III. Ναυπήγησις Φρεγατών εν Αμερική. — Αποστολή Κοντοσταύλου (79).

Η Ελληνική κυβέρνησις διά διατάγματος της 12/24 Αυγούστου 1824

είχεν επιφορτίση τους εν Λονδίνω αντιπροσώπους αυτής να

προμηθευθώσιν ως τάχιστα 8 φρεγάτας 18 καννονίων εκάστην. Οι

αντιπρόσωποι έκριναν δικαίως ότι αι φρεγάται αύται ηδύναντο

εξαιρέτως να ευρεθώσιν εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις, και απετάθησαν

διά πληροφορίας προς τον κ. Βαγιάρδ, πρόεδρον του φιλελληνικού

κομιτάτου και διευθυντήν του γνωστοτάτου ναυπηγικού καταστήματος

Leroy, Bayard και Σα. Ο κ. Βαγιάρδ απήντησεν ότι φρεγάτα 50

καννονίων και 1500 τόννων, οίαι ήσαν αι των Ηνωμένων Πολιτειών, θα

εστοίχιζεν ακριβώς 247,500 δολλ. (1,237,500 φρ.) (80) και ότι ήτο

έτοιμος να εκτελέση τάχιστα τοιαύτην παραγγελίαν.

Συνεπεία της προσφοράς ταύτης οι αντιπρόσωποι της Ελλάδος και η εν

Λονδίνω τετραρχία έπεμψαν κατά Μάρτιον 1825 εις Νέαν Υόρκην τον

Γάλλον στρατηγόν Lallemand (81), όπως συνεννοηθή μετά των κ. κ.

Leroy Bavard και Σας. Ούτοι (82) ανέλαβον να κατασκευάσωσιν αντί

του προρρηθέντος ποσού εις διάστημα έξ μηνών δύο φρεγάτας 50

καννονίων, προσθέτοντες ότι εντός του αυτού χρόνου θα

κατεσκευάζοντο και έξ μικρότεραι φρεγάται, ούτως ώστε η παραγγελία

των 8 φρεγατών η δοθείσα υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως να εκτελεσθή

κατά γράμμα.

Αλλ' αντί να εκτελέσωσι τας υποσχέσεις ταύτας οι Αμερικανοί

ναυπηγοί περιωρίσθησαν μόνον εις την παραγγελίαν δύο φρεγατών και

εις την αποστολήν συναλλαγματικών εις Λονδίνον.

Εν τούτοις, οι εν Αγγλία αντιπρόσωποι της Ελλάδος βλέποντες τον

καιρόν παρερχόμενον, την αναχώρησιν των φρεγατών μη αναγγελλομένην

και τους κ. κ. Leroy, Bayard και Σαν μη δίδοντας σημεία ζωής,

έγραψαν προς τούτους διαπυνθανόμενοι, αλλά μόνην απάντησιν έλαβον

νέαν αίτησιν χρημάτων. _Είχον ήδη σταλή 155,000 λιρών_. Οι

αντιπρόσωποι τότε απελπίσαντες, έπεισαν τον εν Λονδίνω Χίον έμπορον

Α. Κοντόσταυλον, άνδρα γνωστόν διά τον πατριωτισμόν και την

τιμιότητα του, να μεταβή άκων εις Αμερικήν, όπως προσπαθήση να

επιτύχη δάνειον προς αποπεράτωσιν των δύο φρεγατών ή τουλάχιστον

όπως σώση την μίαν εξ αυτών θυσιάζων την άλλην (83).

Ο Κοντόσταυλος, αφικόμενος εις Νέαν Υόρκην κατ' Απρίλιον του 1826,

ευρέθη προ καταστάσεως έτι χείρονος της προσδοκωμένης. Αι μεν

φρεγάται πολύ απείχον του να ώσιν αποπερατωμέναι, οι δε

κατασκευασταί εζήτουν διά την αποπεράτωσιν της μιας μόνον εξ αυτών

και διά διαφόρους άλλας απαιτήσεις 396,090 δολλ. (84) Εν

περιπτώσει δε μη πληρωμής ηπείλουν ότι θα επώλουν τας ημιτελείς

φρεγάτας εις δημοπρασίαν (85). Δοθέντος δε ότι κατά την εποχήν

εκείνην μία φρεγάτα και εν δίκροτον, παραγγελθέντα υπό της

Κολομβίας και της Σουηδίας και πωληθέντα εις δημοπρασίαν, είχον

εκποιηθή εις ευτελεστάτας τιμάς (προς 70,000 και 32,200 δολλ.),

υπήρχε πάσα πιθανότης ότι η πώλησις των Ελληνικών πλοίων θα

κατέληγεν εις παρομοίαν συμφοράν.

Τότε ο Κοντόσταυλος άπελπις, ατελώς γνωρίζων την γλώσσαν της χώρας

εν η ευρίσκετο, άγνωστος εν μέσω εμπορικού κόσμου εχθρικώς

διακειμένου προς αυτόν, εκτεθειμένος εις μυρίας διαβολάς (86),

έλαβε την ευτυχή ιδέαν να μεταβή εις Ουασιγκτώνα και απευθυνθή εις

την Αμερικανικήν κυβέρνησιν. Διά δε του καλού καγαθού κ. Edward

Everett (87), μέλους του Κογκρέσσου, κατώρθωσε να παρουσιασθή εις

τον πρόεδρον των Ηνωμένων Πολιτειών Adams και ν' αποκαλύψη εις

αυτόν και εις τους υπουργούς του τα συμβάντα. Εν μέσω του

ανεπτυγμένου και φιλελληνικού κύκλου της Ουασιγκτώνος, ο Χίος

έμπορος εύρε τέλος συμπαθές ακροατήριον (88). Το τε εκτελεστικόν

και το νομοθετικόν σώμα τοσούτον εσκανδαλίσθησαν μανθάνοντα τα εν

Νέα Υόρκη διαπραττόμενα, ώστε δεν εδίστασαν να παραβώσι τας αρχάς

της ουδετερότητος ερχόμενα επίκουρα τη Ελλάδι. Δώδεκα ημέρας μετά

την άφιξιν του Κοντοσταύλου εις την πρωτεύουσαν, αι δύο Βουλαί

εψήφιζον την αγοράν του ετέρου των ελληνικών πλοίων, επιτρέπουσαι

ούτως εις το άλλο να περατωθή και να εκπλεύση (89).

Αλλ' η υπόθεσις δεν έληξεν ενταύθα. Η Αμερικανική κυβέρνησις, άλλως

τε πολύ δικαίως, έδιδε διά την μίαν των φρεγατών μόνον 250,000

δολλ., αι δε απαιτήσεις των κατασκευαστών ανήρχοντο, ως είδομεν,

εις 396,000 δολλ. (90). Συνεπώς και αυτής της μιας φρεγάτας ο

απόπλους καθίστατο αδύνατος. Προ τοιαύτης καταστάσεως ο

Κοντόσταυλος, πολύ φρονίμως και επιτηδείως πολιτευόμενος, έπεισε

πρώτον την κυβέρνησιν να μη προβή εις την αγοράν της μιας φρεγάτας,

εάν το αντίτιμον αυτής δεν ήρκει όπως περατωθή, και αποπλεύση η

άλλη, προς λύσιν δε των μετά των κατασκευαστών διαφορών προσέδραμεν

εις αιρετοκρισίαν.

Αλλ' οι αιρετοκρίται, αντί να καταδικάσωσι τους κατασκευαστάς διά

την ασύγγνωστον αυτών διαγωγήν (91), την πρόδηλον απάτην ην

μετεχειρίσθησαν, όπως πείσωσι τους Έλληνας αντιπροσώπους ν'

αναθέσωσιν αυτοίς την κατασκευήν των πλοίων, και τον τρόπον δι' ου

παρεβίασαν την μίαν μετά την άλλην όλας αυτών τας υποχρεώσεις,

περιωρίσθησαν να υποβιβάσωσι τας απαιτήσεις των κατασκευαστών από

396,090 εις 156,856 δολλ. Δικαίως άρα ο δικηγόρος της Ελλάδος

Henry. D. Sedgwick είπεν εις τον πρόεδρον των αιρετοκριτών Jonas

Pratt· «Κύριε, επράξατε παν ό,τι ηδύνασθε ίνα καταστρέψητε έν έθνος

(την Ελλάδα) και ατιμάσητε έν άλλο (την Αμερικήν)» (92).

Οπωσδήποτε δ' όμως η απόφασις αύτη, κατά τα άλλα άδικος και

επιζήμιος, έλυσε τουλάχιστον άκρως πολύπλοκον ζήτημα και επέτρεψεν

εις το έθνος ν' απoκτήση έν τουλάχιστον νέον πλοίον. Πράγματι η

φρεγάτα, _Ελλάς_ επονομασθείσα, ηδυνήθη ν' αποπλεύση εξ Αμερικής

και μετά πεντηκονθήμερον πλουν αφίκετο κατά Νοέμβριον του 1826 εις

Ναύπλιον.

Το ευτυχές τούτο γεγονός, οφειλόμενον αποκλειστικώς εις τον ζήλον

και την ευθυκρισίαν του Κοντοσταύλου, όστις και την ζωήν του αυτήν

ερριψοκινδύνευσε κατά την επιστροφήν (93), εχαιρέτισε καταλλήλως

η εν Αιγίνη Διοικητική Επιτροπή, επισήμως εκφράσασα εις τον

Αλέξανδρον Κοντόσταυλον την ζωηράν ευγνωμοσύνην και τας εγκαρδίους

ευχαριστίας του Ελληνικού έθνους (94). Είναι δ' όμως λυπηρόν να

προσθέση τις, ότι πριν παρέλθωσιν ολίγα έτη, όχι μόνον πάσαι αι

προς την πατρίδα υπηρεσίαι του ευγενούς Χίου (95) είχον

λησμονηθή, αλλά και ούτος είδε δηλητηριαζόμενον τον υπόλοιπον βίον

του διά κακοβούλων νύξεων και παντοίων διαβολών (96).

_Παρ. Γ'. Χρήματα περιελθόντα εις χείρας Ελληνικάς._

Εις το κεφάλαιον τούτο ανάγονται:

182,400 Λ. σταλείσαι απ' ευθείας εις την Ελληνικήν κυβέρνησιν.

13,108 Λ. » εις Ελλάδα διά του Γόρδωνος,

3,350 Λ. σταλείσαι διά του Γεροστάθη προς βοήθειαν του

Μεσολογγίου,

33,700 Λ. χρησιμεύσασαι εις πληρωμήν συναλλαγματικών της Ελληνικής

κυβερνήσεως (97).

Διέφυγε λοιπόν τους όνυχας των Άγγλων και Αμερικανών κερδοσκόπων εκ

συνόλου 1,150,800 Λ., ποσόν 232,558, δηλαδή ποσόν μικρότερον των

308,000 Λ. του πρώτου δανείου (98). Ένθα αποδεικνύεται και πάλιν

η μεταξύ του φιλελληνικού κομιτάτου του αναλαβόντος την διαχείρισιν

του πρώτου δανείου και της μετέπειτα τετραρχίας διαφορά. Δυστυχώς

όμως η εν Ελλάδι γενομένη χρήσις και των χρημάτων του δανείου του

1824 και των απομειναρίων του δανείου του 1825 υπήρξεν η αυτή.

Περιεγράψαμεν ήδη μετά της προς αμαρτήσαντας ήρωας οφειλομένης

ευλαβείας την χρήσιν των πρώτων 308,000 Λ. (99)· είναι περιττόν δε

να επαναλάβωμεν την αυτήν περιγραφήν διά τας άλλας 230,000. Διά να

εννοήση τις όμως οποία υπήρξεν η ευθύνη των ανδρών ους αινιττόμεθα,

αρκεί να είπωμεν ότι εκ των περισωθέντων πέντε εκατομμυρίων φράγκων

η ιδιοτέλεια και τα εμφύλια πάθη δεν αφήκαν ούτε λεπτόν διά το

Μεσολόγγιον, και ότι, ότε επήλθε τέλος η ανυπέρβλητος ανάγκη να

δοθή ποιά τις βοήθεια εις την ηρωικήν εκείνην πόλιν, εδέησεν,

ουδενός των λογάδων εμπνέοντος εμπιστοσύνην, να διαβιβασθώσι τα εν

Λονδίνω υπολειπόμενα ψιχία του πλουσίου δείπνου (3,350 Λ.) δι'

απλού αστού, του εν Κερκύρα ιδιωτεύοντος Γεροστάθη.

Συνοψίζοντες νυν τας τρεις παραγράφους, εις ας διηρέσαμεν την

χρήσιν του β' δανείου, ευρίσκομεν ότι αύται αποτελούσι σύνολον

1,121,778 Λ. (00 1) Είδομεν αφ' ετέρου ότι οι επίτροποι έσχον εις

την διάθεσιν αυτών ολικόν ποσόν 1,150,800 Λ.· μένει λοιπόν

υπόλοιπον 29,022 Λ. Ποία χρήσις εγένετο του ποσού τούτου;

Πρώτον δι' αυτού εκαλύφθησαν τα έξοδα ταξειδίου και τριετούς εν

Ευρώπη διαμονής των διαφόρου επιτρόπων, ήτοι 11,600 Λ.

Δεύτερον επληρώθησαν διάφορα μεγάλα (101) και μικρά έξοδα (102)

και εκαλύφθησαν μερικαί ζημίαι (103).

Τρίτον έμεινεν υπόλοιπον εις χείρας των πληρεξουσίων Ορλάνδου και

Λουριώτη. Η εξακρίβωσις του υπολοίπου τούτου έδωκε μεν κατ' αρχάς

αφορμήν εις πλείστας λογομαχίας μεταξύ των δύο πληρεξουσίων και του

μετέπειτα διορισθέντος τοιούτου Σπανιολάκη, κατέληξε δε βραδύτερον

εις μακροτάτην δίκην, ήτις περιέπλεξεν εις βαθμόν απίστευτον την

υπόθεσιν, και ης η εξέτασις διαφεύγει εντελώς τον κύκλον της

παρούσης μελέτης (104).

Ανασκοπούντες νυν τα κατά το δεύτερον δάνειον δυνάμεθα να είπωμεν:

α'. Ότι ένεκα της κακής πίστεως των εν Λονδίνω τραπεζιτών και της

απειρίας ή της ακηδίας των Ελλήνων πληρεξουσίων μεγάλα ποσά, άτινα

έπρεπε να σταλώσι κατεπειγόντως εις Ελλάδα, έμειναν εν Αγγλία,

χρησιμεύσαντα μόνον εις το να προμηθεύσωσιν εις τους κ. κ.

Ρικάρδους και συντροφίαν μεσιτικά και μέσον απαλλαγής εις καλήν

τιμήν των ελληνικών ομολογιών, ας ούτοι είχον.

β'. Ότι τα σπουδαία ποσά, τα αφιερωθέντα εις συγκρότησιν αξιομάχου

στόλου, εδαπανήθησαν ματαίως, καθ' ότι και αυτά τα περατωθέντα

πλοία αφίκοντο ότε ήτο πλέον αργά.

γ'. Ότι ένεκα των τυφλών παθών των εν Ελλάδι τα πρώτα φερόντων, και

αυτά τα λείψανα των δανείων καταναλώθηκαν εις εμφυλίους και όχι εις

εθνικούς αγώνας (105).

Καταλήγων δε τις εις τοιαύτα συμπεράσματα αγανακτεί έτι μάλλον

αναλογιζόμενος οποίοι ήσαν τότε οι κίνδυνοι, ους διέτρεχε το έθνος,

και οποία υπήρξεν η χρήσις τοσούτων εκατομμυρίων.

Πρόχειρον δ' επιβεβαίωσιν τούτου παρουσιάζουσι και τα μέσα, εις ά

ηναγκάσθη ταχέως να προσδράμη η προσωρινή κυβέρνησις προς διάσωσιν

του Μεσολογγίου:

Τη 24η Δεκεμβρίου 1825, απεφάσιζε την έκδοσιν νέου δανείου ενός

εκατομμυρίου διστήλων Ισπανικών. «Το δάνειον τούτο, έλεγεν η

προκήρυξις (106), ν' ασφαλισθή με την εγγύησιν του έθνους, δηλαδή

με την υποθήκην παντός είδους εθνικών κτημάτων εις οποιονδήποτε

μέρος της ελληνικής επικρατείας. — Το δάνειον να γίνηται κατ'

αναλογίαν των εν ταις επαρχίαις εθνικών κτημάτων και εκάστη

συνδρομή (Souscription) να μη υπερβαίνη τα 100,000 τάλληρα. — Η

υποθήκη να γίνηται, εις έκαστον ωρισμένον μέρος, διά δημοσίου

κηρύγματος εις τον προσφέροντα τα περισσότερα. — Η διάρκεια του

δανείου ορίζεται εις έξ έτη, μετά τα οποία η διοίκησις χρεωστεί να

πληρώση το κεφάλαιον και τόκον 8%, ειδέ μη να δίδη εις τον

δανειστήν την εντελή κυριότητα. — Η καταβολή του δανείου να γίνηται

το ήμισυ εις μετρητά, το δε άλλο ήμισυ εις εθνικάς ομολογίας ή εις

οποιασδήποτε διαταγάς πληρωτέας από το ταμείον. — Ο δανειστής να

καρπούται το υποθηκευμένον κτήμα, οφείλων μόνον ως πας ιδιοκτήτης

να πληρώνη εις το δημόσιον την δεκάτην».

Του ιδιορρύθμου τούτου δανείου, αξίου δημοσιονομικού μουσείου,

αποτυχόντος, ως ην επόμενον (107), η εν Επιδαύρω Εθνική

Συνέλευσις έστρεψε τα βλέμματα αυτής προς τας Ιονίους νήσους, και

τη 7η Απριλίου 1826 ανέθηκεν (108) εις τους κ. κ. Δ. Ρώμαν, Π. Δ.

Στεφάνου και Κ. Δραγώναν την εξεύρεσιν εν Επτανήσω δανείου 100,000

ταλλήρων ισπανικών, προς βοήθειαν του Μεσολογγίου και κινητοποίησιν

του στόλου (109). Δυστυχώς η κατάστασις ήτο τοιαύτη, ώστε παρ'

όλην την ελευθερίαν, ήτις εδίδετο εις τους πληρεξουσίους (110),

οι πράγματι φιλοπάτριδες εκείνοι άνδρες (111) ουδέν ηδυνήθησαν να

πράξωσι και πεσόντος του Μεσολογγίου ανεφάνησαν έτι φαεινότερον τα

οικτρά αποτελέσματα της διαχειρίσεως των Αγγλικών δανείων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

Διαρρύθμισις των Δανείων της Ανεξαρτησίας.

Η διασπάθησις των δανείων της ανεξαρτησίας επόμενον ήτο να φέρη συν

τοις άλλοις και την αναστολήν της υπηρεσίας αυτών. Η αναστολή αύτη

παρετάθη επί εξήκοντα και πλέον έτη, καθ' όλον όμως το μακρόν τούτο

διάστημα ουδέποτε η Ελλάς ηρνήθη, ως συχνάκις ελέχθη, τας

υποχρεώσεις αυτής. Η Ελλάς απ' εναντίας επεζήτησεν επανειλημμένως

να κανονίση τα του χρέους τούτου, ερχομένη εις συμβιβασμόν. Ως προς

δε την απότισιν του ονοματικού κεφαλαίου, ουδ' αυτοί οι

απαιτητικώτεροι των δανειστών ηξίουν αυτήν, αναλογιζόμενοι και τους

ασθενείς πόρους του κράτους και την ελαχίστην ωφέλειαν, ην ηρύσθη

τούτο εκ των δανείων, και κυρίως ότι η ελευθερωθείσα Ελλάς, καθ' ό

άλλη ή η συνάψασα τα δάνεια, είχεν ίσως το δικαίωμα ν' απαρνηθή

μέρος των υποχρεώσεων των κυβερνήσεων της επαναστάσεως, ή και

απάσας.

Το τελευταίον τούτο απαιτεί τινας εξηγήσεις:

Τα δάνεια συνήφθησαν αρχικώς υπό συνελεύσεων, εν αις

αντεπροσωπεύοντο πολλαί επαρχίαι, συμμετασχούσαι της επαναστάσεως,

αλλά μη ευτυχήσασαι ν' αποτινάξωσι τον ξένον ζυγόν (112). Ηρωτάτο

άρα αν ήτο δίκαιον ν' αποτίση το Ελληνικόν Βασίλειον τα χρέη

επαρχιών εισέτι Τουρκικών, και αν οι δανεισταί του 1824 και 1825

δεν έπρεπε να θεωρηθώσιν ως κερδοσκόποι εν μέρει μόνον επιτυχόντες.

Πολλοί των ημετέρων προέβαλον το επιχείρημα τούτο (113) και εάν

μεν νομικώς είχον άδικον (114), πρακτικώς όμως αι αξιώσεις αυτών

ήτο δύσκολον να παραγνωρισθώσιν (115).

Αλλά το ζήτημα παρουσιάζετο και άλλως. Ηδύνατό τις να ερωτήση ουχί

αν υπήρχε μονομερής, αλλ' αν υπήρχεν οιαδήποτε υποχρέωσις εκ μέρους

του Ελληνικού κράτους προς τους δανειστάς του 1824 και 1825.

Πράγματι προκύπτει το ερώτημα: αν δάνεια, συναφθέντα υπό

επαναστατικής κυβερνήσεως μη ανεγνωρισμένης υπό ξένων κρατών,

δύνανται να υποχρεώσωσι κράτος, όπερ συνεστάθη έτη τινά βραδύτερον.

Το ζήτημα γίνεται αμέσως γενικώτερον, η δε λύσις αυτού, καθ' ημάς

τουλάχιστον, εύρηται εν τω εξής τύπω (formule), ον δίδει ο κ.

Πολίτης, εν τω περισπουδάστω αυτού έργω, _Τα δάνεια των κρατών κατά

το διεθνές δίκαιον_ (116): «Ότε μία κυβέρνησις, νόμω ή βία,

εγκαθίσταται εν τη αρχή, και γίνεται δεκτή ή τουλάχιστον ανεκτή υπό

του έθνους, αντιπροσωπεύει την χώραν και υποχρεοί αυτήν διά των

πράξεων, ας συνάπτει εν ονόματί της, αδιάφορον αν η κυβέρνησις αύτη

είναι ή ου ανεγνωρισμένη διπλωματικώς υπό των άλλων Δυνάμεων».

Κατά την λύσιν ταύτην, ην θεωρούμεν oρθήν, αι πράξεις των

κυβερνήσεων της επαναστάσεως εδέσμευον τω ελευθερωθέν ελληνικόν

κράτος. Η δε λύσις αύτη επιβάλλεται τοσούτω μάλλον ενταύθα, καθ'

όσον υπάρχει και λόγος ηθικός προφανής (117) επιρρωννύων τους

νομικούς συλλογισμούς του κ. Πολίτου. Ουχ ήττον όμως το πράγμα

μένει αμφισβητήσιμον (118), είναι δε μεγάλη τιμή διά την Ελλάδα,

ότι ουδέποτε εξεμεταλλεύθη τας επί του ζητήματος τούτου αμφιβολίας,

διά ν' αποκλείση τους δανειστάς αυτής.

Τουναντίον μάλιστα αρχήθεν αι Ελληνικαί κυβερνήσεις, αναγνωρίζουσαι

επισήμως τας υποχρεώσεις των, επεζήτησαν παντί σθένει

ικανοποιητικόν δι' αμφότερα τα μέρη συμβιβασμόν.

Ούτως από της 8 Απριλίου 1827, η εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευσις

εψήφισε την σύναψιν δανείου πέντε εκατομμυρίων διστήλων

_πραγματικών_, ου η διαπραγμάτευσις ανετίθετο εις τον Κυβερνήτην.

Το δε ψήφισμα δηλοί ρητώς, ότι το δάνειον τούτο θέλει συναφθή άνευ

ζημίας των δύο προηγουμένων δανείων και θέλει μάλιστα συντελέση εις

πληρωμήν των τόκων αυτών. Ολίγω βραδύτερον η εν Άργει Δ' Εθνική

Συνέλευσις εθέσπιζε τη 26 Ιουλίου 1829, «Ότι η Κυβέρνησις θέλει

ασχοληθή όσον το συντομώτερον εις το εξωτερικόν χρέος, έχουσα υπ'

όψιν το παρουσιασθέν σχέδιον περί αυτού του αντικειμένου. Βαίνουσα

εις την δικαιοσύνην και την επιείκειαν θέλει προχωρήση εις

συμβάσεις μεθ' όσων έχουσιν αποδεικτικά των δανείων του 1824 και

1825, προσπαθούσα να τελειώση αυτήν την διαπραγμάτευσιν διά να

λυτρωθώσιν εντίμως και το έθνος από το γενικόν χρέος του, και τα

εθνικά κτήματα από του να είναι εις υποθήκην αυτού του

χρέους (119)».

Το δε σχέδιον, ό αινίσσεται το ψήφισμα, έχει ως εξής:

Το Πανελλήνιον είχεν αναθέση εις επιτροπήν, συγκειμένην από τον

Ζωγράφον, τον Παπαδόπουλον και τον Κοντουμάν, την εξέτασιν της

καταστάσεως των δανείων και την εξεύρεσιν σχεδίου προς απόσβεσιν

αυτών.

Η επιτροπή εκείνη υπέβαλε την σχετικήν έκθεσιν τη 2 Απριλίου 1829.

Εν τη εκθέσει ταύτη, μετά πλήρη ανάλυσιν της τότε καταστάσεως των

χρεών, η επιτροπή εξετάζουσα το _μέγα πρόβλημα της αποσβέσεως_

παρατηρεί ότι, ενώ αφ' ενός η προ 6 - 7 ετών επανάληψις της

υπηρεσίας των δανείων είναι αδύνατος, αφ' ετέρου, εφ' όσον δεν

εκτελείται η πληρωμή των τόκων, και η πίστις της Ελλάδος θέλει

ελαττωθή και το χρέος αυτής γίνεται βαρύτερον.

Όθεν η εξεύρεσις συνδυασμού τινος επεβάλλετο. Πολλά δε σχέδια είχον

προταθή. Εκ τούτων το σπουδαιότερον συνίστατο α') εις το να

εξαγορασθή ικανή ποσότης του χρέους προς 20% περίπου· β') εις το να

κηρυχθή το έν τρίτον του υπολοίπου χρέους _μόνιμον_ (120) με τόκον

5%, τα δε άλλα δύο τρίτα να εξοφληθώσι χωρίς τόκον και διά

κληρώσεως, εις διάστημα 50 - 100 ετών, κατά το περί αναβαλλομένων

χρεών σύστημα της Ολλανδίας.

Επί τούτοις η επιτροπή παρατηρεί ορθώς, ότι άνευ νέου δανείου δεν

θα είναι δυνατή η εξαγορά ικανής ποσότητος μετοχών, εάν δε το νέον

δάνειον συναφθή, αι ομολογίαι των προηγουμένων δανείων θα τιμώνται

περισσότερον των 20% της αρχικής αξίας.

Ως προς το β' μέρος του σχεδίου, η επιτροπή νομίζει ότι τούτο δεν

πρέπει να ληφθή υπ' όψιν, διότι, πλην του ότι δι' αυτού αθετούνται

αι υποσχέσεις της Ελλάδος, το σχέδιον τούτο δεν θα γίνη δεκτόν υπό

των δανειστών. Εις αντικατάστασιν του απορριπτομένου η επιτροπή

προτείνει νέον σύστημα αρκετά περίεργον: ήτοι αφ' ενός μεν να γίνη

μετά των δανειστών συμβιβασμός, δι' ου η κυβέρνησις θα τοις πληρώνη

2% του _πραγματικού κεφαλαίου_, αφ' ετέρου δε να δανεισθή η

Ελληνική κυβέρνησις προς 5% 444,960 Λ., ας να δανείση εις διαφόρους

κοινότητας, επαρχίας και ευυπολήπτους κτηματικούς προς 8%.

Δανείζουσα δε εις τόκον ανώτερον εκείνου, εφ' ώ εδανείσθη, η

κυβέρνησις θα έχη καθαρόν ετήσιον εισόδημα 35,596 Λ., δι' ων θα

δύναται να πληρώνη τον συμβατικόν τόκον των 2% (ήτοι 25,052) και να

εξαγοράζη εν τη αγορά ποσόν ομολογιών, όπερ θα βαίνη αυξανόμενον

εφ' όσον διά του χρεωλυσίου το διά τους τόκους απαιτούμενον ποσόν

θα βαίνη ελαττούμενον. Κατά μακροσκελείς και λεπτομερείς

υπολογισμούς, τα δάνεια της επαναστάσεως θ' απεσβέννυντο

τοιουτοτρόπως εντός 42 ετών.

Καθ' όσον αφορά δε εις την απόσβεσιν του νέου δανείου, η επιτροπή

ολίγον εμερίμνα, ούσα πεπεισμένη ό,τι ως εκ των αδιακόπως

αυξανομένων προσόδων του δημοσίου ταμείου, αύτη θα ήτο λίαν

εύκολος.

Τοιούτον σχέδιον δεν χρήζει καν ανασκευής, παρατίθεται δ' ενταύθα

απλώς χάριν αρχαιολογικής περιεργίας (121). Μετ' ολίγον χρόνον

όμως προετείνετο σχέδιον πολύ σοβαρώτερον, το της αποσβέσεως των

δανείων της ανεξαρτησίας διά παραχωρήσεως εις τους δανειστάς μέρους

των εθνικών κτημάτων της Γαστούνης (122). Τοιαύτη δε λύσις, ην

παρεδέχθη κατ' αρχήν και η εν Προνοία _κατ' επανάληψιν_ δ' εθνική

συνέλευσις (123), ήθελεν είναι η ευτυχεστέρα πασών, καθ' όσον αι

μεν εθνικαί γαίαι ήσαν τότε τόσον άφθονοι, ώστε ο συμβιβασμός δεν

θα εστοίχιζε σχεδόν τίποτε εις την Ελλάδα, η δε ενδεχομένη άφιξις

ολίγων ξένων γεωργών θα ήτο υπό πάσαν έποψιν ευεργετική διά την

χώραν. Δυστυχώς αι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις, αίτινες είχον

αποφασίση, ουχί άνευ δισταγμών, να εγγυηθώσι το δάνειον των 60

εκατ., του οποίου η υπηρεσία έπρεπε να γίνηται διά των πρώτων

εισοδημάτων του Ελληνικού κράτους, και αίτινες δεν ήθελον να

ελαττωθώσι ποσώς τα εισοδήματα ταύτα, εδήλωσαν επισήμως τη

εθνοσυνελεύσει, ότι προ της αφίξεως των αντιβασιλέων _ουδεμία

πώλησις των εθνικών γαιών έπρεπε να γίνη, ουδ' ώφειλε να γίνη

δεκτόν ουδέν μέτρον δυνάμενον να γεννήση οικονομικάς δυσχερείας εις

το νέον κράτος_ (124).

Υπ' αναλόγων σκέψεων φερομένη η αντιβασιλεία δεν έσπευσε να έλθη

εις τον μόνον δυνατόν συμβιβασμόν τον διά παραχωρήσεως εθνικών

γαιών, ολίγα δε έτη αργότερον πας συμβιβασμός κατέστη αδύνατος.

Διότι αφ' ενός μεν οι προϋπολογισμοί ήσαν τόσον ισχνοί, ώστε

αύξησις έστω και ενός εκατομμυρίου κατ' έτος αντεστοίχει προς

αύξησιν περίπου 8%. Επί πλέον δε και κυρίως η αναγνώρισις των χρεών

της επαναστάσεως θα συνεπέφερεν άλλα βάρη, προϋποθέτουσα την

επανάληψιν της εν τω μεταξύ διακοπείσης υπηρεσίας του δανείου των

60 εκατομμυρίων, περί ου εκτενής μετέπειτα θα γίνη λόγος.

Η κατάστασις αύτη παρετάθη κατ' ανάγκην καθ' όλην την βασιλείαν του

Όθωνος· εν τούτοις όμως ο κανονισμός των χρεών της επαναστάσεως

καθίστατο οσημέραι μάλλον απαραίτητος, και τούτο διά πολλούς

λόγους, (125) ων οι κυριώτεροι είναι οι εξής:

α') Τα δάνεια της επαναστάσεως συναφθέντα υπό κυβερνήσεων, των

οποίων αι πράξεις υπό νομικήν έποψιν εδέσμευον ημάς, είχον

οπωσδήποτε χρησιμεύση εις την αποκατάστασιν της εθνικής ημών

ανεξαρτησίας και η συνομολόγησις αυτών ωφείλετο εν πολλοίς εις το

τότε εν Ευρώπη κρατούν φιλελληνικόν πνεύμα. Η μη αναγνώρισις των

δανείων τούτων ήτο συνεπώς κηλίς (126), την οποίαν ωφείλομεν

τοσούτω μάλλον ν' αποσβέσωμεν, καθόσον η παράτασις της καταστάσεως

προεκάλει, ή εδικαιολόγει, μυρίας κατά του ημετέρου έθνους

μεμψιμοιρίας και συκοφαντίας (127).

Εκτός των _ηθικών_ τούτων λόγων υπήρχον υπέρ του συμβιβασμού και

λόγοι _υλικοί_.

Η πρώτη ημών χρεοκοπία, αποκλείουσα την Ελλάδα από των

χρηματιστηρίων της Δύσεως, εστέρει το αρτιπαγές κράτος της

χρησιμωτέρας των αρωγών, της πίστεως (128). Και τω όντι, άνευ

ξένων χρημάτων, ούτε δημόσια έργα δύνανται να γίνωσιν, ούτε αι

συγκοινωνίαι να βελτιωθώσιν, ούτε τράπεζαι να δημιουργηθώσιν, ούτε

αυταί αι ιδιωτικαί επιχειρήσεις να προοδεύσωσιν. Προς τούτοις άνευ

δανείου είναι αδύνατον χώρα τις να παρασκευαστή ναυτικώς και

στρατιωτικώς.

Την σήμερον, πολλοί, βλέποντες πού κατέληξεν η χρήσις ή μάλλον η

κατάχρησις των δημοσίων δανείων, μακαρίζουσι την εποχήν, καθ' ην

τοιαύτα δάνεια δεν ηδύναντο να συναφθώσιν. Άλλη δ' όμως, και πολύ

δικαίως, ήτο η αντίληψις των ανδρών της εποχής εκείνης, μη

δυναμένων μήτε κοινωφελή έργα να επιχειρήσωσιν, μήτε αιφνιδίους

ανάγκας ν' αντιμετωπίσωσιν. Τούτ' ακριβώς εγένετο καταφανές κατά

την μεγάλην επανάστασιν της Κρήτης, ότε το κράτος επιέζετο δεινώς

και υπό της ανάγκης του συντηρείν τους εδώ καταφυγόντας Κρήτας και

υπό του φόβου τουρκικής επιθέσεως.

Προς τούτοις οι καθ' έξιν μακαρίζοντες τα παρελθόντα, αληθείς

laudatores temporis acti, σφάλλονται νομίζοντες ότι τότε το

Ελληνικόν κράτος δεν ηδύνατο να συνάψη δάνεια. Η αλήθεια είναι ότι

δεν ηδύνατο μόνον να συνάψη δάνεια εν Ευρώπη. Ο περιορισμός δ'

ούτος του κύκλου της πιστωτικής αγοράς, αντί να εμποδίση την

σύναψιν δανείων, καθίστα απλώς ταύτα επαχθέστερα. Τούτο μαρτυρεί

και η μακρά σειρά των εσωτερικών και βαρέων δανείων, των

συναφθέντων από του 1863 μέχρι του 1878. Πολλοί δε των ημετέρων

αναγνωστών θα ενθυμώνται ότι μεταξύ των επιχειρημάτων των φερομένων

τότε υπέρ εξωτερικού δανείου ήτο, ότι τοιούτον δάνειον,

συναπτόμενον εν ευρυτέρα αγορά, θα επέτρεπε την μετατροπήν των

επαχθών εσωτερικών χρεών.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, απορεί τις βλέπων, ότι ο συμβιβασμός

ανεβλήθη επί μακρόν. Αλλά και η αναβολή αύτη εξηγείται πολλαπλώς.

Πρώτον διότι μέχρι της μεταπολιτεύσεως τοιούτος συμβιβασμός ήτο, ως

είδομεν, πράγμα αδύνατον· από του 1863 η εύρεσις λύσεώς τινος

εφαίνετο τη αληθεία ευχερεστέρα, και διότι επήλθεν οριστικός

συμβιβασμός διά το δάνειον των τριών προστατίδων Δυνάμεων, και

διότι ο εθνικός πλούτος είχεν αναπτυχθή, και διότι τέλος η ανάγκη

της ανοίξεως των πυλών των ξένων χρηματιστηρίων εγένετο εις άκρον

αισθητή. Αλλά τότε το ζήτημα περιεπλάκη και πάλιν, αναφανεισών δύο

νέων δυσκολιών: α') της Ελληνικής απαιτήσεως να συνδεθή η

αναγνώρισις των παλαιών δανείων μετά της συνάψεως νέου τοιούτου,

και β') των παραλόγων αξιώσεων ξένων τινών ομολογιούχων. Οι ξένοι

ούτοι ομολογιούχοι ήσαν Ολλανδοί τινες, οίτινες αγοράσαντες προς

κερδοσκοπίαν μέγα μέρος των ομολογιών των δανείων της επαναστάσεως

(129) προσεπάθουν μετά προφανούς κακής πίστεως να εκμεταλλευθώσι

την ανάγκην, ην η Ελλάς είχε των Ευρωπαϊκών Χρηματιστηρίων (130).

Εν τούτοις τα έτη παρήρχοντο, κατ' ανάλογον δε όρον η θέσις της

Ελλάδος επεδεινούτο, καθ' ότι αφ' ενός μεν τα οφειλόμενα ποσά διά

του ανατοκισμού επολλαπλασιάζοντο, αναπτυσσομένων δ' αφ' ετέρου

ταχέως των πόρων του κράτους, οι δανεισταί, φυσικώ τω λόγω,

εγίνοντο απαύστως απαιτητικώτεροι.

Ήτο απαραίτητος λοιπόν ανάγκη να μη εξακολουθή παρατεινομένη

τοιαύτη κατάστασις. Τούτο άριστα κατενόησεν ο τότε νεώτατος εν

Λονδίνω επιτετραμμένος κ. Γεννάδιος, όστις, διπλωμάτης δεξιός,

κάτοχος της αγγλικής άριστος, δεινός του καλάμου χειριστής,

κατέπεισε δι' εκθέσεων και δι' άρθρων την τε ελληνικήν κυβέρνησιν

(131) και τον αγγλικόν κόσμον, ότι κοινόν είχον συμφέρον να

έλθωσιν εις συμβιβασμόν. Άπαξ δ' επιτυχών τούτο, κατώρθωσε το έτι

δυσχερέστερον, να επιτύχη συμβιβασμόν ικανοποιητικόν διά τους

δανειστάς και μη παραβλάπτοντα τα συμφέροντα του κράτους.

Τα μέχρι τούδε λεχθέντα και η μεγάλη υπηρεσία, ην ο κ. Γεννάδιος

προσήνεγκε τότε εις την Ελλάδα, θα κατανοηθώσι κάλλιον,

εξεταζομένων λεπτομερέστερον των περί συμβιβασμού διαπραγματεύσεων.

Αι διαπραγματεύσεις αύται, αίτινες καθ' όλην την βασιλείαν του

Όθωνος είχον θεωρητικόν χαρακτήρα, ήρξαντο, άμα τη μεταπολιτεύσει

και δι' ους λόγους εξεθέσαμεν, να λαμβάνωσι σάρκα και οστά. Δεν

είχεν ακόμη κατέλθη ο βασιλεύς Γεώργιος, και οι εν Λονδίνω

δανεισταί συνήρχοντο, εν δε ταις Αθήναις διεξήγετο περί του

ζητήματος ζωηρός δημοσιογραφικός αγών (132). Εχρειάσθησαν όμως

εισέτι τρία έτι πριν η Ελλάς προβή εις επίσημα προς τους δανειστάς

διαβήματα.

Πράγματι τω 1866, διά πρώτην φοράν, ο υπουργός των οικονομικών κ.

Χρηστίδης διεβίβασε, διά του γενικού προξένου της Ελλάδος κ.

Σπάρταλη, εις τον εν Λονδίνω αντιπρόσωπον των ομολογιούχων Κ.

Μέρλιν τας εξής προτάσεις: α') ελάττωσιν του οφειλομένου κεφαλαίου

εις δεκαέξ εκατ. δραχμών, και εξόφλησιν του ποσού τούτου εις 36

έτη, δι' ενιαυσίας δόσεως 960,000 δρ., ων αι 800,000

αντιπροσωπεύουσιν τόκον 5%, και αι 160,000 χρεωλύσιον 1%· β')

σύναψιν δανείου 25 εκατ. δρ.

Εις απάντησιν οι ομολογιούχοι προέτειναν εις τον κ. Κεχαγιάν, όστις

εν τω μεταξύ είχε διαδεχθή τον κ. Χρηστίδην: α') να μετατραπή το

παλαιόν χρέος εις νέον χρέος 800,000 Λ. προς 8%· β') να συναφθή

νέον δάνειον ονοματικής αξίας 1,100,000 εκδιδόμενον προς 80% (ήτοι

πραγματικής αξίας 880,000 Λ.), και φέρον 8% επί του ονοματικού

κεφαλαίου· γ') να ορισθή κατάλληλον χρεωλύσιον, όπως τα δύο δάνεια

ταύτα αποσβεσθώσιν εντός ωρισμένης προθεσμίας.

Τας προτάσεις ταύτας η Ελληνική κυβέρνησις δεν εθεώρησεν αποδεκτάς,

επειδή δ' όμως ως εκ της Κρητικής επαναστάσεως είχομεν μεγάλην

ανάγκην δανείου, αι προτάσεις δεν απερρίφθησαν επισήμως (133) και

ο τότε διορισθείς εν Λονδίνω Έλλην πρεσβευτής αείμνηστος Π. Βράιλας

Αρμένης έλαβεν εντολήν να επιδιώξη ερρωμένως τον συμβιβασμόν

(134). Ο Βράιλας αφικόμενος εν Λονδίνω ευρέθη προ της εξής

καταστάσεως (135): Το χρεωστούμενον ποσόν ανήρχετο εις 7,446,150

Λ. Σ., συνιστάμενον εκ

α') 550,000 Λ. ομολογιών του δανείου του 1824.

β') 646,250 Λ. τόκων των ομολογιών τούτων από του 1845 και

εντεύθεν.

γ') 1,707,000 Λ. ομολογιών του 1825.

δ') 2,050,000 Λ. τόκων τούτων από του 1846 και εντεύθεν.

ε') 2,492,900 Λ. τοκομεριδίων 1826 - 1845 επισυνημμένων εις τας

ομολογίας.

__________

7,446,150 Λ.

Αντί τούτων οι Άγγλοι ηρκούντο εις 900,000 Λ. προς 8%. Επειδή δ'

όμως έβλεπον ότι η Ελληνική κυβέρνησις ηδυνάτει να πληρώση αμέσως

υψηλούς τόκους, προέτειναν την εφαρμογήν του συστήματος του

προοδευτικού τόκου (136).

Εις απάντησιν η Ελληνική κυβέρνησις αντιπροέτεινε την σύστασιν

παγίου κεφαλαίου 700,000 προς 8%· εν η δε περιπτώσει οι

ομολογιούχοι προετίμων χρεωλυτικόν δάνειον, η Ελλάς εδήλου ότι ήτο

ετοίμη να επιτρέψη την αύξησιν της σχετικής αξίας του κεφαλαίου και

την ελάττωσιν του τόκου, χωρίς όμως να διαταραχθή το εκ Λ. 56,000

ετησίως πληρωθησόμενον ποσόν (137).

Τας προτάσεις ταύτας παρεδέχθησαν με μικράς παραλλαγάς (138) οι

Άγγλοι, οίτινες κατά κανόνα επιδιώκουσι προ πάντων την μη

διαιώνισιν των υποθέσεων· η σύμβασις υπεγράφη και εψηφίσθη μάλιστα

εις πρώτην ανάγνωσιν, ότε αλλεπάλληλοι πτώσεις κυβερνήσεων εν

Αθήναις εματαίωσαν τα πάντα (139).

Ο νέος υπουργός των οικονομικών Βαλασσόπουλος, ανήρ περιωρισμένων

βλέψεων, δεν διέβλεπε το επάναγκες του συμβιβασμού, αλλ'

αντιληφθείς της ζωηράς επιθυμίας των Άγγλων να λυθή το ζήτημα άπαξ

διά παντός, ενόμισεν επιτήδειον να εξαρτήση την κύρωσιν της

συμβάσεως εκ της συνάψεως νέου δανείου. Η νέα αύτη εφαρμογή της

τόσον βλαψάσης την Ελλάδα στρεψοδίκου μεθόδου (140) εις τας μετά

των δανειστών σχέσεις, εξηρέθισε τους Άγγλους εις τον ύπατον

βαθμόν, εστέρησε δε ημάς ανελπίστου τύχης προς εμπέδωσιν των

ημετέρων οικονομικών και εδικαιολόγησε τους Ολλανδούς, οίτινες καθ'

όλας τας διαπραγματεύσεις δεν έπαυσαν εμπαίζοντες ή υβρίζοντες τους

Άγγλους διά την μακροθυμίαν αυτών (141).

Η απογοήτευσις του αγγλικού κοινού υπήρξε μεγίστη και επί τρία έτη

το ζήτημα εφάνη λησμονηθέν, ότε, κατ' Αύγουστον 1871, ο κ.

Σωτηρόπουλος έγραψεν εις τον Βράιλαν εμπιστευτικήν επιστολήν, εν η

ανεγνώριζε την ανάγκην του συμβιβασμού, εδείκνυεν όμως πόσον

δύσκολον θα ήτο εις τον Ελληνικόν προϋπολογισμόν βεβαρημένον ήδη με

ενιαυσίαν υπηρεσίαν 5,700,000 δρ. (αντιπροσωπευουσών κεφάλαιον 44

εκατ.), να υποστή νέαν αφαίμαξιν 60,000. Λ.. Προέτεινε λοιπόν ο κ.

Σωτηρόπουλος να συμβιβασθώσι τα αντίθετα ταύτα συμφέροντα διά της

συνομολογήσεως δανείου 100 εκατ., εξ ων τα τριάκοντα θ' αφιερούντο

εις απότισιν των χρεών της επαναστάσεως, τα δε 70 άλλα εις

απόσβεσιν των εσωτερικών χρεών, του κυμαινομένου χρέους και άλλων

υποχρεώσεων της κυβερνήσεως.

Κατόπιν των προ τριετίας συμβάντων τοιούτος συμβιβασμός ήτο

αδύνατος. Ουχ ήττον όμως δύο μήνας βραδύτερον η κυβέρνησις έπεμπεν

εις Λονδίνον τον κ. Οικονομίδην, όπως επιδιώξη συμβιβασμόν επί τη

βάσει των διαπραγματεύσεων του 1867.

Η αποστολή του κ. Οικονομίδου (142), συνδεδυασμένη μετά σχεδίου

ιδρύσεως κτηματικής Τραπέζης (143), παρετάθη ανεπιτυχώς επί τρία

διαδοχικά υπουργεία, η δε υπόθεσις δεν είχε κάμη ουδ' έν βήμα προς

τα εμπρός, ότε ανεφάνη ο κ. I. Γεννάδιος.

Ούτος ευρίσκετο ομολογουμένως εις δυσκολωτέραν θέσιν ή οι

προκάτοχοι αυτού. Η ημετέρα διαγωγή κατά το 1868 είχε ψυχράνη πάσαν

καλήν διάθεσιν. Το χρεωστούμενον ποσόν ηυξάνετο ταχύτατα· είχεν ήδη

φθάση εις 8,428,975 Λ., ότε, κατά το 1875, ο κ. Γεννάδιος έγραφε

την μακράν αυτού έκθεσιν. Αι πρόοδοι του Ελληνικού κράτους ήσαν

καταφανείς και η εξόγκωσις των ελληνικών προϋπολογισμών έτι

καταφανεστέρα. Τέλος η ανάγκη της εισροής εν Ελλάδι ξένων κεφαλαίων

κατεδεικνύετο οσημέραι επιτακτικωτέρα, τοσούτω μάλλον καθ' όσον η

παρασκευή οπωσούν αξιομάχου στρατού και στόλου ήτο, εν πλήρει

ανατολική κρίσει, ζήτημα ζωής και θανάτου (144).

Οι ταύτα βλέποντες Άγγλοι εζήτουν την αναγνώρισιν παγίου κεφαλαίου

1,500,000 Λ. προς 5%, ήτοι την ετησίαν παραχώρησιν 75,000 Λ.

Ο κ. Γεννάδιος (145) αντιπροέτεινε την αναγνώρισιν κεφαλαίου

1,200,000 προς 5%, και μετά χρεολυσίου (146). Κατώρθωσε δε να

γίνωσιν αι προτάσεις του ασπασταί υπό τε της Ελληνικής κυβερνήσεως

και των Άγγλων ομολογιούχων παρά τας διαμαρτυρίας του Drucker. Αι

δε διαπραγματεύσεις, καθ' ας η Ελληνική κυβέρνησις αντεπροσωπεύθη

και υπό δευτέρου αντιπροσώπου, του κ. Μαλικοπούλου (147),

κατέληξαν εις την εξής σύμβασιν (148):

α') Όπως αποσβεσθώσι τα χρέη της επαναστάσεως, εξεδίδοντο νέαι

ομολογίαι, συμποσούμενοι εις το ποσόν Λιρών 1,200,000 και φέρουσαι

τόκον 5%·

β') Αι ρηθείσαι ομολογίαι διανέμοντο και διηρούντο μεταξύ των

παλαιών ομολογιών και τοκομεριδίων κατά την εξής αναλογίαν:

Αντί 100 Λ. παλαιών ερυθρών ομολ. Λ. 31,12 — νέαι ομολογ.

» 100 » » κυανών » Λ. 30,10 — (149) » »

» 100 » παλαιών τοκομεριδίων Λ. 11,12 — » »

γ') Ποσόν ετήσιον 15,000 Λ. αφιερούτο προς χρεωλυσίαν. Το ποσόν

τούτο ηυξάνετο διά των επισεσωρευμένων τόκων των αποσβεννυμένων

ομολογιών.

Υπελογίζετο εν τη συμβάσει ότι το νέον δάνειον θ' απεσβέννυτο ούτω

πως εντός τριακοντατριών ετών (150). Ήτο δ' όμως έκτοτε προφανές

ότι η απόσβεσις θα ήτο ταχυτέρα, καθ' ότι ήτο βέβαιον ότι μόνον

μέρος των παλαιών ομολογιών και τοκομεριδίων θα προσεφέρετο εις

ανταλλαγήν.

δ') Όπως λείψωσιν αι κερδοσκοπίαι και αι αναβολαί, ωρίζετο

προθεσμία ενός έτους, παρελθούσης της οποίας οι παλαιοί τίτλοι δεν

ήσαν πλέον δεκτοί εις ανταλλαγήν (151).

ε') Η Ελληνική κυβέρνησις υπέσχετο να πληρώνη τακτικώς τα προς

υπηρεσίαν του δανείου αναγκαία ποσά. Αλλ' ως περαιτέρω και ειδικήν

ασφάλειαν και εγγύησιν, λέγει το άρθρον 16, η Ελληνική κυβέρνησις

υποθηκεύει τας εισπράξεις του χαρτοσήμου, αίτινες απέδιδον περί τα

6,000,000 δρ. και τας εισπράξεις του τελωνείου Κεφαλληνίας τας

αποδιδούσας 1,200,000 δραχμών (152).

Η ούτω πως δε συνοψισθείσα σύμβασις, εξασφαλίζουσα των δανειστών τα

δίκαια, αποπλύνουσα εθνικόν ρύπον και ανοίγουσα εις τα ελληνικά

χρεώγραφα το Λονδίνιον χρηματιστήριον (153), εγένετο και εν Αγγλία

(154) και εν Ελλάδι δεκτή μετά πλείστης ευμενείας και μεγάλου

ενθουσιασμού. Επεκυρώθη δε τη 10 Οκτωβρίου υπό της συνελεύσεως των

κατόχων ελληνικών χρεωγράφων (greek bondholders) (155), και

ολίγον αργότερον εψηφίζετο σχεδόν άνευ αντιρρήσεως υπό της

Ελληνικής Βουλής (156). Παρατηρητέον ότι και αυτοί οι

καταψηφίσαντες την σύμβασιν δεν ηρνούντο τα μεγάλα αυτής

πλεονεκτήματα, άτινα λίαν επιτηδείως είχεν αναπτύξη ο αείμνηστος

Κουμουνδούρος, αλλ' επρέσβευον ότι η Ελλάς, ης οι προϋπολογισμοί

έκλειον μετ' ελλειμμάτων (157), δεν ήτο, κατά τον χαρακτηρισμόν

της _Ημέρας_ (158), εις θέσιν να υποστή την νέαν ταύτην

_φλεβοτομίαν_.

Φυσικώ τω λόγω η υπογραφή και η κύρωσις της συμβάσεως δεν έθηκεν

εντελώς πέρας εις το ζήτημα. Έμενον έτι πολλά και λεπτά ζητήματα,

ων πρόχειρος μαρτυρία είνε και η εν τη _Λευκή Βίβλω_ καταχωρισθείσα

μακρά αλληλογραφία (159), δεν υπελείποντο δ' όμως πλέον

δυσκολίαι ανυπέρβλητοι, η μετατροπή προέβη λίαν τακτικώς και τη 15

Ιουνίου 1880 τα Ελληνικά χρεώγραφα εγένοντο δεκτά εις το

χρηματιστήριον του Λονδίνου.

Κατ' επίσημον δημοσίευμα (160), η κατάστασις των δανείων της

Ανεξαρτησίας, τη 31η Δεκεμβρίου 1878, ήτο η εξής:

Δάνειον 1824 . . . 800,000 Λ.

Δάνειον 1825 . . . 2,000,000 Λ.

__________

2,800,000 (161),

εις ά προστίθενται

α') Καθυστερούμενα τοκομερίδια

_δανείου 1824_

από 1 Ιουλίου 1826 - 1 Ιανουαρίου 1844 .. 700,000 Λ.

β') Καθυστερούμενα τοκομερίδια

_δανείου 1824_

από 1 Ιουλίου 1844 - 31 Δεκεμβρίου 1878.1,380,000 Λ.

γ') Καθυστερούμενα τοκομερίδια

_δανείου 1825_

από 1 Ιανουαρ. 1827 - 1 Ιουλίου 1846 ...1,900,000 Λ.

δ') Καθυστερούμενα τοκομερίδια

_δανείου 1825_

από 1 Ιουλίου 1846-31 Δεκεμβρίου 1878 3,250,000 Λ.

__________

7,230,000 Λ.

__________

10,030,000 Λ.

Σύνολον

Αι 10,030,000 Λ. αύται προέκοιτο, λέγει η έκθεσις του κ. Φλώρου, να

πληρωθώσι διά των 1,200,000 Λ. νέων χρεωγράφων. Αλλά

παρουσιασθέντων προς ανταλλαγήν αρχικών τίτλων αξίας μόνον

8,353,000 Λ., εξεδόθησαν ομολογίαι νέαι αξίας μόνον 970,000 Λ. Σ.

(162).

Ενταύθα περατούται η ιστορία _των δανείων της ανεξαρτησίας_, τα δε

κατά τας νέας ομολογίας ανήκουσιν εις το επόμενον τεύχος, ήτοι εις

την ιστορίαν των ελληνικών δανείων από 1863 - 1893.

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ

Ο Όθων από της ενηλικιώσεως αυτού ουδέν σχεδόν συνομολόγησε δάνειον

ουδέ ανεγνώρισε τα δάνεια της ανεξαρτησίας, εν τούτοις όμως το

δημόσιον χρέος επί της βασιλείας του απετέλει σπουδαίον μέρος του

προϋπολογισμού, συνιστάμενον το μεν εκ του δανείου των εξήκοντα

εκατομμυρίων και των Βαυαρικών δανείων (163), το δε εκ του

εσωτερικού χρέους και των συντάξεων, ήτοι ουσιαστικώς (164) εξ

αποζημιώσεων και ανταμοιβών, λόγω υπηρεσιών από του Αγώνος

χρονολογουμένων.

Η απλή δ' όμως αύτη διαίρεσις, εις χρέος εξωτερικόν και εις χρέος

εσωτερικόν, θα περιέπλεκεν αντί να διευκολύνη την παρούσαν μελέτην

επειδή δε ούτε η τύχη των δύο ανίσων τμημάτων του εξωτερικού χρέους

υπήρξεν η αυτή, ούτε το εσωτερικόν και αι συντάξεις απηρτίζοντο

πάντοτε εκ των αυτών στοιχείων, εθεωρήσαμεν αναγκαίον ν'

ακολουθήσωμεν σχέδιον αναλυτικώτερον, διαιρέσαντες το θέμα εις

τέσσαρα κεφάλαια, ήτοι: κεφ. α') _Δάνειον των εξήκοντα

εκατομμυρίων·_ κεφ. β') _Βαυαρικά δάνεια._ — Εις το κεφάλαιον τούτο

προσηρμόσθη φυσικώτατα και το προς τους κληρονόμους του Όθωνος

χρέος· κεφ. γ') _Εσωτερικόν χρέος και συντάξεις·_ κεφ. δ') _Χρέος

προς τας τρεις ναυτικάς νήσους._ — Το χρέος τούτο συμπεριελήφθη εις

το εσωτερικόν χρέος μόνον τω 1853, εκανονίσθη δε μόνον προ ολίγων

μηνών (νόμος ΓΚΕ' της 16 Ιουνίου 1904), έδει άρα να μελετηθή

ιδιαιτέρως.

Παρατηρητέον προς τούτοις ότι το σχέδιον τούτο όχι μόνον

διευκολύνει την εξέτασιν του προκειμένου θέματος, αλλ' άγει ημάς

και εις την μελέτην παρεμφερών θεμάτων, οία ακριβώς είναι τα προς

τους κληρονόμους του Έθνους και τας ναυτικάς νήσους χρέη και άτινα,

ακριβώς κρινομένων των πραγμάτων, δεν συμπεριλαμβάνονται ίσως εν τω

δημοσίω χρέει της Βαυαρικής δυναστείας, αλλ' εξετάζονται αφ' ετέρου

ενταύθα προσφορώτερον ή εν άλλω τινί τμήματι του παρόντος έργου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων. (165)

Η ανάγκη μεγάλου εξωτερικού δανείου ήτο εκ των μάλλον επειγουσών

διά το αρτισύστατον Ελληνικόν βασίλειον. Και πράγματι, εν ώ αι

παραγωγικαί, δυνάμεις του τόπου, εξαντληθείσαι υπό πολυετούς

αγώνος, δεν επήρκουν καν εις τα τακτικά έξοδα, το νέον κράτος

ώφειλε ν' αντιμετωπίση πλείστας εξ αυτού του αγώνος προελθούσας

εκτάκτους δαπάνας, διότι δεν ηδύνατο να εγκαταλείψη χιλιάδας ψυχών,

αίτινες είχον τα πάντα θυσιάση υπέρ του έθνους και αίτινες

εστερούντο και αυτού του επιουσίου άρτου (166).

Αλλ', εάν η ανάγκη δανείου ήτο καταφανής, η εξεύρεσις αυτού δεν ήτο

εύκολος καθ' ότι εις μεν το εσωτερικόν δεν υπήρχον οι δυνάμενοι,

εις δε το εξωτερικόν ένεκα των δανείων του 1824 και 1825 δεν

υπήρχον οι διατεθειμένοι να δανείσωσιν εις την Ελληνικήν

κυβέρνησιν. Τότε μόνον ηδύνατο να εξευρεθή δάνειον, εάν αι τρεις

Δυνάμεις, αι τα μέγιστα συντελέσασαι εις την ίδρυσιν ανεξαρτήτου

Ελλάδος, έστεργον να εγγυηθώσι το δάνειον τούτο. Ευτυχώς δε αι

προστάτιδες Δυνάμεις πολλούς λόγους είχον να μη αρνηθώσιν εις την

Ελλάδα τοιαύτην υπηρεσίαν (167):

α) _Λόγους αισθηματικούς_. — Αφ' ου συνετέλεσαν εις την γέννησιν

νέου κράτους, εθεώρουν άτοπον να μη παράσχωσιν αυτώ τα μέσα να

ζήση. Ο εν Ευρώπη ζωηρότατος έτι φιλελληνισμός δεν θα επέτρεπεν

άλλως τε εις τας Δυνάμεις να τηρήσωσι τοιαύτην στάσιν και τα

ανακτοβούλια προσεχώρουν τοσούτου μάλλον εις την κοινήν γνώμην,

καθ' όσον υπήρχε γενική ιδέα, ότι οι πόροι του νέου τούτου κράτους

ταχέως θ' ανεπτύσσοντο και ταχέως θα τω επέτρεπον ν' αναλάβη την

υπηρεσίαν του νέου δανείου (168).

β') _Λόγους πολιτικούς._ — Εκάστη των Δυνάμεων εφρόνει πράγματι

ότι, και εάν η Ελλάς δεν ήθελε δυνηθή να εκπληρώση τας υποχρεώσεις

αυτής, υπήρχον άλλοι λόγοι όπως δοθή η εγγύησις (169), και τούτο

διότι, εν ώ αφ' ενός η ενδεχομένη ζημία δεν ηδύνατο να είναι μεγάλη

(170) η άρνησις εγγυήσεως εκ μέρους αυτής θα επέτρεπεν εις άλλην

Δύναμιν να εγγυηθή μόνη το δάνειον και ν' αποκτήση αποκλειστικήν

επιρροήν εν Ελλάδι. Ο δε κίνδυνος ούτος εφαίνετο μέγας εις εποχήν,

καθ' ην αι αντιζηλίαι περί ιδρύσεως κόμματος και αναπτύξεως

επιρροής εν τω νέω βασιλείω ήσαν τοσούτον ζωηραί, ώστε εκάστη των

τριών Δυνάμεων ουδενός εφείδετο μέσου, όπως υποσκελίση τας άλλας

(171).

Τοιούτοι είναι εν ολίγαις λέξεσιν οι λόγοι, διά τους οποίους το

ελληνικόν βασίλειον ηναγκάσθη, άμα συσταθέν, να προσδράμη εις

δάνειον, και δι' ους αι τρεις Δυνάμεις έσπευσαν να εγγυηθώσι το

δάνειον τούτο. Πρέπει να εξετάσωμεν νυν:

α') Πώς συνωμολογήθη το νέον δάνειον;

β') Πώς διετέθη;

γ') Ποία είναι η σημερινή κατάστασις αυτού;

_Παρ. Α'. Συνομολόγησις και έκδοσις του δανείου των εξήκοντα

εκατομμυρίων._

Κατά Φεβρουάριον 1830 ο πρίγκιψ Λεοπόλδος είχε ζητήση όπως «αι

Μεγάλαι Δυνάμεις κατανεύσωσι να εξασφαλίσωσιν εις το νέον Ελληνικόν

κράτος, μέχρις ου τούτο αναλάβη νέας δυνάμεις, χρηματικήν

επικουρίαν ανάλογον προς τας ανάγκας αυτού, όντος άλλως τε

πασιγνώστου ότι η προσωρινή κυβέρνησις ηδυνήθη να ζήση μόνον διά

της γενναιοδωρίας των Μεγ. Δυνάμεων (172)».

Η αίτησις αύτη εγένετο δεκτή υπό του Συνεδρίου του Λονδίνου και,

διά του υπ' αριθμόν 17 της 8/20 Φεβρουαρίου 1830 πρωτοκόλλου, οι

πληρεξούσιοι εδήλωσαν ότι «αι τρεις Δυνάμεις απεφάσισαν να

εξασφαλίσωσιν εις το νέον κράτος χρηματικάς επικουρίας διά της

εγγυήσεως δανείου συνομολογηθησομένου υπό της Ελληνικής

Κυβερνήσεως, και ούτινος σκοπός έσται να καλύψη τα έξοδα της

συντηρήσεως του στρατού, τον οποίον ο _Κυρίαρχος Ηγεμών_ θα έχη εις

την υπηρεσίαν αυτού».

Αλλ' ο Λεοπόλδος ήγειρεν αντιρρήσεις εις τους όρους του πρωτοκόλλου

και απήτησεν όπως το ποσόν αφιερωθή ουχί εις τας στρατιωτικάς

μόνον, αλλ' εις τας γενικάς ανάγκας του Ελληνικού κράτους.

Τούτο παρεδέχθησαν οι πληρεξούσιοι διά του πρωτοκόλλου της 7 Μαΐου,

δι' ου συνάμα ωρίζετο «ότι το μέλλον δάνειον θα ανήρχετο εις 60

εκατομμύρια, εξ ων εκάστη των Δυνάμεων θα ηγγυάτο το τρίτον, και

ότι η Ελληνική κυβέρνησις θα ήτο ως προς την χρήσιν του δανείου

εντελώς ανεξάρτητος».

Δυστυχώς ο Λεοπόλδος παρητήθη του Ελληνικού θρόνου τη 21 Μαΐου

1830, μέχρι δε της εκλογής του Όθωνος κατά την 13 Φεβρουαρίου 1832

δεν ανεκινήθη το ζήτημα του δανείου.

Ευθύς δ' όμως ως εκανονίσθη η τύχη του Ελληνικού θρόνου, οι

πληρεξούσιοι των τριών Δυνάμεων δι' εμπιστευτικής ανακοινώσεως

ανέπτυξαν εις τον αντιπρόσωπον της Βαυαρίας τους όρους, υφ' ους το

στέμμα της Ελλάδος προσεφέρετο εις τον Όθωνα, μεταξύ δε των άλλων η

ανακοίνωσις αύτη περιείχε και τα εξής σχετικά προς το δάνειον: Το

συνέδριον προέτεινε να εγγυηθή υπέρ του Όθωνος δάνειον ίσον προς

εκείνο, το οποίον είχεν υποσχεθή εις τον Λεοπόλδον· το δάνειον

τούτο έμελλε να εκδοθή κατά τμήματα και εφ' όσον επέβαλον τούτο αι

ανάγκαι της Ελλάδος· η δ' Ελλάς ώφειλεν εκ των ιδίων αυτής εσόδων

να πληρώνη τους τόκους και το χρεωλύσιον του δανείου.

Το άρθρον 12 της μεταξύ της Βαυαρίας και των τριών Δυνάμεων

συνθήκης της 7 Μαΐου 1832, επικυρούν τους προμνησθέντας όρους,

προσέθετεν (βλ. αρθρ. 12 παρ. 6), ότι ο Ηγεμών της Ελλάδος και το

Ελληνικόν κράτος υποχρεούνται να αφιερώσι προ παντός άλλου εξόδου

εις την πληρωμήν των τόκων και του χρεωλυσίου του δανείου τας

πρώτας εισπράξεις του δημοσίου ταμείου, και τέλος ώριζεν ότι «_οι

διπλωματικοί αντιπρόσωποι των τριών Αυλών θέλουσιν ειδικώς

επιφορτισθή να επαγρυπνώσιν εις την εκτέλεσιν του τελευταίου τούτου

όρου_».

Η έκτη αύτη παράγραφος του άρθρου 12 της συνθήκης του 1832 είνε

αξία πάσης προσοχής, καθ' ότι περιέχει εν σπέρματι τον θεσμόν του

διεθνούς ελέγχου. Και είνε μεν αληθές ότι το κείμενον τούτο δεν

εφηρμόσθη ποτέ, αλλ' αφ' ετέρου, ότι από του 1832 προεβλέπετο διά

συνθήκης, συναφθείσης _μετά τρίτου_ (173) η επιβολή διεθνούς

έλεγχου εις ελεύθερον κράτος, είναι πράγμα ικανώς καινοφανές, άκρως

δε χαρακτηριστικόν της μελλούσης ημών δημοσιονομικής ιστορίας.

Το ούτως υπό των τριών Δυνάμεων εγγυηθέν δάνειον συνήφθη μετά των

κ.κ. Ρόσχιλδ εν Παρισίοις. Ο τόκος ωρίσθη εις πέντε τοις εκατόν, το

δε χρεωλύσιον εις 1%. Εφαρμοζομένου του συστήματος της συνθέτου

χρεολυσίας, το δάνειον απεσβέννυτο εντός 36 ετών. Οι αναλαβόντες το

δάνειον τραπεζίται ηγόρασαν αυτό προς 94%, επεφυλάσσοντο δε προς

τούτοις δικαίωμα μεσιτείας 2% και άλλα τινά ωφελήματα (174).

Είχεν αφ' ετέρου αποφασισθή ότι το δάνειον θα εξεδίδετο εις τρεις

σειράς εξ είκοσιν εκατομμυρίων· αι δύο πρώται σειραί εξεδόθησαν

πολύ ταχέως, η έκδοσις όμως της τρίτης προσέκοψε, εις πολλάς

δυσκολίας εκ μέρους της Ρωσίας, ήτις αντεπολιτεύετο τον Άρμανσπεργ

αγγλίζοντα. Ούτω προετάθη κατ' αρχάς μεν να εκδοθή μέρος μόνον της

τρίτης σειράς (175), έπειτα δε να εκδοθώσι και τα τελευταία

είκοσιν εκατομμύρια, αλλά το εκ της εκδόσεως προκύπτον ποσόν ν'

αφιερωθή αποκλειστικώς εις την πληρωμήν των τόκων και χρεωλυσίων

των ήδη εκδοθέντων τεσσαράκοντα εκατομμυρίων (176). Μετά μακράς

διαπραγματεύσεις επετεύχθη τέλος χάρις εις τον Palmerston να εκδοθή

και η τρίτη σειρά όπως και αι δύο πρώται, υπό τον όρον όμως να

γίνωσιν οικονομίαι εις διάφορα κεφάλαια του ελληνικού

προϋπολογισμού (177).

_Παρ. Β'. Χρήσις του Δανείου._

Και ταύτα μεν ως προς την συνομολόγησιν και την έκδοσιν του

δανείου· έλθωμεν δε νυν εις την χρήσιν αυτού. Είδομεν ότι κατ'

απαίτησιν του Λεοπόλδου είχεν ορισθή ότι το ποσόν των 60

εκατομμυρίων θ' αφιερούτο ουχί μόνον εις τας στρατιωτικάς αλλά και

εις τας εν γένει ανάγκας του ελληνικού κράτους. Γενικώς δ' ηλπίζετο

ότι διά του δανείου μεγάλη θα παρείχετο εμψύχωσις εις την

πλουτοπαραγωγήν της χώρας, ότι το δάνειον τούτο θα επέτρεπε να

κατασκευασθώσιν οδοί, ν' αναπτυχθή η γεωργία, να ιδρυθώσι Τράπεζαι,

ν' αποκατασταθή επί εδραιοτέρων βάσεων η δημοσία ασφάλεια, να

διοργανωθή μικρός πλην αξιόμαχος στρατός κτλ., δυστυχώς όμως τα

πράγματα διέψευσαν τας χρυσάς ταύτας ελπίδας.

Τω όντι εκ των υφ' εκάστης των Δυνάμεων εγγυηθέντων 20 εκατομμυρίων

εξεδόθησαν:

Υπό της Αγγλίας 19,838,805 φράγκα = 22,155,968 παλ. δραχμ.

» » Ρωσίας 19,999,573 » = 22,335,533 » »

» » Γαλλίας 17,400,661 » (178)= 19,433,058 » »

__________ __________

57,229,040 63,924,559

Ήτοι μετοχαί αξίας ονοματικής 57 εκατομμυρίων φράγκων και 63

εκατομμυρίων των τότε Ελληνικών δραχμών. Αλλ', ως γνωρίζομεν, το

δάνειον ανέλαβον να εκδώσωσιν οι Ρόσχιλδ προς 94 τοις εκατόν,

υπήρχον δ' αφ' ετέρου και άλλα έξοδα μεσιτείας και εκδόσεως, ήτοι

εν συνόλω:

α') Ζημία 6% επί του ονοματικού κεφαλαίου

των ομολογιών εκδοθεισών προς 94% . . 3,835,473. δρ.

β') Είχεν ορισθή ότι προεξόφλησις 3,37% του κεφαλαίου θα εγίνετο

εις τους δανειστάς τους πληρώνοντας τοις μετρητοίς· εκ τούτου

προήλθε νέα ζημία

.......... 1,186,288. »

γ') Μεσιτεία 2% και άλλα έξοδα...... 1,964,252. »

_____________

6,986,013. δρ.

Ιδού λοιπόν αμέσως 6,986,013 δρ., άς πρέπει ν' αφαιρέσωμεν εκ του

ονοματικού κεφαλαίου των 63,924,559 δρ. (179).

Εκ δε του απομένοντος καθαρού κεφαλαίου 56,948,546 δρ. μόνοι οι

τόκοι και τα χρεολύσια απερρόφησαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1843

το μέγα ποσόν 33,080,795 δρ. Υπελείφθησαν λοιπόν μόνον 23,867,751

δραχμ., αίτινες εξήλθον πράγματι των χειρών των δανειστών, αλλ'

ουδ' αύται φευ! αφιερώθηκαν εις τας ανάγκας του τόπου. Διότι αφ'

ενός μεν εδέησε να πληρωθώσιν:

α') Εις την Τουρκίαν δι' εξαγοράν της

Φθιώτιδος............... 12,531,174 δρ. (180)

β') Εις διαφόρους πιστωτάς προγενεστέ -

ρους της συστάσεως του βασιλείου . . 2,238,559 » (181)

_____________

14,769,733

Αφ' ετέρου δε τα λείψανα του δανείου, ήτοι 9,098,017 δρ. και 45

λεπτά διετέθησαν, όπως καλυφθώσι δαπάναι, αίτινες δυσκόλως δύνανται

να θεωρηθώσιν ως ωφελήσασαι τον τόπον· τοιαύται δε είναι αι της

Αντιβασιλείας και του στρατού.

Και αι μεν δαπάναι της Αντιβασιλείας (Μισθοί και έξοδα οδοιπορίας,

αποκαταστάσεως, επίπλων κ.τ.λ.), συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων

της καθόδου των Αντιβασιλέων, ανήλθον εις 1,397,654 δρ. και δεν

χρήζουσι πολλών σχολίων (182), αλλ' αι περιτταί στρατιωτικαί

δαπάναι απαιτούσι πλείονας εξηγήσεις.

Στρατούς από του 1832 μέχρι του 1843 η Ελλάς έσχε δύο ειδών, τον

καθαρώς βαυαρικόν στρατόν, τον οποίον ανέλαβεν ο Λουδοβίκος να

στείλη εις Ελλάδα (183), και τον μετέπειτα οργανωθέντα και

κληθέντα Ελληνικόν. Ο πρώτος εκ 3,500 ανδρών συγκείμενος ήκιστα

χρήσιμος εδείχθη (184), και εκτός των δαπανών της συντηρήσεως

εστοίχισε και ουκ ολίγα διά κάθοδον εις Ελλάδα και επιστροφήν εις

Βαυαρίαν, απορροφήσας εν συνόλω 4,748,000 δρ. (185). Μετά δε την

αναχώρησίν του υπήρξε προς στιγμήν ελπίς σημαντικής βελτιώσεως της

καταστάσεως, αποφασισθείσης της συγκροτήσεως στρατού εξ Ελλήνων

απαρτιζομένου, ου την διοργάνωσιν έμελλον ν' αναλάβωσι Βαυαροί.

Δυστυχώς οι Βαυαροί, αντί να προσληφθώσι διά την διοργάνωσιν του

στρατού, εκλήθησαν διά τον καταρτισμόν αυτού, και εν χώρα όπου δεν

έλειπον βεβαίως οι στρατεύσιμοι άνδρες, επί στρατού 8,205 ανδρών,

οίος ήτο ο ελληνικός κατά το θέρος του 1835, άπαντες σχεδόν οι

5,142 τακτικοί ήσαν Βαυαροί (186).

Όπως λέγει ο κ. Κυριακίδης (187), οι διδάσκαλοι υπήρχον, οι

μαθηταί είχον εκδιωχθή.

Αλλά δεν αρκεί τούτο, ο κατ' ουσίαν και πάλιν βαυαρικός στρατός

υπέρ το δέον πολυάριθμος ήτο και υπέρ το δέον δαπανηρός. Οι Βαυαροί

εθελονταί ελάμβανον 25 λεπτά την ημέραν (188), και οι Βαυαροί

αξιωματικοί, οίτινες, κατά τον Finlay τουλάχιστον (189), ούτε

πείραν ούτε ικανότητα είχον, προεβιβάζοντο αιφνιδίως εις τα ανώτατα

αξιώματα.

Την κατά την περίοδον ταύτην γενομένην σπατάλην εν τω υπουργείω των

στρατιωτικών ο Leconte αποδεικνύει διά του εξής απλουστάτου

υπολογισμού:

Κατά τους προϋπολογισμούς του 1845 και 1846, 4,400,000 δρ. ήρκουν

διά την συντήρησιν του αναγκαίου στρατού. Ουδείς δε λόγος υπήρχεν

όπως ο μέσος όρος των στρατιωτικών εξόδων κατά τα δύο ταύτα έτη ή

κατώτερος του της ενδεκαετούς περιόδου 1833 - 1843. Εν τούτοις

βλέπομεν ότι τα στρατιωτικά έξοδα από του 1833 - 1843 ανήλθον εις

67,344,044 δρ. ήτοι εις 6,122,185 δρ. ετησίως· ήρκει λοιπόν να

είχον απ' αρχής περιορισθή εις 4,400,000 κατ' έτος, όπως το όλον

άθροισμα περιορισθή εις 48,400,000 δρ. και κατ' ακολουθίαν η Ελλάς

οικονομήση 19,000,000 δρ. (190).

Επιβάλλεται άρα το συμπέρασμα ότι το αρτισύστατον ελληνικόν κράτος,

καταβαλόν 6,986,013 δρ. εις μεσιτείας και παραπλήσια, 14,769,733

δρ. εις αποζημιώσεις, 33,080,795 εις τόκους και χρεωλύσια,

1,397,654 δρ. εις έξοδα αντιβασιλείας, και 19 εκατ. περίπου εις

περιττάς στρατιωτικάς δαπάνας, ουχί μόνον δεν επορίσθη ουδεμίαν

πραγματικήν ωφέλειαν εκ δανείου προωρισμένου να τω επιτρέψη ν'

αναλάβη οικονομικώς (191), αλλ' εκπληρώσαν τας υποχρεώσεις του

μέχρι του 1843 υπεβλήθη εις θυσίας ουχί μικράς (192).

Εις τας θυσίας ταύτας προσετέθησαν, και οφείλομεν να ομολογήσωμεν

τούτο, αρωγαί της Βαυαρίας (193) και των τριών προστατίδων

Δυνάμεων (194). Πλην όμως ούτε αι προρρηθείσαι θυσίαι ούτε αι

σχετικώς μικραί αύται αρωγαί ηδύναντο να μεταβάλωσι την αληθή θέσιν

των πραγμάτων. Όπως ορθότατα γράφει ο About (195), «κατά τα έτη

1841, 1842 και 1843 η Ελλάς, με μικρά βοηθήματα εξωτερικά, ηδυνήθη

να επαρκέση εις την υπηρεσίαν του δανείου, _πληρώσασα εξ ιδίων

6,300,000 δρ. Μετά την προσπάθειαν ταύτην, ην είναι δίκαιον να λάβη

τις υπ' όψιν, ευρέθη πτωχοτέρα πως ή κατά την ημέραν, καθ' ην

ηναγκάσθη να καταφύγη εις δάνειον, εχρεώστει δε προς τούτοις και

66,842,126 δρ. 46 λεπτά_».

Καίτοι κατεβλήθησαν πράγματι πολλαί προσπάθειαι, προκαλέσασαι και

σπασμωδικάς μεταβολάς εν τη οικονομική διοικήσει (196), το έτος

1842 έκλεισε με έλλειμμα τριών εκατομμυρίων, και η αναστολή των

πληρωμών επήρχετο μοιραία. Όπως προλάβωσι ταύτην αι τρεις

προστάτιδες Δυνάμεις έπεμψαν αντιπροσώπους εις συνέδριον, συνελθόν

εν Λονδίνω τη 1η Μαΐου 1843. Το συνέδριον τούτο, εξετάσαν τα

οικονομικά της Ελλάδος, απεφήνατο διά πρωτοκόλλου (197), ότι ήσαν

δυναταί εν τω προϋπολογισμώ ενιαύσιαι οικονομίαι 3,742,000 δρ., και

ότι προς εγγύησιν της υπηρεσίας του δανείου έπρεπε να παραχωρηθώσιν

εις τας προστάτιδας Δυνάμεις αι εισπράξεις του τελωνείου Σύρου. Ο

Όθων αναγκάσθη να παραδεχθή το πρωτόκολλον τούτο, η επισυμβάσα δ'

όμως μεταπολίτευσις ημπόδισε την εφαρμογήν αυτού και συνεπήγαγε

προς τούτοις την αναστολήν της πληρωμής παντός τόκου και παντός

χρεωλυσίου.

Η ιστορία του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων δεν λήγει δ' όμως

ενταύθα.

Είναι λοιπόν ανάγκη, αφ' ου εξητάσαμεν πώς συνωμολογήθη και πώς

εξωδεύθη το δάνειον, να ίδωμεν ποία εξ αυτού προέκυψαν μετά ταύτα,

γεγονότα.

_Παρ. Γ'. Διασπραγματεύσεις προς κανονισμόν του Δανείου._

Αι διαπραγματεύσεις αύται διαιρούνται εις δύο περιόδους, εις την

από της γ' Σεπτεμβρίου μέχρι της Κατοχής και εις την μετά τον

Κριμαϊκόν πόλεμον. Κατά την πρώτην, αι Δυνάμεις συναισθανόμεναι την

μεγάλην ευθύνην ην έφερον, προκειμένου περί δανείου όπερ, καθώς

παρατηρεί ο Finlay (198), «_συνωμολογήθη άνευ της συγκαταθέσεως

του Ελληνικού λαού και εξωδεύθη κατά τον αυτόν τρόπον_,

περιωρίσθησαν εις διπλωματικάς διάμαρτυρίας. Η δε Ελληνική

κυβέρνησις, επωφελουμένη εκ των μεταξύ των Δυνάμεων κρατουσών

διχονοιών, αντί να προσπαθήση παντί σθένει να επιδιώξη λογικόν

συμβιβασμόν, περιωρίζετο εις το να δίδη υποσχέσεις και ν' αναγράφη

εν τω προϋπολογισμώ ποσά, ποικίλλοντα κατά τας περιστάσεις, αλλά

ουδέποτε πληρωνόμενα, ή μάλλον πληρωθέντα άπαξ μόνον, και τούτο, ως

θέλομεν ίδη αμέσως, κατόπιν ενεργητικής αλλά μονομερούς επεμβάσεως

της Αγγλίας. Η περίοδος αύτη ενθυμίζει πως άλλην περίοδον, την από

του 1893 μέχρι του 1897.

Μετά τον Κριμαϊκόν πόλεμον όμως αι Δυνάμεις, κρατούσαι την Ελλάδα

εις την διάκρισίν των, επωφελήθησαν εκ τούτου, όπως τη επιβάλωσιν,

ους όρους εθεώρουν αύται δικαίους. Η δε τοιαύτη διαγωγή υπενθυμίζει

και αυτή πρόσφατά τινα γεγονότα.

_Περίοδος 1843 - 1856_. — Κατά την περίοδον ταύτην αι τρεις

προστάτιδες Δυνάμεις περιωρίσθησαν, ως είδομεν, εις απλάς

διαμαρτυρίας. Η μόνη δε ενεργητική πως επέμβασις εγένετο κατά την

πρωθυπουργίαν του Κωλέττη, οπότε η Αγγλική κυβέρνησις παρείχεν

αδιακόπως πράγματα εις το γαλλικόν κόμμα. Πάντων δε των Άγγλων

δριμύτατος ήτο ο Πάλμερστων. Ούτος από του 1845 (199), ως αρχηγός

της αντιπολιτεύσεως, εδήλου ότι είχε καθήκον η Αγγλική κυβέρνησις,

έστω και μόνη, ν' απαιτήση την εκτέλεσιν της συνθήκης του 1832 και

να κάμη χρήσιν του δικαιώματος της επεμβάσεως, όπερ, κατ' αυτόν,

παρείχεν εις την Αγγλίαν το άρθρον 12 § 6. Ο τότε πρωθυπουργός

Ροβέρτος Πηλ αντέκρουσε μεν εν τη βουλή τον Πάλμερστων (200), αλλά

διά του υπουργού επί των εξωτερικών Aberdeen επίεζε μεγάλως τον

Κωλέττην (201), όπως επαναλάβη η Ελλάς την υπηρεσίαν του δανείου.

Η δε πίεσις αύτη, επαναληφθείσα κατά το 1847, ηνάγκασε την

Ελληνικήν Κυβέρνησιν να καταφύγη εις τον φιλέλληνα τραπεζίτην

Εϋνάρδον, όστις έστερξε να προκαταβάλη 500,000 φράγκων, προς

προσωρινήν κατεύνασιν των Αγγλικών απαιτήσεων (202). Προς τούτοις

τη 18/30 Αυγούστου 1847 ο Κωλέττης δι' ανακοινώσεώς του προσεπάθησε

να πείση τας Δυνάμεις, ότι η μη πληρωμή των τόκων του δανείου

ωφείλετο εις τους βουλευτάς και γερουσιαστάς, οίτινες εν σώματι μεν

προσεπάθουν να ελαττώσωσι τους φόρους, ατομικώς δε ηγωνίζοντο όπως

αυξηθώσιν αι δαπάναι εν ταις ιδίαις αυτών επαρχίαις. Ο Κωλέττης

εδήλου ότι προετίθετο να συλλέξη χρήματα διά της πωλήσεως των

εθνικών γαιών. Υπισχνείτο δε προς τούτοις ότι κατά το 1848 θα

πληρώση το τρίτον του τόκου του δανείου, και ότι το προς τον σκοπόν

τούτον ενιαυσίως αφιερούμενον ποσόν θ' αυξήση προοδευτικώς μέχρι

του 1860, οπότε, έλεγεν, η Ελλάς θα ήτο εις θέσιν να πληρώση

ολόκληρον τον οφειλόμενον τόκον. Συνωδά προς την ανακοίνωσιν του

Κωλέττη (203), ανεγράφη εις τον προϋπολογισμόν του 1848 ποσόν

1,278,491 δρ., ίσον προς το τρίτον του διά την υπηρεσίαν του

δανείου υπό των Δυνάμεων προκαταβαλλομένου. Και εδόθησαν μάλιστα

εκτενείς σχετικαί πληροφορίαι υπό του τότε υπουργού των Οικονομικών

Κορφιωτάκη (204). Παρ' όλα ταύτα δ' όμως ουδέ λεπτόν επληρώθη

κατά το 1848. Τα δε ακόλουθα έτη έπαυσε μάλιστα να γίνηται μνεία εν

τω προϋπολογισμώ και του χρεωστουμένου κεφαλαίου, το οποίον επί

τινα έτη ανεγράφετο ως απόδειξις ότι η Ελλάς δεν ενόει ν' απαρνηθή

τας υποχρεώσεις αυτής (205).

_Περίοδος 1856 - 1864._ — Μετά τον πόλεμον της Κριμαίας και την

ειρήνην των Παρισίων, αι Δυνάμεις, απαυδήσασαι εκ των αενάων

διαπραγματεύσεων, απεφάσισαν να λύσωσι το ζήτημα άπαξ διά παντός.

Τριμελής επιτροπή εδρεύουσα εν Αθήναις επεφορτίσθη να μελετήση την

οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος και να ορίση το ποσόν, όπερ το

Ελληνικόν κράτος ηδύνατο να πληρώση (206). Η επιτροπή αύτη, εκ

των κ. κ. Th. Wyse, Α. Ozeroff και Ch. de Monthérot συγκειμένη,

υπέβαλε τη 12/24 Μαΐου 1859 έκθεσιν προς τας Δυνάμεις (207), εν η

αφ' ου εδεικνύετο αυστηροτάτη προς το εν γένει εν Ελλάδι κρατούν

δημοσιονομικόν σύστημα (208), εξεφράζετο περί του δανείου του

1832 ως εξής:

«Επειδή τα έσοδα του ελληνικού δημοσίου αυξάνονται χωρίς να

εκτελεσθώσιν αι εκ συνθηκών πηγάζουσαι υποχρεώσεις.

«Επειδή, εφ' όσον αυξάνονται τα έσοδα, αναπτύσσονται και τα έξοδα,

χωρίς όμως να δύναται τις να εύρη εις την γενικήν κατάστασιν της

χώρας, είτε εις θαρρύνσεις διδομένας εις την βιομηχανίαν, είτε εις

οιανδήποτε άλλην εκ του κράτους προερχομένην πρωτοβουλίαν,

αντιστάθμισμα των ενιαυσίων θυσιών των προστατίδων Δυνάμεων.

«Η Επιτροπή, λαμβάνουσα υπ' όψιν και το άρθρον XII § 6 της συνθήκης

της 7ης Μαΐου 1832, εσχημάτισε την πεποίθησιν ότι η Ελλάς οφείλει

να συνεισφέρη εις τας υπέρ αυτής κατ' έτος γιγνομένας θυσίας.

«_Όσον αφορά εις το ποσόν όπερ δύναται να αιτηθή παρ' αυτής_, η

Επιτροπή νομίζει ότι η Ελλάς καλώς διοικουμένη θα ήτο εις θέσιν να

τηρήση όλας τας υποχρεώσεις αυτής, και κατ' ακολουθίαν ότι αι τρεις

Δυνάμεις θα ηδύναντο, χωρίς να παραβιάσωσιν ουδεμίαν αρχήν

δικαιοσύνης, να την υποχρεώσωσι να πληρώση όλους τους υπ' αυτής

οφειλομένους τόκους και χρεωλύσια.

«Εν τούτοις θέλουσα να μη παράσχη δυσκολίας εις την χώραν και να μη

παραβλάψη τας δημοσίας αυτής υπηρεσίας και την κανονικήν αυτής

ανάπτυξιν, η Επιτροπή προτείνει να ορισθή ο ελάχιστος όρος της

συνεισφοράς της Ελλάδος εις 900,000 φρ. (209).

«Προβλέπουσα δε την αύξησιν των εσόδων του Ελληνικού δημοσίου, η

επιτροπή έχει την γνώμην ότι το ποσόν τούτο πρέπει ν' αυξήση

προοδευτικώς κατά περιόδους, αίτινες θα ορισθώσιν, όταν ο τρόπος

της πληρωμής και ο προορισμός των υπό της Ελλάδος πληρωνομένων

ποσοστών θέλωσι κανονισθή».

Εν άλλαις λέξεσιν, η επιτροπή καθιέρου την υποχρέωσιν της Ελλάδος

διά την υπηρεσίαν του δανείου, έχουσα δ' όμως συναίσθησιν αφ' ενός

της ευθύνης των Δυνάμεων διά την συνομολόγησιν και την σπατάλην του

δανείου, βλέπουσα δ' αφ' ετέρου, ως εμμέσως η ιδία ομολογεί, το

δυσανάλογον των πόρων της Ελλάδος και των νομικών αυτής υποχρεώσεων

(210), δεν ετόλμησε να επιρρίψη επί του κράτους ολόκληρον το

βάρος της υπηρεσίας του δανείου (211), περιωρίσθη δε να επιβάλη

εις την Ελλάδα ετησίαν συνεισφοράν προσωρινήν μεν 900,000 φράγκων,

αλλ' επιδεχομένην αύξησιν, εφ' όσον προήγετο ο τόπος.

Τα συμπεράσματα της διεθνούς επιτροπής παραδεχθείσαι άνευ

συζητήσεως αι Δυνάμεις, ήρχισαν αμέσως πιέζουσαι την Ελλάδα, ίνα

τας παραδεχθή και αυτή (212). Μετά τινας διαπραγματεύσεις, η

Κυβέρνησις του Όθωνος υπέκυψεν, και τη 9/21 Ιουνίου ο επί των

εξωτερικών υπουργός Κουντουριώτης εδήλου (213) ότι, αν και αι

προτάσεις των Δυνάμεων ήσαν πολύ διάφοροι των υπό της Ελλάδος

υποβληθεισών (214), η Ελληνική κυβέρνησις είχεν υιοθετήση αυτάς

και επέτυχε την ψήφισιν αυτών υπό των Βουλών.

Οι γνωρίζοντες ότι και σήμερον ακόμη πληρώνομεν 900,000 φράγκων

κατ' έτος διά το δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων, θα υπολάβωσιν

ότι η ανακοίνωσις του Κουντουριώτη έκλεισεν, καθ' όσον αφορά εις

τούτο, την βίβλον των διεθνών διαπραγματεύσεων. Και όμως το πράγμα

δεν έχει ούτω. Το ποσόν των 900,000 φράγκων δεν επληρώθη επί της

Βαυαρικής μοναρχίας ειμή άπαξ, και η επελθούσα μεταπολίτευσις εύρε

το ζήτημα εκκρεμές. Ολίγω δε βραδύτερον, διά της υφ' ημερομηνίαν

12/24 Ιανουαρίου 1864 διακοινώσεώς της, η Ελληνική κυβέρνησις

εζήτησε παρά των τριών προστατίδων Δυνάμεων τρία τινά (215):

1) Την αναβολήν της πληρωμής των τόκων του 1861, 1862, 1863, ούπω

πληρωθέντων.

2) Την παράτασιν επί πέντε έτη της συμβάσεως του 1859, δι' ης η

Ελληνική κυβέρνησις υπεχρεούτο να πληρώση μόνον 900,000 φρ. κατ'

έτος.

3) Το δικαίωμα διά την Ελληνικήν κυβέρνησιν ν' αφιερώση μέρος των

εισοδημάτων της εις την πληρωμήν άλλου χρέους, _του της

επαναστάσεως_ (216), πριν ή καλύψη εξ ολοκλήρου τα έξοδα της

υπηρεσίας του δανείου του 1832.

Αι τρεις Δυνάμεις (217) παρεδέχθησαν μόνον τα δύο πρώτα εκ των

τριών αιτημάτων, απαιτήσασαι σύναμα ως ανταμοιβήν την καθιέρωσιν

κλάδου των εσόδων της Ελλάδος _εις την αποκλειστικήν υπηρεσίαν της

συμφωνηθείσης ενιαυσίας δόσεως_. Ηρνήθησαν όμως ρητώς να θυσιάσωσι

τα συμφέροντά των χάριν των δανειστών του 1824 και 1825. Η Ελλάς

απαντώσα εξέφρασε την ευγνωμοσύνην της προς τας Δυνάμεις, και

εδήλωσεν ότι ήτο πρόθυμος ν' αφιερώση εις την υπηρεσίαν του δανείου

το τρίτον των εισπράξεων του τελωνείου Σύρου (218). Τούτο εγένετο

δεκτόν και επήλθε τέλος το πέρας διαπραγματεύσεων διαρκεσασών

σχεδόν 22 έτη.

Σημειωτέον ότι εν τω μεταξύ είχε συνομολογηθή η συνθήκη της ενώσεως

των Ιονίων νήσων μετά της Ελλάδος (Λονδίνον, 17 Μαρτίου 1864), εν η

είχε καταχωρισθή όρος, διά του οποίου εκάστη των προστατίδων

Δυνάμεων υπεχρεούτο να παραχωρήση εις την Α. Μ. Γεώργιον τον Α'

τεσσάρας χιλιάδας λιρών στερλινών ετησίως εκ των ποσών, άτινα το

Ελληνικόν ταμείον υπεχρεώθη ν' αποτίνη εκάστη αυτών. Το ποσόν τούτο

των δώδεκα χιλιάδων λιρών στερλινών ετησίως προσδιορίζεται, λέγει η

συνθήκη, εις προσωπικήν προίκισιν της Α. Μ., προς τη ανακτορική

χορηγία τη υπό του νόμου του Κράτους οριζομένη.

Εν συνάψει τω 1865, όπως και σήμερον, η νομική θέσις του ζητήματος

είναι η εξής:

1) Απέναντι του χρέους των 60 εκατ., χάριν του οποίου αι Δυνάμεις

από της συνομολογήσεως μέχρι της αποσβέσεως αυτού κατέβαλον

100,392,833 φράγκα (219), η Ελλάς υποχρεούται να καταβάλλη

ενιαυσίως 900,000 φράγκων, ποσόν, εξ ου το τρίτον παραχωρείται υπό

των Δυνάμεων εις τον Βασιλέα ως πρόσθετος επιχορήγησις.

2) Το ποσόν τούτο των 900,000 φράγκων είναι ο ελάχιστος όρος (έν

minimum), των Δυνάμεων επιφυλαχθεισών το δικαίωμα ν' απαιτήσωσιν

αύξησιν του ποσού τούτου, ευθύς ως τα οικονομικά της Ελλάδος

βελτιωθώσιν (220).

Υπό πρακτικήν όμως έποψιν, το ποσόν από _προσωρινού_ κατέστη

_πάγιον_ (221), παρά δε τας, κατά το 1865, δηλώσεις των Δυνάμεων,

ηδυνήθη η Ελλάς να ικανοποιήση τους δανειστάς του 1824 και 1825,

πριν ή αι εγγυηθείσαι το δάνειον του 1832 Δυνάμεις αποζημιωθώσιν

εντελώς.

Αναπολών δέ τις την όλην ιστορίαν του δανείου δύναται να είπη εν

συμπεράσματι ότι το ενιαυσίως υπό της Ελλάδος καταβαλλόμενον ποσόν

είναι μικρόν εν σχέσει προς τα ποσά τα καταβληθέντα υπό των

Δυνάμεων, δεν είναι δ' όμως δυσανανάλογον παραβαλλόμενον προς τας

ωφελείας (222), ας η πατρίς ημών επορίσθη εκ του δανείου των

εξήκοντα εκατομμυρίων.

Ζήτημα δ' όμως λεπτεπίλεπτον εγείρεται, προκειμένου περί της φύσεως

της ενιαυσίας αποζημιώσεως των 900,000 φρ. Ερωτάται: το ποσόν τούτο

αντιπροσωπεύει μόνον τόκους, ή τόκους και χρεωλύσιον, ή τέλος μόνον

χρεωλύσιον: Η σπουδαιότης του ερωτήματος είναι καταφανής· εάν αι

900,000 φρ. αντιπροσωπεύωσι μόνον τόκους, τούτο σημαίνει ότι, του

προς τας Δυνάμεις χρέους θεωρηθέντος ως παγίου, πληρώνεται, αντί

5%, τόκος 0,90%, και προς τούτοις ότι άνευ νέας συμφωνίας δεν

υπάρχει ελπίς ν' απαλλαγώμεν του χρεωστουμένου κεφαλαίου.

Η απορία αύτη προήλθε κυρίως εκ του ότι ουδέποτε έγινεν επίσημος

σύμβασις περί του ζητήματος· διότι τω 1859 αι μεν Δυνάμεις

_απήτησαν_ απλώς την ενιαυσίαν πληρωμήν ποσού φρ. 900,000, όπερ

εθεώρουν αρκούν προς το παρόν, η δε κυβέρνησις αφ' ετέρου

περιωρίσθη εις το ν' αναγράψη το ποσόν τούτο εις τον προϋπολογισμόν

του επομένου έτους (223).

Η ασάφεια της μεταξύ των Δυνάμεων και της Ελλάδος συμφωνίας είχεν

έκτοτε εκπλήξη το κοινόν· η δε επιτροπή της γερουσίας, μεταξύ άλλων

πληροφοριών ας εζήτησε παρά του υπουργού των οικονομικών, εξέφρασε

και την επιθυμίαν να μάθη «αν η ζητουμένη πίστωσις των 1,005,120

(900,000 φρ.) θέλει επιφέρη ελάττωσίν τινα και ποίαν επί του

προκειμένου χρέους.» Αλλ' ο επί των οικονομικών υπουργός Λ.

Κουμουνδούρος απήντησεν «ότι η περί τούτου απάντησις ήτο δυσχερής,

διότι το ζήτημα δεν υπάρχει λελυμένον» (224). Της δε επιτροπής

επιμενούσης να λάβη τουλάχιστον ανακοίνωσιν των σχετικών

διπλωματικών εγγράφων, ο υπουργός απήντησεν ότι το συμφέρον του

κράτους δεν επιτρέπει επί του παρόντος την κοινοποίησιν των

εγγράφων εκείνων, _αφ' ου η υπόθεσις δεν επερατώθη εισέτι

οριστικώς_ (225).

Από των δηλώσεων του αειμνήστου Κουμουνδούρου ουδέν συνέβη το

δυνάμενον να διασαφήση τα κατά το σπουδαίον τούτο ζήτημα (226),

εκ τούτου δε προέκυψαν πλείσται αντιφάσεις. Οι ημέτεροι Kοι

Λιακόπουλος και Δυοβουνιώτης (227) φαίνονται νομίζοντες ότι το

ποσόν των 900,000 φρ. δεν είναι ειμή χρεωλύσιον, την αυτήν δε

γνώμην φαίνεται έχων και ο κ. Stourm (228).

Αλλ' οι κ. κ. Λιακόπουλος και Δυοβουνιώτης δεν υποδεικνύουσιν επί

ποίων πληροφοριών βασίζουσι τα πορίσματα αυτών, ο δε κ. Stourm

καταλήγει εις προφανώς εσφαλμένους υπολογισμούς (229).

Ευρεθέντες δ' ούτω προ αδιεξόδου και μάτην ζητήσαντες πληροφορίας

εις το τμήμα του δημοσίου χρέους (υπουργείον των Οικονομικών) και

εις το επί των Εξωτερικών υπουργείον, κατεφύγομεν εις τα γραφεία

του Διεθνούς Ελέγχου. Εκεί δ' επληροφορήθημεν ότι το ζήτημα της

φύσεως της εξ 900,000 φρ. αποζημιώσεως εκανονίσθη τω 1859 υφ' ενός

μυστικού υπομνήματος (mémoire secret) και ότι, καίπερ τα

περιεχόμενα εν τω υπομνήματι τούτος δεν είναι γνωστά, υπάρχουσι

λόγοι να πιστεύηται ότι τα ενιαυσίως πληρωνόμενα 900,000 φράγκα

περιλαμβάνουσι και ποσόν αφιερωνόμενον εις χρεωλυσίαν.

Τας πληροφορίας ταύτας των γραφείων του Ελέγχου επιβεβαιούσι και τα

μετά τον συμβιβασμόν του 1898 δημοσιευθέντα έγγραφα. Πράγματι ο εν

αυτοίς καταχωρισθείς πίναξ του δημοσίου χρέους, ο περιέχων και τα

κεφάλαια των δανείων και τα εισέτι υπολειπόμενα εξ εκάστου ποσά,

προκειμένου περί του δανείου των τριών Δυνάμεων αναγράφει μεν εν τη

πρώτη στήλη, το κεφάλαιον των 100,392,833 φρ., εν τη στήλη δ' όμως

των _Μηκέτι αποσβεσθέντων ποσών_ (Sommes non amorties) αντί

ωρισμένου ποσού σημειοί απλώς την λέξιν _mémoire_ (230).

Οφείλομεν λοιπόν να καταλήξωμεν εις το συμπέρασμα, ότι η ενιαυσία

δόσις μετέχει τόκου και χρεωλυσίου, χωρίς όμως να δυνάμεθα να

ορίσωμεν το ποσόν εκατέρου τούτων. Εις ανάλογον άλλως τε συμπέρασμα

κατέληγε προ ενδεκαετίας ο κ. Ε. F. G. Law, όστις δεν

συμπεριελάμβανεν εις τον πίνακα του δημοσίου χρέους της Ελλάδος το

δάνειον των τριών Δυνάμεων, _«καθ' ότι, το ακριβές ποσόν τον χρέους

τούτου δεν φαίνεται ακριβώς καθωρισμένον_» (231).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

Βαυαρικά δάνεια και χρέος προς τους κληρονόμους

του Όθωνος.

_Παρ. Α'. — Τα Βαυαρικά Δάνεια (232)._

Πηγή των λεγομένων Βαυαρικών Δανείων υπήρξαν, ως υπεδείξαμεν και

ανωτέρω, αι εις την έκδοσιν της τρίτης σειράς του δανείου των

εξήκοντα εκατομμυρίων επελθούσαι αναβολαί. Η Ελληνική Κυβέρνησις,

ήτις πάντας τους υπολογισμούς αυτής εβάσιζεν επί της εκδόσεως

ταύτης, ευρέθη, αρχομένου του 1835, εις λίαν στενόχωρον θέσιν, και

ο Λουδοβίκος θέλων, ως λέγει ο ίδιος, να δείξη _το προς το

Ελληνικόν έθνος και την Ελληνικήν μοναρχίαν διηνεκές αυτού

ενδιαφέρον_ (233), έστερξε να προκαταβάλη έν εκατομμύριον φράγκων

προς 4%, αποδοτέον όμως άμα τη εκδόσει των εκ του μεγάλου δανείου

υπολειπομένων 20 εκατομμυρίων.

Το επόμενον έτος, της θέσεως των πραγμάτων μη μεταβληθείσης, ο

Λουδοβίκος προυθυμήθη και πάλιν να έλθη αρωγός, χορηγών όχι πλέον

έν αλλά δύο δάνεια το μεν ενός εκατομ. φράγκων (10 Μαρτίου 1836),

το δε ενός εκατομ. φιορινίων (25 Δεκεμβρίου 1836), πάντοτε προς

τέσσαρα τοις εκατόν.

Ολίγω βραδύτερον εξεδόθη και η τρίτη σειρά των εξήκοντα

εκατομμυρίων, αλλά το εκ της εκδόσεως προκύψαν ποσόν, απερροφημένον

ήδη υπό τόκων και επιτοκίων και προεξωφλημένον υπό παντοίων

ελλειμμάτων του Ελληνικού προϋπολογισμού, δεν επήρκει προς

απόσβεσιν των βαυαρικών δανείων, ανερχομένων εις το σχετικώς

σπουδαίον ποσόν των 4,640,000 δραχμών.

Αντί λοιπόν αμέσου αποτίσεως συνήφθη η σύμβασις της 15 Μαρτίας

1838, δι' ης η Ελληνική κυβέρνησις ανελάμβανε να πληρώση εντός του

έτους το δάνειον του 1835 (1 εκατ. φρ.), διά δε την εξόφλησιν των

άλλων δύο δανείων να πληρώση 500,000 φρ. εντός του 1839 και, μέχρις

αποσβέσεως, ανά έν εκατομμύριον κατά τα ακόλουθα έτη.

Μόλις όμως συνεφωνήθησαν οι όροι ούτοι, εφάνησάν πως βαρείς, και

διά νέας συμβάσεως αι υποχρεώσεις της Ελληνικής κυβερνήσεως

ανεβλήθησαν και ανετράπησαν, απεφασίσθη δηλ. ότι αι πληρωμαί θα

ήρχιζον μόνον τω 1840 και ότι θα επληρώνετο πρώτη η δόσις των

500,000 φρ. Η σύμβασις αύτη εξετελέσθη εν μέρει, της Ελληνικής

κυβερνήσεως καταβαλούσης τας υποσχεθείσας 500,000 φρ. του 1840, και

τας τρεις πρώτας τριμήνους δόσεις (750,000) του 1841, ήτοι εν

συνόλω 1,250,000 φρ. Πλην τότε, υποχρεωθείσα να πληρώση εξ ιδίων

και τους τόκους του ηγγυημένου μεγάλου δανείου και αποζημίωσιν προς

την Τουρκίαν διά τα βακούφια, η Ελλάς ηναγκάσθη να ζητήση νέαν

μετατροπήν των μετά της Βαυαρίας συμφωνιών. Αύτη επετεύχθη διά της

συμβάσεως της 13 Φεβρουαρίου 1842, δι' ης το κεφάλαιον του δανείου

ωρίσθη εις 2,917,711 φρ. αποδοτέα ως εξής: (234)

250,000 φρ. τη 18 Νοεμβρίου 1842

250,000 » » » » 1843

500,000 » εις τρεις ίσας δόσεις κατά το 1844

500,000 » » » » » » 1845

500,000 » » » » » » 1846

και 417,711 » » » » » » 1847

Εξ όλων των δόσεων τούτων η πρώτη μόνον επληρώθη ελαττώσασα το όλον

χρέος εις 2,667,771, πριν δε επέλθη η λήξις της δευτέρας, εξερράγη

η αναίμακτος στάσις της γ' Σεπτεμβρίου, ήτις, προκληθείσα μάλλον εκ

του κατά της βαυαροκρατίας μίσους (235) ή εξ ειλικρινούς πόθου

συνταγματικών θεσμών, δεν ηδύνατο ειμή να έχη τον αντίκτυπον αυτής

επί του ζητήματος της πληρωμής των Βαυαρικών δανείων.

Πράγματι, ενώ η αναστολή της υπηρεσίας του δανείου των εξήκοντα

εκατομμυρίων παρουσιάσθη πάντοτε ως γεγονός προσωρινόν υπ' ανωτέρας

ανάγκης επιβληθέν, των βαυαρικών δανείων συνεζητήθη αυτή η

νομιμότης. Κατόπιν δε εμπαθών συζητήσεων, οφειλομένων κυρίως εις

την γραφίδα του διευθυντού της _Ελπίδος_ Λεβίδου, η κοινή γνώμη

επίεσε την Εθνοσυνέλευσιν να εκδώση ψήφισμα, ου αι δύο κυριώτεραι

διατάξεις ήσαν αι εξής:

Α') Η Κυβέρνησις οφείλει, τη ευθύνη του Υπουργικού Συμβουλίου, να

λάβη υπ' όψιν όλα τα διαμειφθέντα έγγραφα μεταξύ της Αυλής της

Βαυαρίας και του εν Λονδίνω συμβουλίου των τριών Μεγάλων Δυνάμεων,

αφορώντα εις την εγκατάστασιν της βασιλείας εις την Ελλάδα, και να

καθυποβάλη λεπτομερή έκθεσιν εντός της πρώτης βουλευτικής περιόδου

περί της εκκαθαρίσεως παντός λογαριασμού εξ αυτών των εγγράφων

πηγάζοντος.

Β') Επιβάλλεται το χρέος εις την βουλήν να εξετάση τον λογαριασμόν

τούτον και να επιμεληθή, διά της διπλωματικής οδού και τη

μεσολαβήσει των τριών προστατίδων Δυνάμεων, περί της απαιτήσεως του

εξ αυτού πηγάζοντος χρέους της Βαυαρίας προς την Ελλάδα.

Το ψήφισμα τούτο αινίσσεται τας υποχρεώσεις, ας είχεν αναλάβη η

Βαυαρία, και αίτινες κατεχωρίσθησαν εις τα από 26 Απριλίου 1832

πρωτόκολλα της διασκέψεως του Λονδίνου, όσον αφορά εις τον κλήρον

(apanage), συμβούλιον της αντιβασιλείας, την ακολουθίαν του

πρίγκιπος και το στρατιωτικόν σώμα (236).

Αλλά προς κατάρριψιν του επιχειρήματος τούτου ήρκει να παρατηρηθή,

ότι η Βαυαρία είχε μεν αναλάβη να πέμψη εν Ελλάδι Βαυαρούς

ανωτέρους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους ως διοργανωτάς,

εξακολουθούσα σύναμα να πληρώνη εις αυτούς τους μισθούς ους

ελάμβανον εν τη πατρίδι αυτών, δεν είχεν όμως απαλλάξη την Ελλάδα

της πληρωμής τακτικής αμοιβής, τοσούτω μάλλον δεδικαιολογημένης,

καθ' όσον οι εν λόγω υπάλληλοι ανελάμβανον εν ξένη χώρα υπηρεσίας

εξαιρετικώς βαρείας και επικινδύνους.

Επίσης, το λεχθέν τω 1843 και επαναληφθέν κατά τον συμβιβασμόν του

1880 (237), ότι η διαχείρισις των αντιβασιλέων επεβάρυνε τον

εκλέξαντα αυτούς Λουδοβίκον, είναι υπό νομικήν έποψιν ήκιστα

σοβαρόν επιχείρημα· καθ' ότι η αντιβασιλεία δεν ήτο επίτροπος του

Λουδοβίκου, αλλ' αντιβασιλεία της Ελλάδος, κράτους ανεξαρτήτου, και

κατ' ακολουθίαν δεδεσμευμένου υπό των πράξεων αυτής.

Και είναι μεν αληθές ότι η αποδοχή, ης ετύγχανον τοιαύτα

επιχειρήματα, εξηγείτο εκ του ότι το κοινόν συνέχεε την ανύπαρκτον

νομικήν προς την πραγματικήν ηθικήν ευθύνην, ην φέρουσιν ο μεν

Λουδοβίκος διά τας ατυχείς του εκλογάς, οι δε αντιβασιλείς διά την

ασύνετον αυτών πολιτείαν. Αλλ' είναι επίσης αναμφισβήτητον ότι, εάν

τοιαύται συγχύσεις επιτρέπονται εις τους πολλούς, δεν συγχωρούνται

δ' όμως εις πολιτικούς άνδρας και κοινοβουλευτικάς συνελεύσεις.

Το συμπέρασμα του ψηφίσματος απετέλει άλλως τε καθ' εαυτό είδος

νομικού τέρατος, διότι, όπως παρετήρησεν ορθότατα ο Καλλιγάς

(238), δι' αυτού προετείνετο εις _συμψηφισμόν δανείου απαιτητού

ανεκκαθάριστος απαίτησις_.

Εν τούτοις η Βαυαρία δεν διεμαρτυρήθη αμέσως. Ότε δε δύο έτη

βραδύτερον ο πρεσβευτής αυτής Gesser εξέφρασε παράπονα διά τε την

καθυστέρησιν των πληρωμών και διά την μη αναγραφήν εν τω

προϋπολογισμώ του αναλογούντος τω δανείω ποσού, ο Κωλέττης απήντησε

διαβιβάζων την γνωστήν έκθεσιν του Μεταξά περί του γενικού

λογαριασμού των εσόδων και των εξόδων από του 1833 - 1843 (239).

Η απάντησις ήτο εύστοχος, αν και υπό νομικήν έποψιν τρωτή, έκτοτε

δε παρήλθον δεκατέσσαρα έτη, χωρίς να γίνη σχεδόν λόγος περί των

Βαυαρικών δανείων (240), ότε αίφνης τη 11 Σεπτεμβρίου 1859 η

Βαυαρική κυβέρνησις ανήγγειλε τη Ελληνική, ότι από του 1849 είχε

παραχωρήση τα δικαιώματα αυτής εις τον πρώην βασιλέα

Λουδοβίκον (241) και εζήτει την πληρωμήν των οφειλομένων κεφαλαίων

και τόκων, ήτοι 1,933,333 φλορίνια και 20 κρέυτζερ.

Πλην παρ' όλην την επιμονήν του Όθωνος, όπως το ζήτημα κανονισθή

δι' αναγραφής επί τούτω ενός εκατομμυρίου εν τω προϋπολογισμώ

(442), η τότε Ελληνική κυβέρνησις ηρνήθη να προβή εις οριστικά

προς τούτο διαβήματα, περιορισθείσα να απαντήση τη Βαυαρία, ότι το

δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων προηγείτο υπό πάσαν έποψιν του

βαυαρικού, και ότι, άμα τω προσεχεί κανονισμώ του πρώτου, θα

ελαμβάνετο φροντίς και περί του δευτέρου (243).

Αι βαυαρικαί απαιτήσεις εφαίνοντο τεθαμμέναι διά παντός, ότε τω

1880 ο Βίσμαρκ, νέος θεός από μηχανής, βλέπων ότι η Ελλάς είχεν

αναγνωρίση τα παλαιά της χρέη και θέλων κατά το σύστημά του να

παράσχη προσωπικήν υπηρεσίαν προς οικογένειαν αποτελούσαν μέρος της

γερμανικής αυτοκρατορίας, ενετείλατο τω γερμανώ πρεσβευτή Ράδοβιτζ

ν' απαιτήση παρά της Ελληνικής κυβερνήσεως τον κανονισμόν του προς

τους κληρονόμους του Λουδοβίκου χρέους. Ο δε σιδηρούς καγκελλάριος,

όπως υποβάλη τας απαιτήσεις του, είχεν εκλέξη στιγμήν, καθ' ην η

Ελλάς, ζητούσα την εκπλήρωσιν της Βερολινίου συνθήκης, δεν ηδύνατο

ν' αναδράμη εις τας συνήθεις αντιρρήσεις· τούτο εννοήσαντες αμέσως

οι ημέτεροι, παρεδέχθησαν μεν κατ' αρχήν την αίτησιν, έπεμψαν δ'

εις Γερμανίαν τον κ. Στέφ. Στρέιτ, όστις μετά περισσής δεξιότητος

χειρισθείς το ζήτημα κατώρθωσεν όπως η Ελλάς επιτύχη πλήρη

εξόφλησιν του Βαυαρικού χρέους, υπολογισθέντος εις 5,600,000 φρ.,

πληρώνουσα εις τον πρίγκιπα Φερδινάνδον της Βαυαρίας εφάπαξ το

ποσόν των 2,600,000 φρ.

Τούτου δε γενομένου, επινευούσης και της Ελληνικής βουλής (244),

τα βαυαρικά δάνεια ανήκουσι του λοιπού μόνον εις την δημοσιονομικήν

ιστορίαν.

_Παρ. Β'. Χρέος προς τους Κληρονόμους του Όθωνος (245)._

Το χρέος τούτο συχνάκις συγχέεται μετά του προηγουμένου, την δε

σύγχυσιν προκαλεί το γεγονός ότι εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις αι

κατά του Ελληνικού έθνους απαιτήσεις περιήλθον εις χείρας της

οικογενείας των Βιττελσβάχων. Πράγματι δ' όμως τα δύο δάνεια

έχουσιν εντελώς διάφορον φύσιν· το μεν οφείλεται εις προκαταβολάς

του Λουδοβίκου τη Ελληνική κυβερνήσει, το δε εις διάφορα έξοδα,

άτινα έκαμεν εξ ιδίων ο Όθων προς ανέγερσιν των ανακτόρων, προς

αποκατάστασιν των ανακτορικών κήπων, προς οικοδομήν του βασιλικού

φαρμακείου (246) και του βασιλικού ιπποστασίου, καθώς και εις

άλλας τινάς απαιτήσεις (247), άς ο μακαρίτης βασιλεύς είχε κατά

του Ελληνικού δημοσίου.

Το σύνολον των απαιτήσεων του βασιλέως κατά την ημέραν της εξώσεώς

του υπελογίζετο ποικιλοτρόπως: υπό τινων μεν εις 4, υπ' άλλων δε

εις 7 1/2 εκατομμύρια (248). Η δε νομιμότης των συνεζητήθη εις

την εθνοσυνέλευσιν, χωρίς όμως να καταλήξη το σώμα εκείνο εις ουδέν

θετικόν συμπέρασμα (249).

Εν τούτοις οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων συνελθόντες εις

Λονδίνον εζήτουν όπως το προς τον Όθωνα χρέος αναγνωρισθή εν τη

συνθήκη, δι' ης παρεχωρείτο τη Ελλάδι η Επτάνησος. Και τούτο μεν

αληθώς δεν εγένετο, αλλ' η Ελληνική κυβέρνησις, καίπερ δηλώσασα διά

του Χ. Τρικούπη ότι δεν υπήρχεν ιδέα ν' αδικηθή ο έκπτωτος

βασιλεύς, δεν ηδυνήθη να εμποδίση τας Δυνάμεις να προσκαλέσωσιν

αυτήν επισήμως να προβή εν τάχει εις την αποζημίωσιν ταύτην

(250).

Η ακαριαίως σχεδόν υπέρ του Όθωνος αναπτυχθείσα αντίδρασις

συνέτεινεν αφ' ετέρου ουκ ολίγον όπως το ζήτημα μη διαιωνισθή.

Ολίγον δε μετά τον θάνατον του αγαθού εκείνου ανδρός υπεγράφετο υπό

της Ελληνικής κυβερνήσεως και των κληρονόμων αυτού (251)

σύμβασις, δι' ης το προς τον Όθωνα χρέος υπολογιζόμενον εις

4,500,000 (252) ανεγνωρίζετο επισήμως.

Το κεφάλαιον τούτο, συναποφέρον τόκον 4%, υπεχρεούτο η Ελληνική

κυβέρνησις να πληρώση _όσον ένεστι θάττον και ει δυνατόν εντός 8

ετών_. Οι περί χρεωλυσίας όμως τεθέντες όροι δεν ετηρήθησαν κατά

γράμμα και το χρέος τούτο αναγράφεται εισέτι εν τω πίνακι του

Δημοσίου χρέους. Πλην η επιτευχθείσα ελάττωσις είναι τόσον σπουδαία

(253), ώστε δεν θα βαρύνη τον προϋπολογισμόν ειμή επ' ολίγα ακόμη

έτη (254).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

Εσωτερικόν χρέος και συντάξεις.

Α'. Εσωτερικόν χρέος.

Επί του θέματος τούτου ολίγον θα ενδιατρίψωμεν, διότι, εξαιρέσει

της προς τας τρεις ναυτικάς νήσους αποζημιώσεως, περί ης

πραγματευόμεθα εν τω επομένω κεφαλαίω, και μικρών προκαταβολών της

Εθνικής Τραπέζης (255), το εσωτερικόν χρέος συνίστατο εξ

υποχρεώσεων των παρελθουσών κυβερνήσεων, εξαργυρώσεων

χαρτονομίσματος, τόκων εγγυοδοσιών και αποδόσεων κεφαλαίων της

πρώτης Εθνικής Τραπέζης. Ένεκα δε της αποσβέσεως των παλαιών χρεών

και της προϊούσης εξαργυρώσεως του χαρτονομίσματος, το χρέος τούτο

προέβη τάχιστα ελαττούμενον. Από 158,148 δρ. τω 1833 περιωρίσθη εις

103,750 τω 1836, 32,198 δρ. τω 1839, και 1,460 τω 1842 (256). Από

του 1843 και εντεύθεν παρατηρείται αληθώς μικρά τις αύξησις, αλλά

και αύτη περιορίζεται εις ομολογίας απέναντι παλαιών απαιτήσεων και

τόκους εγγυοδοσίας υπολόγων, ως εμφαίνει ο εκ του προϋπολογισμού

του 1862 ερανισθείς πίναξ, αναλύων το εσωτερικόν χρέος εις:

1) Ομολογίας απέναντι παλαιών απαιτήσεων = 20,370

2) Τόκους εγγυοδοσίας υπολόγων = 6,500

_________

Σύνολον 26,870 δρ. (257)

Β'. Συντάξεις.

Συντάξεις επί μακρόν δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι, και πράγματι δεν

καθιερώθησαν ειμή μετά το 1852. Εν τούτοις ανεγράφοντο εις τον

προϋπολογισμόν και ήσαν μετά το 1843 το σπουδαιότερον τμήμα του

δημοσίου χρέους. Τούτο δε, διότι υπό τον τίτλον τούτον εσημειούντο

ανταμοιβαί ή αποζημιώσεις, άς το έθνος εθεώρει καθήκον να αποτίνη

μετά τον Αγώνα.

Αι _Συντάξεις_ διηρούντο εις τάξεις πέντε:

1) Εις την των _Απομάχων_, εις ους απενέμοντο συντάξεις δι'

ονομαστικών διαταγμάτων.

Κατά τον προϋπολογισμόν του 1845 (258), υπήρχον 396 απόμαχοι

λαμβάνοντες σύνταξιν μηνιαίαν δρ. 7,305.

2) Εις την των _Χηρών και ορφανών_ ανδρών προσενεγκόντων εκτάκτους

προς την πατρίδα υπηρεσίας.

Τω 1845 η τάξις αύτη περιελάμβανε 1788 άτομα (259) και

προϋπέθετεν έξοδα μηνιαία δρ. 19,064.

3) Εις την των _Πρεσβυτών της Φάλαγγος_. Η τάξις αύτη περιελάμβανεν

ελαχίστους φαλαγγίτας (260) προβεβηκότας και αναγνωρισθέντας διά

βασιλικού διατάγματος αξίους ιδιαιτέρας βοηθείας.

4) Εις _Χορηγήματα απέναντι παλαιών απαιτήσεων_. Τα χορηγήματα

ταύτα εδίδοντο εις παλαιούς πιστωτάς του κράτους, ως επί το πολύ

θυσιάσαντας τα πάντα υπέρ του έθνους (261).

Τω 1845 η τάξις αύτη περιελάμβανεν:

27 άτομα λαμβάνοντα από 555 - 80 δρ. κατά μήνα

6 » » » 70 - 55 » » »

12 » » » 50 - 34 » » »

16 » » » 30 - 20 » » »

50 » » » 15 - 6 » » »

Ήτοι σύνολον 111 ατόμων. — Η μηνιαία επιχορήγησις ήτο δρ. 9,304.

ε') Εις _Προικίσεις ορφανών ανδρών διακριθέντων κατά τον Αγώνα_.

Τοιαύται προικίσεις είχον εγκριθή:

Δι' ειδικών καταλόγων τω 1833 δρ. 3,800

» » » » 1834 » 35,140

» » » » 1835 » 51,150

» » » » 1836 » 27,140

Διά Β. Διαταγμάτων μέχρι του 1844 » 33,720

_______

150,950

Εκ του συνόλου τούτου των 150,950 δρ., 73,595 επληρώθησαν και

10,020 ηκυρώθησαν, έμενον λοιπόν τω 1845 δρ. 67,335 πληρωτέαι εις

522 άτομα (262). Αλλ' επειδή αφ' ετέρου είχεν ορισθή ότι αι

ανώτεραι των 200 δρ. προικίσεις θα επληρώνοντο εις γαίας, ο

προϋπολογισμός ανέγραφε διά την ε' τάξιν απλούν κονδύλιον 3000 δρ.

Το σύνολον των _συντάξεων_ συμποσούμενον τω 1833 εις 172,515 δρ.,

ανήλθε ταχέως εις 239,329 (1834), 357,976 (1839), και 426,031 δρ.

(1842) Έκτοτε περιωρίσθη πως (263), δύναται δέ τις να λάβη ως

μέσον όρον δια τα μετέπειτα έτη το ποσόν των 400,000 δρ. Ανάγκη δε

να ομολογήσωμεν, ως πράττει και αυτός ο About, ότι τοιούτον ποσόν

δεν ήτο υπερβολικόν, λαμβανομένων υπ' όψιν και των εκτάκτων προς το

έθνος υπηρεσιών και της άκρας πενίας, εις ην υπέπεσον μετά την

επανάστασιν και οι προ αυτής πλουσιώτεροι (264).

Δυστυχώς όμως το κεφάλαιον των συντάξεων δεν περιελάμβανε πάσας τας

πληρωνομένας αποζημιώσεις και όλα τα χορηγήματα, έτεραι δε εύρηνται

εν τοις προϋπολογισμοίς των διαφόρων υπουργείων. Ούτως (265)

αναγράφονται:

Εν τω προϋπολογισμώ του υπουργείου των Στρατιωτικών.

Διά μεν την φάλαγγα . 481,763, δρ. 30)

Διά συντάξεις στρατιωτικάς ) δρ. 579,095.01

μη αναγραφομένας αναλυτικώτερον . 97,331, » 76)

Εν τω προϋπολογισμώ του υπουργείου των Ναυτικών, διά

τεσσαράκοντα συντάξεις................ » 9,784.80

Εν τω προυπολογισμώ του υπουργείου της Παιδείας,

διά συντάξεις εκκλησιαστικάς................... » 71,103 (266)

Εν τω προϋπολογ. του υπουργ. της Δικαιοσύνης .. » 2,040

» » » » » των Εσωτερικών, διά

πολιτικάς συντάξεις, μη συμπεριλαμβανομένων 75,000

δρ. διά βοηθήματα,........ » 23,994

_Εν όλω δρ. 686,016_, εις ας προσθέτοντες τας 400,000 δρ. των

συντάξεων έχομεν άθροισμα 1,086,016, ήτοι ποσόν υπέρογκον εν

παραβολή προς τα άλλα έξοδα του κράτους (267). Αλλά το πράγμα δεν

περιορίζεται εν τούτω. Είδομεν προ στιγμής ότι ο προϋπολογισμός του

υπουργείου των Εσωτερικών ανέγραφεν 75,000 δρ. διά χορηγήματα, προς

τούτοις τμήμα του προϋπολογισμού των ναυτικών ουδέν άλλο ήτο

ουσιαστικώς ή απλούν χορήγημα. Ιδού τι γράφει ο Κωνσταντίνος

Κανάρης, υπουργός των ναυτικών ων, περί δύο σπουδαιοτάτων κονδυλίων

του υπουργείου, ό διηύθυνεν (268):

« Αξιωματικούς εχομεν 400, εξ ων 306 μένουσι διαθέσιμοι. Διά δε

τους διαθεσίμους τούτους δαπανώμεν κατ' έτος δραχμ. 264,492. Το

κεφάλαιον τούτο είναι μεν μέγα, _διότι εξισούται με την του εν

υπηρεσία στόλου ολικήν μισθοδοσίαν_, και κατ' έτος βαίνει αυξάνον,

αλλ' όλοι σχεδόν οι διαθέσιμοι αξιωματικοί είναι άνθρωποι, προς ους

το Έθνος οφείλει κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν

του.

«Ο λόχος των αποστράτων, αποτελούμενος εκ των μη εντελώς ανικάνων

ναυμάχων, συνεστήθη τω 1833, απαρτίζεται εξ ανδρών 46, και απαιτεί

ενιαυσίαν δαπάνην 24,142 δρ.».

Η _Φάλαγξ_ υπήρξε πηγή άλλων καταχρήσεων. Ο θεσμός ούτος είχε

διπλούν σκοπόν, ον είχε κάλλιστα καθορίση το ιδρύον την Φάλαγγα

βασιλικόν διάταγμα της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834. «Η Φάλαγξ ιδρύεται,

λέγει το διάταγμα, διά να δοθή δείγμα της Βασιλικής ευνοίας και της

ευγνωμοσύνης της πατρίδος εις τους γενναίους άνδρας, οίτινες

εχρησίμευσαν ως οδηγοί των συστρατιωτών των εις τον υπέρ της

Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα, και διά να τοις δοθή ευκαιρία να

διαπρέψωσιν εις την φωνήν του Βασιλέως των διά νέων εκδουλεύσεων».

Ούτως εννοουμένη η Φάλαγξ, ουχί μόνον εδικαιολογείτο τελείως, αλλά

και σπουδαιοτάτας ηδύνατο να προσενέγκη προς το έθνος υπηρεσίας.

Δυστυχώς ούτε υπηρεσίας αξίας λόγου προσήνεγκεν ούτε διωργανώθη

συνετώς.

Ούτω περιελήφθησαν εν αυτή 900 αξιωματικοί, ων πολλοί ουδέ κατά

φαντασίαν υπήρξαν _οδηγοί των συστρατιωτών των_. Εκ δε της

εξογκώσεως ταύτης των στελεχών προέκυψεν η υπερβολική ενιαυσία

δαπάνη ενός εκατομμυρίου. Εδέησε λοιπόν ταχέως να μετριασθή το

κακόν, και εξεδόθη προς τούτο τω 1838 νόμος θεσπίζων ότι, όσοι εκ

των φαλαγγιτών δεν ήθελον να μείνωσιν εις τετραρχίας ενεργητικάς,

ηδύναντο να λάβωσι προικοδοτήσεις εις γαίας αναλόγους προς το

σύνολον των μισθοδοσιών των. Τα αποτελέσματα του νόμου τούτου

υπήρξαν κατ' αρχάς λίαν ευεργετικά· ο αριθμός των φαλαγγιτών

περιωρίσθη από 900 εις 350 (269) και η εν τω προϋπολογισμώ

αναγραφομένη δαπάνη από ενός εκατομμυρίου εις 400,000 δρ. Δυστυχώς

πολλοί φαλαγγίται δεν εφρόντισαν ν' ανταλλάξωσι τα εις αυτούς

δοθέντα γραμμάτια αντί γαιών, αλλά πωλήσαντες αυτά αντί 25 και 30%

της αξίας, και σπαταλήσαντες τα συλλεχθέντα, ταχέως περιέπεσον εις

την εσχάτην ένδειαν (270). Τότε δε αντί να υποστώσι τα αντίποινα

της ατασθαλίας των, ήγειραν νέας κατά του δημοσίου απαιτήσεις και

έχοντες ισχυρούς πολιτικούς προστάτας, επέτυχον, πράγμα απίστευτον,

νέαν αυτών κατάταξιν εις την Φάλαγγα, ης ο προϋπολογισμός ανήλθε

και πάλιν από 400,000 εις σχεδόν 500,000 δραχμών (271).

Έτη δέ τινα μετά ταύτα, ότε πλέον ο αριθμός των φαλαγγιτών είχε

περιορισθή εις 240, εψηφίσθη ο νόμος «Περί συντάξεως και

προικοδοτήσεως της εν ενεργεία Φάλαγγος» της 12 Οκτ. 1856, όστις,

ισοδυναμών εν τοις πράγμασι προς διάλυσιν της Φάλαγγος, μετέτρεψε

τον εις τους φαλαγγίτας πληρωνόμενον μισθόν εις σύνταξιν και

συμπεριέλαβεν αυτόν εις τας υπό του υπουργείου των Στρατιωτικών

πληρωνομένας συντάξεις.

Και ταύτα μεν καθ' όσον αφορά εις τας _συντάξεις_ μέχρι του 1852.

Αλλ' από της εποχής εκείνης ομολογουμένως τα πράγματα μετεβλήθησαν.

Πρώτον παρερχομένων των ετών επέστη η ανάγκη εγκαθιδρύσεως αληθούς

συστήματος συντάξεων στρατιωτικών, ναυτικών και πολιτικών, και επί

τούτω εψηφίσθη σειρά νόμων. Δεύτερον αι συντάξεις δεν διηρούντο

πλέον εις πέντε τάξεις, αλλ' ανεγράφοντο κατά είδος. Ο δε

προϋπολογισμός του 1862, ο τελευταίος της Βαυαρικής Δυναστείας,

υπολογίζων την υπηρεσίαν του δημοσίου χρέους εις 2,848,889,

περιλαμβάνει τον εξής _Αναλυτικόν Πίνακα_:

&ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ&

1)_Στρατιωτικαί_ Άτομα Συντάξεις

α') Παλαιαί από του 1834.............) 1,780 559,998)

β') Νέαι από του 1852 ...............)

γ') Αποστρατ. μισθ. φάλαγγος ........ 323 313,782) 961,500

_____

2,103

δ') Ενδεχ. αυξήσεις................. 25,000)

ε’) Αύξησις 20% επί μισθών φάλαγγος. 62,756)

2)_Ναυτικαί_

α') Παλαιαί από τoυ 1834...............)

β') Νέαι από του 1853 .................)592 146,658)

γ') Αποστρατευτικοί μισθοί ναυτικών

Επιτάκτων ............................. 202 221,990)

___ _______

794 462,448

Ενδεχ. αυξήσεις........................ 25,000)

Αύξησις 20% επί μισθών Επιτάκτων.......... 44,394) 438,046

3)_Εκκλησιαστικαί_

Παλαιαί από του 1834.................. 28 14,049

4)_Πολιτικαί_

α') Παλαιαί από του 1834 .............) 31 52,928

β') Νέαι από του 1855 ................)

5) Προίκισις ταμείου Πολιτ.

Συντάξεων (272) ...................... 100,000

_________

1,566,523

Οπωσδήποτε, όμως, παρ' όλας τας εξωτερικάς αλλαγάς, σπουδαίον μέρος

των νέων συντάξεων εξηκολούθει να μη είναι άλλο ή ανταμοιβή

παρελθουσών και κατά το μάλλον ή ήττον πραγματικών πατριωτικών

υπηρεσιών (273).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Xρέος προς τας ναυτικάς νήσους.

Γνωστόταται είναι αι προς το Έθνος υπηρεσίαι των τριών νήσων Ύδρας,

Σπετσών και Ψαρών, αίτινες, υποστάσαι σχεδόν όλον το βάρος του κατά

θάλασσαν αγώνος, εκλήθησαν και _ναυτικαί_. Γνωστόταται δ' είναι

επίσης αι μεγάλαι χρηματικαί θυσίαι, δι' ων αι νήσοι αύται

ηδυνήθησαν να καλύψωσι τα έξοδα του αρίστου στόλου, ον είχον

καταρτίση.

Το δε μέγεθος των θυσιών εκείνων δύναταί τις ν' αντιληφθή κάλλιον,

αναλογιζόμενος αφ' ενός μεν ότι αι θυσίαι αύται ανήρχοντο εις 18

εκατ. δρ. νέων (274), ήτοι εις ποσόν ακόμη σήμερον υπέρογκον διά

τρεις μικράς νήσους, αφ' ετέρου δε ότι τα εξ άλλων πηγών καθ' όλην

την Επανάστασιν εις το δημόσιον εισαχθέντα συμποσούνται περίπου εις

37,800,000 δρ. Επειδή δε πάλιν εκ των 37,800,000 δρ. τούτων, μόνον

22,500,000 δρ. κατεβλήθησαν υπό Ελλήνων (αι 15,300,000 άλλαι

προήλθον εκ των εξωτερικών δανείων), άγεταί τις, μετά του

Παπαρρηγοπούλου (275), εις το συμπέρασμα, ότι το σύνολον των

χρηματικών εισφορών της όλης Ελλάδος ολίγον υπερβαίνει τας των

τριών νήσων.

Παρατηρητέον προς τούτοις ότι αι θυσίαι αύται εγένοντο εν ταις

ναυτικαίς νήσοις, ουχί, όπως εν τη λοιπή Ελλάδι, υφ' όλων των

τάξεων, αλλά μόνον υπό των προκρίτων (276), ιδίως δε υπό των

Κουντουριωτών (277)·

Το όλως έκτακτον των προς την πατρίδα υπηρεσιών των τριών νήσων

συνησθάνθησαν ανέκαθεν αι Ελληνικά κυβερνήσεις, αποζημιώσασαι μεν

αυτάς κατά την επανάστασιν (278), βραδύτερον δε αναγνωρίσασαι τας

απαιτήσεις αυτών, εν ώ οι λογαριασμοί των θυσιών της Πελοποννήσου

και της Στερεάς μένουσιν εισέτι ανεκκαθάριστοι (279).

Αναγνώρισις τον Χρέους — Ο Νόμος του 1853

Η ιστορία της αναγνωρίσεως των προς τας τρεις νήσους υποχρεώσεων

είναι μακρά. Από της 14 Απριλίου 1823 αι νήσοι ζητούσι παρά της εν

Άστρει συνελεύσεως, όπως η Πελοποννησιακή γερουσία αναλάβη την

αποζημίωσιν αυτών (280). Μετά μακράν συζήτησιν, καθ' ην ανεγνώσθη

και έγγραφον διαφόρων πελοποννησίων στρατηγών προς τας τρεις νήσους

(281), η πρότασις αυτών εγένετο δεκτή. Ολίγω δε βραδύτερον η εν

Επιδαύρω εθνική συνέλευσις απεφάσισε ν' αναγνωρισθώσιν ως δημόσια

χρέη και τα από του 1823 μέχρι του 1826 γενόμενα και αποδεδειγμένα

έξοδα (282).

Ο Κυβερνήτης βαίνων έτι πρόσω συνέστησεν εις την Δ' εθνικήν

συνέλευσιν να λάβη υπ' όψιν τας αναφοράς των τριών νήσων (283),

έδωκε δε εις αυτάς και προσωρινάς μικράς αποζημιώσεις (284).

Ο Καποδίστριας όμως εδολοφονήθη πριν ή κανονισθή το ζήτημα και επί

μακρόν ενομίσθη ότι αι απαιτήσεις των τριών νήσων θα ελάμβανον την

τύχην των αξιώσεων της λοιπής Ελλάδος. Τούτο εγέννησε μάλιστα και

ταραχάς εν Ύδρα (285). Πλην, ως είπομεν, το έθνος είχε την

συναίσθησιν ότι αι υποχρεώσεις αυτού προς τας τρεις ναυτικάς νήσους

είχον τι το εξαιρετικόν. Προς τούτοις οι έχοντες απαιτήσεις

νησιώται, εκτός του ότι ήσαν ολίγοι και κάτοχοι αναμφισβητήτων

τίτλων, ήρχισαν να λαμβάνωσι, λόγω των υπηρεσιών αυτών, παντοίας

χορηγήσεις και συντάξεις (286). Εθεωρήθη λοιπόν εν ταυτώ

επάναγκες και δίκαιον ν' αποκατασταθή ποια τις ισότης μεταξύ των

δικαιούχων, δι' ειδικού νόμου, όστις εψηφίσθη τη 22α Ιανουαρίου

1853 (287). Τρία έτη βραδύτερον, τη 12η Ιουλίου 1856, Βασιλικόν

Διάταγμα ώρισε τας απαιτήσεις των νήσων εις δρ. παλαιάς 20,000,000

(288) (18,000,000 δρ. νέας), απέναντι των οποίων εδίδετο το υπό

του νόμου ορισθέν ενιαύσιον χορήγημα δρ. παλ. 200,000, ήτοι τόκος

1%.

Η προσωρινή αύτη κατάστασις, ήτις παρετάθη μέχρι του παρόντος

έτους, υπ' ουδεμίαν έποψιν ήτο ικανοποιητική. Διότι αφ' ενός μεν

ούτε αι προς τας τρεις νήσους πολλάκις επισήμως αναγνωρισθείσαι

υποχρεώσεις εξετελούντο, και πράγματι τόκος 1% δυσκόλως δύναται να

υποληφθή ως αρκούσα αποζημίωσις, ούτε το κεφάλαιον του χρέους του

δημοσίου ωρίζετο μετά τινος ακριβείας. Αφ' ετέρου δε παρατεινομένης

της καταστάσεως και αυτός ο νόμος του 1853 εστερείτο καθ' ημέραν

του πατριωτικού εκείνου χαρακτήρος, όστις εδικαιολόγει το

εξαιρετικόν αυτού· καθ' ότι παρερχομένων των ετών οι αρχικοί

δικαιούχοι απεξενούντο των δικαιωμάτων και υπήρχε κίνδυνος μήπως

θάττον ή βραδύτερον πάντα τα χορηγήματα και μετ' αυτών αι

απαιτήσεις εξοφλήσεως εις το άρτιον περιέλθωσιν εις οικογενείας,

προς ας ουδεμίαν το έθνος ώφειλεν ευγνωμοσύνην.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εδέησεν η Κυβέρνησις να επέμβη.

Υπεβλήθη δε υπ' αυτής νομοσχέδιον, διά του οποίου ανεγνωρίζοντο αι

προς τας ναυτικάς νήσους υποχρεώσεις και ελαμβάνετο φροντίς προς

απόσβεσιν αυτών, χωρίς όμως να επιβαρυνθή σπουδαίως ο

προϋπολογισμός.

Αι κυριώτεραι διατάξεις του νομοσχεδίου τούτου, νυν νόμου ΓΚΕ' της

16ης Ιουνίου 1904, είναι αι εξής:

Αι απαιτήσεις των τριών νήσων αναγνωρίζονται χρέος δημόσιον, ου το

κεφάλαιον ορίζεται άπαξ διά παντός εις 18 εκατ. δρ. Απέναντι του

κεφαλαίου τούτου και _επί τη βάσει των μέχρι τούδε χρηματικών

ενταλμάτων_, εκδίδονται τοις δικαιούχοις ονομαστικαί ή και ανώνυμοι

ομολογίαι αποφέρουσαι τόκον 1%.

Κανονισθέντος δε ούτω του κεφαλαίου του χρέους, ο νέος νόμος

μεριμνά περί της αποσβέσεως αυτού, προς τούτο δε ορίζει ότι:

α') Διά την υπηρεσίαν του νέου δημοσίου χρέους, εις τας μέχρι τούδε

αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ 180,000 δρ. προστίθεται ενιαυσίως

ποσόν 20,000 δρ. αντιπροσωπευουσών το χρεωλύσιον, όπερ θέλει

αυξάνεσθαι κατ' έτος διά των τόκων των διά κληρώσεως αποσβεννυμένων

ομολογιών. Επειδή δε προφανώς η μέθοδος αύτη της χρεωλυσίας είναι

βραδυτάτη, ο νόμος προσθέτει

β') Αι νέαι ομολογίαι γίνονται δεκταί έτι τω αρτίω εις προεξόφλησιν

ανανεουμένου προς το δημόσιον χρέους, και εις πληρωμήν δόσεων

Εθνικών και Εκκλησιαστικών κτημάτων, δηλαδή εν άλλαις λέξεσιν _εις

απότισην δυσχερώς εισπραττομένων χρεών_.

Διά του διπλού τούτου μέσου υπολογίζεται υπό της βραχυτάτης

εισηγητικής του νομοσχεδίου εκθέσεως (289), ότι εντός ουχί μακρού

χρόνου και άνευ θυσίας διά το δημόσιον θέλουσιν αποσβεσθή αι

εκδοθησόμεναι ομολογίαι. Η δε απόσβεσις αύτη επιταχύνεται και διά

του άρθρου 8, ορίζοντος ότι, εάν εντός πέντε ετών από της

δημοσιεύσεως δεν ήθελε ζητηθή η έκδοσις ομολογιών, παν δικαίωμα επί

των διά του νόμου τούτου χορηγουμένου πλεονεκτήματος διαγράφεται.

Ο ούτω συνοψισθείς νόμος της 16 Ιουνίου δεν έτυχε πολύ ευμενούς

υποδοχής. Παρετηρήθη πράγματι έν τισιν οργάνοις του τύπου, ότι

ήθελεν είναι ίσως χρήσιμος και δίκαιος ψηφιζόμενος προ

πεντηκονταετίας, ότε οι τίτλοι ευρίσκοντο έτι εις χείρας των

αρχικών δικαιούχων, αλλ' ότι έκτοτε οι τίτλοι ούτοι είχον ως επί το

πολύ πωληθή εις ευτελή τιμήν, και συνεπώς ότι ο νέος νόμος, ο

σκοπών την αμοιβήν μεγάλων προς την πατρίδα υπηρεσιών, θα ανταμείψη

μόνον την οξυδέρκειαν ευφυών κερδοσκόπων.

Υπάρχει βεβαίως ποιά τις αλήθεια εν ταις σκέψεσι ταύταις, αλλά δεν

νομίζω αυτήν αρκούσαν, όπως απορριφθή η αρχή του νόμου της 16ης

Ιουνίου. Διότι αφ' ενός μεν πλείστοι των αρχικών δικαιούχων, ως

επείσθην εκ προχείρου ανακρίσεως, δεν απεξενώθησαν των δικαιωμάτων

των, αφ' ετέρου δε πάσα αναβολή εις τον διακανονισμόν του χρέους θα

είχεν ακριβώς το αποτέλεσμα να ελαττώνη βαθμηδόν τον αριθμόν των

οικογενειών, ων ο νομοθέτης του 1853 ηθέλησε ν' ανταμείψη τας

υπηρεσίας. Επειδή δε μοιραίως ώφειλε κανονισμός τις να επέλθη, ήτο

σύμφωνον προς το πνεύμα του νόμου να γίνη ο κανονισμός ούτος όσον

ένεστι θάττον.

Όσον αφορά νυν εις τας λεπτομερείας του νόμου, πολλά δύναται τις

βεβαίως ν' αντείπη. Συνέτεινεν αναμφιβόλως εις την ατέλειαν αυτού η

έλλειψις προκαταρκτικής μελέτης (290), και η σπουδή μεθ' ης ο

νόμος εψηφίσθη.

Εκ της αμελείας και της σπουδής ταύτης προέκυψαν δυσκολίαι εις την

εφαρμογήν του νόμου, το δε προς εκτέλεσιν του νόμου εκδοθέν

βασιλικόν διάταγμα περιέπλεξεν, έτι πλέον τα πράγματα (291). Ουχ

ήττον όμως ο νέος νόμος, μετά τινων τροποποιήσεων ή άνευ τοιούτων,

δεν θα βραδύνη να εφαρμοσθή, εφαρμοζόμενος δε θα έχη, ως είπομεν,

το πλεονέκτημα ν' αποσβέση από του προϋπολογισμού βάρος μη ακριβώς

καθωρισμένον και όπερ ένα σχεδόν αιώνα μετά την επανάστασιν δεν

ανταποκρίνεται πλέον εις τον αρχικόν αυτού σκοπόν.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

ΕΠΙ ΤΟΥ Β' ΒΙΒΛΙΟΥ

Ανασκοπούντες νυν τα κατά το Δημόσιον χρέος επί της Βαυαρικής

Δυναστείας, παρατηρούμεν ότι η αντιπάθεια του Όθωνος προς τα

δάνεια, η αναστολή της υπηρεσίας των δανείων των τριών Δυνάμεων και

των Βαυαρικών, καθώς και η μη αναγνώρισις των δανείων της

ανεξαρτησίας, κατέληξαν αφ' ενός μεν εις το να βαρυνθή ελάχιστα ο

προϋπολογισμός, αφ' ετέρου δ' όμως να φθάση το ονοματικόν χρέος της

Ελλάδος εις ύψη δυσθεώρητα.

Και εν ώ η αποστροφή του Βασιλέως προς τα δάνεια, εξηγουμένη και εκ

του ότι μόνον υπό επαχθεστάτους όρους ηδύνατο τότε να δανεισθή η

Ελλάς, είναι αξία παντός επαίνου, η μη επιδίωξις συμβιβασμού ως

προς τα μεγάλα ημών εξωτερικά δάνεια είναι τοσούτω μάλλον

κατακριτέα, καθ' όσον ηναγκάσθημεν βραδύτερον να υποβληθώμεν ένεκεν

αυτών εις βαρείας θυσίας.

Ανεξαρτήτως νυν πάσης κρίσεως περί της δημοσιονομικής ταύτης

πολιτείας, παρατηρούμεν ότι το δημόσιον χρέος της Βαυαρικής

Δυναστείας εις τας παραμονάς της πτώσεως αυτής συνοψίζεται ως εξής:

α') Δάνειον του 1824 και 1825.

Εκ των δανείων έμενον εν κυκλοφορία ομολογίαι αξίας 2,250,615

(292).

_Εις ταύτας προσθετέοι οι καθυστερούμενοι τόκοι από του 1826_.

β') Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων.

_Εις το χρεωστούμενον κεφάλαιον προσθετέοι και οι τόκοι από τον

1843_.

γ') Τα Βαυαρικά Δάνεια.

_Εκ τούτων υπελείπετο κεφάλαιον 2,700,000 δρ., εις ό προσθετέοι, ως

και άνω_, οι τόκοι από του 1843.

δ') Το εσωτερικόν χρέος, απαρτιζόμενον καθ' ολοκληρίαν σχεδόν εκ

του χρέους προς τας ναυτικάς νήσους, _χρέους υπολογισθέντος εις 20

εκατ. παλαιών δραχμών_ (293).

ε') _Αι Συντάξεις_, περιλαμβάνουσαι, και μετά το 1852, αποζημιώσεις

ή ανταμοιβάς σχετιζομένας προς τον Αγώνα.

Απέναντι του ονοματικού τούτου χρέους, ου το βάρος είναι δύσκολον

να υπολογισθή μετά τινος ακριβείας (294), ο τελευταίος

προϋπολογισμός της Βαυαρικής Δυναστείας αναγράφει τον εξής πίνακα:

ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ

Χρέος εξωτερικόν

1) Απόδοσις εις λογαριασμόν των προκαταβολών

των Δυνάμεων ........... 1,005,120

2) Προμήθεια κτλ. δανείου Ρόσχιλδ . . 50,376

_________

1,055,496 (295)

Χρέος εσωτερικόν

1) Χορήγημα Ναυτικών νήσων ....... 200,000

2) Ομολογ. απέναντι παλαιών απαιτήσεων20,370

3) Τόκοι εγγυοδοσίας υπολόγων ........ 6,500

_______

226,870

Συντάξεις

1. Στρατιωτικαί ................... 961,600

2. Ναυτικαί........................ 438,046

3. Εκκλησιαστικαί ................. 14,049

4. Πολιτικαί........................ 52,928

5. Προίκισις ταμείου Εθν. συντάξεων 100,000

________

1,566,523

Σύνολον 2,848,899 (296)

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(σελ. ε' - ιε')

ΒΙΒΛION A'

ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (1824 - 1825)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Έκδοσις και χρήσις α' Δανείου.

Εισαγωγικαί παρατηρήσεις σελ. 1 - 3. — Τα οικονομικά της Ελλάδος

κατά την επανάστασιν (Δημόσιαι πρόσοδοι, λαφυραγωγία, εκούσιαι και

καταναγκαστικαί εισφοραί)· σελ. 4 - 8 — Ανάγκη δημοσίου δανείου.

Πρώται διαπραγματεύσεις (Κεφαλάς Ολύμπιος, Μεταξάς, ο Jourdain και

οι ιππόται της Ρόδου, Ρώμας)· κάθοδος εις Ελλάδα των Ρούπενθαλ,

Πήκοκ και Βουίτς· σελ. 8 - 13.

Νέαι διαπραγματεύσεις, ο Λουριώτης και ο Blaquière, ανάμιξις του

Greek Committee· αποστολή εις Αγγλίαν I. Ορλάνδου, Α. Λουριώτου και

I. Ζαΐμη· σελ. 13 - 15. — Κατάστασις του Λονδινίου Χρηματιστηρίου·

κερδοσκοπική μανία, δάνεια Κύπρου και Ηπείρου· σελ. 15 - 17. —

Επιτυχία Ελληνικού δανείου 800,000 Λ., οι όροι της εκδόσεως - σελ.

17 - 18. — Αποστολή των χρημάτων, τα κατά την αποστολήν επεισόδια·

σελ. 18 - 19. — Άφιξις των χρημάτων εις Ελλάδα· ελεεινή χρήσις

αυτών· κρίσεις Φίνλεϋ και Γερβίνου· σελ. 19 - 21.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Έκδοσις και χρήσις β' Δανείου.

Διαπραγματεύσεις περί νέου δανείου εν Παρισίοις και Λονδίνω· σελ.

22 - 23 — Επιτυχής έκδοσις δανείου δύο εκατομμυρίων στερλινών·

αθλία διαχείρισις του δανείου· ο Ορλάνδος, ο Λουριώτης και η

_τετραρχία_· κρίσεις περί των Ελλήνων επιτρόπων· σελ. 23 - 27.

Ανάλυσις της χρήσεως του β' δανείου· σελ. 28 - 29. — Παρ. Α'. _Ποσά

διατεθέντα εν τω χρηματιστηρίου του Λονδίνου _αθρόαι και

σκανδαλώδεις εξαγοραί ομολογιών· σελ. 29 - 33.

Παρ. Β'. Χρήματα διατεθέντα εις στρατιωτικάς και ναυτικάς

παρασκευάς.

Ιστορία των Εθνικών Δανείων Μέρος Α' - Τα δάνεια της ανεξαρτησίας (1824-1825) - Το Δημόσιον Χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας · 第 4 / 18 题