Αι δύο ή τρεις σκηναί, καθ' ας αι Μάγισσαι συνέρχονται μόναι, και η

εμφάνισις αυτών εις τον Μάκβεθ και τον Βάγκον ταυτοχρόνως, εναργώς

αποδεικνύουσιν ότι ο ποιητής παριστά αυτάς ως όντα υπαρκτά και

αντικειμενικά. Εν τούτοις κριτικοί τινες απεπειράθησαν να εξώσωσι τα

υπέρ φύσιν εκ του θεάτρου του Σαικσπείρου, εξηγούντες αυτά ως απλάς

δήθεν φρεναπάτας, όπως εν τω Ορέστη του Ευριπίδου... Θέλουσι, λόγου

χάριν, ότι η εμφάνισις και αι προφητείαι των Μαγισσών ουδέν άλλο

παριστώσιν, ή την συσσωμάτωσιν των εν τη καρδία του Μάκβεθ κρυπτομένων

πόθων, και την προσωποποίησιν του πειρασμού, υπό του οποίου ενδομύχως

ούτος κατέχεται. Τούτο αποτελεί τω όντι μέρος του σκοπού του ποιητού,

αλλά μέρος μόνον. Αι Μάγισσαί του εκπροσωπούσι την Ειμαρμένην. Η

τραγωδία του αύτη δεν παριστά άνδρα δοξομανή αδικούντα εξ ελευθέρας

αυτού βουλήσεως μόνον, αλλά παριστά προσέτι αυτόν ως θύμα θεοτήτων

κακεντρεχών, θύμα δυστυχές και άξιον οίκτου, παλαίον κατά της τύχης

του. Ούτω δε προσλαμβάνει το δράμα τύπον αρχαϊκόν· παρά τον τρόμον

συνυπάρχει και έλεος, αμφότερα δ' έχουσι θρησκευτικόν πως χαρακτήρα.

Εάν ο Μάκβεθ δεν συνηντάτο μετά των Μαγισσών, η καρδία του ήθελεν είναι

ουχ ήττον μεμολυσμένη, αλλ' αι χείρες του ήθελον ίσως διαμείνει αγναί.

Το φιλοσοφικόν ύψος της ποιητικής του Σαικσπείρου συλλήψεως εις τούτο

ιδίως συνίσταται, εις την συνάντησιν της διεφθαρμένης του Μάκβεθ

καρδίας μετά του έξωθεν πειρασμού.

Αι τρεις Μάγισσαι είναι όντα αναντιρρήτως αντικειμενικά. Ουχ' ήττον

όμως αι υποκειμενικαί οπτασίαι είνε συνηθέστεραι εν τω θεάτρω του

Σαικσπείρου, και εις ταύτας φαίνεται προφανώς δίδων την προτίμησιν ο

μέγας ποιητής ως επί το πολύ· η ποιητική τε και ηθική αυτών αξία

υπερτερεί την των αντικειμενικών.

Όπως γείνη επί του θεάτρου παραδεκτή η οντότης πλασμάτων υπερφυσικών,

απαιτείται τέχνη Αισχύλειος ή Σαικσπείρειος, απαιτείται δε συγχρόνως

και η επί της ποιητικής εμπνεύσεως επίδρασις των συγχρόνων δοξασιών.

Άλλως, αντί όντων προκαλούντων θάμβος και φρίκην, ήθελον κινείσθαι επί

της σκηνής γελοίαι μηχαναί μελοδράματος, διαβολίσκοι αντί δαιμόνων, και

αντί φαντασμάτων φαντασμαγορίαι. Αι υποκειμενικαί όμως οπτασίαι, τα

πλάσματα δηλαδή της φαντασίας εν παθολογική ευρισκομένης καταστάσει,

ανήκουσιν εις την τάξιν των φυσικών φαινομένων, και καθ' ό τοιαύτα

εφείλκυσαν ιδίως την περιέργειαν του Σαικσπείρου.

Η απλουστέρα φάσις υποκειμενικής οπτασίας είναι το ενύπνιον.

Κατά την παραμονήν της μάχης του Bosworth ο βασιλεύς Ρικάρδος ο Γ'

κοιμάται εν τη σκηνή αυτού. Ενώπιόν του παρίστανται αίφνης αι σκιαί των

θυμάτων του και προλέγουσι την ήτταν και τον θάνατόν του. Αφυπνίζεται

διά μιας ο Ρικάρδος και ανακράζει: «ω δειλή συνείδησις, πώς με

βασανίζεις!».

Παρόμοια ενύπνια ετάρασσον τον ύπνον ετέρου βασιλέως ασθενεστέρου την

ψυχήν, Καρόλου του Θ' της Γαλλίας· αλλ' ούτος, εκτός των ενυπνίων, ήτο

υποκείμενος και εις φρεναπάτας ήδη. «Ο βασιλεύς Κάρολος έκραξε κατ'

«ιδίαν τον ιατρόν του και τω είπεν; Ιατρέ, δεν ηξεύρω τι έπαθον προ δύο

«ή τριών ημερών είμαι τεταραγμένος την ψυχήν και το σώμα· κοιμώμενος ή

«έξυπνος, ανά πάσαν στιγμήν, μοι φαίνεται ότι βλέπω εμπρός μου τα

«πτώματα των φονευθέντων με φρικτόν και αιματόφυρτον το πρόσωπον». Εκ

των λόγων του Καρόλου εξάγεται ότι αι οπτασίαι του δεν έχουσιν εισέτι

τοσαύτην ζωηρότητα, ώστε να εξαπατώσιν αυτόν ως προς την πραγματικότητά

των. Τοιαύτη και η φαντασιώδης μάχαιρα, την οποίαν ενώπιΌν του βλέπει ο

Μάκβεθ, (Πράξις Β', Σκ. Α') διατηρών όμως την συναίσθησιν της

φρεναπάτης του.

Εις την αυτήν κατηγορίαν ανήκει και η εμφάνισις της σκιάς του Καίσαρος

εις τον Βρούτον, κατά την παραμονήν της εν Φιλίπποις μάχης, εν τη

τραγωδία του Σαικσπείρου &Ιούλιος Καίσαρ.&

Η έντασις της ευαισθησίας του Βρούτου έχει αυτόν προπαρεσκευασμένον διά

τας επερχομένας εντυπώσεις. Είναι νυξ, νυξ επακολουθούσα ημέραν

ζοφεράν, καθ' ην ταυτοχρόνως έμαθε και της ευγενούς συζύγου του τον

θάνατον και την προσέγγισιν του εχθρικού στρατού. Είναι περίλυπος, προς

δε και δυσηρεστημένος καθ' εαυτού, διότι αδίκως ήρισε προς τον φίλον

του Κάσιον. Αγρυπνών εν τη σκηνή του, εν μέσω της βαθείας πέριξ

νυκτερινής σιγής, λαμβάνει βιβλίον εις χείρας, αλλά ματαίως προσπαθεί

ν' αναγνώση. Ο δούλος του, ο νεαρός Λούκιος ανακρούει κατ' αίτησίν του

μέλος τι, αλλά κεκμηκώς κλείει εντός ολίγου τα βλέφαρα και αποκοιμάται.

Τότε εις την τρέμουσαν λάμψιν του σβεννυμένου δαυλού, εμφανίζεται του

Καίσαρος η σκιά·

Θαμπά που καίει ο δαυλός... Ποιος είναι που εμβαίνει;...

Είναι τα 'μάτια μου θαρρώ τα αδυνατισμένα

που πλάττουν τούτο το φρικτόν το φάντασμα εμπρός μου!

Κατάντικρύ μου έρχεται... Εσύ, τι πράγμα είσαι;

Θεός μην είσαι; Άγγελος, ή Δαίμονας; Με κάμνεις

κ' αι τρίχες μου ορθόνονται, το αίμα μου παγόνει...

Ειπέ τι είσαι;

Η ΣΚΙΑ

Ο κακός ο δαίμων σου, ω Βρούτε.

ΒΡΟΥΤΟΣ

Τι θέλεις κ' ήλθες;

Η ΣΚΙΑ

Να σου 'πώ πώς θα μ' ιδής και πάλιν

εις τους Φιλίππους.

ΒΡΟΥΤΟΣ

Α! καλά! Λοιπόν σε ξαναβλέπω;

Η ΣΚΙΑ

Ναι· 'ς τους Φιλίππους...

ΒΡΟΥΤΟΣ

Θα σ' ιδώ λοιπόν εις τους Φιλίππους. ..

Τώρα που έκαμα καρδιάν, μου χάνεσ' απ' εμπρός μου!

Κακέ μου Δαίμον, ήθελα κι' άλλα να' πώ μαζί σου. —

Λούκιε! Βάρων! Κλαύδιε! Ακούσατε, 'ξυπνήστε!

Κλαύδιε!

ΛΟΥΚΙΟΣ

Είναι η χορδή, αυθέντα, χαλασμένη.

ΒΡΟΥΤΟΣ

Φαντάζεται πως τ' όργανον παίζει ακόμη. — Ξύπνα,

αι, Λούκιε!

ΛΟΥΚΙΟΣ

Αυθέντα μου.

ΒΡΟΥΤΟΣ

Τι είδες 'ς το όνειρόν σου,

και τόσον εξεφώνησες;

ΛΟΥΚΙΟΣ

Αυθέντα, δεν ηξεύρω

πως 'φώναξα.

ΒΡΟΥΤΟΣ

Εφώναξες! Τι ήτον οπού είδες;

ΛΟΥΚΙΟΣ

Δεν είδ', αυθέντα, τίποτε.

ΒΡΟΥΤΟΣ

Καλά. Ξανακοιμήσου.

Αι Κλαύδιε! Συ, κύριε! Ξυπνήσατε!

ΒΑΡΩΝ

Αυθέντα!

ΚΛΑΥΔΙΟΣ

Αυθέντα!

ΒΡΟΥΤΟΣ

Τι επάθατε 'ς τον ύπνον σας κ' οι δύο,

και τόσον εφωνάξατε;

ΚΛΑΥΔΙΟΣ

'Φωνάξαμεν, αυθέντα;

ΒΡΟΥΤΟΣ

'Φωνάξατε! — Τι είδατε;

ΒΑΡΩΝ

Τίποτ' εγώ δεν είδα.

ΚΛΑΥΔΙΟΣ

Κ' εγώ δεν είδα τίποτε.

Τα ερωτήματα του Βρούτου μαρτυρούσιν, ότι αμφιβάλλει περί της

πραγματικότητος της οπτασίας του, και υποπτεύεται μη ευρίσκεται υπό το

κράτος φρεναπάτης.

Υπάρχουσι διάφοροι βαθμοί φρεναπάτης, ο δε Σαικσπείρος μετά πολλής

επιστασίας και τέχνης, προσέχει περί την διάκρισίν των. Καθώς ο

Βρούτος, και ο Αμλέτος επίσης είναι εκ της φυσιολογικής του

καταστάσεως, προδιατεθειμένος διά την επερχομένην οπτασίαν. Απ' αρχής

του δράματος κατέχεται υπό βαθείας μελαγχολίας. Αηδιάσας τον κόσμον και

του βίου επιζητεί την ερημίαν, και βλέπει τον νεκρόν ήδη πατέρα του

με της ψυχής τα μάτια.

Αλλά δεν τον εξαπατά εισέτι η φαντασία του και γνωρίζει ότι το όραμα

εκείνο είναι της εξημμένης κεφαλής του πλάσμα. Βαθμηδόν όμως οι

ρεμβασμοί του μεταβάλλονται εις παράνοιαν, η δε θλίψις του εις

παραφροσύνην, και τότε είναι ώριμος διά πλήρη φρεναπάτην. Εν τη σκηνή

μεταξύ του Αμλέτου και της μητρός του (Γ' Πράξις) το φάσμα είναι μεν

ορατόν προς τους θεατάς, αλλ' όμως διαμένει υποκειμενικόν, διότι η

μήτηρ του δεν το βλέπει.

Και ο Μάκβεθ επίσης, κατ' αρχάς βλέπων την μάχαιραν εννοεί ότι είναι

ανύπαρκτος η πλάνη, αλλά βαθμηδόν εξαπτόμενος προβαίνει μέχρι τελείας

φρεναπάτης.

Ο Βάγκος δολοφονείται κατ' εντολήν του, τον δε φόνον του πληροφορείται

εν μέσω του συμποσίου, εις το οποίον είναι προσκεκλημένος και ο

φονευθείς. Ενώ ετοιμάζετο να παρακαθήση εις την τράπεζαν, ταράσσεται η

όρασίς του και νομίζει ότι ουδεμία θέσις υπάρχει κενή. Είναι τούτο η

αρχή του κακού. Βαδίζει προς την έδραν του, αλλά κραυγή φρίκης

εξέρχεται του στήθους του! Βλέπει επ' αυτής καθήμενον τον νεκρόν

Βάγκον! Οι συνδαιτυμόνες ανεγείρονται έντρομοι, αλλ' ουδέν βλέπουσι,

διότι ουδέν υπάρχει. Η Λαίδη Μάκβεθ προσπαθεί μετά μεγίστης παρρησίας

πνεύματος να καθησυχάση τους παρά την τράπεζαν φίλους, εξηγούσα ότι ο

Μάκβεθ υπόκειται εις το πάθος τούτο από νεαράς ηλικίας, αλλ' ότι το

πράγμα δεν είναι σπουδαίον, — και απευθυνομένη μετά ταύτα κατ' ιδίαν,

προς τον σύζυγον προσπαθεί να τον επαναφέρη εις τας αισθήσεις του.

Τα φαινόμενα ταύτα είναι πάντα φυσικά και γνωστά εις την επιστήμην, το

δε αληθές αυτών τα αποκαθιστά έτι μάλλον ενδιαφέροντα. Βλέποντες το

φάντασμα του Βάγκου εν τη σκηνή του συμποσίου, ενθυμούμεθα παρόμοια

πολλά γεγονότα της αυτής φύσεως και εν τη ιστορία, και εν μέσω της

νοσούσης ανθρωπότητος, καθ' εκάστην συμβαίνοντα...

Είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά τα φάσματα, ανάγκη πάσα να υπάρχη

η απαιτουμένη προς όρασιν αυτών ψυχολογική προδιάθεσις εκ μέρους των

προσώπων του δράματος. Διά τί εν τη τραγωδία του Βολταίρου η

&Σεμίραμις&, ουδεμίαν προξενεί εντύπωσιν η εμφάνισις της σκιάς του

Νίνου; Ουχί, ως θέλει ο Λέσσιγκ, διότι παρουσιάζεται αναιδώς εν πλήρει

μεσημβρία, — ενώ η διακριτική και μυστηριώδης σκιά του πατρός του

Αμλέτου παρουσιάζεται κατά το μεσονύκτιον, εις ολίγων μόνον ανδρών τους

οφθαλμούς. Εις την λάμψιν της ημέρας εμφανίζεται και του Δαρείου το

είδωλον ενώπιον των γερόντων Περσών, αλλ' η νυξ ενυπάρχει εν τη

τραγωδία αυτή του Αισχύλου. Ότε ο βασιλεύς του ηττηθέντος εν Σαλαμίνι

κράτους εξέρχεται του τάφου του, η εμφάνισίς του είναι ήδη

προπαρεσκευασμένη, περιμένεται, προκαλείται, — υπάρχει δε πλήρης

αρμονία μεταξύ της εκ του Άδου προελεύσεως ταύτης και των πενθίμων

διανοημάτων των του δράματος προσώπων· Του Βολταίρου απ' εναντίας το

φάσμα είναι μηχανή θεατρική ουδέν άλλο σκοπούσα ή κατορθούσα, ή την

ανύψωσιν της πομπής του θεάματος. Εις μάτην προαναγγέλλεται η έλευσίς

του διά κεραυνών και κρότων έσωθεν· ουδέν κατορθοί διά της παρουσίας

του.

Ενταύθα παρουσιάζεται το ζήτημα, εάν εν τη δραματική παραστάσει των

τοιούτων φαινομένων ήναι προτιμητέα, ή μη η επί της σκηνής παρουσίασις

των φασμάτων. Τω όντι, υπάρχει τι το αντιφατικόν εις την προς τους

θεατάς επίδειξιν αντικειμένων, τα οποία βλέπει ο νοσών μόνος, τα δε

λοιπά του δράματος πρόσωπα δεν βλέπουσιν. Αλλ' εν τω θεάτρω τα πλείστα

γίνονται κατά συνθήκην, της δε συνηθείας η ισχύς είναι τοσαύτη, ώστε οι

θεαταί ευκόλως παραδέχονται τα μη πιθανά. Όθεν η λύσις του ζητήματος

εναπόκειται κυρίως εις τους εργολάβους.

Ότε εδιδάχθη η Ορέστεια του Αισχύλου, παρουσιάσθη η εξής δυσκολία. Κατά

το τέλος της τραγωδίας των Χοηφόρων, δευτέρου της τριλογίας μέρους, αι

Ευμενίδες, των οποίων επίκειται ακολούθως η επί της σκηνής εμφάνισις,

εγείρονται βραδέως από του εδάφους και τας βλέπει μεν ο Ορέστης, αλλ'

ουχί και ο Χορός. Ήτο δ' επάναγκες να γείνη προς τους θεατάς ορατή η

παρουσία των, διότι ενταύθα δεν πρόκειται περί φρεναπάτης, ως εν

Ευριπίδη, αλλά περί φρικώδους πραγματικότητητος, ο δ' Αισχύλος ήθελε

την τοιαύτην εμφάνισίν των ως σύνδεσμον μεγαλοπρεπή μεταξύ του δευτέρου

και του τρίτου μέρους της τριλογίας αυτού. Η διάταξις του εν Αθήναις

θεάτρου επέτρεψε την ανύψωσιν των Ευμενίδων από της ορχήστρας, ένθεν αι

δρακοντόμαλλοι κεφαλαί των, προβάλλουσαι βαθμηδόν, ήσαν οραταί εις

μόνους τους θεατάς και τον Ορέστην, ουχί δε εις τον χορόν·

Α α, δμωαί γυναίκες, αίδε Γοργόνων δίκην

φαιοχίτωνες και πεπλεκτανημέναι

πυκνοίς δράκουσιν! ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ.

— Τίνες σε δόξαι, φίλτατ' ανθρώπων πατρί,

στροβούσιν;...

— Ουκ εισί δόξαι τώνδε πημάτων εμοί·

σαφώς γαρ αίδε μητρός έγκοτοι κύνες...

Άναξ Άπολλον, αίδε πληθύουσι δη,

καξ ομμάτων στάζουσιν αίμα δυσφιλές...

υμείς μεν ουχ οράτε τας δ', εγώ 'δ ορώ.

ελαύνομαι δε, και ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ.

Νομίζω μοναδικήν εν τω θεάτρω την αντικειμενικήν ταύτην παράστασιν

όντων μη ορατών εις άπαντα τα δρώντα πρόσωπα. Αλλ' ότε πρόκειται περί

υποκειμενικών οπτασιών, αύται δύνανται κατ' αρεσκείαν να γίνωσιν

οραταί, ή μη, προς τους θεατάς. Εάν τα μηχανήματα δεν είναι εκ των

εντελεστέρων ο δε ηθοποιός απ' εναντίας έχη την απαιτουμένην ικανότητα,

προτιμητέα η αποφυγή μηχανών, αίτινες αντί τρόμου ενδέχεται να

προξενήσωσι γέλωτα.

Εσπέραν τινά ο περιώνυμος Γάλλος ηθοποιός Τάλμας, συνδειπνών μετά

φίλων, παρεκλήθη ν' απαγγείλη την γνωστήν ?ήν της γ' πράξεως του

Αμλέτου. Μόναι σκηνικαί προπαρασκευαί ήσαν εξ ανάγκης τα έπιπλα του

εστιατορίου, ο δε Τάλμας απήγγειλε τους γαλλικούς στίχους της ψυχράς

του Ducis παραφράσεως. Εν τούτοις οι ακροαταί κατελήφθησαν υπό φρίκης.

Δεν είχε χρείαν φάσματος άντικρύ του. Οι ιδόντες αυτόν έλεγον ότι

έβλεπον το φάσμα εις τους οφθαλμούς και την φωνήν του ηθοποιού.

Β'. &Ο Μάκβεθ.&

&Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης&

Αι Δυνάμεις του Άδου εν τη τραγωδία του Σαικσπείρου ενεργούσιν

αντιστρόφως ή εν τη τριλογία του Αισχύλου. Παρουσιάζονται επί της

σκηνής ουχί μετά το έγκλημα, αλλά προ αυτού, ουχί προς τιμωρίαν, αλλά

προς πειρασμόν.

Απεδώκαμεν εις τας Μαγίσσας ύπαρξιν πραγματικήν, αντικειμενικήν,

παραβάλλοντες δε τον Μάκβεθ προς τας αρχαίας τραγωδίας υπεδείξαμεν ότι

η μεταξύ αυτών ομοιότης προέρχεται προ πάντων εκ της ενυπαρχούσης εις

το δράμα της επιδράσεως Δυνάμεων υπερφυσικών, αιωρουμένων υπεράνω επί

της σκηνής προσώπων.

Αλλά, λέγοντες και παραδεχόμενοι ταύτα, ούτε αποδίδομεν μεγαλειτέραν

του δέοντος αξίαν εις την ενταύθα επικράτησιν της Ειμαρμένης, ούτε

παραβλέπομεν την μεγίστην ? λως διαφοράν μεταξύ του νεωτέρου τούτου

αριστουργήματος και της αρχαίας εν γένει τραγωδίας. Διότι, επί τέλους,

μεθ' όλα τα ήδη λεχθέντα, το εξέχον εν τω Μάκβεθ είναι ηθική ελευθερία,

ελευθερία σχετική βεβαίως και περιωρισμένη καθό ανθρωπίνη, αλλ' όπως

δήποτε περιέχουσα την ελαστικότητα, την οποίαν η λέξις εμφαίνει, οπότε

εφαρμόζεται εις τον άνθρωπον.

Η Ειμαρμένη, εις την οποίαν ο Μάκβεθ υπείκει, είναι απλώς μόνον ο

φυσικός νόμος, καθ' ον το έγκλημα γεννά το έγκλημα, η δε ανομία

διαδέχεται την ανομίαν. Ο άπαξ τολμήσας να θέση τον πόδα επί της

ολισθηράς κατωφερείας, κυλιέται μέχρι βάθους του βαράθρου, αλλ' όμως

δεν απαλλάσσεται της ευθύνης του πρώτου τουλάχιστον βήματος· ηδύνατο δε

πίπτων έτι να επικαλεσθή και να εύρη χείρα πρόθυμον συμπαθείας. Τα

Δαιμόνια εν τω Σαικσπειρείω δράματι εκπροσωπούσι τον πειρασμόν, εις τον

οποίον ναι μεν υποκύπτει ο αφρόνως προσηλών επ' αυτού τον οφθαλμόν,

αλλ' ουχί και ο έχων την γνώσιν ν' αποστρέψη το πρόσωπον. Αι Μάγισσαι,

διά της εμφανίσεως και των προφητειών αυτών, δεν εξασκούσιν επί της

θελήσεως του Μάκβεθ πίεσιν αναπόδραστον, ουδ' αναγκαζουσιν αυτόν διά

της βίας, τρόπον τινά, να πράξη το κακόν. ? ούτος μέχρι τέλους οίος ο

άνθρωπος παρίσταται εις άπαντα του Σαικσπείρου τα έργα, και οποίος

είναι πράγματι τω βίω, ο κύριος δηλαδή της τύχης του εργάτης. Εάν δεν

δυνάμεθα να ερωτήσωμεν τον Μάκβεθ αυτόν, τι περί τούτου φρονεί, ήθελεν

υπερηφάνως αρνηθή, να επιρρίψη την ευθύνην των πράξεών του εις

οιονδήποτε άλλον, έστω και εις τον σατανάν. Ουδένα ποτέ μέμφεται, ουδέ

την σύζυγόν του, ουδέ τας Μοίρας, ουδ' ανακράζει ούτος ως ο Ορέστης του

Ευριπίδου, ο Απόλλων πταίει.

Τούτω' πιθόμενος την τεκούσαν έκτανον.

Εκείνον ηγείσθ' ανόσιον και κτείνετε·

εκείνος ήμαρτ', ουκ εγώ.

Όθεν, εάν σφάλλωσιν όσοι των κριτικών θέλουσι να σμικρύνωσι την

επίδρασιν του πειρασμού επί της ψυχής του Μάκβεθ σφάλλουσιν όμως έτι

μάλλον οι παραγνωρίζοντες την ελευθερίαν της βουλήσεώς του.

Ο Άγγλος χρονογράφος Holinshed, εξ ου ηρύσθη την υπόθεσιν του δράματος

ο Σαικσπείρος, λέγει, ότι «ημέραν τινα καθ' ην ο Μάκβεθ και ο Βάγκος

«μετέβαινον εις Φόρες, όπου ο βασιλεύς κατ' εκείνο του χρόνου διέμενεν,

«ενώ μόνοι οι δε διέτρεχον προς διασκέδασιν δάση και αγρούς, συνήντησαν

«αίφνης τρεις γυναίκας αλλοκότως ενδεδυμένος, και ομοιαζούσας προς

«άλλης εποχής όντα.»

Ο ποιητής τροποποίησαν ουσιωδώς του χρονογράφου την περιγραφήν. Εν τη

τραγωδία δεν συναντά τυχαίως τας Μαγίσσας ο Μάκβεθ διατρέχων μετά του

Βάγκου δάση και αγρούς αλλ' επιστρέφων εκ της μάχης φόνου και δόξης

μεστός. Η ανδρεία του έσωσε τον βασιλέα, τον χρηστόν και ειρηνικόν

Δώγκαν, ούτινος τον θρόνον εκλόνιζε φοβερά αποστασία. Άνευ του Μάκβεθ

κατεστρέφετο η βασιλεία. Χείμαρρος αισθημάτων συγκεχυμένων, στοχασμών

εξ εκείνων τους οποίους ονειρεύεται έξυπνος, πλημμυρεί τον νουν και την

καρδίαν του. «Άνευ εμού, λέγει καθ' εαυτόν, τι θα εγίνετο ο Δώγκαν;

«Εις τον βραχίονά μου οφείλει και θρόνον και ζωήν. Εάν έπρεπε να

«βασιλεύη ο ικανώτερος, ήθελεν είναι ούτος ο βασιλεύς της Σκωτίας; »

Αλλά τοιούτον μονόλογον ο Σαικσπείρος δεν θέτει εις τα χείλη του ήρωός

του, ουδέ περιπίπτει εις το λάθος του να δώση σώμα και μορφήν εις ό,τι

ώφειλε ν' αφήσει αόριστον και ασαφές. Εξ αυτών όμως των πρώτων του

Μάκβεθ λέξεων διαβλέπομεν, ότι υφίσταται μυστηριώδης τις σύνδεσμος

μεταξύ των Δαιμονίων του σκότους και των μυχίων αυτού στοχασμών. Οι

τελευταίοι κατά την πρώτην σκηνήν λόγοι των Μαγισσών ήσαν:

Είν' τα ωραία φρίκη, φρίκη τα καλά.

Ο δε Μάκβεθ μετ' ολίγον, εισερχόμενος επί της σκηνής, λέγει προς τον

Βάγκον:

&Δεν είδα ημέραν 'σαν αυτήν, τόσον φρικτήν κι' ωραίαν.&

Ομιλεί περί του καιρού ή περί της μάχης; Υπάρχει ως προς τούτο

αμφιβολία τις, ως εκ του διφορουμένου των λέξεων, αλλ' αδιάφορον τούτο.

Το πράγμα έχει σημασίαν μεγάλην, καθό υποδεικνύον (εν ελλείψει

μονολόγου) την αισθητικήν ούτως ειπείν υπόστασιν του Μάκβεθ,

βασιζομένην επί της επιδράσεως του Άδου.

Τοιαύτη η ηθική του ήρωος κατάστασις, καθ' ην στιγμήν συναντάται μετά

των Μαγισσών, αίτινες προσαγορεύουσι τον νικητήν της αποστασίας ως

μέλλοντα της Σκωτίας βασιλέα. Ο Μάκβεθ έκθαμβος, καταλαμβάνεται υπό

ρίγους, ο δε χρηστός Βάγκος εκπλήττεται:

ω φίλε, τι 'ξιππάζεσαι, ωσάν να σε φοβίζουν

ακούσματα ευχάριστα;

Ουδ' έχει άδικον εκπληττόμενος ο Βάγκος. Εν περιπτώσει θανάτου του

βασιλέως της Σκωτίας, διαδέχεται αυτόν, κατά νόμον, ο εγγύτερος

συγγενής του. Επειδή δε του Δώγκαν οι υιοί είναι ανήλικοι,

αποθνήσκοντος αυτού δικαιούται να καθέξη τον θρόνον ο νικητής, και

τροπαιούχος εξάδελφος του Μάκβεθ. Αλλά κατελήφθη ούτος υπό ρίγους,

διότι επεχύθη αίφνης φως απαίσιον εντός της αβύσσου της καρδίας του. Οι

λόγοι των Μαγισσών έδωκαν διά μιας σώμα εις τους συγκεχυμένους

στοχασμούς, τους οποίους ησχύνετο μέχρι τούδε ν' αποκαλύψη εις εαυτόν,

«Βασιλεύς της Σκωτίας ! . . . Πότε;» Μετά χρόνον πολύν ίσως. . . Αλλ' ο

Δώγκαν δύναται να ζήση επί πολύ έτι, οι δε υιοί του, ν' ανδρωθώσιν εν

τω μεταξύ . . . Ω ! το σκήπτρον, το σκήπτρον ! Μοι προφητεύουσιν ότι θα

μοι δοθή . . . Διατί να μη το αρπάσω ; . . . Πόθεν έρχεται ο πειρασμός

που μου ορθώνει τα μαλλιά με την εμφάνισίν του,»

κτλ. (εν Σκ. Γ' της Α' Πράξεως).

Αλλ' ο Μάκβεθ δεν είναι εκ των αφινόντων εις την τύχην την φροντίδα του

να εργασθή, υπέρ εαυτών, η δε τύχη φαίνεται προδιατεθειμένη να

εξαπατήση τας ελπίδας του, εάν αφεθή εις αυτήν και μόνην.

Ο βασιλεύς ανταμείβων μεγαλοπρεπώς αυτόν τε και τον Βάγκον και τους

λοιπούς του θρόνου του υπερμάχους, αναγέλλει τας διά το μέλλον

αποφάσεις του και αναγορεύει τον υιόν του Μάλκολμ διάδοχον του θρόνου.

Τότε πρώτον ο Μάκβεθ συλλαμβάνει οριστικώς, μετ' αποφάσεως σταθεράς

αλλ' ουχί άνευ φρίκης, τον σκοπόν του φόνου.

Ενίκησεν ο Άδης, διότι ο Μάκβεθ έχει την καρδίαν διεστραμμένην. Εάν ο

νους και η καρδία του δεν έρρεπον προς το κακόν, ουδέποτε ήθελεν ισχύση

να τον σπρώξη μέχρι της διαπράξεως του εγκλήματος ο Σατανάς, υπό την

μορφήν παρουσιαζόμενος των Μαγισσών ή της συζύγου του. Ο αγαθός Βάγκος

είδεν επίσης τας Μαγίσσας, αλλά τα πονηρά Δαιμόνια δεν απευθύνουσι προς

εκείνον τον λόγον, διότι γνωρίζουσιν ότι δεν νικάται υπό του πειρασμού.

Ο Βάγκος αυτός τας προσκαλεί να τω λαλήσωσι. Αι Μάγισσαι προλέγουσι

τότε εις τον Βάγκον, ότι τα τέκνα του θα καθέξωσι τον θρόνον, η δε

προφητεία τον ταράσσει· συναισθάνεται ότι προέρχεται εκ του Άδου η φωνή

και προτρέπει τον Μάκβεθ να προφυλάττηται από του πονηρού.

Μετανοεί μάλιστα ο Βάγκος διά τας προς τα δαιμόνια ερωτήσεις του, διότι

ναι μεν αι προφητείαι των ουδαμώς ισχύουσιν επί της καρδίας του, αλλ'

όμως ταράττουσι τον νουν και ανησυχούσι τον ύπνον του. Έξυπνος δεν

φοβείται, αλλά την νύκτα κοιμώμενος δεν είναι τις κύριος εαυτού. Όθεν

προσεύχεται πριν ή κατακλιθή. Καρδία καθαρά και προσευχή προς τον Θεόν,

ιδού τα όπλα δι' ων ο Βάγκος παλαίει κατά του Σατανά.

Εν τη ποιήσει του Σαικσπείρου αλλέως βλέπουσι την φύσιν οι χρηστοί,

αλλέως δ' οι κακοί. Ο μεν τεταραγμένος την ψυχήν Μάκβεθ ελκύεται υπό

του μεγαλείου της τρικυμίας, ή υπό του γοήτρου των κεραυνών και της

ανεμοζάλης, η δε σκληροκάρδιος σύζυγός του προσέχει εις μόνον των

ορνέων τον κρωγμόν· ενώ την ψυχήν του Βάγκου ευφραίνουσιν αι χελιδόνες

αγγέλλουσαι το έαρ και η γλυκύτης του αέρος.

Και ουδ' αρκείται η ποίησις παριστώσα τον άνθρωπον μόνον επιρρεπή εις

το να αισθάνηται τα της φύσεως, αναλόγως των ψυχικών αυτού διαθέσεων. Η

φύσις αυτή συνταυτίζεται μετά του ανθρώπου και των πράξεών του. Καθ' ην

νύκτα δολοφονείται ο Δώγκαν, η γη τρέμει, γογγυσμοί ακούονται εις τον

αέρα, την δ' επιούσαν οι ίπποι του βασιλέως

αγρίευσαν και έσπασαν τους σταύλους των, κ' εβγήκαν

κ' εχάθηκαν ακράτητοι κ' επαναστατημένοι κτλ.

Αι τοιαύται προσωποποιήσεις, των οποίων ανέκαθεν η ποίησις ποιείται

χρήσιν, δεν είναι απλώς σχήματα ρητορικά, αλλ' εκφράζουσι την

θρησκευτικήν συναίσθησιν της ενότητος απάσης της πλάσεως, και του

ενδιαφέροντος, μεθ' ου οι ουρανοί βλέπουσι τα επί γης...

Ο Μάκβεθ δεν είναι φύσει ούτε τοσούτω μιαρός κακούργος, ώστε να

προκαλέση αφ' εαυτού και να προλάβη τον πειρασμόν, ούτε άγιός τις,

όστις υποκύπτει άκων εις την εκ του Άδου πίεσιν. Είνε άνθρωπος, ό εστι

μίγμα αγαθού και πονηρού, το δε πονηρόν βαθμηδόν νικά εν αυτώ και

υπερέχει. Ένθεν μεν ο χαρακτήρ αυτού παρίσταται φυσικός και πλήρης

αληθείας, η δ' εξιστόρησις των πράξεών του ενδιαφέρει ημάς.

Ότε, αποφασίσας ήδη τον φόνον του Δώγκαν, ξενίζει αυτόν υπό την στέγην

του και έχει πρόχειρον το θύμα, διστάζει αναχαιτιζόμενος υπό της

ευκολίας αυτής του πράγματος και υπό του μη αποσβεσθέντος εισέτι

αισθήματος της τιμής. Άλλο όμως η τιμή και άλλο η φιλοτιμία (1). Την

φιλοτιμίαν, ουχί την τιμήν του Μάκβεθ εξάπτει η σύζυγός του, ότε

επιπλήττουσα αυτόν ως άνανδρον, και ως μη τηρούντα τον φρικτόν όρκον

του, ωθεί αυτόν εις το έγκλημα. Ο δε Μάκβεθ, μη φέρων την ύβριν,

στερεούται εις την φοβεράν απόφασίν του, μετά βίας όμως περιστέλλων τας

διαμαρτυρήσεις της συνειδήσεώς του. Αλλ' η τιμωρία, η δίκη επέρχεται

από της πρώτης στιγμής. Ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον· ο Μάκβεθ δεν θα

κοιμηθεί εις το εξής! Εάν ο ήρως της τραγωδίας του Σαισπείρου δεν

ησθάνετο τύψιν συνειδήσεως, εάν απ' αρχής εφαίνετο πάντη ανάλγητος,

ηθέλομεν παρακολουθήσει το θέαμα των κακουργημάτων του πλήρεις μεν

οίκτου και ελέους προς τα θύματά του, αλλ' αδιάφοροι όλως ως προς

εκείνον, μόνη δε η εν τέλει καταστροφή του ηδύνατο να ικανοποιήση υπό

αισθητικήν τε και ηθικήν έποψιν, την ψυχήν ημών. Αλλά δεν έχει ούτως η

υπόθεσις. Ο Μάκβεθ δεν τιμωρείται υπό της σπάθης μόνης του Μακδώφ, αλλ'

υπό της συνειδήσεώς του αυτής. Η ενδόμυχος δίκη του, συνταυτιζομένη

μετά του εγκλήματος, είναι σύγχρονος αυτού, ή μάλλον ειπείν

προγενεστέρα. Προηγηθείσα της πράξεως, ήρχισεν αφ' ότου συνελήφθη ο

σκοπός αυτής.

Η ψυχική κατάστασις του Μάκβεθ αποκαθιστά αυτόν άξιον οίκτου μάλλον ή

αποστροφής. Θεωρούμεν τιμωρίαν ικανήν τον ενδόμυχον βασανισμόν του. Ότε

δ' επί τέλους αποθνήσκει ηρωικώς, θαυμάζομεν αυτόν, καίτοι άκοντες,

διότι ναι μεν είναι κακούργος φρικτός, αλλ' ουχί και ευτελής. Άλλως τε,

εν τω τραγικώ εν γένει του Σαικσπείρου θεάτρω, οι φαύλοι δεν έχουσιν

άνανδρον και χαμερπή την κακίαν. Αληθώς, ο δολοφονήσας τον Δώγκαν, όπως

τυραννήση επί της Σκωτίας, κινείται υπό σκοπών ιδιοτελών, κατά τούτο

ιδίως διαφέρων των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας, των οποίων αι πράξεις

ανυψούνται και εξαγνίζονται διά της θείας έξωθεν επιδράσεως. Αλλ' η

φιλοδοξία, ει και ιδιοτελής, ουδέν όμως έχει το ταπεινόν, το δ' έγκλημα

του Μάκβεθ δεν εξευτελίζεται διά του στίγματος της χαμερπείας. Πλήρης

ανδρείας, μάχεται ως λέων οπότε δε, εκτελουμένης κατά γράμμα της

προφητείας, εκλείπει πάσα ελπίς, οπότε το δάσος της Βιρνάμης

μετακινούμενον προχωρεί κατ' αυτού, αποθνήσκει μαχόμενος και αψηφών την

τύχην.

Ουδ' έχει μόνην του μαχητού την γενναιότητα. Από του δευτέρου αυτού

βήματος εν τη οδώ της ανομίας, παλαίει τολμηρώς κατά της ειμαρμένης. Αι

Μοίραι υπεσχέθησαν τον θρόνον εις τους απογόνους του Βάγκου· όθεν

αποφασίζει τον φόνον του Βάγκου και του υιού του, αλλά την νέαν ταύτην

πάλην αναλαμβάνει μόνος, η δε σύζυγος, ήτις τον παρέσυρεν εις το πρώτον

έγκλημα, μένει αμέτοχος του δευτέρου. Θέλει μόνος αυτός να φέρη την

ευθύνην τούτου.

Παρεκτός της τοιαύτης γενναιότητος, ο Μάκβεθ έχει την ειλικρίνειαν του

να μη εξαπατά αυτός εαυτόν ως προς το μέγεθος των ανομημάτων του·

συναισθάνεται την κακίαν του και την αθωότητα των θυμάτων του. Ότε,

περί το τέλος του δράματος, μανθάνει την προσέγγισιν του εχθρικού

στρατού και την εν αυτώ παρουσίαν ενός των υιών του Δώγκαν, εννοεί ότι

επέρχεται η ώρα του απολογισμού:

Επέρασ' η νεότης·

εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου κτλ.

Μετά τον φόνον του Δώγκαν ο Μάκβεθ αναγορεύεται βασιλεύς, αλλά δεν

θεωρεί εαυτόν ασφαλή, ενόσω ο Βάγκος ζη. Ο Βάγκος, κοινωνός των

προφητικών υποσχέσεων των Μαγισσών, υποπτεύεται βεβαίως τον Μάκβεθ ως

ένοχον του φόνου, εκτός δε τούτου, ο Βάγκος είναι κατά τον χρησμόν

πατήρ και ρίζα των διαδόχων του Μάκβεθ.

Όθεν εκμισθοί ο Μάκβεθ δύο δολοφόνους, όπως φονεύσωσι τον Βάγκον και

τον υιόν του.

Εν μέσω της ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως ευρισκόμεθα ενταύθα εις

σημείον άξιον προσοχής, ως προς την ψυχολογικήν του ήρωος μελέτην. Αφ'

ης στιγμής έδρεψε τους καρπούς του πρώτου αυτού εγκλήματος, προβαίνει

εις τα εμπρός μετά σατανικής όντως ευσταθείας, το δε βαρύνον εφεξής

αυτόν δεν είναι η συνείδησίς του, — την οποίαν εφόνευσεν εντός της

καρδίας του, — αλλ' ο φόβος, η ανησυχία μη δεν εξησφαλίσθη αρκούντως το

επιχείρημα, μη δεν αρκεί το μέχρι τούδε χυθέν αίμα.

Ο Βάγκος δολοφονείται, αλλά χάρις εις ένα των δολοφόνων, σβύσαντα

αίφνης τους δαυλούς, διασώζεται ο υιός του, του οποίου επεζήτει ο

Μάκβεθ τον θάνατον, όσον και τον του Βάγκου αυτού· « Μας έφυγεν ο υιός

του!» ανακράζει είς των φονέων·

Μάκβεθ · 第 6 / 7 段