«Αχ φθόνε, φθόνε! Αχ πάθη μιαρά και αλλόκοτα! εκείνο οπού

εμελετούσατε, κατωρθώσατε· εκείνο οπού επιθυμούσατε, είδατε·

εκείνο όπου εδιψούσατε, απηλαύσατε· εσβύσατε το φως πολλών

τυφλών, συνετρίψατε την βακτηρίαν πολλών χωλών, εξερριζώσατε το

πολύφυλλον δένδρον, υπό την σκιάν του οποίου επαρηγορούντο τόσοι

και τόσοι τετραυματισμένοι και δυστυχείς· ω ματαιότης του κόσμου!

ω απιστία της εποχής μας! αλλ' εκείνος ο μακαρίτης διά τον

χριστιανισμόν του, διά τας αρετάς του, διά τον ειλικρινή

πατριωτισμόν του, διά την άδικον χύσιν του αίματός του,

ανταλλαξάμενος τα επίγεια, ανέβη εις τους ουρανούς, και ίσταται

έμπροσθεν του θρόνου του αρνίου ενδεδυμένος την στολήν οπού την

ελεύκανε με το αίμα του μαρτυρίου του.

«Αλλ', ω καλέ και χριστιανικώτατε άνερ! ω καύχημα του γένους!

άφες, άφες κατά την εντολήν του θεανθρώπου Σωτήρος σου, τοις

φονευταίς σου την συγχώρησιν. Έμπνευσον εις τους Έλληνας την

ομόνοιαν και αγάπην· δος αυτοίς και τας ολοϋστερινάς συμβουλάς

σου· ακούσατε, ω τέκνα μου Έλληνες! μη λυπήσθε πλέον δι' εμέ· εγώ

αν έπαθον, έπαθον δι' υμάς· έπαθον καθώς και οι περισσότεροι

ευεργέται της πατρίδος έπαθον· σεις λοιπόν αγαπάτε αλλήλους,

μακράν από το μέσον σας ο φθόνος, η μισαδελφία, η δοξομανία,

μακράν όλα τα άγρια πάθη όσα διακόπτουσι της προς αλλήλους αγάπης

τον σύνδεσμον· μη φέρεσθε αναίσθητοι εις τας συμφοράς του έθνους,

έχετε υπακοήν εις τους νόμους, αφοσιωθήτε ολοκλήρως εις την

Κυβέρνησίν σας, ενθυμηθήτε ότι η διχόνοια και τα τυφλά πάθη

απέδειξαν πτώματα ελεεινά τους προπάτορας ημών, και έπεσαν εις

την τρομεράν αιχμαλωσίαν· ω Παντάναξ βασιλεύ! ω Θεέ του ελέους

και των οικτιρμών! ελέησον το πλάσμα σου· κήδου της Ελλάδος, και

διατήρησον αυτήν ασινή και αλώβητον.

«Ηκούσατε, εν Χριστώ αδελφοί μου, και τέκνα, τας συμβουλάς του

πατρός σας; ηκούσατε τας ευχάς οπού προσφέρει εις τον ουράνιον

θρόνον της Τρισηλίου θεότητος υπέρ ημών; όθεν ποτέ ποτέ μη

λησμονήσητε τας λαοσώστους συμβουλάς του, ποτέ ποτέ αι αρεταί του

ας μη φύγωσιν από την ενθύμησίν σας, και επομένως φωνάξατε και

τώρα, και πάντοτε· αιωνία σου η μνήμη αειμνημόνευτε Κυβερνήτα·

αιωνία σου η μνήμη Ιωάννη Αντωνίου Καποδίστρια. . .

«Γαίαν έχοις ελαφράν. Αμήν».

Περατωθέντος του λόγου, οι πάντες συνωθούντο περί τον νεκρόν όπως

ασπασθώσιν αυτόν· είτα δε, _απολύσεως_ γενομένης, ο νεκρός

εξετέθη επί πολλάς ημέρας εν τω ναώ προς προσκύνησιν και είτα

μετεκομίσθη εις το _Αρχείον_ (94), ένθα κατετέθη, μέχρι της εκ

Ναυπλίου φυγής του Αυγουστίνου, όστις και παρέλαβεν, ως θέλομεν

ιδεί, αυτόν εις Κέρκυραν.

Δεν έγραψα το εγκώμιον τανδρός· επειδή όμως το τέλος του μεγάλου

Έλληνος παρακολουθεί δράμα φοβερόν και η ανεπανόρθωτος δυστυχία

της Ελλάδος, οφείλω να προσθέσω ότι σπανίως έθνη ηξιώθησαν εν τη

ιστορία αυτών κυβερνητών τοιαύτης πείρας, ικανότητος και

πατριωτισμού και σπανιώτερον έπεσον υπό την μάχαιραν ουχί απλών

δολοφόνων, αλλ' ενός ολοκλήρου κόμματος συγκροτουμένου εκ των

ενδοξοτέρων οικογενειών της χώρας, υπέρ ής τοσαύτα εθυσίασαν.

Ότε ο Καποδίστριας κατήλθεν εις Ελλάδα, ως εκλεκτός του λαού, ο

Ελληνισμός ήτο σχεδόν ολόκληρος υποτεταγμένος τω Σουλτάνω· διότι

οι καταφυγόντες εις Αίγιναν, Πόρον και Σαλαμίνα Έλληνες δεν ήσαν

βέβαια ο Ελληνισμός. Το Ναύπλιον ευρίσκετο εις τας χείρας του

Γρίβα, του Στράτου και Φωτομάρα μη αναγνωριζόντων Κυβέρνησιν. Η

Κορινθία εις χείρας Τριανδρίας νεμομένης αυτήν. Η Ύδρα και αι

Σπέτσαι ευρίσκοντο εις αναρχίαν, η Σύρος ήτο ουδετέρα υπό την

προστασίαν της Γαλλίας. Η Σάμος ανήκε τη Σάμω, η Γραβούσα ήτο

φωλεά πειρατών, ο Ιβραχήμ κατείχε την Πελοπόννησον, οι Τούρκοι

κατείχον την Στερεάν, η Αττική κατείχετο από της πτώσεως της

Ακροπόλεως υπό Τούρκων, εκτός της Ελευσίνος και Μεγάρων, ο δε

Καραϊσκάκης δεν έζη, θύμα των ανοησιών του Κόχραν και Τζουρτζ,

πεσών εν τω Φαληρικώ αλιπέδω. Η χώρα ήτο σωρός ερειπίων, ο

Κυβερνήτης της Ελλάδος μετέβαινεν από Αιγίνης εις Πόρον, και από

Πόρου εις Ναύπλιον, μόλις ευρίσκων κατάλυμα δι' εαυτόν και την

κυβέρνησιν αυτού· οι αντιπρόσωποι των ξένων δυνάμεων, αι

ελληνικαί οικογένειαι αι τέως εν ευπραγία ζώσαι, διήγον εν

πτωχικαίς καλύβαις, στερούμεναι παντός ό,τι αποτελεί τον βίον

ευχάριστον. Δεν έβλεπέ τις εν μέσω των ερειπίων, ειμή πλήθος

ενδεών και _παλληκάρια_ φέροντα τα όπλα μετά δικαίας

υπερηφανείας. Αυτοί αναδείξαντες την Ελλάδα ελευθέραν, είχον το

δικαίωμα να σεμνύνωνται επί τω ηρωισμώ αυτών, αλλ' ενίοτε

ελησμόνουν ότι η αποστολή αυτών έπαυεν εκεί, ένθα ήρχιζεν η

ειρηνική οργάνωσις της Ελλάδος και αντεπεξήρχοντο κατά των νόμων.

Η ατμόσφαιρα ήτο πλήρης εισέτι της οσμής της πυρίτιδος. Τραχύτης

τις και αγριότης επλήρουν εισέτι τας ψυχάς των πολεμιστών της

χθες, πάντες δε οι περιηγηταί της εποχής εκείνης, αναφέρουσι την

εντύπωσιν, ήν συνησθάνθησαν εκ της επικρατούσης εισέτι ταραχής

των πνευμάτων. Μετά την γενομένην έκρηξιν το ηφαίστειον βραδέως

σβέννυται, το δε έδαφος εισέτι εσείετο. Οι πλείστοι των

επισκεψαμένων την Ελλάδα ολίγα έτη μετά την απελευθέρωσιν αυτής,

είδον εν τη τότε δυσπραγία την ένδειξιν του ηρωισμού, μεθ' ού οι

Έλληνες διεξήγαγον άνευ μέσων και πόρων τον μακρόν εκείνον αγώνα.

Ούτως εχόντων των εν Ελλάδι ο σωκρατικός την αρετήν και στωικός

την λιτότητα Καποδίστριας νύκτωρ και μεθ' ημέραν εμόχθει και

ηγωνία, όπως κτίση τα θεμέλια της ευνομουμένης πολιτείας. Ότε

κατέπλευσεν εις την Ελλάδα, οι πρόχειροι αυτού πόροι, οι κατά

μέγα μέρος παρά των εν Ρωσία, Γαλλία και Ελβετία φιλελλήνων

κεχορηγημένοι, δεν υπερέβαινον τας τριακοσίας χιλιάδας φράγκων.

Διά του γλίσχρου δε τούτου ποσού και των ουδέν ήττον γλίσχρων

προσόδων, τι πρώτον, τι δ' ύστατον να επιχειρήση εν χώρα, άρδην

κατεστραμμένη και ηρημωμένη; Αλλ' όμως ο Καποδίστριας

εθαυματούργησεν, εντός βραχυτάτου χρόνου, καταλύσας την

πειρατείαν, εδραιώσας την δημοσίαν ασφάλειαν, δημιουργήσας

Εθνικήν Χρηματιστικήν Τράπεζαν, Γεωργικήν και Στρατιωτικήν

Σχολήν, επιμεληθείς του φορολογικού και δασμολογικού συστήματος,

συστήσας δικαστήρια και αλληλοδιδακτικά σχολεία, σπείρας

αραβόσιτον και γεώμηλα, τέως εν Ελλάδι άγνωστα, ιδρύσας το εν

Αιγίνη Ορφανοτροφείον, συγκροτήσας αξιόλογον εθνικόν στόλον,

προστατεύσας το εμπορικόν ναυτικόν, χορηγήσας 3,000 διπλωμάτων

εμποροπλοιάρχων (95), συντάξας και διελών τον στρατόν εις

χιλιαρχίας, πεντακοσιαρχίας, και εκατονταρχίας, συγκροτήσας δύο

στρατόπεδα, το της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος, εκδούς δε

νομισματικήν εθνικήν διατίμησιν επί τη βάσει του εθνικού

νομίσματος _Φοίνικος_ και άλλα πολλά και ωφέλιμα νομοθετήματα.

«Κυριώτατον του Καποδιστρίου μέλημα, λέγει ο Θερειανός, ήτο το

κοινόν συμφέρον, και τούτου ένεκα ο αείμνηστος ανήρ, ου μόνον δεν

εδέξατο μισθόν, αλλά και εξ ιδίων εισήνεγκε προς ίδρυσιν

Τραπέζης, έδωκε δε τα εν Κερκύρα ίδια κτήματα εις υποθήκην

δανείου προς αγοράν σίτου χάριν των πεινώντων.» Όσοι νυν

πρεσβεύουσιν ότι ουδαμώς αδικεί την πατρίδα ο ευφυώς οικονομών

και προβιβάζων τα ίδια συμφέροντα αναλώμασι των δημοσίων, ίσως

υπολάβωσι την εθελοθυσίαν του Κυβερνήτου παρά πολύ πατριαρχικήν,

ίσως δε και παρά πολύ ευήθη, επομένως αναξίαν μιμήσεως. Αλλ'

είναι άρα γε αληθές ότι, ούτω πολιτευθείς ο Καποδίστριας εσκόπει

πρώτιστα και μάλιστα να εξασφαλίση εαυτώ διά παντός του βίου την

προεδρίαν και, όπερ χείρον, να κυβερνήση την Ελλάδα επ' ωφελεία

των Ρώσων; Περί του φιλορρωσισμού του Κυβερνήτου ο ιστοριογράφος

της Ελληνικής Επαναστάσεως και πολιτικός εκείνου αντίπαλος,

Σπυρίδων Τρικούπης, λέγει: «Ουδενός Έλληνος καρδία ήτο

ελληνικωτέρα της του Καποδιστρίου· υπέρ της Ελλάδος μετεχειρίσθη

την ρωσικήν επιρροήν του και όχι υπέρ της Ρωσίας την Ελληνικήν

αρχήν του». Αυτόχρημα μύθος είναι και η ετέρα κατηγορία, καθ' ήν

ο Καποδίστριας εμελέτα να κατασταθή της Ελλάδος ηγεμών. Πλέον ή

άπαξ καταληφθείς υπό αθυμίας και απελπισμού, εν μέσω των φοβερών

και ακαταπαύστων προσκομμάτων και αντιπράξεων διενοήθη να

επανέλθη εις το εν Ελβετία αναπαυτήριόν του, αλλ' η συνείδησις

του προς την Ελλάδα καθήκοντος ανέστελλεν εκάστοτε της

αδημονούσης αυτού ψυχής τα κεντήματα. Προς τον φιλέλληνα βαυαρόν

συνταγματάρχην (και είτα στρατηγόν εν Ελλάδι) Έιδεκ, επιθυμούντα

να επανέλθη οίκαδε, έγραφεν ο Καποδίστριας κατά τον Ιανουάριον

του 1829: «Περιμείνατε ολίγον· αμφότεροι θα απέλθωμεν, αλλά

πρέπει ν' απέλθωμεν ως τίμιοι άνθρωποι». Και προς τον Εϋνάρδον

έγραφε τον Δεκέμβριον: «Θα συναποχωρήσωμεν και θα διέλθωμεν ομού

τας τελευταίας της ζωής ημών ημέρας εν τη παρά την λίμνην της

Γενεύης μικρά και ερατεινή ημών επαύλει». Κατά δε τον Ιούνιον του

1831 επέστειλε προς τον κόμητα Μοσενίγον: «Άδηλον πότε θα με

λυτρώση ο Θεός, εκ των δημοσίων υποθέσεων· θα επωφεληθώ την θείαν

χάριν, προς αποκατάστασιν της υγείας μου». Ούτω πως δεν θα

έγραφεν ανήρ γλιχόμενος της διά βίου ηγεμονίας της Ελλάδος.

Ο Καποδίστριας διεκαίετο βεβαίως υπό δεινού πόθου ν' αποβή

ανορθωτής της πολυπαθούς πατρίδος, αλλ' ούτος ο πόθος ήτο φυσικόν

ακολούθημα ευγενούς φιλοδοξίας, ής μόνον ορμητήριον, μόνον

υπομόχλιον υπήρξεν η διάθερμος και γνησία του ανδρός φιλοπατρία.

Ως οξυδερκέστατος πολιτικός ενόησεν, ότι οι από του ζυγού

ελευθερωθέντες Έλληνες έχρηζον επί πάσι χρηστής αγωγής και όχι

γραμμάτων πολυτελείας και ότι η ίδρυσις δημοτικών σχολείων, έδει

να προηγηθή της ιδρύσεως Πανεπιστημίων και ακαδημιών· ήρξατο δε

του ανακαινισμού της Ελληνικής πολιτείας, κατά τας προτέρας

παραινέσεις του Κοραή, κάτωθεν και ουχί άνωθεν, από της κρηπίδος

και ουχί από της κορυφής. Ο διαβληθείς ότι εξήλασεν εκ των

σχολείων τον Πλάτωνα, έσχεν οδηγόν και πνευματικόν σύμβουλον

αυτόν τον θείον φιλόσοφον, διδάσκοντα εν τη «Πολιτεία» ότι μόνη η

χρηστή ανατροφή είναι πάσης πολιτείας το θεμέλιον:

«Και μην πολιτεία, εάν περ άπαξ ορμήση ευ, έρχεται ώσπερ κύκλος

αυξανομένη· τροφή γαρ και παίδευσις χρηστή σωζομένη φύσεις αγαθάς

εμποιεί, και αυ φύσεις χρησταί, τοιαύτης παιδείας

αντιλαμβανόμεναι, έτι βελτίους των προτέρων φύονται, εις τε τάλλα

και εις το γεννάν, ώσπερ και εν τοις άλλοις ζώοις»· Ως διπλωμάτης

δε και πολιτικός, υπερεπόνησεν επ' αγαθώ της πολιτικής της

Ελλάδος ανεξαρτησίας, καταπολεμήσας τελεσφόρως το περιβόητον

πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, καταλιπών δε αθάνατα

υπομνήματα της μεγάλης και θαυμασίας αυτού τριβής, περί την

διεξαγωγήν των πολιτικών υποθέσεων. Οι νεόπεπτοι εν Αθήναις

διπλωμάται, οι κατά την σύνταξιν και αυτών των στοιχειωδεστάτων

εγγράφων παραβαίνοντες τους κανόνας του μετρίου και του

πρέποντος, και χωρίς της ελαχίστης διαγνώσεως υπεροπτικόν και

θρασύδειλον λόγου υφήν επιτηδεύοντες, ασκέπτως δε και κενώς

απειλούντες, και είτα μικροψύχως υφιστάμενοι των ισχυρών τα

ραπίσματα, πολλά θα εμάνθανον επερχόμενοι ενίοτε τας απαραμίλλους

του Καποδιστρίου ανακοινώσεις και πολιτικάς επιστολάς. Οποίον

βρίθος νοημάτων, οποία φράσεων λεπτότης, οποία χάρις και

ευπρέπεια, οποία λόγου συμμετρία και φιλοκαλία, επιλάμπουσιν εις

πάντα τα αριστουργήματα της αγαθής και βαθείας του Κυβερνήτου

διανοίας.

Πάντες γινώσκομεν μεθ' οπόσου ζήλου εσπούδασαν οι περί την

αντιβασιλείαν να μειώσωσι την αξίαν των της προτέρας κυβερνήσεως

έργων, αλλ' όμως ο πολυμαθέστατος και κριτικώτατος των

αντιβασιλέων, ο _Λ. Μάουρερ_, ο και ίδιον σύγγραμμα περί της

Ελλάδος γράψας υπό τον τίτλον: «_ο Ελληνικός λαός υπό δημοσίαν,

εκκλησιαστικήν και ιδιωτικήν έποψιν προ και μετά τον υπέρ

ελευθερίας αγώνα μέχρι της 31 Ιουλίου 1831_» εν τρισί τόμοις μετ'

εγκωμίων θερμών αναφέρει τα διπλωματικά εκείνα έγγραφα, ιδίως δε

μεταγράφει την περί ελληνικής εκκλησίας επιστολήν του Κυβερνήτου

προς τον Πατριάρχην και την Σύνοδον της Κωνσταντινουπόλεως. Τω

1842 δ' έξοχος Ελβετός πολιτικός έγραφε περί του Κυβερνήτου: «Αν

ο Κυβερνήτης της Ελλάδος εν τη επιλύσει της χαλεπής αυτού

εντολής, περιέπεσεν εις αμαρτήματα και πλάνας, ετέλεσε τον κοινόν

φόρον εις την ανθρωπίνην ασθένειαν· αλλ' η αγνότης των σκοπών του

και των πράξεων, και η μεγαλογνωμοσύνη αυτού, ουδεμίαν, ουδέ την

ελαχίστην επιδέχονται αμφιβολίαν. Ο Καποδίστριας θα τύχη

θαυμασμού παρά τοις επιγενομένοις· εντός των χριστιανικών αυτού

στέρνων ενεφώλευε μεγάλη και αρχαϊκή ψυχή». Και ο Γάλλος δε

στρατηγός _Πελλιόν_ αντιπολιτευόμενος του Καποδιστρίου, ως Γάλλος

και οπαδός της Γαλλικής Πολιτικής εν τω εν έτει 1855 εκδοθέντι

έργω αυτού: «_η Ελλάς και οι Καποδίστριαι_» περί του Καποδιστρίου

επιλέγει: «Ούτως έληξε το πολιτικόν στάδιον του Καποδιστρίου εν

Ελλάδι· επί κρισίμων περιστάσεων ο κόμης Ιωάννης παρέσχε προς την

πατρίδα εξόχους υπουργίας, αίτινες δεν πρέπει να εξαλειφθώσι διά

των ελλειμμάτων, άτινα έγκεινται εν τη φύσει παντός ανθρώπου». Ο

δε μέγας Γάλλος πολιτειολόγος _Καπεφίγος_: «Ο Καποδίστριας

ουδέποτε επελάθετο της καταγωγής του. Δι' αυτόν η πατρίς ήτο

προσφιλεστέρα των αξιωμάτων. Ήτο δε αφωσιωμένος εις την υπηρεσίαν

της Ρωσίας· διότι εθεώρει το μυστικοσυμβούλιον της Πετρουπόλεως

ως όργανον υπό της Προνοίας επιφυλασσόμενον προς απελευθέρωσιν

της Ελλάδος . . . Προσεπάθησε δε να πείση τον αυτοκράτορα

Αλέξανδρον ότι εις αυτόν απέκειτο να φιλήση το ένδοξον μέτωπον

της χριστιανικής παρθένου αποτινάσσων τας δουλικάς αυτής αλύσεις

και το νεκρικόν σάβανον».

«Ο Καποδίστριας συνήνου εν εαυτώ πάντας τους αναγκαίους όρους

προς εκπλήρωσιν της δυσχερεστάτης αυτού αποστολής, γράφει ο

βαρώνος _Ζιουσερώ Δεσαινδενύ_, ο κατά το 1828 αντιπρέσβυς της

Γαλλίας εν Ελλάδι, ο εκ του πλησίον γνωρίσας και εκτιμήσας τον

άνδρα, καίτοι η πολιτική της κυβερνήσεως αυτού δεν ήτο λίαν

ευνοϊκή προς αυτόν ήτο ανήρ μεγάλων προσόντων, δεξιός πολιτικός

και πεπειραμένος κυβερνήτης· αι νομοθετικαί αυτού γνώσεις ήσαν

ευρύταται, επιτρέπουσαι αυτώ ορθώς να εκτιμήση τας ανάγκας του

έθνους αυτού· χάριν της ευδαιμονίας της χώρας ο Καποδίστριας

ανέλαβε την διοίκησιν μετά ζήλου ακαταπονήτου· ειργάζετο νυκτός

και ημέρας άνευ αναπαύσεως, συνεβούλευεν, έγραφε διαρκώς και

εφέρετο πάντοτε συνετώς και αμερολήπτως. Οι γενικοί νόμοι αυτού,

αι ιδιαίτεραι αποφάσεις, αι διαταγαί και αι οδηγίαι αυτού,

αίτινες δημοσιευόμεναι ήθελον πληρώσει ολοκλήρους τόμους,

αποτελούσιν ένδοξον δι' αυτόν μνημείον αποκαλύπτον την ευρείαν

διάνοιαν και την έξοχον δραστηριότητα αυτού. Άμα όμως ήρξατο του

έργου της μεταρρυθμίσεως και διοργανώσεως, πολλαί δυσχέρειαι

ήρξαντο αυτώ παρεμβαλλόμεναι. Διδαχθείς ότι αι εθνικαί

συνελεύσεις, τα βουλευτικά και τα εκτελεστικά, διά των αιωνίων

διενέξεων αυτών, έφερον την Ελλάδα εις την τελευταίαν της αγωνίας

περίοδον, διεκήρυξεν ότι δεν θέλει προσκαλέσει την Εθνοσυνέλευσιν

μέχρις ότου περατώση και εγκαταστήση ασφαλώς τα νομοθετήματα, ών

η πατρίς επείγουσαν είχεν ανάγκην· από της στιγμής εκείνης

κατηγόρησαν αυτού φιλοδοξίαν και τυραννίαν».

Ου μόνον δ' ομογενείς, αλλά και αλλογενείς ιστορικοί, απεχθώς

έχοντες προς την Ρωσίαν: ο _Κ. Μένδελσον Βαρθόλδυς_, ο _Γ.

Φίνλαϋ_, ο _Γ. Γερβίνος_ και άλλοι, επέκριναν κατά το μάλλον ή

ήττον σφοδρώς την διοίκησιν του Κυβερνήτου, εκ προκαταλήψεως,

αφορώντες εις το προγενέστερον διπλωματικόν αυτού εν Ρωσία

στάδιον. Το πρώτιστον δε του Καποδιστρίου αμάρτημα είναι, κατ'

αυτούς, ότι διετέλεσεν επί πολύν χρόνον υπουργός εν Ρωσία,

επομένως και προαιρούμενος και θέλων, δεν ήτο δυνατόν να

πολιτευθή κατά τα παραγγέλματα της ελευθερίας. «Άμα αποβάς εις

Ναύπλιον τη 6)18 Ιανουαρίου 1828, λέγει ο Γερβίνος, εχαιρετίσθη ο

Καποδίστριας ως σωτήρ και άγγελος ειρήνης. Εφάνη προς καιρόν, ότι

εξέλιπον τα μίση των πολιτικών μερίδων, η αλαζονεία των

προεστώτων και η αγριότης των αγωνιστών. Η πρώτη αυτού προκήρυξις

ενέπνευσεν εις την δεδηωμένην και ησυχίας και τάξεως διψώσαν

Ελλάδα, φαιδράς ελπίδας. Το χάος είχε προβή εις το κατακόρυφον·

όλη σχεδόν η Στερεά κατείχετο υπό των Τούρκων, οι Αιγύπτιοι

ελεηλάτουν την Πελοπόννησον, χιλιάδες δε φυγάδων και επαιτών

διέτριβον εν ταις επαρχίαις ταις από του εχθρού

απελευθερωθείσαις.

Η Κυβέρνησις δεν είχεν άλλας προσόδους ή τας των νήσων· το

δημόσιον ταμείον ωμοίαζε προς πίθον Δαναΐδων, περί όν γοερώς

εκραύγαζον οι απορούντες άρτου και αργυρίου· το δε ναυτικόν ήτο

επιδεδομένον εις πειρατείαν. Ο Καποδίστριας επεδείξατο, κατ'

αρχάς, φιλοπατρίαν, αφιερωθείς εις το έργον αυτού ψυχή τε και

καρδία, μετά συντόνου δραστηριότητος. Αλλά στερούμενος ειδικών

γνώσεων περί ενός εκάστου της διοικήσεως κλάδου, κατέτριψε τον

ζήλον αυτού, εις υπέρμετρόν τινα και λεπτολόγον πολυπραγμοσύνην,

κατηνάλωσε δε την πρώτην ακμήν της δυνάμεώς του εις αμφίβολα και

πρόσκαιρα πειράματα. Όπως δε το ανεπαρκές της πολιτικής του

ικανότητος έβλαψεν ανέκαθεν την ενέργειαν αυτού, ούτω και ύστερον

πολλώ ολεθριώτεραι απέβησαν αι προς την Ρωσίαν σχέσεις αυτού.

Κατά τον Γερβίνον, ο Καποδίστριας απέβλεψεν εις τρία τινά· 1) να

εξασφαλίση εαυτώ διά βίου την Κυβέρνησιν της Ελλάδος· 2) να φανή

ευχάριστος προς την Ρωσίαν· 3) να προαγάγη την ευημερίαν της

Ελλάδος, εφ' όσον αύτη συνηρμόζετο προς τους δύο τούτους σκοπούς.

Κατ' εξοχήν δε ψέγεται λέγει ο Θερειανός, ότι δεν μετεφύτευσε

(διά μαγικής ράβδου) εις την Ελλάδα, την βιοτεχνικήν δεινότητα

και τα εκπαιδευτικά σχολεία των Ελβετών· ότι δεν διένειμε γην εις

τους πένητας και ακτήμονας αγρότας· ότι δεν μετεποίησε παραχρήμα

τους «κλέφτας» εις ωφελίμους και ειρηνικούς εργάτας· ότι εφύτευσε

μόνον δένδρα και γεώμηλα, ουδαμώς επιμεληθείς, όπως μεταρρυθμίση

επί το Ευρωπαϊκώτερον τα γεωπονικά εργαλεία· ότι ηρνήθη την υφ'

Ολλανδών αιτηθείσαν άδειαν περί συστάσεως τραπέζης· ότι

περιεφρόνησε «μέχρι βανδαλισμού» της Ελληνικής αρχαιότητος τα

λείψανα· ότι έβλαψε την πνευματικήν διάπλασιν της νέας γενεάς,

κολοβώσας την εκπαίδευσιν, περιορίσας την διδασκαλίαν, δεσμεύσας

την φιλολογίαν και τη συμβουλή του Στούρζα αποδοκιμάσας την

σύστασιν πανεπιστημίου· ότι την εν Ελλάδι Εκκλησίαν ανεκήρυξεν

ανεξάρτητον διά της εγκαθιδρύσεως Ιεράς Συνόδου· ότι, αντί της

διαλυθείσης βουλής, συνέστησε το λεγόμενον _Πανελλήνιον_· ότι

ενεκαίνισε πολύπλοκον γραφειοκρατίαν· ότι απέτυχε να συνομολογήση

δάνειον, παρά πάσαν του Εϋνάρδου την μεσιτείαν· ότι η κακώς

νοουμένη φιλοπατρία περιήγαγεν αυτόν εις ξενοφοβίαν και

ξενηλασίαν, η δε φιλαυτία του εις μίσος και αποστροφήν του

συνταγματικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών· ότι άμα

αναλαβών την κυβέρνησιν, επεχείρησε να αποπέμψη τους

αντιπροσώπους του έθνους και να καταλύση τας δημοκρατικάς αρχάς·

ότι επειράθη να εξευτελίση τους οπλαρχηγούς και να περιστείλη την

ολιγαρχικήν των προεστώτων δύναμιν· ότι εβδελύσσετο τους

ναυτικούς, και μάλιστα τους Υδραίους, διά τας χρηματικάς αυτών

αξιώσεις· ότι ήθελε να καταστρέψη την νόμιμον υπεροχήν και

πατροπαράδοτον ηγεμονίαν οίκων τινών και μάλιστα των

Μαυρομιχαλών, περί πλείστου δ' εποιείτο τους συγγενείς φίλους

του, γενόμενος νευρόσπαστον των δύο αυτού αδελφών, και κατ'

εξοχήν του Βιάρου, οίτινες εισήγαγον την κατασκοπίαν· ότι, επί

τέλους, κατεδίωξεν αμειλίκτως την αντιπολίτευσιν, κατεφίμωσε την

δημοσιογραφίαν, υπεξείλεν ιδιαίτερα γράμματα κτλ.

Ο Γερμανός _Κάρολος Μένδελσον Βαρθόλδυς_, ο ιστοριογράφος της

νεωτέρας Ελλάδος, αφιεροί σπουδαίον μέρος του β' τόμου της

Ιστορίας αυτού περί του _Ιωάννου Καποδιστρίου_, περί ού και

ιδίαν, ως είπωμεν, μονογραφίαν εξέδωκεν υπό τον τίτλον: _ο κόμης

Ιωάννης Καποδίστριας_, αλλ' εκ ταύτης εξάγεται εκφανώς, ότι παν

άλλο είναι ή αμερόληπτος ιστοριογράφος, ως δυστυχώς μέχρι τούδε

υπήρξαν και οι πλείστοι των γραψάντων τον βίον του Καποδιστρίου.

Αι περί του Καποδιστρίου κρίσεις του Μένδελσον είναι επιπόλαιοι

επί των βαθυτάτων ζητημάτων, άμοιροι δε ψηλαφητών αποδείξεων και

αναμφισβητήτων επιχειρημάτων· άπασαι αι περί Καποδιστρίου

δοξασίαι του Γερμανού ιστορικού περί των πολιτικών αυτού κρίσεων

περιορίζονται εις τα δυο ταύτα: _Ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας

επλάσθη παρά της φύσεως δεσποτικού χαρακτήρος, αν ουχί τύραννος,

και ότι ήτο τυφλόν όργανον της Ρωσίας, αφ' ής επάτησεν εις την

Ελλάδα υπό τας εμπνεύσεις τον Τσάρου οργανίσας και διοικήσας

αυτήν_.

Ο Μένδελσον είναι ου μόνον ανακριβής εις τούτο, αλλά και εκ

προμελέτης μεροληπτικός. Διαστροφεύς δε πολλών φράσεων των

αυθεντικών εγγράφων εις ά καταφεύγει, όπως υποστηρίξη τας κρίσεις

αυτού, εκτός εάν η κριτική αυτού ήτο ελαφροτάτη και δεν ηδύνατο

να καταβυθισθεί μέχρι του επικρατούντος πηλού εν τω πυθμένι των

τότε συμβάντων και παθών, όπως αναζητήση και ανεύρη την αλήθειαν.

Ο άλλως φιλέλλην Γερμανός εκ του όλου συγγράμματος αυτού

καταφαίνεται ου μόνον ότι είχε προσωπικάς συμπαθείας και

αντιπαθείας εν Ελλάδι, αλλ' ότι απετέλει μέρος κόμματος, προ

πάντων δε, ότι παρακολουθεί τας συγγραφάς των γραψάντων

προηγουμένως Ελλήνων και φιλελλήνων κατά του Καποδιστρίου,

οίτινες και χρωματισθέντες διά το κομματικόν αυτών μένουσιν εν τη

ιστορία αναξιόπιστοι. Ουχ ήττον όμως, μεθ' όλα ταύτα, έχων υπ'

όψει το αρχαίον: «_οίδε και πολέμιος αρετήν ανδρός θαυμάζειν_»

δεν ηδυνήθη να παρασιωπήση και τας αρετάς αυτού, περί ών λέγει

τάδε:

Το εξωτερικόν του κόμητος ην επίχαρι και αξιοπρεπές. Ην μέτριος

την αναβολήν και εύσωμος· εκυρτώθη δε, του γήρως επελθόντος και

των φροντίδων. Αι ρυτίδες του ευρέος, αψιδωτού και αλαζόνος

μετώπου του, και η ωχρότης της μορφής αυτού κατήλεγχον

πνευματικούς κόπους και βαρείς εσωτερικούς αγώνας, ών το μάταιον

είχεν εξαντλήσει την προτέραν αυτού σφριγηλότητα και υγείαν. Οι

ωραίοι όμως μελανοί οφθαλμοί του ενέφαινον πάντοτε δεξιότητα και

πανουργίαν· το μακρόν και αυστηρόν αυτού στόμα διέστελλε πάντοτε

το υπέροχον και ειρωνικόν του εκείνο μειδίαμα· η δε ομιλία του

είχεν έτι το θέλγητρον της θωπευτικής εκείνης πραότητος και

ευμενείας, όπερ διέλυε και αυτών των πολιτικών αντιπάλων αυτού

τας προλήψεις. Ο Καποδίστριας, διά των κανονικών χαρακτηριστικών

της μορφής αυτού, διά της γλυκύτητος του βλέμματος και του

δελεαστικού του στόματος και του κάτω χείλους του ανεμίμνησκε

μάλλον το λεπτόν έμφυτον της φυσιογνωμίας της αλώπεκος.

Η λελογισμένη επιφύλαξις και η διπλωματική ηρεμία, αίτινες

εφαίνοντο περιβάλλουσαι τον Κυβερνήτην εν πολυαρίθμω ομίλω,

διελύοντο συνήθως, οσάκις ελάλει μεταξύ οικείων περί των μεγάλων

ζητημάτων της Ανατολής και του μέλλοντος της πατρίδος αυτού.

Αποβάλλων τότε την ψυχρότητα, και λαλών μεθ' ελκυστικής, πλήρους

πεποιθήσεως, πολλάκις όμως και μονοτόνου φωνής περί του

«_σταυρού_», όν είχεν αναλάβει επί των ώμων αυτού, παρίστατο ως

χαρίεις και σοβαρός ομιλητής, όν περιέβαλλον συγκινητικήν πένθους

χροιάν η ατυχία της πατρίδος αυτού και των ανθρώπων η αχαριστία.

Ησθάνετό τις τότε συμπαθή τινα προς αυτόν έλεον και οίκτον· διότι

εστεφάνου αυτόν και ανύψου η προαίσθησις του μαρτυρικού του υπέρ

της Ελλάδος θανάτου.

Την έμπυρον ευγλωττίαν, ήν ανέπτυσσε, συνήθως, ο ιόνιος πολιτικός

εν ταις περί πολιτικών πραγμάτων συζητήσεσι, δεν έπρεπέ τις

βεβαίως τυφλώς να πιστεύη. Διότι και άν ποτε απροκατάληπτος, κατ'

επιφάνειαν, επραγματεύετο περί σπουδαίων ζητημάτων της στιγμής,

εις τον πολιτικόν όμως παρατηρητήν εγέννα έμφυτόν τινα φόβον η

παρρησία εκείνη ακριβώς, ήτις αδιακόπως ούτως ειπείν εμαρτύρει

περί της ειλικρίνειας της. Ούτως ο _Βορύ Δεσαίν Βενσάν_ εφρόνει,

ότι ο Καποδίστριας ήνοιγεν αυτώ την καρδίαν αυτού εκείθεν μόνον,

όθεν επεθύμει να ανακοινωθώσι τα κατ' αυτήν εις τον Γάλλον

υπουργόν Μαρτινιάκ, και ήκουε μετά προσποιητής ευπιστίας, πως ο

κόμης ελάλει περί των δύο φυσικών της Ελλάδος εχθρών, των Τούρκων

και των Άγγλων, του ναυτικού εκείνου έθνους, όπερ προσεπάθει να

οικειοποιηθή την δύναμιν της Ενετίας εν Ανατολή· πώς κατεμέμφετο

τον αφόρητον Άγγλον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, και κατηγόρει αυτού,

ότι εματαίωσε τα στρατιωτικά σχέδια του Μαιζόν, ών η σύλληψις

μόνη κατεδείκνυεν, ότι ο στρατάρχης ην άξιος «μαθητής του μεγάλου

σχολείου». Ότε δε ο Γάλλος ηθέλησε να αναγράψη εις πρωτόκολλον

τους εγκαρδίους τούτους λόγους, χαρακτηριστικώτατον υπήρξεν, ότι

ο προμηθεύς Κυβερνήτης συνήνεσε μεν, αλλά παρετήρησεν όμως, ότι

καλόν ήτο να μη μνημονευθεί η συναίνεσίς του αύτη, ίνα μη

υποληφθή τυχόν, ότι συνεφώνησαν αμφότεροι, όπως απατήσωσι τους

Γάλλους υπουργούς διά προσπεποιημένης ειλικρινείας.

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος · 第 29 / 36 段