217) _Αριστοτέλους_ Ρητορικής 1365 α 31, 1411 α I. _Πλουτάρχου_
Περικλής 28.
218) _Wilamowitz-Möllendorff_ εν Ερμή XII 465 Την γνώμην ταύτην
ευλόγως αντέκρουσεν ο _Weil_ εν Journal des Savants 1902 σ.
96].
219) [Η κριτική του κειμένου του _Θουκυδίδου_, η στηριζομένη
κυρίως επί επτά χειρογράφων του ι'-ιγ' αιώνος, κατά τας
τελευταίας δεκαετηρίδας επλουτίσθη δι' αιγυπτιακών παπύρων και
μεμβρανών, άς εσχάτως συνέλεξε _Fr. Fischer_. Thucydides
reliquiae in papyris et membranis Ægyptiacis servatae (Teubner)
1913].
220) [Την μετά των Αργείων συμμαχίαν των Αθηναίων, ήν εξέδωκεν
ο _Κουμανούδης_· βλ. C. I. A. τόμ. VI σ. 14 και 15 και πρβ.
_Θουκυδ_. Ε' 47].
221) Ο Müller Strübling, εννοείται, θεωρεί το χωρίον
ως παρέμβλημα. Ο Θουκυδίδης μετεχειρίζετο το δεκαδικόν σύστημα
των αριθμών, ουχί το των αττικών επιγραφών.
222) [Ε', 26,3 «και τοις από χρησμών τι ισχυρισμένοις μόνον δη
τούτο εχυρώς ξυμβάν].
223) [Ο γάλλος ούτος ιστοριογράφος, (1445-1511), όστις
επωνομάσθη πατήρ της νεωτέρας Ιστορίας, επαινείται, προ πάντων
υπό του _Saint Beuve_, διά την οξύτητα μεθ' ής ερμηνεύει τα
ελατήρια των πράξεων των συγχρόνων του, ιδίως της Αυλής, και
διαγράφει τους χαρακτήρας των προσώπων εντός των
Απομνημονευμάτων αυτού, (Memoires»), ών νέα έκδοσις υπό de
Mandrot, 1901].
224) [Τολμηροτάτη αλλά και ατυχεστάτη κατά του Θουκιδίδου
επίκρισις είναι η του _F. M. Cornford_ Thucydides
mythistoricus, 1907, όστις εζήτησε ν' αποδείξη ότι η συγγραφή
είναι απλή δραματοποιία, η «ιστορική τραγωδία» των γεγονότων].
225) [Ο τρόπος, καθ' όν καταλήγει η συγγραφή σχεδόν εν μέσω
φράσεως — _και αφικόμενος πρώτον εις Έφεσον_ (ο Τισσαφέρνης)
_θυσίαν εποιήσατο τη Αρτέμιδι_ — εμφαίνει ότι ο θάνατος υπήρξεν
απρόοπτος, καθιστά δε πιθανήν την παράδοσιν (_Πλουτάρχου_ Κίμ.
4) ήν απορρίπτει ο Μαρκελλίνος, ότι ο Θουκυδίδης εφονεύθη εν
Σκαπτή ύλη, ως φαίνεται όχι μετά τα 399].
226) [_Εκδόσεις_ νέαι του κειμένου του Θουκυδίδου εν τη
Biblioth, Oxon. υπό _H. Steuart_ εις 2 τόμ., 1900-1 και εν τη
Biblioth. Teubner υπό _Car. Hude_, edit. major εις 2 τόμ. 1901,
edit. minor εις 2 τόμ. 1903. — Τα παλαιά σχόλια εν τέλει της
παρισιανής εκδόσεως του _F. Haase_ Didot) 1869. — Άλλα σχόλια
εκ χφ. της Πάτμου εδημοσίευσεν ο _Ι. Σακελλίων_ εν Revue de
Philologie I (1877), σ. 182-8. — Άλλα παλαιά σχόλια του β' μ Χ.
αιώνος εις το Β' βιβλίον εκ παπύρων εδημοσίευσαν ο _Grenfell_
and _Hunt._ Oxyrhynchus Papyri VI (1908) σ. 107-149. —
_Εκδόσεις_ μετά ελλην. σημειώσεων υπό Α. Πανταζή Μισίου εις 4
τεύχη, εν Αθ. 1882-98. Των τριών πρώτων βιβλίων υπό _Γ. Δ.
Ζηκίδου_ εν Αθ. 1892-1902. — Του Α' βιβλίου υπό _Γαβριήλ
Σοφοκλέους_ εν Αθ. 1902, και υπό _Κ. Κοσμά_ Αθ. 1915-Μετά
σχολίων υπό _Γ. Μιστριώτου_, εις 8 τόμ. εν Αθ. 1902-07. —
Χωριστά Σχόλια εις τας δημηγορίας του Θουκυδίδου υπό _Γρ. Ν.
Βερναρδάκη_ εν Αθ. β' έκδ. 1885. — Μετά γαλλ. σχολίων κριτικών
και ερμηνευτικών τα δύο πρώτα βιβλία υπό _Alfred Croiset_,
Paris, 1886. — Μετά γερμαν. σχολίων την δόκιμον έκδοσιν του _J.
Classen_ επεξειργάσθη ο _J. Steup_ (παρά Weidmann) κατά τεύχη
(1912). — Την του _Got. Böhme_ ο _Widmann_ (παρά Teubner) εις 9
τεύχη (1908). — Παλαιότεραι η του Ρορρο Stahl 1875-83 και η του
Krüger και Pökel, 1885 — Μετά λατιν. σχολίων _H. van
Herwerden_ εις 5 τόμ. Trajecti ad Rhenum 1877-82].
227) [Οι αρχαίοι υποκριταί εφόρουν ενδύματα διάφορα των του
χορού και πολυτελέστερα και πολυχρωμότερα των του καθημερινού
βίου. Και το σώμα των υποκριτών εμεγεθύνετο ποικιλοτρόπως και
εγίνετο υψηλοτέρον διά υψηλών κοθόρνων, το δε πρόσωπον
εκαλύπτετο διά φοβερών προσωπείων, εχόντων μεγάλους οφθαλμούς
και ανοικτόν στόμα. Τας γυναίκας υπεκρίνοντο άνδρες και μόνον
κατά τους ρωμαϊκούς και ίσως τους Πτολεμαϊκούς χρόνους
αναφέρονται, σκηνικαί γυναίκες. Καθόλου κατά τους ενδόξους
χρόνους του Αττικού θεάτρου ουδεμία κατεβάλλετο προσπάθεια όπως
οι τραγικοί υποκριταί φανώσιν, όπως θέλομεν ημείς, πρόσωπα
φυσικά, αλλά μάλλον υπερφυσικά όπως ήτο η όλη τάσις του
Αισχύλου, ο οποίος κατά την παράδοσιν είχεν εξεύρει την της
στολής ευπρέπειαν και σεμνότητα].
228) Γνωστοτάτη εξαίρεσις είναι ο _*Ανθεύς_ (όχι το _*Άνθος_)
του Αγάθωνος [Εν ώ πάντα τα πρόσωπα είχον επινοηθή υπό του
ποιητού]. Ο Αγάθων κατέλιπε τας Αθήνας περί τα 407 π Χ.
τεσσαρακοντούτης, κατέχων ήδη θέσιν υποδεστέραν μόνον της του
Σοφοκλέους και του Ευριπίδου, αλλά πλην της πρωτοτυπίας του και
του Σωκρατικού ή Πλατωνικού πνεύματός του είχε μόνιμον
επίδρασιν εις το δράμα. Ο Αριστοφάνης πικρώς επετέθη κατ' αυτού
εν ταις _Θεσμοφοριαζούσαις_ όπερ μαρτυρεί περί των εν τη τέχνη
καινοτομιών αυτού.
229)[Η συμμετοχή του χορού εις την αρχαίαν τραγωδίαν από τινων
ετών εμελετήθη βαθύτερον. Βεβαίως την παρουσίαν αυτού επέβαλλεν
όχι τόσον ο μύθος του δράματος, όσον η κατά παράδοσιν τελετή
της Διονυσιακής εορτής. Ομολογουμένως δε τα στάσιμα μη
προάγοντα την δράσιν της τραγωδίας, πολλάκις χαλαρώνουσι το
διαφέρον των θεατών. Αλλά διά της μουσικής συνετέλουν τα άσματα
του χορού εις την αισθητικήν εντύπωσιν του συνόλου, δηλαδή είτε
εις την μετάδοοιν του ελέου ή του φόβου είτε εις τον
καλλιτεχνικόν κατευνασμόν των αισθημάτων τούτων· ούτω διά του
πρώτου στασίμου της _εν Ταύροις Ιφιγενείας_ ο χορός των
Θεραπαινίδων επιτείνει τον φόβον της ηρωίδος, αλλά την
φοβερωτάτην σκηνήν της _Μηδείας_ διακόπτει χορικόν μάλλον
ήρεμον (στ. 1081-1115). Ποιητικώς δε τα χορικά ηδύναντο να
εξάρωσι τον ακροατήν από των περιπετειών της υποθέσεως εις
γενικώτερα προβλήματα του ανθρωπίνου βίου π. χ. από του έρωτος
του Αίμονος εις την αιωνίαν ισχύν του θεού τούτου. Οσάκις δε
τον χορόν απετέλουν όντα υπερφυσικά, Ωκεανίδες, Ευμενίδες,
Βάκχαι, ο αρχαίος θεατής ησθάνετο ότι ευρίσκετο εντός άλλου
περιβάλλοντος υπό διάφορον φως. Τοιουτοτρόπως οι μεγάλοι
τραγικοί κατώρθωσαν να χρησιμοποιώσι δεξιώς τον χορόν, πόσον δ'
εμελέτησαν το θέμα, μαρτυρεί το γεγονός, ότι ο Σοφοκλής έγραψε
κατά τον Σουΐδαν πεζήν περί χορού πραγματείαν. Αλλά περί των
χορών του Ευριπίδου παρατηρεί ο Αριστοτέλης ότι δεν ήσαν «μόρια
του όλου» όπως οι του Σοφοκλέους. Από δε του Αγάθωνος ήρχισαν
οι λοιποί να άδωσιν «εμβόλιμα» χορικά, δηλαδή ξένα προς τον
μύθον].
230) Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει τον Θέσπιν και ο
ψευδοπλατωνικός διάλογος _Μίνως_ (321 Α) λέγει ρητώς ότι η
τραγωδία δεν αρχίζει «_ως οίονται από Θέσπιδος ουδ' από
Φρυνίχου_» αλλ' ήτο πολύ παλαιοτέρα.
231) [Περιμάχητον κατά τα τελευταία έτη είναι το ζήτημα της
σκηνής του πέμπτου π. Χ. αιώνος, ήτοι της ακμής του ελληνικού
θεάτρου. Η πρώτη σημασία της λέξεως ήτο βεβαίως η του υποστέγου
όπου ενεδύετο ο υποκριτής αλλ' έπειτα εσήμαινεν όλον το
εστεγασμένον οικοδόμημα· (Δηλία επιγραφή του 279 π. Χ. λέγει
«_της σκηνής το τέγος . . . το λογείον της σκηνής_») ή μόνον το
λογείον, εφ' ού τότε εδίδασκον οι υποκριταί, αλλ' εσήμαινε και
μόνην την όπισθεν σκηνογραφίαν, οι δε μεταγενέστεροι
γραμματικοί έγραφον «εις πέντε σκηνάς διαιρεί το δράμα_». Αλλ'
επειδή τα παλαιότατα λείψανα σκηνής (ελληνικά θέατρα
ανεσκάφησαν πολλά και εν Ελλάδι και εν Σικελία και εν Μ. Ασία)
ανάγονται μόνον εις τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, του δ' εν Αθήναις
Διονυσιακού θεάτρου η σκηνή καθ' όλον τον πέμπτον αιώνα ήτο
ξυλίνη, απομένει μεγάλη περί του σχήματος και της χρήσεως της
σκηνής, εκείνης αμφιβολία. Επί Αυγούστου ο Βιτρούβιος (V, 7)
μαρτυρεί ρητώς ότι το επί της σκηνής λογείον του Ελληνικού
θεάτρου, «εφ' ού διδάσκουσιν οι τραγικοί κωμικοί υποκριταί»
είχεν ύψος ουχί μικρότερον δέκα ποδών, non plus duodecim από
της ορχήστρας, «_όπου ήσαν οι θυμελικοί». (Το ύψος τούτο ήτο
αναγκαίον, όπως βλέπωσι τους υποκριτάς οι επί των ανωτέρων
κερκίδων καθήμενοι θεαταί). Αλλ' ο Dörpfeld εξερευνήσας τα
σωζόμενα ερείπια, φρονεί ότι η μαρτυρία του Βιτρουβίου
αναφέρεται εις τα μεταγενέστερα Ελληνικά θέατρα, ενώ κατά τους
ενδόξους χρόνους οι υποκριταί, εξερχόμενοι της σκηνής,
εδίδασκον εν τη ορχήστρα, όπου δηλαδή ίστατο και ο χορός, επί
δε της σκηνής παρίστατο μόνον η σκηνογραφία. Αλλά την τολμηράν
ταύτην θεωρίαν προσκρούουσαν και εις πολλά χωρία προ πάντων του
Αριστοφάνους, απορρίπτουσι πολλοί, εν οίς και _A. E. Haigh_,
The attic Theater, Oxford, 1907].