Η ΠΡΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Η αρχαία κωμωδία, ανάπτυξις των φαλλικών ασμάτων των εορτών του
τρυγητού και του θέρους, έλαβε καλλιτεχνικήν μορφήν εντός των
δύο μεγάλων κέντρων της εμπορικής και λαϊκής κινήσεως, των
Συρακουσών και των Αθηνών.
Η Σικελική κωμωδία φαίνεται ότι έλαμψε πρώτη· Ο ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ
παραδίδεται ότι ήκμαζε κατά τα 486, ελθών εκ της Κω, όπου
εγεννήθη (262), πρώτον μεν εις τα Μέγαρα της Σικελίας, έπειτα
δε εις τας Συρακούσας. Αλλά τα λείψανα των κωμωδιών του είναι
ολιγοστά, συγκρινόμενα προς την μεγάλην αυτού φήμην, και είναι
δύσκολον να σχηματίσωμεν καθαράν περί αυτού ιδέαν. Ο Επίχαρμος
ήτο κωμικός ποιητής και φιλόσοφος, πιθανώς Πυθαγορίζων [όθεν ο
Έννιος ωνόμασε διδακτικόν του ποίημα «_Επίχαρμον_»}. Αι δε
κωμωδίαι του είναι άλλαι μεν παρωδίαι ηρωικών μύθων, ως ο
*_Κύκλωψ_, ο *_Βούσιρις_, ο *_Προμηθεύς_, ομοιάζουσαι προς τα
σατυρικά δράματα των Αθηνών, και τας παραπλησίας κωμωδίας του
Κρατίνου, λ. χ. τον *_Οδυσσέα_ και τον *_Χείρωνα_ άλλαι δε, ως
ο * _Αγροστίνος_ και οι *_Θεαροί_ ήσαν μίμοι, παριστώντες
σκηνάς του καθημερινού βίου. Επί του πεδίου τούτου είχεν
αντίπαλον τον ΣΩΦΡΟΝΑ, ο οποίος έγραψε «_μίμους γυναικείους_»
και «_μίμους ανδρείους_» και εκληροδότησεν εις ημάς ονόματα
κωμωδιών, όπως τον *_Θυννοθήραν_, τον *_Άγγελον_, και *
_Ακεστρίας_ και την *_Πενθεράν_. Το τρίτον είδος των έργων του
Επιχάρμου ήτο κάπως φιλοσοφικόν, όπως η συζήτησις μεταξύ
«_Λόγου και Λογίνας _», δηλ. πιθανώς αρσενικού και θηλυκού
λόγου. Τέλος έγραψε και αυστηρώς φιλοσοφικόν ποίημα, το *_περί
Φύσεως_· λέγεται ότι αι κωμωδίαι του ήσαν γοργαί και
κεκινημέναι αλλά τα σωζόμενα αποσπάσματα φαίνονται ζωηρά
βεβαίως ένεκεν άλλων ιδιοτήτων, δηλαδή διά το πρωτότυπον της
εννοίας ή το γραμματικώς παράδοξον. Έξοχος είναι η περιγραφή
παρασίτου (263)· η λέξις είναι μεταγενεστέρα, αλλά παράσιτοι
υπήρχον και τότε. Είναι δε περίεργον ότι κάμνει λογοπαίγνια,
όλως απερικάλυπτα, καθώς [εν τω *_Λόγω_], όπου ο Ζευς ελέγετο
«_ Πέλοπι γ' έρανον εστιών_», ο δε ακούων αντί του «_γ'
έρανον_» ήτοι συμπόσιον, «_γέρανον_», νομίζει ότι ο Ζευς
παρέθεσεν εις τον ξένον του γερανόν. Χαρακτηριστικός διάλογος
είναι ο ακόλουθος [παρ' _Αθηναίω_ Β' σ. 36]
_Α. εκ μεν θυσίας θοίνα,
εκ δε θοίνας πόσις εγένετο. Β. χαρίεν ως γ' εμίν δοκεί
Α. εκ δε πόσιος κώμος, εκ κώμου δ' εγένεθ' υανία
εκ δ' υανίας δίκα, 'κ δίκας δ' εγένετο καταδίκα
εκ δε καταδίκας πέδαι τε και σφαλάς και ζημία._
{A. After the sacrifice came a feast, and after the feast a
drinking-party. B. That seems nice. A. And after the drinking-
party a revel, after the revel a swinery, after the swinery a
summons, after the summons a condemnation, and after the
condemnation fetters and stocks and a fine!}
Παροιμιώδεις δε απέμειναν οι στίχοι του
Νόος ορή και νόος ακούει· τάλλα κωφά και τυφλά.
{ Mind hath sight and Mind hath hearing; all things else are
deaf and blind }
Νάφε και μέμνασ' απιστείν· άρθρα ταύτα ταν φρενών.
{ Be sober, and remember to disbelieve: these are the sinews of
the mind! }
Των πόνων πωλούντι πάντα ταγάθ' αμίν τοι θεοί (264).
Η αττική κωμωδία ανεπτύχθη κατ' άλλον τρόπον, από δε του 460 π.
Χ. και εξής ηκολούΘησε τα βήματα της τραγωδίας. Το σχέδιον
αυτής φαίνεται συγκείμενον εκ δυο μερών, εχόντων την
«παράβασιν» εν τω μέσω. Δηλαδή πρώτον μεν παρέχεται γενική
ερμηνεία της υποθέσεως και των προσώπων· έπειτα δε γίνεται η
«παράβασις» του όλου χορού, του οποίου ο ηγεμών αντιπροσωπεύων
τον ποιητήν, ομιλεί περί ζητημάτων της ημέρας· κατόπιν έπεται
σειρά κωμικών σκηνών, αίτινες άνευ τάξεως ή μεθόδου παριστώσι
τα επακόλουθα των εν τω πρώτω μέρει τεθέντων· το τέλος δε είναι
κώμος, ήτοι διασκεδαστικόν άσμα συνοδεύον την έξοδον των
υποκριτών. Παραδείγματος χάριν, το πρώτον μέρος της αρχαιοτάτης
των σωζομένων κωμωδιών, των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, — τότε
το όλον είχε καταστή δραματικόν, — εξηγεί πώς ο ήρως κατώρθωσε
να συνάψη ιδιαιτέρως ειρήνην μετά των Πελοποννησίων· έπεται δε
η παράβασις και κατόπιν σειρά σκηνών ασυνδέτων, αι οποίαι
παριστώσι πώς διασκεδάζει, απολαύων της ειρήνης, ο ήρως μετά
της οικογενείας του κατ' αντίθεσιν προς τους λοιπούς πολίτας.
Περί των αρχαιοτάτων κωμικών ποιητών — Χιωνίδου, Εκφαντίδου και
Μάγνητος — ολίγα είναι γνωστά (265). Πρώτος αξιόλογος κωμικός
είναι ο ΚΡΑΤΙΝΟΣ, ο οποίος εκωμώδησε τον Περικλή, — «_τον
σχινοκέφαλον Δία_» «_τον υιόν της στάσεως και του πρεσβυγενούς
Κρόνου_» { the child of Cronos and Double-dealing } — καθώς ο
Αριστοφάνης εμαστίγωσε τον Κλέωνα. Οι κριτικοί εθεώρουν αυτόν
απαραμίλλως δυνατόν, αλλά και υπερβολικά πικρόν. Ο δε
Αριστοφάνης συχνά τον αναφέρει· ως χείμαρρος, λέγει,
«_παρασύρων εφόρει τας δρυς και τας πλατάνους και τους εχθρούς
προθελύμνους _». { like a mountain-torrent, sweeping down
houses and trees and people who stood in his way! } Ο Κρατίνος
ήτο μεμυημένος Ορφικός, και έφαγε κρέας Βακχείου ταύρου (266),
ήτο δε και κατά την νεωτέραν έννοιαν οπαδός του Βάκχου. Ο
Αριστοφάνης εν τοις _Ιππεύσιν_ (424) εδείκνυεν αυτόν ως
«_παραληρούντα_» γέροντα, αλλά το σκώμμα εξήγειρε τον γηραιόν
πότην. Το επόμενον έτος εδίδαξε την * _Πυτίνην_ (το φλασκί)
φανεράν διακωμώδησιν εαυτού, όπου η σύζυγός του Κωμωδία τον
έσωζεν εκ των αγκαλών της απίστου Πυτίνης. Έτυχε τότε των
πρωτείων, ενώ ο Αριστοφάνης ήλθε τελευταίος. Αλλ' ήτο ήδη
ερείπιον και απέθανε περί το 421. Είς των τριών υποκριτών του
ήτο ο ΚΡΑΤΗΣ, ο οποίος και έγραψεν επιτυχείς κωμωδίας, διεκρίθη
δε ως πρώτος παραστήσας μεθύοντας επί της σκηνής (267).
Ο ΦΕΡΕΚΡΑΤΗΣ, ο λαβών τα πρωτεία κατά τα 437, ήτο αξιόλογος
αλλά βαρύς κωμικός, εάν κρίνωμεν εκ των πολυαρίθμων αυτού
αποσπασμάτων. Εξέλεγε καλυτέρας υποθέσεις ή οι σύγχρονοί του
και επλησίαζε μάλλον προς την νέαν κωμωδίαν· ούτως
επραγματεύετο κοινωνικά θέματα, καθώς την ακολασίαν των δούλων
και την φιλοποσίαν των εταιρών· επολέμησε δυνατά τον ΤΙΜΟΘΕΟΝ
και τον νέον τρόπον της μουσικής (268)· φαίνεται δε προς
τούτοις ότι έτεινεν, όπως κατόπιν ισχυρότερον ο Αριστοφάνης,
εις ποίησιν κωμωδιών υποκειμένων εντός φανταστών τόπων
μακαριότητος π.χ. οι *_Μεταλλείς_ αυτού παρίστανον χρυσούν τινα
αιώνα, υπάρχοντα εντός του βάθους ή υποκάτω της γης, πιθανώς δε
και οι * _Μυρμηκάνθρωποι_ κάτι παρόμοιον. Μόνον δε μίαν
πολιτικήν κωμωδίαν γινώσκομεν αυτού, πικράν διακωμώδησιν του
Αλκιβιάδου (269).
Ο ΕΥΠΟΛΙΣ είναι ο τα μέγιστα επαινούμενος των συγχρόνων του
Αριστοφάνους. Χαρακτηριστικόν αυτού ήτο η χάρις, κατ' αντίθεσιν
προς την δύναμιν και την δριμύτητα του Κρατίνου και τον
συγκερασμόν των αρετών τούτων υπό του Αριστοφάνους· οι τρεις
ούτοι απετέλουν τον εν Αλεξανδρεία κανόνα των [αρχαίων] κωμικών
ποιητών. Ελέγετο δε ότι ο κατά την εν Ελλησπόντω μάχην θάνατος
του Ευπόλιδος έδωκεν αφορμήν όπως η πόλις απαλλάξη τους ποιητάς
από της στρατείας. Τα πολιτικά του φρονήματα κατ' αρχάς
εταυτίζοντο τόσον προς τα του Αριστοφάνους, ώστε και
συνειργάσθησαν οι δύο εις την δριμυτάτην των σωζομένων
κωμωδιών, τους _Ιππέας_, έπειτα δε κατηγόρει ο είς τον άλλον ως
λογοκλόπον. Η κωμωδία εκείνη εστηλίτευε τον Κλέωνα, τον δε *
_Μαρικάν_ έγραψεν ο Εύπολις εναντίον του Υπερβόλου· εν τοις
*_Δήμοις_ έλεγε πολλά τα καλά περί του Περικλέους ως ρήτορος
(απόσπ. 94), αλλά τούτο συνέβαινε μετά τον θάνατον εκείνου και
πιθανώς δεν είχε πολλήν σημασίαν· προς εξευτελισμόν του Κλέωνος
ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Περικλέους, καθώς και προς
εξευτελισμόν του Υπερβόλου ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Κλέωνος.
Η κωμωδία ήτο θεσμός υπερδημοκρατικός, ως παρετήρησεν ο
Ολιγαρχικός ο γράψας την _Αθηναίων πολιτείαν_ και όμως πάντες
οι κωμικοί έχουσιν αριστοκρατικάς τάσεις. Λόγος τούτου είναι εξ
ενός μεν ο σκοπός της κωμωδίας, ο οποίος είναι σκώμμα και όχι
έπαινος· εάν οι κωμικοί ήσαν ευχαριστημένοι εκ των πολιτικών,
θα έγραφον περί άλλου θέματος, δυσαρέστου· εξ άλλου δε
συνεμερίζοντο τα φρονήματα των ανεπτυγμένων. Αλλ' ο Εύπολις
πλέον φιλελεύθερος παρά τον Αριστοφάνη. Ο μεν Αριστοφάνης
ουδέποτε φαίνεται κωμωδήσας πλουσίους· ο δ' Εύπολις έγραψε τους
*_Κόλακας_ εναντίον του Καλλίου και των παρασίτων του και τους
*_Βάπτας_ εναντίον του Αλκιβιάδου. Η κωμωδία αυτή παρίστανε
μίαν των τότε συνήθων μυστικών και ενθουσιαστικών λατρειών, την
λατρείαν της θεός Κολυττούς· μία των τελετών εκείνων ήτο και το
βάπτισμα, αρχή δε ήτο το απόρρητον, όπερ παρέβλαψε την υπόληψιν
των οπαδών διότι ο Ελληνικός λαός απέδιδε τα χείριστα ελατήρια
εις τους έχοντας απόρρητον θρησκείαν ή προσευχομένους
χαμηλοφώνως (270).
Ο ΦΡΥΝΙΧΟΣ ο Ευνομίδου, όστις ενίκησε το πρώτον κατά τα 429,
και ο ΠΛΑΤΩΝ, του οποίου ουδεμίαν γινώσκομεν κωμωδίαν
παλαιοτέραν του 405, αποτελούσι την γέφυραν την άγουσαν εις την
νέαν Κωμωδίαν, ήτις ανεπτύχθη κατά τον τέταρτον αιώνα. Ο
*_Μονότροπος_ του Φρυνίχου είναι παράδειγμα δράματος
αποτυχόντος επειδή εδιδάχθη είκοσι περίπου έτη πριν ή το κοινόν
παρασκευασθή προς τούτο. Καθαρώς πολιτικήν κωμωδίαν του
Φρυνίχου δεν έχομεν καμμίαν. Του δε Πλάτωνος γινώσκομεν
*_Υπέρβολον, *Κλεοφώντα_, και *_Συμμαχίαν_, αναφερομένην εις
συνένωσιν του Νικίου, του Φαίακος και του Αλκιβιάδου προς
εξοστρακισμόν του Υπερβόλου (271).
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΕΥΣ
(περίπου 450 μέχρι 385 π. Χ.)
Αλλ' ο πρωτεύων ποιητής της αρχαίας κωμωδίας ήτο ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ·
καθόσον δ' εξάγεται εκ της συγκρίσεως των σωθέντων αποσπασμάτων
των άλλων κωμικών, ήτο πράγματι άξιος, των εξόχων του
επιτυχιών, πλεονεκτών του Κρατίνου κατά το κομψόν ύφος,
ευτυχήσας δε να ζήση περισσότερον του Ευπόλιδος. Ο ποιητής
είχεν αγρόν εν Αιγίνη, δεν υπάρχει δε λόγος να αμφιβάλλωμεν,
ότι ήτο γνήσιος Αθηναίος πολίτης, καίτοι στίχοι τινές του
Ευπόλιδος (απόσπ. 357) παραπονουμένου διά την επιτυχίαν των
ξένων, υπετέθησαν ότι αναφέρονται εις αυτόν. Ήρχισε δε να γράφη
νεώτατος· ο ίδιος εξηγεί διατί το πρώτον του έργον, τους *
_Δαιταλέας_, εδίδαξε διά του πρεσβυτέρου του φίλου, του
υποκριτού Καλλιστράτου· πρώτον μεν διότι ήτο πολύ νέος, ίσως
νεώτερος ή ώστε να ελπίζη να λάβη χορόν παρά του άρχοντος·
έπειτα δε διότι δεν είχεν αρκετήν πείραν ώστε να διδάξη τον
χορόν, καίτοι έγραψε το δράμα. Ο τρόπος ούτος της διδασκαλίας
κατήντησε σχεδόν έξις του Αριστοφάνους. Εδίδαξε τους *
_Δαιταλέας_, τους * _Βαβυλωνίους_, τους _Αχαρνέας_, τους
_Όρνιθας_ και την _Λυσιστράτην_ υπό το όνομα του Καλλιστράτου,
τους δε _Σφήκας_, τον *_Αμφιάρεων_ και τους _Βατράχους_ υπό το
όνομα του Φιλωνίδου. Δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι είχον την
ενόχλησιν να διδάξουσι τον χορόν και την ευχαρίστησιν να
λάβουσι την χορηγίαν της πόλεως διά την διδασκαλίαν. Ήκουον
επίσης τα ονόματα των ανακηρυσσόμενα ως ποιητών, αν και πάντες
εγνώριζον ότι δεν ήσαν. Οιουσδήποτε χρηματικούς συνδυασμούς και
αν έκαμνεν ο ποιητής, ο τρόπος ούτος εσήμαινεν ότι παρεχώρει
χρήματα, διά ν' απαλλάσσεται φροντίδων· εάν ήδη συνδυάσωμεν και
τον εν Αιγίνη αγρόν και την γενικήν προς τους πτωχούς
αδιαφορίαν του, δυνάμεθα να πιστεύωμεν ότι ο Αριστοφάνης ήτο
πλούσιος· είχε τας προκαταλήψεις και το θάρρος ευπόρου
ανθρώπου. Η πρώτη του κωμωδία, οι *_Δαιταλής_ (427 π. Χ.) ήτο
επίθεσις κατά της ανωτέρας παιδείας των χρόνων εκείνων, την
οποίαν, εννοείται, παρίστανεν ως ανήθικον. Ο πρωταγωνιστής ήτο
πατήρ δύο υιών, ενός εναρέτου και εμμένοντος εις τα παλαιά, και
ενός φαύλου και νεωτεριστού. Ο νεαρός ποιητής έλαβε το δεύτερον
άθλον και κατευχαριστήθη. Το επόμενον έτος (426) προσέβαλε
δριμύματα, αλλ' όχι και μετά της προφυλάξεως του Ολιγαρχικού
του γράψαντος την _Αθηναίων πολιτείαν_, το σύστημα της προς
τους συμμάχους σχέσεως· η κωμωδία ωνομάζετο * _Βαβυλώνιοι_, ο
δε χορός συνέκειτο εκ των συμμάχων παριστωμένων ως δούλων,
οίτινες αλέθουσι χάριν του κυρίου αυτών Δήμου. Ο ποιητής
εξέλεξε προς διδασκαλίαν της κωμωδίας τα εαρινά Διονύσια, ότε
αντιπρόσωποι των συμμάχων [φέροντες τους φόρους] ήσαν παρόντες
εν Αθήναις, ούτω δε προεκάλεσε σκάνδαλον και κατηγορήθη υπό του
Κλέωνος, πιθανώς επί προδοσία. Αλλ' αγνοούμεν την απόφασιν. Εν
τη παραβάσει των _Αχαρνέων_ ο Αριστοφάνης δικαιολογείται διά
την αδιακρισίαν του εκείνην και παρατηρεί προς τον Κλέωνα·
_το γαρ ευ μετ' εμού και το δίκαιον ξύμμαχον έσται_ [στ. 660]
*
Έκτοτε τα εν οίκω εξέθετε μόνον εις τα Λήναια, τα τελούμενα
κατά Φεβρουάριον, δηλαδή προ του χρόνου, καθ' όν συνήθως οι
ξένοι ήρχοντο εις τας Αθήνας.
Οι _Αχαρνής_ εδιδάχθησαν κατά τα Λήναια του 425· είναι η
παλαιοτάτη των σωζομένων κωμωδιών και αληθώς ωραία. Ο κύριος
αυτής σκοπός είναι πολιτικός και απευθύνεται κατά του Κλέωνος
και του Λαμάχου, ως αντιπροπώπων της πολεμικής μερίδος· αλλ' ο
ποιητής προσβάλλει τον φοβερόν του αντίπαλον μετά τινος
προσοχής, ενώ παρεκβαίνει του δρόμου του, διά να πατάξη τον
Ευριπίδην, τον οποίον αναμφιβόλως και διά των _Διαιταλέων_ είχε
κηρύξει ως αίτιον της τότε διαφθοράς. Ουδεμία αφορμή προσωπικής
έχθρας των δύο ποιητών είναι γνωστή· αλλ' είναι βέβαιον ότι ο
Αριστοφάνης πολύ περισσότερον των άλλων κωμικών είχε διαρκώς
κατά νουν τον Ευριπίδην. Ίσως διέκρινεν ότι ο Ευριπίδης
περισσότερον παντός άλλου έβλεπε πόσον ενίοτε ταπειναί και
ψευδείς ήσαν αι κωμικαί του επίνοιαι. Αλλ' είναι παράδοξον ότι
ο Αριστοφάνης πρώτον μεν εμιμείτο πολύ τον Ευριπίδην, — τόσον
ώστε ο Κρατίνος έπλασε ρήμα «_ευριπιδαριστοφανίζειν_» διά να
χαρακτηρίση το ύφος και των δύο — έπειτα δε, καθόσον βλέπομεν
εκ των παρωδιών του, ανεγίνωσκε τόσον πολύ τα έργα του
τραγικού, ώστε επί τέλους τα είχεν αποστηθίσει.
Κατά τα 424 ο Αριστοφάνης ευφράνθη, διδάξας τους _Ιππέας_. Η
υπόθεσις είναι ότι ο οξύχολος γέρων Δήμος έπεσε καθ' ολοκληρίαν
εις τα δίκτυα του πανούργου Παφλαγόνος δούλου του· οι δε δύο
οικιακοί του δούλοι λαβόντες χρησμόν του Βάκιδος, βλέπουσιν ότι
τέσσαρες «-πώλαι» θα γίνωσι κύριοι των πραγμάτων, έκαστος
καταβαλλόμενος υπό του χειροτέρου. Μετά τον στυππειοπώλην και
τον προβατοπώλην ήλθεν η σειρά του βυρσοπώλου Παφλαγόνος, αλλά
τούτον θα εκβάλη ποίος; Ο αλλαντοπώλης! «_ω Πόσειδον της
τέχνης_!» φωνάζει κατευχαριστημένος ο δούλος και ιδού, αμέσως
επιφαίνεται χονδρός πλανόδιος αλλαντοπώλης, κρατών τα σκεύη του
και κοιλίας. Οι δύο δούλοι του αναγγέλλουσι ποία μεγάλη τύχη
τον περιμένει. Το λοιπόν της κωμωδίας είναι η σφοδροτάτη πάλη
μεταξύ του βυρσοπώλου και του αλλαντοπώλου, όπου ο βυρσοπώλης
ηττάται ακριβώς εις τας ιδικάς του τέχνας, την ψευδολογίαν, την
επιορκίαν, την κλοπήν και την αναίδειαν [ανακράζων (1206)
οίμοι, κακοδαίμων, υπεραναιδευθήσομαι].
Ευνόητον είναι ότι ο Παφλαγών είναι ο Κλέων, όστις είχε
βυρσοδεψείον· οι δύο δούλοι είναι ο Νικίας και ο Δημοσθένης· οι
προηγούμενοι _-πώλαι_ είναι πιθανώς ο Λυσικλής και ο Ευκράτης.
Αλλ' ο ποιητής ομολογεί ότι κατ' αρχάς δεν εύρισκεν υποκριτήν
να υποδυθή τον Κλέωνα, και κατόπιν, αφού ανέλαβεν ο ίδιος την
υπόκρισιν, ότι οι σκευοποιοί δεν ήθελον να κατασκευάσωσι
προσωπείον, εικονίζον τον Κλέωνα. Η κωμωδία είναι τέλειον
πρότυπον αφροντίστου και ακολάστου γλώσσης. Και όμως είναι
θαυμασίως κωμική, περί δε το τέλος, όπου υπάρχει κάποια σκηνή
μεταμορφώσεως, όπου δηλαδή ο αλλαντοπώλης γίνεται καλός και ο
Δήμος επανέρχεται εις τα λογικά του, υπάρχει δόσις ευγενούς
φιλοπατρίας. Η επίθεσις δεν είναι δηλητηριώδης ουδέ καν
επιζημία. Δεν θα εμπόδισε δηλαδή πολύ τον Κλέωνα από του να
καταλάβη οιανδήποτε άλλην αρχήν. Αλλ' είναι κατακλυσμός πηλού
προς ανταποδόσιν της κατηγορίας του 426. Τοιαύτη κωμωδία, αφού
πλέον έγινε δεκτή υπό του άρχοντος και δεν διεκόπη υπό λαϊκού
θορύβου, ήτο επόμενον ότι θα είχε θριαμβευτικήν επιτυχίαν· και
πράγματι οι _Ιππής_ έλαβον τα πρωτεία.
Το επόμενον έτος υπήρξεν αντίδρασις. Αι Νεφέλαι διασύρουσαι την
νέαν εκπαίδευσιν, την οποίαν αντιπροσωπεύει ο Σωκράτης,
ηττήθησαν υπό της * _Πυτίνης_ του «παραληρούντος» Κρατίνου και
του *_Κόννου_ του Αμειψίου. Εν τη δευτέρα εκδόσει των
_Νεφελών_, η οποία και διεσώθη, ο Αριστοφάνης παραπονείται διά
την ήτταν ταύτην, θεωρών τας _Νεφέλας_ ως την καλλίστην των
κωμωδιών του. Πλην της παραβάσεως, και δύο σκηναί των σωζομένων
Νεφελών λέγεται ότι έλειπον εκ της πρώτης εκδόσεως, ο διάλογος
μεταξύ Δικαίου και Αδίκου λόγου και το ζωηρόν τέλος, όπου
πυρπολείται το φροντιστήριον του Σωκράτους. Το σωζόμενον δράμα
είναι προδήλως ατελείωτον και ασυνάρμοστον, αλλά η προς τον
ήρωα συμπάθεια των μεταγενεστέρων το έκαμε το περιφημότατον
ίσως του Αριστοφάνους έργον. Η επίνοια ότι ο γέρων Στρεψιάδης
επιζητεί να διδαχθή παρά σοφιστού τον καλύτερον τρόπον διά να
μη πληρώση τα χρέη του, πράγματι δεν είν' ευφυής· τοιουτοτρόπως
η κωμωδία έχει μεν ωραίον ύφος, πάντοτε πρόχειρον εις τον
Αριστοφάνη, και πολλήν αστειότητα εις μερικάς σκηνάς, αλλ' όμως
είναι κάπως χλιαρά. Φαίνεται δε ότι τότε ο Σωκράτης θα είχε
προσελκύσει την κοινήν προσοχήν, διότι ήτο ήρως και του *
_Κόννου_. Εκεί ο Αμειψίας τον περιέγραφεν ως πτωχόν, πεινώντα,
ρακένδυτον· (απόσπ. 9. Kock].
_τούτο το κακόν των σκυτοτόμων κατ' επήρειαν γεγένηται
ούτος μέντοι πεινών όντως, ουπώποτ' έτλη κολακεύσαι_.
{ who 'insulted the bootmakers' by his naked feet, but
nevertheless ' never deigned to flatter.' }
Η γελοιογραφία αυτή βεβαίως είναι πλησιεστέρα προς το
πρωτότυπον ή ο σοφιστής των _Νεφελών_, ο έχων μεν
χαρακτηριστικά τινα του αληθινού Σωκράτους, αλλά και πάντα όσα
εκείνος απεδοκίμαζε σφοδρώς, δηλαδή την αθεΐαν του Διαγόρου,
την γραμματικήν του Πρωταγόρου, την αστρονομίαν και την φυσικήν
του Διογένους του εξ Απολλωνίας. Οπωσδήποτε η εικών είναι
πιθανώς τόσον πιστή όσον και η του Κλέωνος, του Αγάθωνος, του
Κλεωνύμου και πολύ ολιγώτερον κακόβουλος.
Κατά τα 422 ο Αριστοφάνης επανήλθε και πάλιν εις τα συνήθη
πολιτικά. Οι _Σφήκες_ είναι διασυρμός της μανίας των Αθηναίων
να κάθωνται ως δικασταί και να δικάζωσιν. Αύτη διά πολλούς θα
ήτο βεβαίως διασκέδασις· διότι υπήρχεν αρκετή περιεργία και
συναίσθησις δυνάμεως. Αλλ' είναι δύσκολον να πιστεύσωμεν έστω
και περί του τέλους του πέμπτου π. Χ. αιώνος ότι αι πλείσται
διαφοραί εξωμαλύνοντο διά της δικαιοσύνης και ελάχισται διά της
βίας. Ουδέ πρέπει να υποθέσωμεν ότι ο Αριστοφάνης επεθύμει
πραγματικώς επάνοδον εις την παλαιάν μέθοδον, την οποίαν η
ανάπτυξις του Αθηναϊκού νόμου είχε καταργήσει. Οι _Σφήκες_
έτυχον του πρώτου πιθανώς άθλου· ο πολιτικός αυτών σκοπός
διαφαίνεται εις τα ονόματα του ανοήτου γέροντος δικαστού, ο
οποίος καλείται Φιλοκλέων, και του φρονίμου υιού του, ο οποίος
λέγεται Βδελυκλέων, δηλαδή βδελυσσόμενος τον Κλέωνα. Και η
πλαστή δίκη, η γινομένη χάριν του Φιλοκλέωνος, είναι ευεξήγητον
αίνιγμα. Ο «_ κύων Λάβης_» κατηγορείται υπό άλλου κυνός
Κυδαθηναιέως, ότι έφαγε «_τυρόν πολύν_», ακριβώς όπως ο
στρατηγός Λάχης είχε κατηγορηθή υπό του Κλέωνος του
Κυδαθηναιέως διά νοσφισμόν. Αι εκρήξεις των αισθημάτων του
Φιλοκλέωνος, της αγανακτήσεως και του οίκτου, φαίνονται ως
καλαί παρωδίαι των συνήθων τρόπων των Αθηναίων δικαστών. Η
περίφημος απομίμησις του Ρακίνα Les Plaideurs δεν αντισηκώνει
εντελώς διά της καλυτέρας οικονομίας της την έλλειψιν
φυσικότητος. Τα ήθη των _Σφηκών_ ήσαν ουσιωδώς τα του καιρού
εκείνου.
Τω 421 [κατά τας παραμονάς της Νικιείου ειρήνης] ο Αριστοφάνης
εδίδαξε την _Ειρήνην_, ήτις είναι rechauffé των _Αχαρνέων_ την
μεγάλην χάριν ότι αρχίζει διά παρωδίας του *_Βελλεροφόντου_ του
Ευριπίδου. Ο ήρως, αφού δεν έχει Πήγασον, όπως ο Βελλεροφόντης,
ιππεύει κάνθαρον — το μέγα έντομον, όπερ βλέπομεν εις τους
αμμώδεις τόπους της Ελλάδος και της Ιταλίας να κυλίη ακαθαρσίας
— και πετά εις τον ουρανόν, ενώ οι δούλοι και αι κόραι του
ζητούσι να τον εμποδίσωσι. Η _Ειρήνη_ έλαβε τα δευτερεία.
Μετά το 421 ακολουθεί χάσμα επτά ετών μεταξύ των σωθέντων έργων
του Αριστοφάνους. Δυνάμεθα δε να εικάσωμεν ότι κατά το διάστημα
εκείνο εδιδάχθη το *_Γήρας_, όπου οι γέροντες εγίνοντο πάλιν
νέοι, και ο * _Αμφιάρεως_, όπου κάποιος πηγαίνει εις το εν
Ωρωπώ ιερόν του ήρωος διά να ίδη όνειρον· το αυτό περίπου
πράγμα διακωμωδείται εν τω _Πλούτω_ μετά πολλά έτη. Εκ των
σωζομένων ακολουθούσιν ήδη (412 π. Χ.) οι _Όρνιθες_, το
αδιαφιλονίκητον αριστούργημα του Αριστοφάνους· διότι είναι
περισσότερον κωμικόν, περισσότερον περίεργον, πλέον ευφάνταστον
και λυρικώς ωραιότερον παρά οιονδήποτε άλλο έργον του. Είναι
αποκάλυψις του θαυμασίου ύψους, όπου ηδύνατο ν' αναβή παρά
πάσαν την χονδρότητά της η αρχαία κωμωδία. Ελατήριον αυτής
είναι ο κοινός πόθος της διαφυγής εκ των βασάνων της
πραγματικότητος εις τόπον εντελώς ανόμοιον. Δύο Αθηναίοι, ο
Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, αναλογιζόμενοι, ότι ο Τηρεύς πριν
να μεταμορφωθή εις έποπα και γίνη βασιλεύς των πτηνών, ήτο
βασιλεύς των Αθηνών — η παράδοσις καθιερώθη υπό του Σοφοκλέους
και άλλων τραγικών — αποφασίζουσι να εύρωσι τον Έποπα και να
κτίσωσι μεγάλην πόλιν πτηνών. Ο Πισθέταιρος είναι τύπος
νοστιμώτατος, προσαρμοζόμενος προς πάσαν περίστασιν και πείθων
πάντα διαφωνούντα. Εξεγείρει τον μελαγχολικόν Έποπα, πείθει τα
εξαφνιζόμενα και οργιζόμενα πτηνά· μανθάνει πώς να πτερωθή·
ιδρύει πολιτείαν, δημόσια οικήματα, οχυρώματα· δέχεται και
απορρίπτει πλείστους αιτουμένους εγγραφήν εις τους πολίτας, π.
χ. ένα ποιητήν και ένα «_πατραλοίαν_» δέροντα τον πατέρα του, —
αρχαίον τύπον ισοδύναμον, ως φαίνεται, προς τον δέροντα την
γυναίκα του, — αποδιώκων δε ένα χρησμολόγον, ένα «επίσκοπον»
και ένα γεωμέτρην. Αλλ' εν τω μεταξύ η νέα πόλις έχει
αποκλείσει την μεταξύ ουρανού και γης συγκοινωνίαν και στερήσει
τους θεούς την κνίσαν. Η άγγελος αυτών η Ίρις συλλαμβάνεται
διότι άνευ άδειας επέρασεν εις την πόλην των πτηνών και ο
Πισθέταιρος την αποδιώκει κακήν κακώς. Επί τέλους αναγκάζονται
να προτείνωσιν όρους. Αλλά κάποιος λιποτάκτης έρχεται εις τον
Πισθέταιρον· είναι ο Προμηθεύς, ο εχθρός του Διός,
συγκαλυπτόμενος από των θεών διά σκιαδείου, — μιας μεγάλης
ομβρέλλας· πού ηδύνατο να φθάση η ευθυμία των παλαιών! — και
γνωστοποιεί εις αυτόν την αδυναμίαν των θεών. Η κατόπιν
ερχομένη πρεσβεία περιλαμβάνει ένα φρόνιμον, τον Ποσειδώνα, ένα
βλάκα, εξαγοραζόμενον διά της υποθέσεως καλού δείπνου, τον
Ηρακλή, και ένα μωρόν τον Τριβαλλόν, ο οποίος δεν ημπορεί να
συνεννοηθή και δεν εννοεί τι ψηφίζει. Ο Ζευς παραχωρεί εις τα
πτηνά το σκήπτρον του κόσμου και δίδει εις τον Πισθέταιρον την
ωραίαν κόρην του την Βασιλείαν και ούτως η _Νεφελοκοκκυγία_
αναγνωρίζεται διά παντός. Υποδεέστερος ποιητής θα ενόμιζεν ότι
έπρεπε να πλάση λυπηρόν τέλος· αλλ' οι κανόνες της κωμωδίας
απηγόρευον αυτό, ο δε Αριστοφάνης ουδέποτε διστάζει εις τας
επινοίας του. Η κωμωδία δεν έχει πολλούς πολιτικούς
υπαινιγμούς. Το κόμμα του Αριστοφάνους τότε θα ήτο πιθανώς
ευχαριστημένον, εάν κατώρθωναν να κωλύσωσι την πόλιν να πέμψη
νέας επικουρίας εις την Σικελίαν, όπου κατ' εκείνους ακριβώς
τους μήνας ο στρατός εσήπετο υπό τα τείχη των Συρακουσών. Αλλά
η όλη κωμωδία εμποδίζει την σκέψιν περί τοιούτων οχληρών
πραγμάτων· και ηττήθη μεν υπό των *_Κωμαστών_ του Αμειψίου,
αλλά φαίνεται ότι αφήκε πολύ κέντρον, διότι ταχέως ο Άρχιππος
έγραψεν απομίμησιν αυτής, τους *_Ιχθύς_.
Αι δύο επόμεναι των σωζομένων κωμωδιών εγράφησαν υπό τον φόβον
της ολιγαρχίας του 411. Τα πολιτικά τότε ήσαν επικίνδυνα, ο δε
Αριστοφάνης προσπαθεί ν' αντισηκώση, την έλλειψιν αυτών διά
τολμηράς ασεμνολογίας. Η _Λυσιστράτη_ θα ήτο καλλίστη κωμωδία·
η ηρωίνη είναι πραγματικός τύπος, είδος θηλυκού Πισθεταίρου
μετά υψηλοτέρων αρχών και ολιγωτέρας ευθυμίας. Η βάσις του
έργου — η απεργία των γυναικών και η άρνησις αυτών να έλθωσιν
εις οιανδήποτε σχέσιν προς τους συζύγους των, αν μη συνάψωσιν
ειρήνην — ήτο δεκτική πολλών τρόπων διεξαγωγής· το δε περίεργον
είναι ότι ο Αριστοφάνης, ενώ φαίνεται γελωτοποιών τας γυναίκας,
ήτο θερμός φίλος αυτών. Αι αστειολογίαι, τας οποίας κάμνει το
«ανώτερον» φύλον εις βάρος του «κατωτέρου» — διά να
μεταχειρισθώμεν τα ρωμαϊκά των ονόματα — σπανίως διακρίνονται
διά την αβρότητα ή την λεπτότητα. Εκ φυσικής ευθυμίας ο
Αριστοφάνης ηγάπα να προσάπτη εις οιονδήποτε ό,τι του
κατέβαινεν εις τον νουν. Και όμως εξαιρουμένης της περισσής
φιλοποσίας, την οποίαν αποδίδει εις τας γυναίκας — τοιούτοι
πότοι θα ωμοίαζον προς τα ιδικά μας δειλινά τέια — εν τω συνόλω
παριστάνει αυτάς πολύ κοσμιωτέρας παρά τους άνδρας. Εννοείται
ότι η χειραφεσία των γυναικών ήτο μία των τότε ιδεών· περί
αυτής δ' έγραψε δύο κωμωδίας ο Αριστοφάνης και ανά μίαν οι δύο
άλλοι κωμικοί, ο Αμφις και ο Άλεξις. Και ταύτα, πριν ακόμη ο
Πλάτων εκφράση την περιβόητόν του γνώμην και οι κυνικοί
αρχίσωσι τα υπέρ των γυναικών κηρύγματά των. Ήτο φυσικόν του
Αριστοφάνους ν' αρπάζη και επιπολαίως να πραγματεύεται πολλάς
των προηγμένων θεωριών του καιρού του· εάν ενεβάθυνε
περισσότερον, θα απεικόνιζε τα πράγματα σπουδαιότερα και θα
εχάλα το έργον του. Διά τούτο πάντοτε αποσύρεται πριν εννοήση
πολλά και χρησιμοποιεί οσαδήποτε γνωρίζει και όσα οπωσδήποτε
συμπαθεί διά ν' αλατίση τα σκώμματά του.
Αι _Θεσμοφοριάζουσαι_, γραφείσαι κατά το αυτό έτος και υπό τας
αυτάς δυσκολίας, είν' εξυπνοτάτη κωμωδία. Αι γυναίκες,
συναγόμεναι κατά την εορτήν των θεσμοφορίων, όπου οι άνδρες δεν
εγίνοντο δεκτοί, συσκέπτονται πώς να τιμωρήσωσι τον Ευριπίδην,
διότι παρέστησεν επί της σκηνής ελεεινάς γυναίκας. Ο Ευριπίδης
μανθάνει το σχέδιον και πείθει τον πενθερόν του Μνησίλοχον να
εισέλθη μετημφιεσμένος εις την συνεδρίαν και να τον υπερασπίση.
Ο παρείσακτος ανακαλύπτεται και παραδίδεται εις τον «Σκύθην
τοξότην», τον αστυφύλακα, αλλ' εν τέλει δραπετεύει τη βοηθεία
του γαμβρού του. Ο Ευριπίδης τραγωδεί στίχους των τραγωδιών του
και ο δεσμώτης πράττει το αυτό, μεν μέχρις ού εξαπατάται ο
Τοξότης. Η κωμωδία εδιδάχθη δύο φοράς κατά διαφόρους εκδόσεις.
Κατά τα ολίγα κατόπιν έτη εδιδάχθησαν αι * _Λήμνιαι_ περί της
νέας εν Πειραιεί λατρείας της «μεγάλης θεού» ως έλεγε την
Βένδιν ο *_Γηρυτάδης_, έχων όμοιον σχέδιον προς τους Βατράχους,
και αι *_Φοίνισσαι_, καθαρά παρωδία· — άλλη αυτή — της ομωνύμου
τραγωδίας του Ευριπίδου. Ο δε * _Τριφάλης_ εστρέφετο κατά του
Αλκιβιάδου, εγγίζων βεβαίως τον ιδιωτικόν του βίον, πιθανώς δε
και τον δημόσιον. Αν αληθεύη τούτο, ο *_Τριφάλης_ ήτο η
τελευταία ηχώ της πολιτικής κωμωδίας του πέμπτου αιώνος, την
οποίαν ο κόσμος, στερούμενος αρκετής παρρησίας, ουδέποτε πλέον
ηδυνήθη ν' ανασυστήση.
Ο θάνατος του Ευριπίδου κατά τα 406 ενέπνευσεν εις τον
Αριστοφάνη την ιδέαν να γράψη ολόκληρον κωμωδίαν, τους
_Βατράχους_, περί της διαφοράς μεταξύ της ποιήσεως των παιδικών
του χρόνων και της λεγομένης μεν νέας, πράγματι δε τότε ταχέως
εκπνεούσης. Ο μεν Αισχύλος και ο Ευριπίδης ήσαν νεκροί, ο δε
Σοφοκλής έκλινε προς τον τάφον, ο δε Αγάθων είχεν αποσυρθή εις
την Μακεδονικήν αυλήν. Ο προστάτης του δράματος θεός, ο
Διόνυσος, ευρίσκει ανυπόφορον την ζωήν μετά τοιούτων
«_μειρακυλλίων_», οποίοι ήσαν οι απομένοντες ποιηταί.
Αποφασίζει λοιπόν να καταβή εις τον Άδην και ν' ανακαλέση τον
Ευριπίδην. Αφού φθάνει εκεί — αι καθ' οδόν περιπέτειαί του
μετημφιεσμένου εις Ηρακλή, αλλά τελείως αναξίου της λεοντής,
είναι των αστειοτάτων επινοιών του Αριστοφάνους — ευρίσκει ότι
ο Ευριπίδης δεν ήτο μόνος· υπήρχε και ο Αισχύλος και η θέσις
του ήτο δύσκολος. Οι δύο διεφιλονίκουν ήδη περί της τιμητικής
θέσεως. Ο θάνατος του Σοφοκλέους θα συνέβη ότε ακόμη εγράφετο η
κωμωδία· έπρεπε λοιπόν να μνημονευθή και εκείνος, αλλά και να
μη παρασταθή ως επιθυμών να επιστρέψη εις την γην· περί δε του
Ιοφώντος ο Διόνυσος προσποιείται ότι περιμένει να ιδή τι έργα
θα γράψη τώρα χωρίς της βοηθείας του πατρός του· όθεν η ποίησίς
του δεν επικρίνεται, ουδέ παρωδείται. Κατά την άφιξιν του
Διονύσου συμβαίνει μακρά λογομαχία μεταξύ Αισχύλου και
Ευριπίδου. Τούτο φαίνεται θέμα σχολαστικόν και απορεί κανείς
πώς οι Αθηναίοι ηδύναντο να κάθωνται και να ακούωσιν επί ώρας
δραματικήν κριτικήν αντί κωμωδίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι
αύτη κάμνει και νεώτερον αναγνώστην να καγχάζη. Περί των
επικρίσεων των δύο ποιητών δύναται καθόλου να είπη τις ότι αι
μεν παρωδίαι είναι θαυμάσιαι, αι δε κριτικαί παρατηρήσεις
παιδαριώδεις (272). Διότι ο Αριστοφάνης εννοεί τα πάντα μετά
μοναδικής οξύτητος, αλλά δεν ηξεύρει πώς να τα ονομάση ή να τα
εκφράση, όπως έπραξε π.χ. ο Αριστοτέλης. Αλλ' η μεταξύ των δύο
τραγικών εκλογή ήτο δύσκολος· «_ο μεν σοφώς γαρ είπεν, ο δ'
έτερος σαφώς_», λέγει ο Διόνυσος, έπειτα δε στιγμιαίως
αποφασίζει·
_η γλώττ' ομώμοκ' Αισχύλον δ' αιρήσομαι_.
Σφάλμα δ' όμως είναι να θεωρηθή το έργον ως απλή διακωμώδησις
του Ευριπίδου (273).
Ακολουθεί πάλιν άλλο μέγα κενόν πριν εύρωμεν κατά τα 392 την
πενιχροτέραν του Αριστοφάνους κωμωδίαν, τας _Εκκλησιαζούσας_.
Κατ' αρχάς φαίνεται ως παρωδία των περί κοινοκτημοσύνης και
καταργήσεως της οικογενείας διδασκαλιών του Πλάτωνος εν τω Ε'
της _Πολιτείας_. Αλλ' αι χρονολογίαι δεν επιτρέπουσι την
εικασίαν ταύτην. Είναι δ' όμως, εννοείται, πιθανώτατον ότι ο
Πλάτων είχεν ήδη εκφράσει τοιαύτας τινάς θεωρίας διά λόγων ή
διαλέξεων πριν να τας εκθέση εγγράφως. Αλλ' αι βάσεις είναι
πολύ διάφοροι. Ο μεν Πλάτων θέλει και τα δύο φύλα ίσα· ο δε
Αριστοφάνης αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα των ανδρών. Το
σύστημα του γάμου είναι όλως διάφορον· η κοινοκτημοσύνη και
απλοποίησις της ζωής ήσαν ίσως φιλικαί παρωδίαι του Πλάτωνος,
αλλ' ο Αριστοφάνης βεβαίως θ' απέστεργε την σκληραγωγίαν και
την υπερβολικήν εγκράτειαν. Αι _Εκκλησιάζουσαι_ έχουσιν
ευρύτερον της _Λυσιστράτης_ θέμα, αλλά είναι πολύ χαλαρωτέρα
κωμωδία.
Ο _Πλούτος_ (388 π. Χ.) είναι η τελευταία των σωζομένων
κωμωδιών του Αριστοφάνους και διαφέρει πολύ των άλλων· διότι
δεν έχει γνωστά πρόσωπα, δεν έχει πολιτικά και δεν έχει
παράβασιν· δηλαδή πράγματι ανήκει όχι εις την αρχαίαν, αλλ' εις
την μέσην κωμωδίαν, ήτοι την μετάβασιν εις την καθαράν κωμωδίαν
των ηθών. Στηρίζεται ακόμη επί είδους υποθέσεως, όπως οι
_Όρνιθες_ και οι _Αχαρνής_. Ο Πλούτος είναι τυφλός θεός· εάν
ήτο δυνατόν να πιασθή και να θεραπευθή υπό καλού ιατρού ή εντός
θαυματουργού ναού, τι νέος κόσμος! Αι κύριαι της κωμωδίας
γραμμαί διαγράφουσι την εκτύλιξιν της ιδέας ταύτης. Αλλά τα νέα
χαρακτηριστικά διαφαίνονται επί πολλών λεπτομερειών· έχομεν τον
κωμικόν δούλον, τον Καρίωνα, αναιδή, πανούργον, αλλ'
απαραίτητον, ο οποίος παίζει σπουδαιότατον μέρος εν ταις
κωμωδίαις του Μενάνδρου και του Τερεντίου, έχομεν δε και τον
φίλον του ήρωος Βλεψίδημον διαγραφόμενον ως εντελή χαρακτήρα.
Μανθάνομεν ότι δύο νεωτέρας του κωμωδίας τον *_Αιολοσίκωνα_ και
τον *_Κώκαλον_, έδωκεν ο Αριστοφάνης εις τον υιόν του Αραρότα
διά ν' αρχίση το στάδιόν του. Σίκων είναι όνομα μαγείρου·
φαίνεται δε ότι ο *_Αιολοσίκων_ παρίστανε τον θεόν των ανέμων
μαγειρεύοντα. Ο δε *_Κώκαλος_ είχεν, ως αι πλείσται νέαι
κωμωδίαι, υπόθεσιν όχι κωμικήν, αλλά ερωτικήν μετά πανουργίας
και αναγνωρισμού.
Ο Αριστοφάνης είναι αναμφιβόλως μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως η
σύνεσις της πολιτικής του, η περί ζωής καθόλου φιλοσοφία του
και προ πάντων ο «sittliche Ernst» τον οποίον οι θαυμασταί του
ανευρίσκουσιν εις την κατά των ελαττωμάτων των αντιπάλων του
επίθεσιν, δύναται να αμφισβητηθή. Ημείς παραδεχόμεθα προσέτι
ότι πολλάκις επολέμησεν ό,τι κάλλιστον υπήρχε τότε, ή
υπερήσπισεν αυτό διά λόγους ταπεινούς· παραδεχόμεθα ότι αι
βωμολοχίαι του υπερβαίνουσι παν όριον, και ότι κατά κανόνα
στηλιτεύει μόνον τους πτωχούς και τους ηγέτας τούτων· αλλ' όμως
γράφει πάντα ταύτα με τόσην πλησμονήν ευθυμίας, τόσην ένδειξιν,
ότι τα πάντα είναι κωμικά, τόσην οξύτητα και ευφυίαν, τόσην
απαράμιλλον ευστοχίαν και χάριν ύφους, ώστε και αν Αρχέλαός τις
παρέδιδεν αυτόν εις τον Ευριπίδην προς μαστίγωσιν, πιθανώτατα
θα διέφευγε την όχι όλως άδικον ποινήν. Αλλά το κύριον ίσως
χαρακτηριστικόν του ποιητού τούτου είναι ο συνδυασμός της
δριμυτάτης κωμικότητος αφ' ενός και της λεπτοτάτης ποιήσεως αφ'
ετέρου. Βεβαίως τα λυρικά του κομμάτια είναι κατεσπαρμένα και
πολλάκις αλάξευτα· ο δε παραβάλλων αυτά προς τα χορικά του
Σοφοκλέους και του Ευριπίδου δεικνύει κριτικήν απειρίαν. Αλλ' η
μεγαλοφυία είναι φανερά και αν η επεξεργασία λείπη.
Και περί της οικονομίας των έργων του δεν εφρόντιζε πολύ ο
Αριστοφάνης· αλλ' όμως έχει τόσην δύναμιν και χάριν, ώστε
κάμνει και τας κωμικωτάτας επινοίας πιθανάς. Η ασεμνολογία του
αφ' ενός μεν απορρέει αναμφιβόλως εκ της Ελληνικής αφελείας, η
οποία ήτο αποτέλεσμα απλού και απροσποιήτου βίου· αφ' ετέρου δε
δύναται να λεχθή ότι δεν εγίνετο σκοπίμως. Διδακτικόν είναι ότι
ο Πλάτων ηγάπα τον Αριστοφάνη· τα πολιτικά των φρονήματα
πιθανώτατα ήσαν σύμφωνα· αλλ' αν αληθεύη το λεγόμενον, ότι ο
Πλάτων συνέστησεν εις τον Διόνυσον των Συρακουσών ν' αναγνώση
τους _Ιππέας_, διά να ίδη πώς ήσαν τα πολιτικά πράγματα των
Αθηνών, βεβαίως μόνον την παρρησίαν ήθελε να επιδείξη. Ο εν τω
_Συμποσίω_ λόγος του κωμωδού δεικνύει τον βαθύτερον σύνδεσμον
των δύο μεγάλων ηγεμόνων της φαντασίας. Αλλά μόνον οι σύγχρονοί
του ηδύναντο ν' ανέχωνται τας κωμωδίας του Αριστοφάνους. Η δ'
επομένη γενεά ήθελε περισσοτέραν λεπτότητα και διαγραφήν
χαρακτήρων, περισσοτέραν πλοκήν και αίσθημα και βάθος. Τοιούτον
ποιητήν ηύρε τον Μένανδρον. Βεβαίως οι γραμματικοί της
Αλεξανδρείας ήταν αρκετά φιλάρχαιοι, ώστε ν' αγαπώσι την
αρχαίαν κωμωδίαν· διότι έβριθεν ειδήσεων περί πραγμάτων
παλαιών, ήτο δύσκολος και ανήκεν όλως διόλου εις το παρελθόν·
εσπούδαζον λοιπόν τον Αριστοφάνη περισσότερον παρά πάντα άλλον
ποιητήν πλην του Ομήρου. Αλλ' οι μεταγενέστεροι εύρισκον αυτόν
παραπολύ πικρόν, εριστικόν και βίαιον. Η περίεργος κριτική του
Πλουτάρχου, συγκρίνοντος αυτόν προς τον Μένανδρον, ομοιάζει με
περιγραφήν αρρώστου περί σφοδρού ανέμου (274). Την σήμερον ο
Αριστοφάνης έχει την δύναμιν να εξεγείρη όσον ο Όμηρος, ο
Αισχύλος και ο Θεόκριτος, αμέσως το διαφέρον και την αγάπην
σχεδόν οιουδήποτε αναγνώστου (275).
Εκ των άλλων αρχαίων κωμικών, των συγχρόνων σχεδόν του
Αριστοφάνους, (πλην των ανωτέρω μνημονευθέντων) διεκρίνοντο ο
_Αμειψίας_, γράψας πλην του Κόννου και των Κωμαστών Σαπφώ και
άλλα (παρά Meineke σ. 263-9 και Kock I σ. 670-8) ο _Άρχιππος_
γράψας πλην των Ιχθύων, Αμφιτρύωνα, Ηρακλέα κλ. (Meineke σ.
269-76· Kock I σ. 679-89), ο _Καλλίας_ γράψας Αταλάντην και
Κύκλωπας (Meineke σ. 279-83· Kock I σ. 693-99) ο _Σράττις_
γράψας Μήδειαν, Φιλοκτήτην, Φοινίσσας κλ. (Meineke σ. 290-303
σ. Kock σ. 711-733), ο _Θεόπομπος_, γράψας Άδμητον, Θησέα,
Οδυσσέα, Πανταλαίωντα (Meineke σ. 30-16 Kock σ. 733-56) και ο
_Φιλύλλιος_, γράψας Αιγέα, Αύγηνι (Ναυσικάαν κλ.) (Meineke σ.
331-4 και Kock σ. 781-89). Ούτως οι πλείστοι επραγματεύοντο
θέματα μυθολογικά κατά τρόπον κωμικόν, παρωδούντες τους επικούς
και τους τραγικούς]
ΙΔ'
ΠΛΑΤΩΝ
ΑΡΙΣΤΩΝΟΣ ΕΚ ΚΟΛΛΥΤΟΥ (427-347 π. Χ.)
Ο ΠΛΑΤΩΝ, καταγόμενος πατρόθεν μεν εκ του Κόδρου, του παλαιού
βασιλέως της Αττικής, μητρόθεν δ' εκ του Σόλωνος, μικρός
ανεψιός του Κριτίου και ανεψιός του Χαρμίδου, δεινός εις την
γυμναστικήν και νικητής εις την πάλην, ταχύς και οξύς
λογογράφος, έχων έμπνευσιν όπως γράφη εύμορφα επιγράμματα και
φιλοδοξίαν προς ποίησιν τραγωδιών, κάτοχος μουσικής και
μαθηματικής παιδείας, προσέτι δε γνώστης της Ηρακλειτείου
φιλοσοφίας, πάντως κατά την πρώτην του νεότητα εφαίνετο τύπος
λαμπρού Αθηναίου αριστοκρατικού. Ηδύνατο δε ν' αποβλέψη εις το
πολιτικόν στάδιον, καθώς ο Αλκιβιάδης· αλλ' αι παραδόσεις και
προτιμήσεις του έτρεψαν αυτόν εις άλλα. Διότι περιεφρόνει τα
πλήθη και δεν κατεδέχετο να τα κολακεύη. Συνεμερίζετο μετά των
συγγενών του την τάσιν, αν μη και την δράσιν, την αμυδρώς
διαγραφομένην υπό του γράψαντος την _Αθηναίων πολιτείαν_
ολιγαρχικού, ήτοι την πολιτικήν της έξωθεν βοηθείας. Ότε κατά
πρώτον συνήντησε τον Σωκράτη, ήτο μόλις εικοσαετής και δεν ήτο
ακόμη φιλόσοφος. Κατετάχθη λοιπόν και αυτός εις τους
φιλαρέσκους εκείνους νέους, οι οποίοι συνώδευον τον γέροντα
φιλόσοφον, διά να τέρπωνται οξύνοντες το πνεύμα των και
παρακολουθούντες την γελωτοποίησιν των διακρινομένων ως
σπουδαίων. Οι νέοι εκείνοι κοινωνικώς ήσαν περιωρισμένοι, αλλά
και αποκλειστικοί. Απέφευγον την εκκλησίαν του δήμου, όπου οι
ολιγαρχικοί δεν είχον τόπον, απέφευγον δε και το επίσημον
θέατρον, διότι είχον νεωτέρας θεωρίας και συνήθως ανεγίνωσκον
προς αλλήλους τα δράματά των.
Ο Πλάτων έτερπε τους φίλους του διά νέου λογοτεχνικού είδους,
του μίμου. Ήτο είδος, το οποίον φαίνεται και σήμερον
εισερχόμενον εις την ημετέραν λογοτεχνίαν· η πιστή δηλαδή
αντιγραφή μικρών κοινωνικών σκηνών και διαλόγων, ως επί το
πλείστον ευθύμων. Τότε διεσπείροντο εκ Σικελίας εις τους
κύκλους των εν Ελλάδι ανεπτυγμένων τα έργα των δύο μεγάλων
μιμογράφων, του Επιχάρμου και του Σώφρονος. Του Πλάτωνος τα
δοκίμια ήσαν πεζά, ως οι μίμοι του Σώφρονος, επί των οποίων
λέγεται ότι ενίοτε και εκοιμάτο. Τελικόν αρκετόν και πρόχειρον
— όπερ ήδη μετεχειρίσθη Τισαμενός ο Τήιος — ήσαν οι μετά
διαφόρων φιλοσόφων και επισήμων διάλογοι του Σωκράτους. Ο
παλαιότατος διάλογος του Πλάτωνος φαίνεται σωθείς· (276) είναι
ο _Λάχης_, όπου ο Σωκράτης εισάγεται εις τον αναγνώστην ως
νεώτερος μεν και απειρότερος, αλλ' ικανός να συζητή περί
οιουδήποτε ζητήματος. Δύο πατέρες, σκεπτόμενοι να προσλάβωσι
κάποιον διά να διδάξη τους υιούς των «_ εν όπλοις μάχεσθαι_»,
παρακαλούσι τους δύο μεγάλους στρατηγούς, τον Λάχητα και τον
Νικίαν, να έλθωσιν «_επί θέαν_» του ανθρώπου {to see the man}
και να εκφράσωσι γνώμην. Ο Σωκράτης καλείται εις την συζήτησιν
και μετά τινα νόστιμον προσωπικόν χαρακτηρισμόν γίνεται φανερόν
ότι οι δύο στρατηγοί δεν ηξεύρουσι τι είναι «_ανδρεία_» και
επομένως ουδέ τι ο στρατιώτης έπρεπε να είναι. Ο _μείζων
Ιππίας_ είναι φανερώτερον κωμικός. Ο Σωκράτης παρακαλεί τον
σοφιστήν να τον διδάξη τι είναι _το καλόν_, το ωραίον· διότι
έχει ένα «_ευηθέστατον και μέρμερον_» φίλον { 'friend' at home
'with a big stick'} , ο οποίος τον ερωτά τοιαύτα ζητήματα, και
δεν τον αφήνει να κοιμηθή μέχρις ού του απαντήση. Ο διάλογος
θέλει να δείξη ότι ο Ιππίας ήτο μεν πρακτικώς ικανός και
πεπαιδευμένος, αλλ' ανίκανος να συλλάβη αφηρημένην έννοιαν·
δεικνύει δε και την επιτεινομένην αηδίαν του σοφιστού προς την
αγροίκον γλώσσαν και την υβριστικήν συμπεριφοράν, την οποίαν ο
Σωκράτης αποδίδει εις τον φανταστικόν του φίλον.
Μεταβολή εις τον τρόπον των μίμων τούτων επήλθε μετά τα
συμβάντα του 404-403 π. Χ. Και άνευ της μαρτυρίας της ζ'
επιστολής ηδυνάμεθα να ήμεθα βέβαιοι ότι ο Πλάτων «σφόδρα
προσείχε τον νουν, τι πράξειαν» οι τριάκοντα, πειρώμενοι να
καταλύσωσι τον δήμον και να επιβάλωσι την αριστοκρατίαν· (θα
ελυπήθη δε πικρότατα όταν διά της αυθαιρεσίας των «_χρυσόν
απέδειξαν την έμπροσθεν πολιτείαν_». Δύο συγγενείς του, ο
Χαρμίδης και ο Κριτίας, έπεσον εντός των οδών, πολεμούντες κατά
των δημοκρατικών και εστηλιτεύθησαν υπό της παλινορθώσεως. Ο
Πλάτων αγαπών τον Χαρμίδην, εφαντάσθη χαρακτηριστικόν τρόπον
προς υπεράσπισιν της μνήμης του. Ομολογουμένου ότι οι τριάκοντα
ήσαν «_υβρισταί_», ποία δικαιολογία των εχώρει; Ότι δεν
εγνώριζον περισσότερον οιουδήποτε άλλου ανθρώπου τι είναι
«_σωφροσύνη _» . Διά του διαλόγου του ο Πλάτων ανατρέχει εις το
παρελθόν, από του προδότου Χαρμίδου εις τον Χαρμίδην του 420, ο
οποίος ήτο εύελπι μειράκιον έχον πάσας τας αρετάς, ευγένειαν,
ωραιότητα, ευπείθειαν, φιλομάθειαν. Ο Σωκράτης προσποιείται ότι
θα του δώση φάρμακον διά τον πονοκέφαλόν του· αλλά δεν ημπορεί
κανείς να θεραπεύση την κεφαλήν άνευ του σώματος, ουδέ το σώμα
άνευ της ψυχής. Είναι υγιής η ψυχή του; Έχει _σωφροσύνην_; Εν
τέλει, εννοείται, γίνεται φανερόν ότι κανείς δεν ηξεύρει τι
είναι η υγεία αυτή της ψυχής. Ο Χαρμίδης φαίνεται μεν ότι είναι
σωφρονέστατος και οι φίλοι του είναι βέβαιοι περί τούτου· αλλ'
εφ' όσον αγνοεί τι αληθώς είναι η σωφροσύνη, η κατοχή αυτής
είναι αβεβαία· και στενοχωρούμαι πολύ, λέγει ο Σωκράτης, «_ει
συ τοιούτος ων την ιδέαν και προς τούτω την ψυχήν
σωφρωνέστατος, μηδέν ονήσει από ταύτης της σωφρονύσης μηδέ τι
σ' ωφελήσει εν τω βίω _». {The sorrow of it is to think how
you, being so fair in shape, and besides that so sober in soul,
will perhaps have no help in life from that Soberness} Ο
Χαρμίδης αποφασίζει να προσέρχεται εις τον Σωκράτην, όπως μάθη
την αληθινήν αυτής φύσιν. Ο επίτροπός του Κριτίας συμφωνεί·
αλλά και ούτος έχει τόσην επήρειαν όσην ο Σωκράτης, ο λέγων·
«_σοι γαρ επιχειρούντι πράττειν οτιούν και βιαζομένω ουδείς
οίος τ' έσται εναντιούσθαι ανθρώπων _». { when Critias intends
to make some attempt and is in the mood for violence, no man
living can withstand him!' }
Κατά τα 399 επήλθε το γεγονός, όπερ εσκίασεν όλον τον βίον του
Πλάτωνος, η θανάτωσις του Σωκράτους. Τι έκαμε τότε ο Πλάτων,
δεν είναι γνωστόν. Ο _Φαίδων_ λέγει· «_Πλάτων δε οίμαι,
ησθένει_» {Plato was away through sickness}· τούτο ίσως εγράφη
απλώς κατά την καλλιτεχνικήν συνήθειαν, την εμποδίζουσαν τους
γράφοντας να εμφανίζωνται εις τα έργα των. Αλλ' ο θάνατος του
Σωκράτους υπήρξεν έκρηξις περιπαθούς και πυρίνης του Πλάτωνος
ενεργείας, εντελής δε σχεδόν απόσβεσις του ελαφρού σκώμματος
των παλαιοτέρων του διαλόγων. Το ύφος του ήτο πράγματι τέλειον
περί τα 399· γλωσσικά τεκμήρια δεικνύουσιν ότι είχεν ήδη
συνθέσει τον περί των ρητορικών επιδείξεων σαρκασμόν, ήτοι τον
_Μενέξενον_· το άριστον των καθαρώς δραματικών του έργων, τον
_Πρωταγόραν_ μετά των εννέα χαρακτήρων του, του τελείου
σκηνικού του βάθους και της λεπτής διαγραφής των διαφόρων
θεωριών τον _Ευθύδημον_, τον κωμικώς χλευάζοντα τους εριστικούς
σοφιστάς, και τον _Κρατύλον_, όπου ερευνάται η φύσις της
γλώσσης μετά τόσης προσοχής, όση ήτο δυνατή πριν να γίνη
επιστημονικόν το θέμα τούτο.
Η _Απολογία, ο Κρίτων, ο Ευθύφρων, ο Γοργίας και ο Φαίδων_
εμπνέονται πάντες αμέσως εκ του θανάτου του Σωκράτους. Η
_Απολογία_, το μόνον φιλοσοφικόν έργον του Πλάτωνος, όπερ δεν
είναι διάλογος, υποτίθεται ότι είναι υπεράσπισις του Σωκράτους
κατά την δίκην· αλλά πράγματι δεν είναι ούτε λόγος,
αποτεινόμενος προς αληθινόν δικαστήριον, ούτε απάντησις εις
νόμιμον κατηγορίαν, αλλά εξύμνησις του όλου χαρακτήρος του
μεγάλου ανδρός εναντίον των κατόπιν ποικίλων διαδόσεων (277).
Ήτο δε αδύνατον να εγράφη πριν παρέλθωσιν αρκετά έτη μετά τα
399. Ο δε _Κρίτων_ έχει τον αυτόν σκοπόν· εξιστορεί πως ο
Κρίτων είχε παρασκευάσει τρόπον δραπετεύσεως του Σωκράτους εκ
της φυλακής και πως ο Σωκράτης απέκρουε πάσαν παράβασιν ή
παρακοήν των νόμων. Ο _Ευθύφρων_ είναι ελαφρόν διάγραμμα κατά
το γνωστόν σχέδιον· πολλοί δηλαδή ήσαν πρόθυμοι να θανατώσωσι
τον Σωκράτην ως ασεβή, ενώ ουδείς εγνώριζε τι εστιν ευσέβεια. Ο
δε _Φαίδων_ περιγράφει τας τελευταίας εν τω δεσμωτηρίω ώρας,
τον περί αθανασίας της ψυχής διάλογον και την πόσιν του
φαρμάκου· είναι δε πιστόν εις πάσας τας λεπτομερείας, αλλά την
τοιαύτην πραγματικότητα μετριάζει εν μέρει μεν η ευγένεια των
προσώπων, εν μέρει δε καλλιτεχνικόν τι τέχνασμα, όπερ ο Πλάτων
ηγάπησε κατά την μέσην περίοδον της εργασίας του· ο διάλογος
δηλαδή δεν παρέχεται απ' ευθείας, αλλά διηγείται αυτόν ο
Φαίδων, ο οποίος ήτο τότε παρών, προς τον Εχεκράτη τον
Φλειάσιον, ολίγα έτη βραδύτερον και μακράν των Αθηνών. «Ουδέν
υπάρχει εν οιαδήποτε αρχαία ή νέα τραγωδία» έλεγεν ο τέως
κοσμητής του κολλεγίου Balliol «ουδέν εν τη ποιήσει ή τη
ιστορία (πλην ενός) αμιλλώμενον προς τας παρά Πλάτωνι
τελευταίας ώρας του Σωκράτους». Χαρακτηριστικωτάτη είναι η
έλλειψις δογματικότητος ή βεβαιότητος. Τα επιχειρήματα
προσάγονται το έν μετά το άλλο, παρακολουθούνται μετά προσοχής
και τέλος ευρίσκονται ελλιπή, τούτο δε θλίβει πάντας· το μόνον
εν τέλει απομένον αναντίλεκτον είναι μεταφυσικόν, καθώς το
θεώρημα του Καντίου, ότι το εγώ, αφού δεν υπάρχει εν χρόνω,
ουδέ εν χρόνω δύναται να καταστραφή· «_ψυχή_» είναι η
ζωογονούσα τα πράγματα· όταν αποθνήσκη τι, αποθνήσκει, διότι
αποχωρίζεται της ψυχής· η ψυχή λοιπόν αδύνατον να εννοηθή
νεκρά. Τούτο είν' επιχείρημα, πείθον έκτακτά τινα πνεύματα κατά
τινας εξαιρετικάς στιγμάς. Αλλά το κοινόν ανθρώπινον σχόλιον
της θεωρίας ταύτης είν' εκείνο, όπερ επιφέρει ο Πλάτων κατά την
στιγμήν του αβαστάκτου πόνου, ότε ο μεν Φαίδων σκεπάζει το
πρόσωπον, ο δε Κρίτων εγείρεται όρθιος, «_ Απολλόδωρος δε και
εν τω πρόσθεν χρόνω ουδέν επαύετο δακρύων και δη και τότε
αναβρυχησάμενος κλάων και αγανακτών ουδένα όντινα ου κατέκλασε
των παρόντων, πλην γε αυτού Σωκράτους_» {Apollodorus, who had
never ceased weeping all the time, burst out in a loud and
angry cry which broke down every one but Socrates}.
Ο δε _Γοργίας_ φαίνεται ότι πραγματοποιεί την εν τη _Απολογία_,
εκφερομένην χρησμωδίαν του Σωκράτους, ότι νυν εμέ απεκτόνατε
«_οιόμενοι μεν απαλλάξεσθαι του διδόναι έλεγχον του βίου, το δε
υμίν πολύ εναντίον αποβήσεται, ως εγώ φημι· πλείους έσονται
υμάς οι ελέγχοντες, ούς νυν εγώ κατείχον, υμείς δε ουκ
ησθάνεσθε και χαλεπώτεροι έσονται όσω νεώτεροί εισι και υμείς
μάλλον αγανακτήσετε_» {You have killed me because you thought
to escape from giving an account of your lives. But you will be
disappointed. There are others to convict you, accusers whom I
held back when you knew it not; they will be harsher inasmuch
as they are younger, and you will wince the more}. Ο _Γοργίας_
είναι πλήρης οδύνης εκ της προσφάτου συμφοράς. Αρχίζει δι'
ερεύνης περί της φύσεως της ρητορικής και τελειώνει ως καταδίκη
πάντων των ρητόρων και των πολιτικών και του όλου πολιτικού
βίου των Αθηνών. Η ρητορική έχει προς την αληθινήν πολιτικήν ως
η μαγειρική προς την ιατρικήν· είναι δηλαδή μία των τεσσάρων
φάσεων της κολακευτικής. Υπάρχουσι δύο ειδών πολιτικοί· ο
αγαθός σύμβουλος, ο αντιτασσόμενος εις τον δεσπότην όταν αδική·
και ο πονηρός, ο ανέκαθεν θεραπεύων τας αρεσκείας εκείνου· ο
τοιούτος πολιτικός δύναται να γίνη κατά τας περιστάσεις
ευνοούμενος τυράννου ή μέγας δημαγωγός, αλλά θ' απομείνη
πάντοτε και πανταχού κόλαξ, μοχθηρός και άθλιος. Αλλά πάντως
«_εκείνον αποκτενεί_» τον αγαθόν, λέγει ο Καλλικλής, ο
συνήγορος της αδικίας. «_ Οίδα, ωγαθέ Καλλίκλεις_, λέγει ο
Σωκράτης, _ότι αποκτενεί μεν, αν βούληται, αλλά πονηρός ων
καλόν καγαθόν όντα_» {As if I did not know that," answers
Socrates — "that a bad man can kill a good!}. Ο Καλλικλής
παραδέχεται ότι οι υπάρχοντες πολιτικοί ήσαν κακοί, μιμούμενοι
τον δεσπότην, αλλά πιστεύει ότι ο Περικλής και ο Μιλτιάδης και
ο Θεμιστοκλής ήσαν αγαθοί σύμβουλοι «_Εγκωμιάζεις ανθρώπους_,
λέγει ο Σωκράτης, _οί άνευ σωφροσύνης και δικαιοσύνης λιμένων
και νεωρίων και τειχών και φόρων και τοιούτων φλυαριών
εμπεπλήκασι την πόλιν_ {they have filled the town}· _όταν ουν
έλθη η καταβολή αύτη της ασθενείας, τους τότε παρόντας
αιτιάσονται (οι Αθηναίοι) σου δε ίσως επιλήψονται_» και των
άλλων ζώντων κολάκων! Ο διάλογος καταλήγει εις την θέσιν
τεσσάρων αρχών ότι προτιμότερον το αδικείν του αδικείσθαι· εάν
δε τις αδικήση, προτιμότερον το κολάζεσθαι· ότι πάσαν κολακείαν
. . . φευκτέον· ότι το _είναι_ δίκαιον ουχί το _δοκείν_ εστιν ο
άριστος τρόπος του βίου. Είναι χαρακτηριστικόν του Πλάτωνος ότι
οργιζόμενος κατά του κόσμου δεν γίνεται κυνικός, αλλά
τουναντίον η θλίψις τον κάμνει να σκέπτεται βαθύτερον και ν'
αφοσιώνεται περισσότερον εις τα ηθικά ιδανικά του. Εν τω
_Φαίδωνι_ λαλεί περί ανθρώπων, οι οποίοι κατήντησαν μισάνθρωποι
ένεκεν ατυχημάτων· τούτο θεωρεί κακόν, αλλά χειρότερον το κατά
του «ορθού λόγου» μίσος. Ο Πλάτων περιέπεσεν, ως ο Καρλάιλ και
ίσως ο Σαικσπήρος, εις το πρώτον σφάλμα, αλλ' ουδέποτε εις το
δεύτερον.
Ο επόμενος διάλογος, ο _Μένων_, αναφέρεται εις το παλαιόν
ζήτημα «_ει διδακτόν η αρετή_» και φέρει ακόμη το πένθος του
θανάτου του Σωκράτους, εισάγων τον Άνυτον και πικρώς μνημονεύων
τον υιόν του (βλ. ανωτ. σελ. 183). Επικρατεί δ' όμως καθαρά
θεωρία, ιδίως η θεωρία των Ιδεών, ήδη φανερά και εν τω
_Φαίδωνι_. Ο _Λύσις_ είναι διάλογος περί φιλίας, ουχί
σημαντικός. Ο Πλάτων ηδύνατο να πραγματευθή το θέμα τούτο μόνον
υπό το όνομα του «_έρωτος_», τούτο δε πράττει διά δύο διαλόγων,
οι οποίοι διακρίνονται και μεταξύ των Πλατωνικών έργων διά το
εξαίρετον αληθώς κάλλος. Ο _Φαίδρος_ εγράφη αργότερα, το δε
_Συμπόσιον_ αποτελεί την λήξιν της προκειμένης περιόδου. Εάν
εξεφέρετο η γνώμη ότι το Συμπόσιον είναι το ύψιστον έργον της
δημιουργικής πεζογραφίας πάντων των αιώνων, τέλειον εις
δύναμιν, καλλονήν και αλήθειαν φαντασίας, θα ήτο δύσκολον
κανείς να διαφωνήση· ουδέ είν' εύκολον ν' αντικρούση τις τον
μεταφυσικόν, τον θεωρούντα τούτο ως τον βαθύτατον λεχθέντα ποτέ
λόγον περί της φύσεως του έρωτος· αλλ' όμως και το _Συμπόσιον_
όπως όλον σχεδόν το έργον του Πλάτωνος, δεν τέρπει εκείνους,
όσοι δεν έμαθον οπωσδήποτε «Hellenisch zu empfinden». Περί της
συνθέσεως αυτού θα σημειώσωμεν μόνον, ότι είναι η τελευταία ηχώ
της καταδίκης του Σωκράτους. Η έμπνευσις του _Χαρμίδου_
επανέρχεται ισχυροτέρα· εις την λάμψιν του _Συμποσίου_ φθάνομεν
μόνον αφού περάσωμεν το κενόν πολλών θανάτων, αφού λησμονήσωμεν
πολλά γεγονότα και ίδωμεν δι' οφθαλμών ανθρώπου, εις τον οποίον
τα εγκόσμια εφαίνοντο αλλόκοτα· των προσώπων άλλα μεν μας είναι
τόσον άγνωστα, όσον προηγουμένως ο Καλλικλής· των δε άλλων ο
μεν Αγάθων, ο νικήσας ποιητής, το είδωλον των Αθηνών, ο οποίος
παραθέτει το συμπόσιον εορτάζων την πρώτην τραγικήν του νίκην,
είχεν αποθάνει προ πολλού, μελαγχολικός και σχεδόν εξόριστος,
εν Μακεδονία· ο δε Φαίδρος είχεν αφήσει την φιλοσοφίαν προ
πολλού· ο Σωκράτης είχε θανατωθή ως εγκληματίας· ο Αλκιβιάδης
είχε φονευθή υπό βαρβάρων δολοφόνων. Ο δε Αριστοφάνης υπήρξε
κατά την γνώμην του Πλάτωνος είς των χειρίστων κατηγόρων του
Σωκράτους. Αλλά τιμά τας Αθήνας του Περικλέους, τας οποίας ο
Πλάτων ηγάπα να δυσφημή, το γεγονός, ότι πάντοτε επανήρχετο εις
αυτάς, όπως επανεύρη τας ιδανικάς του συνομιλίας και
αναμνήσεις. Το _Συμπόσιον_ φαίνεται ως θέα τις εκ των εν τω
Φαίδρω περιγραφομένων, ών αναμιμνήσκεται η ψυχή, «_θει δε
ποθούσα_» να τας επανίδη. Επαναβλέπομεν αυτό διά του
Απολλοδώρου εκείνου, του οποίου οι λυγμοί διέκοψαν τας εν τω
Φαίδωνι αποδείξεις. Ενταύθα φιλικώς αποκαλείται «_μανικός_»·
είναι άνθρωπος μονήρης, αγριαίνων εναντίον πάντων πλην του
Σωκράτους. Εκείνος είναι ο διηγούμενος εις τον Γλαύκωνα, τον
αδελφόν του Πλάτωνος, την ιστορίαν του συμποσίου· αλλ' ουδ'
αυτός παρευρίσκετο τότε· συνέβη πολύ προ αυτού, καθώς και προ
του Γλαύκωνος· αλλ' είχεν ακούσει αυτήν παρά του Αριστοδήμου
ανθρώπου «μικρού και ανυποδήτου», ο οποίος είχε παρευρεθή μετά
του Σωκράτους. Τοιουτοτρόπως δι' εμμέσων αναμνήσεων φθάνομεν
εις το συμπόσιον. Ακούομεν ήδη τους διαφόρους λόγους περί της
αρχής και της σημασίας του έρωτος, τέλος δε τον λόγον, τον
οποίον ήκουσεν ο Σωκράτης παρά της Μαντινικής σοφής Διοτίμας.
Κατ' αυτήν ο Έρως είναι υιός της Πενίας και του Πόρου· σκοπός
δε του Έρωτος είναι όχι η Καλλονή, αλλ' η Αθανασία· αλλ' όμως ο
Έρως μόνον εν τω καλώ διαχέεται και γεννά. Ο εραστής αρχίζει ν'
αγαπά έν σώμα καλόν κατόπιν αισθάνεται «_το επί πάσι τοις
σώμασι κάλλος_»· μετά ταύτα θεωρεί ανώτερον «_το πολύ πέλαγος
του καλού_» {the great ocean of the beautiful}, εν ώ ευρίσκει
την αληθινήν ζωήν του. Το πάθος του αρχικού γηίνου αυτού έρωτος
ουδόλως φθίνει· αντέχει αυξανόμενον μέχρι τέλους, ότ'
«_εξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν . . . πρώτον
μεν αεί όν και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε
αυξανόμενον ούτε φθίνον, έπειτα όν τη μεν καλόν, τη δ' αισχρόν,
ουδέ τοτέ μεν, τοτέ δ' ου . . . ουδ' αυ φαντασθήσεται αυτώ το
καλόν οίον πρόσωπόν τι ουδέ χείρες ουδέ άλλο ουδέν ων σώμα
μετέχει, ουδέ τις λόγος, ουδέ τις επιστήμη, ουδέ που όν εν
ετέρω τινί, οίον εν ζώω ή εν γη ή εν ουρανώ ή εν τω άλλω, αλλ'
αυτό καθ' αυτό μεθ' αυτού μονοειδές αεί όν . . Όταν δη τις
εκείνο το καλόν άρχηται καθοράν, σχεδόν αν τι άπτοιτο του
τέλους_» { it is not like any face or hands or bodily thing; it
is not word nor thought; it is not in something else, neither
living thing, nor earth nor heaven ; only by itself in its own
way in one form it for ever Is } του βίου. Ειπόντος ταύτα του
Σωκράτους, εξαίφνης η αύλειος θύρα κρούεται και εισέρχεται ο
Αλκιβιάδης φέρων στέφανον κισσού και ίων και πολλάς ταινίας επί
της κεφαλής· περιγράφεται η κατάκλισις αυτού εις το συμπόσιον
και έπεται ο λόγος του ο εις έπαινον του Σωκράτους, του
ανδρείου, του θαυμασίου, του αγνού. Κατόπιν — ακούομεν —
επέρχεται ισχυροτέρος θόρυβος περισσοτέρων αγνώστων κωμαστών·
ήδη οι πλείστοι των φιλοξενηθέντων είχον απέλθει· ο
Αριστόδημος, ο αναμένων τον Σωκράτη, τέλος εκοιμήθη· ότε δ'
εξύπνησε «_προς ημέραν ήδη, αλεκτρυόνων οδόντων_», είδε «τους
μεν άλλους καθεύδοντας, Αγάθωνα δε και Αριστοφάνη και Σωκράτη
έτι μόνους» συζητούντας. Ο Αριστόδημος υπονυστάζων δεν ηδύνατο
να παρακολουθήση τα λοιπά· ενεθυμείτο μόνον ότι ελέγετο «_του
αυτού ανδρός είναι κωμωδίαν και τραγωδίαν επίστασθαι ποιείν_»
Περί τους χρόνους εκείνους νέαι επιδράσεις ανέπτυσσον την
φιλοσοφίαν του Πλάτωνος. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του
απεσύρθη μετ' άλλων Σωκρατικών εις τα Μέγαρα, όπου η ολόψυχος
προστασία του Ευκλείδου αφήκεν εις το πνεύμα του Πλάτωνος
σπέρματα ισοβίου σεβασμού και φιλίας προς την άγονον
διαλεκτικήν της Μεγαρικής σχολής. Ο _Γοργίας_ π. χ δυσκόλως
ηδύνατο να γραφή εν Αθήναις. Λέγεται δ' ότι τότε ο Πλάτων
εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον και την Κυρήνην. Αλλά φαίνεται
ότι επανήλθεν εις την πατρίδα προ του 388 π. Χ., ότ' επεχείρησε
την πρώτην του μοιραίαν αποδημίαν εις την Σικελίαν. Τότε το
πλείστον της νήσου εκυβερνάτο δεσποτικώς υπό του Διονυσίου του
α', του οποίου ο γαμβρός ο Δίων ήτο θερμός του Πλάτωνος
θαυμαστής· λοιπόν αφ' ενός μεν ο φίλος εκείνος, αφ' ετέρου δ'
αι Πυθαγορικαί σχολαί και προς τούτοις η επιθυμία να ίδη το
περίφημον ηφαίστειον προσείλκυσαν τον Πλάτωνα εις τας
Συρακούσας· ίσως δ' εφαντάζετο και ότι πάσα αυλή τυράννου ήτο
τόσον κατάλληλος διαμονή φιλοσόφου, όσον και αι δημοκρατούμεναι
Αθήναι. Αλλ' ήτο περισσότερον υιός του καιρού του και της
πατρίδος του παρ' όσον επίστευεν. Διότι δεν ηδύνατο ν' αφήση το
αθηναϊκόν προνόμιον της _παρρησίας_ και μετεχειρίζετο αυτό ως
Αθηναίος περί των πολιτικών πραγμάτων. Ο γέρων τύραννος
εδέσμευσεν αυτόν, και τον εχάρισε — τούτο έλεγεν η φήμη — εις
τον εκεί Σπαρτιάτην πρεσβευτήν, ο οποίος τον επώλησεν ως δούλον
εν Αιγίνη. Εκεί κάποιος Αννίκερις Κυρηναίος — πιθανώς οπαδός
του Αριστίππου, — αγοράσας ηλευθέρωσεν αυτόν και δεν εδέχθη
αμοιβήν παρά των φίλων του Πλάτωνος· ούτοι δε, επειδή οι έρανοι
είχον ήδη συλλεχθή, εχρησιμοποίησαν το χρήμα όπως αγοράσωσι
χάριν του φιλοσόφου οικίαν και κήπον ίνα διδάσκη εκεί, δηλαδή
πλησίον του γυμνασίου του αφιερωμένου εις τον ήρωα Ακάδημον,
είκοσι περίπου λεπτά της ώρας έξω των Αθηνών (278). Τούτο
συνέβη κατά τα 387, δηλαδή δύο τουλάχιστον έτη πριν να γραφή το
_Συμπόσιον_. Αλλά πάσα λεπτομέρεια της ιστορίας ταύτης έχει και
διάφορον έκδοσιν, η δε παλαιοτάτη μαρτυρία, η Ζ' επιστολή,
ουδέν άλλο διηγείται ή ότι πράγματι η εκεί διαμονή δεν υπήρξεν
ευάρεστος.
Η ίδρυσις της σχολής εκείνης επανέφερε την συνήθειαν των
παλαιοτέρων φιλοσόφων. Η Ακαδήμεια τεχνικώς ήτο θίασος, ήτοι
θρησκευτικόν σωματείον προς λατρείαν των Μουσών, έχον αρχάς,
καταστατικόν και ακίνητον περιουσίαν· ο προϊστάμενος εξελέγετο,
εδιδάσκοντο δε μαθηματικά, αστρονομία, και άλλαι φυσικαί
γνώσεις, προσέτι δε φιλοσοφία. Οι διδάσκοντες κατέκλυζαν την
μετρίαν οικίαν του Σχολάρχου, την βιβλιοθήκην, τον κήπον και το
δημόσιον γυμνάσιον, μόνον δε βραδύτερον απέκτησαν ανάλογον
οίκημα. Ηκροώντο δε και γυναίκες· το ίδρυμα διετηρήθη, κατά δε
την γενέθλιον του Πλάτωνος ημέραν έθυον εις αυτόν ως ήρωα
ιδρυτήν, ενώ συνέβαινον πλείσται μεταβολαί τάσεων και θεωριών,
μέχρις ού εδημεύθη και κατηργήθη υπό του Ιουστινιανού ως
έρεισμα της ειδωλολατρείας. Η περίοδος της ιδρύσεως της
Ακαδημείας ήτο γονιμωτάτη. Ολίγον μετά τον θάνατον του
Σωκράτους ο Αντισθένης είχεν αρχίσει να διδάσκη εν Κυνοσάργει,
τω γυμνασίω των νόθων. Μετά τον Αντισθένη περί τα 390 π. Χ. ο
Ισοκράτης εδίδασκε σύστημα γενικών γνώσεων. Η δ' επομένη γενεά
είδε την ίδρυσιν των σχολών του Λυκείου ή Περιπάτου υπό του
Αριστοτέλους, της Στοάς υπό του Ζήνωνος και του Κήπου υπό του
Επικούρου.
Οποιονδήποτε και αν ήτο το έτος της ιδρύσεως της Ακαδημείας,
μετά το _Συμπόσιον_ φαίνεται εξ εσωτερικών τεκμηρίων ότι υπήρξε
σπουδαίον διάλειμμα εις την συγγραφικήν του Πλάτωνος εργασίαν.
Οι δύο επόμενοι διάλογοι, ο _Παρμενίδης_ και ο _Θεαίτητος_,
φέρουσι την σφραγίδα του ανεγνωρισμένου φιλοσοφικού
«Σχολάρχου». Ο _Παρμενίδης_ περιέχει άμεικτον μεταφυσικήν, ήτοι
κριτικήν έρευναν πρώτον μεν των υπό του Πλάτωνος καλουμένων
«ιδεών», άς ημείς λέγομεν «γενικάς αντιλήψεις», δεύτερον δε του
απολύτου όντος του Παρμενίδου· αι περί της γνησιότητος του
διαλόγου τούτου συζητήσεις προέρχονται απλώς εκ της δυσκολίας,
την οποίαν ευρίσκουσιν οι κριτικοί εις συναρμογήν αυτού προς
οιανδήποτε σταθεράν θεωρίαν της Πλατωνικής φιλοσοφίας· είναι
αδύνατον ο γράψας τον _Παρμενίδην_ να επρέσβευε την άκαμπτον
εκείνην «θεωρίαν των ιδεών», την οποίαν ο Αριστοτέλης εδίδαξεν
ημάς να θεωρώμεν ως Πλατωνικήν. Ο Θεαίτητος έχει δραματικήν
εισαγωγήν. Ο Ευκλείδης επανέρχεται μόλις εκ του Πειραιώς, όπου
συνήντησε τον Θεαίτητον, ασθενή και πληγωμένον, φερόμενον εκ
Κορίνθου από του στρατοπέδου, ευρίσκων δε ήδη τον Τερψίωνα,
αναφέρει τον παλαιόν του Θεαιτήτου προς τον Σωκράτη διάλογον.
Αλλ' η εισαγωγή είναι τι εξωτερικόν, αυτός δε ο διάλογος
αναφέρεται αυστηρώς εις την θεωρίαν της γνώσεως. Ο Πλάτων
παρατηρεί ότι επίτηδες παρέλειψε τα οχληρά «_και εγώ έφην_» ή
«_συνέφη_», δηλαδή αφήρεσε την σκηνογραφίαν και το περιβάλλον
και αφήκε γυμνοτέραν την σκέψιν.
Ο επόμενος διάλογος της περιόδου ταύτης είναι ο _Φαίδρος_· τα
τεκμήρια είναι τόσον πειστικά, όσον δύνανται να είναι τοιαύτα
τεκμήρια. Οι τεχνικοί δηλαδή όροι, τους οποίους έκοψεν ο
Πλάτων, οι προς αποφυγήν της χασμωδίας τρόποι, η μικρά
επιτήδευσις, η διαφαινομένη επί του μεταγενεστέρου αυτού ύφους,
είναι ψηλαφηταί και εν τω _Φαίδρω_. Εκ των γενομένων πινάκων
του λεκτικού κωλυόμεθα να θέσωμεν αυτόν ενωρίτερον του 375. Εξ
άλλου δ' όμως όχι μόνον αφήνει την εντύπωσιν νεότητος, αλλ'
έχει και φανεράν τινα σχέσιν προς τον _κατά των σοφιστών_ λόγον
του Ισοκράτους, ο οποίος εγράφη περί τα 390, κατά το άνοιγμα
της Σχολής του. Των δύο τούτων έργων δεν δυνάμεθα να είπωμεν
ποίον ήτο η πρόκλησις, και ποίον η απάντησις· εριστικά
συγγράμματα κατά τους αρχαίους χρόνους εξηκολούθουν μέχρις ού
εκάστη μερίς επίστευεν ότι είχεν απαντήσει αρκετά. Αλλ' ο τόνος
αμοιβαίας επικρίσεως είναι φανερός, περί δε το τέλος του
_Φαίδρου_ υπάρχει κάποιον εξάγγελμα προς τον Ισοκράτη εκ μέρους
του Σωκράτους· «_Νέος έτι, ω Φαίδρε, Ισοκράτης_» — νέος
εννοείται κατά την φανταστικήν χρονολογίαν του διαλόγου —
«_δοκεί μοι αμείνων ή κατά τους περί Λυσίαν είναι λόγους . . .
φύσει γαρ ένεστί τις φιλοσοφία τη του ανδρός διανοία· ταύτα δη
ουν εγώ . . . . Ισοκράτει εξαγγέλλω_». { ' Isocrates is young
yet' —that is, of course, at the imaginary date of the
conversation—' and is too fine material to be a mere orator ;
if he will turn to philosophy, he has the genius for it.' "
Take that message from me, Phαedrus, to Isocrates whom I love."
}. Αλλ' εάν αυτή είναι πολεμική, βεβαίως δεν είναι ζωηρά· είναι
ο τόνος του παλαιού φίλου, ρίπτοντος εις την λήθην τα περασμένα
και δεχομένου να σεβασθή πάσαν διαφοράν γνώμης· είναι δε
πιθανόν ότι έχομεν δευτέραν έκδοσιν του _Φαίδρου_. Η πρώτη θα
ήτο ίσως αφορμή της οργής του Ισοκράτους· ο σωζόμενος Φαίδρος
εξεδόθη δεκαπέντε έτη κατόπιν, απαντά δε ησύχως εις πολλά
σημεία επικριθέντα και καταλήγει προτείνων τον ψηλαφητόν τούτον
κλάδον της ελαίας.
Κατά τα έτη εκείνα ο Πλάτων ειργάζετο εις το επιπονώτατον των
έργων του, την _Πολιτείαν_· ως εισαγωγήν προέταξε κατά το
παλαιόν εύθυμον ύφος μικρόν «_περί δικαιοσύνης_» διάλογον
μεταξύ Σωκράτους και Θρασυμάχου. Τούτο είναι το Α' βιβλίον της
Πολιτείας· το λοιπόν μέρος είναι, καθόσον εξάγεται εκ της
γλώσσης, ομοιόμορφον, αι δε ποικίλαι θεωρίαι περί διαιρέσεως
του μακρού έργου εις διάφορα «στρώματα» μέχρι της σήμερον
απέτυχον· το κύριον θέμα του μεγάλου τούτου συνόλου είναι τι
εστι «_δικαιοσύνη_» και αν υπάρχη λόγος να είναι κανείς δίκαιος
μάλλον ή άδικος. Τούτο άγει εις την συζήτησιν και ανίδρυσιν
δικαίας πολιτείας· όχι καθώς θα ενόμιζεν ο νεώτερος αναγνώστης,
διότι η δικαιοσύνη είναι σχέσις μεταξύ ενός ανθρώπου και άλλου
— ο Πλάτων εμφαντικώς ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάτι εντός του
χαρακτήρος εκάστου προσώπου — αλλά διότι είν' ευκολώτερον να
ίδωμεν τα πράγματα κατ' ευρυτέραν κλίμακα. Δεν θα επιχειρήσωμεν
όμως εδώ οιανδήποτε ανάλυσιν του αριστουργήματος τούτου της
παρατηρήσεως, της αποδείξεως, της ειρωνείας, της φαντασίας και
της ευφραδείας. Διότι εάν ελέγομεν ότι περιέχει τον
«κομμουνισμόν», την εξίσωσιν των φύλων, την κατάργησιν του
γάμου, την κατάλυσιν του εμπορίου, την αφιέρωσιν όλων των πόρων
του κράτους εις την παίδευσιν, εν παρόδω δε και ασθενώς την
κατάργησιν της δουλείας και προσέτι μικράν τυραννίαν ασκουμένην
υπό θείου και φρονίμου ανδρός — τοιαύτη περιγραφή θα εφαίνετο
ως γελοιογραφία. Η έννοια της _Πολιτείας_ δύναται να κατανοηθή
μόνον εξ αυτής ταύτης και μόνον διά πολλής σπουδής του
ελληνικού πνεύματος ή δι' άλλης δυνάμεως ευαισθήτου φαντασίας.
Επιπόλαιος ανάγνωσις αυτής είναι τόσον αδύνατος, όσον είναι
δυνατή περί άλλων μεγάλων αρχαίων έργων.
Πάντα τα διανοητικά και λεκτικά προτερήματα του Πλάτωνος
φθάνουσιν εις το έπακρον εν τη _Πολιτεία_, αλλά και πολλά των
χαρακτηριστικών των πρεσβυτικών του χρόνων αρχίζουσιν ήδη να
διαφαίνωνται· πρώτον και κύριον ο προς την πολιτικήν ζήλος· ο
πόθος καλυτέρου τινός και ευπειθεστέρου Διονυσίου· η αυξανομένη
αδημονία του φιλοσόφου ποιητού κατά της ποιήσεως, της σειρήνος,
η οποία τον κρατεί μακράν της αληθείας. Ο Πλάτων ομιλεί περί
της ποιήσεως καθώς ο Ράσκιν περί της λογοτεχνικής μορφής·
«δεικνύω προς τους ανθρώπους απλώς το καθήκον των και αυτοί
αποκρίνονται ότι το ύφος μου είν' ωραίον». Κατά τον Πλάτωνα η
ποίησις είναι καθαυτό απάτη· δεν είναι αλήθεια, ουδέ καν σκιά
αυτής, αλλά «τρίτη από της αληθείας, ειδώλου δημιουργός»· και
όμως ημπορεί να μεθύση τους ανθρώπους εξ ηδονής! Πρέπει λοιπόν
να εξορισθή τελείως εκ της δικαίας πόλεως. Ο Αριστοτέλης και
όσοι εξ ημών δεν κινδυνεύομεν εκ πληθώρας της φαντασίας, όσοι
δεν εσπαταλήσαμεν έτη περιπαθώς εργαζόμενοι χάριν του ιδανικού
της αληθείας, της οποίας η ποίησις μας προσφέρει μόνον απλούν
είδωλον, θλιβόμεθα δικαίως διά την υπό του Πλάτωνος υποτίμησιν
αυτής. Τινές δε προσπαθούσι να δικαιολογήσωσιν αυτόν λέγοντες
ότι ομιλών περί ποιήσεως είχεν υπ' όψιν τον Χαιρήμονα και τους
παίδας του Καρκίνου. Αλλ' όχι· την αληθινήν ποίησιν, τον
Όμηρον, τον Αισχύλον και εαυτόν πολεμεί ο Πλάτων· και θα ήτο
ανακόλουθος προς την φιλοσοφίαν του, εάν έπραττε διαφόρως.
Διότι εστήριξε τον βίον του εις την αρχήν, ότι αυστηρά
διανόησις δύναται να σώση τους ανθρώπους, ότι η αλήθεια και το
αγαθόν εν τέλει συναντώνται κάπου· ενόει να εργασθή προς τούτον
τον σκοπόν πάση θυσία· και αν η ποίησις ήτο εμπόδιον, ν'
απορρίψη και την ποίησιν. Και μετά την _Πολιτείαν_ η ποίησις
σχεδόν εκλείπει· ο _Σοφιστής, ο Πολιτικός, οι Νόμοι_ δεν έχουσι
παρά ολίγην, και αυτοί οι μύθοι γίνονται πλέον αφηρημένοι και
διδακτικοί, πλην ίσως του μύθου της Ατλαντίδος εν τω _Κριτία_.
Περίεργον είναι ότι ο Πλάτων δεν περιλαμβάνει και τους μύθους
εις την καταδίκην της ποιήσεως, αρχικώς δε και τους
εδικαιολόγει. Εν τω _Φαίδωνι_ θείον ενύπνιον προσέτασσεν
επανειλημμένως προ του θανάτου του τον Σωκράτη λέγον «_μουσικήν
ποίει και εργάζου_»· εν δε τη _Απολογία_, ο χρησμός των Δελφών
ωνόμαζε τον Σωκράτη σοφώτατον των ανθρώπων, διότι ούτος
ανεγνώριζε την άγνοιάν του. Και το ενύπνιον και ο χρησμός είναι
προδήλως πλάσματα· είναι τρόποι διά των οποίων ο Πλάτων
ισχυρίζετο ότι το θείον ανεγνώρισε τον διττόν αυτού Σωκράτη,
τον διαλεκτικόν και τον μυθολόγον.
Πρεσβύτης ήδη ο Πλάτων, εστράφη σπουδαίως εις την πολιτικήν·
τότε ανεπτύσσετο νεωτέρα γενεά φιλοσόφων, οι μέλλοντες Κυνικοί,
Στωικοί και Επικούρειοι, οι όλως αποστρέφοντες το πρόσωπον από
των πολιτικών και αφωσιωμένοι εις την ψυχήν των. Άλλοτε ο
Πλάτων ήτο έτοιμος να κηρύξη και αυτός παρόμοιον δόγμα· ήρχισε
την ζωήν αντιδρών κατά της μεγάλης πολιτικής γενεάς. Και όμως
ήτο τέκνον των Περικλείων Αθηνών, η δ' εσκεμμένη αδιαφορία των
ιδρυομένων σχολών θα τον ετάραξεν ως παράλειψις καθήκοντος. Τα
τρία τέταρτα των κατόπιν συγγραφών του έχουσι θέμα την
πολιτικήν και ο πόθος του εξωτερικού του βίου ήτο ο
προσηλυτισμός του β' Διονυσίου. Την σκέψιν ταύτην οριστικώς
εκφράζει κατά πρώτον διά του «_μεγίστου κύματος_» το οποίον θα
καταστήση δυνατήν την Πολιτείαν διά της αξιώσεως όπως «_ή
φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή βασιλής . .
φιλοσοφήσωσιν _» η δ' επιμονή του ότι ο τυραννικός είναι
άθλιος, ίσως ήτο συμβουλή προς τον Διονύσιον. Επί είκοσι
περίπου έτη ο μέγας γέρων έθαλπε την ελπίδα ότι θ' ανεδείκνυε
φιλόσοφον βασιλέα τον διεφθαρμένον εκείνον dilettante.
Τοιουτοτρόπως το πνεύμα της αυταπάτης, όπερ είχεν αποδιώξει
εντελώς εκ των συγγραφών του, επανήρχετο σφοδρότερον εις τον
πραγματικόν του βίον.
Ο Δίων εκάλεσε τον Πλάτωνα δευτέραν φοράν εις την Σικελίαν κατά
τα 367 αμέσως μετά την ανάρρησιν Διονυσίου του β' και εκείνος
μετέβη εκείσε. Το αποτέλεσμα ήτο στιγμιαία έκρηξις φιλοσοφικού
ενθουσιασμού εν τη αυλή των Συρακουσών· ο άνεμος ήτο πνιγηρός
ένεκα της άμμου, την οποίαν οι γεωμέτραι μετεχειρίζοντο εις τα
διαγράμματά των. Κατόπιν επήλθε ψυχρότης, φιλονικία, η εξορία
του Δίωνος και η δυσάρεστος του Πλάτωνος επιστροφή. Αλλά νεαρός
ηγεμών δύναται να μεταμεληθή και αν ήκουσε κακούς συμβούλους,
δύναται κατόπιν να εννοήση την πλάνην του και να διορθωθή. Ο
Πλάτων λοιπόν, λαβών δευτέραν πρόσκλησιν, απεφάσισεν
_όφρ' έτι την ολοήν αναμετρήσαιμι Χάρυβδιν_
{ yet again to fathom deadly Charybdis }
καθώς Ομηρικώς λέγει η Ζ' επιστολή. Αλλ' απέτυχε να συμφιλιώση
τον τύραννον προς τον Δίωνα και διέφυγε σώος μόνον διά της
βοηθείας των εν Τάραντι Πυθαγορείων. Ο Δίων κατέφυγεν εις
αφιλοσοφήτους μεθόδους· εξεθρόνισε τον Διονύσιον τω 357 και
εδολοφονήθη τω 354. Εν τω Δ' βιβλίω των Νόμων ηδύνατο ακόμη ο
Πλάτων να γράφη (σ. 709 κεξ.) «_τυραννουμένην μοι δότε πόλιν·
τύραννος δ' έστω νέος και μνήμων και ευμαθής και ανδρείος και
μεγαλοπρεπής φύσει_» { Give me a tyrant-governed city to form
our community from; let the tyrant be young, docile, brave,
temperate, and so far fortunate as to have at his side a true
thinker and lawgiver } και ευτυχής όπως εύρη «_νομοθέτην άξιον
επαίνου_». Τούτο κείται ακριβώς εν τω μέσω του μακρού έργου· οι
_Νόμοι_ θα εγράφοντο επί έτη πολλά, καθόσον υπάρχει αισθητή
διαφορά ύφους μετά το Δ' βιβλίον. Το δεύτερον ήμισυ του έργου
δεν εμφαίνει πλέον καμμίαν του Πλάτωνος ελπίδα περί βασιλείου
εν τω κόσμω τούτω, ίσως δε πρέπει να σχετίσωμεν και το
μελαγχολικόν εκείνο χωρίον, όπου δέχεται το δόγμα το οποίον προ
δέκα ετών θα επολέμει ολοψύχως, ότι δηλαδή η ψυχή είναι «_και
των κακών_» αιτία (σ. 896). Τα λοιπά έργα της τελευταίας
περιόδου είναι καθαρώς φιλοσοφικά. Ο Σοφιστής και ο Πολιτικός
είναι συνέχεια του _Θεαιτήτου_· ακολουθούσιν εν τη μεθόδω την
άχαριν «διχοτομίαν» του Παρμενίδου. Ο _Σοφιστής_ είναι
απόδειξις της αληθείας του «_μη όντος_», της χώρας, όπου
δύναται να υπάρχη ο Σοφιστής, όστις πράγματι δεν είναι ό,τι
επαγγέλλεται ότι είναι. Ο _Φίληβος_, ζήτησις περί του αγαθού —
ότι τούτο δεν είναι ούτε γνώσις ούτε ηδονή, αλλά σχετίζεται
μάλλον προς την γνώσιν — είναι αξιοσημείωτος, διότι διεξάγεται
άνευ χρήσεως της καλουμένης θεωρίας των ιδεών· βάσις αυτής
είναι η ένωσις του πεπερασμένου και του αιωνίου, της πληθύος
και του ενός. Εκ των γλωσσικών τεκμηρίων εξάγεται ότι εγράφη
καθ' όν χρόνον και το πρώτον ήμισυ των _Νόμων_.
Ο _Τίμαιος_, διάλογος περί της δημιουργίας του κόσμου, και ο
_Κριτίας_ περί της δημιουργίας της ανθρωπίνης κοινωνίας, είναι
σύγχρονοι του δευτέρου μέρους των Νόμων. Ο _Τίμαιος_ είναι ή η
κενωτάτη ή η ήκιστα εννοηθείσα θεωρία του Πλάτωνος· είναι
απόπειρα συγκροτήσεως του φυσικού κόσμου εξ αφηρημένων
γεωμετρικών στοιχείων αντί των ατόμων του Δημοκρίτου. Ο δε
_Κριτίας_, ο οποίος είναι ατελής, ιστορεί την δόξαν και την
πτώσιν της νήσου Ατλαντίδος, η οποία ήτο ιδανικός τύπος υλικής
δυνάμεως και πλούτου, πολλάς έχων ομοιοτήτας προς τας Αθήνας.
Εις την σειράν ταύτην επρόκειτο να ταχθή και άλλος διάλογος, ο
_Ερμοκράτης_, αλλ' αυτός δεν εγράφη. Ο Πλάτων απέθανεν, αφήσας
ασυμπληρώτους τους _Νόμους_ και τον _Κριτίαν_ διακοπτόμενον εις
την λέξιν «_είπεν_» (279).
Ο Πλάτων απέτυχεν εις τους κυρίους αγώνας της ζωής του.
Ελατρεύθη αληθώς υπό μεγάλου μέρους του ελληνικού κόσμου· το
μεγαλείον του κατενοήθη όχι μόνον υπό φιλοσόφων, αλλά και υπό
ηγεμόνων και πολιτικών. Οι Κυρηναϊκοί πιθανώς εβαρύνοντο το
ύψος του· οι δε Κυνικοί ίσως τον εμίσουν ως ψευδή Σωκρατικόν,
ως φιλόσοφον των πλουσίων, ανέτως φιλοσοφούντα εν τω κήπω του
αντί να συγκατοική μετά των αποκλήρων και να κραυγάζη εντός των
οδών κατά της αμαρτίας. Αλλά περί το τέλος της ζωής του ήτο
σχεδόν υπέρτερος ελέγχων. Και αυτοί οι κοσμικοί υπήρξαν ήπιοι
προς αυτόν (280)· αι δε συκοφαντίαι της επομένης γενεάς ήσαν
απλή αντίδρασις προς τας προηγουμένας υπερβολάς του θαυμασμού.
Χαρακτηριστική της κοινής περί αυτού αντιλήψεως είναι η φήμη
ότι ήτο υιός του Απόλλωνος και η περικόσμησις αυτού δι'
Απολλωνείων μύθων· τον δε προς αυτόν σεβασμόν των φιλοσόφων
αποδεικνύει ο βωμός, όν έστησεν εις αυτόν ο Αριστοτέλης, ο ούτε
αισθηματικός, ούτε τυφλωμένος μαθητής.
Αλλ' ο κόσμος δεν επορεύθη όπως ήθελεν ο Πλάτων· οι εγκωμιασταί
του δεν τον ήκουσαν και οι λατρευταί του τον αντέκρουσαν.
Ηρεύνησεν ελπίζων να εύρη μίαν κλείδα του κόσμου τούτου, μίαν
αρχήν, την οποίαν θα ηδύνατο να εφαρμόζη εις τους διανοητικούς
τύπους, καθώς εις τους μαθηματικούς. Η γνώσις της αρχής εκείνης
θα έκαμνε τους ηγεμόνας των _Νόμων_ και της _Πολιτείας_
αναμαρτήτους και δεσποτικούς. Αλλ' αυτός ο Πλάτων ενόησεν ότι
δεν την είχεν εύρει. Το μέλλον ανήκεν εις τους έχοντας
περισσότερον θάρρος και ολιγωτέραν αυτοκριτικήν. Ο Δημόκριτος
ηδύνατο να συστηματοποιή την επιστήμην και να σχηματίζη
καθωρισμένον υλιστικόν δόγμα. Ο Αντισθένης ηδύνατο να
εξευτελίζη τα παν, τέχνην, μάθησιν, αυτήν την τιμήν άνευ
δισταγμού. Εκείνοι ήσαν ιδρυταί των μεγάλων συστηματικών
σχολών. Αλλ' ο Πλατωνισμός δεν είχε μορφήν ιδίαν. Ο μεν
Σπεύσιππος, ο ανεψιός και διάδοχος του Πλάτωνος, ελάτρευεν
απλώς τον θείον του και εθεώρει πάσαν κατά μέρος γνώσιν ως
αδύνατον προ της γνώσεως του παντός. Ο δε Αριστοτέλης ανέπτυξεν
ιδικόν του σύστημα, πρακτικόν, βαθύ, εγκυκλοπαιδεικόν, αλλ'
όλως ίδιον και ουδαμώς Πλατωνικόν. Ο δε Ηρακλείδης κατέστρεψε
το δημιουργικόν και μυστικόν πνεύμα του διδασκάλου και υπήρξε
τρόπον τινά μομφή προς την μνήμην του.
Αλλ' ακριβώς αυτό το ασυμπλήρωτον των στοχασμών του Πλάτωνος
κατέστησεν αυτόν αθάνατον. Ο Πλάτων δεν μας παρέχει σύστημα,
αλλά πνεύμα, το οποίον ουδεμία ανακάλυψις δύναται να σκιάση.
Λάθος είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ονειροπόλον· κατά βάθος ήτο
οξύς και πολλάκις είρων. Αλλ' ανυψώνεται υπεράνω της ιδίας του
ειρωνείας και εξαιρουμένης της περιόδου του _Γοργίου_, ατενίζει
πάντοτε μάλλον προς την ωραιότητα των πραγμάτων, όπου την
ευρίσκει, ή προς το κακόν. Λάθος επίσης είναι να θεωρώμεν αυτόν
ως ιδανικόν Απολλώνειον ήρωα, ακτινοβόλον και γαλήνιον ή να
εκλαμβάνωμεν αυτόν ως όμοιον προς την θριαμβευτικήν εκείνην
κεφαλήν του Ινδικού Βάκχου. Ήτο γνωστός διά την κυρτότητα και
το πλατύ του μέτωπον· αι δ' επιστολαί πολλάς αναφέρουσιν
ασθενείας του. Ο δε όλος τόνος του Πλάτωνος προς την τότε
γενεάν ομοιάζει το ύφος του Καρλάιλ ή του Ράσκιν. Είναι πάντως
ο μέγιστος καλλιτέχνης της ελληνικής, ίσως δε και πάσης άλλης
παντός χρόνου πεζογραφίας. Οι αρχαίοι κριτικοί, υπεραγαπώντες
την ρητορείαν, θεωρούσιν ίσον, ή και ανώτερον αυτού, τον
Δημοσθένη. Ο δε Διονύσιος λαμβάνει τον χλιαρόν εν τω _Μενεξένω_
λόγον, όπως παραβάλη αυτόν προς τον _Περί του στεφάνου_! Αλλ' ο
κύκλος του Πλάτωνος είν' ευρύτερος· έχει περισσοτέραν αβρότητα
και βάθος, και ευρύτερον ορίζοντα φαντασίας ή ο πολιτικός και ο
ρήτωρ. Αναγινώσκοντες αυτόν, αισθανόμεθα παρά πάσαν την
μακρολογίαν και παραδοξολογίαν, όπου τον εξωθεί η κράσις του,
ότι ευρισκόμεθα ενώπιον διανοίας ικανής εις πάσαν λεπτολογίαν
και εις πάσαν έξαρσιν και πτήσιν. Τα κατ' αυτού λεγόμενα είναι
ανεμώδη· του Πλάτωνος ο προορισμός ήτο να φιλοσοφή (281) και να
γράφη, εξετέλεσε δε και τα δύο ταύτα μετά της αυτής επιμονής
και της αυτής επιτυχίας. Ολίγη αφορμή εδόθη εις αυτόν προς
δράσιν κατά την κοινήν της λέξεως εκδοχήν· ότε δε τον εκάλεσεν
ο Δίων, εδέχθη την πρόσκλησιν μετά τυφλού ενθουσιασμού. Αλλ'
εάν η ζωή των ανθρώπων δύναται να εκτιμηθή κατά το τι
σκέπτονται και εις τι αφοσιούνται, ο Πλάτων πρέπει να ταχθή
μεταξύ των αγίων της ανθρωπίνης ιστορίας. Όλη του η ύπαρξις ήτο
«εν τω καλώ»^ περί ουδενός δε ίσως άλλου θνητού δυνάμεθα να
είμεθα τόσον βέβαιοι ότι απέβλεψε πάντοτε εις κάτι υπέρτερον
οιασδήποτε κοσμικής επιτυχίας και ότι ήθελεν αδιστάκτως
θυσιάσει την ζωήν χάριν εκείνου (282).