωρωτική και ισχνή ως τσίρος·
μύτη επικίνδυνος, στόμα σουφρωτόν. Αγαπά τας καραμέλας και
τα μυθιστορήματα.
Ο Μιμίκος — ετών εννέα, χρώματος μεταξύ λάσπης και
σοκολάτας, με δύο οφθαλμούς μεγάλους, με δύο μυκτήρας
αείποτε καλλιρρόους, με δύο γόνατα πάντοτε χρωματισμένα.
Αγαπά τα πάντα, ως και τα άωρα δαμάσκηνα της γειτόνισσας,
και δεν αγαπά μόνον την Κατήχησιν και το καθάρσιον, το
οποίον τακτικώς του χορηγεί ο πατήρ, διότι ανά πάσαν
δεκαπενθημερίαν έχει και νέαν δυσπεψίαν.
Η Βασίλω — πρόσωπον στρογγύλον ως πανσέληνος, κολλημένον
αμέσως εις τον κορμόν, άνευ της επεμβάσεως του λαιμού, κόμη
εν αταξία πάντοτε ως νεοσυλλέκτων τάγμα, φουστάνια κοντά,
πους φιλελεύθερος, μη αναγνωρίζων τον περιορισμόν του
υποδήματος. Αγαπά τα μπαρμπατσόνια και τα κοκκινογούλια.
Ο κ. Ζαχαρίας εκέρδισεν εκτάκτως προ δύο ημερών εκ μιας
πραγματογνωμοσύνης 33 δραχμάς· επειδή δε είχεν υποσχεθή εις
την οικογένειαν μίαν διασκέδασιν, μετά τον οικονομολογικόν
τούτον θρίαμβον, έγιναν διαβούλια περί του είδους της
διασκεδάσεως. Ο κ. Ζαχαρίας επρότεινε να μεταβούν δι'
αμάξης εις την Κηφισιάν, όπου εγνώριζεν ένα κουμπάρον, ν'
αγοράσουν τα τρόφιμα και να πάρουν μαζί των και την Βασίλω
διά να μαγειρεύση, αφού δε ήθελον διέλθει την ημέραν εις
την εξοχήν, να επιστρέψουν το εσπέρας πεζοί. Η Ουρανία, άμα
ήκουσε την ρομαντικήν ταύτην διασκέδασιν, κατεβίβασε τας
κόρας και εστέναξεν. Ο Μιμίκος επρότεινε ν' αγοράσουν ένα
ταψί μπακλαβάδες και ένα καλάθι ροδάκινα. Αλλ' η κυρία
Θεοδώρα επεμβάσα επισήμως διεκήρυξεν ότι, επειδή είχεν
ακούσει παρά μιας φιλαινάδας της, της οποίας η γυναικαδέλφη
είχε μεταβή μίαν εσπέραν εις τον &«Απόλλωνα»,& ότι ο
Φαύστος έπαιξε περίφημα την Τραβιάτα, διά τούτο έπρεπε να
υπάγουν την Κυριακήν το εσπέρας εις τον &«Απόλλωνα& και δεν
θέλει άλλα λόγια.
Ήδη από του Σαββάτου λοιπόν τα πάντα ήσαν άνω κάτω εν τη
οικία. Η κυρία Θεοδώρα ετακτοποίει έν φόρεμα μελιτζανί, το
οποίον, ως η ιερά σημαία του Προφήτου, εξεθάπτετο μόνον εις
ωρισμένας ημέρας από του κιβωτίου, παραστάν ως μάρτυς καθ'
απάσας τας επισήμους περιστάσεις της οικογενείας
Παραδαρμένου. Η δεσποινίς Ουρανία ίστατο πολλάκις προ του
κατόπτρου, στριφογυρίζουσα το πρόσωπον, ίνα ίδη εις οποίαν
στάσιν η μύτη της εφαίνετο ολιγώτερον σουβλερή. Η Βασίλω,
αφού εκαθάρισε τεσσαράκοντα επτά κολοκύνθια, έπλυνεν ένα
πανταλόνι του κ. Ζαχαρία, χρώματος κιτρίνου. Ο Μιμίκος
εζήτει επιμόνως να μάθη αν εντός του θεάτρου επώλουν
κουραμπιέδες, έτρεχε δι' όλης της ημέρας εις τον δρόμον,
πετροβολών την δαμασκηνέαν του αντικρύ κήπου, ότε δε
εισήρχετο εις την οικίαν, έκοπτε πάντοτε υπερμέγεθες
τεμάχιον άρτου, προς μεγίστην απελπισίαν της κ. Θεοδώρας.
Την εσπέραν, ότε ήλθεν ο κ. Ζαχαρίας, παρεκάθισαν εις το
δείπνον, και μετά τούτο εξήλθον προ της οικίας αφόβως και
απαθώς την εσπέραν εκείνην, διότι από πρωίας είχον πληρώσει
τα οφειλόμενα εις τον αντικρυνόν μπακάλην. Προ της θύρας
της οικίας ήτο συνήθεια να γίνεται μικρά συναναστροφή, εις
την οποίαν ελάμβανε μέρος είς απόστρατος ανθυπασπιστής, μία
μαία και μία σύζυγος δικαστικού κλητήρος. Η κυρία Θεοδώρα
έστρεψεν επίτηδες την συνομιλίαν επί το θέμα των
διασκεδάσεων, διά να αναγγείλη εις την ομήγυριν την μεγάλην
απόφασιν. Ο γέρων ανθυπασπιστής εγρύλλισεν, ειπών ότι
προτιμά έν εκατοστάρι ρητινίτου από το καλύτερον θέατρον
του κόσμου. Η σύζυγος του κλητήρος είπεν ότι μίαν ημέραν
κατά τύχην μετέβη εις το Φάληρον μετά τινος κυρίας, όπου
είδε τας Γαλλίδας δεικνυούσας τον πόδα γυμνόν μέχρι του
γόνατος και εσταυροκοπήθη. Τότε παρεμβάς ο κ. Ζαχαρίας
ανέφερεν ότι προ ένδεκα ετών είχεν ίδει εις έν μέρος της
Πελοποννήσου ένα των σπουδαιοτέρων θεατρικών θιάσων,
συγκείμενον εκ τριών άρκτων και τεσσάρων πιθήκων, προσέθηκε
δ' ότι το θέατρον είνε η διανοητική συγχρώτισις της
αλληλουχίας του πνεύματος, συνδυαζομένη μετά της
συνθηματικής αποσκιρτήσεως του ανθρωπίνου γένους.
Με αυτήν την γλώσσαν ωμίλει συνήθως κατά τας επισήμους
στιγμάς ο κ. Ζαχαρίας, την δε γνώμην ταύτην επεδοκίμασεν η
μαία, κλίνουσα επανειλημμένως την κεφαλήν.
Μετά την λέσχην η συναναστροφή διελύθη, η δε οικογένεια
εισήλθεν εντός του οίκου. Την εσπέραν εκείνην είχε λάβει
προς αντιγραφήν δεκατρία έγγραφα, και ότε η εργασία ήτο
υπερβάλλουσα, η αξιέραστος Ουρανία συνήθιζε να βοηθή τον
γεννήτορα, αντιγράφουσα και αυτή.
Ο Μιμίκος εκάθητο πλησίον των μελετών το μάθημα της
Κατηχήσεως, αλλ' εις το πνεύμα του ανεκυκάτο η ιδέα του
θεάτρου και των κουραμπιέδων.
Ο κ. Ζαχαρίας υπαγορεύει:
— «Ο αντίδικος διά της από 11 Μαρτίου εφέσεώς του . . . »
Αίφνης ο Μιμίκος διακόπτει:
— Μπαμπά, διατί λέγεται Σύμβολον της Πίστεως;
— Σύμβολον της Πίστεως λέγεται διότι συμβάλλει εις την
Χριστιανικήν πίστιν, ήτις διαιρείται εις την Κατήχησιν και
την Χρηστομάθειαν . . . το οποίον τα καλά παιδία δεν πρέπει
να σκοτίζουν τον πατέρα των, όταν γράφη . . . . . «εφέσεως
ενώπιον των εν Παρνασίδι . . . »
Ο Μιμίκος ψιθυρίζει αποστηθίζων:
— Το Σύμβολον της Πίστεως διαιρείται εις άρθρα . . .
Αιφνιδίως αποτεινόμενος προς τον κ. Ζαχαρίαν λέγει
υψηλοφώνως:
— Μπαμπά, εχθές είδα που εκόλλησαν ένα χαρτί κόκκινο και
έλεγε «Ριγολέττος». Τι θα ειπή Ριγολέττος;
— «Των εν Παρνασίδι Πρωτοδικών . . . ». Ριγολέττος είνε
λέξις σύνθετος. &Ριγώ& ελληνιστί σημαίνει &κρυώνω&, letto
δε ιταλιστί σημαίνει &κρεββάτι&. Αρά Ριγολέττος είνε
εκείνος, όστις κρυώνει εις το &κρεββάτι&.
— Ας σκεπασθή με το πάπλωμα, λέγει η κυρία Θεοδώρα
παρακαθημένη και πλέκουσα κάλτσαν. Και η Βασίλω ακούσασα
απέρχεται καγχάζουσα επί τη αστειότητι ταύτη της κυρίας
της.
Και ούτως εξακολουθεί η σκηνή, μέχρις ότου ο μεν Μιμίκος
αποκοιμάται επί της τραπέζης και φέρεται υπό της μητρός του
εις την κλίνην, η δε δεσποινίς Ουρανία θέτει το τελευταίον
«πληρεξούσιος δικηγόρος». Η οικογένεια τότε κατακλίνεται.
Την επαύριον άμα τη εξεγέρσει επικρατεί αληθής αναστάτωσις
εν τη οικία. Η κυρία ηγέρθη επίτηδες πρωί και μετέβη εις
την εκκλησίαν, όπως επιδείξη το &μελιτζανί&, εύρε δε
ταυτοχρόνως τον τρόπον μεταξύ δύο σταυροκοπημάτων ν'
αναγγείλη την έκτακτον απόφασιν εις μίαν φίλην. Μετά την
επάνοδόν της εκ της εκκλησίας ο κ. Ζαχαρίας εξέρχεται όπως
αγοράση τα εισιτήρια. Η κυρία Θεοδώρα προβαίνουσα από του
παραθύρου φωνάζει εις τον σύζυγόν της μεγαλοφώνως, όπως
ακουσθή υπό των γειτόνων, να εκλέξη τέσσαρα καλά εισιτήρια,
και να είνε μεσαία, διότι αυτά είνε καλύτερα. Ο κ. Ζαχαρίας
στρέφεται και την καθησυχάζει. Ο πίλος του υπό τας ακτίνας
του ηλίου αποκτά χροιάν αιματόχρουν, το δε πανταλόνιόν του
θαμβώνει τον κόσμον, αντανακλών τον ήλιον ως κάτοπτρον. Υπό
θέρμην 36 βαθμών μεταβαίνει εις τον &«Απόλλωνα»&, αλλ' εκεί
μανθάνει ότι κατά την ώραν εκείνην τα εισιτήρια πωλούνται
εις το καφενείον &«Παρθενώνα»&. Επιστρέφει λοιπόν
βλασφημών, οπτός ως &ροσμπίφ&, αγοράζει τα εισιτήρια εις
τον &«Παρθενώνα»& και φθάνει εις την οικίαν του περίρρυτος
εκ του ιδρώτος, όστις διαφεύγει και μέσον των υποδημάτων
αυτού.
Η κυρία Θεοδώρα παρατηρούσα τα εισιτήρια και βλέπουσα 95,
97 κλπ. αρχίζει να επιτιμά τον σύζυγόν της ότι δεν είνε
κατά σειράν. Ο κ. Ζαχαρίας ουδ' αυτός δύναται να εξηγήση το
φαινόμενον· αλλ' επειδή τον διεβεβαίωσαν ότι οι αριθμοί
ήσαν συνεχείς, υποθέτει ότι εις τα θέατρα, κατά το νεώτερον
σύστημα, κατήργησαν τους διπλούς αριθμούς διά να φαίνωνται
περισσότεροι οι θεαταί.
Η ημέρα παρήλθεν άνευ ετέρων επεισοδίων. Μόνον σφοδρά
λογομαχία ηγέρθη περί της αιφνιδίου απωλείας 30 λεπτών,
προωρισμένων διά πετρέλαιον, τα οποία είχε κλέψει ο Μιμίκος
και εξοδεύσει ήδη εξ αυτών 15 διά ροδάκινα. Η κυρία Θεοδώρα
υπώπτευεν ως ένοχον της κλοπής την Βασίλων και επεφυλάσσετο
να κάμη την επαύριον τας ανακρίσεις φοβουμένη μη την ημέραν
εκείνην ζητήση η υπηρέτρια να φύγη, αν της εγίνετο
παρατήρησις, και ματαιωθή ούτως η διασκέδασις. Η δεσποινίς
Ουρανία ανέγνωσεν είκοσι σελίδας του μυθιστορήματος, το
οποίον ανεγίνωσκεν ολόκληρον τακτικώς κατά διμηνίαν. Η
Βασίλω έχαιρε κρυφά και ηγαλλία διότι έμελλε την εσπέραν να
μείνη μόνη, πράγμα σπάνιον και ασύνηθες εις την οικίαν
εκείνην. Είχε δε λόγους να χαίρη περισσότερον, διότι την
πρωίαν μεταβάσα εις του μπακάλη προς αγοράν βουτύρου,
ανήγγειλε γεγωνυία τη φωνή την μέλλουσαν νυκτερινήν έξοδον
της οικογενείας, και τούτο καθότι ευρίσκετο εντός Ανδριός
τις επίστρατος, συμπατριώτης, πολλάκις διά λόγων και διά
βλεμμάτων θερμών εκφράσας εις αυτήν την φλόγα του, όστις
εκέρασεν επί τω ακούσματι 15 λεπτών μαστίχαν τους
συντρόφους του.
Προς το εσπέρας η οικογένεια, κατά πάντα ενδυμένη και
καλλωπισμένη, εδείπνησεν εν βία, διότι η ώρα της
αναχωρήσεως προσήγγιζεν. Ο κ. Ζαχαρίας δι' όλου του
απογεύματος κατείχετο υπό μελομανίας και εξετέλεσεν εξάκις
ταπεινοφώνως έν &χερουβικόν&. Εις την τράπεζαν δεν είχεν
όρεξιν πολλήν, διό παρήγγειλεν εις την Βασίλων να του
φυλάξη το δείπνον, διά να το φάγη μετά το θέατρον. Τέλος
εξεκίνησαν εν πομπή και παρατάξει μετά θορύβου τοιούτου, ως
να εξεκίνει διά τα σύνορα τοπομαχική πυροβολαρχία. Η Βασίλω
προέβη από του παραθύρου, στηριζομένη επί των χονδρών
αγκώνων και μειδιώσα ηλιθίως, ο δε κ. Ζαχαρίας εκ της οδού
συνέστησεν εις αυτήν μεγαλοφώνως να φυλάττη το σπίτι, μη
τύχη και συμβή τίποτε. Οι γείτονες, η μαία, η σύζυγος του
κλητήρος, ο μπακάλης προέβησαν από του παραθύρου,
παριστάμενοι εις την παρέλασιν. Η κυρία Θεοδώρα εχαιρέτα
εναβρυνομένη [51], ο δε κ. Ζαχαρίας προσεπάθει να
καταβιβάση το κίτρινον πανταλόνιον, το οποίον βραχυνθέν
κατά το πλύσιμον εξικνείτο μέχρι του μέσου της κνήμης,
αφήνον να φαίνωνται ολόκληρα τα χάσματα των υποδημάτων.
Παρά το κίτρινον πανταλόνιον ήστραπτεν εις τας τελευταίας
λάμψεις του λυκαυγούς το &μελιτζανί& της κυρίας Θεοδώρας
και τα δύο εφαίνοντο εντός της αμφιλύκης [52] ως φωτεινά
μετέωρα, απέναντι των οποίων ωχρία η λευκή εσθής της
Ουρανίας, περιπατούσης με οφθαλμούς ημικλείστους και
διαγραφούσης καμπύλας διά της ρινός εις τον αέρα. Ο Μιμίκος
εξηκολούθει ροκανίζων τεμάχιον άρτου, μη προφθάσας να ρίψη
την τελευταίαν πέτραν κατά της δαμασκηνέας. Ο σκύλος της
οικογενείας Μαύρος ητοιμάσθη σαίνων την ουράν, να τους
ακολουθήση, αλλ' ο κ. Ζαχαρίας και ο Μιμίκος κατεδίωξαν
αυτόν διά ραβδισμών και λιθοβολισμών μέχρι της οικίας.
Από την συνοικίαν του αγίου Κωνσταντίνου, όπου κατώκουν,
έφθασαν εις την πλατείαν της Ομονοίας. Εκεί η κυρία
Θεοδώρα, κατανοήσασα το μήκος της οδού, εξέφρασε την
επιθυμίαν περί αμάξης. Αλλ' ο αμαξηλάτης, προς τον οποίον
απετάθη ο κ. Ζαχαρίας δεικνύων εν τη παλάμη τέσσαρα
εικοσιπενταράκια, απήντησε μετά σπανίας ευγενείας ότι
ημπορούσε να τα κρεμάση εις τον λαιμόν της γυναικός του. Η
απάντησις εξήψε την οργήν του κ. Ζαχαρία και του ήλθεν
όρεξις να εκπλύνη δι' αίματος την ύβριν. Αλλά, συλλογισθείς
ότι, αν συνέβαινέ τι εις τον ηνίοχον, τα άλογα έμελλον να
μείνουν ορφανά, εκινήθη εις τον οίκτον και υπέμεινε
χριστιανικώς την αυθάδειαν.
Ήρχισαν λοιπόν την πεζοπορίαν υπό οιωνούς κακούς, και διά
τούτο τα επεισόδια καθ' οδόν ήσαν θλιβερά. Κυκλοτερές ήμισυ
λεμονίου ριφθέν υπό μιας μάγκας καθ' ετέρας επέτυχεν
απεναντίας και κατεσπίλωσε το &μελιτζανί& φόρεμα της κυρίας
Θεοδώρας, ήτις αφήκε κραυγήν λεαίνης πληγείσης. Ενώ δε ο κ.
Ζαχαρίας έστρεφε τα νώτα όπως παρατηρήση, μικρός πωλητής
του &«Εθνικού Πνεύματος»&, ελαύνων από ρυτήρος, συνεκρούσθη
μετ' αυτού, και εκ του τιναγμού ο σεβάσμιος πίλος έπεσε
κατά αυτού, κυλισθείς εντός του βορβόρου. Η ρις της
δεσποινίδος Ουρανίας παρ' ολίγον συνεκρούετο με μίαν
άμαξαν. Ο Μιμίκος κατά πάντα πέντε λεπτά ηφανίζετο καθ'
οδόν, όπως αγοράση αχλάδια ή κώνους αραβοσίτου ψητούς, η δε
οικογένεια ηναγκάζετο να στέκη και να τον αναζητή μετά
φωνών· την τρίτην φοράν μάλιστα οι σύζυγοι Παραδαρμένου
ήρχισαν ν' ανησυχούν σπουδαίως, διότι ο Μιμίκος δεν
ευρίσκετο. Η κυρία Θεοδώρα ωρύετο ότι τον κατεπλάκωσεν
άμαξα· ο κ, Ζαχαρίας εγύριζεν ωσάν σβούρα κράζων το τεκνίον
και ερωτών τους διαβάτας. Εκ του κανθού του οφθαλμού της
Ουρανίας έν δάκρυ επειράθη να εξέλθη επί ματαίω. Τέλος ο
άρρην απόγονος της οικογενείας Παραδαρμένου ανευρέθη ερίζων
μετά τινος κουλουρτζή και ζητών ν' αγοράση τρεις κουλούρας
αντί δέκα λεπτών. Ο κ. Ζαχαρίας συνέλαβεν αυτόν εκ του
ωτίου και το άκρον του πέλματός του απετέθη τότε ως εξ
ενστίκτου ουχί πολύ απαλώς επί των νώτων του γόνου αυτού.
Τέλος μεθ' όλας τας περιπετείας ταύτας η οικογένεια αφίκετο
σώα εις τον κήπον του &«Απόλλωνος»&. Ηναγκάσθησαν να
περιμένουν, διότι αι θύραι ήσαν ακόμη κλεισταί· και
μετέβησαν περιπατούντες μέχρι της γέφυρας του Ιλισσού. Ο κ.
Ζαχαρίας έδειξεν εις την οικογένειαν το Στάδιον, εξηγήσας
εις αυτήν ότι εις την αρχαιότητα έκειτο εκεί η οδός
Σταδίου, ήτις είνε σήμερον παρακάτω, και εις την ερώτησιν
του Μιμίκου απήντησεν ότι εκαλείτο ούτω διότι και οι
αρχαίοι συνήθιζον να πίνουν &μισή στα δύο&. Αφού
περιειργάσθησαν, επέστρεψαν και εισήλθον εις το θέατρον.
Σύμπασα η οικογένεια είχε καταστή επιμήκης. Το πρόσωπον της
κυρίας Θεοδώρας είχε καταβιβασθή· η κοιλία του Μιμίκου είχε
προεκταθή· η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας είχει λάβει
διαστάσεις τολμηράς ως το κωδωνοστάσιον του Στρασβούργου.
Το μόνον πράγμα το οποίον είχε βραχυνθή ήτο το κίτρινον
πανταλόνιον του κ. Ζαχαρία, φωσφορίζον υπό την λάμψιν του
φωταερίου.
Εκάθισαν τέλος εις τα θρανία και ήρχισαν να ρίπτουν
περίεργα βλέμματα. Ο Μιμίκος, όπως εύρη το ιδικόν του
κάθισμα, ήρχισε να μετρά μεγαλοφώνως τους αριθμούς, πατών
δεξιά και αριστερά τους παρακαθημένους, οι οποίοι τον
απεδίωκον σπρώχνοντες μετ' αγανακτήσεως. Η κυρία Θεοδώρα
ήρχισε να παραπονήται ότι το φανάρι την εμποδίζει να βλέπη,
και απήτει να μεταβή ο σύζυγός της να ειπή να το εκβάλουν
εκείθεν. Η δεσποινίς Ουρανία, ιδούσα επίκουρόν τινα ιατρόν
καθίσαντα ολίγον απωτέρω και περιέργως ενατενίσαντα αυτήν,
αφήκε στεναγμόν, εξυπνίσαντα γέροντά τινα παρ' αυτήν
καθήμενον και υπνώττοντα ησύχως. Κατ' αρχάς ωμίλουν
ταπεινοφώνως, αλλ' άμα είδον ότι πάντες ωμίλουν υψηλή τη
φωνή, ήρχισαν και αυτοί να ωρύωνται συνομιλούντες και
σχολιάζοντες. Ο κ. Ζαχαρίας ενεθυμήθη την Βασίλων, τι να
κάμνη κατ' εκείνην την ώραν. Ακούσασα το όνομα της
υπηρετρίας η κυρία Θεοδώρα ενθυμήθη την κλοπήν των
τριάκοντα λεπτών και πορφυρά γενομένη εκ της οργής, εδήλωσε
μεγαλοφώνως ότι αύριον θα την πνίξη με τα χέρια της. Τόσον
δε φοβερά ήσαν και η όψις της και οι λόγοι της, ώστε νέα
κυρία, εισερχομένη κατ' εκείνην την στιγμήν εις την αυτήν
σειράν των θρανίων, ετρόμαξε και εφοβείτο να προχωρήση. Ο
Μιμίκος κατεβασάνιζε τον γεννήτορα δι' ερωτήσεων:
— Μπαμπά, αυτό που είνε ζωγραφισμένο είνε η Τραβιάτα; . .
.
— Σιώπα, ανόητε· αυταί είνε αι τρεις Χάριτες, ήγουν η
Ατροπός, η Κλεοπάτρα . . . και η Καλλιόπη.
— Μπαμπά, διατί παίζει η μουσική;
— Η μουσική παίζει διά να διασκεδάζουν αυτοί οπού
τραγουδούν, και διά να ακούη ο κόσμος.
— Μπαμπά, εκείνη είνε η Καλλιόπη η κόρη της κυρά-
Χρίσταινας; . . .
— Η Καλλιόπη ήτο βασίλισσα των Αργοναυτών και σύζυγος του
Οιδίποδος, η οποία . . . μου εσκότισες το κεφάλι.
Τέλος η αυλαία ανεσύρθη. Η οικογένεια Παραδαρμένου
επίστευεν ότι εδίδετο η &Τραβιάτα&, ενώ απεναντίας
παριστάνετο το Ballo in Maschera. Επομένως εζήτουν να
μάθουν πού είνε η Τραβιάτα. Ότε ετελείωσεν η πρώτη πράξις,
ο κ. Ζαχαρίας απεφάνθη δογματικώς ότι αυτό το παιδί, εννοών
τον Οσκάρ, έκαμε πολύ καλά το μέρος του. Μόλις εφάνη κατά
την δευτέραν πράξιν η Αμαλία, και η κυρία Θεοδώρα ανεβόησεν
ότι αυτή πρέπει να ήτο η Τραβιάτα, αλλά δεν της εφαίνετο
πολύ φθισική, ως είχεν ακούσει παρά της Ουρανίας, ήτις
είχεν αναγνώσει το μυθιστόρημα. Η παρατήρησις αύτη
υψηλοφώνως γενομένη εν τω μέσω της σιγής εφείλκυσε την
προσοχήν των παρακαθημένων, στραφέντων και παρατηρούντων
αυτούς μετά περιέργου μειδιάματος. Τέλος είς των γειτόνων
ευσπλαγχνίσθη αυτούς και εξήγησεν εις τον κύριον Ζαχαρίαν
το λάθος των, ομιλήσας εις αυτόν περί των μελοδραμάτων, τα
οποία είχον δοθή εις τον &«Απόλλωνα»& διότι ήτο θαμών του
&« Απόλλωνος»&, συχνάζων τακτικώς πάσαν Κυριακήν, και
ηθέλησε να δείξη την περί τα θεατρικά υπεροχήν του. Ο κ.
Ζαχαρίας, προσέχων εις το μελόδραμα και ακούων ταυτοχρόνως
τους λόγους του κυρίου εκείνου, μετεβίβασε τας πληροφορίας
ταύτας εις την οικογένειαν, ειπών ότι το παριστανόμενον
μελόδραμα δεν ήτο η &Τραβιάτα& αλλά το Ballo in Maschera,
ήγουν &Χορός Μεταχειρισμένων&, εις το οποίον λαμβάνει μέρος
η Λίνδα, της οποίας ο σύζυγος δεν θέλει να της επιτρέψη να
χορεύση και διά τούτο φονεύει τον καταστηματάρχην του
χορού, η δε Λίνδα τρελλαίνεται. Ο Μιμίκος ηρώτησε πώς
τρελλαίνεται, ο δε κ. Ζαχαρίας απήντησεν ότι ο εγκέφαλος
της ανθρωπίνης διανοίας είνε αφετηρία, διά της οποίας το
μουσικόν αίσθημα εγκαθίσταται εις το πνεύμα του ανθρώπου,
όταν προσέχη εις το μελόδραμα.
Εις έν των διαλειμμάτων η οικογένεια ηθέλησε να εξέλθη έξω
εις τον κήπον. Ενώ δε ητοιμάζοντο να παρακαθίσουν εις έν
τραπέζιον, ήκουσαν φωνάς γοεράς. Έδραμον και είδον τον
Μιμίκον παλαίοντα μεταξύ των χειρών του καφεπώλου, διότι
είχε φωραθή κλέπτων έν γλύκυσμα. Ο πατήρ ηναγκάσθη να
πληρώση αυτό και να ελευθερώση τον μικρόν κλέπτην,
φιλοδωρήσας αυτόν μέ τινα ραπίσματα. Η σκηνή αύτη ενέβαλε
την οικογένειαν εις μεγίστην σύγχυσιν και ταραχήν. Η κ.
Θεοδώρα ήρχισε να καταράται την ώραν. Ο κ. Ζαχαρίας παρ'
ολίγον ήρχετο εις χείρας μετά του υπηρέτου, διότι, ότε
εζήτησε νερά, εκείνος έφυγε χωρίς καν να δώση ακρόασιν.
Ένεκα της ζάλης αυτών, ότε εισήλθον εις το θέατρον,
κατέλαβον κατά λάθος, τας θέσεις άλλων, και ότε ήλθον
ούτοι, ενώ ήδη η πράξις είχεν αρχίσει, ηναγκάσθησαν να
εγερθούν ερίζοντες, προκαλούντες τας επανειλημμένας του
κοινού αποδοκιμασίας. Αλλ' ενώ ηγείροντο, έν κατάρατον
καρφίον σχίζει τας κάτω επιπέδους χώρας του πανταλονίου του
κ. Ζαχαρία, όστις φέρει την χείρα εις τα αιδήμονα εκείνα
μέρη, αφήσας οιμωγήν απεριγράπτου πόνου, και εν τω θορύβω
του και τη συγχύσει πατεί το κράσπεδον του &μελιτζανιού&
φορέματος της κυρίας Θεοδώρας, το οποίον αποσπάται της
ζώνης αυτής μετά τριγμού θλιβερού. Η κυρία Θεοδώρα
στρέφεται και εξακοντίζει κατ' αυτού βλέμμα πλήρες
νιτρογλυκερίνης, φωνάζουσα ταυτοχρόνως:
— Στραβομάρα!
Ο κ. Ζαχαρίας, έμφοβος ως ο Αδάμ υπό την πυρίνην ρομφαίαν
του αγγέλου, αποσύρεται άγων εκ της χειρός τον Μιμίκον, και
κρατών διά της ετέρας την υπό τους νεφρούς χώραν, σύμπασα
δε η οικογένεια τον ακολουθεί και κάθηται είς τινα θρανία
παρά την γωνίαν άναυδος και άφωνος. Μόνη η κυρία Θεοδώρα
κοχλάζει ως βυτίον πλήρες νεογενούς γλεύκους [53]. Αλλά
μετά τινας στιγμάς ο Μιμίκος, όστις εκάθητο παραδόξως
ησυχάζων, αρχίζει να κινήται, να μορφάζη, να προσβλέπη μετ'
αγωνίας τους γονείς και να γρυλλίζη υποκώφως. Η μύτη της
δεσποινίδος Ουρανίας, στρεφομένη αποτόμως ως λόγχη, του
επιβάλλει σιωπήν, ο δε πατήρ τον συγκρατεί διά των χειρών.
Εκείνος όμως εξακολουθεί περιστρεφόμενος και επί τέλους
αναφωνεί οδυνηρώς:
— Μπαμπά, μπαμπά! . . .
— Σιωπή!
— Μπαμπά, μπαμπά . . . δεν ημπορώ . . .
Και συστρέφεται και ωχριά. Η κυρία Θεοδώρα στρέφεται και,
βλέπουσα την οδύνην του σκύμνου αυτής, ορμά αφήνουσα
σπαρακτικήν κραυγήν:
— Το παιδί μου!
Η φωνή αύτη εμβάλλει εις αναστάτωσιν το ακροατήριον, το
οποίον φωνάζει, επιβάλλει σιωπήν, εγείρεται επί των θρανίων
και παρατηρεί. Οι αοιδοί διακόπτουν το άσμα· η μουσική
παύει. Τρέχουν κλητήρες και υπαστυνόμοι. Οι αξιωματικοί
ξιφουλκούν και πηδούν από τα θρανία. Η δεσποινίς Ουρανία,
βλέπουσα όλην αυτήν την ταραχήν, καταλαμβάνεται υπό
νευρικών σπασμών. Η μήτηρ της τρέχει και την υποστηρίζει·
προσέρχεται και εν σπουδή, είς επίκουρος ιατρός, αλλά δι'
ενός τινάγματός της η πάσχουσα χώνει την αιχμήν της μύτης
της εντός του οφθαλμού του ιατρού και σχεδόν τον τυφλώνει.
Ο κ. Ζαχαρίας μένει ως άγαλμα κρατών εκ της χειρός τον
Μιμίκον, όστις ταράσσεται ως δαιμονιών και κραυγάζει:
— Μπαμπά, δεν βαστώ . . . η κοιλιά μου . . .
Τότε ο κ. Ζαχαρίας εννοεί ότι ο γόνος του πάσχει εκ των
αποτελεσμάτων της αδηφαγίας του και ζητεί να τον φέρη έξω.
Η κυρία Θεοδώρα του φωνάζει λυσσώσα:
— Τι στέκεσαι, κρεμανταλά; πάρε το παιδί έξω σε μίαν άκρη.
Ο Μιμίκος ουρλιάζει.
— Μπαμπά, μπαμπά . . .
Ο κ. Ζαχαρίας εννοών το κρίσιμον της θέσεως εξέρχεται
δρομαίως, φέρων, κατ' ιστορικήν αντίθεσιν, αυτός Αγχίσης
τον μικρόν Αινείαν επί των ώμων. Αλλά πριν ή προφθάση να
εξέλθη, η όσφρησίς του μανθάνει πρώτη ότι το διάβημά του
γίνεται αργά· επομένως καταθέτει κατά γης τον Αινείαν μετά
μορφασμού αποστροφής.
— Διατί δεν το πηγαίνεις έξω; του φωνάζει με
σπινθηροβολούντος οφθαλμούς η κυρία Θεοδώρα.
— Δεν είνε πλέον ανάγκη! απαντά μετά τόνου απελπιστικού ο
σύζυγος.
Η κυρία Θεοδώρα εννόησε το πολυσήμαντον τούτο &τετέλεσται&.
Εγείρεται λοιπόν μετά της Ουρανίας, της οποίας έπαυσαν οι
σπασμοί, και εξέρχονται εν τω μέσω διπλού στοίχου
περιέργων, οίτινες καγχάζουν επί τη περιέργω ιστορία. Όλοι
κρατούν κάτι τι. Η δεσποινίς Ουρανία κρατεί την μύτην της,
ήτις εκτύπησε κατά τους νευρικούς σπασμούς της· η κυρία
Θεοδώρα κρατεί το &μελιτζανί&, ο κ. Ζαχαρίας κρατεί τα
μεσημβρινά μέρη του σώματός του, ο Μιμίκος κρατεί την
κοιλίαν του, ήτις εκφέρει φρικώδεις βορβορυγμούς.
Εξέρχονται του θεάτρου. Λόγος περί αμάξης δεν γίνεται,
διότι εις τα θυλάκια του κ. Ζαχαρία υπολείπονται μόνον
ολίγαι δεκάραι. Κινούν λοιπόν πεζοί προς τον Γολγοθάν
αυτών. Η κυρία Θεοδώρα εκινείτο κυλινδουμένη και μυκωμένη
ως ταύρος· ο κ. Ζαχαρίας εστέναζεν υποκώφως, κρατών εκ της
χειρός τον γρυλλίζοντα Μιμίκον, και μορφάζων από καιρού εις
καιρόν. Η δεσποινίς Ουρανία εξέπεμπεν υποκώφους λυγμούς. Οι
διαβάται παρεμέριζον εις την διάβασιν αυτών. Εφαίνετο
συνοδία φυγούσα εκ της κοιλάδος του κλαυθμώνος.
Ότε έφθασαν εις την οικίαν, ο κ. Ζαχαρίας υπεδέχθη με έν
λάκτισμα τον προσελθόντα να υποδεχθή αυτούς Μαύρον, όστις
έφυγεν ολολύζων. Εξύπνισαν την Βασίλων, ήτις εκοιμάτο.
Πτώματά τινα σιγάρων και η αταξία των επίπλων εμαρτύρουν
ότι ο &ανδρείος& της Άνδρου Άρης επεχείρησε νύκτωρ έφοδον
επιτυχή κατά του κεστού της Αφροδίτης.
Ο κ. Ζαχαρίας επείνα· ανεζήτησε το δείπνον του, αλλά το
πινάκιον ευρέθη καθαρόν, ως αν είχε πλυθή δι' ύδατος
θερμού. Η Βασίλω απέδωκε την κλοπήν εις τον Μαύρον, όστις
και πάλιν εδέχθη δύο καλά λακτίσματα, αλλά κατά πάσαν
πιθανότητα, επειδή ταυτοχρόνως έλειπε και ο οίνος, και
επειδή ο Μαύρος ήτο εκ γενετής νηφάλιος, το δείπνον του κ.
Ζαχαρία εχρησίμευσεν όπως επιρρώση τας εξαντληθείσας
δυνάμεις, του φοβερού θεού του πολέμου.
Ο κ. Ζαχαρίας ηναγκάσθη να κατακλιθή νήστις. Καθ' ύπνους
είδεν δράμα φρικτόν, ότι καταδικασθείς υπό του
Κακουργιοδικείου να μεταβή εις το θέατρον του &«Απόλλωνος»&
απεφάσιζε ν' αυτοκτονήση, πνιγόμενος με το πανταλόνιον του
Μιμίκου.
(1881)
Ο ΨΕΥΤΟΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Η εξέγερσις.
&Του ψευτοπολέμου ημέρ' ανατέλλει& και όπως εις τα τρία
τέταρτα των Αθηναϊκών οικιών, επικρατεί μεγάλη αναστάτωσις
και εις το όλβιον ενδιαίτημα της οικογενείας Παραδαρμένου.
Εξύπνησαν όλοι ομού, ο αλέκτωρ, αι όρνιθες, η υπηρέτρια, ο
σκύλος υλακτών μανιωδώς τον διερχόμενον κουλουροπώλην, ο
Μιμίκος, όστις αντί καφέ έφαγεν εις το μαγειρείον
επωφεληθείς της γενικής συγχύσεως έν πινάκιον πλήρες
κραμβολαχάνου βραστού, απομειναρίου του δείπνου. Ο κ.
Ζαχαρίας εξύπνησε τελευταίος αφυπνισθείς εκ της εξής
αβροφρονεστάτης φράσεως της αξιολατρεύτου συνεύνου του
κυρίας Θεοδώρας:
— Ψοφολογάς ακόμη; σήκω, βρε κρεμανταλά, σήκω επί τέλους!
— Μα, γυναίκα! . . . αποπειράται να είπη ο κ. Ζαχαρίας,
βλέπων μέσον του παραθύρου ότι το σκότος είνε ακόμη
βαθύτερον και από αυτάς τας σκέψεις των θεωρητικών
πολιτειολόγων μας.
— Τι γυναίκα και ξεγυναίκα! σήμερα είνε ο ψευτοπόλεμος. Το
είπε χθες το βράδυ στη γειτόνισσα ο &υπολοχίας& ο ξάδελφος
της Αννίκας της μοδίστρας.
Ο κ. Ζαχαρίας γνωρίζει εκ μακράς πείρας, ότι πάσα
αντίρρησις είνε ματαία. Εγείρεται λοιπόν, τρίβει τους
οφθαλμούς, ενδύεται και αποφασίζει να υποστή και αυτός κατά
μίμησιν του Σωτήρος το μαρτύριον του &Σταυρού&.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
Το ταξείδιον.
Η έξοδος και η οδοιπορία της οικογενείας Παραδαρμένου
εκτελείται υπό τα εξής αξιοσημείωτα περιστατικά εν συντόμω
εκτιθέμενα:
Φιλονεικία μεταξύ Μιμίκου και Βασίλως ισχυριζομένης ότι ο
πρώτος έπιε το μισόν γάλα και έκλεψε μίαν πεντάραν εκ των
προωρισμένων διά το οψώνιον χρημάτων. Επέμβασις του κ.
Ζαχαρία και υπεράσπισις του αξίου αυτού και προσφιλούς
γόνου δι' ενός λακτίσματος επί των κατωτέρων σαρκωδών και
σφαιρικών μερών του σώματος της υπηρετρίας.
Φιλονεικία μεταξύ κυρίας Θεοδώρας και αμαξηλάτου διά το
αγώγιον. Η κυρία Παραδαρμένου εκφέρει τον ορισμόν ότι όλοι
οι αμαξηλάται είνε &πλεομπαίκται&!
Έρις μετά κραυγών και παρεμβάσεως κλητήρων εις τον σταθμόν
του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, όπου κατά λάθος έφερε την
οικογένειαν ο αμαξηλάτης.
Οδοιπορία αποστολική υπό θερμοκρασίαν σιβηριανήν μέχρι του
σταθμού Λαυρείου. Φιλοσοφική σκέψις του κ. Ζαχαρία: αφού ο
ψευτοπόλεμος έχει τόσα βάσανα, φαντάσου ο αληθινός!
Ανταλλαγή ζωηροτάτων λέξεων μεταξύ ενός υπαλλήλου του
σιδηροδρόμου και της κυρίας Θεοδώρας, διατεινομένης ότι,
όταν έρχεται κόσμος, ο σιδηρόδρομος πρέπει να ξεκινά αμέσως
και να μη της λέγουν για μηχανές και ξεμηχανές γιατί έχει
κι αυτή μία μηχανή του ραψίματος σπίτι και ξεύρει από
τέτοιες δουλειές!
Συνωστισμός φρικτός· καταπάτησις αγροίκος του μόνου κάλου
του κ. Ζαχαρία· κατάπτωσις του φεσίου της κυρίας Θεοδώρας·
διαστροφή αποτρόπαιος της άκρας της ρινός της δεσποινίδος
Ουρανίας υπό του αγκώνος ρωμαλέου χωρικού· υπεξαίρεσις
τριών πορτοκαλλίων εκ του καλάθου οπωροπώλου υπό του
Μιμίκου, επωφεληθέντος της ευκαιρίας.
Ερώτησις του Μιμίκου προς τον πατέρα του· — Διατί ο
σιδηρόδρομος τρέχει;
Απάντησις περιεκτική και ηθική του κ. Ζαχαρία· — Ημπορούσα
να σου αποτείνω κ' εγώ την αυτήν ερώτησιν και διά την μύτην
σου· μάθε όμως ότι κάθε πράγμα το οποίον μένει αργόν και
ακίνητον τρέχει εις τον όλεθρόν του.
Μετά την πατρικήν ταύτην παραίνεσιν και εξήγησιν ο Μιμίκος
σιωπά, κρύπτεται εις μίαν γωνίαν και δεν αναφαίνεται· καθ'
όλην την διάρκειαν του ταξειδίου μένει αφανής. Η εξήγησις
του μυστηρίου εις το επόμενον κεφάλαιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Η διασκέδασις.
Μετά οξύν συριγμόν η αμαξοστοιχία σταματά εις Γέρακα,
μετόχιον της Πεντέλης. Ο κ. Ζαχαρίας απορεί πώς λέγεται
Μετόχιον, ενώ η λέξις φαίνεται μάλλον έχουσα τύπον
παρακειμένου. Η δεσποινίς Ουρανία μετά ρομαντικού στεναγμού
εκφράζει τον θαυμασμόν της διά την πρασινάδαν των πεύκων.
Οι επιβάται κατέρχονται αθρόοι. Διασταυρούνται αι ερωτήσεις
και απαντήσεις:
— Πού θα γίν' η μάχη; — Εις τον Σταυρόν. — Πού είν' αυτό
το μέρος; — Πόσον απέχει; — Τρεις ώρας. — Μισή ώρα. — Μία
και τέταρτον. — Δυο και τρία τέταρτα. — Εδώ δεξιά είνε. —
Όχι· εκεί κάτω αριστερά. — Καλέ, οπίσω απ' αυτό το βουνό.
Και το πλήθος διασπείρεται, διαχύνεται τήδε κακείσε αγνοούν
πού να μεταβή και τι να πράξη. Ο κ. Ζαχαρίας ερωτά αν
φαίνεται πουθενά καπνός και ο Μιμίκος τριγυρίζει να ίδη,
ότε επανερχόμενος ασθμαίνων μετά μικράν απουσίαν ειδοποιεί
τον πατέρα του ότι είδε καπνόν και ο πατήρ περιχαρής ερωτά
πού τον είδεν, ο δε Μιμίκος απαντά αφελώς ότι τον είδεν εις
έν καπνοπωλείον, καθώς διήρχοντο παρά το χωρίον Χαλάνδρι. Ο
πατήρ φιλοδωρεί το τέκνον του με ισχυρόν κόλαφον [54] διά
την ανακάλυψίν του ταύτην.
— Μα ο σταυρός! . . . πού είνε ο Σταυρός; . . . αναφωνούν
όλοι.
— Νά, νά! εδώ . . . νά τον!
Ο ούτως ομιλών είνε ο αδιόρθωτος Μιμίκος, όστις δεικνύει
τον σιδηρούν σταυρόν . . . μιας εκκλησίας, αμειβόμενος εκ
νέου δι' ισχυρού λακτίσματος του πατρικού ποδός.
Χωρικός τις φιλεύσπλαγχνος ερχόμενος εκ των αγρών επί της
όνου του ειδοποιεί τέλος το αμηχανούν, περιπλανώμενον και
ταραγμένον πλήθος ότι η πλαστή μάχη ανεβλήθη.
Ο κ. Ζαχαρίας μένει εμβρόντητος· η κυρία Θεοδώρα μαίνεται.
— Εσύ τα φταις, βρε μπούφο! λέγει προς τον σύζυγόν της·
έπρεπε να το καταλάβης ότι αυτά τα κάμνει επίτηδες η
ψωροκυβέρνησις για να γελάνε τον κόσμον και να μαζεύουν
λεπτά μαζί με τους σιδηροδρόμους! . . .
— Μα ίσως . . . δεν θα ήτο έτοιμον το σύνταγμα . . . τολμά
να παρατηρήση ο κ. Ζαχαρίας.
— Το Σύνταγμα! αναφωνεί η κυρία Θεοδώρα. Επάληωσε κι αυτό
από τα 1843, εκλούβιανε σαν το μυαλό σου. Ας πάη να χαθή κι
αυτό!
Το απογοητευμένον πλήθος εν τούτοις αρχίζει να πεινά.
Μεταξύ τόσων εκατοντάδων επιβατών είς μόνος πωλητής
τρωγαλίων υπάρχει και αυτός πωλεί . . . &μέντες&, παραδόξως
δε ο Μιμίκος δεν τον περιτριγυρίζει. Σπεύδουν όλοι ομαδόν
διά των αγρών και φθάνουν κατόπιν εις το χωρίον Χαλάνδρι·
αλλά τρόφιμα δεν υπάρχουν εκεί· δηλαδή οι χωρικοί δεν
εννοούν να ίδουν καταλυομένην την Τεσσαρακοστήν υπό των
αιρετικών επισκεπτών, φοβούμενοι την θείαν οργήν, ήτις
ενέσκηψε κατ' αυτών εν είδει διφθερίτιδος και της οποίας
μόλις ηδυνήθησαν ν' απαλλαγούν διά λιτανειών. Ούτε όρνιθες,
ούτε αυγά, ούτε τυρός υπάρχει διαθέσιμος· μόνον ελαίαι και
βρεχτάδια και κρόμμυα και ρητινίτης.
Αίφνης ακούεται κραυγή διάτορος:
— Πού είνε το πανέρι;!
Τα μέλη της οικογενείας Παραδαρμένου προσβλέπουν άλληλα
μετ' εκπλήξεως και απογνώσεως. Το κάνιστρον μετά των εν
αυτώ ζωοτροφιών, κεφτέδων δηλαδή παρασκευασθέντων επίτηδες
παρά της κυρίας Θεοδώρας, τυρού, άρτου και καστάνων,
ελησμονήθη εν τη βία και τη ταραχή εντός της σιδηροδρομικής
αμάξης. Αλλ' ό,τι ηγνόει η οικογένεια είνε τούτο, ότι το
κάνιστρον εταξείδευε κενόν πλέον, διότι το περιεχόμενον
είχε φροντίσει να καταναλώση ο Μιμίκος απαρατήρητος κατά το
ταξείδιον. Και αύτη είνε η εξήγησις του μυστηρίου!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
Η επιστροφή.
Ο μηχανικός ο διευθύνων την μετά τρεις ώρας επιστρέψασαν
αμαξοστοιχίαν διέκρινεν επί των σιδηρών ράβδων της γραμμής
πολύ προ του σταθμού όμιλον συμπαγή ανθρώπων, οι οποίοι
εφαίνοντο έχοντες σταθεράν απόφασιν να συντριβούν υπό τους
τροχούς κάλλιον παρά να μείνουν εκεί επί πλέον. Ήσαν οι
δυστυχείς απηλπισμένοι επιβάται οι εκδραμόντες χάριν του
ψευτοπολέμου.
Η οικογένεια Παραδαρμένου συγκατελέγετο μεταξύ τούτων. Η
απελπισία επιδρά επί της όψεως ιδίως και του χρώματος
εκάστου των μελών. Η κυρία Θεοδώρα είνε ερυθρά ως αστακός
βρασμένος· η δεσποινίς Ουρανία είνε χλωμή, ο κ. Ζαχαρίας
χαλκοπράσινος, ο Μιμίκος δεν έχει κανέν χρώμα, διότι όσα
έφαγεν είχον τόσα διάφορα χρώματα, ώστε εξ αυτών δεν
ηδύνατο ν' αποτελεσθή κανέν συμμιγές.
Την συνείδησιν και το βαλάντιον του κ. Ζαχαρία ιδίως
επιβαρύνει ο λογαριασμός του παντοπώλου διά το εν Χαλανδρίω
οικογενειακόν γεύμα, έχων ως εξής·
Δι' έν κουτίον σαρδελλών του βαρελίου . . . Δρ. 4. —
Διά 4 δωδεκάδας ελαίας μαύρας.. . . . . . . .» 2.40
Διά 3 κρόμμυα . . . . . . . . . . . . . . . .» .60
Δι' άρτον, οίνον κλπ . . . . . . . . . . . . » 3.75
Δι' επτά κουρκέτα, τα οποία επήρεν αυθαιρέ-
τως ο μικρός. . . . . . . . . . . . . . . . .» 2.80
Δρ. 13.55
Ο κ. Παραδαρμένος δίδων από καιρού εις καιρόν και ένα γιακά
εις τον αγαπητόν του γόνον εψιθύριζε θλιβερώς μετά
οικονομικού και ιστορικού πόνου:
— Κατηραμένος να είνε ο Γουλιέλμος Τελλ, όστις θαρρώ ότι
είνε ο εφευρέτης των σιδηροδρόμων. Κατηραμένος ο Όμηρος,
όστις εφεύρε τον Τρωικόν πόλεμον. Να υφίσταται κανείς
θυσίας διά τον πόλεμον υπομονή, αλλά διά τον ψευτοπόλεμον!
. . .
Υ.Γ. Χθες το Σάββατον ο κ. Ζαχαρίας ανέγνωσεν εις τας
εφημερίδας ότι η πλαστή μάχη έγινε την προτεραίαν, αλλά δεν
το επίστευσεν.
— Αλλού να παν να τα πουν αυτά! είπεν, αλλού!
Αφού όμως ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας τας περιγραφάς και
επείσθη, ιδού πώς διηγήθη και πώς εξήγησε το σχέδιον της
μάχης κατά το γεύμα εις την αξιέραστον σύζυγον και τα τέκνα
του:
Ο εχθρός παρετάχθη εις τρία κέρατα και δύο πτέρυγας, ενώ ο
άλλος εχθρός εσχηματίσθη εις δύο κέντρα. Αμέσως τότε το
ιππικόν κατεσκεύασε τα ταχύσκαπτα και το πυροβολικόν
εφώρμησε διά της λόγχης. Ευθύς το έν κέντρον απεσπάσθη
ένεκα της κεντρόφυγος δυνάμεως και συνέλαβεν αιχμαλώτους
όλους τους επικούρους ιατρούς. Και οι δύο εχθροί ηττήθησαν
κατά κράτος. Ο Σταυρός έγινεν ερυθρός από το αίμα και διά
τούτο οι νοσοκόμοι ωνομάσθησαν του Ερυθρού Σταυρού.
(1885)
Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
&Εικών α'.&. Η ροδοδάκτυλος Ηώς ακόμη δεν ήνοιξε τας πύλας
του ουρανού, ότε η κυρία Θεοδώρα ελέγχει ούτω πώς τον
αξιότιμον αυτής σύνευνον:
— Βρε μπούφο! δεν ντρέπεσαι εσύ, ειρηνοδίκης άνθρωπος, να
μην εύρης εισιτήριο να πάμε το βράδυ στην Ακαδημία! Και για
ποιους, βρε ξόανο, έγινεν η Ακαδημία παρά διά τους
διαβασμένους και διά τους νοικοκυραίους;
— Μα, γυναίκα!.. από ποίον να το προμηθευθώ;
— Να το προμηθευθής . . . από αυτόν τον Προμηθέα που
γράφουν!
*
**
&Εικών β'.& Επτά και τέταρτον μ.μ. Η οικογένεια
Παραδαρμένου αναμένει εις τα προπύλαια. Ο κ. Ζαχαρίας
επρομηθεύθη εισιτήριον από ένα φίλον του νεκροσκόπον [55],
συγγενή ενός επαρχιακού συμβούλου. Η δεσποινίς Ουρανία
κυττάζει περιπαθώς εις τα ύψη τον Μουσηγέτην, επιδεικνύοντα
αγερώχως την ανδρικήν αυτού καλλονήν ολόκληρον. Η κυρία
Θεοδώρα μετά πολύωρον κόπωσιν εκφράζει την επιθυμίαν να
καθίση.
— Μπαμπά! φωνάζει ο Μιμίκος, σήκωσε εκείνους τους δύο να
καθίσουμ' εμείς! . . .
Και δεικνύει τους μακαρίως αναπαυομένους επί των μαρμαρίνων
εδρών των Πλάτωνα και Σωκράτη.
*
**
&Εικών γ'.& Τιτανομαχία φρικτή παρά την θύραν της εισόδου.
Οι αποτελούντες όγκον νεοπλάσματος άνθρωποι τρέμοντες
καραδοκούν να εισέλθουν. Ο Ζευς αστυνόμος φωνεί: Άρατε
πύλας οι άρχοντες υμών! και εισορμά όλον το ανθρώπινον
γένος, καθηγηταί, κουλουρτζήδες, ιεραπόστολοι,
οδοντοϊατροί, αρχιμανδρίται. Το πλήθος ως συμπυκνωμένη μάζα
σταματά ασφυκτιών, διότι νομίζει ότι ο εις το βάθος
ιστάμενος ανδριάς του Σίνα θ' απαγγείλη τον εναρκτήριον.
Αλλ' οι κλητήρες φωνάζουν;
— Δεν έχει λόγο! όποιος είδε να βγαίνη!
*
**
&Εικών δ'&. Πλήρης διάσπασις της οικογενείας Παραδαρμένου.
Το σφαιρικόν σώμα της κυρίας Θεοδώρας κυλινδείται ως
θωρηκτόν εν ώρα τρικυμίας, κατά την στιγμήν δε κατά την
οποίαν ο κ. Ζαχαρίας πειράται να της δείξη τον ανδριάντα
του Σίνα, αποσπάται εκ του συνωστισμού είς των
&φαλμπαλάδων& της εσθήτος της και η κυρία Παραδαρμένου
αναφωνεί μετά μανίας προς τον σύζυγόν της: — Τύφλες νάχης
κ' εσύ κι ο Σινανάς! . . . Ο Ζαχαρίας ευρίσκεται
στηριζόμενος επί του κατεσκληκότος κόλπου πρεσβύτιδος, ήτις
του μειδιά φιλαρέσκως, ενώ εκείνος διαμαρτύρεται
μεγαλοφώνως περί της αγνότητος των προθέσεών του. Την
στιγμήν εκείνην ακούεται φωνή στεντορεία κλητήρος: Κύριοι,
προσέξατε εις τα 'ρολόγια σας! Ο κ. Ζαχαρίας εξάγει
παραχρήμα το ιδικόν του, νομίζων ότι έφθασεν η στιγμή του
θεάματος, αλλά το ωρολόγιον γίνεται αυθωρεί ανάρπαστον υπό
επιτηδείου λωποδύτου, Η δεσποινίς Ουρανία λεπτυνθείσα εκ
της πιέσεως και μηκυνθείσα ρίπτει χαμαί διά μιας στροφής
της ρινός τον πίλον κλητήρος, όστις βλασφημεί μανιωδώς. Ο
Μιμίκος υφίσταται το πάθημα του Προμηθέως θέλων να κλέψη το
πυρ, δηλαδή έν κουτίον φωσφορίων κηρίνων έκ τινος θυλακίου,
και εισαγαγών την χείρα δεν δύναται πλέον να την αποσύρη
και μένει δέσμιος ως εις παγίδα φερόμενος εν αγνοία υπό του
κυρίου εντός του πλήθους και αναβοών: Μπαμπά! μπαμπά! έως
ότου ο κ. Ζαχαρίας ως Ηρακλής μαινόμενος τρέχει και τον
ελευθερώνει.
*
**
&Εικών ε' και τελευταία& Οικτρά συνάντησις της οικογενείας
Παραδαρμένου μετά πολύωρον αναζήτησιν εις τον Τάρταρον του
κήπου της Ακαδημίας, όπου ευτυχώς λείπουν οι Κέρβεροι, οι
Ακαδημαϊκοί μανδρόσκυλοι.
— Μη μου ματαπής, μωρέ κασίδη, λέγει η κυρία Θεοδώρα προς
τον σύζυγόν της, να ξαναπάμε σε Ακαδημίες και τέτοια
καραγκιοζλίκια, γιατί θα σου βγάλω τα μάτια!
Ο κ. Ζαχαρίας απέρχεται κεκυφώς περιστρέφων μεταξύ των
δακτύλων του το εισιτήριον και εις την ερώτησιν του Μιμίκου
τι είνε εισιτήριον απήντησε σοβαρώς και αποφθεγματικώς:
— Το εισιτήριον είνε εκείνο το πράγμα με το οποίον
εισέρχεσαι εις τας τελετάς και όταν το έχης . . . και όταν
δεν το έχης.
ΕΣΠΕΡΙΣ ΕΝ ΦΑΛΗΡΩ
Ότε ο σωματικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εισήλθε
κυλινδούμενος εις έν των βαγονίων της Β' θέσεως, η ατμάμαξα
αφήκεν οξύν συριγμόν οδύνης, οι δε συνθλιβόμενοι επιβάται
ωχρίασαν, ως ν' ανεσπάσθη τμήμα τι του πλησιοχώρου βράχου
και να κατέπεσεν εντός του διαμερίσματος.
Ήδη ο κώδων της αναχωρήσεως αντήχει και μόλις το τέταρτον
της αξιαγάστου οικογενείας Παραδαρμένου ευρίσκεται εντός
του βαγονίου. Μετά πολλούς αγώνας κατορθούν να εισέλθουν η
δεσποινίς Ουρανία και ο κ. Ζαχαρίας, αλλ' ο Μιμίκος
πλανάται ακόμη επί του πεζοδρομίου, περιτριγυρίζων μικρόν
πωλητήν φιστικίων.
— Μωρέ μαγκούφη, δεν μπάζεις το παιδί μέσα; . . . φωνεί
αγρίως η κυρία Θεοδώρα.
Και ο κ. Ζαχαρίας εκτείνει τας χείρας, αλλ' επειδή ήδη η
αμαξοστοιχία εκκινά, κινδυνεύει να χάση την ισορροπίαν· διά
τούτο σπεύδει να τον κρατήση η Ουρανία, την οποίαν σπεύδει
να συγκρατήση η κυρία Θεοδώρα. Διά της ανθρωπίνης ταύτης
αλύσεως αναρπάζεται ο Μιμίκος κρατών μίαν δράκα [56]
φιστικιών, την οποίαν ήρπασεν από το κάνιστρον του πωλητού,
εξερευγομένου φρικτάς αράς και βλασφημίας και σύρεται εντός
του βαγονίου, προς απελπισμόν των επιβατών.
— Κουνήσου ντε, να μας εύρης καμμίαν θέσιν! βοά η κυρία
Θεοδώρα. Καλά που δεν κατορθώνεις να σου δώσουν μία θέσι
στην υπηρεσία τώρα τόσα χρόνια, δεν βρίσκεις τουλάχιστον
εδώ μία να καθίσωμε;
Το ανάρμοστον λογοπαίγνιον της παχείας συνεύνου ταράσσει
όχι ολίγον τα νεύρα του υπομονητικού Ζαχαρία, αλλ' εννοεί
ότι δεν είνε κατάλληλον το μέρος δι' οικογενειακάς έριδας.
Εις μάτην όμως κινείται προς ανεύρεσιν θέσεως, εις μάτην
κινείται ισταμένη ορθία όλη η οικογένεια και μάλιστα η
κυρία Θεοδώρα, ήτις σείεται ως βάρις [57] κλυδωνιζομένη υπό
σφοδρού σάλου. Οι επιβάται ούτε κινούνται ούτε συγκινούνται
και συνομολογήσαντες αφώνως συμμαχίαν αμυντικήν και
επιθετικήν περισφίγγουν εντός αδιεξόδου κύκλου χειρών,
ποδών και γονάτων την οικογένειαν, συμπεριλαμβανομένης και
αυτής της αΰλου Ουρανίας, κατά της οποίας κυρίως θα
διηυθύνετο η πολιορκία, αν δεν ανεχαίτιζον τους πολιορκητάς
αι απειλητικαί διαθέσεις της ρινός της ρομαντικής
δεσποινίδος, εχούσης μήκος μακεδονικής σαρίσσης.
Ο κ. Ζαχαρίας πάσχει εκτός τούτου τα πάνδεινα και υπό της
φιλομαθείας του Μιμίκου, όστις εξάγων εκάστοτε τον
κατάλογον των λαχνών αποτείνει παντοίας ερωτήσεις εις τον
γεννήτορα:
— Μπαμπά, θα έχη και κουραμπιέδες το λαχείον;
— Θα έχη.
— Μπαμπά, τι είνε η εκριζοντυλίνη;
— Η εκριζοντυλίνη είνε μία νέα οπού μοιράζει τα κέρδη του
λαχείου.
— Μπαμπά, τι θα πη φιλανθρωπία;
— Φιλανθρωπία είνε ν' αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν .
. . και να μη πετάς τα τσώφλοια των φιστικιών εις τα μούτρα
των άλλων, γιατί θα σου σπάσω τα χέρια.
Η περιέργεια του Μιμίκου κατευνάζεται τοσούτο μάλλον
καθόσον από της θυρίδος του βαγονίου βλέπει ήδη τας οικίας
του Φαλήρου προσπελαζούσας προς αυτόν μετά καταπληκτικής
ταχύτητος. Διότι το ζήτημα αυτό της καθόδου εις Φάληρον
χάριν του λαχείου είχε λάβει εις τους κόλπους της
οικογενείας Παραδαρμένου διαστάσεις σοβαράς και σχεδόν
διεθνείς, ως επεκταθέν και εκτός της οικογενειακής εστίας.
— Βρε, ρεζίλη, δεν θα μας πάρης κ' εμάς κάμποσα απ' αυτά
τα λαχεία για τους σκοτωμένους, να κατεβούν και τα παιδιά
ν' αναπνεύσουν λιγάκι εις το Φάληρον; είπεν η κυρία Θεοδώρα
προς τον σύζυγόν της.
Και ο κ. Ζαχαρίας υπείκων εις την αβράν πρόσκλησιν της
αξιεράστου συμβίας ηγόρασε τέσσαρα γραμμάτια του λαχείου,
έν δι' έκαστον μέλος της οικογενείας. Η κυρία Θεοδώρα το
διελάλησε κατά το σύνηθες εις τα τέσσαρα σημεία της
συνοικίας, ο δε Μιμίκος είχεν εκμάθει σχεδόν από στήθους
όλον τον κατάλογον των αντικειμένων του λαχείου. Αι μετά
τον δείπνον αθώαι εσπεριναί ομηγύρεις της οικογενείας
εταράσσοντο επί ημέρας πολλάς υπό αδιακόπων συζητήσεων περί
του ενδεχομένου εκ του λαχείου κέρδους. Ο Μιμίκος ήθελεν
όλοι οι αριθμοί να κερδίσουν γλυκύσματα και παγωτά, η
Ουρανία καμμίαν ομπρέλλαν ή τουλάχιστον κανέν μυθιστόρημα,
ο μετριόφρων Ζαχαρίας έν ζεύγος εμβάδων, διότι το μόνον
ζεύγος το οποίον είχε διατελούν εν ενεργεία από της εποχής
της Μεταπολιτεύσεως είχεν αρκετά φθαρή, η δε κυρία Θεοδώρα
εδήλωσεν ότι επεθύμει να κερδίσουν «τίποτε κεντήματα για τη
ρημαδιακή τη σάλα και δεν θέλει ν' ακούση άλλα λόγια». Αι
συζητήσεις αύται τόσον σφοδράς διαστάσεις έλαβον εσπέραν
τινά, ώστε η άχολος Ουρανία απεκάλεσε τον πείσμονα Μιμίκον
&μυξιάρην& ούτος δε ανταποδίδων τα ίσα την απεκάλεσε
&ταβανόσκουπαν& και η έρις θ' απέληγεν εις σοβαρώτερα, αν
δεν παρενετίθετο εις το μέσον η πατρική χειρ φιλοδωρήσασα
ένα κόλαφον επί του αυχένος του μικρού αυθάδους.
*
**
Τέλος η αμαξοστοιχία απεβίβασεν ασθμαίνουσα το εκ συμπαγούς
σαρκός φορτίον της εις την αποβάθραν του Φαλήρου. Ηγουμένου
του Μιμίκου, ευκινήτου ως σκιούρου, η οικογένεια
Παραδαρμένου ανέρχεται διά της μιας κλίμακος της σιδηράς
γεφύρας και κατέρχεται διά της άντικρυ ευρισκομένης εις το
αυτό πεζοδρόμιον. Το πείραμα επαναλαμβάνεται δις και τρις
μετά του αυτού αποτελέσματος, ενώ το άσθμα της κυρίας
Θεοδώρας αντηχεί ηχηρότερον και των ήδη αντιθέτως βαινουσών
δυο ατμομηχανών. Τέλος ανακαλύπτουν τον τρόπον της διόδου
και διαπεραιούνται εις το άντικρυ πεζοδρόμιον, μετά κόπου
δε εισδύοντες και διαγκωνιζόμενοι συμφύρονται μετά της εκ
σαρκός πυκνής μάζης, ήτις κατέχει τον στενόν της φαληρικής
παραλίας χώρον.
Η εκκύβευσις [58] του λαχείου έχει ήδη αρχίσει, αλλ' οι
εκκυβευόμενοι αριθμοί δεν περιέρχονται εις γνώσιν της
απώτατα ευρισκομένης οικογενείας, ένεκα του πολλού θορύβου
και της συγχύσεως. Η κυρία αρχίζει μεγαλοφώνως να εκφέρη
τας υπονοίας της ότι συμβαίνουν &μπιρμπαντοδουλειές&. Ο
Μιμίκος αναγινώσκει μεγάλη τη φωνή τον κατάλογον των
αντικειμένων του λαχείου προς μεγίστην αγανάκτησιν των
παρεστώτων, εκφράζων εν τούτω και τας γαστριμάργους
επιθυμίας του.
Αλλ' ενόσω προχωρεί η εκκύβευσις άνευ αποτελέσματος, και
ενόσω μάλιστα τυχηροί τινες των παρεστώτων ανακοινούν εις
τους άλλους ότι εκέρδισαν, η αδημονία της οικογενείας
κορυφούται. Ο Μιμίκος, θέλων οπωσδήποτε να θέση τέρμα εις
την ανησυχίαν, αποσπάται εκ του ομίλου της οικογενείας,
κρυφίως συναποφέρων και τον θησαυρόν των δύο γραμματίων του
λαχείου, τα οποία ζηλοτύπως φρουρεί από τινων ημερών, και
προχωρεί προσπαθών να προσεγγίση εις τον τόπον της
εκκυβεύσεως. Αλλ' ότε μετ' ολίγον η κυρία Θεοδώρα
στρεφομένη δεν βλέπει τον γόνον της αναβοά μετ' άλγους:
— Το παιδί μου, το παιδί μου! . . .
Ο Ζαχαρίας ταράσσεται, συστρέφεται, ερωτά τους πέριξ
απορών, ενώ η σύζυγος του βαθμηδόν οργιζομένη δίδει εις
αυτόν βίαιον ωθισμόν κράζουσα:
— Τι στριφογυρίζεις σα σβούρα, μωρέ ζευζέκη; . . . πήγαινε
ναύρης το παιδί γρήγορα.
Ο ταλαίπωρος πατήρ, υπείκων μάλλον εις την παλάμην της
συζύγου ή εις το πατρικόν φίλτρον, προχωρεί αναμέσον του
πλήθους ωθών και ωθούμενος, αποτείνων ερωτήσεις και
αποδεχόμενος χλευασμούς και λοιδορίας [59]. Μετά ενός
τετάρτου της ώρας οδυνηράν αλλ' άσκοπον έρευναν επιστρέφει
εις το σημείον από του οποίου εξεκίνησε και θωρακίζεται δι'
υπομονής όπως δεχθή το άγριον βλέμμα και τας εμμανείς
αποστροφάς της φρυαττούσης συζύγου, ότε κατ' εκείνην
ακριβώς την στιγμήν αντηχούν θρηνώδεις φωναί του Μιμίκου
επιστρέφοντος.
— Μπαμπά! . . . μαμμά! . . . μου έπεσαν! . . . φωνεί ο
μικρός δακρύων.
Η οικογένεια νομίζει ότι του έπεσαν τα λαχεία και ότι τα
δάκρυά του προέρχονται εκ συγκινήσεως.
— Τι σου έπεσαν; τον ερωτούν μετά σπουδής.
— Μου έπεσαν . . . τα λαχεία εις τη θάλασσα!