Οι δε Αιγύπτιοι, αποβάντες εις Πελοπόννησον, επάτησαν εν

πρώτοις την επαρχίαν Κορώνης· τα δ' έμπροσθεν του

φρουρίου εκείνου ελληνικά στρατεύματα απεχώρησαν εις

Βουνάρια και Καστέλια, όπου έδρευεν ο έπαρχος, έφυγαν

μετ' ολίγον και εκείθεν, μετέβησαν εις Καλαμάταν και

εκείθεν οι πλείστοι εις Μάνην. Οι εχθροί εκυρίευσαν τα

δύο ταύτα χωρία έρημα μείναντα, τα έκαυσαν, διεσπάρησαν

καθ' όλην την επαρχίαν λεηλατούντες και καίοντες, και

μετά ταύτα επανήλθαν εις Μοθώνην· ανοίξαντες δε

τοιουτοτρόπως την κοινωνίαν Μοθώνης και Κορώνης

ετοποθετήθησαν την 9 έμπροσθεν του Νεοκάστρου και

ηκροβολίσθησαν κατά πρώτην φοράν μετά των εντός. Προ

μικρού είχαν εισέλθει διάφοροι προς υπεράσπισιν, εν οίς

και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, υιός του Πετρόμπεη. Ο

φιλότιμος και φιλοπόλεμος ούτος νέος, περιφερόμενος την

14 επί των επάλξεων προς εμψύχωσιν των Ελλήνων, καθ' ην

ώραν ηκροβολίζοντο, επληγώθη εις τον δεξιόν βραχίονα·

μετακομισθείς δε χάριν θεραπείας εις Αρκαδίαν απέθανε

μετ' ολίγας ημέρας δι' έλλειψιν αξίου χειρούργου. Την δε

16 έν τάγμα Αιγυπτίων έπεσεν επί τους υπό την οδηγίαν του

Καρατάσου. Εκλεκτοί και εμπειροπόλεμοι ήσαν οι υπό τον

αρχηγόν τούτον Μακεδόνες και άξιοι αυτού καθώς και ούτος

άξιος αυτών· διό, γενομένης σφοδράς μάχης, αν και δεν

ήλθαν εις βοήθειάν των οι εν Κρεμμυδίω, ενίκησαν οι

ολίγοι ούτοι πολεμήσαντες μόνοι, έτρεψαν τους εχθρούς και

επήραν υπέρ τα 100 λογχοφόρα όπλα ερριμένα επί του πεδίου

της μάχης και τα έστειλαν εις Τριπολιτσάν. Την δε 6

απριλίου έφθασεν ο Μαυροκορδάτος κατά την εντολήν του

προέδρου εις Κρεμμύδι, όπου συμβουλίου γενομένου,

απεφασίσθη να μετατοπήσωσι τα στρατεύματα την αυτήν νύκτα

εις άλλην θέσιν προς διακοπήν της κοινωνίας Νεοκάστρου

και Μοθώνης· αλλ' οι εχθροί επρόλαβαν και επέπεσαν τα

εξημερώματα, ως τρισχίλιοι πεζοί και τετρακόσιοι ιππείς,

φέροντες και κανόνια. Τρεις θέσεις εν είδει ημικυκλίου

κατείχε το ελληνικόν στρατόπεδον· και το μεν αριστερόν

κέρας, ό εστι τους πέριξ του χωρίου λόφους, εκράτουν οι

Σουλιώται και ο Χατσή-Χρήστος· το δε δεξιόν, ήτοι το

χωρίον, οι περί τον Καραϊσκάκην και Τσαβέλλαν· το δε

κέντρον, ό εστι μικράν τινα κοιλάδα, ο αρχηγός Σκούρτης·

και οι μεν εν τω χωρίω και επί των λόφων είχαν τα συνήθη

οχυρώματά των, οι δε εν τη κοιλάδι ήσαν ανώχυροι,

έχοντες, κατά το λέγειν του αρχηγού, οχυρώματα τα στήθη

των. Εκτός των 2500 Στερεοελλαδιτών ήσαν και 500 Υδραίοι,

Σπετσιώται και Κρανιδιώται, ήσαν και 250 Αγιοπετρίται υπό

τον Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον· ώστε όλον το στρατόπεδον

του Κρεμμυδίου, καθ' ήν ημέραν επεστράτευσαν οι 3400

εχθροί, συνίστατο εις 3250. Οι δε Αιγύπτιοι,

παρατηρήσαντες τας θέσεις, είδαν πόσον αδύνατος ήτον η

των περί τον Σκούρτην και εστράτευσαν προς εκείνο το

μέρος. Θέλοντες δε να εμποδίσωσι τους εν τω χωρίω του να

βοηθήσωσιν εκείνους επί της μάχης, έστειλάν τινας κατ'

αυτών, έστησαν και τα κανόνια και τους επολέμουν. Αν και

βραδέως, είδαν οι περί τον Σκούρτην τον κίνδυνον και

εζήτησαν βοήθειαν παρά των καθημένων επί των λόφων.

Κατέβη ο Μπότσαρης ακολουθούμενος υπό 150 Σουλιωτών, και

ετοποθετήθη κατέμπροσθεν των ερχομένων εχθρών οχυρωθείς

εκ του προχείρου. Ήρχισε την μάχην το πεζικόν, και οι

Σουλιώται αντέκρουαν τους εχθρούς γενναίως. Αλλά,

διαρκούσης της μάχης, το ιππικόν του εχθρού ανέβη δύσιππά

τινα μέρη παραμεληθέντα υπό των Ελλήνων θεωρησάντων αυτά

άβατα, επέπεσεν όπισθεν αυτών και τους έβαλεν εν μέσω

διττού πυρός. Έμπροσθεν και όπισθεν πολεμούμενοι οι

Έλληνες δεν είχαν άλλην ελπίδα σωτηρίας ειμή την φυγήν.

Αλλά και η φυγή δεν ήτο κατορθωτή ειμή διά μέσου του

εχθρικού ιππικού. Έχοντες λοιπόν τον θάνατον ενώπιόν των

ώρμησαν ανάμεσον του ιππικού και έπαθαν δεινήν θραύσιν·

υπερπεντακόσιοι εφονεύθησαν, εν οίς και ο Μήτρος

Μποταΐτης, ο Θύμιος Ξύδης, ο Βασίλης Χορμόβας και ο

Κώστας Πετρόπουλος, πολλοί δε ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και

ο Ζαφειρόπουλος· ο δε Μπότσαρης εκινδύνευσε να πιασθή ως

βραδύπους, και εσώθη διά της εις αυτόν αφοσιώσεώς τινων

των συντρόφων του, απομακρυνάντων αυτόν χειροβάστακτον.

Μετά την φθοράν ταύτην τα εναπολειφθέντα στρατεύματα της

στερεάς Ελλάδος, γογγύζοντα κατά του προέδρου ως θέσαντος

αυτά υπό θαλάσσιον αρχηγόν, δεν ηθέλησαν να διαμείνωσιν

εν Πελοποννήσω, ως επεθύμει η κυβέρνησις, και ανεχώρησαν

εις την στερεάν Ελλάδα.

Είχεν ήδη εκπλεύσει η υπό τον Μιαούλην πρώτη μοίρα, και

ζητήσασα εις μάτην τον εχθρόν κατά τα παράλια της

Πελοποννήσου είχε πλεύσει προς την Κρήτην. Δεινή τρικυμία

επήλθε κατά τον πλουν, εβλάφθησαν πολλά των πλοίων, και

το πυρπολικόν του Κανάρη συγκρουσθέν μετά της ναυαρχίδος

εβυθίσθη, αλλ' όλοι οι εμπλέοντες παρά ένα διεσώθησαν.

Την δε 30 μαρτίου συνέλαβεν η μοίρα αύτη δύο αυστριακά

φέροντα τροφάς εις Πρέβεζαν και τα έστειλεν εις Ναύπλιον·

Απρίλιος την 2 απριλίου προσωρμίσθη εν Νεοκάστρω, ενδιέμεινε

τρεις ημέρας και την 5 απέπλευσε καταλιπούσα εν τω λιμένι

5 πλοία, εν οίς και τον Άρην τον υπό τον Αναστάσην

Τσαμαδόν αρχηγόν της πεντάδος ταύτης. Την δε 7

εισέπλευσεν εις Βάτικα, και την ακόλουθον ημέραν μαθούσα

ότι ο εχθρικός στόλος έτοιμος ήτο ν' αποπλεύση, ανήχθη

εις συνάντησίν του, κατέπλευσε την 9 εξ αιτίας εναντίων

ανέμων εις τον αυλέμονα των Κυθήρων, απέπλευσε την αυτήν

νύκτα προς την Σούδαν, και την 11 προ μεσημβρίας έφθασεν

έμπροσθεν αυτής και ηύρεν όλον τον αιγύπτιον στόλον εντός

του λιμένος· έν μόνον βρίκι επρόφθασεν έξω και το ώθησεν

εις την ξηράν. Εντός δε μιας ώρας αφ' ού έφθασεν η

ελληνική μοίρα, εξήλθε και ο εχθρικός στόλος του λιμένος

έτοιμος εις μάχην. Αλλ' ο επικρατών άνεμος τόσον ηύξησεν,

ώστε έσπασε το μεγάλον κατάρτιον μιας φρεγάτας, και

ηνάγκασε τα μεν εχθρικά πλοία να επαναπλεύσωσιν εις

Σούδαν, τα δε ελληνικά να στραφώσι προς άρκτον. Τα πλοία

ταύτα απήντησαν πλησίον της Καμένης δύο, το μεν υπό

ρωσσικήν το δε υπό αυστριακήν σημαίαν· ως φέροντα δε

τροφάς από Κωνσταντινουπόλεως εις Κορυφούς υπό πλαστά

έγγραφα κατά την μαρτυρίαν των πλοιάρχων τα απέστειλαν

εις Ναύπλιον. Την δε 14 ηγκυροβόλησαν εις Βάτικα,

απέπλευσαν την επιούσαν, και την εφεξής εξημερώθησαν

αντικρύ του ακρωτηρίου Σπαθίου· ήσαν δε 11 πολεμικά και 5

πυρπολικά· μετά δε την μεσημβρίαν είδαν 95 εχθρικά, τα

μεν πολεμικά τα δε φορτηγά, πλέοντα προς την

Πελοπόννησον, εξ ών 2 δίκροτα, 12 φρεγάται και 9

κορβέτται. Το πρωί της 17 ηκροβολίσθησαν, ερρίφθησαν και

3 πυρπολικά, αλλ' εκάησαν εις μάτην. Την δε 19 κατευοδώθη

ο εχθρικός στόλος εις Μοθώνην· η δε ελληνική μοίρα μη

δυνηθείσα διά την μικρότητά της να βλάψη τον εχθρόν,

παρέπλεε τα μεσσηνιακά φρούρια.

Ο δε Μαυροκορδάτος μετά την εις το διαλυθέν στρατόπεδον

αποστολήν του επανήλθεν όπου ήτον ο πρόεδρος, και

ανεχώρησεν εκ νέου την 24 επί σκοπώ να εισέλθη εις

Νεόκαστρον προς επιθεώρησιν των εν αυτώ· τον

παρηκολούθουν δε ο Γεωργάκης Καρατσάς, ο Σταμάτης Λεβίδης

και ο Γάλλος Εδουάρδος Γρασέτης. Την επαύριον έφθασεν εις

Γαργαλιάνους, και την μεθαύριον παραλαβών διακοσίους

Αρκαδίους ώδευε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους. Εν μέσω δε

της οδού, καθ' ην ώραν εμακρύνθησαν από των προπόδων του

παρακειμένου όρους εφάνη αίφνης η προφυλακή ατάκτως

οπισθοδρομούσα και ηκούσθη φωνή λέγουσα, «οπίσω, οπίσω,

ιππικόν εντός του ελαιώνος». Εστράφησαν τότε όλοι οπίσω

και έτρεξεν έκαστος εις το όρος όπως εδύνατο εις

προφύλαξιν από του εν τω ελαιώνι ιππικού. Αλλά το ιππικόν

μετεμορφώθη μετ' ολίγον εις νέφος κοράκων και απέπτη.

Χλευάζοντες και χλευαζόμενοι οι καταφυγόντες εις το όρος

διά την αφορμήν του πανικού φόβου επανήλθαν εις την οδόν,

και προς το εσπέρας έφθασαν εις τους παλαιούς Ναβαρίνους

τους υπό τον επίσκοπον Μοθώνης Γρηγόριον, τον Χατσή-

Χρήστον, τον Τσόκρην, τον Τσανέτον Χρηστόπουλον και τον

Σωτήρην Χοτσαμάνην.

Εν τούτοις ο Ιβραήμης προσήλωσε σπουδαίως την προσοχήν

του εις την άλωσιν του Νεοκάστρου.

Το φρούριον τούτο κείται επί της νοτίου άκρας

ευρυχωροτάτου λιμένος· επί δε της αντικρύ η Πύλος, η διά

την άλλοτε κατοικήσασαν τα μέρη εκείνα σλαβικήν φυλήν των

Αβάρων ή Αβαρίνων κοινώς καλουμένη «οι παλαιοί

Ναβαρίνοι». Είναι δε οι παλαιοί Ναβαρίνοι φρούριον

ανώχυρον και ακατοίκητον· τα δε παραρρέοντα της θαλάσσης

νερά ρηχά. Επί δε του στομίου του λιμένος παρατείνεται το

μακρόν και στενόν νησίδιον, Σφακτηρία. Ο λιμήν έχει δύο

είσπλους, τον μεν στενότερον προς τους παλαιούς

Ναβαρίνους, τον δε πλατύτερον προς το Νεόκαστρον· έχει δε

το Νεόκαστρον και ακρόπολιν. 40 κανόνια έκειντο επί των

τειχών αυτού, αλλ' έν μόνον είχεν υποστάτην· ολίγαι ήσαν

και αι κανονόσφαιραι, ολίγαι και αι τροφαί, και εις

προμήθειαν αυτών έστειλε κατ' εκείνας τας ημέρας η

κυβέρνησις τον Κωνσταντίνον Μεταξάν εις Ζάκυνθον· ολίγον

ήτο και το εντός της δεξαμενής του φρουρίου νερόν, και

δύο πλοιάρια εισεκόμιζαν αδιακόπως· χίλιοι δε πεντακόσιοι

ήσαν οι φρουροί του υπό τον Γιατράκον, τον Γεωργάκην

Μαυρομιχάλην, τον Μακρυγιάννην, τον Σταύρον Σαχίνην και

τον Δημήτρην Σαχτούρην τον και φρούραρχον· ήσαν και 80

τακτικοί πυροβολισταί υπό τον Μανώλην Καλλέργην· ήσαν καί

τινες Κεφαλλήνες υπό τον Σπύρον Πανάν τον αριστεύσαντα εν

τη μάχη του Πέτα· συνηγωνίζετο και ο Ιταλός Κολλένιος.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις και η δύναμις του φρουρίου.

Εις άλωσιν δε αυτού ο Ιβραήμης έκοψεν εν πρώτοις το

υδραγωγείον, έστησε δύο τηλεβολοστάσια, επέθηκε

βομβοβόλους και κανόνια και προσβαλών σφοδρώς το τείχος,

το διέρρηξεν· αλλ' οι έγκλειστοι παρεγέμισαν την

διαρρωγήν εν τω άμα. Ο εχθρός παρετήρησεν ότι η άλωσις

του φρουρίου εκρέματο από της αλώσεως της Σφακτηρίας·

αύτη δε απήτει σύμπραξιν ναυτικής δυνάμεως· αλλ' εντός

του λιμένος ήσαν τα ελληνικά πλοία, όθεν ηναγκάσθη να

αναβάλη τα εις άλωσιν αυτής εις τον επανάπλουν του

στόλου. Ο στόλος, αφ' ού απεβίβασεν εις Μοθώνην

τετρακισχιλίους στρατιώτας και ικανά πολεμεφόδια,

εξέπλευσε και τα μεν ογκωδέστερα πλοία αυτού παρετάχθησαν

την 26 κατέναντι των ελληνικών, τα δε μικρότερα έπλεαν

προς το στόμα του λιμένος του Νεοκάστρου επί σκοπώ ν'

αποβιβάσωσι στρατεύματά τινα επί της Σφακτηρίας. Την

αυτήν δε ημέραν έν τάγμα εχθρικόν ήλθε πλησίον των

παλαιών Ναβαρίνων διά ξηράς, κατέλαβε το Πετροχώρι και

επολέμησε. Περί δε την 9 ώραν της αυτής ημέρας ο εν

Ναβαρίνοις Μαυροκορδάτος επέβη εις το εν τω λιμένι του

Νεοκάστρου πλοίον του Τσαμαδού επί σκοπώ να μεταβή εις

Σφακτηρίαν προς επιθεώρησιν, και να εισέλθη έπειτα εις το

φρούριον του Νεοκάστρου προς εκπλήρωσιν της αποστολής

του. Ο Τσαμαδός, πεπεισμένος ότι, εν όσω επεκράτει ο

πνέων σφοδρός άνεμος, ο εχθρός δεν ετόλμα να επιχειρήση

ην εμελέτα απόβασιν επί του νησιδίου, έπεισε τον

Μαυροκορδάτον να μείνη και συμπρογευματίση· αλλ'

αναγγελθείσης, εν ώ συμπροεγευμάτιζαν, της προς το

νησίδιον προσεγγίσεως των εμπροσθινών πλοίων του εχθρικού

στόλου, απέβησαν εις αυτό προς επιθεώρησιν· συναπέβησαν

προς υπεράσπισιν αυτού και πολλοί ναύται· και ούτοι μεν

ετοποθετήθησαν προς την νότιον άκραν, όπου ήσαν προ αυτών

οι συμπατριώται των, Σαχίνης και Σαχτούρης, μετά των περί

αυτούς· την δε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους εφύλατταν

Βούλγαροι εκ των περί τον Χατσή-Χρήστον· οι δε

Φαναρίται και Ανδρουσανοί ήσαν εν τω μέσω· όλοι δε οι

οπλοφόροι συνηριθμούντο μόλις 800, εν ώ, αν οι αρχηγοί

των είχαν όσους η κυβέρνησις υπελόγιζε, θα ήσαν

τετραπλάσιοι· μόνος ο Αναγνωσταράς, έχων 18 συν αυτώ

χωρικούς, είχε διαταγήν να στρατολογήση 700· ήσαν δε επί

του νησιδίου και τρία τηλεβολοστάσια φέροντα 8 κανόνια

και μίαν βομβοβόλον. Ο δε Τσαμαδός και ο Μαυροκορδάτος,

αποβάντες υπήγαν εκείνος μεν προς τα νότια, ούτος δε προς

τα βόρεια. Εν ώ δε παρετήρουν τας θέσεις, τας παρετήρει

καί τις εχθρική γολέττα παραπλέουσα και κανονοβολούσα εκ

διαλειμμάτων. Η γολέττα αύτη έπλευσε μετά ταύτα προς την

ναυαρχίδα· η δε ναυαρχίς ύψωσέ τι σημείον, και αμέσως

πολυάριθμοι λέμβοι ερρίφθησαν εις την θάλασσαν,

επληρώθησαν εν τω άμα στρατιωτών, και παρακολουθούντων

αυτάς και κανονοβολούντων και των πλοίων έπλευσαν περί

την μεσημβρίαν προς την Σφακτηρίαν αι μεν κατά τας εκ

δεξιών, αι δε κατά τας εν τω μέσω θέσεις· επειδή δε αι

ύφαλοι εμπόδιζαν την προσόρμισιν των λέμβων, έπεσαν οι

Άραβες εις την θάλασσαν. Βλέποντες τότε οι κατέχοντες τας

εν μέσω θέσεις, ότι εμπεσόντες ήρχοντο προς αυτούς, τους

ετουφέκισαν όλοι διά μιας και ετράπησαν εν τω άμα εις

φυγήν. Αφ' ού τοιουτοτρόπως αι θέσεις αύται εκυριεύθησαν

παρά του εχθρού, κατέλαβε τους λοιπούς φόβος, εκενώθησαν

όλαι αι άλλαι, και δεν επρόκειτο πλέον πώς να νικήσωσιν,

αλλά πώς να σωθώσι· και όσοι μεν των ναυτών επρόλαβαν,

επανήλθαν εις τα πλοία των, τινές επί των λέμβων, τινές

δε κολυμβώντες· οι δε λοιποί οι μεν έπεσαν εις τα ρηχά

προς διαπεραίωσιν εις την αντικρύ ξηράν, οι δε εκρύβησαν

εν ταις τρώγλαις της νήσου. Ο δε Μαυροκορδάτος έτρεχε

προς την θάλασσαν, όπου η λέμβος του Άρεως ανέμενεν αυτόν

και τον Τσαμαδόν. Ο τόπος είναι απότομος, και ο

Μαυροκορδάτος εκινδύνευεν ως βραδύπους να πέση εις χείρας

των εχθρών ερχομένων κατόπιν αυτού. Καλή τύχη απήντησε

δύο στρατιώτας του καθ' οδόν, και χειροκρατηθείς έφθασε

σώος εις το παράλιον, και μετεκομίσθη ασφαλώς εις το

πλοίον· η δε λέμβος επανήλθεν εις το παράλιον προς

μεταβίβασιν του Τσαμαδού· αλλ' ο Τσαμαδός δεν εφαίνετο.

Εν τοσούτω οι Άραβες περιφερόμενοι επλησίασαν και όπου η

λέμβος τουφεκίζοντες. Επικειμένου τότε τοιούτου κινδύνου,

και ακουσθείσης φωνής ότι ο Τσαμαδός εφονεύθη, παρέλαβεν

η λέμβος εκ των συσσωρευθέντων επί του παραλίου όσους

εχώρει και τους έφερεν εις το πλοίον. Επί της τροπής δε

ταύτης εφονεύθησαν εκτός πολλών άλλων ο Τσαμαδός, ο

τιμώμενος δικαίως διά τον πατριωτισμόν, την εμβρίθειαν

και την ανδρίαν του· ο χρηστός και φιλότιμος Σαχίνης· ο

Αναγνωσταράς, είς των εγκριτωτέρων οπλαρχηγών της

Πελοποννήσου, ο και πολλά μοχθήσας και κινδυνεύσας ως

απόστολος της Φιλικής Εταιρίας, και ο ιταλός κόμης

Σανταρόζας, εξορισθείς μετά την αποτυχίαν των τελευταίων

περί πολιτικής μεταβολής της πατρίδος του κινημάτων και

μεταβάς εις Ελλάδα, αξιότιμος ανήρ, ούτινος τα υπέρ

ελευθερίας δεινά παθήματα εξήψαν έτι μάλλον τον υπέρ

αυτής διακαή ζήλον (α)· ηχμαλωτίσθησαν δε ο αρχηγός της

σωματοφυλακής του Μαυροκορδάτου Κατσαρός σταλείς εις

αναζήτησιν του Τσαμαδού, και ο Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος

παρακολουθήσας τον Μαυροκορδάτον, ίνα διαπραγματευθή δι'

αυτού την απελευθέρωσιν του εν τη μάχη του Κρεμμυδίου

αιχμαλωτισθέντος αδελφού του.

Και τα μεν άλλα ελληνικά πλοία, αφ' ού παρέλαβαν τους

ναύτας των, έκοψαν τας αγκύρας και εξέπλευσαν αβλαβή πριν

κλεισθή στενώς ο λιμήν· ο δε Άρης επ' ελπίδι σωτηρίας του

Τσαμαδού εβράδυνε, και εν τούτοις τα εχθρικά πλοία

έκλεισαν τον λιμένα διά της συμπυκνώσεώς των. Διηρημέναι

ήσαν αι γνώμαι των εν τω Άρει ως προς τον τρόπον του

διέκπλου· οι μεν εγνωμοδότουν να διεκπλεύσωσι

παραπλέοντες το παράλιον προς αποφυγήν του πυρός πολλών

εχθρικών πλοίων μη δυναμένων διά τον όγκον να πλησιάσωσιν

όπου τα νερά ήσαν ρηχά· οι δε, εν οίς και ο αναλαβών την

διοίκησιν του πλοίου Δημήτρης Βώκος και ο δευτερεύων

Σαχτούρης, ήθελαν ν' απομακρυνθώσιν από του παραλίου και

ιθύνωσι τα πλοίον προς το στόμα μη τύχη και παύση ο πνέων

καλός άνεμος, και τότε πεσόντες εις γαλήνην πέσωσιν εις

χείρας των επί του παραλίου πολυαρίθμων εχθρών. Σφοδράς

δε συζητήσεως γενομένης, ενίκησεν η τελευταία γνώμη,

αποδειχθείσα και η μόνη σωτήριος, διότι ο καλός άνεμος

μετ' ολίγον εξέπνευσε. Καθ' ήν δε ώραν έκοψαν την άγκυραν

οι ναύται του πλοίου και ήνοιξαν τα πανία εις έκπλουν

ανάμεσον του εχθρικού στόλου, ανεβίβασαν επί του

καταστρώματος ψάλλοντες την εικόνα της Θεοτόκου και την

έθεσεν επί του εργάτου· ιερεύς δέ τις εκ των επί της

ξηράς, διασωθείς επί του πλοίου, έψαλλε την παράκλησιν

επήκοον όλων· οι δε ναύται εκύκλωσαν την εικόνα, την

ησπάσθησαν και κατέθεσαν έκαστος ό,τι προηρείτο επί σκοπώ

να την χρυσώσωσιν απαλλαττόμενοι του προφανούς κινδύνου.

Είς δε των ναυτών, προσφέρων και αυτός τον οβολόν του,

προσήλωσε τους οφθαλμούς εις την εικόνα και είπε

μεγαλοφώνως «Παναγία μου, αν δε μας σώσης, θα χαθής και

συ». Μετά δε την παράκλησιν ο μεν ιερεύς δεν έπαυσε

προσευχόμενος καθ' όλον το διάστημα του κινδύνου, οι δε

ναύται, ασπασθέντες αλλήλους τον τελευταίον ασπασμόν,

«καλή εντάμωσις εις τον άδην» είπαν, και κατέλαβαν τας

θέσεις των πλήρεις θάρρους υπό την συνετήν οδηγίαν του

Βώκου ισταμένου αφόβως επί της στέγης του πλοίου εις

εμψύχωσιν του πληρώματος, και υπό την υφοδηγίαν του

γενναίου Σαχτούρη. Αλλ' ό,τι εφοβούντο μη πάθωσιν υπό

εχθρού, εκινδύνευσαν να πάθωσιν υπό φίλου. Το παιδίον του

πλοίου, απαρηγόρητον διά τον θάνατον του πλοιάρχου,

κατέβη όπου ήτο το εικονοστάσιον, ήρπασε την έμπροσθεν

των εικόνων κανδυλίθραν και βαστάζον αυτήν αναμμένην και

φωνάζον, «τι την θέλομεν την ζωήν, αφ' ού εχάθη ο

πλοίαρχός μας», έτρεξε δρομαίον να την ρίψη εις την

πυριτοθήκην· αλλ' οι ναύται το συνέλαβαν και το έδεσαν ως

παράφρον. Εν τούτοις, προχωρών ο Άρης έφθασεν εις το

στόμα του λιμένος, στόμα δι' αυτόν του άδου, και αμέσως

εκυκλώθη υπό μιας φρεγάτας, μιας κορβέττας και τριών

βρικίων και εκανονοβολείτο έμπροσθεν, όπισθεν, δεξιόθεν

και αριστερόθεν· αντεκανονοβόλει και αυτός ακαταπαύστως,

υπερασπίζετο, επροχώρει, και πολλά παθών απέφυγε τον εκ

των πλοίων τούτων κίνδυνον, αλλ' έπεσε μετ' ολίγον εις το

μέσον πολλών άλλων. Τρεις ώρας επάλαισεν εν μέσω σμήνους,

και η τρομερά αύτη πάλη του αφήρεσεν ολόκληρον τον

επίδρομον, κατετρύπησε τα πανία του κατεσύντριψε το

πηδάλιόν του και κατέκοψε τα σχοινία του, οι δε ναύται,

περιφερόμενοι επί του καταστρώματος, επάτουν επί των

πεπυρωμένων μύδρων και βολίων των αδιακόπως εκ των

εχθρικών πλοίων βροχηδόν ριπτομένων και εις όλον το

κατάστρωμα του Άρεος διεσπαρμένων. Τοιαύτη ήτον η

κατάστασίς των, ότε έν δικάταρτον, έχον ευρωπαίους ναύτας

και Αιγυπτίους στρατιώτας, επλησίασε τον Άρην εντός βολής

πιστόλας, και οι εν αυτώ ητοιμάζοντο να τον πατήσωσιν.

Ιδόντες τον νέον τούτον κίνδυνον οι εν τω Άρει, και

αναλογιζόμενοι ότι οι εχθροί, απαυδισμένων αυτών, εύκολον

ήτο και να τον πατήσωσι και να τον κυριεύσωσι, διέταξαν

δύο γέροντας έχοντας ετοίμους πιστόλας να πυροβολήσωσιν

εις την πυριτοθήκην άμα επατείτο το πλοίον. Εμάντευσαν

ίσως οι εν τω εχθρικώ την απόφασιν των Ελλήνων, ιδόντες

την κίνησίν των, και επειδή, τούτου γινομένου, θα

συνεκαίοντο και εκείνοι, απεμακρύνθησαν, και ούτως

απηλλάγη ο Άρης. Εν τοσούτω επλησίαζεν η νυξ, και κατά

περίστασιν κατεφλέχθη έν εχθρικόν πλοίον. Το συμβάν τούτο

έβαλεν εις ταραχήν τα λοιπά εχθρικά, και βοηθούμενος

εντεύθεν ο Άρης διεξέπλευσε και υπεξέφυγεν ως εκ θαύματος

τον κίνδυνον. Δύο των ναυτών του μόνον εσκοτώθησαν και

επτά επληγώθησαν, εν οίς και ο Σαχτούρης.

Την άλωσιν της Σφακτηρίας παρηκολούθησεν η πτώσις των

παλαιών Ναβαρίνων. Την 29 εφώρμησαν οι εχθροί διά ξηράς

και θαλάσσης και συνήψαν μάχην. Οι Έλληνες δεν ήλπιζαν

άλλοθεν βοήθειαν, και πολλοί αυτών απεφάσισαν να φύγωσι

την επιούσαν νύκτα διά μέσου των εχθρών, διότι άλλος

τρόπος φυγής δεν ήτο, και προειδοποίησαν τους εν

Λιγουδίστη Έλληνας παραγγείλαντές τοις να τουφεκίζωσιν

επ' ελπίδι αντιπερισπασμού. Ελθούσης της νυκτός εξήλθαν,

αλλ' εις ουδέν ωφελήθησαν επί της εξόδου των υπό των εν

Λιγουδίστη μη τουφεκισάντων, και πεσόντες εν τω μέσω του

εχθρικού ιππικού απέτυχαν· και οι μεν ωπισθοδρόμησαν, οι

δε εφονεύθησαν, και άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και ο

επίσκοπος Μοθώνης (β), ο αδελφός του, ο Χατσή-Χρήστος,

ο Αναγνώστης Κανελόπουλος, ο Αναστάσης Δαριώτης και ο

Βάρβογλης. Την δ' επαύριον παρεδόθησαν υπό συνθήκην και

οι διαμείναντες εν τω παλαιοφρουρίω και απελύθησαν όλοι

αβλαβείς, αλλ' άοπλοι και αχρήματοι· ήσαν δε 786· μόνοι

εκρατήθησαν οι επί της εξόδου αιχμαλωτισθέντες ως μη υπό

τους όρους της συνθήκης· οι δε υπό την οδηγίαν του Σωτήρη

Χοτσαμάνη, μη καταδεχόμενοι να παραδοθώσιν, έφυγαν

ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών και οι πλείστοι εσώθησαν.

Καθ' ήν δε ημέραν παρεδόθησαν οι παλαιοί Ναβαρίνοι, η

περιφερομένη έξωθεν των Μοθωκορώνων υπό τον Μιαούλην

μοίρα, μη δυναμένη να βλάψη τον μέγαν εχθρικόν στόλον,

εισέπλευσε προς το εσπέρας τον λιμένα της Μοθώνης, όπου

διέμενάν τινα των εχθρικών πλοίων πολεμικά και φορτηγά,

επέρριψε πέντε πυρπολικά το έν κατόπιν του άλλου, και

έκαυσε μίαν μεγάλην φρεγάταν, τρεις κορβέττας, τρία άλλα

πολεμικά, και τρία φορτηγά. Εκάη δε και μία τροφαποθήκη.

Μετά δε την κυρίευσιν της Σφακτηρίας και των παλαιών

Ναβαρίνων, ο Ιβραήμης παρήγγειλε τοις εν Νεοκάστρω διά

του επισκόπου Μοθώνης και του Χατσή-Χρήστου να

παραδοθώσιν, αλλά δεν εισηκούσθη· έστειλεν επ' ελπίδι

συμβιβασμού μετά δύο ημέρας τρεις αξιωματικούς του

Τούρκους, αλλ' ουδέ και τότε εισηκούσθη· επί τέλους

ήγειρε δύο άλλα τηλεβολοστάσια κατά του φρουρίου, έφερε

πλησίον αυτού 11 φρεγάτας και κορβέττας και 5 βρίκια,

Μάιος και την 3 μαΐου επολέμει το φρούριον διά ξηράς και

θαλάσσης. Τρεις ημέρας ακαταπαύστως πολεμούμενοι οι

Έλληνες εδέχθησαν ό,τι απέρριψαν πρότερον, και την 6

υπέγραψαν υπό την σκηνήν του Ιβραήμη συνθήκην επί

παραδόσει των όπλων, εξαιρουμένων της τοιαύτης

υποχρεώσεως 30 αξιωματικών, και επί μετακομίσει πάντων

ανεξόδως υπό ουδετέραν σημαίαν εις Καλαμάταν· αλλά, και

αφ' ού υπέγραψαν την συνθήκην, υποπτεύσαντες επιβουλήν

δεν παρεδίδοντο. Εν ώ δε διεπραγματεύετο η παράδοσις του

φρουρίου, εύτολμός τις των εν αυτώ Κύπριος, διακολυμβήσας

υπό το πυρ των Αιγυπτίων είς τινα αγγλικήν φρεγάταν

έξωθεν του λιμένος φανείσαν, επέδωκε τω πλοιάρχω γράμμα

των πολιορκουμένων αιτουμένων τον κατάπλουν πολεμικού

πλοίου και ξένην παρέμβασιν εις ασφαλή απομάκρυνσίν των·

επί τη αιτήσει δε ταύτη, διαβιβασθείση εις Σμύρνην παρά

του πλοιάρχου, κατέπλευσαν η γαλλική γολέττα Αμάραντος,

και η αυστριακή Αρεθούσα, και υπό την παρέμβασιν αυτών

ενηργήθη η συνθήκη, και μετεκομίσθησαν όλοι ασφαλώς εις

Καλαμάταν, τον αριθμόν 1180. Δύο μόνους εξ αυτών

εκράτησεν ο Ιβραήμης παρά την συνθήκην τον Γεωργάκην

Μαυρομιχάλην και τον Γιατράκον επί λόγω ότι παρέβησαν οι

Έλληνες την επί της πτώσεως του Ναυπλίου συνθήκην

κρατήσαντες αυθαιρέτως τους δύο πασάδας. Αλλ' εκρατήθησαν

οι πασάδες ως μη ένσπονδοι, μη θελήσαντες να

συνυπογράψωσι την συνθήκην. Δέκα ημερών βρώσις και

τεσσάρων πόσις ευρέθη εν τω παραδοθέντι φρουρίω. Η δε

κυρίευσις αυτού ωφέλησε τα μέγιστα τον εχθρόν διά την

συγκυρίευσιν του ευρυχωροτάτου και ασφαλεστάτου λιμένος,

τόσον χρησίμου εις κατάπλουν στόλου και εις μεταφοράν

στρατευμάτων και παντός αναγκαίου εξ Αιγύπτου και Κρήτης.

Πεσόντος του Νεοκάστρου, ο εχθρικός στόλος επανέπλευσεν

αβλαβής και ανενόχλητος εις Σούδαν.

Το δε ναυτικόν της Ελλάδος εδοξάσθη μετ' ολίγον παρά τον

Καφηρέα, ακρωτήριον της Ευβοίας αντικρύ της Άνδρου.

Έμαθεν εν καιρώ η κυβέρνησις ότι ητοιμάζετο εις έκπλουν

εκ Κωνσταντινουπόλεως υπό τον καπητάμπασαν η βυζαντινή

μοίρα, και εις αντίκρουσιν εξέπλευσεν η δευτέρα ελληνική

εξ 20 πολεμικών και 8 πυρπολικών υπό τον Σαχτούρην, τον

Κολανδρούτσον και τον Αποστόλη. Αι δύο αύται μοίραι

συνηντήθησαν την 16 μεταξύ Τενέδου και Λίμνου και

ηκροβολίσθησαν· συνίστατο δε η βυζαντινή εκ 3 φρεγατών,

10 κορβεττών και 38 βρικίων και γολεττών ενόπλων·

παρηκολούθουν δε καί τινα φορτηγά. Μετά τον μεταξύ

Τενέδου και Λίμνου ακροβολισμόν, αμφότεραι αι μοίραι

έπλεαν προς δυσμάς αντιπαρατηρούμεναι· την δε 20

εξημερώθησαν έξωθεν της Άνδρου, και την γ' ώραν μετά την

ανατολήν του ηλίου εναυμάχησαν μεταξύ της νήσου ταύτης

και του Καφηρέως. Αμφιρρεπής εφαίνετο η μάχη μέχρι

πολλού, αλλ' οι Έλληνες έβαλαν επί τέλους εις αταξίαν την

εχθρικήν μοίραν, διαρρήξαντες την δεξιάν πτέρυγά της. Επί

της αταξίας δε ταύτης, παρατηρήσας ο Σαχτούρης ότι μία

φρεγάτα έπλεεν υπήνεμος και μακράν των λοιπών πλοίων, και

ότι εφαίνοντο εσπασμένα τα κατάρτιά της, επέπλευσε

συνοδευόμενος υπό δύο πυρπολικών, του Ματρόζου και του

Μουσιού. Εμπόδια ηύραν τα τρία ταύτα πλοία κατά τον

πλουν, απαντήσαντα μίαν φρεγάταν και μίαν κορβέτταν· αλλά

τα υπερέβησαν, επλησίασαν την παθούσαν φρεγάταν, επέπεσαν

τα δύο πυρπολικά και την εφλόγισαν. Η φρεγάτα αύτη, 66

κανονίων και η ογκωδεστέρα της μοίρας, ήτον η ναυαρχίς,

αλλ' επί του παθήματός της ευρέθη ο ναύαρχος εν άλλω

πλοίω· έφερε δε σχεδίας εις άλωσιν του Μεσολογγίου,

πάμπολλα πολεμεφόδια και το γλωσσόκομον. Μετά 10 λεπτά

αφ' ού εφλογίσθη, διεσκορπίσθη, και οι εμπλέοντες 800, εν

οίς 150 πυροβολισταί, απωλέσθησαν όλοι· απωλέσθησαν και 3

πυρποληταί και επληγώθησαν 4. Τα ελληνικά πλοία διέρρηξαν

μετ' ολίγον και την άλλην πτέρυγα της εχθρικής μοίρας,

και ο πυρπολητής Μπούτης, ιθύνας και αυτός ευστόχως το

πυρπολικόν του εις μίαν κορβέτταν 34 κανονίων, την

έκαυσεν αύτανδρον· τότε και τα της μιας και τα της άλλης

πτέρυγος πλοία του εχθρού διεσκορπίσθησαν, καί τινα μεν

αυτών, εν οίς και το φέρον τον καπητάμπασαν διεσώθησαν

την 27 εις Σούδαν, 20 δε άλλα κατέφυγαν υπό την Κάρυστον,

μία δε κορβέττα καταδιωκομένη υπό δυο ελληνικών βρικίων,

έπεσαν εις τους βράχους της Σύρας και εκάη παρά των εν

αυτή, ο δε πλοίαρχος και το πλήρωμα, ως 200, εν οίς και

25 Ευρωπαίοι, παρεδόθησαν εις τους κατοίκους της Σύρας,

οίτινες, φοβούμενοι μάλλον ή φοβούντες τους επ' ελπίδι

σωτηρίας καταφυγόντας, εξήλθαν εις προϋπάντησίν των υπό

λευκήν σημαίαν. Ο όχλος εκακοποίησε τους Ευρωπαίους και

εσκότωσέ τινας των Τούρκων οι δε λοιποί μετεκομίσθησαν

εις Ύδραν. Συνελήφθησαν δ' επί της ναυμαχίας ταύτης 5

φορτηγά υπό αυστριακήν σημαίαν φέροντα πυρίτιδα, κανόνια

και άλλα πολεμικά είδη εις χρήσιν των πολιορκητών του

Μεσολογγίου. Τα ελληνικά πλοία, παρακολουθούντα τα

εχθρικά, απήντησαν την 23 κάτωθεν της Μήλου τα υπό τον

Μιαούλην, εχαιρετήθησαν, ηνώθησαν όλα, και εισέπλευσαν

αυθημερόν τον λιμένα της Μήλου, 70 τον αριθμόν. Η κατά

θάλασσαν αύτη νίκη επανηγυρίσθη λαμπρώς την 24 εν

Ναυπλίω.

1825

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'.

&Αποτυχία της εκστρατείας Κουντουριώτου. — Αμνηστία

ανταρτών. — Μάχη κατά την θέσιν Μανιάκι — Κινήματα

Ιβραήμη εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου και συγκρούσεις

— Ο Χαμιλτών εν Ναυπλίω — Παθήματα Ελλήνων και επάνοδος

Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν. — Ο Φαβιέρος αρχηγός του τακτικού.

— Κατορθώματα Ελλήνων. — Ατυχής απόπειρα εις άλωσιν

Τριπολιτσάς. — Ανταλλαγή αιχμαλώτων — Απόπειρα δολοφονίας

Ιβραήμη.&

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ · 第 13 / 27 段