μου, των ομοπίστων μου και κανενός άλλου ανθρώπου.
»Ορκίζομαι να μη φονεύσω, να μη κλέψω, να μη αρπάξω και να μη
δείρω.
»Ορκίζομαι να μη φύγω άνευ αδείας του αρχηγού της εκστρατείας,
ουδέ να παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον και να
υπόκημαι εις όλην την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».
η) Τον όρκον επί του ιερού Ευαγγελίου, παρόντων ιερέων και του
Κυβερνήτου και απόντος αυτού ενώπιον του ανωτέρου αρχηγού, ώμνυον
πάντες εν γένει οι στρατιωτικοί· θ') πας λιποτάκτης, εάν μεν ήτο
αξιωματικός, εστερείτο του βαθμού και μετέβαινεν εις την τάξιν
του απλού στρατιώτου, εάν δε στρατιώτης, κατεδικάζετο εις
εργασίαν αναλόγως του αμαρτήματος επί ένα μήνα ενός έτους εν τω
στρατοπέδω άοπλος, άμισθος, λαμβάνων μόνον άρτον· ι') ο προδότης
κατεδικάζετο εις θάνατον· ια') πας αξιωματικός άρπαξ, κλέπτης, ή
πρόξενος φθοράς ή ζημίας εις κατοικίαν ή εις κτήματα των κατοίκων
ή εις τούτο παροτρύνας τους αυτού στρατιώτας εστερείτο του βαθμού
αυτού, μετέβαινεν εις την τάξιν των στρατιωτών, υποχρεούμενος
ναποτίση και την ζημίαν· ο δε απλούς στρατιώτης τα αυτά πράττων
αφοπλισθείς ενώπιον του χιλιάρχου κατεδικάζετο ναποδώση το πράγμα
ή την αξίαν αυτού και εργασθή εν τω στρατοπέδω επί μόνω άρτω·
ιβ') ο φονεύς κατεδικάζετο εις θάνατον· ιγ') ο βιαστής γυναικός
κατεδικάζετο εις φυλακήν τριών μηνών μέχρις ενός έτους και εις
χρηματικήν ποινήν 100 γροσιών μέχρις 600· ει δε παρθένος η
βιασθείσα, εις διπλασίαν ποινήν σωματικήν και χρηματικήν· Εάν δε
συν τη βία επήρχετο και θάνατος τη γυναικί, κατεδικάζετο εις
θάνατον· ιδ') ο του πραγματικού αριθμού στρατιώτη μείζω ψευδώς
γράφων εν τοις καταλόγοις, ή αδικών τινα στρατιώτην εστερείτο του
βαθμού και κατεδικάζετο να αποδώση όσα δολίως έλαβε· ιέ) ο
απειθής εστερείτο του βαθμού· εάν δε ήτο στρατιώτης, υπεβάλλετο
υπηρεσία εν τω στρατοπέδω· ις') ο επιβαλών χείρα τω ανωτέρω αυτού
κατεδικάζετο εις φυλάκισιν μέχρις έξ μηνών κατά τον βαθμόν του
προσβληθέντος· ιζ') οι εκ γήρατος ή ασθενείας ή πληγών
αναγκαζόμενοι να παραιτώνται της στρατιωτικής υπηρεσίας ελάμβανον
ολόκληρον τον μισθόν, αι δε χήραι αυτών αποθανόντων το ήμισυ·
ιη') οι αναδειχθέντες ανδρείοι, πειθαρχικοί, τίμιοι, οι
επισπώμενοι επί τούτω την αγάπην των κατοίκων ηξιούντο χρηματικών
αμοιβών, προβιβασμών και τιμών· ιθ') ο στρατάρχης ώμνυε τον όρκον
τούτον:
«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω
και την υστερινήν ρανίδα του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον
των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν την ελευθερίαν της
πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.
»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου
Κυβερνήτου.
»Ορκίζομαι μήτε να συγχωρήσω, μήτε να λάβω μέρος εις κανενός
είδους κατάχρησιν και να διατηρήσω την δυνατήν ευταξίαν εις τα
υπό την οδηγίαν μου στρατεύματα· αν δε παραβώ εις το παραμικρόν
τον ιερόν τούτον όρκον, να υπόκημαι εις την αυστηρότητα των
στρατιωτικών νόμων».
Αι διατάξεις αύται εθεμελιούντο επί του οργανισμού μέλλοντος να
ισχύση μέχρι της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως (52). Ούτω
καταρτισθέντος του στρατού, εγένετο επιθεώρησις αυτού τη 16
Φεβρουαρίου 1828 εν Δαμαλά ενώπιον των ξένων στρατιωτικών Πάρκερ,
Λεβλάν, Πέτροβιτς, ελθόντων εκ Ναυπλίου και των εκεί Ρουμελιωτών·
μετ' αυτήν εν χαρά εγένετο συμπόσιον, εν ώ παρεκάθησαν ο
Δημήτριος Υψηλάντης και οι αρχηγοί των σωμάτων. Τη επαύριον δε 17
απελθών εκείθεν επί του _Ουάρσπιτ_ συνοδευομένου και υπό των
φρεγατών _Ήρας, Ελένης, Κάστορος_ και των βρικίων _Μουσκίτο_ και
_Ρέβελ_, αφίκετο (20 του αυτού) εις Ναύπλιον, ότε παρέδωκε το
Παλαμήδιον αναιμωτί ο Θεόδωρος Γρίβας, ού την διοίκησιν μετά του
υλικού πολέμου ανέλαβεν ο βαυαρός συνταγματάρχης _Άιδεκ_, ό
ύστερον επί Όθωνος είς των μελών της αντιβασιλείας γενόμενος
(53) και το _Ιτς Καλέ_ ο Στράτος, όν διεδέχθη ο Μύλλερ,
Βυρτεμβέργιος στρατιωτικός και ο ρώσος Ράυκοφ. Συγχρόνως δε
διωρίσθη και φρουρά εκ των ναυτικών νήσων της μεν Ακροναυπλίας ο
Νικόλαος Γουδής μετά Σπετσιωτών ανδρών, του δε Παλαμηδίου ο Γ.
Σαχτούρης μετά Υδραίων και εν τοις Πυροβολαστασίοις της πόλεως ο
Ψαρριανός Κ. Νικόδημος μετά Ψαρριανών ανδρών, πάντων υπό τον
Συνταγματάρχην Άιδεκ, ως είπομεν, διατεθέντων. Μετά ταύτα δε (26
Φεβρ.) διετάχθησαν αύθις οι Ρουμελιώται να βαδίσωσι προς τον
Δαμαλάν, ένθα απήλθε διά ξηράς ο Καποδίστριας μετά του Γρίβα και
Στράτου· διοργανίζει και τους Ρουμελιώτας εις χιλιαρχίας, ών
στρατάρχην ανέδειξε τον Δημήτριον Υψηλάντην, όν αποστέλλει προς
την Ανατολικήν Ελλάδα, τον δε Θεόδωρον Γρίβαν αποστέλλει μετά 300
ανδρών υπό τον Τσουρτς εις Αίγιον (Βοστίτσαν). Τη 3 Απριλίου ο
Καποδίστριας επιβάς επί Αγγλικού πλοίου απέπλευσεν εις
Καλαμάκιον, οπόθεν διευθυνθείς εις Κόρινθον, εν ή εφρούρει ο Ν.
Τσαβέλας παρέλαβε το φρούριον, εν ώ εγκατέστησε φρουράν εκ του
τακτικού στρατού. Εκ Κορίνθου μετέβη εις Άγιον Γεώργιον, είτα εις
Άργος και εκείθεν εις Ναύπλιον, ένθα κατέλυσεν εν τω οίκω του
Εμμανουήλ Ξένου.
Ενταύθα διαμείνας ενησχολήθη περί την προσωρινήν διοικητικήν της
χώρας διαίρεσιν, ιδίως της Πελοποννήσου και των νήσων, της
Στερεάς κατεχομένης εισέτι υπό των Τούρκων. Η διαίρεσις αύτη κατά
Νομούς (θέματα ή τμήματα) γενομένη είχεν, ώδε: εν μεν Πελοποννήσω
τμήματα: α') Αχαΐα, εν ή επαρχίαι Βοστίτσα, Καλάβρυτα και Παλαιαί
Πάτραι· β') Ήλις, εν ή επαρχία Γαστούνη και Πύργος· γ') Άνω
Μεσσηνία, εν ή Αρκαδία, Νεόκαστρον, Μεθώνη και Κορώνη· δ) Κάτω
Μεσσηνία, εν ή Νησίον, Καλαμάτα, Εμπλάκια, Ανδρούτσα, Λεοντάριον,
Μικρομάνη και δυτική Σπάρτη· ε') Λακωνία, εν ή Μονεμβασία
Μιστράς, Πραστός, ανατολική Σπάρτη· ς') Αργολίς, εν ή αι επαρχίαι
Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ και Κορίνθου· ζ) Αρκαδία, εν αίς
Φανάριον, Καρύταινα, Τριπολιτσιά και Άγιος Πέτρος. Αι δε νήσοι
διηρέθησαν εις έξ τμήματα: α') βόρειοι Σποράδες, εν αίς Σκιάθος,
Σκόπελος, Σκύρος, Ηλιοδρόμια και τα Ψαρά· β') ανατολικαί, εν αίς
Σάμος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος και η Ικαρία· γ') δυτικαί, εν αίς
Ύδρα, Σπέτσαι, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίς· δ') βόρειοι Κυκλάδες, εν
αίς Σύρος, Σέριφος, Θερμιά, Κέα, Άνδρος, Τήνος, Μύκωνος· έ)
κεντρικαί, εν αίς Νάξος, Πάρος, Ίος, Σίκυνος, Φολέγανδρος, Μήλος,
Κίμωλος, Σίφνος· ς') νότιοι, εν αίς Σαντορίνη, Ανάφη, Αστυπαλαία,
Κάσσος και Κάρπαθος. Και εν εκάστω μεν των τριών και δέκα
τμημάτων διωρίσθησαν είς έκτακτος επίτροπος της μεν _Αργολίδος_ ο
Νικόλαος Καλλέργης, της δ' _Αχαΐας_ ο Γεώργιος Μαυρομμάτης, της
_Ήλιδος_ ο Σπυρίδων Καλογερόπουλος, της _Άνω Μεσσηνίας_ ο
Αντώνιος Τσούνης, της _Κάτω Μεσσηνίας_ ο Γεώργιος Ψύλλας, της
_Λακωνίας_ ο Ιωάννης Γενοβέλης, της _Αρκαδίας_ ο Αλέξανδρος
Βλαχόπουλος· δημογεροντίαι δε κατ' επαρχίας, πόλεις, κώμας και
χωρία. Ο πληθυσμός της Ελλάδος επί των πρώτων μηνών της αρχής του
Καποδιστρίου είχεν ώδε εν σχέσει προς τον του 1821, πλην της
Στερεάς, κατεχομένης, ως είπομεν, υπό των Τούρκων:
1821 1828 Ελλάττωσις
Χριστιανοί Τούρκοι Χριστιανοί Τούρκοι πληθυσμού
Χριστιανών
Πελοπόννησος 458,000 42,750 400,000 . . . 58,000
Νήσοι 169,300 . . . 169,100 . . . 200
Το όλον 628,100 42,750 569,100 . . . 58,200
Γεν. πληθυσμός 670,850 569,100
Εκ του πίνακος τούτου προκύπτει, αν παραδεχθώμεν ως ακριβείς τας
άνω πληροφορίας, ότι ο Χριστιανικός πληθυσμός ηλαττώθη κατά το
διάστημα των επτά ετών του πολέμου κατά 58,200 ψυχών, εν μόνη τη
Πελοποννήσω και ταις νήσοις.
Βραδύτερον δε και κατά τας παρουσιαζομένας εκάστοτε ανάγκας ο
Καποδίστριας μετερρύθμισε και τον ήδη από του 1822 υφιστάμενον
στρατόν συγκείμενον, περί το τέλος του 1828, εκ 2,612 ανδρών
πολλάς τας ελλείψεις, κακόν ιματισμόν και ατελή οπλισμόν εχόντων.
Αρχηγός δ' αυτού διωρίσθη ο Γάλλος στρατηγός Τρεσέλ (11 Αυγούστου
1829). Επί του στρατηγού τούτου όπως δήποτε εβελτιώθη το τακτικόν
έχον καί τινας, λίαν αξίους λόγου αξιωματικούς, ως τον Πελλιόν,
συγγραφέα Ιστορίας των χρόνων τούτων του Καποδιστρίου, τον
Γκαρνό, τον Πεϋτιέ, τον Πουρσί και άλλους. Διεκρίνετο δε ο
τακτικός στρατός των ατάκτων πλην του ειδικού οργανισμού και κατά
την σύνθεσιν· διότι εκείνου έχοντος και επιμελητήριον, ού
προΐστατο ο Σαιν-Μαρτάν, ούτοι διηρούντο εις τάγματα και ίλας, ών
έκαστον απετέλει ίδιον σώμα αυτοτελές· συνέστησε δε επί τη βάσει
της συντάξεως τακτικού στρατού και δύο διαρκή Στρατοδικεία, μέχρι
τούδε υφιστάμενα επί εδραιοτέρων βάσεων και έν αναθεωρητικόν ( =
Εφετείον Στρατιωτικόν ει έξεστιν ειπείν) εν Ναυπλίω. Επειδή δε
πάντες οι υποπίπτοντες εις στρατιωτικά παραπτώματα στρατιωτικοί
δεν ηδύναντο να μετενεχθώσιν ευκόλως εις Ναύπλιον, διωρίζετο
εκάστοτε το λεγόμενον _Πειθαρχικόν συμβούλιον_, θεσμός, ός μέχρι
τούδε διατηρείται, δικάζων τα πλημμελήματα. Απόπειρά τις όμως
γενομένη προς μετάφρασιν των γαλλικών στρατιωτικών διαταγμάτων
απέτυχε (1 Μαΐου 1828). Βραδύτερον δε επί του Γάλλου στρατηγού
Ζεράρ (2 Οκτωβρίου 1829) μετεβλήθησαν αι ήδη σχηματισθείσαι
χιλιαρχίαι εις είκοσιν ελαφρά τάγματα, ών έν έκαστον υποδιηρέθη
εις τέσσαρας λόχους και συν αυταίς και αι στρατιωτικαί ονομασίαι
των διοικούντων αυτάς, ών ο μεν αρχηγός τάγματος απεκλήθη
_ταξιάρχης_, οι δε χιλίαρχοι προυβιβάσθησαν εις _στρατηγούς_· ο
ιματισμός όμως παρέμεινεν ο αυτός. Προς τούτοις, συνέστη και
_πρότυπον τάγμα_ τι εξ επιλέκτων ανδρών, εξ ού παρελαμβάνοντο οι
διδάσκαλοι του στρατού. Αλλ' ο τοιούτος σχηματισμός δυσηρέστησε
τους Έλληνας εις τοιούτον τινα βαθμόν, ώστε, ότε προσεκλήθησαν
παρά τω εν Άργει θεάτρω προς κατάταξιν, μόλις είκοσι
παρουσιάσθησαν! Επίσης κατά Δεκέμβριον συνέστη και η μέχρι
σήμερον σωζομένη και αγλαούς καρπούς παρέχουσα _Στρατιωτική Σχολή
των Ευελπίδων_, κατά πρότασιν του Βαυαρού συνταγματάρχου Άιδεκ
υπό την διεύθυνσιν του γάλλου Πωζιέ. Εν Σχολή, ταύτη κατετάγησαν
το μεν πρώτον οι υιοί των επιφανεστέρων οικογενειών της
αναγεννωμένης Ελλάδος, όπως ούτως η Σχολή εξυψωθή· αλλά τοιαύτη
ήν η κατά του τακτικού στρατού απέχθεια των αυτοχθόνων
προυχόντων, ώστε ουδείς ενέδωκε ταις παρακλήσεσι του Κυβερνήτου·
εφ' ώ και βλέπομεν ότι πάντες οι νέοι οι φοιτώντες εις την Σχολήν
μέχρι της επαναστάσεως του Οκτωβρίου, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων,
ήσαν εκ των ετεροχθόνων, των αυτοχθόνων μόλις κατά τα 1833
αρξαμένων να φοιτώσιν εις αυτήν.
Και αύται μεν ήσαν αι περί των στρατιωτικών της ξηράς φροντίδες
του Κυβερνήτου, όστις όμως, επειδή δεν ήτο στρατιωτικός, έμελλε
να ναυαγήση εν τη κυβερνήσει χώρας ως εκ της φύσεως αυτής
απαιτούσης άνδρας στρατιωτικούς. Την τοιαύτην δε του Καποδιστρίου
αποτυχίαν προείδε τρόπον τινά, λέγει ο _Βαρθόλδυς_, ο Γκαίτε
γράφων προς τον Έκκερμαν τη 2 Απριλίου 1829: «Θα σας αποκαλύψω
πολιτικόν τι μυστικόν, όπερ θάττον ή βράδιον θέλει καταστή
γνωστόν. Ο Καποδίστριας δεν δύναται εις τέλος να κρατήση την
διοίκησιν των Ελληνικών πραγμάτων διότι στερείται του απαραιτήτου
προς τούτο προσόντος· δεν είναι στρατιώτης. Ουδέν δ' έχομεν
παράδειγμα ότι διπλωμάτης ηδυνήθη να διοργανώση Κράτος
επαναστατών και να υποτάξη στρατιωτικούς και πολεμάρχους!»
Και περί των ναυτικών δε πραγμάτων της χώρας εφρόντισεν, εικός, ο
Κυβερνήτης. Η ναυτική της Ελλάδος δύναμις συνέκειτο άμα τη καθόδω
αυτού εκ της φρεγάτας _Ελλάδος_, τριών ατμοπλοίων, αγορασθέντων
εκ των χρημάτων του δανείου, μιας κορβέττας, _Ύδρας_ αιγυπτίου
αλώματος του Κόχραν, μιας γολέτας της _Αθηναΐδος__ και τριών
κανονιοφόρων, ναυπηγηθεισών δαπάναις φιλελλήνων, τα δε λοιπά
πλοία, άπερ τοσαύτα κατά θάλασσαν διεπράξαντο κατορθώματα, ήσαν
ιδιωτικά Σπετσιωτών, Υδραίων και Ψαρριανών. Το εμπορικόν ναυτικόν
ην πολυαριθμότερον, αλλά μέχρι της στιγμής εκείνης, η κυβέρνησις,
ένεκεν των επικρατουσών ανωμαλιών, δεν ηδυνήθη να χρησιμοποιήση
αυτό. Ο πόλεμος είχεν επιφέρει βαθείας πληγάς εις το εμπόριον και
οι νησιώται μόλις απέζων. Αλλ' ίνα μη απολεσθή η ναυτιλία, η
προκάτοχος κυβέρνησις είχε λάβει το απαίσιον μέτρον της εκδόσεως
_καταδρομικών αδειών_ εις εμπορικά πλοία, δι' ών επισημοποιήθη η
πειρατεία, ήν μόλις ο Καποδίστριας διά του ναυάρχου Μιαούλη
κατώρθωσε να εξαφανίση εκ τε των Βορείων Σποράδων και των
παραλίων της Κρήτης. Τον μικρόν στολίσκον, περί ού ανωτέρω
είπομεν, διώκει ως ναύαρχος ο λόρδος Κόχραν εν δεσποτική
αυθαιρεσία, όστις και βαθμούς, εική, απένειμεν άνευ κυβερνητικής
αδείας. Επειδή δε το μέλλον της Ελλάδος ενέκειτο εν τω ναυτικώ,
ως άλλοτε λίαν προσφυώς το μάντευμα εκείνο είπεν: _εν τοις
ξυλίνοις τείχεσιν_, ο Κυβερνήτης έν των κυριωτάτων αυτού
μελημάτων εθεώρησε και το του ναυτικού, αλλ' ήκιστα ειργάσθη υπέρ
αυτού· απεφάσισεν αντί των ιδιοκτήτων των ναυτικών νήσων Ύδρας
και Σπετσών, την εξάρτησιν εθνικού στόλου, δυναμένου εν ανάγκη,
άνευ της συνδρομής ιδιωτικών, να προασπισθή την χώραν. Προέβη
λοιπόν και εις τας ναυτικάς μεταρρυθμίσεις. Εκανόνισε τα
εξωτερικά διακριτικά σημεία του εμπορικού ναυτικού και την
λιμενικήν αστυνομίαν μέχρι των ελαχίστων αυτής λεπτομερειών
(Γενική Εφημερίς της 3 Μαρτίου 1828) και εζήτησε να χωρίση, λίαν
αντεθνικώς, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, το πολεμικόν ναυτικόν
του Υδραϊκού ναυτικού, του θαυματουργήσαντος κατά θάλασσαν, ως εκ
του οποίου εγεννήθησαν τοσαύται διχόνοιαι καταλήξασαι εις το
μοιραίον τέλος του εν Ναυπλίω δυστυχήματος της 27 Σεπτεμβρίου
1831. Και το χείριστον δε πάντων, ο Καποδίστριας, μετά την
αποχώρησιν του ναυάρχου Κόχραν, τείνων εις το προσχεδιασθέν
συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, απεπλανήθη τοσούτον, ώστε
προυβίβασεν εις αρχιναύαρχον τον αδελφόν Βιάρον Καποδίστριαν,
άνδρα μηδεμιάς ναυτικής ικανότητος και πείρας, ούτινος αι
αποφάσεις προυκάλουν διηνεκώς την αγανάκτησιν των εμπειροπολέμων
ναυτικών, οίος ο Μιαούλης και ο Σαχτούρης.
Ό,τι όμως δεν κατώρθωσεν εν τω ναυτικώ ο Κυβερνήτης, προσεπάθησε
να αγάγη εις πέρας εν τη Γεωργία και τη αναπτύξει των πόρων του
αναγεννωμένου Κράτους.
Ευθύς αμέσως άμα καθόδω αυτού διένειμεν έν τε Αιγίνη και εν Πόρω
και εν Ναυπλίω και αλλαχού της Πελοποννήσου τα προς το ζην εις
ενδεείς λιμώττοντας, υποχρεώσας αυτούς να γεωργώσι την γην κατά
διάφορόν τινα τρόπον.
Εκόμισεν εξ Ιταλίας και Ελβετίας μεγάλας ποσότητας γεωμήλων, άπερ
διένειμε τοις γεωργοίς προς φυτείαν και μετεγκλιμάτισιν του
αγνώστου τούτου εν Ελλάδι καρπού, την διδασκαλίαν της φυτείας του
οποίου ανέθηκε τω εν Ελλάδι παρεπιδημούντι Ιρλανδώ _Στίβενσον__.
Ούτος λαβών άδειαν να αναζητήση πρόσφορον αγρόν εξελέξατο τον
λεγόμενον της «_Απαθείας_» απέναντι του Πόρου κείμενον. Ο αγρός
ούτος ήτο εθνικόν κτήμα, αλλ' εν έτει 1825 ηγοράσθη υπό των
Κουντουριωτών, παρ' ών νυν αφήρεσε παρανόμως άνευ αποζημιώσεως,
ως επέτασσεν η της Επιδαύρου Εθνοσυνέλευσις, και άνευ τινός
ειδοποιήσεως των νομίμων κατόχων. Επίσης ο Ιρλανδός αγρονόμος
ενετάλη να φυτεύση χρήσιμα δένδρα παρά την λεωφόρον του Πόρου και
κατά μήκος των αυτόθι εθνικών γαιών. Διέταξε την εκ Πελοποννήσου
μεταφύτευσιν εν Αιγίνη καρπών προς εμψύχωσιν της άλλοτε μεν
ακμαζούσης εν Ελλάδι, ήδη δε, κατά τον μακρόν πόλεμον,
καταστραφείσης μεταξοσκωληκοτροφίας· εκόμισεν εκ Κρήτης χιλιάδας
καστανέων, ας εφύτευσεν εν τε Πόρω και Αιγίνη. Αλλά δυστυχώς η
τάσις αύτη της Κυβερνήσεως δεν επεξετάθη καθ' όλην την τότε
ελευθέραν Ελλάδα, ήν έδει να καλύψη διά δασών και άλλης καρπίμου
δενδροφυτείας, η δε βάρβαρος συνήθεια των τότε ως και των νυν
Ελλήνων του να καίωσι τα δάση προς παραγωγήν χλόης διά τα
ποίμνια, δεν κατεστάλη, και ούτως η Ελλάς έμεινεν έκτοτε ψιλή
δασών, καίπερ έχουσα τόπους και βουνούς δασωσίμους. Μετεπέμψατο
εξ Ελβετίας και Βελγίου άροτρα κατά τον νέον τρόπον, όπως δυνηθή
να θέση εις αχρηστίαν το ησιόδειον και αρχέγονον εν μικρογραφία,
ως δύναταί τις ειπείν, και οι Έλληνες εχρώντο και χρώνται μέχρι
σήμερον τω αρότρω τω πατροπαραδότω. Ίδρυσε παρά την Τίρυνθα
γεωργικήν Σχολήν (Αγροκήπιον), ήτις έμελλε να διδάξη τα της
γεωργίας και μέχρι τινός εσώζετο εν αυτή η ροδοδάφνη, ήν ο
Καποδίστριας είχεν εμφυτεύσει ιδία χειρί. Εκ του αγροκηπίου
εκείνου ούτε φυτώριον έλειπεν ούτε κηπουρική σχολή, ούτε γένος
ισπανικού προβάτων, ούτε τεχνητός και υπόστεγος πορτοκαλλεών.
Διεδόθη μεγάλως η _πηκτή_ (ζελατίνα) του _Γιμβερνάτη_ ως γενικόν
θρεπτικόν μέσον και ιδρύθη και πριονόμυλος εν Λέρνη.
Δυστυχώς όμως μεθ' όλας ταύτας τας προσπαθείας του Κυβερνήτου,
αίτινες, εάν άλλως εγίνοντο, ηδύναντο να επενέγκωσι μέγαν καρπόν,
ουδέν δύναταί τις να είπη ότι ετελεσφόρησε διότι φύσει ο Έλλην
ρέπει μάλλον προς την εμπορίαν ή την γεωργίαν, και έδει ο
Καποδίστριας προς αυτήν να στρέψη άπασαν την προσοχήν αυτού,
προλειαίνων αυτήν διά της συγκοινωνίας· διότι ποία η ωφέλεια θα
ήτο, εάν η γη παρείχεν εν αφθονία τα πάντα και έλειπον τα μέσα
της συγκοινωνίας, οίον οδοί, γέφυραι και τα τοιαύτα; Ποίον το
κέρδος, ως λέγει ο Βαρθόλδυς, αν η Αρκαδία ηφθόνει σίτου, ότε εν
Ναυπλίω οι άνθρωποι εχρώντο αραβοσιτίνω άρτω; Μόνη δε οδός, ήτις
κατά την κυβέρνησιν του Καποδιστρίου κατεσκευάσθη, και αύτη υπό
των Γάλλων, είναι η από Ναυαρίνου εις Μεθώνην άγουσα. Δυστυχώς ο
Καποδίστριας κατά τους χρόνους εκείνους της λειψανδρίας δεν
έστερξε να ζητήση την διοργάνωσιν τής τε γεωργίας και της άλλης
αναπτύξεως της χώρας δι' αποικίσεως ξένων, οίτινες νέαν ζωήν θα
έδιδον εις τους εκ των πολέμων κεκμηκότας Έλληνας. Η τοιαύτη
εποίκισις θα είχε πολύ πρακτικόν αποτέλεσμα· θα αφύπνιζεν η
επιτυχία εκείνων τους ημετέρους από της απαθείας. Πλην ο
Κυβερνήτης ου μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά και ηρνήθη εταιρία
τινί Ολλανδών σκοπούντων την ίδρυσιν _υποθητικής Τραπέζης_ την
συναίνεσιν αυτού, αρνηθέντος να δεχθή και εποίκισίν τινα
Αμερικανών.
Και παρεχώρησε μεν τω πράκτορι των αμερικανικών συλλόγων Δρ.
Χόους ατελείς επί πενταετίαν γαίας παρά την Κόρινθον (Εξαμίλι),
ένθα ίδρυσε και αποικίαν τινά την «_Ουασιγκτωνίαν_», αλλ' είτα
μεταμεληθείς δεν απεδέξατο την αιτηθείσαν επέκτασιν του
παραχωρηθέντος χώρου του προωρισμένου κατ' αρχάς προς υποδοχήν
προσφύγων Κυδωνιέων, Συρίων και Αθηναίων και τοσαύτα ενέβαλε
προσκόμματα, ώστε ο Χόους παρητήθη του περί εποικίσεως εκατόν
οικογενειών αρχικού σχεδίου αυτού ούτως, ώστε η εκ τεσσαράκοντα
μόνον οικογενειών «_Ουασιγκτωνία_» ολονέν φθίνουσα διελύθη κατά
την αναρχικήν περίοδον του 1831-32.
Αλλ' αν εις ολίγα τινά τοιαύτα ο Κυβερνήτης απέτυχε, και τούτο,
διότι δεν ήθελε να εμπιστευθή εις χείρας ξένων, ουχ ήττον όμως
κατέδειξεν ότι μεθ' όλας τας παρομαρτούσας τη κυβερνήσει
αντιξόους περιστάσεις, αυτός ηδυνήθη να τελέση έργα, άπερ και
σήμερον εισέτι καθορώμενα εμποιούσιν ημίν και θαυμασμόν και
έκπληξιν. Ο Καποδίστριας ολονέν τα του Κράτους μεταρρυθμίζων και
καθιδρύων εφρόντισε και περί ιδρύσεως κυβερνητικών ιδρυμάτων,
τούτο μεν προς εγκαθιδρύσιν της κυβερνήσεως τούτο δε προς
στρατωνισμόν του κατά γην στρατού και ναυστάθμου και ναυτικών
αποθηκών προς επισκευήν τών τε πολεμικών και ιδιωτικών σκαφών,
και εναποθήκευσιν ναυτικών ειδών. Ίδρυσε το εν Αιγίνη μέγαρον της
Κυβερνήσεως (54) (Σπήτι του Μπαρμπαγιάννη), το εν Ναυπλίω
κυβερνητικόν ανάκτορον, το οπλοστάσιον και τον στρατώνα, τον εν
Πόρω ναύσταθμον, τους εν Άργει, Κορίνθω, Πάτραις και Ναυπάκτω
στρατώνας χωρητικότητος πεντακισχιλίων ανδρών και ουκ ολίγα άλλα
δημόσια καταστήματα.
Μεγάλην επίσης κατέβαλε προσοχήν και περί την συγκρότησιν
δικαστηρίων, ίνα ούτως εξαγάγη την δικαιοσύνην εκ του χάους εν ώ
ήτο βεβυθισμένη καθ' όλην την μακράν διάρκειαν της επαναστάσεως
μεθ' όλα τα ψηφίσματα των τριών Εθνοσυνελεύσεων, άπερ ως
αντιφατικά αλλήλων δεν εφηρμόζοντο πρεπόντως και συνέστησε
_προσωρινόν δικαστήριον_ τριμελές, πρόεδρον μεν έχον τον αδελφόν
αυτού Βιάρον και παρέδρους τον Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον και τον
Ε. Τομπάζην, πάντας μέλη του _Πανελληνίου_. Το δικαστήριον τούτο
ησχολήθη εις την εκδίκασιν των εν Πόρω επί πειρατεία
κατηγορουμένων και μετά την αποπεράτωσιν των εργασιών αυτού
διελύθη. Βραδύτερον δε ο Κυβερνήτης εσκέφθη περί ιδρύσεως
δικαστηρίων και συντάξεως νόμων συμφώνως προς τας εθνικάς
απαιτήσεις. Διότι το έθνος μετά την μοιραίαν πτώσιν της εν
Βυζαντίω αυτοκρατορίας ημών τυχόν πολλών προνομίων (55) διωκείτο
κατά την Ρωμαϊκήν Νομοθεσίαν, ήν συνέταμεν ο νομικός
_Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος_, ούτινος η σωτηριώδης και
αναμφισβήτητος επιρροή, ήν εξήσκησεν επί των τυχών του έθνους
ημών από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι της ευτυχούς εν
μέρει αποσείσεως του πιέζοντος τον τράχηλον της πατρίδος ημών
ζυγού, είναι αναμφίλεκτος. Η νομοθεσία αυτού υπό τον τίτλον
_Εξάβιβλος_, παρηκολούθησε πάσας τας περιπετείας της πολιτικής
ημών καταστάσεως, συνετέλεσε τα μέγιστα εις την ενότητα και
σύσφιγξιν των εθνικών δεσμών κατά τον μακρόν και πολύδακρυν
εκείνον της δουλείας χρόνον και διετήρησεν εν ισχύι την Ρωμαϊκήν
Νομοθεσίαν. Το Ελληνικόν έθνος κύψαν τον αυχένα εις την Τουρκικήν
κατάκτησιν και απολέσαν την Εθνικήν αυτονομίαν, διετήρησεν ένεκα
πολλών λόγων προς τη γλώσση και τη ιερά αυτού θρησκεία, ως
είπομεν, ουκ ολίγα προνόμια, εσωτερικήν τινα αυτοδιοίκησιν
πολιτικήν τινα νομοθεσίαν, ήν εξήσκουν οι παρά του λαού
εκλεγόμενοι _Δημογέροντες_ και _Προεστοί_, και οι εκάστοτε
Μητροπολίται, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι, οίτινες ηκολούθουν
προς λύσιν των μεταξύ των Χριστιανών αναφυομένων διαφορών τα
επικρατήσαντα έθιμα και συνεβουλεύοντο διηνεκώς την _Εξάβιβλον_
του Αρμενοπούλου. Ούτω δ' αι εν τη _Εξαβίβλω_ περιληφθείσαι
διατάξεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων καθιερώθηκαν υπό της κοινής
συνηθείας και συνεχωνεύθησαν προς τα ήθη και έθιμα του ελληνικού
έθνους, όπερ μέχρι σήμερον επί τη βάσει αυτού εν τε δούλη και τη
ελευθέρα Ελλάδι πολιτεύεται αστικώς (56).
Η Βουλή μετά την διάλυσιν της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως
επεχείρησε να συντάξη νόμον περί δικαστηρίων, αλλά το έργον αυτής
παρέμεινεν ατελές μόνον δέκα και οκτώ άρθρων συζητηθέντων. Ούτως
είχον τα πράγματα, ο δε Κυβερνήτης επόμενος των προκατόχων
παραδείγμασι, διώρισε και αυτός _ειδικάς επιτροπάς_, άμα δε και
προέτρεπε τους διαφερομένους να υποβάλλονται εις την κρίσιν των
διαιτητών, τούθ' όπερ δεν παρημέλησε να κηρύξη ότι πρέπει να
γίνηται και μετά την σύστασιν δικαστηρίων τακτικών.
Δεν ηθέλησεν ευθύς αμέσως να προβή εις εφαρμογήν δικαστικών
συστημάτων, κατά θεωρίαν μεν ορθών αλλ' απροσφυών διά λαόν οίος ο
Ελληνικός, όστις από τετρακοσίων ετών ήτο συνειθισμένος εις τας
συνοπτικάς διαδικασίας των δημογερόντων, της δημεύσεως της σπάθης
του κυριάρχου. Την τοιαύτην δ' αυτού διάθεσιν έδειξε και προς το
_Πανελλήνιον_ διά των διαγγελμάτων αυτού της 24 και 26 Οκτωβρίου
1828. Ενόμιζε, πολύ δικαίως, ότι αι διατυπώσεις, αι ενστάσεις, τα
προδικαστικά, τα παρεμπίπτοντα ζητήματα και οι τόσοι δικαστικοί
τύποι, ούς ύστερον η αντιβασιλεία, κατά τον βαυαρικόν νόμον,
ενέγραψεν εν τη δικαστική νομολογία, ηδύναντο αντί ωφελείας
βλάβης να γένωνται πρόξενοι και να παρέχωσιν αφορμάς διηνεκείς
εις στρεψοδικίας και δόλον. Επεθύμησε λοιπόν πρώτον να μελετήση
τον νηπιάζοντα ελληνικόν λαόν και να κανονίση μετέπειτα την οδόν,
ή τινι έμελλε να ακολουθήση εν τη δικαστική νομολογία. Ως εκ
τούτου βλέπομεν τον Κυβερνήτην διηνεκώς ενδοιάζοντα περί του
πρακτέου, διορίζοντα εκτάκτους επιτρόπους και προσωρινούς
διοικητάς και περιοδεύοντα την Ελλάδα βήμα προς βήμα. Μόλις δε
περί το τέλος του 1828, συμφώνως ταις επαγγελίαις αυτού να
διοικήση κατά τας υπό των Εθνοσυνελεύσεων τεθειμένας αρχάς,
υιοθέτησε τον _οργανικόν νόμον της Κορίνθου_ και εξέδοτο τον
«_Διοργανισμόν της πολιτικής εμπορικής, διορθωτικής και
εγκληματικής Δικαιοσύνης_» εξ άρθρων τριάκοντα και εννέα, καθ' ά
η διαχείρισις ανετίθετο εις προσωρινά μεν αλλά τακτικώτερα
δικαστήρια, και ταύτα διά τινας μόνον επαρχίας, εν αίς δεν υπήρχε
πόλεμος. Μόλις δε μετά παρέλευσιν ενός έτους ωρίσθησαν τακτικά
δικαστήρια, συνετάχθησαν εντελέστεροι διοργανισμοί και πολιτική
και ποινική δικονομία και νόμος περί συμβολαιογράφων (μνημόνων)
και άλλαι διατάξεις συμπληρωτικαί.