(16) Most sacrilegious murder hath brok ope

the lord's anointed temple, and stole thence

the life of the building.

Το παράδειγμα τούτο της αλληλουχίας των μεταφορών, ήτις χαρακτηρίζει

ιδίως εν τω δράματι τούτω το ύφος του Σαικσπείρου, και των ανυπερβλήτων

συχνάκις δυσκολιών προς τας οποίας έχει να παλαίση ο μεταφραστής, τινές

των σχολιαστών θέλησαν να είπωσιν ενταύθα λογοπαίγνιον (temple μήνιγξ

και ναός). Ο ποιητής αινίττεται κατ' αυτούς, το χωρίον της προς

Κορινθίους επιστολής: «Υμείς γαρ ναός Θεού εστέ ζώντος» ς. 16 και το

Βασιλειών Α' ι': «και τούτο σοι το σημείον ότι έχρισε σε Κύριος επί

κληρονομίαν αυτού εις άρχοντα». Τοιαύτα τεκμήρια της αναγνώσεως των

ιερών Γραφών συχνάκις ευρίσκει τις εις τα έργα του Σαικσπείρου.

(17) Η υπερβολή των εκφράσεων μαρτυρεί το ανειλικρινές της λύπης του

Μάκβεθ.

(18) Η κοινή εξήγησις ενταύθα είναι ότι η Λαίδη Μάκβεθ πράγματι

λιποθυμεί, μη αντέχουσα επί πλέον εις του νευρικού συστήματος την

έντασιν. Επί του θεάτρου, εν Αγγλία, φέρεται έξω της σκηνής υπό των

θαλαμηπόλων αυτής, αίτινες παρουσιάζονται εν νυκτερινή ενδυμασία, ωσεί

αίφνης αφυπνιθείσα.

«Ενώ η Λαίδη Μάκβεθ λιποθυμεί, ο μεν Βάγκος και ο Μακδώφ ανησυχούσι

«περί αυτής, ο δε Μάκβεθ διά της αδιαφορίας του φαίνεται ως θεωρών

«προσποιητήν την λιποθυμίαν. Αλλά παρατηρητέον ότι, κατά την περίστασιν

«ταύτην, κακούργος απεσκληρυμένος ήθελεν επιδείξει έκπληξιν και

«ανησυχίαν, προς αποφυγήν της τοιαύτης εξηγήσεως της αδιαφορίας του. Ο

«Μάκβεθ δεν είναι εισέτι ικανώς κύριος εαυτού, όπως προσποιηθή τούτο.»

(Malone).

(19) and under him

my Cenius is rebuked, as it is said

Mark Antony's was by Cesar.

Ανάγονται ταύτα εις τον βίον του Αντωνίου. Η αγλικήν Πλουτάρχου

μετάφρασις, ως εκ πολλών τεκμηρίων γίνεται δήλον ότι ήτο προσφιλές του

Σαικσπείρου ανάγνωσμα. Ιδού το χωρίον εις το οποίον αναφέρονται οι

άνωθι στίχοι: «Ην γαρ τις ανήρ συν αυτώ μαντικός απ' Αιγύπτου των τας

«γενέσεις επισκοπούντων, ος είτε Κλεοπάτρα χαριζόμενος, είτε χρώμενος

«αληθεία προς τον Αντώνιον, επαρρησιάζετο λέγων την τύχην αυτού,

«λαμπροτάτην ούσαν και μεγίστην, υπό της Καίσαρος αμαυρούσθαι, και

«συνεβούλευε πορρωτάτω του νεανίσκου ποιείν εαυτόν. Ο γαρ σος, έφη,

«δαίμων τον τούτου φοβείται και γαύρος ων και υψηλός, όταν η καθ'

«εαυτόν, υπ' εκείνου γίνεται ταπεινότερος εγγίσαντος και αγενέστερος»

(κεφ. λγ')

(20) «Άξιον σημειώσεως ότι ο Μάκβεθ παροτρύνει τους δολοφόνους διά των

«αυτών επιχειρημάτων, δι' ων και η σύζυγός του παρώτρυνεν αυτόν εις τον

«φόνον του Δώγκαν. Φέρει αυτούς εις φιλοτιμίαν επικαλούμενος το ανδρικόν

«φρόνημά των» (Γερβίνος σελ. 601).

(21) Το συμβόλαιον περί του οποίου ομιλεί η Λαίδη Μάκβεθ ολίγον

ανωτέρω: Αιώνιον συμβόλαιον με την ζωήν δεν έχουν.

(22) Μαρτυρεί το φιλύποπτον του Μάκβεθ η αποστολή και τρίτου προς

επιτήρησιν των δύο δολοφόνων, εις τους οποίους ανέθεσεν ανέκαθεν την

εντολήν του να θανατώσωσι τον Βάγκον. Οι δύο εκείνοι, ως διαφαίνεται εκ

της μετά του Μάκβεθ συνομιλίας των, δεν είναι εξ επαγγέλματος

δολοφόνοι, αλλά πολεμισταί έχοντες λόγους δυσαρεσκείας κατά του Βάγκου.

(23) Ο Φληνς διαφυγών εις Ουαλίαν, ενυμφεύθη εκεί την θυγατέρα του

ηγεμόνος, εγέννησε δε υιόν, όςτις μεταβάς εις Σκωτίαν ανήλθεν εις το

αξίωμα του Stewart. Εξ αυτού δε κατ' ευθείαν γραμμήν εγενεαλογείτο ο

βασιλικός οίκος των Εδουάρδων και ο Ιάκωβος Α', επί βασιλείας του

οποίου έγραψεν ο Σαικσπείρος την τραγωδίαν ταύτην.

(24) Ούτω, εν σκηνή Α' της τρίτης πράξεως, ο Μάκβεθ λέγει προς τους

δολοφόνους ότι η ζωή του Βάγκου είναι

αρρώστια μου, κ' υγεία μου θα ήν' ο θάνατός του.

(25) Τάφω δ' εκείνον ουχί κρύψετε

ουδ' ει θέλουσ' οι Ζηνός αιετοί βοράν

φέρειν νιν αρπάζοντες ες Διός θρόνους.

(Αντιγόνη Σοφοκλέους ς. 1032-34 .

«Μάλλον κολακεύετε τα θηρία, &ίνα μοι τάφος γένωνται&, και μηδέν

καταλίπωσι του σώματός μου.» (Αγίου Ιγνατίου επιστολή προς Ρωμαίους).

(26) Αλλά νόμος μεν φονίας σταγόνος

χυμένας εις πέδον, άλλο προσαιτείν

αίμα. (Αισχ. Χοηφόροι ς· (400-402).

(27) Αι Αγγλικαί εκδόσεις φέρουσιν ενταύθα ότι εισέρχεται ο Λένωξ και

&έτερος λόρδος&. Ο Johnson προέτεινε την διόρθωσιν, την οποίαν

παρεδέχθην, αντικαθιστών διά του Αγγλικού τον έτερον λόρδον.

(28) Η ένοπλος της πρώτης οπτασίας κεφαλή εξηγείται ως συμβολική

παράστασις της κεφαλής του Μάκβεθ αυτού, καθώς αποκεφαλισθησομένου υπό

του Μακδώφ. Η δευτέρα οπτασία, το αιματόφυρτον βρέφος, παριστά τον

Μακδώφ, όστις

απ' της μητρός του πρόωρα τα σπλάγχνα εχωρίσθη.&

Το δε της τρίτης οπτασίας εστεμμένον βρέφος μετά δένδρου εις χείρας,

παριστά τον Μάλκομ, όςτις επιστρέφων προς ανάκτησιν του βασιλείου του

διατάσσει τους στρατιώτας αυτού να φέρωσι κλάδους εις χείρας. Οι οκτώ

επί τέλους βασιλείς και οι μετ' αυτούς, παριστώσι την σειράν των επί

του θρόνου ανελθόντων διαδόχων του Βάγκου μέχρι του συγχρόνου του

Σαικσπείρου Ιακώβου του Α'.

(29) Το διπλούν διάδημα αινίττεται την εν Σκωτία και μετέπειτα εν

Αγγλία στέψιν του Στουάρδου Ιακώβου του Α'. Τα δε τρία σκήπτρα είναι τα

της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας.

(30) Ο διάλογος ούτος μεταξύ της Λαίδης Μακδώφ και του υιού της είναι

εις το πεζόν εν τω αγγλικώ κειμένω.

(31) Ήτοι πάσα της ζωής αυτής ημέρα ήτο προπαρασκευασθείσα διά τον

θάνατον: « Καθ' ην ημέραν αποθνήσκω.» προς Κορινθίους επιστολή Α', ιε'

35.

(32) Τα περί θεραπείας των πασχόντων διά της επιθέσεως των βασιλικών

χειρών, ουδέν κοινόν μετά του δράματος έχοντα, παρεισάγονται προφανώς

ενταύθα προς κολακείαν του βασιλέως Ιακώβου, όςτις επίστευεν ότι έχει

εκ Θεού την χάριν του θεραπεύειν ούτω το λεγόμενον «βασιλικόν νόσημα»,

ο εστι τας χοιράδας. Ο αναφερόμενος εν τη τραγωδία βασιλεύς της Αγγλίας

Εδουάρδος ο Ομολογητής επιστεύετο ως τω όντι θαυματουργών διά της

επιθέσεως των χειρών του, ο δε πάπας Αλέξανδρος ο Γ', ο ανακηρύξας

αυτόν άγιον, ανομολογεί την εκ Θεού δύναμίν του ταύτην. Η κατά

παράδοσιν πίστις εις την τοιαύτην ιαματικήν δύναμιν των βασιλέων της

Αγγλίας διήρκεσεν επί πολύ. Εν τη βιογραφία του Dr Johnson υπό του

Boswel, μνημονεύεται ότι παίδα έτι όντα τον εισήγαγον ενώπιον της

βασιλίσσης Άννης, εν έτει 1712 όπως τον θεραπεύση νοσούντα, διά της

επιθέσεως των βασιλικών χειρών της.

(33) Η επιφώνησις αύτη του Μακδώφ εξηγείται παρά τινων μεν ως

αποτεινομένη εις τον Μάλκολμ, παρ' ετέρων δε ως εις τον Μάκβεθ

αναγομένη. Ο Γερβίνος θεωρεί ως εσφαλμένην την πρώτην των εξηγήσεων

τούτων, την οποίαν όμως παρεδέχθη ο περιώνυμος γερμανός μεταφραστής

Tieck. Και εν ετέρα του Σαικσπείρου τραγωδία (King John) η θρηνούσα τον

υιόν αυτής βασίλισσα αποκρίνεται προς τον θέλοντα να την παρηγορήση:

He talks to me that never had a son.

«Ομιλεί προς με, ο μη αποκτήσας ποτέ υιόν». Η αναλογία των περιστάσεων

δικαιοί του Tieck την εξήγησιν. Εκτός δε τούτου, καθ' ά αυτός ούτος ο

Γερβίνος παρατηρεί, ο Μάκβεθ δεν ήτο άπαις. Αγνοούμεν εάν, διαρκούσης

της τραγωδίας, έζων τα τέκνα του, αλλ' εκ των λόγων της Λαίδης Μάκβεθ,

εν τέλει της Α' πράξεως, γνωρίζομεν ότι απέκτησε τέκνον ή τέκνα.

Οπωςδήποτε, η δευτέρα των ερμηνειών τούτων φαίνεται κοινώς ήδη

παραδεδεγμένη. «Ο Μάκβεθ δεν έχει τέκνα, άρα δεν δύναμαι να τον

εκδικηθώ αρκούντως». Ο Γερβίνος όμως, καί τοι αποδίδων εις τον Μάκβεθ

την φράσιν του Μακδώφ, δεν παραδέχεται το αιτιολογικόν τούτο &άρα&,

αλλά φαίνεται εξηγών αυτήν ως εκφερομένην υπό το κράτος λύπης αφάτου:

«ο Μάκβεθ δεν έχει τέκνα, διά τούτο είχε την καρδίαν να φονεύση τα

ιδικά μου». Ο έλλην αναγνώστης δύναται να παραδεχθή εν τη μεταφράσει

μου οίαν δήποτε των δύο ερμηνειών προκρίνει. Το κατ' εμέ ομολογώ ότι

αποκλίνω προς την πρώτην.

(34) Και τούτο το χωρίον ερμηνεύεται διπλώς. Κατά τους μεν η Λαίδη

Μάκβεθ φαντάζεται ότι συνομιλεί μετά του συζύγου της και ότι ακούσασα

δήθεν εκείνον ειπόντα: «Ο Άδης είναι σκοτεινός», (ο Άδης δηλονότι όπου

θα υπάγωμεν ένεκα της πράξεως ημών), επαναλαμβάνει τας λέξεις του

περιφρονητικώς, ειρωνευομένη την δειλίαν του. Κατ' άλλους δε, εν τη

φαντασία της υπνοβατούσης διέρχονται αλληλοδιαδόχως αι αναμνήσεις των

διαπραχθέντων και οι φόβοι των συνεπειών και αι τύψεις του συνειδότος,

αίτινες προκαλούσι την φράσιν ταύτην.

(35) Εν τω &Βασιλεί Ληρ& ελάβομεν αφορμήν (σημ.52) να εξετάσωμεν την

θαυμασίαν του Σαικσπείρου ακρίβειαν περί την μελέτην των παθημάτων της

ανθρωπίνης φύσεως. Και η σκηνή αύτη της υπνοβασίας θεωρείται δικαίως ως

τεκμήριον της ακριβείας των τοιούτων παρατηρήσεών του. Μολονότι η

ασθένεια της Λαίδης Μάκβεθ «ξεπερνά την τέχνην» του Ιατρού, ο ψυχολόγος

ποιητής περιγράφει τα συμπτώματα και συνδέει αυτά μετά των λόγων

οίτινες τα προεκάλεσαν, μετά τοσαύτης τέχνης, ώστε η σκηνή αύτη δύναται

και σήμερον να χρησιμεύση ως παράδειγμα ιατρικής περιγραφής. Ο Κ.

Regnard, (directeur du Laboratoire de Physiologie à l' école des hautes

études, Professeur κτλ.) πραγματευόμενος εν τη Σορβόννη των Παρισίων το

θέμα του ύπνου και υπνοβασίας, εν δημοσία διαλέξει, λέγει: «Κατά τον

Μεσαίωνα και μέχρι της παρελθούσης έτι εκατονταετηρίδος, οι υπνοβάται

κατετάσσοντο, μετά των υστερικών και των επιληπτικών εις την κατηγορίαν

των δαιμονισμένων και των μάγων, υπεβάλλοντο δε εις εξορκισμούς και

ενίοτε κατεδικάζοντο εις τον διά πυρός θάνατον. Αλλ' εν τη εποχή εκείνη

του σκότους ευρέθη άνθρωπος, ο μέγας της Αγγλίας δραματουργός, όστις

παρατηρήσας μετ' εξόχου ακριβείας τα φαινόμενα της φυσικής υπνοβασίας,

αφήκε περιγραφήν, την οποίαν ουδόλως ήθελεν απαρνηθή σύγχρονος ημών

νευρολόγος.» Και παραθέτει εν τη διαλέξει του ολόκληρον την σκηνήν

ταύτην. Ίδε Bulletin de l' association Scientifique de France, Avril

1881).

(36) Η περιώνυμος Aγγλίς ηθοποιός Siddons κατέγραψε τα εξής εις τας

περισωθείσας αυτοβιογραφικάς σημειώσεις της:

«Είχον την συνήθειαν να προετοιμάζωμαι διά την σκηνήν την νύκτα αφού

«τα πάντα, έμενον εν σιωπή, και ησυχία εν τη οικία μου. Την παραμονήν

«της πρώτης μου παραστάσεως του προσώπου της Λαίδης Μάκβεθ, εκλείσθην

«κατά το σύνηθες μόνη εν τω δωματίω μου και ήρχισα να μελετώ

«αποστηθίζουσα. Εφρόνουν ότι ολίγη ώρα ήρκει προς εκμάθησιν του

«προσώπου. Ήμην εικοσαετής τότε και εθεώρουν, ως πολλοί νομίζουσιν,

«ότι διά της εναποταμιεύσεως των στίχων εν τη μνήμη μου εξετέλουν τα

«κατ' εμαυτήν. Δεν είχον εισέτι τότε εννοήσει την ανάγκην της ερεύνης

«και της μελέτης των χαρακτήρων. Εξηκολούθουν λοιπόν εν τη σιωπή της

«νυκτός, νυκτός την οποίαν ουδέποτε θα λησμονήσω, εξηκολούθουν

«εκμανθάνουσα τους στίχους μέχρις ου έφθασα εις την σκηνήν της

«δολοφονίας. Αιφνιδίως κατελήφθην υπό της φρίκης της σκηνής εκείνης εις

«τοιούτον βαθμόν, ώςτε μοι ήτο αδύνατον να εξακολουθήσω. Ήρπασα τον

«λύχνον και πλήρης ταραχής εξήλθον του δωματίου. Το φόρεμά μου ήτο

«μεταξωτόν, καθόσον δε ανηρχόμην την κλίμακα, ο ήχος του μοι εφαίνετο

«ως ο κρότος φάσματος διώκοντός με. Έφθασα επί τέλους εις τον κοιτώνα

«μου. Ο σύζυγός μου εκοιμάτο βαθέως. Έρριψα επί της τραπέζης τον

«λύχνον, αλλά δεν είχον την δύναμιν να τον σβύσω. Χωρίς δε να λάβω τον

«καιρόν να εκδυθώ ερρίφθην επί της κλίνης μου.»

(37) Η μήτηρ του Μάλκομ ήτο θυγάτηρ του γέροντος Σιβάρδου.

(38) Η αδιαφορία μεθ' ης ο Μάκβεθ ακούει τον θάνατον της συζύγου του

μαρτυρεί ότι τα εγκλήματα και η απελπισία τον αποκατέστησαν αναίσθητον

και εις λύπην και εις φόβους, ως αυτός ούτος λέγει εις τους

προηγουμένους στίχους.

(39) Υπαινίττεται τον Βρούτον ή τον Κάσιον, ή και αμφοτέρους.

(40) Παραθέτω ενταύθα την εν τω Αθηναίω του Ιουλίου 80 δημοσιευθείσαν

μετάφρασίν μου των περί Μάκβεθ τριών κεφαλαίων εκ του περισπουδάστου

συγγράμματος του Κου Paul Stapfer, υπό την επιγραφήν Shakespeare et l'

Antiquité. Συντομίας χάριν, αφαιρούνται τα εκ της προκειμένης

τραγωδίας παρενειρόμενα εις την μελέτην ταύτην χωρία.

&Α'. Το υπέρ φύσιν εν τω Μάκβεθ και εν τη Τραγωδία εν γένει.&

Εξ απασών των τραγωδιών του Σαικσπείρου η μάλλον κατά τε την μορφήν και

την ουσίαν προσομοιάζουσα προς τα προϊόντα της αρχαίας δραματουργίας

είναι η του Μάκβεθ. Έχει αύτη την ενότητα και το γοργόν των κλασικών

δραμάτων, άνευ είτε συγχύσεως είτε παρεμποδίσεώς τινος κατά την

εξέλιξιν της δράσεως, ήτις από της πρώτης μέχρι της τελευταίας σκηνής

βαίνει ταχέως προς την λύσιν. Ο δε πλαστικός της αρχαίας τραγωδίας

χαρακτήρ ανευρίσκεται επίσης, μέχρι τινός, εν τω Μάκβεθ, ένθα τα

εξωτερικά συμβεβηκότα κινούσι το ενδιαφέρον πλειότερον ή τα ενδόμυχα

των δρώντων προσώπων αισθήματα. Εν τω Μάκβεθ ενυπάρχει βεβαίως

ψυχολογία πλειοτέρα ή εις οιονδήποτε του Αισχύλου έργον, αλλ' όμως

πολλώ ολιγωτέρα ή εν τω Οθέλλω ή τω Αμλέτω. Το ύψος εν αυτώ υπερβαίνει

το πάθος, υπερέχει δ' εν συνόλω το αίσθημα της φρίκης, — αίσθημα

παραπλήσιον του θάμβους, — ενώ το εξεγειρόμενον έλεος δεν πιέζει την

ψυχήν όσον εις έτερα του Σαικσπείρου έργα.

Αλλά το προ πάντων ανακαλούν την αρχαιότητα εν τη τραγωδία ταύτη είναι

η επίδρασις Δυνάμεων υπερφυσικών περιστελλουσών την ελευθερίαν του

ατόμου. Έχομεν εν τω Μάκβεθ χρησμούς λοξούς οίτινες, κατά γράμμα

εκπληρούμενοι, εξαπατώσιν ουχ ήττον τους προς ους εδόθησαν έχομεν προ

πάντων τας Μαγίσσας, τα σατανικά εκείνα όντα, των οποίων η άπαξ επί της

εκθάμβου σκηνής εμφάνισις αρκεί, όπως εμφυσήση εις ολόκληρον το δράμα

το δέος της παρουσίας και της επικρατήσεως αυτών.

Οι περί των εν Αισχύλω ειδώλων γράψαντες κριτικοί ηναγκάσθησαν να

κατέλθωσι μέχρι του Σαικσπείρου, όπως εύρωσιν ανταγωνιστήν, εφάμιλλον

του Έλληνος ποιητού, περί την τέχνην του επάγειν δαιμόνια ή φάσματα·

πάντες δ' ομοφώνως αναγορεύουσι τους δύο τούτους ως τους μόνους μετά

πλήρους επιτυχίας δυνηθέντας να χρησιμοποιήσωσι τα υπέρ φύσιν εις τα

δράματα αυτών — Πόθεν τούτο; — Άρα γε διότι ήσαν εντεχνότεροι των

λοιπών ούτοι περί την εκμετάλλευσιν της δεισιδαιμονίας, ήτις

υπολανθάνει αείποτε εις την φύσιν του ανθρώπου; Ή διότι αι επικρατούσαι

κατά την εποχήν εκάστου αυτών προλήψεις εχορήγησαν εις αμφοτέρους

βάσιν, της οποίας εστερούντο οι ποιηταί οι ζήσαντες εις εποχάς μάλλον

πεφοτισμένας; — Το κατ' εμέ, παραδέχομαι ταυτοχρόνως αμφοτέρας ταύτας

τας εξηγήσεις.

Εν τω μεσαιωνικώ θεάτρω παρεισήγοντο επίσης αι Δυνάμεις του Άδου και

του Ουρανού· και υπήρχε μεν τότε η πίστις, όπως οι θεαταί παραδέχωνται

αφελώς τας τοιαύτας επί της σκηνής εμφανίσεις, δεν υπήρχεν όμως η

τέχνη, όπως αποδώσωμεν εις αυτάς, και σήμερον έτι, τον φόρον του

ημετέρου θαυμασμού. Ο Γκαίτης και ο Βύρων εισήγαγον επίσης δαιμόνια και

φάσματα εν τω Φαύστω και τω Μάμφρεδ, αμφότεροι δ' ούτοι οι ποιηταί

είχον πλούτον και φαντασίας και τέχνης αλλά το υπερφυσικόν αυτών δεν

εμποιεί ισχυράν δραματικήν εντύπωσιν διά τον λόγον ότι διαφαίνεταί τι

το επιτετηδευμένον εις το υπερφυσικόν αυτών τούτο, ουδ' ενυπάρχει η

απαιτουμένη αρμονία μεταξύ της εμπνεύσεως του ποιητού αφ' ενός και της

επικρατούσης αφ' ετέρου πίστεως.

Τον διπλούν τούτον όρον, τέχνης δηλονότι άκρας και εμπνεύσεως

συναδούσης μετά της εθνικής πίστεως, μόνοι ο Αισχύλος και ο

Σαικσπείρος, εκ τε των αρχαίων και των νεωτέρων ποιητών, εκπληρούσι

καθ' ολοκληρίαν.

Ο Αισχύλος επίστευεν εις τους δαίμονας. Αι Ευμενίδες αυτού ουδ'

αλληγορία τις απλώς ήτο, ουδέ ποιητική προσωποποποίησις των τύψεων του

συνειδότος. Ήσαν αύται δυνάμεις του Άδου, έχουσαι πράγματι ύπαρξιν· ο

δε προορισμός των, εκτελούμενος δι' υλικών μάλλον ή ηθικών μέσων, ήτο η

ποινή των πατροκτόνων, των καταπατησάντων τον πρώτιστον της φύσεως

νόμον. Ετιμώρουν δε τον πταίστην σωματικώς, είτε διά νόσου τινός, της

λέπρας λόγου χάριν, είτε εκμυζώσαι το αίμα του φονέως.

αλλ' αντιδούναι δει σ' από ζώντος ροφείν

ερυθρόν εκ μελέων πέλανον· από δε σου

φεροίμαν βοσκάν πώματος δυσπότου (ς. 264 — 267)

Ο Ορέστης, καταδιωκόμενος υπό των αγρίων τούτων και αιμοχαρών τιμωρών,

πάσχει ως θύμα και ως παίγνιον των Ευμενίδων, ουχί ως ήθελε πάσχει

εγκληματίας τις των καθ' ημάς χρόνων, βασανιζόμενος υπό των τύψεων της

συνειδήσεως. Ακράδαντος εν τη θρησκευτική αυτού πίστει, επαναπαύεται

εις την αντίληψιν ετέρου θεού, αντιμαχομένου προς τας Ευμενίδας, του

Απόλλωνος, όςτις τω επέβαλε τον φόνον της μητρός του. Τοιούτος ο

χαρακτήρ της δραματικής πάλης εν τη αρχαία τραγωδία, πάλης εξωτερικής

όλως και θείας.

Αδύνατον να φαντασθή τις μεταβολήν ριζικωτέραν της κατά φυσικήν

εξέλιξιν, γενομένης εν τη Ελληνική τραγωδία οπότε μετά τον Αισχύλον

έφερεν ο Ευριπίδης επί της σκηνής την αυτήν υπόθεσιν. Ποιητής ούτος

ηθικός, φιλόσοφος πεφωτισμένος, και σκεπτικός ως προς τα της θρησκείας,

δεν ηδύνατο ή να μεταλλάξη ουσιωδώς την παράστασιν παραδόσεων

θρησκευτικών, εις τας οποίας οι έγκριτοι των συγχρόνων αυτού δεν

επίστευον πλέον, ως ουδ' αυτός επίστευεν εις την αντικειμενικήν ύπαρξιν

των Δυνάμεων του Ουρανού και Άδου. Ο Ευριπίδης δεν παρεδέχετο το

καταπληκτικόν μυστήριον, το αποτελούν την θεολογίαν άπασαν του αρχαίου

δράματος, την οντότητα δηλαδή προσώπων &οσίως πανουργούντων&, οίος ο

Ορέστης ή η Αντιγόνη, και προσκτωμένων τον τραγικόν αυτών χαρακτήρα δι'

αυτής ταύτης της συνενώσεως του δικαίου μετά του αδικήματος, facto pius

et sceleratus eodem.

Εν τοις δράμασι του Ευριπίδου οι θεοί δεν κατέχουσι την πρωτίστην

θέσιν, το δ' υπέρ φύσιν εξαλείφεται, και η ανθρωπότης παρίσταται μετά

των αληθών παθημάτων και παθών αυτής. Ο Ορέστης αυτού είναι πταίστης

ελεεινός, καταβιβρώμενος υπό των τύψεων του συνειδότος και

καταβεβλημένος ψυχή τε και σώματι. Ότε ο Μενέλαος τον ερωτά τι πάσχει,

και ποία η νόσος του, αποκρίνεται:

&Η σύνεσις, ότι σύνοιδα δείν' ειργασμένος.

Πιεζόμενος υπό της ιδέας, υφ' ης και μόνης κατέχεται, περιπίπτει εις

μανίαν αληθή. Η λέξις αύτη δεν εφαρμόζεται εις το ιερόν θάμβος του

Ορέστου εν τη τραγωδία του Αισχύλου. Αλλ' ο του Ευριπίδου Ορέστης έχει

καθ' εαυτό φρενολήπτου οπτασίας.

Η Ηλέκτρα κάθηται παρά την κοίτην του ασθενούς αυτής αδελφού:

Οίμοι, κασίγνητ', όμμα σον ταράσσεται,

ταχύς δε μετέθου λύσσαν, άρτι σωφρονών.

Ορ. Ω μήτερ, ικετεύω σε, μη 'πίσειέ μοι

τας αιματωπούς και δρακοντώδεις κόρας·

αύται γαρ αύται πλησίον θρώσκουσί μου.

Ηλ. Μέν', ω ταλαίπωρ', ατρέμα σοις εν δεμνίοις·

οράς γαρ ουδέν ων δοκείς σάφ' ειδέναι.

Ορ. Ω Φοίβ', αποκτενούσι μ' αι κυνώπιδες

γοργώπες ενέρων ιερίαι, δειναί θεαί.

Ηλ: Ούτοι μεθήσω, χείρα δ' εμπλέξασ' εμήν

σχήσω σε πηδάν δυστυχή πηδήματα.

Ορ. Μέθες· μί' ούσα των εμών Ερινύων,

μέσον μ' οχμάζεις, ως βάλης, εις Τάρταρον.

Ηλ. Οι 'γώ τάλαινα, τίν' επικουρίαν λάβω....

επεί το θείον δυσμενές κεκτήμεθα;

Ορ. Δος τόξα μοι κερουλκά, δώρα Λοξίου,

οις μ' είπ' Απόλλων εξαμύνεσθαι θεάς.

ει μ' εκφοβοίεν μανιάσιν λυσσήμασιν...

Ουκ εισακούετ'; ουχ οράθ' εκηβόλων

τόξων πτερωτάς γλυφίδας εξορμωμένας;

α α·

Τι δήτα μέλλετ'; εξακρίζετ' αιθέρα

πτεροίς· τα Φοίβου δ' αιτιάσθε θέσφατα.

Έα·

Τι χρήμ' αλύω, πνεύμ' ανείς εκ πλευμόνων;

Ποι ποι ποθ' ηλάμεσθα δεμνίων άπο;

Ο Ορέστης ούτος του Ευριπίδου πάσχει τας φρένας, ο θεατής βλέπει εν

αυτώ μανίαν αληθή, τα δε φάσματα, άτινα φιλόσοφος ποιητής παρεισάγει εν

τω θεάτρω αυτού, ουδαμώς αντιβαίνουσιν εις της επιστήμης τους ορισμούς·

είναι φάσματα υποκειμενικά, πλάσματα νοσούσης φαντασίας.

Παρομοίως το εν τη Εκάβη προλογίζον είδωλον του Πολυδώρου ουδεμίαν έχει

δραματικήν αξίωσιν, αλλ' απλώς μόνον χρησιμεύει εις προεισαγωγήν της

του δράματος υποθέσεως.

Εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου τα φάσματα είναι οτέ μεν αντικειμενικά,

έχουσι δηλαδή ύπαρξιν πραγματικήν, ανεξαρτήτως της διανοητικής

καταστάσεως των βλεπόντων αυτά προσώπων του δράματος, οτέ δε

υποκειμενικά, ήτοι αισθητά εις την όρασιν ενός μόνου προσώπου

νοσούντος, μολονότι γίνονται και προς τους θεατάς ορατά, οπόταν ο

ποιητής θέλει να &υποκειμενίση& τας οπτασίας.

Παραδεχόμενος την σωματικήν επί της σκηνής εμφάνισιν όντων υπερφυσικών,

ο Σαικσπείρος υπείκεν εν πρώτοις εις το ποιητικόν αυτού έμφυτον. Οι

άνθρωποι, είτε φανερώς είτε λάθρα, πιστεύουσιν εις το υπεράνθρωπον. Οι

δ' έμφρονες δεν καταδικάζουσι τας δεισιδαιμονίας των αφρόνων διότι εάν

τω όντι σώφρονες, είναι και μετριόφρονες, θα είπωσι δε μετά του

Αμλέτου.

'ς τον ουρανόν και εις την γην τόσα και τόσα έχει

που η φιλοσοφία σου δεν βλέπει 'ς τ' όνειρόν της.

Ίσως μάλιστα είπωσι μετά του γηραιού Lafeu, ετέρου του Σαικσπείρου

προσώπου (All's well that ends well):

«Λέγουσιν ότι θαύματα δεν γίνονται πλέον, και έχομεν τους φιλοσόφους να

μας κάμνουν απλά και συνειθισμένα πράγματα, τα υπερφυσικά και τα

ανεξήγητα. Διά τούτο παίζομεν με την φρίκην και προσποιούμεθα τους

γνωστικούς, αντί να υποτασσώμεθα εις τον φόβον του αγνώστου».

Δεν έχουσι δεισιδαιμονίας οι ποιηταί μόνοι, οι κατεχόμενοι υπό της

φαντασίας αυτών, αλλά και άνδρες ψυχροί και θετικοί άμα επί ολίγον

παύσωσιν επιβλέποντες εαυτούς. Ο μέγας Άγγλος υλιστής Hobbes εδειλία να

μείνη μόνος τας νύκτας, φοβούμενος τας οπτασίας. Ο Malherbe, εν

επιστολή του τινι, περιγράφει αφελώς υπερφυσικόν φαινόμενον, επισυμβάν

κατά τον φόνον Ερρίκου του Δου, αλλαχού δ' αφηγείται σπουδαίως

εμφάνισιν της σκιάς νεκρού τινος. Ο Γκαίτης και ο Μe?ée είχον επίσης

στιγμάς δεισιδαιμονίας, ο δε Σωκράτης ο σοφώτατος των ανδρών, ήτο και ο

δεισιδαιμονέστατος· φρονώ λοιπόν ότι ο Σαικσπείρος παρεισάγων το υπέρ

φύσιν εν τω θεάτρω αυτού, εξεμεταλλεύετο εν πρώτοις μετά μεγίστης

ποιητικής τέχνης την εν τω ανθρώπω ενυπάρχουσαν προς τούτο τάσιν. Αλλ'

εις τούτο μεγάλως ωθείτο και υπό των επικρατουσών κατά την εποχήν αυτού

προλήψεων. Έχομεν ως προς τούτο μερικάς μαρτυρίας περί πλείστων εξόχων

ανδρών της 16ης εκατονταετηρίδος, οίτινες ήσαν προληπτικοί και

δεισιδαίμονες.

Εάν δε από των εκκρίτων κατέλθωμεν εις το πλήθος, ανευρίσκομεν απειρίαν

τοιούτων συγχρόνων μαρτυριών, ιδίως ως προς την πίστιν εις την μαγείαν

και τας μαγίσσας. Ο Reginald Scott εν τω συγγράμματι αυτού, η &Μαγεία

αποκαλυπτομένη&, περιγράφει λεπτομερώς τας μαγίσσας, η δε περιγραφή

αυτού συμφωνεί πληρέστατα προς τα εν τω Σαικσπείρω.

Αι εν τω Μάκβεθ μάγισσαι και αι αλλόκοτοι συνδιαλέξεις περί των

κατορθωμάτων αυτών, — εν οις διαπρέπει η σφαγή χοίρων και οι λέβητες

εντός των οποίων μαγειρεύουσι τα ποικίλα και εκλεκτά αυτών καρυκεύματα,

— δεν είναι βαρβαρικής φαντασίας γεννήματα, αλλ' έχουσιν ιστορικήν,

ούτως ειπείν και πραγματικήν υπόστασιν. Παν ό,τι λέγουσιν ή πράττουσιν

ευρίσκεται εν τη &Δαιμονολογία& του βασιλέως Ιακώβου του Α' ή εν τοις

πρακτικοίς των τότε δικαστηρίων, και δύναται να εξηγηθή και σχολιασθή

διά μόνης της ερεύνης των συγχρόνων μνημείων.

Υπό αισθητικήν δ' έποψιν, ο Σαικσπείρος ουδαμώς έσφαλεν διατηρήσας την

κατά παράδοσιν απεχθή μορφήν των τερατωδών τούτων όντων. Δεν αρμόζει το

κάλλος εις του Άδου τα όργανα. Τοιαύται ήσαν και αι αποτρόπαιοι

Ευμενίδες του Αισχύλου, αι «κατάπτυστοι κόραι», ως τας αποκαλεί ο

Απόλλων «αις ου μίγνυται θεών τις, ουδ' άνθρωποι, ουδέ θήρ ποτε» — Ότε,

λέγει ο Πολυδεύκης, ενεφανίσθησαν επί της σκηνής γυναίκες ελιποθύμησαν

και παιδία απεβίωσαν εκ του τρόμου.

Αλλά δεν περιωρίσθη ο Σαικσπείρος εις μόνην την εγχώριον και δημώδη της

πατρίδος αυτού παράδοσιν. Παρεισάγων τας αναμνήσεις της αρχαιότητος,

αναμιγνύει τα κλασσικά του Απόλλωνος και της Εκάτης ονόματα μετά των

χυδαίων ονομασιών των Μαγισσών. Η δε βροχή και ο άνεμος και οι κεραυνοί

και η έρημος εξοχή, όπου συνέρχονται τα δαιμόνια του σκότους,

απαρτίζουσιν ατμοσφαίραν συναρμοζομένην προς τα σατανικά όντα, τα οποία

εντός αυτής παρουσιάζονται. Το όραμα του Μάκβεθ αποτελεί εν συνόλω

συμφωνίαν φαντασιώδη και πένθιμον, της οποίας την διαπασών ευθύς απ'

αρχής δίδει ο διάλογος των τριών Μαγισσών, εν τω μέσω της περικυκλούσης

αυτάς τρικυμίας.

Μάκβεθ · 第 5 / 7 段