και πολλάκις ησχολήθη εις εκλογήν βασιλέως· ως τοιούτοι
εσυστήθησαν εν πρώτοις ο αδελφός του βασιλέως της
Πορτουγαλλίας Μιχαήλ και ο Ιερώνυμος Βοναπάρτης· εγένετο
δε λόγος να σταλώσι καί τινες εις Ευρώπην προς τον σκοπόν
τούτον, και εσχεδιάσθη και σύνταγμα εις υπογραφήν του
βασιλέως· αλλ' ουδέν ενηργήθη. Μεσούντος δε του 1824 (α)
ήλθεν εις Μεσολόγγι, όπου διέτριβε τότε ο Μαυροκορδάτος
ως διευθυντής της Δυτικής Ελλάδος, ο Γεώργιος Βιτάλης
φέρων προς αυτόν γράμματα του βουλευτού της Γαλλίας
Βιλλεβέκου και του συνταγματάρχου Ρουμινή, υπασπιστού και
εξ απορρήτων του δουκός της Αυρηλίας, αποδεικνύοντα την
ανάγκην να βασιλευθή η Ελλάς, προβάλλοντα ως βασιλέα τον
δευτερότοκον υιόν του δουκός, και αιτιολογούντα ως
σωτήριον και μεγάλων αγαθών παραίτιον την εκλογήν ταύτην.
Ομολογήσας ο Μαυροκορδάτος εν τη απαντήσει του και την
ανάγκην και την επιθυμίαν του ελληνικού λαού να
βασιλευθή, είπεν ότι, αν δεν έβλεπε δυσκολίας εσωτερικάς
ως προς την προτεινομένην εκλογήν, έβλεπεν εξωτερικάς και
κυρίως γαλλικάς διά την γνωστήν απέχθειαν του
βασιλεύοντος κλάδου των Βουρβόνων προς τους Αυρηλιανούς,
και ότι ενόμιζεν επάναγκες ν' αρθή η δυσκολία αύτη. Ο
Ρουμινής ανταπήντησεν, ότι τοιαύτη δυσκολία δεν υπήρχε,
και εις απόδειξιν των λόγων του διεβίβασε προς τον
Μαυροκορδάτον πρωτόκολλον συνεντεύξεως του δουκός της
Αυρηλίας και του πρωθυπουργού Βιλλέλου περί τούτου. Ο
Μαυροκορδάτος έστειλε την ανταπόκρισίν του προς τον τότε
πρόεδρον της κυβερνήσεως Κουντουριώτην, όστις την
εγνωστοποίησε πρός τινας των επισημοτέρων της Ελλάδος
μηδέν άλλο μηδ' αυτός ενεργήσας. Ελθών δε ο Ρόσχης εις
Ελλάδα, είπεν υπό εμπιστοσύνην προς τον Κουντουριώτην,
τον Μαυροκορδάτον και δύο τρεις φίλους αυτών ότι είχε
μυστικήν εντολήν να ενισχύση το περί ου ο λόγος σχέδιον,
και ότι εις πραγματοποίησιν αυτού έβλεπε κατάλληλον την
ώραν, καθ' ην αι ευτυχείς πρόοδοι του Ιβραήμη μετά την
ήτταν των εν Κρεμμυδίω και την πτώσιν Ναβαρίνων,
Σφακτηρίας και Νεοκάστρου, έρριψαν τους Έλληνας εις πλήρη
αθυμίαν και απελπισίαν· επειδή δε ο προβαλλόμενος ως
βασιλεύς, ούτινος έφερε την εικόνα εν ιματισμώ ελληνικώ,
ήτον ανήλιξ, εβεβαίονεν ότι ο πατήρ αυτού πρόθυμος ήτο να
τον επιτροπεύση, αν ήθελαν οι Έλληνες, υπέσχετο δε και
στρατιωτικήν επικουρίαν και ανάλογον των αναγκών της
Ελλάδος χρηματικήν χορηγίαν. Τα πνεύματα των Ελλήνων ήσαν
προδιατεθειμένα εις μεταβολήν της δημοκρατικής
κυβερνήσεως εις βασιλικήν, και επειδή το εν ενεργεία
σύνταγμα απηγόρευεν υπό αυστηροτάτην ποινήν την
κατάργησιν ταυ ενυπάρχοντος συστήματος, οι βουλευταί και
οι νομοτελεσταί προς διεκφυγήν δήθεν της ευθύνης
συνήρχοντο ιδιαιτέρως και συνεσκέπτοντο περί τούτου,
ενίοτε δε και εν τω βουλευτηρίω των θυρών κεκλεισμένων,
όχι ως βουλευταί αλλ' ως απλοί πολίται· έφερε δ' έκαστος
αυτών πληρεξουσιότητα των επαρχιωτών του ίνα ενεργήση εν
καιρώ τα δέοντα. Αλλ', αν και θερμή και ειλικρινής ήτον η
επιθυμία όλων υπέρ αναγορεύσεως βασιλέως, εδυσκολεύοντο
πολλοί να δεχθώσι την πρότασιν του Γάλλου στρατηγού διά
την αβεβαιότητα της υπερασπίσεως της γαλλικής κυβερνήσεως
και διά τον επικρατούντα πάντοτε φόβον μήπως παροργίσωσι
την αγγλικήν· ο δε ισχύων τότε Κουντουριώτης παρηγγέλθη
ρητώς παρά του υπερισχύοντος αδελφού του Λαζάρου να
προσέξη μη απατηθή και ενδώση εις τοιούτον σχέδιον. Ο
Ρόσχης, ιδών ότι ο Κουντουριώτης, ο Μαυροκορδάτος και οι
φίλοι αυτών δεν παρεδέχοντο την πρότασίν του, αν δεν
εβεβαιούντο περί της συγκαταθέσεως της Αγγλίας ή περί της
φανεράς και πραγματικής υπερασπίσεως της Γαλλίας, έστρεψε
τα βλέμματά του προς άλλους Έλληνας προτρέπων αυτούς να
συνέλθωσιν εις την εν Ναυπλίω πλατείαν του Πλατάνου προς
αναγόρευσιν του βασιλέως· έφερε δε και πολυειδή δώρα, εξ
ών διένειμε και είς τινας. Εξ αιτίας της κακής
καταστάσεως της πατρίδος το πράγμα κατήντησε σπουδαίον
και επικίνδυνον, έφερε διαίρεσιν εις τους εν τοις
πράγμασι και ανεφύη κατά πρώτην φοράν κόμμα γαλλικόν εν
Ελλάδι. Πολλών δε συνεντεύξεων περί τούτου γενομένων,
παρευρισκομένου και του Ρόσχη και βεβαιούντος αλλά μη
πείθοντος ότι, καθ' ας είχε πληροφορίας, ο Κάννιγγ
ενέκρινε την εκλογήν ταύτην, απεφασίσθη να σταλή τις προς
την αγγλικήν κυβέρνησιν εις εξέτασιν.
Είδαμεν ότι κατ' αρχάς όλαι αι ευρωπαϊκαί Δυνάμεις
ανεξαιρέτως κατέτρεχαν τον ελληνικόν αγώνα, αι μεν
αναθεματίζουσαι αυτόν, αι δε αντιπράττουσαι. Η ρωσσική
αυλή ηγάπα και επεριποιείτο τους εις την επικράτειάν της
καταφυγόντας Έλληνας, αλλ' απεστρέφετο και κατέκρινε τον
αγώνα των, ως απεδείξαμεν· εντός δε της Ελλάδος ετήρει
παρρησία και μυστικώς ειλικρινή ουδετερότητα· και εν ώ
μοίραι γαλλικαί, αγγλικαί και αυστριακαί περιέπλεαν την
ελληνικήν θάλασσαν, και οι αρχηγοί αυτών εφρόντιζαν να
επιρρεάζωσι τους Έλληνας και την κυβέρνησιν αυτών, ούτε
ρωσσική σημαία εφάνη δι' όλης εξαετίας, ούτε επερρέαζέ
τις υπέρ της πολιτικής της· διά τούτο ουδέ κόμμα ρωσσικόν
υπήρχε τότε εν τη Ελλάδι.
Διαφόρων φυλών και γλωσσών λαούς έχει υποχειρίους η
Αυστρία κυβερνώσα, αυτούς δεσποτικώς· ολέθριον δε
παράδειγμα προς αυτούς θεωρεί την ανόρθωσιν παντός άλλου
υπό ξένην πεπτωκότος εξουσίαν λαού. Τοιαύτην πρεσβεύουσα
αρχήν μισέλλην ανέκαθεν ανεδείχθη, και παρέδωκεν εις
χείρας δημίων και δημίων Τούρκων, τον υπέρ της ελευθερίας
της πατρίδος ενθουσιώντα και διά των εθνεγερτηρίων του
ασμάτων τους ομογενείς του ενθουσιάζοντα περιώνυμον
Ρήγαν. Εις τους αυτούς παρέδωκε δημίους και όσους
συνέλαβεν οπαδούς του. Την αυτήν μισελληνικήν πολιτικήν
περί πολλού είχε και επί του τωρινού αγώνος. Ραγιάδας και
αποστάτας απεκάλει τους Έλληνας, τον δε σουλτάνον εθεώρει
νόμιμον κύριόν των. Τοιουτοτρόπως πολιτευομένη, θεμιτόν
εθεώρει παν ό,τι υπό το κράτος της δικαιοσύνης, της
ουδετερότητος, της εν Χριστώ αδελφότητος και της
φιλανθρωπίας ήτον αθέμιτον· οι Έλληνες υβρίζοντο, η
σημαία των εξουθενείτο, οι αποκλεισμοί των παρεβιάζοντο,
και ο αγών πολυειδώς και πολύτροπος επεβουλεύετο και
κατεδιώκετο. Τον Ιούνιον του 1822 ο Βουρατοβίκης,
κυβερνήτης πολεμικού αυστριακού πλοίου, συνώδευσεν
εμπορικόν αυστριακόν φέρον ζωοτροφίας εις τον κορινθιακόν
κόλπον πολιορκούμενον υπό οκτώ ελληνικών πλοίων. Περί τα
τέλη του αυτού έτους ο Αρμένης, κυβερνήτης αυστριακής
φρεγάτας, συνώδευσεν εις τον αυτόν κόλπον τρικάταρτον
αυστριακόν φέρον ναυτικάς αποσκευάς εις χρήσιν των εν
αυτώ ευρισκομένων τουρκικών πλοίων· το τρικάταρτον τούτο
συνέλαβε και έφερεν εις τον λιμένα του Μεσολογγίου η
αποκλείουσα τον κόλπον εκείνον ελληνική μοίρα· αλλ' επί
τη διαταγή του διευθύνοντος τότε τα της Δυτικής Ελλάδος
Μαυροκορδάτου το παρέδωκεν εις τον Αρμένην δώσαντα λόγον
τιμής να το απομακρύνη του κόλπου· αλλ' όχι μόνον δεν το
απεμάκρυνεν, αλλά και το παρεισήγε· τόσον δε η αναιδής
αύτη και αναξία διαγωγή παρώργισε τον Μαυροκορδάτον, ώστε
τον ηνάγκασε να τον στιγματίση εγγράφως ως παραβάτην του
λόγου της τιμής του. Ο αυτός Αρμένης έλυσε βία τον
αποκλεισμόν της Χαλκίδος το αυτό έτος και εισήγαγεν εις
τον λιμένα της τροφοφόρα πλοία καθ' ας ημέρας το φρούριον
έμελλε να παραδοθή δι' έλλειψιν τροφών· δεν έπαυαν δε και
πλοία πολεμικά υπό την αυτήν σημαίαν μετακομίζαντα εκ
Σμύρνης και άλλοθεν διάφορα είδη εις χρήσιν των εν τοις
μεσσηνιακοίς φρουρίοις εχθρών της Ελλάδος. Περί δε τα
τέλη του 1824, ό εστιν αφ' ού η θαλασσοκρατούσα Αγγλία
ανεγνώρισε τους ελληνικούς αποκλεισμούς, διέταξε και η
Αυστρία άκουσα τα αυτά υπό βαρείς όμως όρους· αλλ' η
διαγωγή του κατά την Ελλάδα ναυτικού της εφάνη και τότε
ψευδής και αισχρά· διά τους λόγους τούτους ο λαός της
Ελλάδος όλος εμίσει την Αυστρίαν.
Άλλα εφρόνει ο λαός της Γαλλίας περί του ελληνικού αγώνος
και άλλα η κυβέρνησίς του. Ευμενής και βοηθός εδείχθη ο
λαός εξ αρχής της ελληνικής πάλης, ενθουσιάσθη δε μετά
την σύστασιν της εν Παρισίοις φιλελληνικής εταιρίας· αλλ'
η κυβέρνησίς της ήτο μεν φιλάνθρωπος διά των προξένων της
και των κατά θάλασσαν αξιωματικών της προς τους πάσχοντας
και καταδιωκομένους Έλληνας, αλλά τόσον δυσμενής προς τον
αγώνα των, ώστε βουλευταί της Γαλλίας πολλάκις την
επέπληξαν παρρησία διά τον φιλοτουρκισμόν της, και δεν
τον ηρνήθη. Ο στρατηγός Σεβαστιάνης, ο και μέλος της
φιλελληνικής εταιρίας, κεραυνόν ευγλωττίας έρριψεν επί το
υπουργείον Βιλλέλου εν μια των βουλευτικών συνεδριάσεων.
«Ο Θεός», είπεν, «ήκουσε τας κραυγάς μυριάδων Χριστιανών
σφαζομένων εν τη ανατολή, και οι λογισμοί ασεβούς
πολιτικής μυκτηρίζονται ενώπιον ατρομήτου λαού φλεγομένου
υπό του διττού ενθουσιασμού του γεννώντος τους μάρτυρας
και τους ήρωας. Οι Έλληνες δεν είχαν πατρίδα και
αγωνίζονται να την ανακτήσωσι, διότι πατρίς δεν είναι ο
τόπος όπου η κυβέρνησις δεν εξασφαλίζει ελευθερίαν
συνειδήσεως, τιμήν και ιδιοκτησίαν. Τινές των Δυνάμεων
της Ευρώπης, φοβούμεναι επέκτασιν της Ρωσσίας και την εις
Κωνσταντινούπολιν άφιξίν της, προς ην ανοίγει τας πύλας η
ακατάληπτος εγκατάλειψις των Ελλήνων, ματαίως ενούνται
εις υποστήριξιν του κλονιζομένου και καταρρέοντος ήδη
οθωμανικού κράτους. Εάν μεγαλοφυείς άνδρες εκυβέρνων την
πολιτικήν των μεγάλων Δυνάμεων, μεγάλη και ανεξάρτητος
επικράτεια θα κατηρτίζετο κατά την ευρωπαϊκήν Τουρκίαν
όχι υπό παρακμασάντων Μωαμεθανών, αλλά υπό νεάζοντος
χριστιανικού λαού, και τοιουτοτρόπως θα ετίθεντο όρια και
κατά της βαρβαρότητος και κατά του ρωσσικού κολοσσού, και
θα ησφαλίζετο διά παντός η νυν κινδυνεύουσα ησυχία της
Ευρώπης. Αλλ' αντί των μεγάλων τούτων σχεδίων, ποία είναι
τα των υπουργών της Γαλλίας; ποταπαί σχέσεις προς ένα
πασάν, ούτινος η εφήμερος ύπαρξις ομοιάζει την
περικυκλούσαν αυτόν άστατον άμμον της ερήμου».
Εν άλλη δε συνεδριάσει ερωτήσαντος του αυτού ρήτορος, αν
αλήθευεν ότι πλοίον πολεμικόν υπό γαλλικήν σημαίαν
μετέφερεν εξ Αλεξανδρείας εις Νεόκαστρον το ταμείον του
αιγυπτίου στρατού, και αν εν τω λιμένι της Μασσαλίας
εναυπηγούντο φρεγάται και κορβέτται εις χρήσιν του Μεχμέτ
-Αλή, ο Βιλλέλος ουδέν τούτων ηρνήθη. Τοιαύτης ούσης επί
του Βιλλέλου της διαγωγής της γαλλικής κυβερνήσεως,
διαγωγής εναντίας της κοινής επιθυμίας των Γάλλων, οι
Έλληνες απεστρεφαν δικαίως το πρόσωπόν των.
Φιλελευθερώτερος και αυτών των φιλελευθέρων πολιτευτών
του αείποτε εδείχθη ο βρεταννικός λαός, συμπαθέστατος δε
προς τον ελληνικόν αγώνα. Δυσμενής προς τον αγώνα τούτον
ήτον επί Καστλερήχου η κυβέρνησίς του, δυσμενεστάτη δε η
διαγωγή του αρμοστού των Ιονίων νήσων Μαιτλάνδου και προς
αυτόν και προς αυτούς τους αγωνιζομένους· αλλ'
υπουργήσαντος του Κάννιγγος, η πολιτική μετετράπη επί το
ευμενέστερον, προοιμιάσασα διά της αναγνωρίσεως των
ελληνικών αποκλεισμών. Έκτοτε η ελληνική κυβέρνησις,
πλήρης θάρρους και πίστεως εις την πολιτικήν ταύτην,
έσπευσε, μεσούντος του 1823, να καλέση την εν Λονδίνω επί
του δανείου επιτροπήν εις σύνδεσιν πολιτικών και
εμπορικών σχέσεων μετά της Αγγλίας· συνέτρεξαν δ' έτι
μάλλον εις τούτο η εν τη μητροπόλει αυτής πρώιμος
σύστασις της φιλελληνικής εταιρίας, η έμφρων και ευμενής
διαγωγή του Χαμιλτώνος, η εις τον αγώνα γενναία αφοσίωσις
του Βύρωνος και η προς τους Έλληνας δυσμένεια των άλλων
κυβερνήσεων. Τούτων ούτως εχόντων, η Ελλάς, μέχρις ου
ανεφύη κατά πρώτον γαλλικόν κόμμα επί Ρόσχη, άγγλιζεν
όλη. Προκειμένης δε ήδη εκλογής βασιλέως, έστρεφεν, ως
και άλλοτε, προς την αυτήν κυβέρνησιν τα όμματά της, και
την 11 Ιουνίου 1825 απέστειλεν εις Λονδίνον τον
Σπανιωλάκην ως μέλος μεν συμπληρωτικόν της επιτροπής,
ανακληθέντος του μέλους αυτής Ιωάννου Ζαήμη διά την εις
τον εμφύλιον πόλεμον ενοχήν του αδελφού του, αλλά κυρίως
ίνα εκθέση προς τον Κάννιγγα την κατάστασιν του τόπου,
την άφευκτον ανάγκην να μοναρχηθή συνταγματικώς και την
προθυμίαν του να δεχθή όν τινα επρότεινεν η Αγγλία ως
μονάρχην· παρηγγέλθη δε ιδιαιτέρως να παρενείρη ως
τοιούτον τον Λεοπόλδον δούκα του Σαξεκοπύργου, αλλά δεν
εισηκούσθη, επιμένοντος του Κάννιγγος, ότι η πολιτική της
Αγγλίας εν τη ελληνοτουρκική πάλη ήτον η ουδετερότης, ότι
θα επέφερε δεινά η άλλως πως παρέμβασίς της, και ότι
ελληνωφελή νομίζουσα ειρηνικόν τινα συμβιβασμόν, ετοίμη
ήτο να συνεργήση, αν η Ελλάς επεκαλείτο την κατά τούτο
συνέργειάν της. Και ταύτα μεν απήντησε προς την Ελλάδα η
Αγγλία.
Αποχωρισθείσα δε η Δύναμις αυτή του εν Πετρουπόλει επί
ειρηνοποιήσει της Ελλάδος διπλωματικού συμβουλίου, καθ'
όν τρόπον και δι' όν λόγον εξεθέσαμεν αλλού, επειράθη να
το διαλύση αποσπώσα την Αυστρίαν, αλλ' απέτυχε· διότι, ως
άλλοτε παρετηρήσαμεν, η Αυστρία διά τους φιλοτουρκικούς
σκοπούς της περί πολλού είχε συνδιαλέξεις ατελεσφορήτους
και απεδοκίμασε την αποχώρησιν της Αγγλίας. Απομονωθείσης
δε ταύτης και δυσφορούσης, συνήλθαν εκ νέου τον
φεβρουάριον οι αντιπρόσωποι των λοιπών συμμάχων εις
συνδιάσκεψιν, καθ' όν ητήσατο η Ρωσσία να προτείνωσιν οι
τέσσαρες σύμμαχοι εκ συμφώνου τοις διαμαχομένοις
τετράμηνον ανακωχήν εις διάπραξιν ειρήνης επί τη βάσει
εσωτερικής αυτονομίας της Ελλάδος και υποτελείας προς τον
σουλτάνον· επειδή δε πιθανήν επίστευεν, εξ ών ελάμβανεν
εκ Κωνσταντινουπόλεως ειδήσεων, την απόρριψιν της
προτάσεως των συμμάχων, επρόβαλε να προειδοποιηθή η Πύλη
ότι οι σύμμαχοι εμελέτων, αν απερρίπτετο η ειρηνική
πρότασίς των, και τους παρ' αυτή πρέσβεις των ν'
ανακαλέσωσι, και δι' άλλων πειθαναγκαστικών τρόπων την
πρότασίν των να υποστηρίξωσιν. Εις πόλεμον τείνουσαν την
γνώμην ταύτην εθεώρησαν τα μέλη του συμβουλίου, δεν την
παρεδέχθησαν και επέμεναν να ενεργηθώσι μόνον όσα άλλοτε
ωρίσθησαν, αλλά και ταύτα άνευ απειλής. Άκων και δυσφορών
συγκατετέθη ο Αλέξανδρος, εγένετο η πρότασις ως ηθέλησαν
οι αντιπρόσωποι των συμμάχων του, και η Τουρκία, ως
προείπεν ο αυτοκράτωρ, την απέρριψε περιφρονητικώ τω
τρόπω. Ύβριν δυσφόρητον εθεώρησε την απόρριψιν ο
Αλέξανδρος, ωνείδισε τους συμμάχους του ως μη
εισακουσθείς, και τους εμέμφθη διά την προς αυτόν
διαγωγήν των ως μη υποστηρίζοντας αυτόν ισχυρώς εν ταις
μετά της Πύλης διαφοραίς του, και μη επιτρέποντας να
πράξη υπέρ εαυτού εν Τουρκία ό,τι αυτός επέτρεψεν αυτοίς
να πράξωσιν υπέρ εαυτών εν Νεαπόλει και Ισπανία·
προτείνας δε εκ νέου ν' αναγκάσωσι την παρήκοον Πύλην,
και μηδέ τότε εισακουσθείς, διέλυσε το συμβούλιον και
ανήγγειλε δυσανασχετών, ότι ώφειλαν οι συγκροτούντες αυτό
να συλλογισθώσιν ότι δεν διήρει μόνον το ελληνικόν ζήτημα
την Ρωσσίαν και την Τουρκίαν· και αν το ρωσσικόν μέχρι
τούδε παρημελήθη, η αποτυχία του ελληνικού έδιδε νέαν
αφορμήν να επιμείνη έτι σφοδρότερον η Ρωσσία εις την
λύσιν εκείνου διά παντός τρόπου· τοις είπε δ' επί τέλους,
ότι εις το εξής δεν θα εσυμβουλεύετο εν ταις μετά της
Πύλης διαφοραίς του ειμή τα ιδιαίτερα συμφέροντα της
αυτοκρατορίας του και την τιμήν του στέμματός του· τα
αυτά διεκοίνωσε διά των πρέσβεών του και προς τας αυλάς
των. Οι βαρείς ούτοι λόγοι, αν και απετείνοντο προς όλας,
απέβλεπαν κυρίως εις την της Αυστρίας ως την υπέρ πάσαν
άλλην αγωνιζομένην δι' ων εδύνατο τρόπων προς ανατροπήν
των ρωσσικών σχεδίων. Παρωργίσθη δ' έτι μάλλον ο
Αλέξανδρος κατ' αυτής, μαθών εκείναις ταις ημέραις, ότι
δεν εσυστέλλετο ο Μεττερνίχος καυχώμενος ότι
διεπαιδαγώγει τον Αλέξανδρον διά της επιτηδείας πολιτικής
του.
Εν ώ δε συνδιελέγοντο οι πληρεξούσιοι των τεσσάρων αυλών
εν Πετρουπόλει, αφίχθη ό Στρατφόρδος Κάννιγγ ως πρέσβυς
παρά τω Αλεξάνδρω· αλλ' ουδεμιάς έτυχεν ακροάσεως περί
του ελληνοτουρκικού ζητήματος, ειπόντος του Νεσελρόδου
ότι τω απηγορεύετο πάσα περί τούτου συνδιάλεξις.
Ενδώσαντος δε μετά ταύτα του αυτοκράτορος, εξέθεσεν ο
πρέσβυς τους λόγους δι' ους δεν ενέκρινεν η κυβέρνησίς
του να μεθέξη επί του παρόντος των προκειμένων
συνδιαλέξεων θεωρούσα αυτάς ανωφελείς, ως μήτε των
Ελλήνων μήτε των Τούρκων συνευδοκούντων· ανήγγειλε δε ότι
πρόθυμος ήτο και αύτη να συνεργήση εις την ειρήνευσιν αν
οι διαμαχόμενοι εζήτουν ή εδέχοντο την μεσιτείαν τινός
των αυλών· αλλ' απαράβατον όρον εθεώρει την αποχήν πάσης
βίας. Μη παραδεχομένου δε του Νεσελρόδου τον τελευταίον
τούτον όρον, ανεχώρησεν ο Κάννιγγ συμβιβάσας άλλας τινάς
περί της αρκτοδυτικής παραλίας της Αμερικής διαφοράς των
δύο κυβερνήσεων.
Μαθούσα δε η Αυστρία τους προς τους πληρεξουσίους
απειλητικούς και φιλοπολέμους λόγους του Αλεξάνδρου, και
θέλουσα να τον δυσωπήση, επρότεινε ν' αναγνωρισθεί η
ανεξαρτησία της Ελλάδος, και μη θελούσης της Τουρκίας,
καθώς πρό τινων μηνών ανεγνωρίσθη υπό της Αγγλίας, μη
θελούσης της Ισπανίας, η των Ισπανικών εν Αμερική
αποικιών. Δολία και στρατηγηματική επίνοια εκρίθη η
απροσδόκητος αύτη πρότασις της Αυστρίας. Η Αυστρία
ήξευρεν, ότι ο Αλέξανδρος χίμαιραν απεκάλει την
ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, και ότι δεν την εδέχετο ως
ανατρέπουσαν τας βάσεις της ιεράς συμμαχίας, ως
καταψεύδουσαν όλην την από της συστάσεως αυτής μέχρι
τούδε διαγωγήν του, και ως καταστρέφουσαν την πολιτικήν
της Ρωσσίας, αποβλέπουσαν αείποτε εις ανέγερσιν εν τη
αυτοκρατορία της Τουρκίας υποφόρων και ασθενών, αλλ' όχι
και ανεξαρτήτων επικρατειών· πασίγνωστος δε και η προς
τους Έλληνας απ' αρχής μέχρι τέλους διαγωγή της Αυστρίας
αγωνιζομένης αδιαλείπτως ν' ανατρέψη εκ βάθρων την νέαν
πολιτείαν. Ό,τι επεθύμει και ό,τι επροσπάθει η αυλή
εκείνη εξ αρχής μέχρι τέλους ήτον η κατάθλιψις της
ελληνικής επαναστάσεως διά παντός θεμιτού και αθεμίτου
τρόπου· επί δε αιγυπτίας εκστρατείας εις Ελλάδα ήλπιζε
την καθυπόταξίν της υπεράλλοτε, και ανήσυχος ο
Μεττερνίχος διά το καθ' εκάστην κρατυνόμενον φιλελληνικόν
πνεύμα εν Γαλλία απήλθεν εις Παρισίους προς ενίσχυσιν της
καθεστώσης αδρανούς πολιτικής (β). Ό,τι δε εδύνατο να
σώση την Ελλάδα εν τη δεινή εκείνη περιστάσει ήτο μόνος ο
ρωσσικός πόλεμος· τον πόλεμον δε τούτον προθεμένη η
Αυστρία διά πάσης θυσίας και διά παντός τρόπου να
εμποδίση, όπως δώση καιρόν τω Ιβραημπασά εις κατόρθωσιν
του μεγάλου σκοπού, δεν εδυσκολεύετο ν' αναγνωρίση την
ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, συλλογιζομένη, ότι δεν θα έσωζε
την εν ακμή κινδύνου απροστάτευτον ελληνικήν πολιτείαν η
κενή και κούφη αναγνώρισις, εν ώ θα την έσωζε βεβαίως ο
ρωσσικός πόλεμος· δεν εσυστάλη δε να φέρη εις παράδειγμα
τα της νοτίου Αμερικής, εν ώ έναυλος ήτον εισέτι η βαρεία
φωνή της κατά της πολιτικής της Αγγλίας, ήν εμέμφετο προ
ολίγου παρρησία και κατεμήνυε προς τας άλλας Δυνάμεις ως
καταπατήσασαν διά της αναγνωρίσεως της ανεξαρτησίας των
νέων εκείνων πολιτειών τας σωτηρίους αρχάς του θείου
δικαίου και της νομιμότητος, και ως θαρρύνουσαν το
επαναστατικόν πνεύμα, το διά τόσων θυσιών και κινδύνων
καταθλιβέν υπό της ιεράς συμμαχίας· διά τους λόγους
τούτους ουδεμιάς σκέψεως αξία εθεωρήθη η μηδέν υγιές κατά
τους καιρούς εκείνους έχουσα πρότασις του Μεττερνίχου,
όστις ουδέ τότε έπαυε λέγων τοις πάσιν, ότι εθεώρει τους
Έλληνας αξίους παντελούς καταστροφής εις σωτηρίαν της
Ευρώπης και εις στερέωσιν των αρχών της ιεράς συμμαχίας,
Αλλά το αναφανέν τούτο σχίσμα Αυστρίας και Ρωσσίας
επέφερε μέγιστον αποτέλεσμα· διέρρηξε τον επί καταπιέσει
των λαών χαλκευθέντα ζυγόν της ιεράς συμμαχίας· η σκηνή
δε, εις ην παριστάμεθα, είναι η τελευταία του βίου της
συμμαχίας ταύτης.
Εν τούτοις έπεσεν απροσδοκήτως εν μέσω των Ελλήνων
έγγραφον λέγον, μετά τινας διεξοδικάς παρατηρήσεις, τα
εξής· «Το ελληνικόν έθνος δυνάμει της παρούσης πράξεως
θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της εαυτού
ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας, και πολιτικής υπάρξεως
υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της μεγάλης Βρεττανίας (γ).
Το αναφανέν τούτο έγγραφον, το εν ξένη γλώσση συνταχθέν
και κακώς εξελληνισθέν, εξέπληξε τους πλείστους των εν
τοις πράγμασι, αγνοούντας πόθεν και προς τίνα σκοπόν
ανεφάνη.
Αφ' ού μετεβλήθη επί το φιλελληνικώτερον η αγγλική
πολιτική, οι φιλογενείς Ζακύνθιοι, Ρώμας, Στέφανος και
Δραγόνας εσύστησαν εν Ζακύνθω επιτροπήν και ειργάζοντο
όπως εδύναντο εις ωφέλειαν της κινδυνευούσης Ελλάδος.
Όστις γνωρίζει πώς διοικείται η Επτάννησος, δεν έχει
ανάγκην να πεισθή ότι τοιαύτη επιτροπή δεν ήτο δυνατόν να
συστηθή άνευ της πλήρους συγκαταθέσεως του μεγάλου
αρμοστού, ουδ' ημπορεί ν' αμφιβάλη ότι ο μέγας αρμοστής
και επέβλεπε πάντοτε, και διεύθυνε πολλάκις τας πράξεις
αυτής. Η επιτροπή εφαίνετο ως οίκοθεν συντάξασα το περί
ου ο λόγος έγγραφον, και λήγοντος του ιουνίου του 1825
εξαπέστειλε δύο παρόμοια, το μεν εις Πελοπόννησον διά του
Χρήστου Ζαχαριάδου, το δε εις Ύδραν διά του Παναγιώτη
Λεωνταρίτη επί ρητή εντολή να τα υπογράψωσιν οι Έλληνες
υπό την προεδρίαν το μεν του Μιαούλη το δε του
Κολοκοτρώνη άνευ παραμικράς προσθαφαιρέσεως ως τα μόνα
σωτήρια· δεν εκρίθη δ' εύλογον να σταλώσι κατ' ευθείαν
προς την κυβέρνησιν, διότι ως κυβέρνησις δεν εδύνατο, δι'
ους είπαμεν συνταγματικούς λόγους, να τα δεχθή. Δεν
συνίστα δε τα έγγραφα ταύτα τόσον η ρητή παραγγελία της
εν Ζακύνθω επιτροπής, όσον ο επικείμενος κίνδυνος της
πατρίδος. Αλλ', αν και πολύς ήτον ο κίνδυνος, οι μεν των
προκρίτων της Πελοποννήσου, ους ηύρεν ο Ζαχαριάδης κατά
την Άλωνίτσαιναν, ήθελαν, οι δε δεν ήθελαν να υπογράψωσι
την πράξιν όπως ήτο συντεταγμένη· αφ' ού όμως ο Ιβραήμης
τους διεσκόρπισε και κατά την Αλωνίτσαιναν και κατά τα
Μαγούλιανα, όλοι απηλπίσθησαν, και συνελθόντες οι
πλείστοι αυτών εις Λαγκάδια μετά την τροπήν εδέχθησαν την
πράξιν ως αναγκαίον κακόν, την υπέγραψαν, και
προσυπέγραψαν και ονόματα απόντων. Ομόφωνοι υπέγραψαν την
πράξιν ταύτην και οι Υδραίοι, και οι λοιποί Νησιώται, και
οι Στερεοελλαδίται, και τα μέλη του βουλευτικού και του
νομοτελεστικού, και όλος ο ανώτατος κλήρος, και
απαξάπαντες οι γνωστοί Έλληνες εκτός του Υψηλάντου, του
Κωλέττου (δ), του Κουντουριώτου, του Γκούρα και δύο τριών
βουλευτών. Τα έγγραφα ταύτα, φέροντα έτος 24 Ιουλίου
1825, εστάλησαν κατά την παραγγελίαν της εν Ζακύνθω
επιτροπής εις Λονδίνον διά του πλοίου, Κίμωνος, του υπό
τον Δημήτρην Μιαούλην, υιόν του ναυάρχου. Τόση δε ήτο
κατ' εκείνον τον καιρόν η αμηχανία των Ελλήνων, και τόση
και αυτού του στρατιωτικού η αθυμία, ώστε εζήτησε
συγχρόνως η κυβέρνησις, αν και επί ματαίω, την άδειαν των
Αρχών της Μάλτας και της Επταννήσου εις στρατολογίαν εκ
του προχείρου εντός των τόπων εκείνων, και την εις Ελλάδα
έξοδον του εμπειροπολέμου Άγγλου Ναπιέρου, διοικητού της
Κεφαλληνίας, εις εμψύχωσιν του στρατιωτικού της. Τα
έγγραφα ταύτα παρώργισαν τον Ρόσχην, διότι εματαίωσαν όλα
τα σχέδια του. Ούτος και Αμερικανός τις, Τουνσένδος
Βάσιγκτων, αυτοχειροτόνητος επίτροπος των φιλελληνικών
εταιριών της Αμερικής, τόσον εθρασύνθησαν, ώστε έστειλαν
την 16 ιουλίου προς τα μέλη του νομοτελεστικού απρεπή και
μωράν διαμαρτύρησιν· αλλ' η φιλελληνική εταιρία των
Παρισίων κατέκρινεν επισήμως την διαγωγήν του επιτρόπου
της Ρόσχη, παραβάντος τας οδηγίας της. Αξιοπαρατήρητον δε
είναι, ότι ο επίτροπος ούτος, εν ώ ηγωνίζετο εις
ανατροπήν του ενυπάρχοντος πολιτικού συστήματος της
Ελλάδος διά της αναγορεύσεως βασιλέως, ήλεγχε τους άλλους
ως παραβάτας αυτού. Ωργίσθησαν επί τη πράξει της αγγλικής
προστασίας και οι το αυρηλιανόν σχέδιον ασπαζόμενοι
Έλληνες, και επροσπάθησαν δι' αποστολών και αναφορών εις
Παρισίους εν μέσω καταδιώξεων, φυλακίσεων και εξοριών το
μεν σχέδιόν των να πραγματοποιήσωσι, την δε πράξιν της
προστασίας να ματαιώσωσιν.
Η δε αγγλική κυβέρνησις, άμα λαβούσα την περί ης ο λόγος
πράξιν, την απέρριψε παρά πάσαν προσδοκίαν των Ελλήνων,
γράψασα προς τους αποστείλαντας αυτήν Μιαούλην και
Κολοκοτρώνην ότι η παραδοχή της θα επέφερε πόλεμον αυτής
και της Τουρκίας πάντη αδικαιολόγητον· επρόσφερε δε ως
και άλλοτε την φιλικήν της μεσολάβησιν εις συμβιβασμόν.
Εις τι άρα η υποκίνησις πράξεως απορριφθείσης;
Διττήν προέθετο η αγγλική κυβέρνησις πρόθεσιν ρίψασα εις
το μέσον των Ελλήνων διά του μεγάλου αρμοστού την πράξιν
ταύτην· την ανατροπήν του σχεδίου υπέρ της αναγορεύσεως
του υιού του δουκός της Αυρηλίας, και την αποτροπήν
παντός παρά γνώμην αυτής κινήματος της Ρωσσίας επί του
ελληνικού ζητήματος. Είδαμεν, ότι εξ αρχής του αγώνος η
Αγγλία εφοβείτο την μοναδικήν και ένοπλον παρέμβασιν της
ρωσσικής αυλής εις την ελληνοτουρκικήν πάλην· αν δε και
εφαίνετο έχουσα πεποίθησιν εις τους ειρηνικούς σκοπούς
του Αλεξάνδρου, εφοβείτο πάντοτε την εις τον κατά των
Τούρκων πόλεμον ροπήν όλης της Ρωσσίας υπέρ των πασχόντων
ομοθρήσκων της· ανησύχαζε δε και διά την προ ολίγου
επελθούσαν δεινήν διαφωνίαν αυτής και του αυτοκράτορος
επί των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων, και διά την διακοπήν
πάσης εις το εξής των δύο κυβερνήσεων συνδιασκέψεως περί
του τουρκοελληνικού ζητήματος. Είναι αληθές ότι οι
Έλληνες δεν εδέχθησαν την υπέρ του υιού του δουκός της
Αυρηλίας πρότασιν και εζήτησαν τας συμβουλάς του
Κάννιγγος, αλλ' ότε υπεκινείτο η πράξις αύτη, ηγνόει η
αγγλική κυβέρνησις την απόρριψιν της προτάσεως και την
αποστολήν του Σπανιωλάκη· ηγνόει και ο μοίραρχος Άγγλος ο
υπενεργήσας την αποστολήν του Σπανιωλάκη, την πράξιν της
προστασίας.
Αλλ' έπραξε καλώς ή κακώς αιτησαμένη η Ελλάς την αγγλικήν
προστασίαν; Τα πράγματα απέδειξαν ότι έπραξε καλώς. Φόβος
κατέλαβε πολλούς των Ελλήνων μήπως η Αγγλία εκυρίευε
δυνάμει της πράξεως ταύτης την Ελλάδα, και κατεστρέφετο
τοιουτοτρόπως η ανεξαρτησία της· αλλ' ο άλογος ούτος
φόβος ουδαμώς κατέλαβε τους οξυδερκεστέρους των Ελλήνων,
βλέποντας ότι, αν έπραττε τοιούτον τι η Αγγλία, επροκάλει
καθ' εαυτής δικαίως την αγανάκτησιν, ίσως και τον πόλεμον
των Δυνάμεων της Ευρώπης, και το μίσος όλων των λαών·
εμέμφθησάν τινες τους Έλληνας, ότι, αναγκασθέντες να
επικαλεσθώσι ξένην υπεράσπισιν, δεν επεκαλέσθησαν την της
Ευρώπης όλης· μήπως δεν έστειλαν προς τους εις Βερώνην
συνελθόντας άνακτας ικέτας, ους ουδέ της παρουσίας των
ηξίωσαν; μήπως δεν επεκαλέσθησαν την μεσολάβησιν της
αυλής της Ρώμης προς τας άλλας χριστιανικάς αυλάς και
εισηκούσθησαν; ανάγκη άρα πολιτική ήτο να προτιμήσωσι την
ευμενέστερον προς αυτούς διακειμένην· και τοιαύτη ήτον,
ως απεδείξαμεν, η αγγλική κυβέρνησις. Κινήσαντες οι
Έλληνες το φιλότιμον της κυβερνήσεως ταύτης εκίνησαν
συγχρόνως και την ζυλοτυπίαν των αντιζήλων της, και ούτως
η Ελλάς όχι μόνον δεν έπαθεν αιτησαμένη την υπεράσπισιν
μιας και μόνης, αλλά ωφελήθη τα μέγιστα διά των ενεργειών
και αυτής και των άλλων.
Η δε Αγγλία, θέλουσα να καταπραΰνη την εφ' ης ενηργούντο
υπεροργισθείσαν κατ' αυτής Πύλην, εξέδωκε την 18
σεπτεμβρίου, εις νέαν ένδειξιν της ουδετερότητός της,
διάταγμα απαγορεύον πάσαν επί ξένη υπηρεσία στρατολογίαν
(την του Κοχράνου) και πάσαν επί εξαμηνίαν εξαγωγήν
πολεμικής ύλης εις χρήσιν των διαμαχομένων (των Ελλήνων)·
αλλά το διάταγμα τούτο ούτε τους Έλληνας ως μη ενεργηθέν
έβλαψεν, ούτε την Πύλην, βλέπουσαν ότι όσα επράττοντο δεν
ήσαν όσα ελέγοντο, κατεπράυνεν.