εξεύρεσις πόρων, επειδή δε δεν ηδυνήθη να προσκτήσηται τοιούτους,
διέθηκεν υπέρ του στρατού και στόλου τας 300,000 φράγκων, άς
έφερε μεθ' εαυτού εξ Ευρώπης, λαβών αυτάς παρά των Ελλήνων και
φιλελλήνων προς εξαγοράν αιχμαλώτων Επειδή δ' απέτυχον τελείως αι
περί συνομολογήσεως, τη μεσιτεία του Εϋνάρδου, εξωτερικού δανείου
εξ 1,000,000 φράγκων διά να δυνηθή, να θεραπεύση τας πρώτας
ανάγκας του Κράτους, ίδρυσεν, ως θέλομεν ειπεί, την _Εθνικήν
Χρηματιστικήν Τράπεζαν_, εξ ής, κατά τον προϋπολογισμόν του 1829,
εισήχθησαν εις το δημόσιον ταμείον 678,220 φράγκων. Αλλ' η
τοιαύτη της Τραπέζης ανακούφισις ήτο προσωρινή, άνευ δε μειζόνων
πόρων ήθελεν επέλθει το οικονομικόν του Καποδιστρίου ναυάγιον,
ότε κατά το θέρος του 1828 κατέφθασαν εκ Ρωσίας και Γαλλίας αι
πρώται συνδρομαί, κατόπιν των πολλών παρακλήσεων και υπομνημάτων
του Κυβερνήτου, όστις γράφων προς τας Δυνάμεις δι' υπομνήματος
έλεγε μεταξύ των άλλων και τάδε:
«1ον) Να δανείσωσιν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν όσα βοηθήματα
είναι της δυνάμεώς των εις ζωοτροφίας, εις πολεμεφόδια και εις
αργύριον. Ταύτα δε ανάγκη να μη ήναι κατώτερα αξίας 100,000
ταλλήρων κατά μήνα, εάν μέλλωσι να επαμύνωσιν οπωσούν εις τας
χρείας και να παρασκευάσωσι καλήν τινά έκβασιν.
»2ον) Αποκλείοντες έτι στενώτερον διά των στόλων τα τε Μεσσηνιακά
φρούρια και την Αττικήν και τους κόλπους Βόλου Άρτης, ίσως
ηδύναντο να ποοσελκύσωσιν εις συνδιαλέξεις τον τε Ιμβραήμ πασάν
και τον Κιουταχήν και τον εις Αθήνας Οθωμανόν φρούραρχον, κατά
τας οποίας οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ήθελον προφθάσει να
θερίσωσι, πράγμα τόσον ουσιώδες, ώστε, ει χρεία, και η ελληνική
κυβέρνησις το συνέτρεχε παραδεχομένη τους απεσταλμένους της Πύλης
και ακούουσα τας προτάσεις αυτών, αν τω όντι έχωσί τι να τη
προτείνωσιν.
»3) Η Κυβέρνησις διατηρεί στολίσκον τινά παρά την Σάμον προς
καθησύχασιν των κατοίκων, φοβουμένων δικαίως τους Τούρκους μετά
την πτώσιν της Χίου. Αν λοιπόν οι ναύαρχοι των συμμάχων Δυνάμεων
επιχειρήσωσιν εκείσε περιπολίαν τινά (έχοντες μάλιστα βοηθόν το
γράμμα της συνθήκης), προφυλάττοντες την Σάμον πάσης επιδρομής,
θέλουσιν ανακουφίσει και την Ελληνικήν Κυβέρνησιν της δαπάνης
προς διατήρησιν στολίσκου.
»4) Τέλος, εάν, ό μη γένοιτο η πανώλης διαδοθή και εις το
Αιγαίον, η μεν Ελληνική κυβέρνησις πάντως επανδρισθήσεται προς
εγκατάστασιν της δεούσης κατά θάλασσαν υγειονομικής επιμελείας,
άλλως όμως δεν θέλει το κατορθώσει, ειμή έχουσα συμβοηθούς και
τους ναυάρχους των τριών προστατίδων Δυνάμεων μετά τινων πλοίων,
εις τούτο το υπηρέτημα πραττομένων».
Αι δεήσεις του Κυβερνήτου ευτυχώς εισηκούσθησαν εν μέρει· και ο
μεν αυτοκράτωρ της Ρωσίας έπεμψεν εις συναλλαγματικάς μεν 500,000
φράγκων, εις είδη δε, ετέρας 100,000. Το παράδειγμα τούτου
εμιμήθη και ο αληθώς φιλάνθρωπος και φιλέλλην βασιλεύς της
Γαλλίας Κάρολος ο Ι', πέμψας 500,000 φράγκων εις χρυσόν, η δε
Αγγλία έπεμψε βραδύτερον (1830) μόνον 500,000 φράγκων, δι' ών ο
Καποδίστριας ηδυνήθη να επαρκέση μικρόν εις τας πρώτας ανάγκας
του Κράτους.
Προς τούτοις ο Καποδίστριας συνέστησε και την λεγομένη _Γενικήν
Γραμματείαν_, περί ήν συνεπήχθησαν πάσαι αι υποθέσεις· η
γραμματεία αύτη έχουσα επί κεφαλής τον Σπυρ. Τρικούπη απετελείτο
εκ τώνδε των δέκα προσώπων: Γ. Πραΐδη, Σ. Σκούφου, Γ.
Καραγιαννοπούλου Τισαμενού, Ν. Καρόρη, Π. Σπανοπούλου, Ν.
Δραγούμη (48), Λιβερίου Λιβεροπούλου, Ν. Λουριώτη, Θ. Σχινά, Ν.
Ολλανδού. Τούτων οι μεν έξ ήσαν _συντάκται_ ή _συνθέται_
(μεταφρασταί), των δ' άλλων ο μεν ην αρχειοφύλαξ διεκπεραιωτής, ο
δε λογιστής, ο δε αντιγραφεύς, ο δε επί των αναφορών και των
άλλων ποικίλης ύλης εγγράφων, και είχον μισθόν οι μεν έξ
συντάκται και οι άλλοι τρεις, πλην του αντιγραφέως, 400 γρόσια, ο
δε Τρικούπης 500 (200 δραχμάς). την γραμματείαν ταύτην
συνεκέντρωσεν ο Καποδίστριας πάσαν την υπηρεσίαν της διοικήσεως·
βραδύτερον δε, ότε ανεπτύχθησαν τα του Κράτους, συνεκροτήθη και η
λεγομένη _Επιτροπή της οικονομίας_, ήτις διώκει τα της μετ'
ολίγον σχηματισθείσης _Χρηματιστικής Τραπέζης_ και το _Γενικόν
Φροντιστήριον_, εις ό είχον ανατεθή τα του στρατού και του
ναυτικού, αλλ' αι δύο αύται αρχαί είχον περιωρισμένα καθήκοντα.
Επειδή δε τα πάντα τότε ήσαν ασύντακτα, οι πάντες ειργάζοντο
σχεδόν νυχθημερόν, πρώτου του Καποδιστρίου δόντος το παράδειγμα,
μικρόν μόνον αναπαυόμενοι, ως λέγει ο Δραγούμης εν ταις
_Ιστορικαίς Αναμνήσεσιν_ αυτού. Ούτοι αείποτε τω Κυβερνήτη
συνοδεύοντες, κατά τας συχνάς αυτού περιοδείας, συνειργάζοντο
μετ' αυτού και ως τα του τόπου κάλλιον επιστάμενοι, τα μέγιστα
συνεβάλλοντο εις το έργον, ούτινος επελήφθη ο Καποδίστριας.
Επειδή δε πρωτίστως ησθάνθη την ανάγκην χρημάτων, απεφάσισεν, ως
είπομεν, την ίδρυσιν της _Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης_, διότι
κατά την έκθεσιν του επί των οικονομικών γραμματέως, ως είδομεν,
το δημόσιον ταμείον ην κενόν (49) και τα έσοδα του Κράτους
ελάχιστα, εθνικόν δε χρέος 3,000,000 λιρών αγγλικών, πλην των διά
μισθόν του τε κατά γην και κατά θάλασσαν στρατού και των
αποζημιώσεων, άς παρά της κυβερνήσεως απήτουν, δικαίως, αι
κοινότητες και ιδιώται διά τας άς υπέστησαν απωλείας διαρκούντος
του μακρού πολέμου, επεβάρυνε το έθνος. Φαντασθήτε ότι μόνοι οι
Υδραίοι απήτουν 18,000,000 φράγκων. Και περιέμενε μεν τα υπό των
τριών ευεργετίδων δυνάμεων υπεσχημένα χρήματα είτε τίτλω
βοηθημάτων είτε τίτλω δανείων, αλλ' επειγόμενος υπό των καθ'
εκάστην αναγκών υπέρ της συντηρήσεως του τε κατά γην και κατά
θάλασσαν στρατού, εποιήσατο έκκλησιν εις τα φιλογενή αισθήματα
των Ελλήνων των εχόντων εισέτι χρήματα, και ιδίως προς τους
έχοντας εμπορικούς οίκους εν ταις κυριωτέραις ευρωπαϊκαίς πόλεσι,
παρακαλών αυτούς να γίνωσι μέτοχοι της Τραπέζης, ήτις ήτο τρόπον
τινά η πρώτη εθνική ελληνική Τράπεζα. Εν τη εκκλήσει εκείνη
ανέλυε τους λόγους, δι' ούς επείσθη να συστήση την Τράπεζαν εν
στιγμαίς λίαν κινδυνώδεσι διά την Ελλάδα, παρείχεν εγγυήσεις διά
τα κατατιθέμενα χρήματα, προς 8 — τα του Κράτους έσοδα και
εκήρυττεν ότι τα χρεώγραφα εκείνα έμελλον να εξαργυρωθώσιν εντός
έτους απέναντι των οφειλομένων φόρων.
Πράγματι οι όροι ούτοι του Καποδιστρίου έσχον ευάρεστα
αποτελέσματα, πάντες δε οι δυνάμενοι επί την χρηστότητα του
Κυβερνήτου αποβλέποντες, ενεγράφησαν μέτοχοι. Ούτω δε εντός μηνός
100,000 γροσίων ισπανικών (525,000 φράγκων) κατεβλήθησαν παρά
διαφόρων, εν οίς πρώτος αυτός ο Καποδίστριας, πολλά μέλη του
Πανελληνίου, πολλοί Υδραίοι και Σπετσιώται, και φιλέλληνες τινες,
εν οίς πρωτίστην κατέχει θέσιν ο προσωπικός του Κυβερνήτου φίλος
ιππότης Εϋνάρδος, ο και πολλών άλλων ευεργεσιών αίτιος γενόμενος
τη Ελλάδι, ούτινος την προτομήν βλέπει τις σήμερον μνήμης χάριν
εν τω ανακτορικώ κήπω κατά την δυτικήν πλευράν αυτού.
Η τράπεζα αύτη εξέδωκεν 6,472 μετοχάς, ών εκάστη ετιμάτο 83 1)3
ταλήρων (Κολονάτων) και έμελλε να διατηρηθεί μέχρι της 1 Απριλίου
1835, ήτοι μέχρι της λήξεως της επταετούς κυβερνήσεως του
Καποδιστρίου. Αι μετοχαί αύται απέφερον τω φέροντι 8 — ετησίως.
Επειδή δε δεν είχε ληφθή πρόνοια, όπως οι μέτοχοι απέναντι των
χρημάτων αυτών ασφαλισθώσι δι' εθνικών γαιών, η πίστις του
πιστωτικού εκείνου καθιδρύματος βαθμηδόν εξέλιπε· την πίστιν δε
ταύτην θέλων να ανυψώσι τη 3 Φεβρουαρίου 1830 διά διατάγματος
εδίδοντο τοις μετόχοις εις υποθήκην οι επί της Αχαϊκής ακτής
σταφιδαμπελώνες, οι ελαιώνες της Κορίνθου και Αμφίσσης, η σμύρις
και αι αλυκαί της Νάξου και τα λατομεία και αι αλυκαί της νήσου
Μήλου. Αλλά μεθ' όλα ταύτα η πίστις δεν ηδραιώθη και ολονέν επί
τα χείρω βαίνουσα ως εκ της αδιαφορίας του λαού, ζητούντος την
ανεξαρτησίαν της Τραπέζης από της Κυβερνήσεως, διετηρήθη εν
μαρασμώδει καταστάσει, έως ού τω 1834 η αντιβασιλεία έθηκε τέρμα
εις την ιδανικήν αυτής ύπαρξιν και μόλις μετά πολλάς
διαπραγματεύσεις (25 Ιανουαρίου 1836), κατά το 1841 (Μαρτίου 13)
ιδρύθη, το πρώτον, υπό του _Γεωργίου Σταύρου_ η πρώτη _Εθνική
Τράπεζα της Ελλάδος_, διατηρουμένη εν ακμή μέχρι σήμερον.
Επειδή δε τα φορολογικά του Κράτους ως εκ του μακρού πολέμου
διετέλουν εν οικτρά καταστάσει, τούτο μεν εκ της ανεχείας του
φορολογουμένου λαού, τούτο δ' ως εκ της υφαρπαγής φόρων παρά των
συντηρούντων μαχητάς οπλαργηγών, ο κυβερνήτης επέστησε την
προσοχήν και επί του θέματος τούτου. Ο έγγειος φόρος ην 10 0)0
επί των ιδιοκτήτων και 30 0)0 επί των εθνικών γαιών, όνπερ
καθίστα έτι βαύτερον, ως είπομεν, εισπράξεως και της φορολογίας
τρόπος, καθ' όν ελαμβάνετο η δεκάτη (το δέκατον) από της
ακαθαρίστου των γαιών προσόδου υπό των ανηλεών εκμισθωτών αυτής
(δεκατιστών) ών λαμπράν εικόνα παρέσχεν, εν τοις καθ' ημάς, ο
καθηγητής Αλέξανδρος Μωραϊτίδης εν τω εν τη «Νέα Εφημερίδι» (50)
δημοσιευθέντι «_Δεκατιστή_» αυτού. «Ούτοι ως οι επί της
Τουρκοκρατίας _ουσουρτζίδες_ (δεκατισταί) παρά της κυβερνήσεως
εκμισθούντες την δεκάτην, τα πάντα μετήρχοντο κατά των δυστυχών
χωρικών, όπως εισπράξωσι τον επιβεβλημένον αυτοίς φόρον, εξ ού
πολλάκις ούτοι δεν συνεκόμιζον τους καρπούς αυτών, προτιμώντες
την ανέχειαν μάλλον ή τας πανουργίας των εκμισθωτών. Τούτο δε δεν
συνέβαινε μόνον επί του εγγείου φόρου, αλλά και επί των
τελωνείων, άτινα εξεμισθούντο υπό του Κράτους εις ιδιώτας,
οίτινες ως οι δεκατισταί τον νόμον καταστρατηγούντες εν ανοχή των
αρχών της επαναστατικής εκείνης εποχής εκέρδαινον αμύθητα,
ουδενός σχεδόν ή μικρού κέρδους εισερχομένου εις το δημόσιον
ταμείον. Ταύτα ιδών ο Κυβερνήτης φρίξας επί ταις καταδολιεύσεσι
και καταστρατηγήσεσι των κειμένων νόμων, εξ ών το μεν Κράτος
ουδαμώς ωφελείτο, εθησαύριζον δε ολίγοι τινές, διέταξε την
ακύρωσιν των εκμισθώσεων της πρότερον κυβερνήσεως και νέαν
ενήργησε δημοπρασίαν, εξ ής προσεγένετο τω κράτει κέρδος εκ
30.000 ταλλήρων.
Επειδή δε μετά την κατάπαυσιν του πολέμου έπρεπε να γίνη οριστική
διάκρισις των ιδιοκτήτων γαιών από των πρότερον μεν τω Τουρκικώ
Κράτει και τοις βακουφίοις (κτήμασιν αφιερωμένοις εις τεμένη)
ανηκουσών, αίτινες απετέλουν τα 4]10 μέχρι του ημίσεος της όλης
της Ελλάδος εκτάσεως, και επί τη βάσει ταύτη να γίνη η νυν
έγγειος φορολογία, διά τούτο ο Καποδίστριας συνέστησε μεν
κτηματολογικήν επιτροπήν προς κτηματικήν της χώρας απογραφήν,
αλλ' αύτη, καίπερ καλώς ανταμειβομένη, ουδέν έπραξεν. Αλλά μη
θαυμάσωμεν διά τούτο· διότι έκτοτε μεθ' όλον το μεσολαβήσαν μέγα
χρονικόν διάστημα, καθ' ο δύο εβασίλευσαν δυναστείαι, ουδέν
κατωρθώθη, εν Γαλλία δε μόλις προ ολίγων δεκαετηρίδων ήχθη εις
πέρας το κτηματολόγιον αυτής και παρ' ημίν μόλις από διετίας η
επί τούτω προσκληθείσα αυστριακή γεωδαιτική επιτροπή ασχολείται
περί την σύνταξιν της κτηματικής της Ελλάδος απογραφής. Η
επιτροπή εκείνη του Καποδιστρίου αν δεν έπραξεν άλλο τι,
τουλάχιστον υπελόγισεν ότι εκ του μακρού πολέμου και των δηώσεων
του Ιβραήμ η Πελοπόννησος είχεν απολέσει τα 9]10 της
καλλιεργουμένης επιφανείας αυτής.
Ο εξ Ήλιδος Ν. Πονηρόπουλος υπέβαλε τω Καποδιστρία σχέδιον
εξειργασμένον, καθ' ό αι μεν εν Ελλάδι οικογένειαι, μετά τον
πόλεμον, ανήρχοντο εις 159,000, ών μόνον αι 68,000 ήσαν
γεωργικαί, προς άς έδει να παραχωρηθώσιν ανά 100 στρέμματα γης
εθνικής προς 30 φράγκα κατά στρέμμα, εξ ών το δημόσιον έμελλε να
εισπράξη 204,000.000, φράγκων εντός τριάκοντα ετών επί τόκω 6
0)0, εξ ού η κυβέρνησις πλην της διά της καλλιεργείας αυξήσεως
του εγγείου φόρου των ιδιωτικών γαιών, ήθελεν έχει ετήσιον
εισόδημα εξ 20,400,000 φράγκων, αλλ' ο Κυβερνήτης απέναντι του
σχεδίου τούτου όπερ μεγάλως ήθελεν ωφελήσει το τότε πτωχόν
ελληνικόν Κρατίδιον, αντέταξεν, ως εκ των πολλών και παραλόγων
απαιτήσεων των Ελλήνων, απαιτούντων άμεσον την διανομήν των
εθνικών γαιών, σκληράν, τη αληθεία, την αδιαφορίαν, ήν μόνον
καθίστα ανεκτήν παρά τω λαώ η δι' επιτηδείων υποσχέσεων περί
μελλούσης διανομής υπεκφυγή αυτού ήτις προυκάλεσεν ου σμικράν
κατ' αυτού δυσαρέσκειαν.
Αλλ' ο Καποδίστριας, εις έν μόνον αποβλέπων, εις το να κυβερνήση
δικαίως και μετριοπαθώς, ουδαμώς ενέδιδεν εις την διανομήν των
εθνικών γαιών και μόνον κατά την διασαλπισθείσαν εκλογήν του
πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ήτις επέβαλεν αυτώ
δημοτικωτέραν πολιτικήν διά διαγγέλματος προσεκάλεσε την το
_Πανελλήνιον_ διαδεξαμένην _Γερουσίαν_ να ενεργήσωσιν από κοινού
τα της διανομής, ήτις εν παρόδω ειρήσθω, ουδέποτε εγένετο, ούτε
μετά τας εν Ύδρα και Μάνη στάσεις ότε είχε ρίψει επιτηδείως εις
το μέσον το ζήτημα της διανομής ήτις και αύθις μη γενομένη, ως
έδει, μεθ' όλους τους προεκδοθέντας νόμους: Ι', ΙΔ', ΛΖ', Λθ',
ΜΒ', ΜΓ, ΜΔ', επέφερεν, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, την
αθλιότητα ήτις καθ' όλον το μακρόν της του Όθωνος βασιλείας
διάστημα εταλαιπώρει το τάλαν έθνος και τας συνεπείας της οποίας
αισθάνεται μέχρι σήμερον το τε Κράτος και τα άτομα. Η διαγωγή
αύτη του Καποδιστρίου έβλαψεν αυτόν τε και την Ελλάδι, ως
παρατηρεί δε ολίγον υπερβολικώς ο Γερβίνος εν τη ιστορία του 19ου
αιώνος: «Ενώπιον της μεγίστης ταύτης αμελείας, πάντα τα υπέρ των
συμφερόντων της χώρας έργα του Κυβερνήτου, ουδέν άλλο εισίν ή
παιγνιώδεις διατριβαί μόνον οικτράς διοικητικής ανικανότητος».
Βραδύτερον (Μάρτιος 1830), ο Καποδίστριας εσκέφθη και αύθις περί
της μεταβολής του τρόπου της του φόρου καταβολής, διατάξας την
πληρωμήν αυτών εις χρήματα αντί του είδους 10 — 25 0)0 αναλόγως
της ποιότητος και ποσότητος των προϊόντων. Αλλ' η τοιαύτη
διάταξις του Κυβερνήτου μεγάλως εζημίου τους παραγωγούς
εμπεσόντας, προς καταβολήν των φόρων, εις χείρας αισχρών
τοκογλύφων, εφ' ώ και αύθις (1 Μαρτίου 1831) η φορολογία
επανήλθεν εις το πρώην καθεστώς, εις την εις είδος τουτέστι 10
0)0 μεν επί των ιδιοκτήτων, 25 0)0 δ' επί των εθνικών γαιών, αλλά
και αύθις νέα παρουσιάσθησαν παράπονα των παραγωγέων διά την
αυθαιρεσίαν των ενοικιαστών των φόρων και διά την νέαν διάταξιν,
καθ' ήν πας παραγωγεύς ώφειλε να φέρη δωρεάν εις πεντάωρον
απόστασιν τους τελουμένους υπ' αυτού φόρους, αι νέαι δ' αύται
διατάξεις μεγάλως εμείωσαν τας εκ του εγγείου φόρου εισπράξεις.
Επίσης προέβη και εις μεταρρύθμισιν των εμμέσων φορών δι' υψώσεως
των τελωνειακών δασμολογίων από 2 — 3 0)0, εις 6 μεν διά το
εξαγωγικόν τέλος, εις 10 0)0 δε διά το εισαγωγικόν, ούτως ώστε
κατά το 1830 απέφερον 1,200,000 φοινίκων. Βραδύτερον όμως ιδών
ότι διά της των τελών αυξήσεως ουδαμώς εγένετο αύξησις των
τελωνιακών εισπράξεων, ηύξησεν έτι μάλλον τον εισαγωγικόν φόρον
των ξένων εμπορευμάτων, και ούτω πλην του 10 0)0 επεβλήθη και
πρόσθετος φόρος 6 0)0 διά τα εις το εσωτερικόν της Ελλάδος
διαπεμπόμενα ξένα εμπορεύματα και βραδύτερον (θέρος του 1831)
ηύξησεν έτι μάλλον τα τελωνιακά τέλη διά μεν την εξαγωγήν εις 8
0)0, διά δε την εισαγωγήν εις 12 0)0.
Ίνα δε προλάβη και την λυμαινομένην το Κράτος κιβδηλίαν των
ποικίλων ειδών ξένων νομισμάτων, άπερ εκυκλοφόρουν εν Ελλάδι, ο
Καποδίστριας έθηκεν εις ενέργειαν το Ζ' ψήφισμα τις Δ' εν Άργει
Εθνικής Συνελεύσεως το την 31 Ιουλίου εκδοθέν, καθ' ό αναγκαίου
θεωρηθέντος του εθνικού νομίσματος, απεφασίσθη η ίδρυσις _Εθνικού
Νομισματοκοπείου_, κατά το υπό του Πανελληνίου καταστρωθέν
σχέδιον, όπερ ώριζε την τιμήν, τα σύμβολα και την επιγραφήν των
νομισμάτων. Και απεφασίσθη μεν η εκκοπή χρυσών, αργυρών και
χαλκίνων, αλλά μόνον εκ των δύο τελευταίων εκόπησαν εν τω εθνικώ
εν Αιγίνη νομισματοκοπείου, όπερ διηύθυνεν ο πατήρ του πρώην
υπουργού των Εξωτερικών Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, τη προτάσει
ακριβώς του οποίου εγένετο η εκκοπή των εθνικών νομισμάτων διότι,
εν όσω εκυκλοφόρει ο τουρκικός _Παράς_ εντός της Ελλάδος, ου
μόνον ήτο αδύνατον να υπάρξη και διατηρηθεί επί πολύ η κατ' αξίαν
διατίμησις των ευρωπαϊκών νομισμάτων, ήν είχε συντάξει ο
Κοντόσταυλος και ήτις εδημοσιεύθη ανά σύμπαν το Κράτος, αλλά και
η κυκλοφορία αυτού ήθελεν εξακολουθεί να παραλύη και το μικρόν
της Ελλάδος εμπόριον. Απεστάλη λοιπόν εις Μελίτην, ο άλλοτε
μεγαλέμπορος αυτόθι, εν τω μεγάρω του οποίου κατέλυσεν ο
Κυβερνήτης κατά την εκ Μελίτης διάβασιν αυτού, Κοντόσταυλος, προς
εξαγοράν νομισματοκοπτικής μηχανής και εξαργύρωσιν των 500
χιλιάδων φράγκων συναλλαγματικών πληρωτέων εις Λονδίνον των του
Τσάρου αποσταλεισών. Εκεί ο Κοντόσταυλος σχετισθείς μετά του
πρώτου γραμματέως της διοικήσεως _Σερ Φρέδερικ Χένκεϋ_ κατώρθωσεν
αντί ευτελούς ποσού εκατόν λιρών αγγλικών αγοράν του
νομισματοκοπείου του κατά το τέλος της παρελθούσης
εκατονταετηρίδας διαλυθέντος τάγματος των _ιπποτών της Μελίτης_.
Ο Κοντόσταυλος επέστρεψεν εις Αίγιναν συναποκομίζων και
νομισματοκοπτικάς μηχανάς, αλλά μόλις έφθασε και γνωσθέντος του
ευτελούς ποσού ανθ' ού ηγόρασεν αυτάς, αμέσως ήρξατο να
διαδίδηται ότι ουδαμώς θέλουσι δυνηθή δι' αυτών να κόψωσι
νομίσματα. Τέλος όμως ο Κοντόσταυλος κατώρθωσε, τη 28 Ιουλίου
1829 να πέμψη προς την εν Άργει εθνοσυνέλευσιν τα πρώτα
νεοελληνικά νομίσματα, ένα αργυρούν φοίνικα και χάλκινα
μονόλεπτα, πεντάλεπτα και δεκάλεπτα. Έκτοτε, ως είπομεν,
γενομένου δεκτού του τύπου των νομισμάτων, διετάχθη η εκκοπή
αυτών, υπό την επιστασίαν και επαγρύπνησιν του Κοντοσταύλου μέχρι
της 15 Σεπτεμβρίου 1829, αλλά βραδύτερον, άλλως της εσωτερικής
διοικήσεως της Ελλάδος οργανωθείσης, το Νομισματοκοπείον
προσέλαβεν ίδιον οργανισμόν συνενωθέν μετά της _Επιτροπής της
Οικονομίας_ (51).
Τα εκκοπέντα νομίσματα έφερον αφ' ενός μεν τα γράμματα· ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΠΟΛΙΤΕΙΑ και τα σύμβολα: το μυθολογικόν πτηνόν _φοίνικα_, όπερ
αναγεννάται εκ της τέφρας αυτού και όπερ αλληγορικώς εσήμαινε την
_αναγέννησιν_ της Ελλάδος, ως δηλοί και η κάτωθι αυτού
χρονολογία: α ω κ α'. Άνωθεν δε του φοίνικος _Σταυρόν_, το
σύμβολον της ιεράς επαναστατικής σημαίας, της _Εταιρίας των
Φιλικών_, και προς τα αριστερά μικρόν ύπερθεν της δεξιάς πτέρυγος
του φοίνικος την εκκλησιαστικήν παράστασιν της επιφοιτήσεως του
αγίου Πνεύματος, ως βλέπει τις εν τω εν τη προμετωπίδι του
παρόντος βιβλίου παρατεθέντι φοίνικι. Αφ' ετέρου δε τα γράμματα:
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ και το έτος της εκκοπής· εντός δε
συμπλέγματος κλάδου ελαίας και δάφνης κάτωθεν μεν προσδεδεμένου
διά ταινίας, άνωθεν δε ανοικτού, αναγράφεται η αξία του
νομίσματος. Και η μεν χρονολογία των χαλκίνων νομισμάτων άρχεται
από του 1829 και λήγει τω 1831, η δε του αργυρού φοίνικος έχοντος
μέγεθος φράγκου και διαιρουμένου ως εκείνο εις 100 λεπτά, ήτο
αμετάβλητος 1828, όπως σημαίνη το ευτυχές έτος της εις Ελλάδα
καθόδου του αναγεννήσαντος αυτήν Κυβερνήτου.
Δυστυχώς εν τη εκκοπή των φοινίκων δεν ελήφθη φροντίς όπως από
της μεταλλικής αξίας εκάστου αργυρού νομίσματος αφαιρώνται τα
έξοδα της εκτυπώσεως, ούτως ώστε η έκδοσις αυτών αντί να πλουτίση
το Κράτος, ως έδει, εζημίωσεν αυτό. Το τοιούτον εγέννησε μέγα
σκάνδαλον εν τω Κράτει, ο δε Κυβερνήτης ίνα προλάβη την αισχύνην
και την κακοπιστίαν των ενεργησάντων αυτό, εκάλυψε το πράγμα,
καίτοι η αναλαβούσα την εξεχνίασιν του δράστου επιτροπή της
Οικονομίας ήρξατο των ανακρίσεων αυτής. Έκτοτε δε το
νομισματοκοπείον της Αιγίνης, όπερ μέχρι προ ολίγων ετών έκειτο
εική εν τω προαυλίω του μεγάρου του Κυβερνήτου (_Σπίτι του
Μπαρμπαγιάννη_, ως λέγουσιν Αιγινήται), δεν έκοψε πλέον αργυρά
νομίσματα ειμή μόνον χαλκά, μονόλεπτα, πεντάλεπτα, δεκάλεπτα και
βραδύτερον εικοσάλεπτα εκ των κατά την επανάστασιν κατακτηθέντων
Τουρκικών τηλεβόλων. Κατά τινα έκθεσιν φοίνικες μεν εκόπησαν εν
συνόλω 12,000, αλλ' ως εκ του γενομένου, ως είπομεν, λάθους
κερδοσκόποι καρπωθέντες αυτούς απέσυραν της κυκλοφορίας· διότι
αναλύσαντες ως άργυρον ή εξήγαγον εις το εξωτερικόν, ούτως ώστε
εντός ελαχίστου χρόνου, ο φοίνιξ κατέστη ιδανικόν νόμισμα,
εκπροσωπούμενον εν τη αγορά διά των λεπτών, των χαλκίνων τουτέστι
νομισμάτων, εξ ών εντός ετών εκόπησαν 1,000,000 φοινίκων αξίας.
Ο Κυβερνήτης πριν ή επιτρέψη την ανά το Κράτος κυκλοφορίαν διά
διατάγματος αυτού εκδοθέντος κατά Ιανουάριον του 1830 υπεχρέου
τους οφειλέτας εις απόδοσιν της δανεισθείσης ονομαστικής
ποσότητος και εις πληρωμήν του χρέους διά του νομίσματος του
κυκλοφορούντος κατά την εποχήν της αποδόσεως του δανείου, ήτοι
δι' εθνικών νομισμάτων, φοινίκων και λεπτών αντί των τουρκικών
γροσιών και παράδων, οίτινες ήσαν εισέτι εν χρήσει προς
διευκόλυνσιν του εμπορίου μεταξύ της ελευθέρας και της δούλης
Ελλάδος. Βραδύτερον δε, κατ' Ιούλιον του 1831 εδημοσίευσε και
απαγόρευσιν της ανά την Ελλάδα κυκλοφορίας παντός ξένου
νομίσματος, ιδίως του τουρκικού και αυτών έτι των εν Ελλάδι
κοπέντων από του 1826 — 1828.
Τοιαύται ήσαν αι νομισματικαί μεταρρυθμίσεις του Κυβερνήτου και
τοιαύτα τινά έφερον αποτελέσματα, ώστε εντός ολίγου επεκράτησε
καθ' άπασαν την Ελλάδα, το ελληνικόν εθνικόν νόμισμα, πρώτον
τούτο της νέας Ελλάδος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Αστυνομικά. — Στρατιωτικός διοργανισμός, — Διαίρεσις του στρατού
εις χιλιαρχίας. — Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. — Προσωρινή
διοικητική της χώρας διαίρεσις. — Έκτακτοι επίτροποι. —
Δημογεροντίαι. — Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων — Σύστασις
στρατoδικείων. Σχολή των Ευελπίδων. — Ναυτικά. — Γεωργικά. —
Δημόσια καταστήματα. — Δικαστικά. — Εκπαιδευτικά.
Ο Καποδίστριας επιθυμών να εδραιώση και την σαλευομένην δημοσίαν
ασφάλειαν, _σύστημα αστυνομικόν_ αυστηρότατον κατά το τελειότερον
πρότυπον των ευρωπαϊκών, όπερ όμως διά των λίαν αυστηρών οργάνων
αυτού συλλαμβανόντων πάντα ύποπτον και μη φίλα φρονούντα τω
Κυβερνήτη, μεγάλην κατά του Κυβερνήτου εξήγειρε κατακραυγήν,
ιδίως δε μετά την εις τον ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του είτα
βασιλέως του Βελγίου αναγορευθέντος Λεοπόλδου πρίγκηπος του
Κοβούργου. Προς τούτοις δε επέβαλε και τα λεγόμενα _διαβατήρια_,
άπερ εν τοις μοναρχικοίς κράτεσιν ιδίως νυν εν Ρωσία και Τουρκία
ήσαν εν χρήσει προς εύκοπον σύλληψιν παντός δράστου εγκλήματος
τίνος οιουδήποτε. Κατά τας περί διαβατηρίων διατάξεις, ουδείς
ηδύνατο να εισέλθη εις το Ελληνικόν έδαφος, αν μη έφερε
διαβατήριον προσωπικόν καθ' όλους τους τύπους συντεταγμένον, αλλά
και ο φέρων πάλιν τοιούτον αλλοδαπός ώφειλε να δηλώση τη
αστυνομία τους λόγους της αφίξεως αυτού και να παράσχη εγγύησιν
ότι θα υπακούση εις τους νόμους του Κράτους και ότι ηδύνατο να
πορίζηται τα προς το ζην. Αν δε ταύτα πάντα εξετελούντο, τότε
εξεδίδετο _διαμονητήριον·_ ισχύον προσωπικώς μόνον διά τον προς
όν εξεδίδετο επί μίαν εβδομάδα ή μήνα ή έτος.
Η διάταξις αύτη όσον και αν φαίνεται ευθύς εξ αρχής απολυταρχική
όσον αν εκώλυσε την εις Ελλάδα κάθοδον ξένων, υπήρξε σωτηριώδης
διά την Ελλάδα, ήν ελυμαίνοντο τότε παντός είδους κακούργοι,
λησταί και άλλοι καθ' εκάστην παρέχοντες πράγματα τη δημοσία
ασφαλεία· επί τοσούτω δε διά του θεσμού τούτου επαγιώθη η τάξις
και η ασφάλεια, ώστε κατέστη παροιμιώδης:
«_Δεν έχω ανάγκην,_ έλεγεν αφελώς ο ποιμήν, _να φυλάττω εκ του
σύνεγγυς το ποίμνιόν μου, διότι υπό την ουράν της προβατίνας
είναι ο Μπαρμπαγιάννης_».
Ίνα δε ο Καποδίστριας μάθη εκ του σύνεγγυς τον τόπον, όν έμελλε
να κυβερνήση, περιήλθε διάφορα μέρη της Ελλάδος· ούτω μέχρις
Απριλίου, ότε προύκειτο να συγκληθή Εθνοσυνέλευσις, ο Κυβερνήτης
επεχείρησε διαφόρους αποδημίας. Επιβάς του Αγγλικού _Ουάρσπιτ_,
εφ' ού κατήλθεν εκ Μελίτης 11 Φεβρουαρίου 1828, συνοδευόμενος και
υπό του Γενικού γραμματέως και της γενικής Γραμματείας
επιβαινούσης επί της εκ Σπετσών γολέττας του Δ. Ορλώφ και
συνοδευόμενος και υπό των πλοίων των δύο άλλων ευεργετίδων
δυνάμεων, απέπλευσεν εις Πόρον προς σύνταξιν του ατάκτου τέως
στρατού εις _χιλιαρχίας_.
Κατά τον νέον οργανισμόν αυτού πάντα τα άτακτα στρατιωτικά σώματα
α') διηρέθησαν εις _χιλιαρχίας_, ών εκάστη συνεκροτείτο εκ 1100
ανδρών, ήγουν εξ ενός _χιλιάρχου_, δύο _πεντακοσιάρχων_
υποκειμένων τω χιλιάρχω, δέκα _εκατοντάρχων_ υποκειμένων ανά
πέντε τοις πεντακοσιάρχοις, είκοσι _πεντηκοντάρχων_ ανά δύο τοις
εκατοντάρχοις, τεσσαράκοντα _εικοσιπεντάρχων_ ανά δύο τοις
πεντηκοντάρχοις, ογδοήκοντα _δωδεκάρχων_ ανά δύο τοις
εικοσιπεντάρχοις, εκατόν εξήκοντα _πεντάρχων_ ανά δύο τοις
δωδεκάρχοις, οκτακοσίους _στρατιώτας_ ανά πέντε τοις πεντάρχοις,
ένα _υπασπιστήν_, ένα _γραμματέα_, ένα _ιερέα_, ένα _ιατρόν_, ένα
_ταμίαν_ και ένα _φροντιστήν_, δύο _σημαιοφόρους_ και δύο
_σαλπιγκτάς_ ή _τυμπανιστάς_, ανά ένα εκάστη πεντακοσιαρχία· β')
οι στρατιωτικοί ελάμβανον σιτηρέσιον και μηνιαίον μισθόν αναλόγως
της θέσεως αυτών, εξ ών το μεν σιτηρέσιον καθ' εκάστην, ο δε
μισθός εδίδετο κατά τριμηνίαν· γ') οι βαθμοί των πεντάρχων και
δεκάρχων εδίδοντο υπό του χιλιάρχου, οι δε ανώτεροι υπό της
κυβερνήσεως προτεινόμενοι υπό του αρχηγού της εκστρατείας· δ) ο
χιλίαρχος και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί ώφειλον να επιθεωρώσι τους
υπό την οδηγίαν αυτών στρατιώτας, καθ' εκάστην δ' εβδομάδα να
υποβάλλωσι κατάλογον των υπό την οδηγίαν αυτών ε') ουδενί
επετρέπετο να μεταβαίνη από χιλιαρχίας εις χιλιαρχίαν, ουδέ
εγένετο δεκτός άνευ εγγράφου αδείας του χιλιάρχου, ώ υπήγετο· ς)
ουδείς αξιωματικός ή στρατιώτης ηδύνατο να καταλείπη την τάξιν
άνευ εγγράφου αδείας του ιδίου αυτού αρχηγού· ζ') οι στρατιωτικοί
ώμνυον τον όρκον τόνδε:
«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω
και την υστερινήν σταλαγματιάν του αίματός μου υπερασπιζόμενος
εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν και την
ελευθερίαν της κοινής πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.
»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου
Κυβερνήτου και των αρχηγών, υπό την οδηγίαν των οποίων ήθελε με
διορίσει.