Παύσασα δε η Πύλη επί τη εις Κωνσταντινούπολιν αφίξει του

Μιντσιάκη να φοβήται την Ρωσσίαν ως φιλοπόλεμον, ήρχισε

να την καταφρονή ως φιλειρηνικήν· τόσον δε εθρασύνθη,

ώστε, λαβούσα σφοδρόν έγγραφον του επιτετραμμένου τούτου

εις ταχύν συμβιβασμόν των εισέτι ασυμβιβάστων

ρωσσοτουρκικών διαφορών ουδέ καν ν' απαντήση ηξίωσεν.

Εδυσφόρησεν ο αυτοκράτωρ επί τη σιωπή ταύτη, εμέμφθη

αυτός εαυτόν διά την πολλήν του μακροθυμίαν, έδειξε

διάθεσιν να μεταβάλη την πολιτικήν του επί το

πολεμικώτερον. Παρήγγειλε τοις εν Λονδίνω, Παρισίοις,

Βιέννη και Βερολίνω αντιπροσώποις του να εξετάσωσι τας

προς τούτο διαθέσεις των αυλών παρ' αις έδρευαν, και

διέταξε τον Μιντσιάκην να διαμαρτυρηθή κατά της διαγωγής

της Πύλης. Διεμαρτυρήθη ο Μιντσιάκης αλλά και η

διαμαρτύρησις αύτη έμεινεν αναπάντητος. Ο δε αυτοκράτωρ,

οργισθείς επί τη περιφρονήσει ταύτη και κατά της

συμμαχίας, ήτις δεν τον υπεστήριζε, και κατά της Πύλης,

ήτις τον παρήκουε, και πεισθείς εξ αυτής του της πείρας,

ότι ανωφελώς ηγωνίζετο διαπραγματευόμενος, εξήλθε της

Πετρουπόλεως προς επιθεώρησιν του υπερεπιθυμούντος τον

κατά της Τουρκίας πόλεμον πολυαρίθμου στρατού του, και

προς επίσκεψιν των μεσημβρινών επαρχιών του, αίτινες

ένεκα της προς την ναυτιλίαν και το εμπόριόν των

δυσμενούς διαγωγής της Πύλης έπαθαν υπέρ τας άλλας της

αυτοκρατορίας του· εξέλαβαν δε την περιοδείαν ταύτην και

αυλαί και λαοί δικαίως ως προαγγέλλουσαν τον πόλεμον.

Αλλ' ασθενήσας ο αυτοκράτωρ επί της περιοδείας απεβίωσεν

εν Ταγανρόκω την 19 νοεμβρίου.

Ουδέποτε ίσως άλλοτε αι των αυλών προς αλλήλας σχέσεις

ήσαν τόσον ανώμαλοι όσον επί των παραμονών του μεγάλου

τούτου συμβάντος· ως πομφόλυγες τα της ιεράς συμμαχίας,

ως είδαμεν, διερράγησαν, και τα μέλη αυτής δεν

συνεννοούντο ως άλλοτε· ο φιλειρηνικός Αλέξανδρος,

παρωργισμένος διά την προς ά εβουλεύετο δυσμενή διάθεσιν

των άλλων ανάκτων, εφιλοπολέμει και διέταττε τους

πρέσβεις του να μη πολιτικολογώσιν εν ταις διπλωματικαίς

συντυχίαις των· ανήσυχος η Αυστρία εμεθοδεύετο πώς να

καταπραΰνη τον Αλέξανδρον, και πώς να παρατείνη προς

βλάβην των Ελλήνων τον αγώνα των, ον ήθελεν ο Αλέξανδρος

να παύση· επί τω σκοπώ δε τούτω επρότεινε νέας,

ανωφελείς, και απαραδέκτους συνδιαπραγματεύσεις· η Γαλλία

κατεγίνετο να συνάψη τα διεστώτα· η Πρωσσία μόνη

ερρώσσιζε και εμέμφετο τας άλλας αυλάς ως προκαλούσας

μάλλον διά της προς την Ρωσσίαν διαγωγής των ή

εμποδιζούσας τον πόλεμον, αλλά και αύτη δεν συνεμάχει· η

δε Αγγλία εδυσφόρει απομεμονωμένη· εταράττετο δε

υπέρποτε, διότι έβλεπε την Ρωσσίαν ετοίμην εις πόλεμον,

ον ήθελε να εμποδίση παντοίοις τρόποις, και επεθύμει

αξιοπρεπή απαλλαγήν από της μεμονωμένης θέσεώς της διά

τινος συνεννοήσεως μετ' αυτής, μεθ' ης και μόνης

διενοείτο να εργασθή του λοιπού εις λύσιν του

ελληνοτουρκικού ζητήματος, πεπεισμένη ότι αι άλλαι αυλαί

ή θα παρηκολούθουν, ή δεν θ' αντέπρατταν. Προθύμως

έκλινεν ο εν Λονδίνω πρέσβυς της Ρωσσίας το ους εις τους

διαλλακτικούς λόγους του Κάννιγγος, αι δύο αυλαί

διηλλάγησαν, και ο εν υπολήψει παρά τω Αλεξάνδρω λόρδος

Στραγφόρδος, ο επ' αδεία μεταβάς πρό τινος καιρού εκ

Κωνσταντινουπόλεως εις Λονδίνον, απεστάλη πρέσβυς παρ'

αυτώ εις πασιφανές δείγμα διαλλαγής.

1825

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'.

&Δευτέρα πολιορκία του Μεσολογγίου. — Περίοδος πρώτη.&

ΑΠΟΔΙΔΟΥΣΑ η Πύλη τας μέχρι τούδε επανειλημμένας

αποτυχίας της εις την ανικανότητα των πολεμάρχων της

ανέδειξε το έτος τούτο Ρούμελη-βαλεσήν τον Ρεσήτ-

Μεχμέτπασαν, τον και Κιουταχήν. Διεκρίθη, ως είδαμεν, ο

ανήρ ούτος ως δραστήριος και φιλοκίνδυνος και επί της

μάχης του Πέτα, και επί της πρώτης πολιορκίας του

Μεσολογγίου, καθ' ην, αν εισηκούετο, η πόλις έπιπτεν. Η

Πύλη τω έδωκεν επί της εκστρατείας ταύτης πάσαν εξουσίαν

και αφθόνους πόρους, μετέθεσε τον αντίζηλόν του Βρυώνην

από της σατραπείας του Μπερατίου εις την της

Θεσσαλονίκης, και τω είπεν επί τω διορισμώ του, «ή - τ ο

- Μ ε σ ο λ ό γ γ ι - ή - τ η ν - κ ε φ α λ ή ν - σ ο υ».

Ο νέος δε ούτος αρχιστράτηγος κατέβη εις Λάρισσαν τον

ιανουάριον και εκείθεν μετέβη εις Ιωάννινα, όπου

κατεγίνετο να παύση τας ταραχάς της Αλβανίας και

στρατολογήση επί αδρώ και τακτώ μισθώ.

Διηγούμενοι τα της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου

περιεγράψαμεν το τείχος του (α). Έκτοτε εδυναμώθη και

έλαβε νέαν μορφήν υπό την ακάματον φροντίδα του Κοκκίνη·

εκαθαρίσθη δε, επλατύνθη, και εβαθύνθη και η τάφρος.

Επαιρόμενος ο τειχοποιός ούτος ειδοποίει επισήμως τον

διευθυντήν της Δυτικής Ελλάδος, Μαυροκορδάτον, ότι

«ικανόν ήτο το έργον του ν' ανθέξη εις πάσαν εχθρικήν

προσβολήν, και ότι επισκεφθέντες αυτό Άγγλοι το εθαύμασαν

και εξεπλάγησαν». Ουδέν είχε βεβαίως το έργον τούτο

ικανόν να κινήση εις θαυμασμόν ή να φέρη εις έκπληξιν τον

επισκεπτόμενον ειδήμονα· ουδ' αυτό το τείχος ήτον

εύκτιστον και αν μεθ' όλης της ατελείας του η πόλις δεν

ηλώθη υπό των πολεμίων ειμή καθ' ήν ημέραν εγκατελείφθη

υπό των υπερμάχων, συνέβη τούτο, διότι «άνδρες η πόλις,

ου τείχη».

Το τείχος είχεν επί της ενάρξεως της πολιορκίας ταύτης

σχήμα επτάγωνον. Προς το κέντρον, το προς άρκτον, έκειτο

το προτείχισμα του Μπότσαρη· προς δυσμάς δε του κέντρου

κατά σειράν το πύργωμα του Κοραή, το προτείχισμα του

Φραγκλίνου, το κανονοστάσιον του Βύρωνος, τα πυργώματα

του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου και το

κανονοστάσιον του Κυριακούλη. Έκειτο επί της αυτής σειράς

αλλ' επί του παρακειμένου νησιδίου της Μαρμαρούς και το

κανονοστάσιον του Σαχτούρη· προς ανατολάς δε του κέντρου

έκειντο το προτείχισμα του Μακρή, το μηνοειδές πρόφραγμα

του Γουλιέλμου της Οραγγίας (β), τα κανονοστάσια του Ρήγα

και του Αντωνίου Κοκκίνη, τα καρκινοειδές πρόφραγμα του

Μονταλεμβέρτου και τα κανονοστάσια του Σιεφέλδου, του

Κανάρη και του Σκενδέρμπεη. Εφ' όλου δε του τείχους

έκειντο 48 κανόνια σιδηρά, διαφόρου ολκής μέχρι 48

λιτρών, και 4 βομβοβόλοι, εξ ών αι δύο είχαν διάμετρον 10

δακτύλων, αι δε άλλαι η μεν 5 η δε 4 2/5.

Ακουσθείσης της εχθρικής ταύτης εκστρατείας, έσπευσεν η

κυβέρνησις να στείλη εις διοίκησιν της Δυτικής Ελλάδος

τριμελή επιτροπήν εκ των βουλευτών, Ιωάννου

Παπαδιαμαντοπούλου, Γεωργίου Καναβού και Δημητρίου

Θέμελη. Η επιτροπή αύτη αφίχθη εις Μεσσολόγγι την 12

απριλίου και ησχολήθη σπουδαίως εις τακτοποίησιν της

υπηρεσίας.

Είχεν ήδη διατάξει η τοπική διοίκησις εν καιρώ

στρατεύματα υπό τον Νότην Μπότσαρην, τον Τσόγκαν και

άλλους προς φρούρησιν του Καρβασαρά, της Βονίτσης και των

στενών του Μακρυνόρους, και τα στρατεύματα ταύτα

υπήκουσαν. Αλλά, στρατευσάντων των εχθρών προς το

Μακρυνόρος, ελειποτάκτησαν οι φυλάσσοντες τας θέσεις

εκείνας, εγκατέλειψαν και οι άλλοι τας επί της δεξιάς

όχθης του Αχελώου, ώστε οι εχθροί διέβησαν την 23 μαρτίου

ανεμπόδιστοι το Μακρυνόρος, και έπεσαν, μηδενός

εναντιουμένου, εις Γάλτον και Ξηρόμερον· οι δε τρισάθλιοι

κάτοικοι διεσκορπίσθησαν ως και άλλοτε· αλλ' ηύραν ήδη

καταφύγιον έτοιμον και ασφαλές, το υπό την Επτάννησον

πολιτείαν νησίον του Καλάμου. Οι εχθροί ούτε επί της

ποταμοπορείας του Αχελώου ούτε πέραν αυτού ηύραν

αντίστασιν, διότι όσον ούτοι επροχώρουν, τόσον οι Έλληνες

υπεχώρουν προς τας πόλεις Μεσολογγίου και Ανατολικού,

Απρίλιος και τοιουτοτρόπως έφθασε την 11 απριλίου ατουφέκιστος

πολυάριθμος προφυλακή απέναντι του Ανατολικού· την δε 15,

εφάνη μέρος αυτής και έξωθεν του Μεσολογγίου· επί δε τη

εμφανίσει εξήλθαν τινες των εντός, ηκροβολίσθησαν και

επανήλθαν εις την πόλιν· εξήλθαν και την επιούσαν και

ηκροβολίσθησαν ως και την προτεραίαν. Εφονεύθησαν δε τας

δύο ταύτας ημέρας δύο σημαιοφόροι, ο μεν Έλλην, ο δε

Τούρκος· επληγώθησαν και οκτώ Έλληνες και άλλοι τόσοι

εχθροί. Ενεδρεύσαντες οι Έλληνες κατά το Κεφαλόβρυσον

εσκότωσαν την ακόλουθον ημέραν έξ εκ των διαπορευομένων

εχθρών.

Διηγούμενοι τα της πολιορκίας του Ανατολικού επί του

1823, είπαμεν ότι το νησίον εκείνο δεν είχε γλυκύ νερόν,

και ότι οι κάτοικοι ηρύοντο το εις χρήσιν των από τινος

πηγής επί της ξηράς. Η πηγή αύτη εφρουρείτο επί της

εισβολής των εχθρών υπό των Ελλήνων· αλλά την 17

εγκατελείφθη και εκυριεύθη υπό των εχθρών, και έκτοτε η

έλλειψις του νερού εγένετο λίαν επαισθητή εν τη πόλει.

Την δε 15 είς των στρατιωτών, κατοικών παράλιον οικίαν,

έπεσεν εις την έμπροσθεν αυτής θάλασσαν, ίνα κολυμβήση·

κατά τύχην έπιεν ολίγον νερόν και το ηύρε παρά πάσαν

προσδοκίαν γλυκύ· ανήγγειλε τούτο τοις εν τη πόλει,

έτρεξαν τα πλήθη εις τον αιγιαλόν, το εγεύθησαν, και

ευρόντες το και αυτοί γλυκύ, εγέμισαν όλα τα αγγεία των·

γλυκύ διέμεινε και τας δύο ακολούθους ημέρας· και οι μεν

εξηγούντες το πράγμα φυσικώς είπαν ότι κατέρρευσεν εκ των

πλησίον υψωμάτων και εφέρετο επί του αλμυρού ως

ελαφρότερον, οι δε ευλαβέστεροι επίστευσαν ότι ήτον

αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου, του μεταποιήσαντος επί

Μωυσέως το πικρόν ύδωρ εις γλυκύ και κορέσαντος τον λαόν

αυτού διψώντα.

Την δε 23 απεκλείσθη στενώς η πόλις του Μεσολογγίου.

Άδηλος ο ακριβής αριθμός των εισβαλόντων εχθρών αλλά

διανεμομένων 50,000 σιτηρεσίων εις υπομισθίους,

υπελογίζοντο 35,000 οι οπλοφόροι· παρηκολούθουν δε και

3000 σκάπται και εργάται Χριστιανοί. Εκ των οπλοφόρων δε

τούτων 2000 κατέλαβαν το Μακρυνόρος· 3000 την Λάσπην, τον

Μαχαλάν και τον Καρβασαράν· 3500 την Γουριάν, όπου αι

αποθήκαι· 4000 τα κατ' ανατολάς και κατά δυσμάς του

Ανατολικού· 2500 τα Σάλωνα και το Πετροχώρι, και 20,000

επολιόρκουν την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου διέμενε και ο

αρχιστράτηγος· μετεφέροντο δε εν καιρώ ανάγκης και άλλοι

άλλοθεν πολεμισταί εις ενίσχυσιν της πολιορκίας και

συχνάκις μετεκινούντο εκ των διαφόρων θέσεων. Οι

συγκροτούντες δε τον στρατόν τούτον ήσαν Ασιανοί,

Ρουμελιώται, Αλβανοί και Γκέγκαι. Τοσαύτη και τοιαύτη

ήτον η δύναμις των εχθρών.

Η δε των Ελλήνων εντός των δύο πόλεων, αρξαμένης της

πολιορκίας, ήτο περίπου τρισχίλιοι οπλοφόροι υπό τους

αρχηγούς Στουρνάρην, Μακρήν, Νότην Μπότσαρην, Τσόγκαν,

Δηληγεωργόπουλον, Γιαννάκην Ραζοκότσικαν, Ίσκον,

Λιακατάν, Σούκαν και άλλους. Ευρέθη επί της ενάρξεως της

πολιορκίας του Μεσολογγίου και διέμεινεν εν αυτώ μέχρι

τέλους ιουλίου και ο Νικήτας. Η πόλις ήτον υπερασπίσιμος,

και τρόφιμα και πολεμεφόδια ικανά είχε, και τα

στρατεύματα ήσαν και εμπειροπόλεμα και πλήρη ζήλου· είχε

και την θάλασσαν ανοικτήν και δι' αυτής ελάμβανεν έξωθεν

ό,τι εχρειάζετο· ανοικτήν είχε την κοινωνίαν και ο

Κιουταχής μετά της Ναυπάκτου και Πατρών και ελάμβανε και

αυτός εκείθεν ό,τι εχρειάζετο.

Άμα δε στρατοπεδεύσαντες οι εχθροί ήρχισαν να εργάζωνται

έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μπότσαρη· επί σκοπώ δε

να προφυλάττωνται από των προσβολών των εντός του τείχους

ήνοιξαν τάφρον αρχομένην από του καρκινοειδούς

προφράγματος, τελευτώσαν εις το κανονοστάσιον του

Κυριακούλη και απέχουσαν του τείχους 300 οργυιάς, και την

25 εμβήκαν εις αυτήν και έστησαν άνωθεν σημαίας. Αλλ' η

τάφρος δεν εσκάφη όσον έπρεπε βαθεία, διά τούτο τινές

αυτών εφονεύθησαν, κανονοβολησάντων των εντός, και πολλοί

απεμακρύνθησαν. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας 36 των εν

τω Ανατολικώ Σουλιωτών υπό τον Κίτσον Πάσχον και Γιάννην

Μπέκαν εξήλθαν προς το μέρος του προφήτου Ηλίου έχοντες

βοηθόν και μίαν κανονοφόρον, και ενεδρεύσαντες εφόνευσαν

και επλήγωσαν έξ, και απέστειλαν εις Μεσολόγγι μίαν

κεφαλήν. Την δε 20 κατασκεύασαν οι Τούρκοι διά νυκτός δύο

τετραγωνικάς τάφρους 250 οργυιάς μακράν του τείχους προς

το μέρος της κατηδαφισμένης εκκλησίας του αγίου

Δημητρίου, επί σκοπώ να προσβάλωσιν εκείθεν το

προτείχισμα του Φραγκλίνου, τα πυργώματα του Γουλιέλμου

Τέλλου και του Κοτσιούκου και το κανονοστάσιον του

Κυριακούλη. Την αυτήν νύκτα κατεσκεύασαν και

κανονοστάσιον πολλά πλατείας έχον κανονοθυρίδας επί του

εδάφους της άλλης κατηδαφισμένης εκκλησίας του αγίου

Αθανασίου, και έν αντιχαράκωμα κατά μέτωπον του

καρκινοειδούς προφράγματος. Την ακόλουθον νύκτα ήγειραν

καταντικρύ του κανονοστασίου του Ρήγα πρόχωμα όπισθεν της

τάφρου. Την 28 μετά μεσημβρίαν έστησαν αντικρύ του

μηνοειδούς προφράγματος βομβοβόλον, και έρριψαν κατά

πρώτην φοράν πέντε βόμβας, αλλ' ουδεμίαν επροξένησαν

ζημίαν. Την νύκτα ήρχισεν εσωτερικός και εξωτερικός

κανονοβολισμός διαρκέσας από της β' ώρας μέχρι της η',

αλλά και τότε ουδεμίαν βλάβην έπαθαν οι εν τη πόλει. Ο

κανονοπόλεμος επανελήφθη και την επιούσαν νύκτα από της

β' ώρας μέχρι της στ', αλλ' επίσης και τότε αβλαβής·

επανελήφθη και την 30 προ της ανατολής του ηλίου, καθ' ην

εχύθη κατά πρώτην φοράν αίμα εντός της πόλεως,

σκοτωθέντος ενός και πληγωθέντων πέντε· το εσπέρας

ερρίφθησαν έσωθεν και έξωθεν πέντε βόμβαι· εκείνην δε την

ημέραν ηυτομόλησεν ο παρά τω εχθρικώ στρατώ Μήτρος Βάγιας

και οκτώ στρατιώται.

Μάιος Κανονοβολούντες οι εχθροί την 1 μαΐου έβλαψαν τα

πυργώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου. Την

αυτήν ημέραν κατεσκεύασαν μεταξύ του προτειχίσματος του

Μακρή και του κανονοστασίου του Ρήγα άλλην τετραγωνικήν

τάφρον έχουσαν και αυτήν κανονοθυρίδας, την δε νύκτα

έρριψαν τέσσαρας βόμβας εις την πόλιν, αντέρριψαν και οι

εν τη πόλει πλειοτέρας· μέχρι δε της ημέρας εκείνης οι

εχθροί είχαν εις χρήσιν τρία μόνον κανόνια και μίαν 6

δακτύλων βομβοβόλον, ώστε η πυρομαχία ήτον ελαφρά· δεν

έπαυαν δε εργαζόμενοι πάσαν νύκτα, και εξημερόνοντο

έμπροσθεν του τείχους ποτέ μεν τάφροι, ποτέ δε

αντιχαρακώματα, ή προμαχώνες. Εντεύθεν εφαίνετο ότι οι

εχθροί ητοιμάζοντο εις στενήν πολιορκίαν, οι δε μετά

πολλής φειδούς βομβοβολισμοί και κανονοβολισμοί των

εδείκνυαν έλλειψιν εισέτι των εις πυροβολήν αναγκαίων.

Την 3 ήρχισαν οι Έλληνες να κατασκευάζωσι μεσότειχα εις

προφύλαξιν από των επιρριπτομένων βομβίδων (γρεναδών). Οι

δε σημαντικώτεροι των εχθρών μετέφεραν τας σκηνάς των

πέραν των ελαιών προς τους πρόποδας των βουνών εις

αποφυγήν του ελληνικού πυρός. Εργαζόμενοι οι εχθροί

αδιακόπως επροχώρησαν την επαύριον 40 οργυιάς πλησίον του

μηνοειδούς προφράγματος διά μέσου τριγώνου τάφρου την

νύκτα κατασκευασθείσης· μετά δε την μεσημβρίαν ήρχισε

πάλιν ο κανονοβολισμός, καθ' όν εφονεύθη μία γυνή.

Ανοικτός ήτον ο λιμήν του Μεσολογγίου, αλλά συχνάκις

εξέπλεαν των Πατρών δύο βρίκια, έν σαμπέκον και έν

μίστικoν υπό τον Μαχμούτην και ηνόχλουν τα πλοιάρια των

Μεσολογγιτών. Τα πλοία ταύτα εξέπλευσαν και προ ολίγου,

υπήγαν μέχρι του Καλάμου εις καταδίωξιν των υπό ελληνικήν

σημαίαν πλοιαρίων και επανελθόντα ελλιμένισαν την 4

έμπροσθεν του Μεσολογγίου· αλλά μετ' ολίγας ώρας

απεμακρύνθησαν. Την 5 έφερεν ο εχθρός άλλην βομβοβόλον

μικροτέραν της πρώτης και άλλο μεγάλον κανόνι·

κατεσκεύασε δε και άλλας τριγώνους τάφρους και ήλθε

πλησιέστερον του τείχους· κανονοβολών δε την νύκτα της 7

ευστοχώτερον διέρρηξε μέρος του μεγάλου προτειχίσματος·

ανήγειρε την αυτήν νύκτα και άλλους προμαχώνας και

προχώματα. Την αυτήν νύκτα εξήλθαν ολίγοι Έλληνες εις

κατασκόπευσιν του εχθρικού στρατοπέδου, εν οίς και ο

Μεσολογγίτης Ρούτσος, όστις εζωγρήθη. Την ακόλουθον

ημέραν έβαλαν οι Έλληνες εις χρήσιν άλλο κανονοστάσιον

κατασκευασθέν μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου

και του πυργώματος του Γουλιέλμου Τέλλου, ονομάσαντές το

Τοκέλ. Την 11 εξημερώθησαν νέα περιταφρεύματα και

προμαχώνες πλησιέστερον του τείχους, και οι εχθροί,

κανονοβολούντες επιδεξίως το προτείχισμα του Φραγκλίνου,

έρριψαν μέρος της κανονοθυρίδος και επλησίασαν εις το

τείχος κατ' εκείνο το μέρος εντός 80 οργυιών·

κατεσκεύασαν εν τούτοις και οι Έλληνες άλλο κανονοστάσιον

επ' ονόματι Νορμάνου μεταξύ του προτειχίσματος του

Φραγκλίνου και του πυργώματος του Κοραή. Την νύκτα της 16

οι εχθροί επάτησαν την Πλώσταιναν, νησίδιον μεταξύ

Μεσολογγίου και Ανατολικού, και επήραν ίππους. Την αυτήν

νύκτα κατεσκευάσθη άλλο περιτάφρευμα εχθρικόν αντικρύ του

προτειχίσματος του Φραγκλίνου, όπου διενοείτο ο εχθρός να

τοποθετήση τους σκοπούς του. Την 19 προσωρμίσθη εν τω

λιμένι του Μεσολογγίου το ελληνικόν πλοίον, ο Λεωνίδας,

φέρον τροφάς και πολεμεφόδια. Την επιούσαν νύκτα επάτησαν

οι εχθροί ερημονήσιόν τι, και επήραν τα εκεί βόσκοντα

πρόβατα φονεύσαντες τους φυλάσσοντας αυτά δύο ποιμένας,

επροχώρησαν δ' εκείθεν και προς την Κλείσοβαν· άλλα δύο

ελληνικά πλοιάρια παρευρεθέντα τους απεδίωξαν. Την δε 21

κανονοβολούντες έρριψαν κάτω μέρος του προτειχίσματος του

Μπότσαρη· αλλ' οι Έλληνες κατεσκεύασαν διά νυκτός έσωθεν

άλλο περίφραγμα και παρεγέμισαν και το πεσόν μέρος. Κατ'

εκείνην την περίστασιν εχθρική σφαίρα κατέθραυσε την

κεφαλήν του αρχιπυροβολιστού του προτειχίσματος και

χρηστού πολίτου Δημήτρη Σιδερή. Την αυτήν ημέραν

εξέπλευσαν πάλιν των Πατρών τα τέσσαρα εχθρικά πλοία και

εφάνησαν προς τα παράλια του Μεσολογγίου. Ανήχθη και ο

Λεωνίδας, αλλά δεν εναυμάχησαν επικρατούσης γαλήνης. Την

23 κατεσκεύασεν ο εχθρός αντικρύ του προτειχίσματος του

Φραγκλίνου έτερον περιτάφρευμα 15 οργυιάς μόλις απέχον

του τείχους. Την αυτήν ημέραν εξημερώθησαν πάλιν πλησίον

του λιμένος τα εχθρικά πλοία. Επέπλευσεν ο Λεωνίδας, και

τα ηνάγκασε να μεταπλεύσωσι προς την αντικρύ

πελοποννησιακήν παραλίαν· εναυμάχησαν και την επαύριον,

και τόσον εβλάφθησαν τα εχθρικά, ώστε ηναγκάσθησαν να

επαναπλεύσωσιν εις Πάτρας και να μη εκπλεύσωσι πλέον. Την

δε 25 τα κανόνια των εχθρών επετροβόλουν δι' έλλειψιν

σφαιρών· μέχρι δε της ημέρας εκείνης οι εχθροί είχαν εν

χρήσει οκτώ κανόνια και πέντε βομβοβόλους. Την δε 28

κατεσκευάσθη νέον εχθρικόν κανονοστάσιον αντικρύ του

κανονοστασίου του Νορμάννου απέχον 80 οργυιάς. Την αυτήν

ημέραν ελλιμένισεν έξωθεν του Μεσολογγίου η αγγλική

κορβέττα, Ρόδον. Την δε επαύριον εχάρησαν χαράν μεγάλην

οι εν τη πόλει ιδόντες επτά ελληνικά πλοία υπό τον

Γεώργην Νέγκαν εντολήν έχοντα να επαναλάβη την πολιορκίαν

του κορινθιακού κόλπου. Την αυτήν ημέραν επεσκέφθη ο

πλοίαρχος της αγγλικής κορβέττας Άββοτος το τείχος και

υπεδέχθη φιλικώς και εντίμως. Την 31 εξήλθαν 20 έλληνες

εις σύλληψιν ταύρων πλησίον του ανατολικού μέρους του

τείχους, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι.

Ιούνιος Την δε 3 Ιουνίου εώρτασαν την ναυμαχίαν του Καφηρέως,

και την επαύριον απετελείωσαν νέον κανονοστάσιον επί της

δυτικής πλευράς του τείχους επ' ονόματι του Μιαούλη· την

αυτήν ημέραν απετελείωσαν και οι εχθροί άλλο, 200 οργυιάς

απέχον του κανονοστασίου του Ρήγα.

Την νύκτα δε της 6 ανεκάλυψαν το υδραγωγείον και το

έκοψαν· αλλ' οι εν τη πόλει ανεπλήρωσαν την έλλειψιν του

ρέοντος νερού ανοίξαντες πολλά πηγάδια ολιγοβαθή

αναβλύζοντα πόσιμον νερόν. Την δε 7 περί την δύσιν του

ηλίου έπεσεν εχθρική βομβίς εις το κανονοστάσιον του

Νορμάννου, διήλθε την κανονοθυρίδα, εξήψε το επικείμενον

κανόνι, και έπεσαν τα πέριξ της κανονοθυρίδος. Την 8 δύο

ώρας μετά το μεσονύκτιον ηκούσθησαν πατήματα επί του

ρηχού παραθαλασσίου προς το δυτικόν μέρος του τείχους,

και οι φυλάσσοντες τα κανονοστάσια του Κυριακούλη και του

Σαχτούρη έδραξαν τα όπλα· 300 Τούρκοι πεζοί, πεσόντες εις

την θάλασσαν, ήρχοντο προς τα ρηθέντα κανονοστάσια, αλλά

φθάσαντες εντός βολής τουφεκίου ανενόχλητοι, τόσον

επιδεξίως προσεβλήθησαν και υπό των κανονοστασίων και υπό

της επί του νησιδίου της Μαρμαρούς φρουράς, ώστε έστρεψαν

τα νώτα κακώς έχοντες. Πρωίας δε γενομένης, εξήλθαν τινες

των επί των κανονοστασίων του Κυριακούλη και του Σαχτούρη

εις την αντικρύ του νησιδίου ξηράν, και ηύραν όπλα και

άλλα είδη ριφθέντα κατά γης υπό των εχθρών επί της φυγής

των. Την ημέραν εκείνην ήλθαν εις την πόλιν ο

αρχιπυροβολιστής Στιλτσιμβέργης καί τινες άλλοι

φιλέλληνες· ήλθαν συγχρόνως μετά τινων οπαδών και ο

Αλεξάκης Βλαχόπουλος, ο Μήτσος Κοντογιάννης και ο

Γιαννάκης Ράγκος· ήλθε την επαύριον και ο Λάμπρος Βέικος.

Οι δε εχθροί, σκοπεύοντες να εμποδίσωσιν εις το εξής

πάσαν εκδρομήν των φυλασσόντων την Μαρμαρούν και το

κανονοστάσιον του Κυριακούλη, ανήγειραν την 17 αντικρύ

αυτών κανονοστάσιον.

Ενισχυθέντες δε οι της φρουράς υπό των έξωθεν εισελθόντων

μαχητών, απεφάσισαν να πέσωσιν εις το εχθρικόν

στρατόπεδον· και ανάψαντες υπόνομον, πρό τινων ημερών

υποσκαφείσαν μέχρι των εμπροσθινών του εχθρού οχυρωμάτων,

εξώρμησαν την 20 και εκ του κέντρου και εκ των δύο

πλευρών ταυτοχρόνως, μυδροβολούντων αδιακόπως των

κανονίων· εκατόν εκ των φυλασσόντων τα χαρακώματα εκείνα

εχθρών εφονεύθησαν, πέντε εζωγρήθησαν, οι λοιποί

διεσκορπίσθησαν, επτά σημαίαι ηρπάγησαν και πολλά όπλα

και σκεύη ελαφυραγωγήθησαν· εφονεύθησαν και τρεις Έλληνες

και επληγώθησαν ακινδύνως τέσσαρες.

Και μέχρι μεν της ώρας εκείνης το ελικοειδές και

λαβυρινθώδες σχήμα των εργασιών απέκρυπτε προς ποίον

μέρος του τείχους εμελέτων να ορμήσωσιν οι εχθροί εν

καιρώ· αλλ' έκτοτε εφάνησαν διευθύνοντες κυρίως τας

εργασίας των προς το μέτωπον, το μεταξύ του κανονοστασίου

του Ρήγα και του προτειχίσματος του Φραγκλίνου· διά τούτο

ησχολούντο και οι Έλληνες εις ενδυνάμωσιν αυτού. Οι

εχθροί συσσωρεύσαντες εν διαστήματι πολλών ημερών προς

εκείνο το μέρος χώματα, τα εκύλισαν τόσον πλησίον του

χείλους της τάφρου, ώστε και εντεύθεν έτι μάλλον εφάνη,

και έκ τινων αυτομόλων εβεβαιώθη, ότι ο εχθρός εμελέτα να

χώση δι' αυτών το μέρος εκείνο της τάφρου επί σκοπώ

εφόδου. Την ακόλουθον ημέραν ήλθαν εις ενδυνάμωσιν της

φρουράς εκ Πελοποννήσου ο Κίτσος και ο Γεώργης Βάγιας·

συνεπληρώθη δε ο αριθμός των εντός της πόλεως οπλοφόρων,

λήγοντος του ιουνίου, εις 4500. Ο δε Κιουταχής

εκανονοβόλει και εβομβοβόλει καθ' ημέραν εκ διάλειμμάτων,

αλλ' ουδέν άξιον λόγου εδύνατο να επιχειρήση διά την

σπάνιν των εις πολιορκίαν και έφοδον αναγκαίων· θα

ευπόρει δε τούτων μετά την άφιξιν του βυζαντινού στόλου.

Ολίγην βλάβην επροξένησαν αι εξ αρχής της πολιορκίας

μέχρι τέλους του Ιουνίου ριφθείσαι εις την πόλιν σφαίραι

και βόμβαι· 40 μόλις ήσαν οι φονευθέντες και άλλοι τόσοι

σχεδόν οι πληγωθέντες· έπαθαν δε τόσον ολίγοι, διότι αι

βόμβαι, πίπτουσαι επί της απαλής γης της πόλεως, σπανίως

έσπων· βαρυτέραν ζημίαν υπέφεραν οι Τούρκοι, και μόνη η

ελληνική εφόρμησις της 20 έφθειρε και έβλαψεν

υπερδιπλασίους. Αλλ' οι παθόντες υπέρ τους άλλους ήσαν οι

δυστυχείς ταφρωρύχοι Χριστιανοί ως μάλλον των άλλων

εκτεθειμένοι, αν και οι πολιοφύλακες επροσπάθουν όσον

εδύναντο διά το ομογενές και ομόθρησκον να μη τούς

βλάπτωσιν.

Ο δε βυζαντινός στόλος κατέπλευσεν, ως προείπαμεν, εις

Σούδαν, όπου προκατέπλευσε και ο αιγύπτιος. Μαθόντες δε

οι αρχηγοί των εν τω λιμένι της Μήλου ελληνικών μοιρών

παρά του εις κατασκοπήν σταλέντος Ζάκα, ότι όλα τα

εχθρικά πλοία έκειντο συσσωρευμένα όπισθεν του φρουρίου

της Σούδας ατάκτως και απροφυλάκτως, βουλήν έβαλαν να τα

καύσωσιν εντός του λιμένος, και επί τω σκοπώ τούτω

απέπλευσαν την 29 μαΐου αι δύο ελληνικαί μοίραι. Συνέπλεε

δε και ο συναγωνιστής των Ελλήνων Άγγλος, Ιάκωβος

Εμερσών. Την εσπέραν της 31 έφθασαν αι δύο μοίραι έξωθεν

της Σούδας, όπου απήντησαν, δεκαπέντε εχθρικάς

προφυλακίδας, τας προσέβαλαν και τας ηνάγκασαν να

καταφύγωσιν εις τον λιμένα· αλλ' ηύραν τα εχθρικά πλοία

εν τάξει εις τεσσάρας μοίρας διηρημένα, εξ ών η μία

εσάλευεν επί της άκρας του λιμένος του έσωθεν του

φρουρίου, αι δύο επί της άκρας και της άλλης εισόδου του

νησιδίου δεξιόθεν και αριστερόθεν, η δε τετάρτη εν τω

έξωθεν του νησιδίου λιμένι. Ηπόρησαν οι Έλληνες ιδόντες

απροσδοκήτως την τάξιν και μετατόπισιν των εχθρικών

πλοίων, και την απέδωκαν εις την εξής μυστηριώδη αιτίαν.

Καθ' όν καιρόν κατέπλευσεν ο ελληνικός στόλος εις Μήλον

ευρέθη εκεί η γαλλική γολέττα, Αμάραντος. Ο πλοίαρχος

αυτής, επισκεφθείς τον ναύαρχον Μιαούλην, τω είπεν ότι

ηγκυροβόλησεν εις ύδρευσιν και ότι εσκόπευε να πλεύση εις

Ύδραν ή Ναύπλιον. Ανήχθη, τω όντι, η γολέττα καθ' ήν

ημέραν ανήχθη και ο ελληνικός στόλος, αλλ' ευρέθη παρά

πάσαν προσδοκίαν, εντός του λιμένος της Σούδας ότε

έφθασαν εκεί οι Έλληνες. Εντεύθεν εδόθη αφορμή σφοδράς

υποψίας, ότι ο πλοίαρχός της, ανακαλύψας τα σχέδια του

ελληνικού στόλου, έσπευσε να τα κοινώση τω καπητάμπασα.

Έγεινε δε περί τούτου πολύς λόγος εν Ελλάδι· ένοχον

εθεώρησε τον πλοίαρχον και η κυβέρνησις, ήτις, ομολογούσα

πάντοτε την προς το γαλλικόν έθνος ευγνωμοσύνην της,

παρεκάλεσε την ουδετέραν κυβέρνησιν του να εμποδίση εις

το εξής τας τοιαύτας παρεκτροπάς (γ).

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ · 第 18 / 27 段