IE'

ΞΕΝΟΦΩΝ

ΓΡΥΛΛΟΥ, ΕΡΧΙΕΥΣ (434-354)

Μεταξύ των πλησιεστέρων εταίρων του Σωκράτους ήσαν και δύο

ιππείς, όχι πολύ διαφόρου ηλικίας· και οι δύο είχον

αριστοκρατικάς και αντιθέτους του δήμου παραδόσεις, αι οποίαι

παρεκώλυον πάσαν πολιτικήν των φιλοδοξίαν, αλλ' ουδέτερος αυτών

ηγάπα να είναι μόνον λογογράφος. Και ο μεν Πλάτων έμεινεν εν

Αθήναις, σπουδάζων μουσικήν, μαθηματικά, ρητορικήν και

φιλοσοφίαν, γράφων και καίων διθυράμβους και σχεδιάζων

ευριπιδείους τραγωδίας. Ο δε ΞΕΝΟΦΩΝ έφυγε διά να ζητήση τύχην

έξω της Ελλάδος.

Ελέγετο ότι ο Σωκράτης, απαντήσας πρώτην Φοράν παιδίον τον

Ξενοφώντα, τον εσταμάτησε διά της ράβδου του και τον ηρώτησεν

αποτόμως πού εγίνοντο διάφορα πράγματα. Ο μικρός ήξευρε και

απεκρίθη προσηνώς· αλλ' ο Σωκράτης επροχώρησε· Και «_πού καλοί,

καγαθοί γίνονται άνθρωποι;_» (283) Το παιδίον εστάθη ενεόν.

«Λοιπόν ακολούθει με», του είπεν ο φιλόσοφος. Ο λόγος είναι ben

trovato. Ο Ξενοφών ουδέποτε ήτο φιλόσοφος, αλλ' ήτο τύπος

_καλού καγαθού_· δηλαδή νους τετράγωνος, ευσεβής· κυνηγός και

στρατιώτης· καλός οικογενειάρχης ουδέποτ' έχων θεωρητικάς

τάσεις ουδέ διάθεσιν να επικρίνη την κοινήν περί θεών ή νόμων

δόξαν, αλλ' έτοιμος να κηρύσση και να φιλοσοφή ησύχως περί

πάντων των ολιγώτερον επικινδύνων ζητημάτων.

Λέγεται ότι υπήρξε λίαν εύμορφος, ήτο δε και ριψοκίνδυνος.

Βοιωτός φίλος του, ο Πρόξενος, είχε μισθωθή υπό του σατράπου

Κύρου, αδελφού του μεγάλου βασιλέως, όπως οδηγήση Έλληνας

μισθοφόρους εις τα ενδότερα της Κιλικίας. Ο σκοπός της

εκστρατείας δεν είχε διακοινωθή, αλλ' ο μισθός ήτο καλός και

υπήρχε πιθανότης πολλών περιπετειών. Ο Πρόξενος προέτεινε να

συμπαραλάβη τον Ξενοφώντα. Εκείνος απέστεργε ν' αναλάβη

υπηρεσίαν υπό τον Κύρον, τον μόλις προ ολίγου εχθρόν της

πατρίδος του, έλαβεν όμως συστατικά προς αυτόν και ηκολούΘησεν

ως ανεξάρτητος ιππεύς. Το τέλος της ιστορίας εκείνης είναι

πασίγνωστον. Τα στρατεύματα ανέβαινον αδιακόπως, απορούντα και

φοβούμενα διά τον αληθινόν της πορείας των σκοπόν. Τέλος δεν

ηδύνατο ν' αποκρυφθή ότι «_ο στόλος ην επί βασιλέα_». Τότε

τινές έφυγον, αλλ' οι πλείστοι αισθανόμενοι ότι ήσαν υπόχρεοι,

εβάδισαν προς τα εμπρός. Ενίκησαν τον βασιλέα παρά τα Κούναξα·

αλλ' ο Κύρος εφονεύθη. Οι Έλληνες Βαθμηδόν απεμονώθησαν και

περιεκυκλώθησαν. Οι πέντε στρατηγοί των, εν οίς ο ευγενής του

Ξενοφώντος φίλος, ο Πρόξενος, ο Σπαρτιάτης Κλέαρχος, ο Θεσσαλός

Μένων, κληθέντες υπό του Τισσαφέρνους εις σύσκεψιν,

συνελήφθησαν και αναχθέντες εις τον βασιλέα, απεκεφαλίσθησαν.

Οι στρατιώται έμειναν άνευ αρχηγών εν τω μέσω χώρας εχθρικής,

πλέον ή χίλια μίλια μακράν ελληνικής γης. Τότε τους έσωσεν ο

Ξενοφών^ την ακόλουθον νύκτα του φόνου των στρατηγών εκάλεσε

τους υπολειπομένους αρχηγούς, καθήρεσε τον μόνον δειλόν

αξιωματικόν, ο οποίος συνεβούλευσεν υποταγήν, άνθρωπον κατά το

ήμισυ Λυδόν, φορούντα ενώτια· προέτεινε την εκλογήν νέων

στρατηγών, εν οίς ήτο και αυτός, διηύθυνε την κάθοδον, τας

μάχας και την πορείαν προς τα ανεξερεύνητα όρη του Βορρά.

Ολίγαι ημέραι ή νύκτες επέρασαν άνευ κινδύνων μέχρι της

αξιομνημονεύτου 27 του Ιανουαρίου του 400 π. Χ., ότε κατά

πρώτον είδον την θάλασσαν πλησίον της Σινώπης {ο μεταφραστής

διορθώνει εδώ την Σινώπη σε Τραπεζούντα}. Αλλ' ο νους του

Ξενοφώντος δεν ησύχασε μέχρις ού παρέδωκε τον στρατόν του εις

τον Σπαρτιάτην αρμοστήν Θίβρωνα κατά Μάρτιον του 399 π. Χ.

Τούτο ήτο λαμπρόν ανδραγάθημα. Βεβαίως αι δυσκολίαι δεν ήσαν

τόσον μεγάλαι όσον εφαίνοντο· η πορεία εκείνη ήτο η πρώτη προς

την Ευρώπην ένδειξις της εσωτερικής ασθενείας των ασιατικών

κρατών, ήτις απεδείχθη γυμνή υπό του Αλεξάνδρου, του Πομπηίου,

του Λουκούλλου και των διαφόρων κατακτητών της Ινδικής. Αλλά το

αισιοδόξον θάρρος του Ξενοφώντος, το σχετικώς ανώτερόν του

πνεύμα και η παιδεία του, η διαφανής τιμιότης του, η θεοσέβειά

του, συνδυαζόμεναι προς πολλήν ικανότητα εις διοίκησιν ανδρών

και αληθινήν στρατιωτικήν ευφυίαν προς απόκρουσιν απροόπτων

κινδύνων, τον ανέδειξαν ικανόν προς εκτέλεσιν κατορθώματος,

όπου πολλοί εμπειρότεροί του στρατηγοί ίσως ήθελον αποτύχει.

Αλλά δεν ήτο τέλειος condottiere. Διότι οι μύριοί του, όσον και

αν υπερηφανεύετο κατόπιν ο Ξενοφών διά τα ανδραγαθήματά των, θα

περιελάμβανον και πολλούς εκ των χειροτέρων της Ελλάδος

τυχοδιωκτών· ο δε Ξενοφών, καθώς ο Πρόξενος, τους μετεχειρίζετο

ως ευγενείς ανθρώπους. Μόνον ο γέρων Κλέαρχος, ο έχων την

μάστιγα εις τας χείρας και την ύβριν εις τα χείλη, ο διαρκώς

συνωφρυωμένος, πλην οσάκις εγίνοντο συμπλοκαί, ήτο ο άνθρωπος ο

δυνάμενος να τους δαμάζη.

Διά τον Ξενοφώντα η ανάβασις υπήρξε δόξα, αλλά και faux pas.

Eκέρδισε δηλαδή ρωμαντικήν φήμην, αλλ' έχασε το επάγγελμά του.

Ενεθυμείτο ότι ο Σωκράτης ουδέποτε επεδοκίμασε την εκστρατείαν·

ότι ο Δελφικός θεός δεν είχεν ερωτηθή καταλλήλως· και

παρηγορείτο σκεπτόμενος ότι ο οικογενειακός μάντις του προείπεν

ότι αν ήτο τολμηρότερος, θα ήτο ευτυχέστερος. Η εκστρατεία του

αφήκε το συναίσθημα, το οποίον σχεδόν ομολογεί, ότι ήτο αρχικός

ανήρ, δηλαδή γεννημένος διά να άρχη. Έγραψε μακρόν μυθιστόρημα,

την _Κύρου παιδείαν_, περί του αρχικού ανδρός, όπου ελαφρόν

υπόστρωμα της ιστορίας του μεγάλου Κύρου καλύπτεται διά

χαρακτηριστικών του νεωτέρου Κύρου και ιδανικών αυτού του

Ξενοφώντος. Αλλά τούτο συνέγραψε κατόπιν. Τότε πλέον ή άπαξ

ωνειρεύετο να ιδρύση αποικίαν εν Ασία και να γίνη φιλοσοφικός

και στρατιωτικός αυτής ηγεμών. Ει δε μη, να έχη έν ή δύο

φρούρια παρά τον Ελλήσποντον και να ενεργή ως ανεξάρτητος Έλλην

κατά των βαρβάρων. Αλλά τούτο δεν επεθύμησε κανείς άλλος, ο δε

Ξενοφών δεν ήθελε να καιροσκοπή ή να διαβάλλη. Λοιπόν εδίσταζε.

Δεν ηδύνατο να επιστρέψη εις τας Αθήνας, όπου οι συμπολίται του

τότε κατεγίνοντο να θανατώσωσι τον διδάσκαλόν του και πιθανώς

θα τον υπεδέχοντο διά κατηγορίας προδοσίας. Εκτός τούτου εκεί

δεν υπήρχον περιπέτειαι· περιπετείας πλείστας είχεν η Ασία.

Αλλ' εν τω μεταξύ ο περιπλανώμενος ιππότης της Ελλάδος είχε την

θέσιν οπλαρχηγού οδηγούντος περίπου οκτώ χιλιάδας οπλοφόρων

σχεδόν ανυποτάκτων. Τινές αυτών, όπως ανεκάλυψε,

διεπραγματεύοντο την τιμήν της δολοφονίας του προς τον αρμοστήν

Θίβρωνα, οποίος φυσικά δεν ήθελε να έχη πλησίον του ανεξάρτητον

Αθηναίον κάτοχον τόσου ατάκτου στρατού. Ο φύσει «αρχικός ανήρ»

θα ηδύνατο ίσως να πράξη άλλως. Αλλ' ο Ξενοφών παρέδωκε τον

στρατόν του και ανέλαβεν υπηρεσίαν υπό τους Σπαρτιάτας,

συμμάχους τότε των Αθηνών, εναντίον της Περσίας.

Βεβαίως ήτο βαρεία εργασία να μεταβαίνη από αρμοστού εις

αρμοστήν και να μη καταλαμβάνη καμμίαν ισχυράν θέσιν. Εν

τούτοις ενυμφεύθη καλήν γυναίκα, την Φιλησίαν, είχε καλούς

φίλους εν Χερσονήσω και εδοκίμασε να παραιτηθή. Τέλος κατά τα

396 ήλθεν άλλος στρατηγός, ο βασιλεύς Αγησίλαος, έχων εντολήν

ν' αναλάβη δραστηριώτερον πόλεμον κατά του Αρταξέρξου. Τότε ο

Ξενοφών ετάχθη εις το επιτελείον του και έγινε στενός του

Αγησιλάου φίλος. Αλλ' η τύχη ήτο κακή. Κατά τα 395 αι Αθήναι

συνεμάχησαν μετά του Αρταξέρξου, κατά δε το επόμενον έτος η

πόλις εκήρυξε πόλεμον κατά της Σπάρτης και κατεδίκασε τον

Ξενοφώντα διά «λακωνισμόν», κατηγορίαν ίσην προς τον άλλοτε

«μηδισμόν», συνεπάγουσαν εξορίαν και δήμευσιν της ουσίας. Εάν ο

Ξενοφών προηγουμένως εδίσταζεν, ήδη δεν ηδύνατο να εκλέξη,

εισήλθεν εις την υπηρεσίαν της Σπάρτης, επέστρεψεν εις την

Ελλάδα μετά του Αγησιλάου και ήτο μετ' αυτού, ίσως ουχί

μαχόμενος, κατά τα 394, ότ' εκείνος ενίκησε τους συμμαχήσαντας

Αθηναίους και Θηβαίους εν Κορωνεία.

Ο Ξενοφών ήτο τότε μόλις 41 ετών, αλλ' η στρατιωτική ζωή του

είχε λήξει. Οι Σπαρτιάται του έδωκαν κτήμα εν Σκιλλούντι παρά

την Ήλιδα και ίσως μετεχειρίσθησαν αυτόν ως πράκτορα. Επέρασε

τα κατόπιν 20 έτη ιδιωτεύων καθώς ανεπτυγμένος χωροδεσπότης·

δηλαδή έγραφεν αρκετά, εκυνήγει συχνά και ανέτρεψε τους δύο

λαμπρούς υιούς, του τον Γρύλλον και τον Διόδωρον — τους

Διοσκούρους, ως εκαλούντο — ώστε να ομοιάσωσι προς τον πατέρα

των, ως τύποι του τότε ιπποτισμού. Ο κύριος σκοπός της έπειτα

ζωής του Ξενοφώντος ήτο πιθανώς να επιτύχη την άρσιν της

εξορίας του, ώστε οι υιοί του να μη μείνωσιν απάτριδες. Τέλος

δε κατώρθωσε τούτο· ότε αι Αθήναι ανενέωσαν την προς την

Σπάρτην συμμαχίαν, ο λακωνίζων δεν ήτο πλέον προδότης και οι

δύο υιοί του κατετάχθησαν εις το παλαιόν του τάγμα. Ότε δε ο

Γρύλλος έπεσεν εν Μαντινεία, πλείστοι συνέθεσαν επιγράμματα και

επιταφίους εις τιμήν του· τότε ο Ξενοφών δεν ανήκε πλέον εις

την σπαρτιατικήν υπηρεσίαν. Εξεδιώχθη εκ Σκιλλούντος υπό

ανταρσίας των Ηλείων κατά τα 370 και φυγών επέρασε το υπόλοιπον

της ζωής του εν Κορίνθω, ήτις ήτο ουδετέρα.

Των συγγραφικών προϊόντων της εν Σκιλλούντι διαμονής

σπουδαιότατον βεβαίως και άριστον κατά το ύφος είναι η

_Ανάβασις_. Φαίνεται δε και έν των παλαιοτάτων, καίτοι χωρία

τινά — καθώς το Ε' 3, 9, όπου αναφέρει την εν Σκιλλούντι

διατριβήν του διά παρατατικών — προσετέθησαν κατόπιν.

Αυτοβιογραφίαι ήσαν τότε σχεδόν άγνωστοι· αλλά την δημοσίευσιν

της _Αναβάσεως_ επέβαλλον εις τον Ξενοφώντα αι εν Αθήναις περί

της δράσεώς του διαδόσεις, ιδίως δε η ήδη δημοσιευθείσα υπό του

Σοφαινέτου του Στυμφαλίου εξιστόρησις της εκστρατείας.

Αναγινώσκομεν εν τη _Αναβάσει_ ότι ο Σοφαίνετος ήτο ο

πρεσβύτατος των στρατηγών· ότι κάποτε είχεν σχεδόν αρνηθή να

υπακούση εις την διαταγήν του Ξενοφώντος όπως περάση

επικίνδυνον νάπος· ότι είνε προστιμηθή δέκα μνας διά παράλειψιν

καθήκοντος. Ταύτα λέγει περί αυτού ο Ξενοφών, αναμφιβόλως δε η

περί Ξενοφώντος διήγησις εκείνου έχρηζεν απαντήσεως. Αλλά διατί

ο Ξενοφών εδημοσίευσε το βιβλίον ψευδωνύμως και αναφέρει αυτό

εν τοις _Ελληνικοίς_ ως έργον Θεμιστογένους του Συρακοσίου;

Βεβαίως δεν επειράτο σπουδαίως ν' αποκρυφθή. Το όλον ύφος

αποδεικνύει ότι ο αναφερόμενος τριτοπροσώπως Ξενοφών ο Αθηναίος

είναι ο πραγματικός του βιβλίου συγγραφεύς. Η εξήγησις είναι

αυτονόητος· ότι δηλαδή η ψευδωνυμία ήτο προφύλαξις από δυνατής

συκοφαντίας, υπαγορευομένη υπό της νομικής καταστάσεως του

Ξενοφώντος, ο οποίος ήτο _άτιμος_, δηλαδή εκτός του νόμου· ήτο

λοιπόν απηγορευμένον εις αυτόν το εν τη Αττική «λέγειν και

πράττειν» κατά την νομικήν έννοιαν των λέξεων. Αφού δε δεν

ηδύνατο να έχη κτήματα, ποία τάχα ήτο η θέσις βιβλίου, όπερ

έγραψεν άνθρωπος τοιούτος; Υπέκειτο άρα γε εις καύσιν, καθώς τα

έργα του Πρωταγόρου; Ή ο βιβλιοπώλης υπέκειτο εις καταδίωξιν;

Πιθανώτατα λοιπόν ήτο φρόνιμον χάριν του νομικού τύπου να

εκδοθή το βιβλίον υπό ασφαλέστερον όνομα.

Το ύφος της _Αναβάσεως_ δεν είναι πολύ έντεχνον και η διήγησις

είναι κάποτε άτονος, ενώ τα γεγονότα είναι ζωηρότατα. Και όμως

εν τω συνόλω αισθανόμεθα μετά του Γίββωνος ότι «το τερπνόν

τούτο έργον είναι πρωτότυπον και αυθεντικόν», τούτο δε αποτελεί

ανεκτίμητον χάριν. Πλείσται λεπτομέρειαι είναι ζωνταναί· π.χ.

οι Μοσσύνοικοι επιδεικνύουσι τα σιτευτά των παιδία «τεθραμμένα

καρύοις φθοις» εις τους θαυμάζοντας Έλληνας, οι παρά την

Τραπεζούντα αγώνες δρόμου [Δ' 8,26] γίνονται από λόφου

«καλλίστου τρέχειν όπου αν τις βούληται»· οι Θυνοί καλούσιν

ονομαστί τον Ξενοφώντα να εξέλθη εκ του οικήματος και ν'

αποθάνη γενναίως παρά να μένη εντός και να κατακαή· υπάρχουσι

δ' εκατοντάδες τοιούτων χωρίων. Εννοείται ότι ο Ξενοφών

σφάλλεται κάποτε εις τας αποστάσεις και τας λεπτομερείας και η

ρωμαντική τάσις, την οποίαν ευρίσκομεν εις την _Κύρου

παιδείαν_, έχει ελαφράν αλλ' ορατήν επίδρασιν και εις την

_Ανάβασιν_. Αι δε διακοσμητικαί προσλαλιαί είναι πενιχραί και

όχι πειστικαί. Και όμως εν τω συνόλω είναι δροσερόν και

χαριτωμένον έργον, όπου ο συγγραφεύς επιτυγχάνει τουλάχιστον να

μη παραλύη διεγερτικωτάτην ιστορίαν.

Τα λοιπά του έργα θα διέλθωμεν ακροθιγώς. Ότε ο Σωκράτης

κατηγορήθη και παρεξηγήθη, ότε ο Πλάτων και οι άλλοι Σωκρατικοί

υπερήσπισαν τον διδάσκαλον, ησθάνθη και ο Ξενοφών υποχρέωσιν να

γράψη τα _Απομνημονεύματά_ του. Η αξιόλογος μνήμη του τον

εβοήθησε πολύ, ώστε απεικόνισε τοιούτον Σωκράτη, οποίον θ'

ανεγνώριζεν ως αληθή και μέτριος άνθρωπος σύγχρονός του. Ο

Πλάτων, εξημμένος υπό των ιδίων του θεωριών, αναποφεύκτως

μετέβαλε τον Σωκράτη. Αλλά του Ξενοφώντος αι ιδέαι ήσαν

μικρότεραι και ευπειθέστεραι. Ο Ξενοφών δεν παρεμόρφωνεν εκτός

οσάκις παρενόει. Εις τας κατόπιν εκδόσεις των

_Απομνημονευμάτων_ παρενέβαλε λεπτομερή αντίκρουσιν των κατά

της μνήμης του Σωκράτους κατηγοριών του «κατηγόρου», ως

ονομάζει τον Πολυκράτη, εκεί δε φαίνεται ότι αφήκε την

φαντασίαν του μάλλον ελευθέραν. Αφού δε ο Πλάτων έγραψε την

_Απολογίαν_, ο Ξενοφών ηύρε μερικά κενά· εζήτησε και

εδημοσίευσε μικρόν ιδικόν του σημείωμα, την _Απολογίαν_. Αφού

πάλιν ο Πλάτων έγραψε το _Συμπόσιον_, ο Ξενοφών δεν έμεινεν

εντελώς ευχαριστημένος εκ της φανταστικής εντυπώσεως του

αριστουργήματος εκείνου· διώρθωσε λοιπόν αυτό, γράψας ιδικόν

του _Συμπόσιον_, επίσης φανταστικόν — διότι ήτο παιδίον ότε

συνέβη το υποτιθέμενον συμπόσιον — αλλά πολύ ακριβέστερον,

έργον διασκεδαστικόν και διά την αρχαιομάθειαν άξιον πολλού

λόγου.

Άλλο παράρτημα των Σωκρατικών συγγραμμάτων του Ξενοφώντος, ο

_Οικονομικός_, όπου ο Σωκράτης δίδει συμβουλάς περί διοικήσεως

οίκου και των καθηκόντων ανδρός και γυναικός, κινεί κάπως

ιδιαιτέρως την συμπάθειαν των νεωτέρων. Η σύζυγος είναι

χαριτωμένη, καθώς αι ηρωίδες του Θακεραίη, αλλά περισσότερον

δεκτική μορφώσεως, και ο μικρός διάλογος, λαμβανόμενος ομού

μετά των αντιστοίχων μερών των _Απομνημονευμάτων_ και της

_Κύρου παιδείας_, αποτελεί το μόνον σχεδόν κατά την περίοδον

ταύτην παράδειγμα της αττικής αντιλήψεως περί του ιδεώδους

τύπου της συνήθους γυναικός και των συνήθων ευτυχών γάμων. Ο

σοφιστής Αντιφών, ο οποίος εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έγραψε

κατά το αυτό πνεύμα, πραγματικώς είναι φιλοσοφικώτερος.

Ο _Ιέρων_ είναι διάλογος περί των τέρψεων του άρχοντος μεταξύ

του τυράννου Ιέρωνος και του ποιητού Σιμωνίδου. Ο δε

_Αγησίλαος_ είν' εγκώμιον του Ξενοφώντος προς τον βασιλικόν του

φίλον, κατεσκευασμένον κυρίως εξ αποσπασμάτων των _Ελληνικών_

και δεικνύον Ισοκρατικήν τινα επιμέλειαν περί το ύφος.

Το μακρότατον του Ξενοφώντος έργον, τα _Ελληνικά_, διαιρείται

εις δύο μέρη διακρινόμενα και κατά τον χρόνον και κατά το ύφος.

Το Α' και Β' βιβλίον είναι προφανώς συνέχεια του Θουκυδίδου

μέχρι τέλους του πελοποννησιακού πολέμου. Τα δε λοιπά βιβλία

περιέχουσι τα χρονικά της Ελλάδος μέχρι της μάχης της

Μαντινείας, καταλήγουσι δε διά της φράσεως «_εμοί μεν δη μέχρι

τούτου γραφέσθω· τα δε μετά ταύτα ίσως άλλω μελήσει_». { So far

I have written ; what came after will perhaps be another's

study } Το πρώτον μέρος, αν και πολύ κατώτερον του Θουκυδίδου

κατά την ακρίβειαν, την αντίληψιν, την ενότητα και το ύφος,

είν' αισθητώς υπέρτερον του υπολοίπου έργου. Τα _Ελληνικά_,

καίτοι πολλάκις λαμπρά και σαφή κατά τας λεπτομερείας, ως

ιστορία είναι ασθενής. Έξω της ιδίας του παρατηρήσεως, ο

Ξενοφών είναι λίαν αδύνατος. Η χρονολογία είναι σφαλερά· η

σειρά των γεγονότων ακατάληπτος· του δε Επαμεινώνδου ουδεμία

υπάρχει εκτίμησις. Όταν δε αναλογισθώμεν ότι η πενιχρά αύτη

ιστορία είν' έργον ανδρός ικανού, πολλήν έχοντος πείραν και

εξαιρετικάς ευκολίας προς συλλογήν πληροφοριών, τότ' εκτιμώμεν

ακριβέστερον την έκτακτον ιδιοφυίαν του Θουκυδίδου.

Έχομεν μίαν πραγματείαν περί της _Λακεδαιμονίων πολιτείας_,

δοκίμιον _Περί προσόδων_ ήτοι των οικονομικών των Αθηνών, τον

_Ιππαρχικόν_, λόγον προς διδασκαλίαν ιππάρχων, τον _περί

Ιππικής_ προς διδασκαλίαν ιδιωτών ιππέων, και τον

_Κυνηγετικόν_. Το έργον τούτο υποπτεύεται ένεκα του ύφους, αλλά

δυνατόν να είναι νεανικόν. Του δε _Περί προσόδων_ η γνησιότης

εξαρτάται κατά μέρος από χρονολογικών ζητημάτων, αλύτων εισέτι·

είναι βιβλίον περίεργον και φαίνεται ότι εγράφη προς

υποστήριξιν της ειρηνικής πολιτικής του Ευβούλου. Τα δε _περί

ιππικής_ δύο εγχειρίδια δεν εμπνέουσιν υψηλήν ιδέαν περί της

στρατιωτικής πειθαρχίας των Ελλήνων και είναι ολιγώτερον

συστηματικά παρά το _Τακτικόν υπόμνημα περί του πώς χρη

πολιορκουμένους αντέχειν_ του συγχρόνου του Αρκάδος ΑΙΝΕΙΟΥ ΤΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΟΥ (284)

Η δε _Κύρου παιδεία_ δεν είναι ιστορικόν μυθιστόρημα· εάν ήτο

τοιούτο, ο Ξενοφών θα ήτο είς των μεγάλων εισηγητών φιλολογικού

είδους· είναι πραγματεία περί του ιδεώδους κυβερνήτου και της

αρίστης κυβερνήσεως εις σχήμα ιστορίας του μεγάλου Κύρου, όπου

η αλήθεια υποτάσσεται εις την διδαχήν. Ο Ξενοφών πιθανώς έλαβε

το είδος τούτο παρά του Προδίκου, προτιμήσας αυτό αντί του

συνήθους Σωκρατικού φανταστικού διαλόγου. Η _Κύρου παιδεία_

εθαυμάσθη μεγάλως κατά τους αρχαίους χρόνους και τον ιη' αιώνα·

το ύφος είν' εντελέστερον παντός άλλου έργου του Ξενοφώντος. Το

Ανατολικόν χρώμα διατηρείται καλώς· τα επεισόδια περιέχουσι

πολλά τραγικά μέρη, τα οποία δεν εμποιούσι πολλήν εντύπωσιν διά

μόνον τον λόγον ότι η νεωτέρα καλαισθησία θέλει περισσοτέραν

επεξεργασίαν ή όσην έστεργεν ο Ξενονοφών. Το δε πολιτικόν

ιδανικόν, το οποίον αποτελεί τον κύριον του βιβλίου σκοπόν,

διαγράφει νόστιμα ο Croiset ως «Βερσαλλίας του ιδ' Λουδοβίκου,

διωρθωμένας υπό του Φενελώνος». Εάν πιστεύσωμεν την μαρτυρίαν

του Λατίνου γραμματικού Αύλου Γελλίου, η _Κύρου Παιδεία_ ήτο

προωρισμένη ως αντίρροπον της _Πολιτείας_ του Πλάτωνος!

Ο Ξενοφών ήτο ερασιτέχνης των γραμμάτων, όπως και του πολέμου

και της φιλοσοφίας και της πολιτικής και των κυνηγίων. Ήτο

δεκτικός πάσης επιδράσεως, η οποία δεν αντέκειτο προς την

ηθικήν του. Το ύφος του είναι απλούν, αλλ' όχι πάντοτε· κάποτε

κλίνει προς την καλλιέπειαν· το δ' εγκώμιον του Αγησιλάου δεν

περιέχει χασμωδίας και μαρτυρεί την επίδρασιν του Ισοκράτους·

αι δημηγορίαι των ιστοριών του και η όλη σύλληψις των

_Ελληνικών_ μηνύουσι την επίδρασιν του Θουκυδίδου. Αλλά το

παράδειγμα του Πλάτωνος άγει τον Ξενοφώντα εις σύστημα μιμήσεως

και διορθώσεως σχεδόν ανόητον. Και η γλώσσα του είν' επίσης

δεκτική διαφόρων στοιχείων. Δεικνύει την διαλογικήν και

δημοκρατικήν εκείνην έλλειψιν πάσης αποκλειστικότητος, η οποία

ετάρασσε τον γράψαντα την _Αθηναίων πολιτείαν_ Ολιγαρχικόν·

περιέχει παλαιάς αγροτικάς λέξεις, ποιητικάς λέξεις, λέξεις της

lingua franca των εν Ασία μισθοφόρων, και πιθανώς εμφαίνει και

την μακράν εν ξέναις χώραις διαμονήν, αλλά διορισμούς δεν έχει.

Εάν δε παρά πάντα ταύτα ο Ξενοφών κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους

εθεωρήθη ως υπόδειγμα «αττικισμού», τούτο παρείχεν η αρχαϊκή

του απλότης και ευκολία εις το γράφειν, inaffectata jucunditas

αυτού. Είναι αττικός κατά τούτο, ότι ουδέν έχει παρένθυρσον {

he has no bombast }, ουδέποτ' επιδιώκει να «κάμη εντύπωσιν»,

δύναται δε να ομιλή περί πολλών ζητημάτων, κινών το διαφέρον

χωρίς να υψώνη στομφωδώς τον τόνον της φωνής του. (285)

ΙΣΤ'

ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πλείστοι ερασταί των ελληνικών γραμμάτων, όσον και αν εκτιμώσι

την πρόδηλον αξίαν των Ελλήνων ποιητών και ιστοριογράφων,

δυσκολεύονται να θαυμάσωσιν ή και ν' αναγνώσωσι τον Λυσίαν, τον

Ισοκράτη και τον Ισαίον. Η τοιαύτη απαρέσκεια είναι κατά μέρος

μεν εύλογος, διότι οι Έλληνες ρήτορες δεν απεκάλυψαν εις τον

κόσμον τόσα, όσα οι Έλληνες ποιηταί. Εξ άλλου δ' όμως είν'

αποτέλεσμα παρεξηγήσεως. Ημείς περιμένομεν να εύρωμεν ό,τι

καλούμεν «ευγλωττίαν», ν' «απαγγείλωμεν», τους αρχαίους όπως

τους νεωτέρους, τον Βούρκε (286) τον Γράτταν (287) και τον

Βοσσουέτον, και κατόπιν ευρίσκομεν ότι, εκτός ολίγων

εξαιρέσεων, τούτο δεν είναι δυνατόν. Και ο μεν Δημοσθένης είναι

πράγματι δεινός, εάν δε μη ενθουσιάζη τους κοινούς νεωτέρους

αναγνώστας, αιτία είναι μόνον ότι ο νεώτερος αγαπά περισσοτέραν

λάμψιν και διάχυσιν και δεν δύναται ως ο αρχαίος ν' αρπάση

αμέσως τα κύρια του λόγου σημεία. Αλλά τους παλαιοτέρους

αττικούς ρήτορας βέβαιον είναι ότι οι πλείστοι κλείουσιν όλως

ψυχροί, απορούντες διά ποίαν τέχνην ή χάριν εσώθησαν επί δύο

χιλιετηρίδας ο _Κατά των σιτοπωλών_ λόγος του Λυσίου ή ο _Περί

του Κλεωνύμου κλήρου_ του Ισαίου.

Η αλήθεια είναι ότι αποβλέπομεν προς τους συγγραφείς εκείνους

ως «ρήτορας», πειθόμενοι εις την παράδοσιν. Η παράδοσις

προέρχεται αφ' ενός μεν από των Ρωμαίων, οι οποίοι εστήριξαν

όλην την αγωγήν εις την ρητορικήν, αφ' ετέρου ο εκ της προς το

ύφος λατρείας των μεταγενεστέρων ελληνικών σχολών. Τύπος

σχολικού κριτικού είναι Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, διδάσκαλος

της ρητορικής κατά τους χρόνους του Αυγούστου, έχων αρκετήν

ευφυίαν και πολύν ενθουσιασμόν, αλλά μη προσέχων εις τίποτε

άλλο παρά την τεχνικήν ρητορικήν. Ο Διονύσιος κρίνει πάντας,

Θουκυδίδην τον ιστορικόν, Πλάτωνα τον φιλόσοφον, Ισοκράτη τον

δημοσιολόγον, Ισαίον τον νομικόν, Λυσίαν τον δικηγόρον, πάντας

από της αυτής απόψεως — απόψεως ανθρώπου, όστις κατέτριψεν όλην

του την ζωήν εις την απουδήν και την διδασκαλίαν του ύφους, και

έγραψεν είκοσι βιβλία ιστοριών αποβλέπων μόνον εις το ύφος. Εις

την αντίληψιν του ύφους είναι πράγματι έξοχος. Βλέπει όσα δεν

διακρίνομεν ημείς και αισθάνεται περισσότερον ημών. Ομιλεί με

αληθινόν μίσος κατά του Ασιατικού ή ανθηρού ύφους, όπερ εξέβαλε

το γνήσιον και απέριττον Αττικόν. Τοιουτοτρόπως η παράδοσις

παρημέλησε τους ιστοριογράφους, τους κωμικούς, τους φιλοσόφους,

τους επιστήμονας και εκολλήθη εις τους ανθρώπους τους γράψαντας

λόγους, τούτους δε, οιοσδήποτε και αν ήτο ο σκοπός των ή το

περιεχόμενον του έργου των, κρίνει πάντας ως ρήτορας τεχνικούς.

Δι' ημάς η σπουδαιότης των ρητόρων είναι τριττή· πρώτον

δεικνύουσι τον βαθμιαίον σχηματισμόν κανονικής και σταθεράς

πεζογραφίας. Οι πρώτοι τεχνίται του πεζού λόγου είχον

υπερβολικά κοσμήματα· ο Γοργίας ήτο παραπολύ ποιητικός, ο

Αντιφών βαρύς, ο Θουκυδίδης δύσκολος. ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ο Χαλκηδόνιος

απέφυγε πιθανώς την σειράν ταύτην των σφαλμάτων. Το ύφος του

ήτο «μέσον» μεταξύ του πομπικού ύφους του Γοργίου και της

οικειότητος του καθ' ημέραν λόγου. Αι κoμψαί και έρρυθμοι αυτού

περίοδοι ήρεσκον εις τον Αριστοτέλη. Αλλ' ήτο δικηγόρος, όχι

λογoγράφος. Το δε κατόπιν βήμα έκαμεν ο ΛΥΣΙΑΣ. O Λυσίας είχε

μεγίστην πελατείαν ως συγγραφεύς λόγων επί της παλινορθωθείσης

δημοκρατίας και χωρίς πολλής ρητορικής ή βαθείας γνώσεως των

νόμων εφημίζετο ότι σχεδόν πάντοτε εκέρδιζε τας δίκας του. Το

ύφος του είναι ύφος κοινού εξύπνου ανθρώπου, ο οποίος λέγει την

υπόθεσίν του και αναπτύσσει τα επιχειρήματά του τόσον τιμίως,

ώστε οι λόγοι του αντιδίκου να φαίνωνται τεχνητοί και απατηλοί.

Εντός των ορίων τούτων ο Λυσίας έχει και τέλειον ύφος· αλλ'

είναι και άνθρωπος ολίγης φαντασίας και γνωρίζων ότι

αποτείνεται προς δικαστάς, δεν επιτηδεύει κανονικόν

λογοτεχνικόν ύφος. Ο ΙΣΑΙΟΣ, βαθύς νομικός και δυνατός εις τα

επιχειρήματα, έτι περισσότερον απέχει τοιούτου σκοπού. Ο

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ηυστόχησεν. Το ύφος της σχολής του — όπου

ανεπτύσσοντο νέοι δυνατοί εις τα γράμματα, την φιλοσοφίαν, την

ιστορίαν και δυνάμενοι να πραγματευθώσι μεγάλα ζητήματα υπό

φιλελεύθερον, πανελλήνιον πνεύμα, — κατά μίαν μεν έποψιν

αποτελεί την τελειοποίησιν της αρχαίας πεζογραφίας, κατ' άλλην

δε την καταστροφήν εκείνου, όπερ ήτο χαρακτηριστικώτατα αττικόν

ή ελληνικόν. Δηλαδή το ύφος του Ισοκράτους είναι λιτόν, ορθόν,

εύφωνον, απρόσωπον, αλλ' είναι και το πρώτον ελληνικόν ύφος το

δυνάμενον να θεωρηθή άσχημον. Διήρκεσεν από της ημέρας εκείνης

μέχρι τούδε, και είναι η βάσις της λατινικής πεζογραφίας και

των νεωτέρων. Εθυσίασε τα θέλγητρα της ελληνικής εκφράσεως, την

ατομικότητα, την στενήν σχέσιν μεταξύ σκέψεως και γλώσσης, την

φυσικότητα του πνεύματος, το οποίον βλέπει τα πράγματα γυμνά

και εκφράζει πάντα στοχασμόν διά των κοινοτάτων όρων. Η ροπή

του Ισοκράτους ήτο μεγίστη εις όλην την ιδίως λογοτεχνίαν· αλλ'

η επιστημονική εργασία και η ζώσα ρητορική εβάδισαν τον δρόμον

των, ολίγα διδαχθείσαι παρ' αυτού.

Δεύτερον, οι ρήτορες έχουσι μεγάλην ιστορικήν αξίαν. Πάντες

ήσαν Αθηναίοι και πάντες ήκμαζον μεταξύ του 420 και 320 π. Χ.

Αι άλλαι περίοδοι και αι άλλαι πόλεις είτ' εστερούντο της

παιδείας και της ελευθερίας της αναγκαίας προς άνθησιν

πολιτικής ρητορείας, είτε, καθώς συνέβη περί των Συρακουσών,

παρημελήθησαν υπό της παραδόσεως. Οι αττικοί ρήτορες είναι η

κυρία δι' ημάς πηγή του αττικού νόμου και μας εισάγουσιν εις τα

δικαστήρια μεγάλης πόλεως, εις τους νομικούς, τους δικαστάς,

τους απατεώνας και τους συκοφάντας, τους ζητούντας να κερδίσωσι

πολιτικά κεφάλαια διά της καταμηνύσεως εντίμων πολιτών. Τα

αθηναϊκά πινάκια ήσαν ολιγώτερον αηδή ή πολλά μεταγενέστερα

ένεκα της ηπιότητος του νόμου και της σχετικής ελλείψεως

μεγάλων κακουργημάτων. Το λυπηρότατον φαινόμενον είναι η

βάσανος των δούλων μαρτύρων αλλά και επί τούτων η υπερβολική

σκληρότης ήτο απηγορευμένη, και πάσα βλάβη δούλου, πρόσκαιρος ή

μόνιμος, ετιμωρείτο διά χρηματικής ζημίας. Αλλ' η αθηναϊκή

βάσανος θα εφαίνετο πιθανώς παιγνίδιον εις τους μαστιγωτάς της

Ρώμης και της νεωτέρας Ευρώπης. Ευτυχώς δε και οι κύριοι των

δούλων φαίνεται ότι συχνότερον ηρνούντο να επιτρέψωσι τοιαύτην

εξέτασιν, έστω και προς ζημίαν της υποθέσεώς των. Πάντα τα

επιχειρήματα σχετίζονται προς την αξίαν ή απαξίαν τοιαύτης

μαρτυρίας και προς τους λόγους, διά τους οποίους ο κύριος

επέτρεψεν αυτήν ή όχι. Ίσως δε το παραδοξότατον είναι ότι

διάδικός τις ζητεί την βάσανον μιας δούλης, όπως υποδείξη ότι ο

μη δεχόμενος αντίδικος έχει έρωτα προς αυτήν.

Αλλ' οι ρήτορες έχουσι και άλλην, σπουδαιοτέραν ταύτης

σημασίαν. Αι πραγματικαί λέξεις του Δημοσθένους και αυτού του

Ισοκράτους περί δεινής τινος περιστάσεως είναι πηγαί

γνησιώτεραι πάσης λογοτεχνικής ιστοριογραφίας. Διότι δεικνύουσι

ψηλαφητάς τας τότε μεθόδους, τας ιδέας, τας πολιτικάς και

ηθικάς αρχάς της δ' εκατονταετηρίδος ή μάλλον θα δείξωσιν

αυτάς, όταν μελετηθώσι κάλλιον και κατανοηθώσι. Οι ρήτορες

ρίπτουσι φως εις την θρησκείαν, ως ο Λυσίας εν τω _Υπέρ τον

σηκού_ λόγω, όπου ο κατηγορούμενος απολογείται διά την εκ του

αγρού του εκρίζωσιν ιεράς ελαίας, και ο Υπερείδης εν τω _Υπέρ

Ευξενίππου_· όρος τι εν Ωρωπώ ελέγετο ανήκον εις τον Αμφιάραον,

ο δ' Ευξένιππος προσετάχθη υπό του δήμου να εγκατακλιθή εις το

ιερόν και να είπη το όνειρόν του· το όνειρόν του ήτο προς

όφελος του θεού, ο δε Πολύευκτος έκαμε πρότασιν συμφώνως προς

αυτό· αλλ' η εκκλησία του δήμου, παραβλέψασα το όνειρον,

απεφάσισεν ότι η πρότασις ήτο παράνομος και εζημίωσε τον

Πολύευκτον 25 δραχμάς. Εκείνος ουχί αδίκως οργισθείς, εστράφη

κατά του Ευξενίππου και εισήγγειλεν αυτόν «_λέγειν μη τα άριστα

τω δήμω τω Αθηναίων_».

Πολύ φως ρίπτεται και εις την πολιτικήν, ιδίως υπό του Λυσίου

εις την πολιτικήν των φατριών μετά την μεταβολήν του 404. Ίνα

λάβωμεν έν παράδειγμα, ο σύντομος _Κατά των σιτοπωλών_ λόγος

του διαφωτίζει ζωηρότατα την τότε οικονομικήν κατάστασιν και

την πονηρίαν των εμπόρων εκείνων, [οίτινες ήσαν μέτοικοι]. Ο

δημοκρατικός ηγέτης Άνυτος ήτο σιτοφύλαξ κατά το έτος 388. Διά

να κράτηση δε χαμηλήν την τιμήν του σίτου, συνεβούλευσε τους

σιτοπώλας, «_μη αλλήλοις αντωνείσθαι_», να μη διαγωνίζωνται

προς αλλήλους αγοράζοντες. Εκείνοι ενωθέντες, ηγόρασαν το όλον.

Αλλ' επειδή ο νόμος απηγόρευε ρητώς [μη «πλείω σίτον

συμπρίασθαι πεντήκοντα φορμών», κατεμηνύθησαν εις την βουλήν,

ήτις παρέπεμψε την υπόθεσιν εις την ηλιαίαν.] Οι σιτοπώλαι ήσαν

πανίσχυροι· και βλέπομεν τον Λυσίαν τον μέγαν δημοκρατικόν

ρήτορα αγωνιζόμενον να θυσιάση αυτούς και να προασπίση τον

Άνυτον.

Εν τέλει, θα ήτο παράλογον ν' αρνηθώμεν ότι η ελληνική ρητορική

δεν έχει μόνιμον κάλλος. Οι _Φιλιππικοί_, _οι Ολυνθιακοί_, ο

_Περί του στεφάνου_ έχουσι τον αέρα εκείνον του αιωνίου

μεγαλείου, τον οποίον αποπνέουσι μόνον τα ύψιστα της φαντασίας

έργα· Ο Υπερείδης, ο Αισχίνης, ο Ανδοκίδης έχουσιν ύφος

διάφορον, αλλά πάντες καταλείπουσι δυνατήν εντύπωσιν. Και

συνήθης δε λόγος του Λυσίου πρέπει να τύχη της προσοχής του

κόσμου, ως υπόδειγμα του ύφους, της λέξεως εκείνης, ήν ο

Διονύσιος ονομάζει «_λιτήν και αφελή_», δηλαδή έχουσαν πάσαν

φράσιν σαφή, χωρίς πλατειασμόν, χωρίς υπερβολήν, χωρίς άλλον

διάκοσμον εκτός της φυσικής χάριτος και της οξύτητος της

γνησίως αττικής. Βεβαίως δεν είν' έργον τέχνης κατά την αυτήν

έννοιαν όπως ποίημα του Σοφοκλέους. Η λογογραφία δ' όμως ήτο

τέχνη κατά τούτο, ότι είχε κανόνας και σκοπόν, αλλ' ο σκοπός

ήτο να πείση τους δικαστάς, όχι να δειχθή ωραία· ας μη

πλανώμεθα εκ του Κικέρωνος και των μεταγενεστέρων περί

ρητορικής τεχνοκριτών αυτοί λαλούσι τεχνικώς. Επαινούντες την

φιλοπονίαν των μεγάλων, λέγουσιν ότι ο Ισοκράτης ειργάζετο δέκα

έτη διά να συνθέση τον _Πανηγυρικόν_ τούτο είνε μεν διδακτικόν,

αλλά και αδύνατον ν' αληθεύη, διότι ο _Πανηγυρικός_ αναφέρεται

εις ωρισμένην πολιτικήν κατάστασιν, η οποία δεν διήρκεσε δέκα

έτη.

Ο τόνος των ρητόρων τούτων διαφέρει εντελώς του τόνου των

λοιπών, είτε των μεταγενεστέρων, ως του Διονυσίου, είτε των

παλαιοτέρων, ως του Αλκιδάμαντος και του Γοργίου. Πλην του

Ισοκράτους, όστις επανειλημμένως ομολογεί ότι είνε διδάσκαλος

της ρητορικής και όχι ρήτωρ, ευρίσκομεν την αυτήν περί

ρητορικής αρχήν κρατούσαν και τότε, όπως σήμερον, ότι δηλαδή

αληθινός λόγος εθεωρείτο ο απαγγελλόμενος και ότι η

προπαρεσκευασμένη ή επαγγελματική ρητορική κατεγελάτο· εάν ο

Αισχίνης επανελάμβανεν ανόητον του Δημοσθένους φράσιν, έπραττεν

όπως θα έπραττε και σημερινός πρακτικός πολιτικός. Εις τους

νεωτέρους αναγνώστας φαίνονται τεχνητοί κυρίως οι εις την

ευφωνίαν αναφερόμενοι κανόνες της αρχαίας πεζογραφίας. Η αρχαία

λογοτεχνία εγράφετο διά ν' αναγνωσθή μεγαλοφώνως και η

μεγαλόφωνος αυτή ανάγνωσις παρέχει την κλείδα των κανόνων του

ρυθμού και της χασμωδίας, ερμηνεύει δε και πολλά του συστήματος

της στίξεως, π. χ την στιγμήν, την σημαίνουσαν εγκαίρως ότι

πλησιάζει το τέλος της φράσεως. Σήμερον ημείς ολίγον

αισθανόμεθα τον ρυθμόν και ολιγώτερον την χασμωδίαν, ήτοι την

άμεσον σύμπτωσιν δύο φωνηέντων, ενώ εξ άλλου κάλλιστα

αισθανόμεθα την ομοιοκαταληξίαν. Απεναντίας δε οι Έλληνες δεν

απέβλεπον μεν εις την ομοιοκαταληξίαν, αλλ' ησθάνοντο βαθυτάτα

τον ρυθμόν και απεστρέφοντο την χασμωδίαν. Η χασμωδία

απηγορεύετο απολύτως εν τη στιχουργία. Εν δε τη προσεκτική

πεζογραφία απεφεύγετο κατά διαφόρους βαθμούς υπό των πλείστων

συγγραφέων μετά τα 380 περίπου π. Χ. Την συνήθειαν ταύτην

θεωρείται ότι εισήγαγεν ο Ισοκράτης, ηκολούθησαν δε πάντες οι

ιστορικοί και οι φιλόσοφοι και οι λογοτέχναι, και αυτός ο

Πλάτων και ο Ξενοφών κατά τους πρεσβυτικούς των χρόνους (288).

Οι ρήτορες οι δημοσιεύοντες τα έργα των ησθάνθησαν υποχρέωσιν

να φυλάξωσι την επικρατήσασαν συνήθειαν. Βεβαίως κατά τας

πραγματικάς συζητήσεις της εκκλησίας τοιαύται λεπτολογίαι

δυσκόλως ήσαν κατορθωταί ή αισθηταί, αλλά δημοσιευόμενος λόγος

έπρεπε να είχε το τεχνικόν του κτένισμα. Αλλά γραπτός λόγος ήτο

κάτι εξαιρετικόν. Οι συνήθεις ρήτορες, ο Καλλίστρατος, ο

Θρασύβουλος, ο Λεωδάμας ηρκούντο απλώς εις το λέγειν. Και αυτός

ο Δημοσθένης θα είπε δεκαπλάσια των όσα έχει γράψει.

Οι σωζόμενοι λόγοι είναι τριών ειδών. Πρώτον είναι οι λόγοι,

τους οποίους έσωσαν οι αγοράσαντες αυτούς πελάται· τοιούτοι

είναι οι επτά _Υπέρ Απολλοδώρου_ λόγοι της Δημοσθενείου

συλλογής, ο _Υπέρ Λυκόφρονος_ και ο _Κατ' Αθηνογένους_ λόγος

του Υπερείδου και πλείστοι των κληρονομικών του Ισαίου. Ομοία

είναι και η του Λυσίου _Κατηγορία προς τους συνουσιαστάς

κακολογιών_, όπου ανώνυμός τις καταγγέλλει τον σύλλογον των

φίλων — αποσύρεται της λέσχης του, όπως θα ελέγομεν ημείς — διά

τον λόγον ότι τον εκακολογούσαν «_και τους δοκούντας είναι

φίλους αδικούντας_» εύρισκε. Αναμφιβόλως θα υπήρχον και άλλαι

εκδόσεις της υποθέσεως και ο λόγος της αντιγραφής και

κυκλοφορίας του λόγου είναι φανερός [αλλ' η γνησιότης

αμφισβητείται]. Και άλλο απόσπασμα του Λυσίου έχει την αυτήν

περίπου αρχήν. Το β' μέρος του _υπέρ Πολυστράτου λόγου_ (από

της 11 § κεξ.) δεν είναι υπεράσπισις του Πολυστράτου, αλλ'

ηθική ικανοποίησις αυτού του λέγοντος, του υιού του εναγομένου.

Κατόπιν έχομεν τα δημοσιεύματα αυτών των ρητόρων, ενίοτε μεν

απλά γραπτά φυλλάδια, άλλοτε δε πραγματικούς λόγους,

εκδιδομένους εις μόνιμον σχήμα, όπως αναγνωσθώσιν υπό

περισσοτέρων. Ο _Περί των μυστηρίων_ του Ανδοκίδου είναι

υπεράσπισις του βίου του ρήτορος, άνευ της οποίας δεν θα

ηδύνατο ίσως να ζήση εν Αθήναις. Τοιούτοι ήσαν και οι αντίπαλοι

_Περί του στεφάνου_ λόγοι. Ο Αισχίνης έχασε την δίκην και την

υπόληψίν του· προς υπεράσπισίν του λοιπόν εδημοσίευσεν

επιθεωρημένην και βελτιωμένην έκδοσιν του λόγου του, απαντών

εις σημεία, τα οποία παρέδραμε κατά την πραγματικήν δίκην.

Τούτο παρεκίνησε τον Δημοσθένην, όστις τότε δεν θα έγραφε

πλέον, να επιθεωρήση και δημοσιεύση την απάντησίν του. Αλλά

πλείστοι των πολιτικών λόγων, καθώς οι _Ολυνθιακοί_ και οι

_Φιλιππικοί_, φαίνονται ότι εδημοσιεύθησαν προς υπεράσπισιν

ωρισμένης πολιτικής· είναι δε αξιοσημείωτον ότι εις την

δημοσίευσιν κατέφευγον ιδίως οι αντιπολιτευόμενοι, δεν

κατέβαινον δε εις αυτήν οι κατέχοντες την εξουσίαν.

Υπάρχουσι περιπτώσεις τινές, όπου σκοπός της δημοσιεύσεως ήτο

καθαρώς λογοτεχνικός ή εκπαιδευτικός. Τα λεγόμενα λείψανα του

Γοργίου, οι δύο λόγοι του Αλκιδάμαντος και δύο του Ισοκράτους

είναι «καθαρά λογοτεχνία». Αι τετραλογίαι του Αντιφώντος είναι

παιδευτικά γυμνάσματα έχοντα πολιτικόν σκοπόν. Οι μεγάλοι

_επιδεικτικοί λόγοι_ είναι άξιοι καλυτέρας επωνυμίας.

Εκφράζουσι το τότε πανελληνικόν αίσθημα και δεν είναι πρακτικοί

μόνον διά τον λόγον ότι το διεθνές δίκαιον δεν περιέχει

εκτελεστικήν εξουσίαν. Ο Γοργίας διά του _Ολυμπιακού_ του 408

προέτρεπεν εις ωρισμένην πανελληνικήν πολιτικήν εναντίον της

Περσίας. Ο Λυσίας κατά τα 388 ανέμειξε τας Αθήνας εις γενναίαν

μεν αλλ' αγρίαν προσβολήν κατά του Διονυσίου των Συρακουσών.

Μετά δύο δε ολυμπιάδας ο Ισοκράτης έδωκεν εις το Πανελλήνιον το

αριστούργημα της πολιτικής κριτικής, τον _Πανηγυρικόν_. Οι δ'

επιτάφιοι οι λεγόμενοι κατ' έτος εις τους εν τω πολέμω πεσόντας

ήσαν θρησκευτικοί λόγοι κάπως τυπικοί και σπανίως

εδημοσιεύοντο. Το μόνον σωζόμενον γνήσιον παράδειγμα έχει

πρακτικόν σκοπόν, την υπεράσπισίν της κατά τα 323 πολεμικής

πολιτικής του Υπερείδου. Και αναμφιβόλως ο μη σωθείς

_Επιτάφιος_ του Δημοσθένους περιείχεν ομοίαν δικαιολογίαν περί

της Χαιρωνείας.

Η δημοσίευσις λοιπόν λόγου τινός εξηρτάτο κυρίως εκ πρακτικών

υπολογισμών, ελάχιστα δ' εκ της καλλιτεχνικής αξίας αυτού του

λόγου. Η δε διατήρησις των δημοσιευθέντων ήτο κατά μέγα μέρος

ζήτημα τύχης. Η πολλή ζήτησις και περισυλλογή βιβλίων δύναται

να χρονολογηθή αδρομερώς από της ιδρύσεως της Αριστοτελικής

Σχολής κατά τα 335 π. Χ. Οι Περιπατητικοί έδωσαν την αρχήν εις

την Σχολήν της Αλεξανδρείας. Εκείνοι ανεζήτησαν άξια λόγου

βιβλία, καθώς ηρεύνησαν ιστορικά και φυσικά γεγονότα, Όπως

καταλέξωσι και μελετήσωσιν αυτά. Καίτοι δε ο Αριστοτέλης μικράν

πιθανώς απέδιδε σημασίαν εις τα έργα του Δημοσθένους και του

Υπερείδου ή και του Λυσίου, το παράδειγμα το οποίον είχε δώσει,

εξησφάλισε κάπως την διατήρησιν παντός χειρογράφου

κυκλοφορουμένου υπό γνωστόν όνομα. Αυτή η ιδέα των μεγάλων

βιβλιοθηκών του επομένου αιώνος ουδέποτε θα εγεννάτο, αν μη

υπήρχον ήδη μεγάλαι βιβλιοθήκαι και διαδεδομένος ζήλος προς

συντήρησιν βιβλίων (289).

ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΡΗΤΟΡΩΝ

Οι μέχρις Ισοκράτους

Κανών αγνώστου αρχής — όν έσωσε Καικίλιος ο Καλακτίνος, αλλ'

ουχί και ο σύγχρονος αυτού Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς —

καταλέγει δέκα _κατ' εξοχήν_ Αττικούς ρήτορας· ήτοι Αντιφώντα,

Ανδοκίδην, Λυσίαν, Ισοκράτην, Ισαίον, Λυκούργον, Αισχίνην,

Υπερείδην, Δημοσθένη και Δείναρχον. Ο αυθαίρετος ούτος

κατάλογος ώριζε τίνας ρήτορας έπρεπε ν' αναγινώσκωσιν οι

μαθηταί των τότε Σχολών (του α' μ Χ. αιώνος) και, εννοείται,

επέδρασεν εις την κατόπιν παράδοσιν. Πλην των εν αυτώ

περιλαμβανομένων εσώθησαν μόνον έν σπουδαίον απόσπασμα του

Αλκιδάμαντος _Περί των τους γραπτούς λόγους γραφόντων_ ή _Περί

σοφιστών_ καί τινα ύποπτα παίγνια, Jeu d' esprit, _Οδυσσεύς_

υπό του αυτού, _Αίας_ και _Οδυσσεύς_ υπό του κυνικού

Αντισθένους, _Ελένης εγκώμιον_ και _Παλαμήδης_ υπό του Γοργίου.

Τούτων η γνησιότης δεν είναι απίθανος, αλλ' έχουσι σχεδόν μόνον

αρχαιολογικήν αξίαν. Ευτυχώς και άλλων ρητόρων εσώθησαν λόγοι,

σφαλερώς αποδοθέντες εις τους δέκα. Ούτω π.χ. εν τη Δημοσθενείω

συλλογή ο μεν _Κατά Νεαίρας_ είν' έργον ευφυούς Αθηναίου, όστις

είχεν ασφαλείς ειδήσεις, ο δε _Περί Αλοννήσου_ είναι πιθανώς

έργον του Ηγησίππου.

Περί του ΑΝΤΙΦΩΝΤΟΣ ολίγα είναι γνωστά πλην των υπό του

Θουκυδίδου λεγομένων, άπερ εμνήσθημεν ανωτέρω. Ο Αντιφών

ειργάσθη όλην του την ζωήν παρασκευάζων το πραξικόπημα του 411.

Ειργάσθη εκθύμως υπέρ αυτού, και απέθανε χάριν αυτού, η δε περί

τούτου απολογία του κατά τον Θουκυδίδην ήτο η αρίστη μέχρι του

καιρού εκείνου. Του Αντιφώντος σώζονται τρεις πραγματικοί λόγοι

και τέσσαρες τετραλογίαι. Αύται δε είναι ασκήσεις εις το λέγειν

και δεικνύουσι τον αρχηγόν των πιεζομένων αριστοκρατικών

γυμνάζοντα τους φίλους του εις τους δικανικούς αγώνας, καθ' ούς

κατά τον Θουκυδίδην αυτός «πλείστα ωφέλει». Λαμβάνει μίαν

φανταστικήν υπόθεσιν μετά των ολιγίστων δυνατών μαρτυριών και

λεπτομερειών και παρέχει δύο σκελετούς λόγων διά την κατηγορίαν

και δύο διά την υπεράσπισιν. Τα παίγνια ταύτα, αν λάβωμεν υπ'

όψιν την δυσκολίαν του πράγματος, είν' εύμορφα. Τα επιχειρήματα

κατ' ανάγκην δεν είναι αναντίλεκτα και πολλάκις είναι

σοφιστικά, αλλά δεν ηδύναντο να είναι διαφορετικά, αφού

πραγματική μαρτυρία ήτο εναντία των κανόνων. Ουδέ περιέχουσι

λεπτά νομικά επιχειρήματα· διότι ο εν ταις τετραλογίαις

υποτιθέμενος νόμος δεν είναι ο αττικός, αλλά σύστημά τι κοινής

λογικής. Ίσως ο Αντιφών, όπως πολλοί του κόμματός του,

προσεπάθει πράγματι να διδάξη περισσότερον τους αριστοκρατικούς

των υπό τας Αθήνας πόλεων παρά τους συμπολίτας του. Οι δε

πραγματικοί του λόγοι αναφέρονται και οι τρεις εις φονικάς

δίκας· τούτων άριστος είναι ο υπέρ του Μυτιληναίου, του

κατηγορουμένου ότι είχε φονεύσει τον συνταξειδιώτην του Ηρώδην.

Ο πρώτος λόγος, η _κατηγορία φαρμακείας κατά μητρυιάς_

πραγματεύεται υπόθεσιν τραγικωτάτην. Ο Φιλόνεως επρόκειτο να

καταστήση δημοσίαν μίαν δούλην, η οποία τον ηγάπα· άλλη θέλουσα

ν' απαλλαγή του ανδρός της, παρέπεισε την δούλην να ποτίση τους

δύο άνδρας, δειπνούντας εντός καπηλείου του Πειραιώς, ποτόν,

όπερ έλεγεν ερωτικόν φίλτρον· αλλά και οι δύο απέθανον. Η δούλη

ομολογήσασα ετροχίσθη, τότε δ' εδικάζετο η αληθινή ένοχος,

κατηγορουμένη υπό του προγόνου της (290).

Ο ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ, υιός του Λεωγόρου, της οικογενείας των ιερών

κηρύκων, παραδίδεται εις ημάς ως άνθρωπος δυνατός,

επιχειρηματικός και παράφορος ένεκα των καταδιώξεων. Κατά τας

φοβεράς ημέρας του δράματος των Ερμοκοπιδών (415) ο Ανδοκίδης

ήτο μεταξύ των 300, τους οποίους κατηγόρησεν ο Διοκλείδης, και,

αντιθέτως προς τους πλείστους, ήτο κατά τινα έποψιν αθώος του

εγκλήματος. Τούτο ήτο απλώς έργον μερικών αθρήσκων νέων,

εταίρων αυτού, οίτινες πιθανώς εύρισκον τους Ερμάς γελοίους και

ασέμνους. Ο Ανδοκίδης, διά να σταματήση τον κοινόν πανικόν και

να προλάβη πιθανήν καταδίκην αθώων, κατέδωκε τους δράστας υπό

τον όρον ν' απολυθή αυτός· αλλά τούτο είναι διάβημα εξ εκείνων,

τα οποία ουδέποτε συγχωρούνται τελείως. Αν και απελύθη,

εξωρίσθη διά ειδικού ψηφίσματος αποκλείοντος της αγοράς και των

ιερών «_τους ασεβήσαντας και ομολογήσαντας_». Τα επόμενα δώδεκα

έτη επέρασεν εμπορευόμενος ριψοκίνδυνος και προσπαθών

αδιακόπους να επανέλθη εις τας Αθήνας. Την πρώτην απόπειραν

έκαμε κατά τα 411, αφού έλαβεν άδειαν υλοτομίας παρά του

Αρχελάου του Μακεδόνος και επώλησεν άνευ κέρδους ξύλα χάριν του

αθηναϊκού στόλου. Αλλ' εξωρίσθη και πάλιν αμέσως. Η δευτέρα

επιστροφή ήτο η αφορμή του _Περί της εαυτού καθόδου_ λόγου,

συνέβη δε μετά τα 410, ότε προσεπάθησεν εκ Κύπρου να πέμψη

σιταγωγά πλοία προς ανακούφισιν της εν Αθήναις σιτοδείας.

Επανήλθε τέλος μετά του Θουκυδίδου και άλλων εξορίστων,

πολιτικών και εγκληματιών, μετά την αμνηστίαν του 403. Τότ'

εδαπάνησεν αφειδώς εις τα δημόσια και διέφυγε την καταδίωξιν

μέχρι του 399, ότε μεταξύ άλλων ο διαβόητος Μέλητος κατηγόρησεν

αυτόν επί ασεβεία, ανακινών το παλαιόν σκάνδαλον του 415 και

προσάπτων εις αυτόν βεβήλωσιν των μυστηρίων. Ο Ανδοκίδης

ηθωώθη. Ο λόγος του φέρει το όνομα της κατηγορίας, αλλ' ο

κύριος του λέγοντος σκοπός είναι πράγματι να παραστήση όπως

αυτός ήθελε την νεανικήν εκείνην πράξιν, διά την οποίαν επί

τόσον καιρόν κατεδιώκετο. Ο τρίτος λόγος _Περί της προς

Λακεδαιμονίους ειρήνης_ (390) απέτυχε του σκοπού του και

προφανώς εδημοσιεύθη κατόπιν προς δικαιολογίαν της ειρηνικής

του ρήτορος πολιτικής (291).

Ο ΛΥΣΙΑΣ εγεννήθη πιθανώς περί τα 450, αλλά τα σωζόμενα έργα

του αναφέρονται μόνον εις την από 403 μέχρι380 περίοδον. Ο

Συρακόσιος πατήρ του Κέφαλος, γνωστός εις ημάς εκ της θελκτικής

εικόνος της _Πολιτείας_ του Πλάτωνος, προσεκλήθη εις τας Αθήνας

υπό του Περικλέους, απέκτησε δε πολλάς οικίας και μέγα

οπλοποιείον εν Πειραιεί. Δεκαπενταέτης ο Λυσίας απήλθεν εις

Θουρίους, κατά δε τα 412 μετά την καταστροφήν της εις Σικελίαν

εκστρατείας έπαθε πρώτην φοράν χάριν των Αθηνών. Εξωσθείς εκ

της Ιταλίας, επανήλθεν εις τας Αθήνας και εξηκολούθησε το έργον

του πατρός του μετά του αδελφού του Πολεμάρχου. Αλλ' έγραφε και

λόγους προς τέρψιν και πιθανώς εδίδασκε ρητορικήν. Λέγεται δε

ότι ως διδάσκαλος δεν επετύγχανεν όσον άλλοι και ο Ισοκράτης·

τούτο δεν είναι άπορον, εάν ο _Ερωτικός_, ο αποδιδόμενος εις

αυτόν υπό του Πλάτωνος εν τω _Φαίδρω_, ο σωζόμενος μεταξύ των

έργων του _Επιτάφιος_ είναι γνήσια δείγματα του επιδεικτικού

του ύφους (292).

Τω 404 τα κατά τον Λυσίαν ήλλαξαν. Οι τριάκοντα τύραννοι

επεδόθησαν εις την λήστευσιν των μετοίκων, ήτοι των πλουσίων

ξένων. Τότε ο Λυσίας και ο αδελφός του συνελήφθησαν· και ο μεν

Λυσίας διέφυγεν, ο δε Πολέμαρχος εθανατώθη· όση δε περιουσία

των ευρέθη, εδημεύθη· αλλά προφανώς όχι όλη· διότι ο Λυσίας,

ριφθείς μετά ζέσεως εις τον υπέρ των δημοκρατικών αγώνα,

ηδυνήθη να χορηγήση 200 ασπίδας, 2000 δραχμάς και ισχυράν

έμμεσον υποστήριξιν. Μετά την παλινόρθωσιν του Δήμου ο Λυσίας

έγινε δεκτός ως πολίτης κατά πρότασιν αυτού του Θρασυβούλου.

Τότε είπε την μόνην σωζομένην δημηγορίαν του, αντικρούων

Φορμίσιόν τινα προτείναντα όπως η ψήφος περιορισθή εις τους

έχοντας οικίαν ή αγρόν (293). Η πολιτική του Φορμισίου θα ήτο η

του Θουκυδίδου, του Ισοκράτους, του Θηραμένους, και, εννοείται,

η του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Αλλ' ο Λυσίας ήτο

απροκάλυπτος οχλοκρατικός. Τότε δε ήτο και πτωχός και η εις

τους πολίτας εγγραφή αυτού επολεμήθη ως παράνομος σχεδόν

αμέσως, κατεψηφίσθη δε κατά πρότασιν του δημοκρατικού Αρχίνου,

όστις συνεπολέμησε μετά του Θρασυβούλου, αλλ' ετάσσετο μετά των

μετρίων. Ούτως ο Λυσίας απεκλείσθη από πάσης αμέσου πολιτικής

φιλοδοξίας, αλλ' ανέκτησε την περιουσίαν του και έπραξεν αρκετά

υπέρ του κόμματός του, αδιακόπως δικηγορών. Μετά την έξωσιν των

τριάκοντα τυράννων κατά τα 403, ότε τα ποικίλα κόμματα δεν

εγνώριζον καλώς τας δυνάμεις των και είχον αποκάμει εκ του

αγώνος, εψηφίσθη αμνηστία, περιλαμβάνουσα πάντας πλην αυτών των

τυράννων και επιτρέπουσα και εις αυτούς ή να φύγωσιν εκ της

πόλεως ή να δικασθή έκαστος διά τας ατομικάς του πράξεις. Ότε

οι άκροι δημοκρατικοί ενόησαν τας δυνάμεις των, μετεμελήθησαν

διά την αμνηστίαν καί τινες των κυριωτέρων λόγων του Λυσίου

είναι απόπειρα προς ματαίωσιν αυτής. Ούτως εν τω _Κατά

Ερατοσθένους_, όστις ήτο είς των τριάκοντα, εζήτησε δε να

δικασθή συμφώνως προς την αμνηστίαν, ήτοι μόνον δι' όσα αυτός

είχε πράξει, ο Λυσίας επιμένει εις την αλληλεγγύην των

τυράννων. Ο Ερατοσθένης είχεν αναμειχθή εις την σύλληψιν του

Πολεμάρχου, αλλ' όχι και εις την θανάτωσιν αυτού· ουδέν δε άλλο

υπήρχε κατ' αυτού και φαίνεται ότι ηθωώθη.

Ο δε _Κατ' Αγοράτου_ λόγος υποστηρίζει κάτι περίεργον περί της

αμνηστίας. Ο Αγόρατος ενήργει ως μηνυτής κατά τα 405 και 404

και ψευδώς ηξίωσεν αμοιβήν ως φονεύσας τον Φρύνιχον· τούτο

λοιπόν αποδεικνύει, ισχυρίζεται ο Λυσίας, ότι υπήρξε

δημοκρατικός· επειδή δε η αμνηστία εδόθη υπό του Δήμου προς

τους ολιγαρχικούς, δεν εφαρμόζεται μεταξύ δύο δημοκρατικών.

Κατά παρόμοιον κομματικόν τρόπον κατηγορεί ο Λυσίας τον

ομώνυμον υιόν του Αλκιβιάδου. Όλον το έγκλημα του νέου ήτο, ότι

[αδοκίμαστος] υπηρέτησεν εις το ιππικόν αντί του πεζικού, είναι

δε δύσκολον να εύρη τις συγγνωστότερον αδίκημα. Αλλ' η μνήμη

του πατρός επείραζε τους άκρους δημοκρατικούς· όθεν ο Λυσίας

έγραψε δύο χωριστούς λόγους, πρώτον τον _Κατά Αλκιβιάδου

λιποταξίου_, κατηγορών ότι ελιποτακτήσεν ο νέος, και δεύτερον

τον _Κατά Αλκιβιάδου αστρατείας_, κατηγορών ότι δεν προσήλθεν

εις την [πεζήν] στρατείαν! Μετά τους λόγους τούτους και τον

_Κατά σιτοπωλών_ και την εξαιρετικώς άδικον _Κατ' Ευάνδρου_

κατηγορίαν είναι δύσκολον ν' αθετήσωμεν ως νόθα άλλα μέρη της

Λυσιακής συλλογής λόγω «του συκοφαντικού των τόνου»!

Ο Λυσίας επαινείται ιδίως υπό των αρχαίων ότι ενεβάθυνεν εις

τον χαρακτήρα εκάστου πελάτου και προσήρμοζε τον λόγον

τοιουτοτρόπως, ώστε να φαίνεται φυσικός και όχι αγοραστός. Και

είναι πιθανόν ότι η τοιαύτη συμπάθειά του ήτο μεγάλη, αλλ' ουχί

απεριόριστος. Ούτως ο Λυσίας δεν ηδύνατο να φαντασθή τίμιον

ολιγαρχικόν. Αναλαμβάνων να ομιλήση υπέρ ενός τοιούτου εν τω 25

λόγω, τον παριστάνει κυνικώς ομολογούντα ότι άλλοτε μεν ήτο

ολιγαρχικός χάριν του συμφέροντός του, αλλ' ήδη είναι

δημοκρατικός, χωρίς να παραβή τον νόμον!

Κάλλιστα γράφει υπέρ των πελατών, των ανηκόντων εις το μέτριον

κόμμα, καθώς ήτο ο Μαντίθεος, ο οποίος είχεν ενοχλήσεις εκ

μέρους των συκοφαντών, επίσης δε ωραιότατα κατά της μανίας της

δημεύσεως των περιουσιών, η οποία εχαρακτήριζε τους χειρίστους

αντιπροσώπους των άκρων (18, 19). Ο δε _Υπέρ του αδυνάτου_,

ήτοι αναπήρου, του οποίου το δικαίωμα της συντάξεως

διεφιλονικήθη, ευαρεστεί διά την υπέρ των απόρων συνηγορίαν.

Φαίνεται δ' ότι ο άπορος δεν επλήρωσε διά τον λόγον· αλλά και

αν επλήρωσε κανείς άλλος, η προσοχή του Λυσίου φανερώνει

αληθινήν συμπάθειαν. Καθόλου δε, διεξερχόμενοι τους σωζομένους

34 πλήρεις οπωσδήποτε λόγους — οι αρχαίοι είχον 425, των οποίων

233 εθεωρούντο γνήσιοι! — και τα ουκ ολίγα αποσπάσματα,

αναλογιζόμενοι δε ότι ο Λυσίας έγραφεν ως δικηγόρος συνεχώς επί

25 έτη, φρονούμεν ότι εξέρχεται αδιάπτωτος εκ της όλης

δοκιμασίας. Αλλά δεν είναι παράδοξον ότι απήρεσκεν εις τον

Πλάτωνα, αφού ήτο τύπος δεξιού πρακτικού ανθρώπου, ήτο άκρατος

δημοκρατικός, και προ πάντων ελοιδόρησε σκαιώς τον Σωκρατικόν

Αισχίνην (απόσπ. 1). Ο φιλόσοφος εκείνος εδοκίμασε να ζήση

καθώς ο Σωκράτης άνευ χρημάτων, δεχόμενος διά τας ολίγας του

ανάγκας μόνον τα εκούσια δώρα των φίλων και των μαθητών του.

Δυστυχώς όμως έπεσεν εις ημέρας πονηράς· οι φίλοι του δεν

εξετίμησαν το κήρυγμά του και οι γείτονές του ήλλαξαν οικίας,

διά ν' αποφύγωσιν αυτόν· τέλος κατεδιώχθη διά τα χρέη του και

κατήντησε να λάβη «_Ερμαίου του μυροπώλου την γυναίκα,

εβδομήκοντα έτη γεγονυίαν_» {seventy years old} και να γίνη

μυροπώλης αυτός! Ο λόγος θα ήρεσεν εις τους δικαστάς, αλλ' όχι

και εις τον Πλάτωνα. Ακόμη οι ολιγώτερον ηδύνατο να του αρέση η

θορυβώδης επιτυχία του _Ολυμπιακού_ λόγου, ότε ο Λυσίας

εξεδικήθη διά την υποδούλωσιν των Συρακουσών, καλέσας πάντας

τους Έλληνας να εκστρατεύσωσι κατά του Διονυσίου — όπερ η Ελλάς

ουδέποτε εσκέπτετο να κάμη — και προτρέψας το πλήθος να καύση

και να συλήση τας σκηνάς της πρεσβείας του τυράννου, όπερ

απεπειράθη πράγματι το πλήθος. Η πράξις αυτή θα κατεβίβασε την

υπόληψιν των Αθηνών αλλ' είναι πολύτιμος δι' ημάς, επειδή

αποκαλύπτει τον αληθινόν Λυσίαν, τον περιπίπτοντα εις εμπάθειαν

και αδιακρισίαν κάτωθεν του μανδύου εκείνου της λεπτότητος και

της ηρεμίας και της «αψόγου στάσεως», τον οποίον φορεί κατά

τους λόγους (294).

Και ο ΙΣΑΙΟΣ, καθώς ο Λυσίας, ήτο ξένος, εκ Χαλκίδος, αλλ'

αντιθέτως προς αυτόν, απεδέχθη ησύχως τον εκ της πολικής

αποκλεισμόν του. Τούτου έχομεν δέκα πλήρεις λόγους και μεγάλα

αποσπάσματα άλλων δύο. Πάντες είναι κληρονομικοί και δυνατοί·

καίτοι αληθεύει η αρχαία κρίσις, ότι «_Λυσίας μεν και υπέρ

αδίκων έπειθε λέγων, Ισαίος δε και υπέρ αγαθών λέγων ύποπτος

ην_». Οι σωζόμενοί του λόγοι ανάγονται εις την από 390 μέχρι

340 π. Χ. περίοδον (295).

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΡΧΙΕΥΣ

(436-338 π. Χ.)

Η εκατονταετηρίς του βίου του Ισοκράτους εκτείνεται διά μέσου

σπουδαιοτάτων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας από Περικλέους

μέχρι Αλεξάνδρου. Ο Ισοκράτης ήτο υιός πλουσίου αυλοποιού και

είχε τας ιδέας της ανεπτυγμένης μεσαίας τάξεως· εσχετίζετο

στενώς προς τον Θηραμένη, τον μέγαν ρήτορα και ηγέτην των

μετριοπαθών, και τον διάδοχον εκείνου Αρχίνον, τον αποκρούσαντα

τον Λυσίαν· ηγάπα ενθουσιωδώς τα γράμματα· ήκουσε δε του

Πρωταγόρου, του Προδίκου και του Σωκράτους· γέρων ήδη, ελάλει

υπερηφάνως περί των μαθητικών του χρόνων και δύναται να λεχθή

ότι επέρασεν όλην του την ζωήν εντός του σχολείου, ως μαθητής

και ως διδάσκαλος. Ουδέποτε απέβλεψεν εις το πολιτικόν στάδιον,

αι δε θεωρίαι του δεν ήσαν δημοτικαί. Ήτο εξαιρέτως

ευσυνείδητος· η συστολή του και κατά το γήρας του διεσκέδαζε

τους μαθητάς του· αλλ' όμως κατά το τέλος του πολέμου, αφού ο

πατήρ του απέθανε, και καθώς οι πλείστοι, ευρέθη και αυτός άνευ

χρημάτων, ηναγκάσθη να ζήση εκ της πνευματικής του εργασίας.

Ευθύς ως επήλθεν ειρήνη και ηδύνατο ν' αφήση τας Αθήνας,

απήλθεν εις την Θεσσαλίαν και εδιδάχθη παρά του μεγάλου

Γοργίου, πράγμα τολμηρότατον, αφού ήτο άνθρωπος πτωχός — εάν

δεχθώμεν τον περί της απληστίας των σοφιστών μύθον. Αλλά

πιθανώτατα ο γέρων σοφιστής ήτο πρόθυμος να διδάξη μαθητήν

επιμελή και αμισθί.

Επανήλθεν εις τας Αθήνας περί τα 400 π. Χ. ως συγγραφεύς λόγων

και διδάσκαλος της ρητορικής. Το δεύτερον επάγγελμα δεν θα ήτο

τότε προσοδοφόρον, αλλά το πρώτον ήτο. Κατά δε μαρτυρίαν του

Αριστοτέλους (296) οι τότε βιβλιοπώλαι περιέφερον «δέσμας πάνυ

πολλάς δικανικών λόγων Ισοκρατείων». Αλλά και αυτός ο Ισοκράτης

θ' απεδοκίμαζε τα πρωτόλεια εκείνα. Σχολήν ρητορικής ίδρυσε το

πρώτον εν Χίω, ουχί εν Αθήναις, πιθανώς κατά τα 393, ότε μετά

νίκας του Κόνωνος η Χίος επανήλθεν εις την αθηναϊκήν συμμαχίαν.

Ο Κόνων ήτο φίλος του Ισοκράτους και ίσως του έδωκε διοικητικήν

τινα θέσιν εις την νήσον εκείνην, ήτις υπήρξεν επί μακρόν

ονομαστή διά τους καλούς της νόμους και την ειρηνικήν ζωήν.

Συγγραφή λόγων δικανικών προφανώς δεν επετρέπετο εις

διοικητικόν λειτουργόν, ίσως δε ουδέ εις Αθήναιον πολιτικόν,

αλλ' η διδασκαλία δεν θα ήτο απηγορευμένη. Ο Ισοκράτης είχεν εν

τη Χίω εννέα μαθητάς και εθεμελίωσε την φήμην του ως έξοχος

διδάσκαλος. Ότε δ' επέστρεψεν εις τας Αθήνας (391) δεν έγραφε

δικανικά. Ίδρυσε σχολήν όχι απλώς ρητορικής, αλλά καθώς

ωνόμαζεν αυτήν, της φιλοσοφίας.

Τι ήτο η φιλοσοφία του, δεν εκφράζουσι σαφώς ούτε ο _Κατά των

σοφιστών_, όστις αποτελεί περίληψιν του συστήματός του, ούτε η

εξεζητημένη εκείνη υπεράσπισις του βίου και των ιδεών του, ο

_Περί αντιδόσεως_. Η φιλοσοφία του Ισοκράτους δεν ήτο ό,τι

συνήθως καλείται τοιουτοτρόπως, δηλαδή παράδοξος μεταφυσική, ή

καθαρά λογομαχία ή η απόλυτος εκ των προτέρων περί παντός

γνώσις, όσα πολλοί προσφέρουσιν ευθηνά προς κατανάλωσιν, αλλ'

ουδείς αληθώς κατέχει. Ουδέ ήτο μόνον απλή δεξιότης είτε προς

συγγραφήν δικανικών λόγων, όπως η του Λυσίου, είτε προς

αυτοσχεδιασμόν, ως η του Αλκιδάμαντος. Ο Ισοκράτης φιλοσοφίαν

εννοεί ό,τι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, δηλαδή πρακτικήν

καλλιέργειαν όλου του πνεύματος, ενίσχυσιν του χαρακτήρος,

σχηματισμόν ορθής κρίσεως και ανάπτυξιν τελειοτάτην του υψίστου

των ανθρωπίνων αγαθών, της γλώσσης. Θέλει τον φιλόσοφον

ερασιτεχνικόν γνώστην πολλών θεμάτων, ιστορίας, διαλεκτικής,

μαθηματικών, της τότε πολιτικής καταστάσεως της Ελλάδος, και

τέλος της λογοτεχνίας. Καθόλου ο Ισοκράτης ήτο πολύ

φιλοσοφικώτερος και λογικώτερος των τότε συνήθων ρητόρων και

πολύ πρακτικώτερος και συνετώτερος των τότε φιλοσόφων· διαρκώς

παρεπονείτο ότι και οι φιλόσοφοι και οι πρακτικοί άνθρωποι

παρέβλεπον την ιδικήν του μέσην οδόν και ότι οι πολλοί δεν τον

εννοούσαν. Ο Πλάτων σαφέστατα τον επικρίνει δις. Εν τω _Φαίδρω_

(βλ. ανωτ. σελ. 305) Λέγει [σ. 378 Ε] «_νέος έτι Ισοκράτης_»,

αλλά προτιμητέος των κοινών ρητόρων. Εν δε τω επιλόγω του

_Ευθυδήμου_(297)] ο Κρίτων αναφέρει τους κατά του Σωκράτους

ψόγους ανωνύμου τινός ανδρός, ερωτώμενος δε ποίος ούτος, λέγει

[305 β] _Ήκιστα νη τον Δία ρήτωρ, ουδέ οίμαι πώποτ' αυτόν επί

δικαστήριον αναβεβηκέναι· αλλ' επαΐειν αυτόν φασι περί του

πράγματος». { { " Not a philosopher, not a speaker." Crito

doubts if he has ever been into a law-court; but he understands

the art of speech, and writes wonderfully. } } — «Ήδη μανθάνω_»

απαντά ο Σωκράτης . . . «_ούτοι γαρ εισι μεν, ω Κρίτων, ούς έφη

Πρόδικος μεθόρια φιλοσόφου τε ανδρός και πολιτικού, οίονται δ'

είναι πάντων σοφώτατοι ανθρώπων . . . ει μεν ουν η φιλοσοφία

αγαθόν έστι και η πολιτική πράξις, προς άλλο δε εκατέρα, ούτοι

δε αμφοτέρων μετέχοντες τούτων εν μέσω εισίν, ουδέν λέγουσιν·

αμφοτέρων γαρ εισι φαυλότεροι_». { "he is what Pro-dicus used

to call a Boundary Stone, half philosopher and half practical

statesman. The Boundary Stones believe themselves to be the

wisest people in the world; but probably are not so. For

practical statesmanship may be the right thing, or philosophy

may be the right thing, or conceivably both may be good, though

different. But in none of these cases can that which is half

one and half the other be superior to both. Perhaps in our

friend's eyes both are positively bad?" } Η προς τον Ισοκράτην

ομοιότης είναι αναμφισβήτητος. Αλλ' ο Ισοκράτης είχεν εύκολον

απάντησιν· ότι και ο πρακτικός πολιτικός και ο φιλόσοφος είναι

μονομερείς· ο πρώτος χρειάζεται παιδείαν και ανάπτυξιν της

φαντασίας, ο δε άλλος αποβάλλει την αντίληψιν της πραγματικής

ζωής. Η τοιαύτη απάντησις εξηγεί την επιτυχίαν του Ισοκράτους.

Η σχολή του απέβη τω όντι Πανεπιστήμιον της Ελλάδος· διότι

παρείχεν ευρείαν παίδευσιν εις τους μη θέλοντας να γίνωσιν

ειδικοί μαθηματικοί ή αποκλειστικοί φιλόσοφοι. Πάντες οι

άριστοι της επομένης γενεάς εξήλθον εκ της σχολής του — οι

πολιτικοί Τιμόθεος και Λεωδάμας, ο τραγικός Θεοδέκτης, οι

ιστορικοί Έφορος και Θεόπομπος, οι ρήτορες Ισαίος, Λυκούργος,

Αισχίνης, Υπερείδης και πλείστοι άλλοι. Ο Αλεξανδρεύς Έρμιππος

έγραψε κατόπιν βιβλίον όλον _*Περί των Ισοκράτους μαθητών._

Ολίγον ίσως μετά την ίδρυσιν της σχολής έγραψε κατά τον τρόπον

του Γοργίου δύο ελαφρά γυμνάσματα σωθέντα, τον _Βούσιριν_, όπου

υπερασπίζει τους Σωκρατικούς, και την ωραίαν _Ελένην_, όπου

ευφυώς ομιλεί περί των φιλοσόφων. Το περί κάλλους χωρίον της

Ελένης (54-58) είναι σχεδόν Πλατωνικόν κατά το ύφος και την

χάριν. Αλλ' αριστούργημά του είναι ο _Πανηγυρικός_, όν έγραψε

χάριν της πανηγύρεως της κατά την εκατοστήν Ολυμπιάδα, (380 π.

Χ.). Εκτός της μεγαλοπρεπείας της λέξεως δεικνύει αρετάς

μεγάλου δημοσιολόγου. Περιλαμβάνει δηλαδή σαφή έκθεσιν της

συγχρόνου ιστορίας και της τότε καταστάσεως της Ελλάδος και

θαυμασίαν δικαιολογίαν των Αθηνών και επίκλησιν προς τους

Πανέλληνας υπέρ ανανεώσεως της συμμαχίας. Κατ' αλήθειαν δεν

είναι ίσος προς πάντας τους Έλληνας· π.χ. ο τόνος των

παραγράφων 122-132 δεν θα ήρεσεν εις τους Λακεδαιμονίους, αλλά

θα συνεκίνησε τους νησιώτας. Μετά δύο έτη 70 πόλεις, ηγουμένης

της Χίου, προσετέθησαν εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν και ο

Ισοκράτης συνώδευσεν επί δύο έτη τον στρατηγόν Τιμόθεον

αναλαβόντα να οργανώση τας συμμαχίδας νήσους και τας

επιθαλασσίας πόλεις. Τότε φαίνεται ότι έγινε ξένος του

Ευαγόρου, του βασιλέως της εν Κύπρω Σαλαμίνος, όστις εμάχετο

σχεδόν μόνος επί οκτώ έτη κατά των Περσών. Η Κύπρος ήτο το

μεθόριον μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, και παν προς τα εμπρός

βήμα του Ευαγόρου ήτο πρόοδος του πολιτισμού και της

ελευθερίας, πάσα δε υποχώρησις ήτο επικράτησις βαρβαρικών νόμων

και εθίμων. Το θέαμα τούτο αφήκε κέντρον διαρκές εις την ψυχήν

του Ισοκράτους. Τω 374 ο Ευαγόρας ηττήθη και εφονεύθη, τον

διεδέχθη δε ο υιός του Νικοκλής. Ο Ισοκράτης έγραψε τότε τον

_Προς Νικοκλέα_, παρακινών αυτόν ενθουσιωδώς και δεξιώς ν'

αναδειχθή άξιος του ελληνικού ονόματος βασιλεύς, τον

_Νικοκλέα_, δημηγορίαν του βασιλέως ζητούντος παρά των Κυπρίων

πρόθυμον υπακοήν, και τον Ευαγόραν, το πρώτον, ως λέγεται,

εγκώμιον όπερ εγράφη περί συγχρόνου ανδρός.

Εν τω μεταξύ η εν Ελλάδι πολιτική κατάστασις μετεβλήθη. Η κατά

των Λακεδαιμονίων συμμαχία των Αθηναίων και Θηβαίων ενίσχυσε

μεν υπερβολικά τας Θήβας, αλλ' εξησθένισε τας Αθήνας παραπολύ.

Το αντιθηβαϊκόν ρεύμα, όπερ ήτο ανέκαθεν εν Αθήναις ισχυρόν,

απέβη βαθμηδόν ακατάσχετον· η πρώτη ρήξις φαίνεται ότι επήλθε

κατά τα 373, ότε αι Θήβαι κατέστρεψαν αίφνης τας Πλαταιάς. Η

μικρά πόλις ήτο λόγω σύμμαχος των Θηβών, αλλ' ουδέποτε φίλη·

ώστε η συνθήκη επεδέχετο διαφόρους ερμηνείας. Οι απομένοντες

κάτοικοι αυτής κατέφυγον εις Αθήνας, ζητούντες βοήθειαν προς

επάνοδον εις την πατρίδα· αλλά τοιαύτη βοήθεια θα εσήμαινε

ρήξιν των Αθηνών προς τας Θήβας και συμμαχίαν μετά της Σπάρτης.

Διά του _Πλαταϊκού_ ο Ισοκράτης συνηγορεί θερμώς υπέρ των

Πλαταιών, αλλ' ο λόγος, εννοείται, ήτο πολιτική μελέτη.

Πραγματικοί ρήτορες ήσαν υπέρ των Πλαταιών μεν και της Σπάρτης

ο Καλλίστρατος, υπέρ δε των Θηβών ο μέγας Επαμεινώνδας. Τω 366

ο Ισοκράτης έγραψε και πάλιν υπέρ της αυτής πολιτικής. Αι Θήβαι

μετά το περί Λεύκτρα τρόπαιον αποκαταστήσασαι την ανεξαρτησίαν

της Μεσσήνης, εζήτουν την αναγνώρισιν αυτής ως ένα των όρων της

ειρήνης. Πολλοί των συμμάχων των Λακεδαιμονίων ήθελον ειρήνην

αντί πάσης θυσίας· η απελευθέρωσις της πολυπαθούς Μεσσήνης δεν

έβλαπτεν αυτούς, εξήγειρε δε τον ενθουσιασμόν όλης της Ελλάδος,

όν εξέφραζεν ο Αλκιδάμας εν τω *_Μεσσηνιακώ_. Αλλ' η Σπάρτη

ουδέποτε θα ησύχαζεν, αν παρεχώρει το ευφορώτατον μέρος των

κτήσεών της και είχεν εχθρούς γείτονας τους τέως υπηκόους.

Αφήκε λοιπόν τους συμμάχους της να συνάψωσιν ειρήνην χωριστά. Ο

δε Ισοκράτης γράψας τον Αρχίδαμον, ως δημηγορίαν του βασιλέως

τούτου, υποστηρίζει τα δίκαια της Σπάρτης. Και η μεν υπόθεσις

του λόγου ήτο δύσκολος, διότι αντέκειτο προς τας αρχάς του,

αλλ' ο ρήτωρ επέτυχεν εις την πρακτικήν και αισθηματικήν

έκθεσιν αυτής· ο λόγος είναι τω όντι πλήρης «ήθους» ως έλεγον

οι αρχαίοι, διότι απεικονίζει τον σπαρτιατικόν χαρακτήρα, ιδίως

εκεί [73 §λα'] όπου ο Αρχίδαμος προτείνει τα έσχατα μέτρα· να

εκπέμψωσι δηλαδή τους γονείς και τα παιδία και τας γυναίκας εις

Σικελίαν και Κυρήνην, ν' αφήσωσι την Σπάρτην και να καταλάβωσι

χωρίον οχυρόν, εξ ού να βλάπτωσι τους πολεμίους, γινόμενοι και

νυν ό,τι ήσαν άλλοτε, στρατόπεδον αοίκων μαχητών και όχι πόλις.

Και τότε πάλιν ο Ισοκράτης είδε την πολιτικήν του κατισχύουσαν

και τας Αθήνας συμμαχούσας μετά της Σπάρτης. Αλλ' εν τω μεταξύ

αι μεγάλαι των Αθηνών ελπίδες είχον μαρανθή· αι συμμαχίδες

πόλεις υπώπτευον το άστυ, και αι δαπάναι της ηγεμονίας αυτών

ήσαν μεγάλαι. Ο Ισοκράτης αφότου είχεν ιδεί τον Ευαγόραν,

διεμόρφωσεν οριστικώτερον το πολιτικόν του πρόγραμμα· τούτο ήτο

ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων, κατάλυσις της πειρατείας,

απελευθέρωσις των εν Ασία Ελληνίδων πόλεων, ακώλυτος προς τα

εκεί αποικισμός και παγκόσμιος του ελληνισμού διάδοσις. Ήδη από

του 367 είχε δημοσιεύσει επιστολήν προς τον Διονύσιον των

Συρακουσών, όστις τότε είχε σώσει τους εν τη Δύσει Έλληνας από

των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων, καλών αυτόν εις την Ανατολήν

προς απελευθέρωσιν των Ελληνίδων πόλεων από των Περσών. Αλλ' ο

Διονύσιος απέθανε κατά το επόμενον έτος, ο δε Ισοκράτης ήλπιζε

πλέον τα πάντα παρά της αθηναϊκής συμμαχίας. Αλλ' όμως τω 357 η

συμμαχία διελύθη, ο δ' επακολουθήσας πόλεμος κατέληξεν εις την

απώλειαν της ηγεμονίας. Αι Αθήναι κατέβησαν έκτοτε εις την

σειράν κοινής μεγάλης ελληνικής πόλεως και υπό την ηγεσίαν του

Ευβούλου κατεγίνοντο μόνον εις περιορισμόν των δαπανών και

διατήρησιν της ειρήνης. Ο Ισοκράτης ήτο εκ των ολίγων όσοι

ενόησαν τι εσήμαινεν η τοιαύτη πολιτική, δηλαδή τελικήν

εγκατάλειψιν πάσης αξιώσεως. Εν τω _Περί ειρήνης_ υποστηρίζει

την αυτονομίαν των πόλεων, μεταχειριζόμενος επιχειρήματά τινα

των νησιωτών, άπερ είχεν άλλοτε αποκρούσει εν τω _Πανηγυρικώ_.

Περί τους αυτούς χρόνους διά του _Αρεοπαγιτικού_ συνηγόρησεν

υπέρ της κατ' οίκον μετρίας πολιτικής, δηλαδή της του Φωκίωνος

και του Αριστοτέλους, ζητών επάνοδον εις την «_πάτριον

πολιτείαν_» των παλαιών Αθηνών, ήν συνδέει μετά του Αρείου

Πάγου. Φανερώτερον ο λόγος είναι συνηγορία υπέρ του Ευβούλου,

καθώς ο _Οικονομικός_ του Ξενοφώντος. Αλλ' είν' επίσης και

απόδειξις της ηθικής καταστάσεως και της δυσπιστίας του καιρού

εκείνου, του αισθήματος όπερ άγει τον Δημοσθένην εις μομφάς

καθ' όλης της Ελλάδος. Ολίγον προ του τέλους του κοινωνικού

πολέμου ο Ισοκράτης έγραψε την προς Αρχίδαμον της Σπάρτης

επιστολήν καλών αυτόν όπως άλλοτε τον Διονύσιον. Τις άλλος

ηδύνατο καθώς εκείνος να εκστρατεύση κατά των βαρβάρων; Ο πατήρ

του ο Αγησίλαος εξεστράτευσε και εδοξάσθη, απέτυχε δε μόνον

επειδή ανεκόπη, και επειδή επεχείρησε «_των φίλων τους

φεύγοντας εις τας πόλεις καταγαγείν_». Όθεν ο Αρχίδαμος έπρεπε

τους μεν Έλληνας ν' απαλλάξη των πολέμων, τους δε βαρβάρους να

παύση υβρίζοντας. Ο Ισοκράτης ήτο τότε (356) 80 ετών και τα

πλείστα των έργων του έχουσιν αρκετήν μεμψιμοιρίαν, ήν φαίνεται

και αυτός συναισθανόμενος· αλλά το πολιτικόν του βλέμμα

παρέμεινεν εκτάκτως οξύ και απροκατάληπτον. Επέμενε πάντοτε εις

την κυρίαν του ιδέαν, αλλά μετέβαλλε δεξιώς το ένδυμά της.

Είχεν ήδη εγκαταλείψει την ελπίδα της αθηναϊκής ηγεμονίας, και

έπαυσε πιστεύων — ίσως ευκολώτερον ή όσον έλεγεν (298) — εις

την ανόρθωσιν της πολιτείας. Μετά δε την αποτυχίαν του

Αρχιδάμου εστράφη προς τον Φίλιππον. Ως ο Δημοσθένης, έβλεπε

και αυτός ότι ο Φίλιππος ήτο αυξανομένη δύναμις· αλλά δεν

εθεώρει αυτόν εχθρόν· προ πολλού είχεν εννοήσει ότι η ηγεμονία

των Αθηνών ήτο πλέον απραγματοποίητος. ΠροσεπάΘησε λοιπόν να

διατηρή φιλίαν προς τον Φίλιππον, και δι' αυτής να μετριάζη τας

εκ του πολέμου συμφοράς. Είναι δε δύσκολον ν' αναγνώση τις

απαθής τον Φίλιππον, τον προς τον βασιλέα λόγον, όν έγραψεν

αμέσως μετά την ειρήνην του 346· κατά την διάρκειαν του κατ'

αυτού πολέμου είχεν αποφύγει να του γράψη, αλλ' ήδη ελάλησε

μετά πολλής παρησσίας (299) αλλά και πολλής δεξιότητος. Λέγει

προς αυτόν ότι και άλλοτε ανεζήτησεν ηγεμόνα της Ελλάδος, τον

Ιάσονα των Φερών, τον Διονύσιον, τον Αρχίδαμον, αλλ' ουδείς

τούτων ηύρεν οποίαν ο Φίλιππος ευκαιρίαν ότι πρέπει να διαλλάξη

τους Έλληνας, — τας Αθήνας, την Σπάρτην, και Θήβας και την

Κόρινθον — και ν' αναδειχθή ελευθερωτής και φιλάνθρωπος ηγεμών

της Ελλάδος και ευεργέτης πάντων. Τούτο δεν πρέπει να

θεωρήσωμεν ως απλούν όνειρον του Ισοκράτους. Ό,τι επίστευεν ήτο

πραγματικόν, και απεδείχθη παντός άλλου, εγγύτερον προς τα

κατόπιν συμβάντα. Όσα δε δεινά εζήτει ο Ισοκράτης να περιστείλη

ήτο πράγματι ανάγκη να εκλείψωσιν, η οικονομική στενοχώρια, ο

πλεονάζων πληθυσμός, οι πολλοί μισθοφόροι, και οι πειραταί,

οίτινες εκτός της βραχείας ηγεμονίας των Αθηνών, της Ρόδου [της

Κωνσταντινουπόλεως] και ίσως της Βενετίας, εβασάνισαν την

ανατολικήν Μεσόγειον από του Ομήρου μέχρις αυτού του δεκάτου

ενάτου αιώνος.

Αλλ' αι Αθήναι απέβλεπον εμμόνως εις τον ολέθριον πόλεμον,

ουδόλως υποχωρούσαι εις τον εχθρόν. Τότε ο Ισοκράτης εμισήθη,

αλλ' είναι άξιον προσοχής, ότι ουδέ κατά τους καχυπόπτους

εκείνους καιρούς διεβλήθη ως δωροδόκος. Τον ωνόμαζον μόνον

διαφθορέα των πολιτικών, όσοι υπήρξαν μαθηταί του. Κατά των

διαβολών εκείνων έχομεν δύο απολογίας· τον _Παναθηναϊκόν_, —

όστις εγράφη χάριν των Παναθηναίων τω 342, αλλά δεν επερατώθη

εγκαίρως — δεύτερον εκχύλισμα του _Πανηγυρικού_, και τον _Περί

αντιδόσεως_, υπεράσπισίν του διδασκαλικού του βίου.

Μετά μίαν έτι επιστολήν ο μακρός βίος εκόπη. Η μάχη της

Χαιρωνείας του 338 έπληξε βαρύτατα τον γέροντα. Ήτο μεν αυτή

πλήρωσις των προρρήσεών του και καθίστα το πρόγραμμά του

δυνατόν, αλλ' όμως ήτο ανυπόφορος. Η πατρίς του εταπεινώθη, ο

δε ήρως του ελέγετο ότι έπινεν εύθυμος εν μέσω των νεκρών. Τότε

ο Ισοκράτης εξετέλεσε την τελευταίαν προς την πατρίδα του

υπηρεσίαν. Έγραψε νέαν επιστολήν [3] προς τον νικητήν του

οποίου ουδείς εγνώριζε τας διαθέσεις· δεν μετεχειρίσθη καμμίαν

λέξιν υποταγής, ουδέ συνεχάρη τον Φίλιππον διά την νίκην· αλλά

θεωρών αγαθάς τας προς τους Έλληνας διαθέσεις αυτού, τον

προτρέπει και πάλιν ήδη, ότε το πράγμα τυγχάνει «πολύ ράον», ν'

αναγκάση «τους βαρβάρους ειλωτεύιν». Αλλ' ο Ισοκράτης δεν είδε

το αποτέλεσμα της παραινέσεώς του. Ηυτοκτόνησεν άρα γε; Οι

μεταγενέστεροι — ο Διονύσιος, ο Παυσανίας, ο Φιλόστρατος, ο

Λουκιανός, ο Ψυδοπλούταρχος και ο _Βίος_ — ομοφωνούσιν.

Οπωσδήποτε βέβαιον είναι ότι εννέα ημέρας — ο Αριστοτέλης λέγει

πέντε — μετά την μάχην της Χαιρωνείας ο Ισοκράτης ήτο νεκρός.

Οι επτά δικανικοί του λόγοι είν' έντεχνοι, και απηλλαγμένοι

σοφισμάτων, αλλά και υπέρ το δέον κομψοί και γλαφυροί. Αι δε

επιστολαί του, η _τοις Ιάσονος παισίν, η Τιμοθέω, και η τοις

Μυτιληναίων άρχουσι_, μαρτυρούσι πόσην είχε δύναμιν ο μονήρης

εκείνος διδάσκαλος. Οι δε θεωρούντες αυτόν κόλακα των βασιλέων,

προς ούς έγραφεν, ας αναγνώσωσι και την επιστολήν του

Σωκρατικού αντιπάλου του (300), (του Σπευσίππου;)

Είπομεν ήδη τινά περί του πώς διέκειτο προς αυτόν ο Πλάτων

(301). Και ο Αριστοτέλης δεν ήτο διάφορος. Οι μαθηταί των

ανέπτυξαν κατόπιν πολλήν αμοιβαίαν έχθραν, αλλ' οι διδάσκαλοι

εσέβοντο αλλήλους. Και ο μεν Πλάτων είχεν άλλην σφαίραν

ενεργείας· αλλ' ο Αριστοτέλης εδίδαξε και αυτός ρητορικήν και

ελέγετο ότι παρωδών στίχον του Ευριπίδου είπεν· «_ Αισχρόν εστι

σιγάν, Ισοκράτη δ' εάν λέγειν_» { "Base to sit dumb, and let

barbarians speak" by substituting 'Isocrates' for 'barbarians.'

}. Η αυστηρά επιστημονική μέθοδος της _Ρητορικής_ του ήτο,

εννοείται, επίκρισις της κατά το ήμισυ εμπειρικής μεθόδου του

Ισοκράτους. Αλλ' ο Αριστοτέλης επέκρινε μεν, αλλά και

εδιδάσκετο. Όχι μόνον το πρώτον του έργον η περί φιλοσοφίας

παραίνεσις εδείκνυε προτίμησιν προς το Ισοκρατικόν πρότυπον

αντί του Πλατωνικού, αλλά και κατόπιν οσάκις επεζήτησε καλόν

ύφος, εμιμήθη το του Ισοκράτους. Έπειτα δε μεταξύ των

παλαιοτέρων διδασκάλων της ρητορικής ο Ισοκράτης, αν και μη

φιλόσοφος όσον ήθελεν ο Αριστοτέλης, ήτο πάντως ο

φιλοσοφικώτερος. Και εις τούτο, καθώς εις παν άλλο, ηκολούΘησε

την μέσην οδόν και απέφυγε την μανίαν των ακροτήτων. Αλλά κατά

τινας τούτο ήτο και το κύριον ελάττωμά του. Τι ήτο; τεχνίτης

του ύφους ή πολιτικός συγγραφεύς; Συνεβούλευε πράγματι την

πόλιν, ή απλώς παρείχεν υποδείγματα ρητορείας εις τους μαθητάς

του;

Τοιαύτη επίκρισις δεν είναι δικαία· διότι δύναται να εφαρμοσθή

εις πάντα ρήτορα και λογογράφον, εις τον Γράτταν, τον Βούρκε,

τον Κικέρωνα και αυτόν τον Δημοσθένη. Ίσως η αληθινή αιτία του

περιέργου εκείνου καμάτου, όν παράγει σήμερον εις τον

αναγνώστην ο Ισοκράτης, είναι αφ' ενός μεν η αποστροφή μας προς

την κανονικότητα του ρέοντος και ομαλού ύφους, όπερ τόσον

διέδωκεν ο δέκατος όγδοος αιών, ώστε ημείς το βαρυνόμεθα· αφ'

ετέρου δε η εξ αυτού έλλειψις πάσης υψηλοτέρας εμπνεύσεως. Ο

Ισοκράτης ήτο μάταιος· επεδίωκε πεζόν λόγον υπέρτερον των

Ομηρικών επών, εν ώ δεν ενόει την ποίησιν και απεδοκίμαζε την

μουσικήν. Αλλά τοιαύτα σφάλματα δεν συγχωρούνται· διότι

προσβάλλουσιν ό,τι αιώνιον έχει ο βίος των ανθρώπων. Κατά δε

την θρησκείαν ο Ισοκράτης ήτο μέτριος, ως συνήθως· δηλαδή

ευσεβής, αλλ' ουδέποτε δεισιδαίμων, μεταχειριζόμενος τας

θρησκευτικάς παραδόσεις ως στοιχεία των λόγων του και βαθύτερον

αποδεικνύων την έλλειψιν εκείνην πάσης πίστεως — είτε εις τον

νουν, είτε εις τον Δία, είτε εις την φιλοσοφίαν — την έλλειψιν,

ήτις είναι χαρακτηριστικόν των μετρίων και πρακτικών

ηθικολόγων. Αλλ' όμως υπήρξε χρηστός και οξύς, ισχυροτάτη

δύναμις εν τη ιστορία των γραμμάτων, και είς των μεγίστων

διδασκάλων, όσοι ποτέ υπήρξαν. (302)

ΙΖ'

ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΤΣ ΠΑΙΑΝΙΕΥΣ

Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ (303) έχασε τον πατέρα του επταετής. Οι δε

κηδεμόνες του ενοσφίσθησαν την περιουσίαν του και αφήκαν

απροστάτευτον την μητέρα του, [ήτις ήτο σκυθικής καταγωγής],

Εκείνη όμως κατώρθωσε να αναθρέψη το ασθενικόν, δειλόν, κα

αγύμναστον παιδίον. Εξάπαντος δε και οι δύο θα εκάθηντο συχνά

συλλογιζόμενοι πόσα είχον αδικηθή. Ο δε Δημοσθένης ευθύς ως

απέκτησε το νόμιμον δικαίωμα εκίνησε κατά των κηδεμόνων του

αγωγήν [364]. Αυτοί ήσαν άνθρωποι ισχυροί μεταξύ της τότε

διοικούσης φατρίας, και επεχείρησαν ν' αποκρούσωσι το μειράκιον

δι' ανταγωγής και στρεψοδικίας. Ότε δε τέλος εκέρδισε την

δίκην, δεν υπήρχε πλέον πολλή περιουσία προς ανάληψιν. Ούτως ο

Δημοσθένης ωφελήθη μάλλον εκ της πρακτικής πείρας των νόμων και

της δικανικής, εις ήν τον είχον, ως λέγεται, ασκήσει και τα

μαθήματα του Ισαίου, και απέκτησεν έχθραν προς τους εν τη αρχή.

Αλλά και ο πολυχρόνιος περί χρημάτων αγών εζημίωσεν αυτόν.

Φυσικά δε ήτο σπάταλος· επροίκιζε θυγατέρας απόρων πολιτών,

απελύτρωνεν αιχμαλώτους, και τέλος εξώπλισε τριήρη — ετέλεσε

δηλαδή μίαν των δαπανηροτάτων λειτουργιών των πολιτών. Ούτως

έπεσεν εις ανέχειαν και ήρχισε να γράφη λόγους και ίσως να

διδάσκη ρητορικήν. Αλλά ταχέως ευδοκίμησεν εις το έργον, καίτοι

εκ φύσεως ήτο τραυλός και είχε φωνήν διακοπτομένην· ανελάμβανε

δε σπουδαίας υποθέσεις, δεν ανεμειγνύετο εις δίκας εταίρων, ως

ο Υπερείδης, και απέφευγε τας συκοφαντικάς καταμηνύσεις, έγραφε

δε και εδημηγόρει πάντοτε περί σπουδαίων πολιτικών θεμάτων.

Η πρώτη δημοσία παράστασις αυτού έγινεν ίσως τω 355 ότε είπε

τον προς _Λεπτίνην_, όστις είχε προτείνει νόμον, _είναι μηδέν'

ατελή_, δηλαδή να μη μένη κανείς αφορολόγητος. Τούτο ήτο

φανερόν οικονομικόν μέτρον, αλλ' αι ατέλειαι ήσαν αμοιβαί

σπουδαίων διπλωματικών υπηρεσιών και απετέλουν μέρος της

πολιτικής των τότε αντιπολιτευομένων, εις ούς κατετάχθη ο

Δημοσθένης.

Κατά τα 357 είχεν αναλάβει την αρχήν ο Εύβουλος, ότε η

κατάστασις εχρειάζετο περισυλλογήν και ησυχίαν. Η οικονομική

αυτού πολιτική απεδείχθη εξαιρέτως τελεσφόρος, αλλ' εσήμαινεν

εγκατάλειψιν της ηγεμονίας και κάτι χειρότερον. Διότι ο

Φίλιππος ο από πολλού πολέμιος της πόλεως, κατελάμβανε το έν

μετά το άλλο, τα επί της Θράκης αθηναϊκά χωρία, ο δε Εύβουλος,

επειδή ο δήμος απέστεργε την ειρήνην, περιωρίζετο εις ασθενή

αποκλεισμόν των μακεδονικών παραλίων και μερικάς επιδρομάς. Οι

μεν σφοδροτέροι των αντιθέτων αυτού εζήτουν μαινόμενοι στρατόν

30 χιλιάδων μισθοφόρων, όπως εισβάλωσι κατ' ευθείαν εις την

Πέλλαν, ο δε Δημοσθένης ήθελε μόνον έντονον δράσιν, ώστε δι'

αξιολόγου τινός επιτυχίας να συναφθή έντιμος ειρήνη.

Αλλά πλην του Φιλίππου ο Δημοσθένης εστρέφετο και προς άλλα του

πολιτικού ορίζοντος σημεία. Διά του _Υπέρ της Ροδίων

ελευθερίας_ λόγου (353 ή 351 π. Χ;) προέτρεπε τους Αθηναίους να

βοηθήσωσι τους δημοκρατικούς της Ρόδου ελπίζοντας ότι θ'

ανακτήσωσι μέρος της άλλοτε δυνάμεως της πόλεως ανά το Αιγαίον.

Αλλ' ο Εύβουλος ήτο εναντίον της αναμείξεως εις τον αγώνα

εκείνον. Διά δε του _Υπέρ Μεγαλοπολιτών_ (353 π. Χ.;) ο

Δημοσθένης, φοβούμενος την αύξησιν της Σπάρτης, προέτρεπεν εις

προστασίαν της πιεζομένης Μεγάλης πόλεως. Και ίσως μεν ενεργός

βοήθεια θα ήτο τότε αδύνατος, αλλά πιθανώς ηδύνατο να προλάβη

το ολέθριον αποτέλεσμα, ότι δηλαδή έκτοτε οι εν Πελοποννήσω

εχθροί των Λακεδαιμονίων απέβλεπον πλέον προς τον Φίλιππον. Τω

352 ο Φίλιππος απεπειράθη να διαβή τας Θερμοπύλας· και ο μεν

Εύβουλος εξεγερθείς επί τέλους ανέκοψεν αυτόν, αλλ' ο κύνδυνος

ήτο ήδη άμεσος και δεινός, ο δε Δημοσθένης αναπτύσσει αυτόν διά

του _πρώτου Φιλιππικού_. Ο Φίλιππος υποχωρήσας τότε προς

βορράν, επολιόρκησε την Όλυνθον οι δε Αθηναίοι γνωρίζοντες την

σπουδαιότητα της πόλεως εκείνης, έπεμψαν εις επικουρίαν αυτής

τρεις στρατιάς· αλλ' ο πολιτικώτατος βασιλεύς κατώρθωσε να

εξεγείρη στάσιν εν Ευβοία. Ο Δημοσθένης διά των τριών

_Ολυνθιακών_ αδιστάκτως παρορμά προς βοήθειαν της Ολύνθου· αλλ'

οι κυβερνώντες επεδίωξαν το προχειρότερον, να σώσωσι την

Εύβοιαν καθό πλησιεστέραν. Και η μεν Εύβοια εσώθη, αλλά η

Όλυνθος έπεσε και η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να παρατείνη τον

αγώνα, ότε δε ο Φιλοκράτης προέτεινεν ειρήνην, ο Δημοσθένης

υπεστήριξεν αυτήν και εχειροτονήθη είς των δέκα πρέσβεων, όσοι

εστάλησαν να διαπραγματευθώσι μετά του Φιλίππου. Αλλά μεταξύ

εκείνων ουδένα είχεν ομόφωνον.

Επιφανέστατος αυτών μετά τον Φιλοκράτην ήτο ο ΑΙΣΧΙΝΗΣ (389 —

314 π. Χ.), ανήρ λόγιος και ουχί ταπεινού γένους, «των δε δήμων

Κοθωκίδης»· αλλ' ένεκα των δυστυχημάτων του πολέμου πάντες οι

οικείοι αυτού είχον αναγκασθή να ζητήσωσι βιοποριστικόν έργον·

και ο μεν πατήρ του Ατρόμητος έγινε διδάσκαλος, η δε μήτηρ

Γλαυκοθέα τελέστρια των μυστηρίων. Αυτός δε ο Αισχίνης έγινεν

υποκριτής, — το θεατρικόν επάγγελμα δεν ενομίζετο χυδαίον — και

γραμματεύς της πόλεως. Αποστρεφόμενος τους δημαγωγούς, ήτο

φίλος του Ευβούλου. Οι δε τρεις σωζόμεμενοι αυτού λόγοι

σχετίζονται με τον Δημοσθένη και την πρεσβείαν εκείνην.

Αι διαπραγματεύσεις υπήρξαν μακραί. Τέλος συνωμολογήθη συνθήκη,

αλλά περιέχουσα δύο τουλάχιστον επικίνδυνα διφορούμενα·

περιελάμβανε δηλαδή τους Αθηναίους «_και τους Αθηναίων

συμμάχους _» και κατέλειπε τους συνθηκολογούντας κυρίους των

χωρίων όσα τότε κατείχον. Αλλ' οι Αθηναίοι εφοβούντο περί δύο

εμπολέμων, οίτινες ήσαν μεν σύμμαχοι, ουχί δε και υποτελείς·

περί του Κερσοβλέπτου, βασιλέως κρατιδίου τινός της Θράκης, και

περί των Φωκίων, ούς αν προσέβαλλεν ο Φίλιππος, θα εισεχώρει

πλέον εις τα σπλάγχνα της Ελλάδος. Οι πρέσβεις του Φιλίππου δεν

εδέχοντο μνείαν των δύο τούτων συμμάχων εν τη συνθήκη, οι δε

Αθηναίοι πρέσβεις ήλπιζον να πείσωσιν αυτόν τον Φίλιππον. Περί

δε του χρόνου της ειρήνης, οι μεν Αθηναίοι ήσαν υπόχρεοι αφ' ής

ημέρας έλαβον τους όρκους. Αλλ' άραγε ο Φίλιππος θα ενόμιζεν

εαυτόν εξ ίσου δεσμευόμενον ή θα εξηκολούθει τας επιχειρήσεις

του μέχρις ού ήθελεν ομόσει; Ο μεν Φιλοκράτης και ο Αισχίνης

ενόμιζον προτιμότερον να θεωρήσωσιν ως αναμφίβολον την καλήν

πίστιν του βασιλέως και να προχωρήσωσι κατά τους συνήθεις

τύπους. Αλλ' ο Δημοσθένης εζήτει να σπεύσωσιν όσον ήτο δυνατόν,

ισχυριζόμενος ότι δεν ήτο ανάγκη να εύρωσι τον Φίλιππον εις την

Πέλλαν, αλλ' όπου και αν ήτο, έστω και στερούμενοι

πληρεξουσίων. Αλλ' όμως επήλθον πολλαί αναβολαί και ότε τέλος ο

Φίλιππος συνήντησε τους πρέσβεις είχεν ήδη σαρώσει τον

Κερσοβλέπτην και στρογγυλεύση τα προς ανατολάς όρια του κράτους

του. Τότε ο Δημοσθένης διεφώνησε φανερά προς τους συμπρεσβευτάς

και τον βασιλέα· απέρριψε τα συνήθη προς τους πρέσβεις δώρα,

άπερ ο Φίλιππος έδιδε «_μεγαλοψύχως_», δεν προσήλθεν εις την

επίσημον θυσίαν και ηθέλησε ν' αναχωρήση μόνος. Επιστρέψας δε

εις Αθήνας, προέτεινεν όπως μηδένα δοθή ο συνήθης πρεσβευτικός

στέφανος.

Προ της παρόδου του μηνός ο Φίλιππος διήλθε τας Θερμοπύλας,

εκυρίευσε την Φωκίδα και ηξίωσεν ως ανήκων ήδη εις την

Αμφικτυονίαν, ν' αναμειγνύεται εις τα πράγματα της Ελλάδος,

κατ' εκείνο δε το έτος (346) προήδρευσε και των Πυθίων. Τότε οι

Αθηναίοι έξαλλοι εξ οργής ήθελον να κηρύξωσι λυθείσαν την

ειρήνην· αλλ' ο Δημοσθένης διά του _Περί της ειρήνης_ απέδειξε

πόσον ολέθριον θα ήτο τούτο. Η αγανακτήσις όμως κατά των

πρέσβεων ήτο φοβερά και οι αντίπαλοι κατήλθον εις δικαστικούς

αγώνας. Ο Δημοσθένης μετά τινος Τιμάρχου κατεδίωξαν τον

Αισχίνην ως παραπρεσβεύσαντα. Ο Αισχίνης εκινδύνευε και διέφυγε

μόνον διά της τολμηράς _Κατά Τιμάρχου_ ανταγωγής, δι' ής

απέδειξε τον Τίμαρχον «_ ηταιρηκότα _». Σήμερον ίσως τοιαύτη

κατηγορία θα προεκάλει μόνον επιζήμιον σκάνδαλον· αλλά τότε ο

Τίμαρχος απεστερήθη πάντων των πολιτικών δικαιωμάτων [και κατά

τινας «απήγξατο»]. Ο Αισχίνης απηλλάγη, αλλ' οι φίλοι του δεν

υπήρξαν τόσον ευτυχείς. Ο Φιλοκράτης δραπετεύσας κατεδικάσθη.

Κατήγορος αυτού υπήρξεν ΥΠΕΡΕΙΔΗΣ ο Γλαυκίππου, ρήτωρ

θεωρούμενος διά την ρώμην του λόγου δεύτερος μόνον του

Δημοσθένους, ανώτερος δε και αυτού κατά την χάριν (304).

Πολιτευόμενος ανήκεν εις τους άκρους εναντίους των Μακεδόνων·

κατά δε την δίαιταν ήτο πασίγνωστος φιλήδονος και εκωμωδείτο ως

οψοφάγος (305) Ο σωζόμενος βίος του είναι συρραφή ανεκδότων,

γνωστότατον δε είναι ότι επέδειξεν εις τους δικαστάς τα στήθη

της Φρύνης. Οι λόγοι του είχον ολόκληροι χαθή, μέχρις ού από

του 1848 ήρχισαν ν' ανακαλύπτωνται επί παπύρων της Αιγύπτου

μεγάλα αποσπάσματα [6 μέχρι τούδε λόγων] ουχί μεν εύγλωττα,

αλλ' υπερβαίνοντα και τους Λυσιακούς λόγους εις την

δροσερότητα, την ευφυολογίαν και την αποφυγήν πάσης σοφιστείας

(306).

Ο δε Δημοσθένης ήτο απησχολημένος εις την παρασκευήν του

μέλλοντος πολέμου και απόκρουσιν των εν Πελοποννήσω ραδιουργιών

του Φιλίππου· (_β' Φιλιππικός_). Ήτο λυπηρόν ότι τω 344 ανέλαβε

την παλαιάν κατά του Αισχίνου αγωγήν, την _Περί της

παραπρεσβείας_. Οι λόγοι και των δύο ρητόρων σώζονται· και ο

μεν Αισχίνης φαίνεται ανώτερος εαυτού, ο δε Δημοσθένης

κατώτερος. Διότι η επίθεσις αυτού ήτο παράφορος, ο δε

χαρακτηρισμός των γεγονότων ένεκα της προκαταλήψεώς του άδικος.

Πιθανώς ηδύνατο ν' αποδείξη ότι ο Αισχίνης ήτο νωθρός πρέσβυς,

αλλά δεν έπεισε τους δικαστάς, ότι ήτο και προδότης. Όθεν ο

Αισχίνης ηθωώθη, ο δε Δημοσθένης δεν προέβη αμέσως εις την

έκδοσιν του λόγου.

Ο _Περί των εν Χερρονήσω_ [341] υπερασπίζει τον στρατηγόν

Διοπείθη, κατηγορούμενον υπό των φιλιππιζόντων διά παράβασιν

της ειρήνης, ο δε _γ' Φιλιππικός_ καταγγέλλει προς πάντας τους

Έλληνας την πανουργίαν του Φιλίππου. Και άλλαι δημηγορίαι του

Δημοσθένους είναι απηλλαγμέναι παντός ό,τι καλούμεν ημείς

«ρητορικήν» και δεικνύουσι την αυτήν αυταπάρνησιν· αλλ' ο _γ'

Φιλιππικός_ είναι αληθώς μοναδικός εν τη λογοτεχνία· ουδεμίαν

δεικνύει στενότητα «_πατριωτισμού_», εκφράζει το προαίσθημα της

επικειμένης καταστροφής και έχει πένθιμον της φράσεως μελωδίαν.

Ο πόλεμος εκηρύχθη τω 340 και κατ' αρχάς έβαινε καλώς υπέρ των

Αθηναίων. Αλλά θρησκευτική ραδιουργία μετέβαλε τα πράγματα. Οι

Λοκροί κατηγόρησαν τους Αθηναίους ως ασεβείς ενώπιον των

Αμφικτυόνων. Η ασέβεια εσήμαινε τότε ό,τι η αίρεσις κατόπιν,

δηλαδή πας ήτο δυνατόν να ευρεθή ασεβής, εάν ήθελε το

δικαστήριον. Οι Αθηναίοι είχον παρά τους τύπους αφιερώσει

Θηβαϊκάς τινας ασπίδας. Αλλά και οι Λοκροί βεβήλως κατέλαβον

ιεράν γην της Κίρρας. Ο Αισχίνης, όστις ήτο τότε αντιπρόσωπος

των Αθηνών, («πυλαγόρας»}, κατώρθωσε να στρέψη την φιλοπόλεμον

δεισιδαιμονίαν του συνεδρίου εναντίον των Λοκρών και εκόμπαζε

διά τούτο. Αλλά ταυτοχρόνως εξυπηρέτει και τον Φίλιππον, διότι

τούτο ήθελε και εκείνος, ένα οιονδήποτε ιερόν πόλεμον, ότε οι

Αμφικτύονες στερούμενοι στρατού, θα προσέφευγον εις αυτόν, ως

προστάτην του ιερού. Αφ' ού δε διέβη τας Θερμοπύλας, απέρριψε

το προσωπείον. Κατά την υστάτην στιγμήν ο Δημοσθένης κατώρθωσεν

ό,τι εζήτει από πολλού, την μετά των Θηβαίων συμμαχίαν. Αλλ' η

στρατηγική των Μακεδόνων ήτο υπερτέρα, και οι σύμμαχοι

συνετρίβησαν παρά την Χαιρώνειαν τω 338.

Οι Αθηναίοι εδέχθησαν την συμφοράν εκείνην μετά της συνήθους

μεγαλοψυχίας. Αυθορμήτως κατέβαλον προς τον Λυκούργον, τον τότε

ταμίαν, μεγάλας εισφοράς και τα τείχη επεσκευάσθησαν προς

έσχατον αγώνα. Αλλ' ο Φίλιππος δεν επεζήτει τούτον. Απέστειλε

τον ρήτορα Δημάδην, όστις είχεν αιχμαλωτισθή, να είπη ότι

εδέχετο προτάσεις περί ειρήνης. Οι μακεδονίζοντες, ο Φωκίων, ο

Αισχίνης και αυτός ο Δημάδης εχειροτονήθησαν πρεσβευταί και αι

Αθήναι αντί ελαφρών όρων συμπεριλήφθησαν εις την κατά των

Περσών υπό την ηγεσίαν του Φιλίππου συμμαχίαν. Αλλά κατόπιν

επήλθε πόλεμος δικαστικός καθ' όν οι μακεδονίζοντες εζήτουν ν'

απολακτίσωσι τους φιλοπολέμους. Ο Υπερείδης κατά την πρώτην

συγκίνησιν, την εκ της ήττης, προέτεινεν απελευθέρωσιν και

εξοπλισμόν των δούλων. Τούτο ήτο παράνομον, ότε δε ο

Αριστογείτων κατηγόρησεν αυτόν, «_τούτο το ψήφισμα_» είπεν

«_ουχ ο ρήτωρ έγραψεν, αλλ' η εν Χαιρωνεία μάχη·_» (307). Το

επιχείρημα ήτο αρκετόν και ο Υπερείδης ηθωώθη. Αλλά κατά του

Δημοσθένους έγινεν έφοδος λυσσαλέα· ο Αριστογείτων, ο Σωσικλής,

ο Φιλοκράτης, ο Μελάνθιος και άλλοι κατέτρεχον αυτόν· αλλ' ο

δήμος παρέμεινεν ακλόνητος· τινές των κατηγόρων δεν έλαβον ουδέ

το πέμπτον των ψήφων, ο δε Δημοσθένης εξελέγη όπως είπη και τον

επιτάφιον εις τους νεκρούς της Χαιρωνείας (308). Τότ' επήλθεν η

απρόοπτος αντεπίθεσις του ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ κατά των μακεδονιζόντων.

Λυκούργος ο Λυκόφρονος ήτο άλλος Κάτων· εντιμότατος ευπατρίδης

αυτός, είχε την μανίαν να εκριζώση και πάσαν διαφθοράν των

πολιτών. Αλλ' αι απαιτήσεις του ήσαν αυστηρόταται· ο μόνος

σωζόμενος λόγος του, ο _Κατά Λεωκράτους_ κατηγόρει τον άνθρωπον

τούτον ως προδότην, διότι μετά την ήτταν της Χαιρωνείας,

εγκατέλιπε την πόλιν αντί να μείνη και να κοινωνήση των

κινδύνων (309). Η ποινή της μικράς ταύτης αφιλοπατρίας ήτο

θάνατος και των δικαστών αι ψήφοι εδιχάσθησαν (310)

Τούτο δεικνύει το φρόνημα της πόλεως· αλλά πάσα κατά του

Μακεδόνος αντίστασις ήτο τότε αδύνατος. Οι Αθηναίοι εδέχοντο

την καιροσκόπον πολιτικήν, όπως ερρύθμιζον αυτήν ηνωμένοι ο

Δημοσθένης και ο Δημάδης. Ότε δ' εγνώσθη η δολοφονία του

Φιλίππου, εμελετάτο εξέγερσις, αλλά ταύτην προέλαβεν η γοργότης

του Αλεξάνδρου. Ολίγον κατόπιν διεδόθη ότι ο Αλέξανδρος

εφονεύθη εν Ιλλυρία και τότ' επανεστάτησαν αι Θήβαι, ο δε

Δημοσθένης ήθελε συμμαχίαν μετ' αυτών. Στρατός και στόλος

παρεσκευάσθη, χρήμα επέμφθη εις τας Θήβας και πρέσβεις

εστάλησαν εις τον μέγαν βασιλέα, ζητούντες περσικήν βοήθειαν,

ότε ο Αλέξανδρος επανήλθε, κατέσκαψε τας Θήβας και εζήτησε την

παράδοσιν δέκα πρωτευόντων φιλοπολέμων, εννοείται και του

Δημοσθένους. Αλλ' ο Δημάδης, ο μεσίτης της Χαιρωνείας,

εμεσολάβησε και πάλιν, ώστε ο Αλέξανδρος ηρκέσθη μόνον εις την

καταδίκην του στρατηγού Χαριδήμου και αφήκε τους λοιπούς (335

π. Χ.).

Αι επανειλημμέναι αύται αποτυχίαι κατέστησαν φυλακτικώτερον τον

Δημοσθένην· προσεχώρησε λοιπόν έτι περισσότερον προς την

καιροσκοπίαν του Δημάδου, απομακρυνόμενος βαθμηδόν από των

άκρων φιλοπολέμων. Τούτο έδιδεν εις τους παλαιούς του

αντιπάλους λαβήν προς την από πολλού σκευωρουμένην επίθεσιν.

Κάποιος Κτησιφών — ονομαστός κατά τον Αισχίνην διότι ήτο ο

μόνος γελών διά τους αστεϊσμούς του Δημοσθένους — είχε

προτείνει, ολίγον μετά την εν Χαιρωνεία μάχην, να στεφανωθή ο

Δημοσθένης εν τω θεάτρω του Διονύσου διά στεφάνου χρυσού,

«_αρετής συμπάσης ένεκα και ευνοίας της προς την πόλιν_».

Αμέσως ο Αισχίνης «_εγράψατο Κτησιφώντα παρανόμων_», Αλλ' η

δίκη ανεβλήθη μέχρι του 330. Ο _Κατά Κτησιφώντος_ του Αισχίνου

στηρίζεται εις τα εξής τρία· πρώτον ότι ήτο παράνομον να

στεφανωθή υπεύθυνος έτι άρχων, ο δε Δημοσθένης κατείχε τότε δύο

αρχάς· δεύτερον, ότι παράνομος ήτο ανακήρυξις εν τω θεάτρω και

τρίτον, ότι ο Δημοσθένης δεν ήτο πολίτης αγαθός ουδέ άξιος του

στεφάνου. Ήτο φανερόν, ότι αν το τρίτον κεφάλαιον συνεζητείτο,

τα δύο πρώτα θα ήσαν ασήμαντα. Η αγωγή, εννοείται, ήτο άμεσος

πρόκλησις προς τον Δημοσθένη και αυτός αντεπεξήλθεν ως

συνήγορος του Κτησιφώντος διά του _Περί του στεφάνου_, όπως

υπερασπίση ολόκληρον τον πολιτικόν του βίον.

Αλλ' η πανουργία της επιθέσεως του Αισχίνου έγκειται εις τούτο.

Κατά το πραγματικόν ζήτημα, το μεταξύ της μιας και της άλλης

πολιτικής, η μεγάλη πλειοψηφία ήτο βεβαίως υπέρ του

Δημοσθένους. Αλλά το φλέγον ερώτημα ήτο αν ο Δημοσθένης των

τελευταίων οκτώ ετών ήτο απαράλλακτος ο Δημοσθένης των

_Φιλιππικών_. Ο Αισχίνης γινώσκων ότι κατίσχυον οι περί τον

Υπερείδην άκροι φιλοπόλεμοι, λαλεί διαρρήδην υπέρ αυτών.

Εξαίρει πονηρότατα πόσον ο Δημοσθένης κατά την αρχήν του

σταδίου του ειργάσθη χάριν της ειρήνης και φθάνει μέχρι τόσου

θράσους, ώστε να τον κατηγορή ότι προ μικρού απώλεσε τρεις

ευκαιρίας να καταβάλη τον Αλέξανδρον! Και ταύτα, ενώ αυτός ήτο

φίλος και υποστηρικτής του Αλεξάνδρου! Προς τας συκοφαντίας

ταύτας ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' απαντήση απλώς διά καθαράς

καταγγελίας περί προδοσίας του Αισχίνου, ήτις θα επέφερε την

ήτταν τούτου και την αποστολήν αυτού δεσμίου προς τον Μακεδόνα.

Αλλ' ο Δημοσθένης δεν απαντά προς ταύτα. Αφήνει τους

φιλοπολέμους ν' αποφασίσωσι σιωπηλώς κατά πόσον αυτός

εξυπηρέτησε την πολιτικήν ολοκλήρου της ζωής του, και αν

μετενόει διά την Χαιρώνειαν ή όχι. Τούτο ήτο αρκετόν. Ο

Αισχίνης ουδέ το πέμπτον έλαβε των ψήφων και έφυγε

κατησχυμμένος εξ Αθηνών. Αποκατεστάθη εις την Ρόδον, όπου

ήνοιξε σχολήν, ελέγετο δε ότι ο Δημοσθένης συνέδραμε χρηματικώς

αυτόν (311).

Αλλ' οι εχθροί του δεν ανέμενον επί πολύ. Τω 324 ο Άρπαλος, ο

ταμίας του Αλεξάνδρου, κατέφθασε μετά στόλου και 70 ταλάντων

δηλαδή τελείας παρασκευής προς επανάστασιν. Εζήτησε να γίνη

δεκτός εις τας Αθήνας και οι άκροι φιλοπόλεμοι ήνοιγον τας

αγκάλας προς αυτόν. Αλλ' ο καιρός ήτο δι' άλλους λόγους

ακατάλληλος· όθεν ο Δημοσθένης προέτεινε κάτι δεξιώτερον· θέλων

ν' αποφύγη πάσαν φανεράν ρήξιν προς τον Αλέξανδρον, εζήτει ν'

αποπέμψη τον στόλον του ο Άρπαλος και τότε συγκατένευε να τον

δεχθή απλώς ως ιδιώτην πρόσφυγα. Εάν δε ο Αλέξανδρος εζήτει την

έκδοσιν αυτού, ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' αποφύγη τούτο (ως ζήτημα

προσωπικόν) χωρίς να διαταράξη τας προς τον βασιλέα σχέσεις. Οι

μακεδονίζοντες επέμενον όπως ο Άρπαλος συλληφθή, το δε χρυσίον

κατατεθή εις τον Παρθενώνα, ως παρακαταθήκη του Αλεξάνδρου. Ο

Δημοσθένης συνεφώνησεν εις ταύτα διά μακρού λόγου, αλλά κατόπιν

είναι γνωστόν μόνον ότι ο Άρπαλος αίφνης εδραπέτευσε και το

ποσόν μετρηθέν κατ' απαίτησιν των μακεδονιζόντων, ευρέθη

ολιγώτερον παρά το ήμισυ. Ότι τα χρήματα εδαπανώντο εις

μυστικάς πολεμικάς παρασκευάς είναι αναμφίβολον· οι

μακεδονίζοντες εζήτουν επισήμους ανακρίσεις και άμεσα μέτρα.

Αλλ' ο Δημοσθένης κατώρθωσε να παραπεμφθή το ζήτημα εις την εξ

Αρείου πάγου βουλήν και ν' αναβληθή. Αλλά τέλος εδικάσθη, η δε

βουλή χωρίς να δηλώση, τι απέγιναν τα χρήματα, ηύρεν ενόχους

δωροδοκίας πολλούς και δη τον Δημοσθένη. Οι μακεδονίζοντες

έδραξαν την περίστασιν, και αφ' ενός μεν κατεδίωξεν αυτόν ο

ΔΕΙΝΑΡΧΟΣ, αφ' ετέρου δε ο Υπερείδης. Ο Δείναρχος ήτο

Κορίνθιος, φημισθείς εκ της δίκης ταύτης, διότι και οι τρεις

σωζόμενοι λόγοι του σχετίζονται προς αυτήν· εκαλείτο δε

«_κρίθινος Δημοσθένης_» (διά το «_τραχύ και γοργόν και

σφοδρόν_», όπερ εμφαίνει προ πάντων ο _Κατά Δημοσθένους_ λόγος]

(312). Πολύ, μέχρις υποψίας διάφορος, είναι ο _Κατά

Δημοσθένους_ του Υπερείδου, όστις ουδέν λέγει δυνάμενον διά

παντός να διαρρήξη την φιλίαν των (313) και εφιστά την προσοχήν

εις την θέσιν του Δημοσθένους, εις το άλυτον ζήτημα του τι

εσκόπει να κάμη διά των χρημάτων εκείνων. Αλλά ζητεί την

καταδίκην του μετά ψυχραιμίας, ήτις δικαιολογεί τα λεγόμενα

περί του θάρρους του. Ο Δημοσθένης κατεδικάσθη. Μη δυνάμενος δε

να καταβάλη το τεράστιον πρόστιμον των 50 ταλάντων, έφυγεν εις

την Τροιζήνα.

Εννέα μήνας μετά ταύτα, ο Αλέξανδρος απέθανε και η Ελλάς

εξηγέρθη. Τότε ο Δημοσθένης μετά του κατηγόρου του Υπερείδου

εστάλη όπως εξεγείρη τους Πελοποννησίους, επανερχόμενος δε εις

Αθήνας, έτυχεν ενθουσιωδεστάτης υποδοχής. Ο πόλεμος ήρχισεν

επιτυχώς. Ο σωζόμενος _Επιτάφιος του Υπερείδου_ εξεφωνήθη κατά

το πρώτον αυτού έτος. Αλλά τω 322 επήλθεν η ήττα της Κραννώνος,

και ο Αντίπατρος εζήτησε την παράδοσιν του Δημοσθένους και του

Υπερείδου. Ο γέρων Δημάδης, ανίσχυρος να μεσιτεύη πλέον, έγραψε

το ψήφισμα της εις θάνατον καταδίκης. Ο Δημοσθένης κατέφυγε

τότε εις το ιερόν του Ποσειδώνος το εν Καλαυρία, όπου

συλληφθείς υπό του Αρχίου, έπιε δηλητήριον. Ο Υπερείδης λέγεται

ότι εκόπη την γλώσσαν και εβασανίσθη, όπερ θα ήτο ίσως

απίστευτον, αν μη ήτο γνωστόν ότι μετά την απώλειαν της

ελευθερίας κατέκλυσε την Ελλάδα η ασιατική βαρβαρότης και

αγριότης.

Ο Δημοσθένης ουδέποτε διέφυγε την επήρειαν της νοσηράς

ατμοσφαίρας, όπου έζη. Και αυτός πολιτικώς παραφερόμενος, είν'

επικίνδυνος διδάσκαλος. Όθεν αι σχολαί της Αλεξανδρείας, ως

μοναρχικαί δεν τον εθαύμαζον. Ο Γρότε τον ενόμιζεν αθλητήν της

ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ο Niebuhr (1804) εξελάμβανε τον

Φίλιππον ως Ναπολέοντα, και τον Δημοσθένην ως τον ιδεώδη αυτού

τιμωρόν. Αλλ' από του 1870, αφ' ότου η μοναρχική στρατοκρατία

ήλλαξε διαμονήν, οι Γερμανοί σοφοί (314) στενοχωρούμενοι διά

την ομοιότητα Δημοσθένους και Γαμβέττα, κατακρίνουσιν εν γένει

την πολιτικήν της revanche. Είς τούτων ενθυμείται και τον

«δημοκόπον Γλάδστωνα». Οι δε τεχνοκρίται διαβάλλουσι την δόξαν

του ρήτορος, επικρίνοντες τον σχηματισμόν και τον ρυθμόν των

φράσεών του και δεικνύοντες ότι απέφευγε την σύμπτωσιν

περισσοτέρων των δύο βραχειών συλλαβών. Αλλ' είναι απλοϊκός των

νεωτέρων βαρβαρισμός να νομίζωμεν ότι πολλή περί τας τοιαύτας

λεπτομερείας προσοχή αποδεικνύει το μη αυθόρμητον των ρητορικών

λόγων.

Δεν απόκειται εις ημάς να συζητήσωμεν την αξίαν της πολιτικής

του Δημοσθένους. Το ζήτημα εξαρτάται αφ' ενός μεν εξ ιστορικών

προβλημάτων, αφ ετέρου δε και εκ της σπουδαιότητος, ήν

αποδίδομεν καθείς εις τον πολιτισμόν και την ελευθερίαν· από

ποίου δηλαδή σημείου θεωρούμεν άνδρα τινά υποχρεούμενον να

υποκύψη σιωπηλώς εις τον ζυγόν άλλου, ηθικώς υποδεεστέρου. Οι

Αθηναίοι, και αφού υπέμειναν τα πάνδεινα, προκειμένου να

υποταχθώσιν, ενόμισαν κάλλιον να πέσωσι κατόπιν μάχης.

Περί δε της φιλαληθείας του Δημοσθένους, η ανόητος τάσις των

θεωρούντων τους πολιτικούς αυτού λόγους ως αφηγήσεις ιστορικών

γεγονότων επέφερε φυσικήν αντίδρασιν· οι νέοι κριτικοί

επιπίπτουσιν άγριοι και κατά των ελαχίστων αυτού υπερβολών·

ούτως ο Holm ευρίσκει «τρία χονδρά ψεύδη του αριστοτεχνήματος

εκείνου της σοφιστείας, του _γ' Φιλιππικού_»· δηλαδή τον

ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος, ότ' εκυρίευε χωρία τινά, είχεν ήδη

ομόσει, ενώ πράγματι μόνον είχε πείσει τους Αθηναίους να λάβωσι

τους όρκους· τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος εβάδιζε ταχύτατα

εξαρτύσας «ψιλούς, ιππέας, τοξότας, ξένους», ισχυρισμόν

αληθινόν, αλλ' αποκρύπτοντα ότι ήγε και βαρείαν φάλαγγα οπλιτών

και τέλος την συκοφαντίαν, ότι ο Φίλιππος ήλθε προς τους Φωκείς

ως σύμμαχος, ενώ πράγματι είχεν επίτηδες αφήσει τους σκοπούς

του αμφιβόλους. Αλλ' ο κριτικός ο δεινολογών διά μικρολογήματα

τοιαύτα, ολίγην έχει είδησιν περί κοινοβολευτικών αγώνων.

Αναμφισβήτητον είναι ότι ο Δημοσθένης παρέβαινε την λεπτήν

συμπεριφοράν και την εθιμοτυπίαν, ότε κατηγόρει τους

συμπρεσβευτάς του, και κατόπιν ότ' ενεδύθη εορτάσιμα διά την

δολοφονίαν του Φιλίππου, αν και μόλις προ μικρού είχεν ο ίδιος

χάσει την μόνην του θυγατέρα. Κατά τας αρχάς του εσχάτου

πολέμου η ενέργεια του Φιλίππου ήτο τόσον άμεμπτος, όσον και η

συμπεριφορά ετέρου Φιλίππου προς τον Γουλιέλμον της Οράγγης.

Μεταξύ δε των δικανικών του Δημοσθένους λόγων ευρίσκομεν

περιεργοτάτην μεταστροφήν. Κατά τα 350 έγραψεν _Υπέρ Φορμίωνος_

κατ' Απολλοδώρου περί τραπεζιτικών χρημάτων και εκέρδισε την

δίκην. Το δε ακόλουθον έτος έγραψεν υπέρ του Απολλοδώρου, _Κατά

Στεφάνου_, εγκαλών ως ψευδομάρτυρα ένα των προηγουμένων του

μαρτύρων και στηλιτεύων την πονηρίαν του Φορμίωνος. Και ίσως

μεν ο Δημοσθένης ανεκάλυψε κατόπιν επιβαρυντικά τινα κατά του

παλαιού του πελάτου, λ. χ. ότι ο Στέφανος είχε ψευδομαρτυρήσει.

Αλλά σχετικώτερον προς το πρόβλημα φαίνεται το γεγονός, ότι

κατ' αυτό εκείνο το έτος ο Απολλόδωρος ουχί άνευ ιδίου κινδύνου

είχε προτείνει ό,τι προ μακρού επόθει ο Δημοσθένης, ήτοι την

χρήσιν των θεωρικών προς πολεμικήν παρασκευήν και έκτοτε

παρέμεινε πιστός του ρήτορος φίλος. Η δε υπόθεσις του Μειδίου

είναι λαμπρόν παράδειγμα της υποταγής της ιδιωτικής φιλοτιμίας

εις το δημόσιον συμφέρον. Ο Μειδίας, στενός φίλος του Ευβούλου,

είχεν υβρίσει και ραπίσει τον Δημοσθένην, όντα χορηγόν κατά την

εορτήν των Διονυσίων. Ο Δημοσθένης ητοιμάζετο να διώξη αυτόν

[348] και έγραψε τον σωθέντα σφοδρότατον _Κατά Μειδίου_ λόγον,

όπου ζητεί την αυστηροτάτην αυτού τιμωρίαν. Εν τω μεταξύ όμως

ήρχισαν αι περί της ειρήνης διαπραγματεύσεις του 346 και ο

Δημοσθένης θέλων να συνεργασθή μετά του Ευβούλου, εδέχθη

αποζημίωσιν και απέσυρε την μήνυσιν.

Αναγινώσκοντες τον Δημοσθένην και τον Αισχίνην ουδέποτε πρέπει

να λησμονώμεν ότι έχομεν ενώπιον μας μεσημβρινόν λαόν,

ευρισκόμενον εν τη αγωνία της υστάτης πάλης· εκεί αβρότης ή

λεπτότης δεν υπάρχει, ουδέ στολισμός της μονομαχίας. Οι άνδρες

μάχονται κρατούντες ξίφη γυμνά και αποβλέποντες εις τον σκοπόν.

0 Δημοσθένης ενόμιζε τους αντιπάλους του όχι σφαλλομένους

πολιτικούς, αλλά προδότας επιόρκους, οίτινες επώλησαν την

πατρίδα εις τον βάρβαρον. Εκείνοι πάλιν τον ενόμιζον, όχι ίσως

προδότην, — τούτο ήτο αδύνατον — αλλά κακόβουλον και μανικόν

άνθρωπον, εμποδίζοντα πάσαν ειρηνικήν διευθέτησιν των

πραγμάτων. Αι λέξεις «προδότης» και «δωροδόκος» εκυκλοφορούντο

τότε πανταχού, αλλ' ουδεμία απεδείχθη προδοσία, ουδέ πραγματική

δωροδοκία, πλην εάν ονομάσωμεν ούτω την υπόθεσιν του Αρπάλου.

Ταμιακά σκάνδαλα εν Αθήναις δεν υπήρχον, ουδέ καν νομικαί

ατασθαλίαι· υπήρχε δε μοναδική τιμιότης εις την διαχείρισιν των

κοινών. Οι Αθηναίοι ους επετίμα ως αδιαφόρους ο Δημασθένης,

εδείκνυον έντασιν αυτοθυσίας και προσπαθείας, όσην ολίγοι

πολιτισμένοι λαοί δύνανται σήμερον να υποστώσιν. Η περί

δωροδοκίας υποψία κυρίαν αφορμήν είχεν ότι τότε οι Αθηναίοι

ευρέθησαν ενώπιον εχθρού πολύ υπερτέρου κατά την υλικήν δύναμιν

και την διπλωματικήν τέχνην. Τους εξέπλησσε το παράδοξον ότι

ενώ ενίκων κατά τας πλείστας μάχας, αδιακόπως τα πράγματά των

εγίνοντο χειροτέρα. Πώς ημιβάρβαρος βασιλεύς ενέπαιζε τους

ευφυεστάτους των πολιτευομένων; Εξ άπαντος υπήρχε λοιπόν

προδότης! Η σκέψις αύτη παρέφερε τον Δημοσθένη μέχρι μανίας.

Έβλεπε γύρω κόσμον όλον προδοτών, και εφώρμα κατά τινος

Αντιφώντος εν τω μέσω της οδού να τον συλλάβη. Κατά καλήν τύχην

οι δικασταί ήσαν σωφρονέστεροι, και σχεδόν ουδένα κατεδίκαζον.

Τα αυτά περίπου συνέβαινον και εν Ιταλία προ του 1848 και μετά

ταύτα, ότε γενναίοι πατριώται κατηγόρουν αλλήλους ως προδότας.

Αλλ' όμως οι άνδρες του 404, του 338 και αυτού του 262 π. Χ.

ολίγους έχουσιν ίσους κατά την φιλοπατρίαν και την αυτοθυσίαν.

Άλλο δυσάρεστον αποτέλεσμα της υποψίας και του μίσους εκείνου

είναι η υπερβολή και κατάχρησις της γλώσσης των αντιπάλων. Όχι

βεβαίως εν τη εκκλησία του δήμου· διότι ο Δημοσθένης δημηγορών

ουδέ μνημονεύει κανένα. Αλλ' ενώπιον των δικαστηρίων αι

επιθέσεις ήσαν άγριαι, εκεί δε κατέληγον συχνά οι πολιτικοί

αγώνες. Και σήμερον οι δικηγόροι επισωρεύουσι «σκάνδαλα»,

οπωσδήποτε σχετικά προς τους διαδίκους ή τους μάρτυρας. Αλλ' η

κατά του Αισχίνου επίθεσις εν τω _Περί του στεφάνου_ ήτο όλως

εξαιρετική. Ο Δημοσθένης τον εμίσει κατάκαρδα. Αλλ' ίσως δεν θα

κατέβαινε μέχρι του πατρός και της μητρός και της ανατροφής

του, εάν μη ο Αισχίνης υπερηφανεύετο πάντοτε διά την καταγωγήν

του, — διότι βεβαίως ήτο κοινωνικώς ανώτερος του Δημοσθένους

και περισσότερον πεπαιδευμένος — και αν μη προσέβαλλεν αυτός

τον Δημοσθένην ως πρόστυχον δημαγωγόν. Και πάλιν ίσως ο

Δημοσθένης θα μετενόει διά τους κατά της γραίας σαρκασμούς του

(315), είναι δε καλόν και οι νεώτεροι λόγιοι να μη ανευρίσκωσιν

υπό τας λέξεις ανυπάρκτους σημασίας.

Ο Δημοσθένης (316) λοιπόν πρέπει να κρίνεται μετά των τότε

καιρών. Ούτε άγιος ήτο, ούτε μέτριός τις άνθρωπος. Ήτο ανήρ

μεγαλοφυής και υπό τινας επόψεις ήρως· βεβαίως «φανατικός»,

πάντοτε δε «πολιτευόμενος». Είναι αντιπρόσωπος των Αθηνών εις

τον συνδυασμόν εκείνον της οξυνοίας και της δραστηριότητος μετά

του ευγενούς ιδανικού, την ένωσιν εκείνην του πάθους και της

τέχνης, την επιζήτησιν της ηθικής απόψεως των πραγμάτων ήτοι

του αγαθού και του καλού, ήτις είναι το κύριον γνώρισμα των

πλείστων συγγραφέων της Ελλάδος. Αν ονομάσωμεν ως ο

Κοϊντιλιανός «κακόν» τον Δημοσθένη, πρέπει να είπωμεν κακόν και

αυτόν τον Ησαΐαν. Τούτο σημαίνει είτε ότι γενναίαι λέξεις και

στοχασμοί δεν εμφαίνουσιν αρετήν, είτε ότι τας ισχυράς ταύτας

εκφράσεις της ψυχής δύναται να εκστομίση και αγύρτης. Αλλά

τούτο δεν είναι πιστευτόν. Δύο χωρία του Δημοσθένους αντηχούσιν

εις τα ώτα ημών ως πισταί εικόνες του ανδρός «_Ου γαρ έστιν,

ουκ έστιν, ω άνδρες Αθηναίοι, αδικούντα καπιορκούντα και

ψευδόμενον δύναμιν βεβαίαν κτήσασθαι· αλλά τα τοιαύτα εις μεν

άπαξ και βραχύν χρόνον αντέχει και σφόδρα γ' ήνθησ' επί ταις

ελπίσιν αν τύχη, τω χρόνω δε φωράται και περί αυτά καταρρεί_»

(317).

«_Αλλ' ουκ έστ' ουκ έστιν όπως ημάρτετ' άνδρες Αθηναίοι, τον

υπέρ της απάντων ελευθερίας και σωτηρίας κίνδυνον αράμενοι, μα

τους Μαραθώνι προκινδυνεύσαντας των προγόνων, και τους εν

Πλαταιαίς παραταξαμένους και τους εν Σαλαμίνι ναυμαχήσαντας και

τους επ' Αρτεμισίω και πολλούς ετέρους τους εν τοις δημοσίοις

μνήμασι κειμένους αγαθούς άνδρας, ούς άπαντας η πόλις της αυτής

αξιώσασα τιμής έθαψεν, Αισχίνη, ουχί τους κατορθώσαντας αυτών,

ουδέ τους κρατήσαντας μόνους_» { It cannot be, Athenians, that

you did wrong when you took upon you the battle for the freedom

and safety of all. No, by our fathers who first met the Μede at

Marathon, by the footmen of Platοea, by the sailors of Salamis

and Artemisium, by all the brave men lying in our national

sepulchres — whom the city has interred with honour, ΑEschines,

all alike, not only the successful or the victorious! It cannot

be, Athenians, that you did wrong when you took upon you the

battle for the freedom and safety of all. No, by our fathers

who first met the Μede at Marathon, by the footmen of Platοea,

by the sailors of Salamis and Artemisium, by all the brave men

lying in our national sepulchres — whom the city has interred

with honour, ΑEschines, all alike, not only the successful or

the victorious! } (318).

ΙΗ'

Η ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΪΚΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας · 第 7 / 52 题