τους Έλληνας. Τα στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος
ανεχώρησαν όλα εκ Πελοποννήσου· η Πελοπόννησος δεν
εκινείτο· αι επαρχίαι της εζήτουν τους εν Ύδρα
φυλακισθέντας αρχηγούς των, και οι σχετικώτεροι αυτών,
θεωρούντες την πρόοδον του εχθρού ως συντελούσαν εις την
απολύτρωσίν των, δεν εδυσχέραιναν. Ο εχθρός αυτών
Κουντουριώτης δεν ευδοκίμησεν επί της εκστρατείας του,
και όχι μόνον δεν ήτον, ως άλλοτε, επίφοβος προς τους
αντιπάλους του, αλλ' ούτε καν ασφαλής. Καθήμενος εν Σκάλα
ανεκάλυψεν ότι συγγενείς των ανταρτών εμελέτων να τον
αφαρπάσωσι και να μη τον απολύσωσιν ειμή επί τη απολύσει
των συγγενών των· διέφθειραν δε καί τινας της φρουράς
του. Τόσον δε εφοβήθη ανακαλύψας τα μελετώμενα, αψευδή
μεν αλλ' ευδιασκέδαστα, ώστε μετέβη αίφνης εις Καλαμάταν,
και εμβάς εις πλοίον κατέφυγεν εις Ναύπλιον αφήσας τα
πάντα εις ταραχήν και εις απελπισίαν. Αλλ' όσον ο λαός
της Πελοποννήσου εδυσφόρει διά την απουσίαν και την
καταδρομήν των αρχηγών του, τόσον το νομοτελεστικόν
κατεγίνετο πώς να τους εξοντώση. Διέφυγαν τας χείρας του
οι δύο κινδυνωδέστεροι εχθροί του, οι Ανδρέαι, και περί
πολλού έχον την χείρωσίν των πριν τιμωρήση τους άλλους,
διέταξε τον Τσόγκαν, να τους στείλη υπό ασφαλή συνοδείαν
εις Ναύπλιον. Αλλ' ο διαταχθείς δεν υπήκουσε διά τας προς
αυτούς σχέσεις του και τους εφυγάδευσεν εις Κάλαμον
προφασισθείς, ότι δεν εδύνατο να τρέφη πλέον αυτούς και
τους εκατόν ακολούθους των. Ο λόγος ούτος, και αληθής αν
ήτο, δεν απήλλαττε της ευθύνης τον Τσόγκαν, διότι,
παραλαβών αυτούς υπό τω όρω να τους φυλάξη και στείλη εις
την κυβέρνησιν, αν εζητούντο, ώφειλεν, αν δεν εδύνατο να
τους τρέφη, να ειδοποιήση την Αρχήν της Δυτικής Ελλάδος,
ή να τους παραδώση· αλλ' αυτός, πεποιθώς επί την μάχαιράν
του, έβαλεν εις πράξιν ό,τι η καρδία του τω υπηγόρευσε,
παραβάς τα προς την κυβέρνησιν καθήκοντά του. Η
κυβέρνησις, μαθούσα το γεγονός, έσπευσε να παρακαλέση την
ιόνιον κυβέρνησιν ν' αποπέμψη τους εις την γην αυτής
καταφυγόντας· απεπέμφθησαν, αλλά πλήρεις θάρρους ήλθαν
αυτοπροαίρετοι εις Πελοπόννησον, και μη δηλώσαντες τον
τόπον της διατριβής των έγραψαν τη βουλή ότι έτοιμοι ήσαν
να συναγωνισθώσι κατά του δεινού και ευτυχούς εχθρού της
πατρίδος· παρεμέρισαν δε προς καιρόν έν τινι χωρίω
πλησίον του Λάλα. Εκεί, γενομένου λόγου περί της προ δύο
μηνών αποβάσεως του Ιβραήμη και περί του επικειμένου
κινδύνου, επανέλαβεν ο Ζαήμης εις δικαιολογίαν του
ερχομού του ό,τι εκήρυξεν άλλοτε διά της προς την
συνέλευσιν της Δυτικής Ελλάδος επιστολής του, δηλαδή, ότι
«ωρκίσθη ν' αποθάνη επί της φίλης πατρίδος μαχόμενος υπέρ
αυτής». Κατεταράχθη η κυβέρνησις ακούσασα, ότι οι μέχρι
θανάτου καταδιωκόμενοι εχθροί της ετόλμησαν να πατήσωσι
το έδαφος της Πελοποννήσου, και διέταξε τους εν ταις
επαρχίαις υπαλλήλους της να τους συλλάβωσιν, όπου και αν
ευρίσκοντο, και στείλωσιν ασφαλώς εις την κυβέρνησιν·
αλλά τα πολεμικά συμβάντα υπερίσχυσαν της διαταγής της,
και όχι μόνον οι διαταχθέντες δεν τους συνέλαβαν, αλλ'
όλοι επί των αλλεπαλλήλων αποτυχιών των Ελλήνων εμέμφοντο
τους κυβερνώντας ως αναξίους, εθεώρουν τους
καταδιωγμένους ως σωτήρας, και αυξανομένου του κακού,
υψώθη φωνή υπέρ αυτών από άκρου έως άκρου της
Πελοποννήσου. Ίσχυσεν η φωνή του λαού παρά τη βουλή τη
πάντοτε επιεικώς πολιτευομένη προς τους Ανδρέας, ίσχυσεν
επί τέλους η υπέρ αυτών φωνή της βουλής παρά τω
νομοτελεστικώ, και την 18 μαΐου υπεγράφη γενική και
πλήρης αμνηστία, απελύθηκαν οι εν Ύδρα, και παρόντων
αυτών και όλων των μελών της κυβερνήσεως και πλήθους λαού
εψάλη την 19 δοξολογία εν Ναυπλίω, εξεφωνήθη λόγος υπέρ
ομονοίας, ανεγνώσθη το κήρυγμα της αμνηστίας, ανεδείχθη
αυθημερόν ο Κολοκοτρώνης γενικός αρχηγός της
Πελοποννήσου, παρέλαβεν όσους ηύρεν εν Ναυπλίω προθύμους
να τον ακολουθήσωσι και εξήλθε την επαύριον επί
στρατολογία εις τας επαρχίας. Τοιουτοτρόπως οι μεν προ
ολίγου αποκηρυχθέντες και μέχρι θανάτου καταδιωχθέντες ως
ολετήρες της πατρίδος εθωρήθησαν ως σωτήρες αυτής· οι δε
καταδιώκται αυτών νομοτελεσταί, οι διά της σπατάλης του
δημοσίου πλούτου υπερισχύσαντες, κατησχύνθησαν.
Εν τούτοις, ο Ιβραήμης, πριν προχωρήση εις τα ενδότερα
της Πελοποννήσου μετά την πτώσιν του Νεοκάστρου, έκρινεν
αναγκαίον να μη αφήση όπισθεν του εχθρούς· και μαθών ότι
κατά την μεταξύ Αρκαδίας και Νεοκάστρου προς ανατολάς
θέσιν Μανιάκι ήσαν πολλοί Έλληνες, επεστράτευσε. Πολλοί
τω όντι εκ διαφόρων μερών της Πελοποννήσου συνήχθησαν εις
την θέσιν εκείνην διά προτροπής του Δικαίου· αλλ'
εγγίζοντας του κινδύνου εξακόσιοι μόλις απέμειναν υπ'
αυτόν, τον Κεφάλαν, τον Καπητανάκην και τον Βοϊδήν. Την
19 τρισχίλιοι Αιγύπτιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Ιβραήμην
κατέλαβαν την Σκάρμιγκαν, χωρίον πλησίον του Μανιακίου,
την δε επαύριον ώρμησαν εις τα οχυρώματα των Ελλήνων. Ως
λέοντες επολέμησαν οι ολίγοι Έλληνες, υπερτριακοσίους
εχθρούς κατά γης έρριψαν, αλλ' ηφανίσθησαν κατά κράτος
και αυτοί, και απέθαναν και οι τέσσαρες αρχηγοί των.
Εθαύμασε την ανδρίαν των τεσσάρων αρχηγών και κατ' εξοχήν
του Δικαίου ο Ιβραήμης, ειπών ότε έφεραν την κεφαλήν
ενώπιόν του, «αμαρτία να χαθή τοιούτος πολέμαρχος». Εν
πολλοίς υπενθύμιζεν ο πολέμαρχος ούτος τον ασυνεπή
χαρακτήρα του Αλκιβιάδου, άλλοτε εν τρυφαίς και άλλοτε εν
κακουχίαις ημερονυκτίζων, και πάντα μεν τα άλλα δεύτερα
της φιλαυτίας του ως ο Αλκιβιάδης λογιζόμενος, αλλ' υπέρ
εκείνον αγαπών την πατρίδα.
Την δε επαύριον της μάχης, άλλο τάγμα Αιγυπτίων επάτησε
την Αρκαδίαν και την ελεηλάτησεν, αλλ' ολιγώτατοι των
κατοίκων της συνελήφθησαν ή εφονεύθησαν, διότι μαθόντες
τον αφανισμόν των εν Μανιακίω έφυγαν όλοι συν γυναιξί και
τέκνοις, οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης. Και ο μεν
εχθρικός στρατός επανήλθεν εις τα φρούρια, ιππείς δέ
τινες διεσπάρησαν εις Μεσσηνίαν, και κατήντησαν καίοντες
και λεηλατούντες και εις Μικρομάνην. Μετ' ολίγας δε
ημέρας εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης εις Καλαμάταν. Δισχίλιοι
οπλοφόροι, οι πλείστοι Μανιάται, ήσαν εν αυτή και όλοι
την εγκατέλειπαν και έφυγαν. Κυριεύσας ο Ιβραήμης αμαχητί
την πόλιν την 28, την έκαυσεν, εκυρίευσε και έκαυσε και
το Νησί, και τας Κυτριάς, και τον Αρμυρόν, και επανήλθεν
εις Μοθώνην.
Εν τούτοις, καθ' ας ο Κολοκοτρώνης εξέδωκε διαταγάς,
συνήχθησαν λήγοντος του μαΐου εις το Μακρυπλάγι
τρισχίλιοι οπλοφόροι· συνήχθησαν και χίλιοι εις Τσαμί,
θέσιν μίαν ώραν απέχουσαν των στενών του Λεονταρίου·
σκοπός δε αυτών ήτο να εμποδίσωσι τους Αιγυπτίους του να
προχωρήσωσιν εις Τριπολιτσάν. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως
εδυναμώθησαν αι θέσεις αύται, εκινήθη ο Κολοκοτρώνης προς
την Πολιανήν εις προκαταλαβήν της δυσβάτου και
κρημνώδους οδού της Σορόκας·
Ιούνιος αλλά προλαβόντες οι Αιγύπτιοι διήλθαν την 1 Ιουνίου,
και εκυρίευσαν την Πολιανήν. Τούτου δε γενομένου,
συνήλθαν επί προσκλήσει του Κολοκοτρώνη τα κατά το
Μακρυπλάγι στρατεύματα εις Άκωβον μίαν ώραν από της
Πολιανής και κατέλαβαν και την οχυράν θέσιν της Δραμπάλας
και το Διρράχι. Την δε 6 εστράτευσαν οι Αιγύπτιοι επί
τους εν Δραμπάλα, ήλθαν επιβοηθοί τούτων οι εν Διρραχίω
και επολέμησαν όλην την ημέραν, καθ' ην ετράπησαν οι
Λακεδαιμόνιοι εις φυγήν, πληγωθέντος εις το πρόσωπον του
γενναίου αυτών αρχηγού Γεωργάκη Γιατράκου· δεν έπαυσαν δε
πολεμούντες όλην την νύκτα. Την δε επαύριον έστησαν οι
εχθροί κανόνια, υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν την πηγήν, όθεν
υδρεύοντο οι Έλληνες, και τους ηνάγκασαν να υποχωρήσωσι
την νύκτα οι μεν εις Τουρκολέκα, οι δε εις Καρύταιναν.
Κατά την διήμερον δε ταύτην μάχην 30 Έλληνες εφονεύθησαν
και 70 επληγώθησαν· πλειότεροι δε ήσαν οι παθόντες
Τούρκοι ως πολεμούντες τους εντός οχυρωμάτων ανώχυροι.
Την δ' επιούσαν επροχώρησαν οι Αιγύπτιοι ανεμποδίστως
καίοντες καθ' οδόν, και την 10 εισήλθαν εις Τριπολιτσάν,
όπου δεν ηύραν ψυχήν. Επρόκειτο να καύσωσιν οι Έλληνες
την πόλιν, αλλ' η αιφνίδιος εισβολή δεν τοις έδωκε καιρόν
μη δε τα αναγκαιότερα πράγματά των να εξαγάγωσιν.
Αφ' ού δε ανεπαύθησαν τα στρατεύματα, εξεστράτευσεν ο
Ιβραήμης προς το Ναύπλιον αφήσας ικανήν φρουράν εν
Τριπολιτσά. Κατετάραξεν η εκστρατεία αύτη την ελληνικήν
κυβέρνησιν. Πρό τινων ημερών εφημίζετο ότι το Ναύπλιον θα
παρεδίδετο δι' επιβουλής· συνελήφθη δε καί τις Τούρκος,
υποκρινόμενος τον Έλληνα, εν ώ εισήρχετο εις Ναύπλιον,
και ευρέθη ανεπίγραφος και ανυπόγραφος επιστολή παρ'
αυτώ, δι' ης εζητούντο πληροφορίαι περί της καταστάσεως
του φρουρίου· υπελήφθησαν δε ως κατάσκοποι του Μεχμέτ-
Αλή τινές των εν Σύρα εμπόρων και κυρίως ο εν Ναυπλίω
Γεώργιος Ορφανίδης και εφυλακίσθησαν· αλλά δικασθέντες
και αναδικασθέντες ηθωώθησαν. Ένοχος αδίκως υπελήφθη και
ο Κωλέττης, μέλος του νομοτελεστικού, διά τας προς τον
Ορφανίδην στενάς σχέσεις του. Πλήρης δε υποψιών η βουλή
ανεδέχθη τα περί της ασφαλείας του φρουρίου και διηρέθη
εις διάφορα τμήματα· και τα μεν των μελών της ετάχθησαν
εις προμήθειαν των αναγκαίων του πολέμου και εις
επισκευήν των εν κακίστη καταστάσει υποστατών, τα δε εις
εύρεσιν τροφών, και άλλα εις φύλαξιν των πυλών της πόλεως
και επαγρύπνησιν των κανονοστασίων· διωρίσθησαν δε και
τρεις βουλευταί ίνα παρευρίσκωνται παρά τω νομοτελεστικώ
εις αυστηράν εφορίαν και διεύθυνσιν κατά το δοκούν των
εργασιών του. Ανεξικάκως υπέστη το νομοτελεστικόν το
δείγμα τούτο της προς αυτό δυσπιστίας της βουλής, και επί
τη προτάσει των επί της κοινής ασφαλείας τριών βουλευτών,
προθεμένων προ παντός άλλου την εξασφάλισιν του
Παλαμηδίου, ανεβιβάσθησαν αυθημερόν 200 τακτικοί υπό τον
Ρόδιον. Ασφαλισθέντων τοιουτοτρόπως οπωσούν των φρουρίων
και γενομένης σκέψεως και περί της εξασφαλίσεως των
αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, έτρεξαν αυθόρμητοι εις
υπεράσπισιν αυτών ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, ο
Μακρυγιάννης, και ο ιδιωτεύων προ πολλού και πρόθυμος
πάντοτε εν κινδύνοις Υψηλάντης. Ούτοι, παραλαβόντες εκ
του προχείρου 300, ετοποθέτησαν τους μεν εν ταις
αποθήκαις, τους δε εν τω τοιχοκλείστω παρακειμένω κήπω. Η
θέσις των Μύλων ήτον αναγκαία εις διατήρησιν του
Ναυπλίου, διότι και πάμπολλαι ήσαν εκεί τροφαί, και τα
εις χρήσιν της πόλεως γεννήματα εκεί ηλέθοντο, και
εκείθεν θα μετεκομίζετο το νερόν, αν εκόπτοντο τα
υδραγωγεία της.
Ελλιμένιζε ταις ημέραις εκείναις έμπροσθεν των Μύλων η
γαλλική ναυαρχίς· ο ναύαρχος Δεριγνής καί τινες των
αξιωματικών ήλθαν εις λόγους μετά του Υψηλάντου περί των
ενεστώτων πραγμάτων. Ειπόντος δέ τινος ότι ο επικείμενος
αγών ήτον επικίνδυνος, «ή θα νικήσωμεν σήμερον», απεκρίθη
ο γενναίος Υψηλάντης, «ή θ' αποθάνωμεν». Αλλά τόσον
επικίνδυνος ο αγών δεν ήτο, διότι οι Μύλοι ήσαν παράλιοι,
και παρήσαν ελληνικαί κανονοφόροι, ώστε και βοήθειαν παρ'
αυτών ηδύναντο πολεμούντες οι Έλληνες να λάβωσι, και
νικώμενοι είχαν πώς και πού να σωθώσιν. Εν τούτοις οι
εχθροί καταβαίνοντες από της Τριπολιτσάς, ήλθαν έμπροσθεν
των Μύλων την 13 περί την μεσημβρίαν, και οι μεν
επροχώρησαν αυθημερόν προς το Άργος, οι δε απέμειναν εις
άλωσιν αυτών· και πρώτον μεν ιππείς, κατόπιν δε πεζοί
ώρμησαν εις τους φυλάσσοντας αυτούς, προκινδυνεύοντος του
Ιβραήμη, αλλ' απεκρούσθησαν· ήσαν δε ολίγοι οι
εφορμήσαντες, διότι τα παρακείμενα άβατα έλη εμπόδιζαν
την εφόρμησιν πολλών. Διαρκούσης δε της μάχης, έρριψαν οι
εχθροί μέρος του τοίχου του κήπου και εισήλθαν καί τινες
εις αυτόν· αλλ', εν ώ ητοιμάζοντο να εισέλθωσι διά του
ρήγματος και άλλοι, δεκαπέντε Έλληνες και φιλέλληνες υπό
τον Μακρυγιάννην, ρίψαντες κατά γης τα τουφέκια και
γυμνώσαντες τα ξίφη, ώρμησαν ιαχούντες επί τους
προεισελθόντας, τους απεδίωξαν, και διετήρησαν την θέσιν
εκείνην. Διαρκούσης δε της μάχης, ήλθαν εκ Ναυπλίου
επιβοηθοί ο λόχος των ευζώνων υπό τον Κάρπον και άλλοι μη
τακτικοί, και ούτως έγεινεν η κρίσις του μέχρι της ώρας
εκείνης αμφιρρεπούς αγώνος· περί δε την δύσιν του ηλίου
έπαυσεν η μάχη, και οι εχθροί ώδευσαν προς το Άργος
κατησχυμένοι, 50 ελογίσθησαν οι φονευθέντες και
πληγωθέντες· εφονεύθησαν δε και εκ των Ελλήνων 4, εξ ών ο
είς φιλέλλην, και 4 ή 5 επληγώθησαν, εν οίς και ο
Μακρυγιάννης εις την δεξιάν χείρα, όστις μετακομισθείς
εις την γαλλικήν ναυαρχίδα ηύρε πάσαν περιποίησιν. Οι
εχθροί διενυκτέρευσαν εν Άργει, το έκαυσαν την επαύριον,
έκαυσαν και τα πλησίον χωρία, και την επιούσαν τινές του
ιππικού επροχώρησαν εντός βολής κανονίου προς το
Ναύπλιον. Απερίγραπτος ήτον η ταραχή και η αμηχανία των
εν αυτώ. Τόσα πλήθη προσφύγων ήσαν συσσωρευμένα και τόση
σπάνις τροφής και ποτού επεκράτει, ώστε θα εκυριεύετο η
πόλις, αν οι εχθροί την επολιόρκουν ολίγας ημέρας διά
ξηράς και θαλάσσης. Φανέντος του εχθρού έξωθεν των
τειχών, εξήλθαν εις συνάντησίν του 70 ιππείς αναβάντες
τους εντός του Ναυπλίου ιδιωτικούς ίππους. Συνεξήλθαν καί
τινες Κρήτες πεζοί, και συναντήσαντες τους εχθρούς εις
Τύρινθα ηκροβολίσθησαν· αλλ' οι Αιγύπτιοι, μη όντες
προετοιμασμένοι εις πολιορκίαν, και καταβάντες ίσως επ'
ελπίδι, ως ελέγετο και επιστεύετο, επιβουλής και
αποτυχόντες επανήλθαν εις Άργος αυθεσπερί.
Καθ' ήν δε ημέραν κατέβαινεν ο Ιβραήμης εις την Αργολίδα,
εδόθη γράμμα τω γενικώ γραμματεί του νομοτελεστικού
Μαυροκορδάτω ανεπίγραφον, φέρον την υπογραφήν του
Χαμιλτώνος, και λέγον «je viens (έρχομαι)»· ο δε
εγχειρίσας το γράμμα Αντώνης Μήλιος, ποδότης του υπό τον
Χαμιλτώνα πλοίου, είπεν, ότι πλέων ο μοίραρχος Άγγλος
έμπροσθεν των Σπετσών έμαθε τα κατά την Αργολίδα, και
επειδή δια την επικρατούσαν νηνεμίαν δεν ημπόρει να φθάση
ταχέως η φρεγάτα, έστειλε το γράμμα ως πρόδρομόν του. Τω
όντι μετ' ολίγας ώρας έφθασε και αυτός επί της Καμβρίας
έχων εν τη συνοδία του μίαν άλλην φρεγάταν και μίαν
κορβέτταν.
Ο ανήρ ούτος εκέρδισεν εξ αρχής του αγώνος τας καρδίας
των Ελλήνων διά της φιλελληνικής διαγωγής του· ολίγοι
αλλ' εμβριθείς ήσαν οι λόγοι του· βαρύ αλλά καλοκάγαθον
το ήθος του· πλήρης ανοχής η προς τους Έλληνας διαγωγή
του, και σωτήριοι αι συμβουλαί του. Τοιούτον φίλον
ιδόντες οι Έλληνες εν μέσω αυτών την κρίσιμον εκείνην
ώραν εχάρησαν. Επεκράτει δε και ιδέα, σφαλερά μεν, αλλ'
ωφέλιμος, ότι είχε παραγγελίαν να υψώση επί του
Παλαμηδίου την αγγλικήν σημαίαν εν ώρα κινδύνου. Ο
Χαμιλτών έφερε τα πλοία του εις τον ενδότερον λιμένα του
Ναυπλίου προς υπεράσπισιν δήθεν της πόλεως, εξήλθεν εν
συνοδία πολλών αξιωματικών, είπε λόγους θαρρυντικούς και
μυστηριώδεις, και εβεβαίωσε την κυβέρνησιν ότι δεν
ανεχώρει εν όσω εκινδύνευεν η πόλις· μετά ταύτα υπήγεν
εις έντευξιν του έξωθεν του Ναυπλίου Ιβραήμη και
επανήλθεν εις τον λιμένα. Η διαγωγή του αύτη παρηγόρησε
μεγάλως τους Έλληνας.
Διανυκτερεύσας δε ο Ιβραήμης εν Άργει, ανεχώρησε την
επαύριον πανστρατιά εις Τριπολιτσάν. Προκατέλαβαν οι περί
τον Κολοκοτρώνην το Παρθένι και τον Γύρον εις αντίστασιν,
αλλ' ιδόντες πλησιάζοντα τον εχθρόν, ανεχώρησαν, οι δε
Αιγύπτιοι εισήλθαν την 17 αυγούστου εις Τριπολιτσάν
ατουφέκιστοι.
Διαρκούσης δε της εχθρικής ταύτης επιδρομής,
παρατηρήσαντες οι εν Πάτραις Τούρκοι ότι η εις Βοστίτσαν
άγουσα αφέθη αφύλακτος, απέστειλαν 250 ιππείς προς την
πόλιν ταύτην· εφάνησαν ταυτοχρόνως προς τα παράλια εκείνα
καί τινα πλοία τουρκικά. Καταθορυβηθέντες οι κάτοικοι της
και οι εν αυτή ολίγοι στρατιώται, ως μη προειδοποιηθέντες
υπό των παρά τη οδώ σκοπών, ετράπησαν όσοι επρόφθασαν εις
φυγήν. Οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί, εφόνευσάν τινας,
έκαυσαν οικίας, και κλίναντος του ηλίου ανεχώρησαν
απάγοντες αιχμαλώτους και λάφυρα.
Εν τοσούτω, αφ' ού οι Αιγύπτιοι επανήλθαν εις
Τριπολιτσάν, οι Έλληνες συνήλθαν πανταχόθεν της
Πελοποννήσου εις τα πέριξ της πόλεως εκείνης προς
αποκλεισμόν. Οι Καρυτινοί κατέλαβαν το Χρυσοβίτσι και την
Πιάναν, οι Αργείοι και οι Τριπολιτσιώται τα Τσιπιανά, δι
Καλαβρυτινοί, οι Βοστιτσάνοι, οι Κορίνθιοι και οι περί
τον Νικήταν το Λεβίδι, οι Ανδρουσανοί τα Μακρυπλάγι, οι
δε Αγιοπετρίται, οι Μονεμβασίται και οι Λάκωνες διέμειναν
εν Βερβένοις, όπου και ο Υψηλάντης· ήσαν δε όλοι περίπου
δεκακισχίλιοι. Εν ώ δε κατείχαν τας θέσεις ταύτας εις
πολιορκίαν της Τριπολιτσάς, έμαθαν ότι νέα εχθρική
δύναμις ήτοιμάζετο ν' αναβή εκ των μεσσηνιακών φρουρίων
εις την πόλιν ταύτην, και απεφάσισαν επί τη προτάσει του
Κολοκοτρώνη να προσβάλωσι την ενεστώσαν πριν φθάση
εκείνη· και οι μεν περί τον Ζαήμην, τον Λόντον, τον
Νικήταν, και τον Νοταράν παρηγγέλθησαν να τοποθετηθώσι
προς την επάνω Χρέπαν, όπου και ο Κολοκοτρώνης, οι δε
περί τον Γενναίον, Δηληγιάννην και Παπατσώνην όπου τα
παλαιά οχυρώματα των Τρικόρφων, οι δε περί τον Πλαπούταν
και τον Κρίτσαλην εν Βαλτετσίω· ειδοποιήθησαν και οι εν
Βερβένοις περί του σχεδίου· την δε νύκτα της 23
εκινήθησαν όλοι προς τας θέσεις των. Ο Ιβραήμης, ιδών την
αυτήν νύκτα πολλά πυρ προς την επάνω Χρέπαν, υπώπτευσε
και έσπευσε να στείλη έν τάγμα, πρωίας γενομένης, ίνα
καταλάβη τα οχυρώματα των Τρικόρφων, αλλ' έν και μόνον
κατέλαβε, διότι οι περί τον Γενναίον και Παπατσώνην
επρόφθασαν και κατέλαβαν τα δύο στήσαντες και άλλα επί
τινων υψωμάτων εκ του προχείρου· και αριστερά μεν
κατετάχθησαν οι περί τον Νοταράν, όπισθεν δε αυτών οι
περί τους Πετμεζάδας, τον Λεχουρίτην και τον Σολιώτην.
Αρξαμένης δε της μάχης επί των Τρικόρφων, εξεστράτευσε
πανστρατιά ο Ιβραήμης προς εκείνο το μέρος, έστησε μίαν
βομβοβόλον και δύο κανόνια, και προσέβαλλεν αδιακόπως τα
δύο μεγάλα οχυρώματα. Γενναίως αντείχαν οι εν αυτοίς
Έλληνες αναμένοντες βοήθειαν. Ήλθαν αντιλήπτορες αυτών οι
εν Βαλτετσίω, αλλ' αντεκρούσθησαν υπό του ιππικού και
ετράπησαν. Εν τοσούτω, οι εντός των δύο οχυρωμάτων, αν
και αβοήθητοι, επέμεναν πολεμούντες και ευτυχώς απέκρουαν
τους εφορμώντας εχθρούς φονεύοντες πολλούς αυτών. Ιδών δε
ο Ιβραήμης, ότι αδύνατον να κυριεύση τα οχυρώματα εξ
εφόδου, παρέλαβε το πλείστον μέρος του στρατού, ανέβη
όπισθεν αυτών, και εξετέθη αφόβως εν μέσω του πυρός των
περί ων ο λόγος οχυρωμάτων κάτωθεν, και των άλλων των
Καλαβρυτινών άνωθεν. Το τολμηρόν τούτο κίνημα των εχθρών
επέτυχεν. Οπλαρχηγός τις των Ρογών της επαρχίας
Καλαβρύτων, Γιάννης Ροΐδης, ετράπη πρώτος φοβηθείς.
Ετράπησαν μετ' αυτόν και οι λοιποί Καλαβρυτινοί. Τους
Καλαβρυτινούς εμιμήθησαν οι υπό τον Νοταράν και οι λοιποί
οι κατέχοντες τα υψηλότερα οχυρώματα, άτινα εκυρίευσαν οι
εχθροί. Βλέποντες τότε οι υπό τον Γενναίον και Παπατσώνην
ότι, κυριευθέντων των επάνωθεν αυτών οχυρωμάτων,
εκινδύνευαν όλοι απεφάσισαν να φύγωσιν· αλλ' η φυγή δεν
ήτον ασφαλής, διότι εκυκλώθησαν υπό των εχθρών. Πρώτος
ώρμησεν εις φυγήν ο Παπασταθόπουλος Λαγκαδινός, αλλ'
εφονεύθη· κατόπιν αυτού έφυγαν οι λοιποί όλοι. Οι
Αιγύπτιοι τους κατεδίωξαν φεύγοντας· 200 Έλληνας
εφόνευσαν κατά την μάχην ταύτην, εν οίς και τον
Παπατσώνην, τον και προ της φυγής πληγωθέντα εντός του
οχυρώματος, τον Γεώργιον Δημητρακόπουλον, τον Νικολόν
Ταμβακόπουλον καί τινας άλλους υποπλαρχηγούς. Μόλις δε
διεσώθη ο Κολοκοτρώνης καθήσας επί τινος αχθοφόρου
ημιόνου ευρεθέντος καθ' οδόν επί της φυγής του.
Μετά δε την φθοροποιάν ταύτην τροπήν οι μεν Αιγύπτιοι
διεχύθησαν εις τα πέριξ της πόλεως, ωχύρωσαν τους μύλους
Δαβιάς, Πιάνας και Ζαράκοβας, και ετοποθέτησαν
στρατεύματα όπου αλλού έπρεπε προς διατήρησιν των μύλων
και της ελευθέρας κοινωνίας αυτών και της πόλεως. Οι δε
εχθροί των συνήλθαν εις Αλωνίσταιναν, και αφήσαντες εκεί
500 ως προφυλακήν, διέβησαν εις Διμιτσάναν, και εκείθεν
εις Μαγούλιανα όπου και ωχυρώθησαν.
Ιούλιος Εν τω μεταξύ δε τούτω, οι περί τον Υψηλάντην,
παρατηρήσαντες, ότι οι εχθροί περιήρχοντο την πεδιάδα
αφόβως, κατέλαβαν την νύκτα της 7 Ιουλίου τας Ρίζας και
την Πιαλήν και παρεφύλατταν. Εξήλθαν οι εχθροί κατά την
συνήθειάν των την επιούσαν και πεσόντες απροφύλαχτοι εις
τους ενεδρεύοντας έπαθαν. 30 εζωγρήθησαν και ισάριθμοι
σχεδόν εφονεύθησαν· εφονεύθησαν δε και εκ των Ελλήνων οι
οπλαρχηγοί Γκέγκας και Πολυχρόνης. Μετά δύο δε ημέρας 200
Αιγύπτιοι, περιφερόμενοι επί λεηλασία, επροχώρησαν εις
Αλωνίσταιναν αγνοούντες ότι εκεί ήσαν Έλληνες, έπεσαν
αιφνιδίως εις το μέσον αυτών, εφονεύθησάν τινες και
εζωγρήθησαν τέσσαρες. Την δε 15 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης
επί τους κατέχοντας την Αλωνίσταιναν και τα Μαγούλιανα
Έλληνας, και τους έτρεψεν όλους μόνον ακουσθείς·
εκινδύνευσε δε να συλληφθεί και ο Γενναίος. Ο Ιβραήμης
έβαλε πυρ εις τα χωρία εκείνα και είς τινα άλλα, εν οίς
και τα Λαγκάδια, διήρπασεν αγέλας, ηχμαλώτευσε χιλίας
ψυχάς, επανήλθεν εις Τριπολιτσάν, και απέστειλε
πολυάριθμον άλλο σώμα εις συγκομιδήν των γεννημάτων της
επαρχίας Καρυταίνης και εις αιχμαλωσίαν. Το σώμα τούτο
επροχώρησεν εις τα ορεινά χωρία Δραγομάνου, Καρυών και
Κρομποβού, αλλ' απεκρούσθη και έπαθεν· επάτησε και το
Ίσαρι· εκατόν των εν αυτώ, κλεισθέντες εν τη εκκλησία,
επολέμησαν όλην την ημέραν, και εξορμήσαντες ξιφήρεις
μεσούσης της νυκτός διεσώθησαν, εκτός ενός φονευθέντος
και ενός πληγωθέντος. Οι εχθροί έκαυσαν το χωρίον την
επαύριον, και επανήλθαν εις την πεδιάδα της Καρυταίνης,
αρπάζοντες και φθείροντες.
Την δε 27 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης επί τους εν Βερβένοις,
διέλυσε και αυτούς διά του ήχου μόνου των σαλπίγγων,
επανήλθεν αυθημερόν εις Τριπολιτσάν, και αφήσας εκεί
ικανήν φρουράν υπό τον Χουσεήμπεην, τον από Κρήτης προ
ολίγου μετακομίσαντα εις τα μεσσηνιακά φρούρια και
εκείθεν εις Τριπολιτσάν νέα στρατεύματα, ανεχώρησε την 1
αυγούστου εις Μεσσηνίαν λεηλατών καθ' οδόν και
καταστρέφων διερχόμενος δε την επαρχίαν του Λεονταρίου,
άφησε τρισχιλίους ως σκοπιάν κατά το Ίσαρι.
Μετ' ολίγας δε ημέρας της εις Μεσσηνίαν καταβάσεώς του,
επιστάντας του τρύγου των σύκων, υπερτρισχίλιοι Έλληνες,
φύρδην μίγδην συναχθέντες, έπεσαν εις Νησί, όπου
εστάθμευαν τρεις λόχοι εχθρών, εφόνευσαν όλους σχεδόν,
φονευθέντων και 50 εξ αυτών, και συγκομίσαντες τα σύκα
επανήλθαν εις τα ίδια.
Αι επανειλημμέναι αποτυχίαι των ατάκτων στρατιωτών
αντιπαραταττομένων προς τακτικούς απέδειξαν πασιφανώς,
ότι αδύνατον να ευδοκιμήσωσιν οι Έλληνες όχι μόνον διά
την υπεροχήν των λογχοφορούντων, αλλά και διά την
ευπείθειαν, την ευταξίαν και την οικονομίαν των. Τόσον δε
η απείθεια, η αταξία και η κατάχρησις του ελληνικού
στρατιωτικού εκορυφώθησαν εκείναις ταις ημέραις εξ αιτίας
των εμφυλίων πολέμων παρασυρόντων τους ενεχομένους εις
παν είδος ακολασίας, ώστε το νομοτελεστικόν το απεκάλει
λυμεώνα της πατρίδος (α).
Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως του στρατιωτικού της
Ελλάδος, έστρεψε σπουδαίως η κυβέρνησις την προσοχήν της
εις εισαγωγήν ξένου υπομισθίου τακτικού και έδωκε τη εν
Λονδίνω επιτροπή διαταγάς προς εύρεσιν ειδικού δανείου
πεντακοσίων χιλιάδων λιρών εις ταχείαν αποστολήν
τετρακισχιλίων αλλοδαπών τακτικών, εις προμήθειαν των
αναγκαίων, και εις μίσθωσιν και διατήρησίν των. Αλλ' ο
κίνδυνος ήτον επί θύρας, η δε βοήθεια αύτη και βραδεία
και αβέβαιος· διό επεμελήθη υπεράλλοτε ν' αυξήση το εν
Ελλάδι τακτικόν της, μήτε προοδεύον διά τας αντενεργείας
τινών των ατάκτων μήτε διατηρούμενον ως έπρεπεν· αλλά τα
παθήματα έγειναν μαθήματα, και οι αποστρεφόμενοι άλλοτε
αυτό εφάνησαν ήδη υπερασπισταί του.
Διέτριβε προ πολλού εν Ελλάδι ο Γάλλος συνταγματάρχης
Κάρολος Φαβιέρος, επί Ναπολέοντος υπό τον στρατηγόν
Μαρμόντην εντίμως υπηρετήσας. Άγνωστος και υπό άλλο όνομα
επεσκέπτετο κατ' αρχάς τα ελληνικά στρατόπεδα,
αναμιγνυόμενος ως ιδιώτης και εθελοντής προς γνώσιν των
ηθών και του χαρακτήρος των ανθρώπων, μεθ' ων διενοείτο
να ταλαιπωρηθή και κινδυνεύση αφιλοκερδώς μέχρι τέλους·
επεχείρησε δε, πολιορκουμένης της Κορώνης, αλλ'
ανεπιτυχώς, να βλάψη το τείχος εν ελλείψει πυροβολικού
διά πυροτεχνημάτων της επινοίας του. Τον άνδρα τούτον
ανέδειξεν η ελληνική κυβέρνησις, λήγοντος του Ιουνίου,
αρχηγόν του τακτικού, και εκανόνισε τα της υπηρεσίας κατά
την πρότασιν αυτού, αναδείξασα ίππαρχον μεν τον Regnault
de St Jean d' Angely, διαπρέποντα διά τας στρατιωτικάς
αρετάς του, γενικόν δε επιμελητήν τον εκ Μεδιολάνων
κόμητα Πόρρον, αξιότιμον διά τας γνώσεις και τα υπέρ της
ελευθερίας της ξενοκρατουμένης πατρίδος του παθήματά του·
έδωκε δε τω αρχηγώ και εξουσίαν να προβιβάζη τους αξίους,
να μεταρρυθμίση το σώμα κατά την ιδίαν αυτού κρίσιν, και
να το μεταφέρη εις εξάσκησιν όπου εβούλετο· εξέδωκε δε
την 11 σεπτεμβρίου και περί απογραφής νόμον· έκτοτε το
τακτικόν επρόκοψεν.