Επομένως πολύ ορθά το όνομα &καλόν& (ωραίον) σημαίνει την
φρόνησιν, η οποία εκτελεί εκείνα τα οποία θεωρούμεν &καλά&
(ωραία) και τα ασπαζόμεθα.
Ερμογένης.
Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν τι άλλο μας μένει να εξετάσωμεν από τα όμοια;
Ερμογένης.
Αυτά τα οποία αναφέρονται εις το &αγαθόν& και &καλόν&, δηλαδή τα
&συμφέροντα& και &λυσιτελή& και &ωφέλιμα& και &κερδαλέα&
και τα αντίθετα αυτών.
Σωκράτης.
Και λοιπόν όσον διά το &συμφέρον& και συ ακόμη ημπορείς να το
εύρης ανατρέχων εις τας προηγούμενας σκέψεις, διότι φαίνεται ότι
είναι όμοιον προς την επιστήμην. Δηλαδή δεν σημαίνει άλλο τίποτε,
παρά την κίνησιν της ψυχής μαζί με τα πράγματα (&άμα φοράν&), και
είναι ορθόν όσα εκτελούνται από αυτό να λέγωνται &συμφέροντα& και
&σύμφορα&, διότι &συμπεριφέρονται&. Το δε &κερδαλέον& ωνομάσθη
από το &κέρδος&. Το δε όνομα &κέρδος& σημαίνει εκείνο το οποίον
θέλει να σημαίνη, αν προσθέσωμεν εις αυτό νυ αντί του δέλτα,
διότι τότε αποτελεί άλλο όνομα του αγαθού. Δηλαδή επειδή
αναμιγνύεται εις όλα διαπερών αυτά, το έθεσε ο νομοθέτης, διά να
εκφράση αυτήν την δύναμίν του. Και προσθέσας το δ αντί του νυ το
ωνόμασε κέρδος.
Ερμογένης.
Το δε &λυσιτελούν& τι είναι;
Σωκράτης.
Φαίνεται, καλέ Ερμογένη, ότι το &λυσιτελούν& δεν το εννοεί καθώς
το μεταχειρίζονται οι κάπηλοι, όταν κανείς πληρώνη χρέος, αλλά
διότι είναι το ταχύτερον μέρος του όντος και δεν αφίνει τα
πράγματα να σταματήσουν, ουδέ να λάβη &τέλος& η κίνησις και να
σταθή και να παύση να κινήται. Αλλά πάντοτε &απολύει& το &τέλος&
αυτής, εάν τούτο δοκιμάση να πραγματοποιηθή, και καθιστά αυτήν
την κίνησιν αθάνατον. Δι' αυτόν τον λόγον μου φαίνεται ότι εις το
&αγαθόν& έδωκε και το όνομα &λυσιτελούν&. Δηλαδή ωνόμασε
&λυσιτελούν& εκείνο, το οποίον &λύει& το &τέλος& της κινήσεως. Το
δε όνομα &ωφέλιμον& είναι ξενικόν, και το μεταχειρίζεται και ο
Όμηρος εις πολλά μέρη, υπό τον τύπον &οφέλλειν&, το οποίον
σημαίνει &αύξω& (αυξάνω) και ποιώ.
Ερμογένης.
Και τόρα τα αντίθετα τούτων πώς εξηγούνται;
Σωκράτης.
Όσα από αυτά είναι αρνητικά, μου φαίνεται ότι δεν είναι ανάγκη να
τα εξετάσωμεν διόλου.
Ερμογένης.
Ποία εννοείς;
Σωκράτης.
Το &ασύμφορον& και το &ανωφελές& και το &αλυσιτελές& και το
&ακερδές&.
Ερμογένης.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Αλλά μόνον το &βλαβερόν& και &ζημιώδες&.
Ερμογένης.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και όσον μεν διά το &βλαβερόν&, εννοεί το &βλάπτον& τον &ρουν&,
το &βλάπτον& όμως πάλιν σημαίνει ότι &βούλεται& (θέλει) &άπτειν&
(να εφάπτεται). Και πάλιν το &άπτω& είναι το ίδιον με το δένω,
τούτο δε εις όλα τα ονόματα το κατακρίνει. Λοιπόν το &βουλόμενον
άπτειν ρουν& κυρίως μεν έπρεπε να ονομασθή &βουλαπτερούν&, όμως
χάριν κομψότητος μου φαίνεται ότι ωνομάσθη &βλαβερόν&.
Ερμογένης.
Πολύ μεταμορφώνεις, καλέ Σωκράτη, τα ονόματα. Και τόρα πάλιν μου
εφάνη ωσάν να εσφύριξες το προοίμιον του ύμνου της Αθηνάς, όταν
έλεγες αυτό το όνομα το βουλαπτερούν (8).
Σωκράτης.
Δεν πταίω εγώ, Ερμογένη μου, αλλά εκείνοι οι οποίοι έθεσαν τα
ονόματα.
Ερμογένης.
Αυτό είναι αληθές. Αλλά τόρα τι να σημαίνη το ζημιώδες;
Σωκράτης.
Τι να σημαίνη το ζημιώδες; Πρόσεξε, καλέ Ερμογένη, να ότι εγώ
λέγω την αλήθειαν, όταν λέγω ότι ενώ προσθέτουν και αφαιρούν
γράμματα μεταβάλλουν φοβερά την σημασίαν των ονομάτων, αφού
μάλιστα και με μικράν ακόμη μεταβολήν δίδουν εις αυτά την
αντίθετον σημασίαν. Τούτο συμβαίνει και εις το &δέον& (πρέπον).
Διότι και αυτό μου ήλθε εις τον νουν προ ολίγου, και από αυτό, το
οποίον επρόκειτο να σου ειπώ, ενθυμήθην ότι η νέα μας γλώσσα η
προκομμένη μετέτρεψε το &δέον& και το &ζημιώδες&, ώστε να
σημαίνουν όλως το εναντίον, διότι εξαφανίζει την σημασίαν των,
ενώ η αρχαία γλώσσα δεικνύει την αληθή σημασίαν των δύο αυτών
ονομάτων.
Ερμογένης.
Πώς το εννοείς αυτό;
Σωκράτης.
Εγώ θα σου το ειπώ. Γνωρίζεις ότι οι παλαιοί μας πρόγονοι πολύ
μεταχειρίζονται το ιώτα και το δέλτα, και προ πάντων αι γυναίκες,
αι οποίαι περισσότερον διατηρούν την αρχαίαν γλώσσαν. Τόρα όμως
αντί του ιώτα θέτουν έψιλον ή ήτα, αντί δε του δέλτα ζήτα, ως να
είναι μεγαλοπρεπέστερα.
Ερμογένης.
Πώς δηλαδή;
Σωκράτης.
Παραδείγματος χάριν οι μεν αρχαιότεροι ωνόμαζαν την ημέραν
&ιμέραν&, οι δε κατόπιν &εμέραν&, οι δε σημερινοί ημέραν (9)
Ερμογένης.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Εννόησες λοιπόν ότι μόνον το πρώτον όνομα δεικνύει τι εννοεί
εκείνος, ο οποίος έθεσε το όνομα; Δηλαδή διότι το φως ήρχετο
ευχάριστον εις τους ανθρώπους μετά το σκότος, δι' αυτό το
ωνόμασαν ιμέραν από το &ίμερος& (πόθος).
Ερμογένης.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Τόρα όμως με τον τραγικόν του τύπον δεν ημπορείς να εννοήσης τι
σημαίνει η &ημέρα&. Αν και μερικοί νομίζουν, ότι ωνομάσθη
&ημέρα&, διότι κάμνει ήμερα τα πράγματα.
Ερμογένης.
Συμφωνώ μαζί σου.
Σωκράτης.
Και το &ζυγόν& γνωρίζεις ότι οι αρχαιότεροι το έλεγαν &δυογόν&.
Ερμογένης.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και λοιπόν το μεν &ζυγόν& τίποτε δεν εκφράζει, ενώ το &δυογόν&
ωνομάσθη πολύ ορθά, διότι τα &δύο& δένονται διά να σύρουν το
&αγώγιον&, αλλά τόρα έγινε &ζυγόν&. Και άλλα πολλά έπαθαν το
ίδιον.
Ερμογένης.
Πολύ πιθανόν.
Σωκράτης.
Λοιπόν συμφώνως προς τα ανωτέρω πρώτον μεν το &δέον& με αυτήν την
προφοράν σημαίνει το αντίθετον από όλα τα ονόματα, τα οποία
σημαίνουν το αγαθόν. Διότι ενώ το &δέον& φαίνεται ότι είναι είδος
&αγαθού&, τόρα αποδεικνύεται ότι είναι &δεσμός& και εμπόδιον της
κινήσεως, και ομοιάζει το &βλαβερόν&.
Ερμογένης.
Και βέβαια, καλέ Σωκράτη, αυτό αποδεικνύεται.
Σωκράτης.
Όχι όμως και όταν μεταχειρισθώμεν το αρχαίον όνομα, το οποίον
έχει περισσοτέρους λόγους να είναι βαλμένον ορθώς παρά το
σημερινόν. Και θα γίνη σύμφωνον με τα προηγούμενα αγαθά, εάν
θέσωμεν το ιώτα αντί του έψιλον, καθώς είναι το αρχαίον, διότι το
&Δίον&, και όχι το &δέον&, σημαίνει το αγαθόν, το οποίον επαινεί.
Και κατ' αυτόν τον τρόπον δεν ευρίσκεται εις αντίφασιν με τον
ίδιον εαυτόν του εκείνος, ο οποίος έθεσε τα ονόματα, αλλά
αποδεικνύεται έν και το αυτό πράγμα το &δέον& και το &ωφέλιμον&
και το &λυσιτελές& και το &κερδαλέον& και το &αγαθόν& και το
&συμφέρον& και το &εύπορον&, και όλα αυτά, με άλλο όνομα,
σημαίνουν εκείνο το οποίον τακτοποιεί και διατρέχει παντού και
επαινείται, ενώ εκείνο το οποίον εμποδίζει και δένει
κατακρίνεται. Και λοιπόν τόρα και το &ζημιώδες& εάν συμφώνως προς
την αρχαίαν γλώσσαν θέσωμεν αντί του ζήτα δέλτα, θα εννοήσης ότι
το όνομα ετέθη διά να σημαίνη εκείνο το οποίον &δει& (δεσμεύει)
το &ιόν& (κινούμενον), και ωνομάσθη κατ' αρχάς &δημιώδες&.
Ερμογένης.
Και τι λοιπόν σημαίνει η &ηδονή& και η &λύπη& και η &επιθυμία&
και τα όμοια, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης.
Αυτά δεν μου φαίνονται πολύ δύσκολα, Ερμογένη μου, διότι, όσον
διά την ηδονήν, μου φαίνεται ότι το όνομα αυτό το έλαβε η πράξις
η οποία τείνει προς &όνησιν& (ωφέλειαν) — το δέλτα όμως είναι
πρόσθετον, ώστε ονομάζεται &ηδονή& αντί να ονομάζεται &ηονή&. —
Και πάλιν η &λύπη& φαίνεται ότι έλαβε το όνομα από την &διάλυσιν&
του σώματος, η οποία συμβαίνει εις αυτό από τούτο το πάθημα. Και
βεβαίως η &ανία& είναι το εμπόδιον της κινήσεως (ιέναι). Η
&αλγηδών& όμως μου φαίνεται ξενικόν όνομα, και ωνομάσθη από το
&αλγεινόν&. Η δε &οδύνη& από το &ενδύω& την &λυπών& φαίνεται ότι
ωνομάσθη. Το δε όνομα &αχθηδών& και εις τον τυχόντα φαίνεται ότι
παρωμοιάσθη προς το βάρος της μεταφοράς. Η &χαρά& πάλιν φαίνεται
ότι ωνομάσθη από την &διάχυσιν& και &ευπορίαν& της &ροής& της
ψυχής. Η δε &τέρψις& από το &τερπνόν&, και το &τερπνόν& πάλιν
έλαβε κατά παρομοίωσιν το όνομα, διότι &έρπει& (εισδύει) ως
&πνοή& εις την ψυχήν, και κυρίως μεν έπρεπε να ονομασθή
&έρπνουν&, η πολυκαιρία όμως το μετέτρεψε εις &τερπνόν&. Διά το
όνομα ευφροσύνη πάλιν είναι περιττόν να προσθέσωμεν το διατί,
διότι και ο τυχών εννοεί ότι ορθώς έλαβε το όνομα τούτο από το
ότι &ευ& (καλώς) &συμφέρεται& (συμβαδίζει) με τα πράγματα η ψυχή,
και ήτο δίκαιον να λέγεται &ευφεροσύνη&, αλλά την λέγομεν
&ευφροσύνην&. Και το όνομα &επιθυμία& όμως δεν είναι δύσκολον,
διότι είναι φανερόν ότι το όνομα αυτό απεδόθη εις την δύναμιν η
οποία προς τον &θυμόν& (ψυχήν) προχωρεί (&ιούσα&). Ο δε &θυμός&
από την &θύσιν& δηλαδή την ζέσιν της ψυχής φαίνεται ότι έλαβε
αυτό το όνομα. Αλλά και ο &ίμερος& έλαβε το όνομα με το ρω το
οποίον περισσότερον παντός άλλου έλκει την ψυχήν. Δηλαδή επειδή
κινούμενος (&ιέμενος) ρέει& και επιζητεί (&εφίεται&) τα πράγματα,
και κατ' αυτόν τον τρόπον παρασύρει την ψυχήν εις την ορμήν
(&έσιν&) της &ροής& του, δι' όλην αυτήν την δύναμιν ωνομάσθη
&ίμερος&. Και ο &πόθος& όμως ορθώς ονομάζεται, διότι σημαίνει ότι
δεν προέρχεται από το παρόν αλλά από αλλού &πουθενά&. Δι' αυτό
ωνομάσθη και &πόθος&, αυτό το ίδιον, το οποίον όταν είναι παρόν
ό,τι επιθυμούμεν, λέγεται &ίμερος&, όταν όμως είναι απόν, το
ίδιον πράγμα λέγεται &πόθος&. Ο δε &έρως& ωνομάζετο τον παλαιόν
καιρόν &έσρος& από το ρήμα &εσρεί&, διότι &εισρέει& έξωθεν και
δεν είναι ατομική του αυτή η &ροή& εις τον έχοντα τον έρωτα —
τότε δε η γλώσσα μετεχειρίζετο το όμικρον αντί του ωμέγα — τόρα
δε ωνομάσθη έρως διά της μεταβολής του ο εις ω. Αλλά ποίον άλλο
όνομα ακόμη θέλεις να εξετάσωμεν;
Ερμογένης.
Η &δόξα& και τα όμοια πώς σου φαίνονται;
Σωκράτης.
Η &δόξα& βεβαίως ή ωνομάσθη από την καταδίωξιν (&δίωξιν&) την
οποίαν εκτελεί η ψυχή, όταν &επιδιώκη& να γνωρίση πώς είναι
πλασμένα τα πράγματα, ή από την &βολήν& του &τόξου&. Και φαίνεται
μάλλον από το δεύτερον τούτο. Τουλάχιστον η &οίησις& (δοξασία)
συμφωνεί με αυτό, διότι σημαίνει κίνησιν (&οίσιν&) της ψυχής προς
το πράγμα, καθώς και η &βουλή& σημαίνει κάπως την &βολήν& και το
&βούλομαι& σημαίνει &εφίεμαι& (επιθυμώ) και &βουλεύομαι&
(σκέπτομαι). Όλα αυτά φαίνονται ως ομοιώματα της &βολής& συμφώνως
με την &δόξαν&, καθώς πάλιν αντιθέτως η &αβουλία& φαίνεται ότι
είναι ατυχία, ως να μη &έβαλε&, δηλαδή να μην επέτυχε εκείνο εις
το οποίον εσημάδευε (&έβαλλε&) και το οποίον ήθελε (&εβούλετο&)
και το οποίον εσυλλογίζετο (&εβουλεύετο&) και το επεθύμει
(&εφίετο&).
Ερμογένης.
Αυτά πλέον μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι τα παρατάσσεις πολύ
πυκνά.
Σωκράτης.
Διότι τόρα πλέον είναι το τέλος και τω θεώ δόξα. Θέλω όμως ακόμη
να ερευνήσω την &ανάγκην& και το &εκούσιον&, διότι είναι συνέχεια
με τα προηγούμενα. Και λοιπόν το &εκούσιον& είναι εκείνο το
οποίον &υπείκει& (υποχωρεί) και δεν εναντιόνεται, αλλά καθώς είπα
υποχωρεί εις το κινούμενον (ιόν). Και ήτο πρέπον να ονομασθή με
το όνομα τούτο ό,τι γίνεται κατά βούλησιν, ενώ το &αναγκαίον& και
το &αντίτυπον& (αντίθετον), το οποίον γίνεται εναντίον της
θελήσεως, φαίνεται ότι ανήκει εις την αποτυχίαν και αμάθειαν και
παρομοιάζεται με πορείαν προς τα &άγκη& (χαράδρας), διότι είναι
δυσδιάβατα και ανώμαλα και πετρώδη και εμποδίζουν τον δρόμον.
Ίσως λοιπόν ωνομάσθη αναγκαίον, διότι παρωμοιάσθη προς διάβασιν
διά μέσου &άγκους&. Και εφ' όσον μας βοηθεί η δύναμις, ας μη την
αφήσωμεν. Όμως και συ μη την αφίνεις, αλλά ερώτα.
Ερμογένης.
Ερωτώ λοιπόν τα σπουδαιότερα και τα ωραιότερα, δηλαδή την
&αλήθειαν& και το &ψεύδος& και το &ον& και αυτό ακόμη περί του
οποίου ομιλούμεν, δηλαδή το &όνομα&, διά ποίον λόγον λέγεται
όνομα.
Σωκράτης.
Υπάρχει τι το οποίον ονομάζεις &μαίομαι& (μαιεύω);
Ερμογένης.
Μάλιστα, το να ζητώ να συλλάβω.
Σωκράτης.
Φαίνεται λοιπόν ότι είναι όνομα απαρτιζόμενον από ολόκληρον λόγον
ο οποίος λέγει ότι το όνομα είναι ον του οποίου, υπάρχει ζήτησις.
Τούτο δε είναι ευκολώτερον να το εννοήσης εις το &ονομαστόν&,
διότι εδώ πλέον λέγει καθαρά ότι τούτο είναι &ον ου μάσμα&
(ζήτησις) υπάρχει. Όσον δε διά το όνομα &αλήθεια&, και τούτο
ομοιάζει με τα άλλα, διότι φαίνεται ότι εκφράζεται με αυτήν την
λέξιν, δηλαδή την αλήθειαν, η θεία περιφορά του όντος, ότι δηλαδή
είναι &άλη& (ορμή) &θεία&. Το ψεύδος όμως είναι το αντίθετον της
κινήσεως, και ιδού πάλιν ότι κατακρίνεται το εμποδιζόμενον και
αναγκαζόμενον να ησυχάζη και παρομοιάζεται προς τα &καθεύδοντα&
(κοιμώμενα), επειδή όμως προσετέθη το ψ κρύπτει ολίγον την
σημασίαν αυτού του ονόματος. Το δε &ον& και η ουσία συμφωνούν με
το αληθές εάν προστεθή το ιώτα, διότι γίνεται &ιόν& (κινούμενον).
Τούτο φαίνεται και εις το &ουκ ον&, το οποίον μερικοί το
ονομάζουν &ουκί& (ουχί) &ον&.
Ερμογένης.
Αυτά μεν, καλέ Σωκράτη, μου φαίνεται ότι τα εξήγησες με πολλήν
ικανότητα. Αν όμως σε ερωτήση κανείς δι' αυτό το &ιόν&
(κινούμενον) και το &ρέον& και το &δουν& (δένον), ποία είναι η
ορθότης αυτών των ονομάτων;
Σωκράτης.
Ερωτάς τι άραγε θα απαντήσωμεν εις αυτόν; δεν είναι έτσι;
Ερμογένης.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Και λοιπόν προ ολίγου, επρομηθεύθημεν ένα πράγμα διά να φαινώμεθα
ότι λέγομεν κάτι τι, όταν αποκρινώμεθα.
Ερμογένης.
Ποίον δηλαδή;
Σωκράτης.
Ό,τι δεν γνωρίζομεν, να λέγωμεν ότι είναι βαρβαρικόν. Και
πραγματικώς είναι δυνατόν να είναι κάτι τοιούτον, αλλ' επίσης
είναι δυνατόν ένεκα της πολυκαιρίας να είναι ανεξερεύνητα τα
πρώτα ονόματα. Διότι, επειδή τα ονόματα μετατρέπονται καθ' όλους
τους τρόπους, δεν είναι διόλου παράδοξον, εάν η αρχαία γλώσσα
σχετικώς με την σημερινήν δεν έχει καμμίαν διαφοράν από την
βαρβαρικήν.
Ερμογένης.
Ομιλείς πολύ λογικά.
Σωκράτης.
Τουλάχιστον λέγω πράγματα ευλογοφανή. Μου φαίνεται όμως ότι δεν
επιδέχεται προφάσεις ο αγών, αλλά πρέπει να είμεθα πρόθυμοι να τα
ερευνήσωμεν αυτά. Πρέπει δε να λάβωμεν υπ' όψιν τα εξής· άραγε,
εάν κανείς μας ερωτά διαρκώς τας προτάσεις από τας οποίας
αποτελείται το όνομα, και έπειτα πάλιν τα ονόματα, με τα οποία
αποτελούνται εκείναι αι προτάσεις και δεν παύη να κάμνη αυτάς τας
ερωτήσεις, δεν θα αναγκασθή εις το τέλος να απαυδήση ο
αποκρινόμενος;
Ερμογένης.
Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης.
Πότε λοιπόν θα απέκαμνε δικαίως, και θα έπαυε; άραγε όχι όταν
έφθανε εις εκείνα τα ονόματα, τα οποία είναι στοιχεία των άλλων
ονομάτων και λόγων; διότι αυτά πλέον, αν πραγματικώς είναι
στοιχεία, δεν είναι δίκαιον να αποδειχθούν ότι αποτελούνται από
άλλα. Καθώς παραδείγματος χάριν προ ολίγου ελέγαμεν, ότι το
&αγαθόν& αποτελείται από το &αγαστόν& και &θοόν& (ταχύ). Και ίσως
πάλιν εύρωμεν ότι το &θοόν& αποτελείται από άλλα και εκείνα πάλιν
από άλλα. Όταν όμως εις το τέλος εύρωμεν εκείνο το οποίον δεν
αποτελείται από άλλα ονόματα, δικαίως θα ελέγαμεν ότι τόρα πλέον
έχομεν ενώπιόν μας στοιχείον, και ότι δεν πρέπει τούτο να το
παραμπέμπωμεν εις άλλα ονόματα.
Ερμογένης.
Μου φαίνεται ότι λέγεις ορθά.
Σωκράτης.
Μήπως λοιπόν και αυτά τα ονόματα, διά τα οποία ερωτάς τόρα, είναι
στοιχεία και είναι ανάγκη με άλλον τρόπον να εξετάσωμεν ποία
είναι η ορθότης αυτών;
Ερμογένης.
Πολύ πιθανόν.
Σωκράτης.
Και βέβαια είναι πιθανόν, καλέ Ερμογένη, διότι όλα τα προηγούμενα
φαίνονται ότι ανέρχονται εις αυτά. Και αν αυτό είναι ορθόν, καθώς
μου φαίνεται ότι είναι, έλα πάλιν πρόσεχε μαζί μου, μήπως ειπώ
παραληρήματα εξετάζων ποία πρέπει να είναι η ορθότης των πρώτων
ονομάτων.
Ερμογένης.
Λέγε και μη σε μέλει, διότι εγώ θα προσέχω με όλας μου τας
δυνάμεις.
Σωκράτης.
Ότι βεβαίως μία είναι η ορθότης παντός ονόματος και πρώτου και
τελευταίου, και δεν έχουν καμμίαν διαφοράν μεταξύ των ως ονόματα,
νομίζω ότι και συ συμφωνείς.
Ερμογένης.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και όμως η ορθότης των ονομάτων, τα οποία εξητάσαμεν
προηγουμένως, κυρίως εδείκνυε οποίον είναι έκαστον από τα όντα.
Ερμογένης.
Και βέβαια.
Σωκράτης.
Επομένως αυτήν την ιδιότητα πρέπει να την έχουν εξ ίσου και τα
πρώτα και τα τελευταία, αφού είναι ονόματα.
Ερμογένης.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Αλλά τα μεν τελευταία, καθώς φαίνεται, ήσαν ικανά εις τούτο διά
μέσου των πρώτων.
Ερμογένης.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Καλά. Τόρα όμως τα πρώτα, τα οποία δεν έχουν άλλα ως βάσιν, πώς
θα καταστήσουν εις ημάς όσον το δυνατόν περισσότερον ευνόητα τα
όντα, αφού πρόκειται να είναι ονόματα; Δηλαδή απάντησέ μου εις το
εξής: Εάν δεν είχαμεν φωνήν ουδέ γλώσσαν και όμως ηθέλαμεν να
εκφράσωμεν μεταξύ μας τα πράγματα άραγε δεν θα εδοκιμάζαμεν,
καθώς τόρα οι κωφάλαλοι, να εκφρασθώμεν με τας χείρας και με την
κεφαλήν και με το άλλο σώμα;
Ερμογένης.
Και βέβαια πώς αλλέως, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης.
Και νομίζω ότι εάν ηθέλαμεν να εκφράσωμεν το άνω και το ελαφρόν,
θα υψώναμεν την χείρα προς τον ουρανόν μιμούμενοι αυτήν την φύσιν
του πράγματος. Εάν δε πάλιν τα κάτω και βαρέα, θα εφέραμεν την
χείρα προς την γην. Και αν ηθέλαμεν να εκφράσωμεν ίππον τρέχοντα
ή κανέν άλλο ζώον, γνωρίζεις ότι θα εκάμναμεν χειρονομίας και
σχήματα με το σώμα μας, όσον το δυνατόν ομοιότατα προς εκείνα.
Ερμογένης.
Μου φαίνεται ότι δεν ημπορεί παρά να είναι καθώς το λέγεις.
Σωκράτης.
Διότι νομίζω ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα εσχηματίζετο σωματική
(σχηματική) γλώσσα, διότι το σώμα θα εμιμείτο εκείνο το οποίον
ήθελε να εκφράση.
Ερμογένης.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Τόρα όμως αφού θέλομεν να εκφράσωμεν με την φωνήν και με την
γλώσσαν και με το στόμα, δεν σου φαίνεται ότι τότε μόνον θα είναι
έκφρασις το σχηματιζόμενον από αυτά, όταν μιμηθώμεν οποιονδήποτε
πράγμα με αυτά;
Ερμογένης.
Μου φαίνεται ότι είναι ανάγκη.
Σωκράτης.
Ώστε, καθώς φαίνεται, το όνομα είναι διά της φωνής μίμησις
εκείνου του πράγματος το οποίον απομιμείται. Και ονομάζει κανείς
όταν απομιμηθή με την φωνήν εκείνο το οποίον μιμείται.
Ερμογένης.
Πιστεύω.
Σωκράτης.
Εγώ όμως, μα τον Δία, ακόμη δεν πιστεύω ότι τα λέγομεν καλά.
Ερμογένης.
Πώς δηλαδή;
Σωκράτης.
Εκείνοι οι οποίοι απομιμούνται την φωνήν των προβάτων και των
πετεινών και των άλλων ζώων, δεν θα αναγκασθώμεν να παραδεχθώμεν
ότι ονομάζουν αυτά τα οποία μιμούνται;
Ερμογένης.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Σου φαίνεται λοιπόν αυτό ορθόν;
Ερμογένης.
Όχι σε βεβαιώ. Αλλά τότε πάλιν, καλέ Σωκράτη, τι είδους μίμησις
είναι το όνομα;
Σωκράτης.
Πρώτον νομίζω ότι δεν είναι μίμησις, καθώς όταν με την μουσικήν
μιμούμεθα τα πράγματα, μολονότι και τότε με την φωνήν βεβαίως τα
μιμούμεθα. Δεύτερον, όσα μιμείται η μουσική, αν τα μιμούμεθα και
ημείς, δεν μου φαίνεται ότι λέγομεν το όνομά των. Εννοώ δε το
εξής· υπάρχει εις έκαστον πράγμα ήχος και σχήμα, και χρώμα ακόμη
εις πολλά από αυτά;
Ερμογένης.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Ιδού λοιπόν ότι δεν είναι τέχνη ονομαστική το να μιμήται κανείς
αυτά, ουδέ να καταγίνεται εις τοιαύτας μιμήσεις. Διότι τούτο το
εκτελεί η μουσική και η ζωγραφική. Δεν είναι έτσι;
Ερμογένης.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και πώς σου φαίνεται το εξής; δεν σου φαίνεται ότι και την ουσίαν
του έχει έκαστον πράγμα καθώς έχει και το χρώμα και τα άλλα τα
οποία ελέγαμεν τελευταίως; Πρώτον το ίδιον το &χρώμα& και η
&φωνή& δεν έχει το καθέν κάποιαν ουσίαν καθώς και όλα τα άλλα
πράγματα, όσα ηξιώθησαν να έχουν την ιδιότητα της υπάρξεως;
Ερμογένης.
Μου φαίνεται.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; εάν ημπορέση κανείς να μιμηθή με τα γράμματα και τας
συλλαβάς την ιδίαν την ουσίαν, άραγε δεν θα εξέφραζε τι είναι
έκαστον; ή μήπως απατώμαι;
Ερμογένης.
Πολύ μάλιστα θα εξέφραζε.
Σωκράτης.
Και πώς θα ονομάσης εκείνον ο οποίος έχει αυτήν την ικανότητα,
καθώς από τους προηγουμένους τον ένα τον ωνόμασες μουσικόν και
τον άλλον ζωγραφικόν; Αυτόν πώς θα τον ονομάσης;
Ερμογένης.
Μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι αυτό είναι εκείνο το οποίον
ζητούμεν να εύρωμεν εδώ και τόσην ώραν, δηλαδή ότι αυτός είναι ο
ονομαστικός.
Σωκράτης.
Αφού λοιπόν τούτο είναι αληθές, τόρα νομίζω ότι πρέπει να
εξετάσωμεν εκείνα τα ονόματα διά τα οποία συ ερώτησες, δηλαδή
την ροήν και την κίνησιν και την στάσιν, αν με τα γράμματα και
τας συλλαβάς πλησιάζουν τα ιδικά των όντα, ώστε να μιμούνται την
ουσίαν των, ή όχι;
Ερμογένης.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Λοιπόν ας εξετάσωμεν μήπως άραγε μόνον αυτά είναι από τα πρώτα
ονόματα ή και άλλα πολλά.
Ερμογένης.
Εγώ νομίζω ότι υπάρχουν και άλλα πολλά.
Σωκράτης.
Βέβαια είναι λογικόν να υπάρχουν. Αλλά πώς πρέπει να τα
διακρίνωμεν, όχι άραγε καθώς αρχίζει την μίμησιν ο μιμούμενος;
Επομένως αφού η μίμησις της ουσίας γίνεται με συλλαβάς και με
γράμματα, δεν είναι ορθότερον πρώτον να διακρίνωμεν τα στοιχεία;
Καθώς οι καταγινόμενοι εις τους ρυθμούς πρώτον διέκριναν τας
δυνάμεις των στοιχείων, έπειτα δε των συλλαβών και τότε πλέον
έρχονται να εξετάσουν τους ρυθμούς, όχι όμως προηγουμένως;
Ερμογένης.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Επομένως και ημείς ομοίως πρέπει πρώτον μεν να διακρίνωμεν τα
φωνήεντα, έπειτα από τα άλλα να διακρίνωμεν τα &άφωνα& και τα
&άφθογγα& (ημίφωνα) — διότι ούτω πως τα ονομάζουν όσοι είναι
έμπειροι εις τα τοιαύτα — και πάλιν όσα δεν είναι φωνήεντα ούτε
όμως &άφθογγα& (ημίφωνα). Και πάλιν από τα ίδια τα φωνήεντα πόσα
είδη υπάρχουν. Και αφού διακρίνωμεν όλα καλώς, τότε πάλιν πρέπει
να εξετάσωμεν τα όντα, εις τα οποία πρόκειται να δώσωμεν ονόματα,
αν υπάρχουν μερικά εις τα οποία υπάγονται όλα, καθώς είναι τα
στοιχεία. Από τα οποία είναι δυνατόν να παρατηρήσωμεν και τα ίδια
τα όντα, και αν διαιρούνται εις είδη, καθώς τα στοιχεία. Όλα αυτά
αφού τα ερευνήσωμεν καλώς, να προσθέτωμεν επιστημονικώς έκαστον
στοιχείον αναλόγως της ομοιότητος, είτε έν μόνον στοιχείον εις έν
ον, είτε και αναμιγνύοντες πολλά στοιχεία εις έν ον. Καθώς και οι
ζωγράφοι θέλοντες να κατασκευάσουν εικόνα, κάποτε θέτουν μόνον το
κόκινον, και κάποτε άλλο οποιονδήποτε χρώμα, πολλάκις όμως
αναμιγνύουν πολλά χρώματα, καθώς παραδείγματος χάριν όταν
κατασκευάζουν προσωπογραφίαν ή άλλο τίποτε παρόμοιον, αναλόγως,
νομίζω, της ανάγκης την οποίαν έχει η εικών από έκαστον χρώμα.
Ομοίως λοιπόν και ημείς θα επιθέσωμεν τα στοιχεία εις τα
πράγματα, είτε έν εις έν, ό,τι νομίσωμεν ότι χρειάζεται, είτε
πολλά ομού και θα κατασκευάσωμεν αυτά τα οποία λέγονται συλλαβαί,
και πάλιν θα ενώσωμεν τας συλλαβάς, από τας οποίας σχηματίζονται
και τα ονόματα και τα ρήματα. Και πάλιν από τα ονόματα και τα
ρήματα θα αποτελέσωμεν πλέον κάτι τι μέγα και ωραίον και
ακέραιον, καθώς εκεί διά της ζωγραφικής το ζωντανόν, ομοίως εδώ
τον λόγον διά της &ονομαστικής& ή &ρητορικής&, ή οποιαδήποτε
είναι αυτή η τέχνη. Ή καλλίτερον όχι ημείς, αλλά απλώς παρεσύρθην
από τους λόγους. Διότι τα κατεσκεύασαν, όπως είναι
κατασκευασμένα, οι παλαιοί. Εμείς δε πρέπει αν θέλωμεν να τα
εννοήσωμεν τεχνικώς, αφού τα διακρίνομεν κατ' αυτόν τον τρόπον,
να τα εξετάσωμεν αν είναι τεθειμένα ορθώς και τα πρώτα
(πρωτότυπα) και τα τελευταία (παράγωγα) ή μήπως δεν είναι. Αλλέως
όμως να τα συγχωνεύωμεν, ίσως είναι κακόν και όχι μεθοδικόν,
αγαπητέ μου Ερμογένη.
Ερμογένης.
Ίσως μα τον Δία, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; Συ βασίζεσαι εις τον εαυτόν σου ότι είσαι ικανός να
τα διακρίνης κατ' αυτόν τον τρόπον; Διότι όσον δι' εμέ εγώ δεν
είμαι ικανός.
Ερμογένης.
Τότε πολύ περισσότερον εγώ δεν είμαι ικανός.
Σωκράτης.
Λοιπόν θέλεις να τα αφήσωμεν ή να δοκιμάσωμεν όσον μας είναι
δυνατόν, έστω και αν κατορθώσωμεν ολίγον μόνον να τα εννοήσωμεν.
Και καθώς εδηλώσαμεν εις τους θεούς ολίγον προηγουμένως, ότι
ημείς δεν γνωρίζομεν την αλήθειαν περί αυτών των ιδίων και μόνον
τας δοξασίας των ανθρώπων τας οποίας έχουν περί θεών ερευνώμεν,
ομοίως και τόρα πριν αποχωρισθώμεν πρέπει να μείνωμεν σύμφωνοι
μεταξύ μας, ότι εάν επρόκειτο να τα διαιρέση σκοπίμως αυτά είτε
άλλος κανείς είτε ημείς, αυτή η διαίρεσις την οποίαν είπαμεν
είναι ορθή, και ότι προς το παρόν πρέπει να καταγίνωμεν εις αυτά
κατά τας δυνάμεις μας, καθώς λέγει η παροιμία. Παραδέχεσαι αυτά,
ή έχεις άλλην γνώμην;
Ερμογένης.
Βεβαίως τα παραδέχομαι.
Σωκράτης.
Ομολογώ, Ερμογένη μου, ότι ίσως θα μας φανούν γελοία τα πράγματα,
όταν αποδειχθούν ότι είναι διά μιμήσεως, αποτυπωμένα εις γράμματα
και συλλαβάς, είναι όμως ανάγκη να γίνη αυτό. Διότι δεν έχομεν
άλλο καλλίτερον εις το οποίον να παραπέμψωμεν την έρευναν περί
της αληθείας των πρώτων ονομάτων. Εκτός εάν θέλεις, καθώς οι
δραματογράφοι οι οποίοι, όταν ευρεθούν εις απορίαν, καταφεύγουν
εις τας μηχανάς και αναβιβάζουν θεούς, το ίδιον και ημείς προς
ευκολίαν μας να ειπούμεν ότι τα πρώτα ονόματα τα έθεσαν οι θεοί
και διά τούτο είναι ορθά. Άραγε αυτός ο λόγος είναι προτιμότερος
και εις ημάς; ή ο άλλος εκείνος, ότι δηλαδή αυτά τα ονόματα μας
ήλθαν από κάποιους βαρβάρους, και ότι οι βάρβαροι είναι
αρχαιότεροι από ημάς; ή ότι ένεκα της πολυκαιρίας είναι αδύνατον
να τα ερευνήσωμεν, καθώς και τα βαρβαρικά; Διότι αυταί πάλιν αι
υπεκφυγαί είναι πολύ επιτυχημέναι δι' εκείνον, ο οποίος αποφεύγει
να δώση λόγον περί των πρώτων ονομάτων, πώς είναι ορθώς βαλμένα.
Και όμως αν κανείς δεν γνωρίζη την ορθότητα των πρώτων ονομάτων,
είναι βεβαίως αδύνατον να γνωρίση την ορθότητα των τελευταίων, τα
οποία κατ' ανάγκην εξηγούνται από εκείνα και περί των οποίων δεν
γνωρίζει τίποτε. Επομένως είναι προφανές ότι όστις διισχυρίζεται
ότι είναι ειδικός εις τα ονόματα, πρέπει προ πάντων να δύναται να
εξηγήση τα πρώτα ονόματα με πολλήν σαφήνειαν, άλλως να είναι
βέβαιος ότι διά τα τελευταία (παράγωγα) θα λέγη πλέον φλυαρίας. Ή
μήπως συ έχεις άλλην γνώμην;