ανηγέρθησαν, διαταγή του Πανουργιά, κατά την μεταξύ
Σαλώνων και Άμπλιανην 10 δυνατοί προμαχώνες· αλλ'
ολιγάριθμον ήτον ως προς την ανάγκην το τάγμα του
Πανουργιά. Καλή τύχη συνήλθαν εις την θέσιν εκείνην και
άλλα τάγματα υπό τον Γεωργάκην Δράκον, τον Γιώτην
Δαγκλήν, τον Διαμάντην Ζέρβαν και τον Περραιβόν. Έστειλε
και ο Λόντος υπό τον Παναγιώτην Νοταράν 200 στρατιώτας,
και επί μισθοδοσία δέκα χιλιάδων γροσίων έπεισε και τους
περί τον Κίτσον Τσαβέλλαν, εκ Μεσολογίου εις Πελοπόννησον
ερχομένους και διαβαίνοντας την Σεργούλαν, να μεταβώσι
και ούτοι εις την θέσιν εκείνην· ήσαν δε όλοι οι
υπερασπισταί της εννεακόσιοι.
Ιούλιος Την 8 ιουλίου μέρος του εχθρικού στρατού εξ Αλβανών
και υπό την οδηγίαν του Αμπάζπασα επάτησε την επαρχίαν
του Λιδωρικίου, ήρπασεν οκτακισχίλια πρόβατα και μίαν
εκατοστύν ίππων, ηκροβολίσθη μετά του εν Μουσινίτσα υπό
τον Σκαλτσάν τάγματος ενδυναμωθέντος και παρά τινων
Κραββαριτών υπό τον Σαφάκαν και επανήλθεν εις το
στρατόπεδόν του. Την νύκτα δε της 13 εξεστράτευσαν όλοι
οι εν Γραβιά σύροντες και δύο κανόνια, και εξημερώθησαν
εις του Σανδάλη το μνήμα, μίαν ώραν μακράν της Άμπλιανης,
και την γ' ώραν της ημέρας έπεσαν επί τους κατέχοντας την
θέσιν εκείνην Έλληνας· και κατ' αρχάς μεν πυροβολούντες,
μετ' ολίγον δε ξιφήρεις, ηγωνίζοντο ν' ανοίξωσιν ην
επρόλαβαν οι Έλληνες και έφραξαν οδόν, ενρίψαντες κορμούς
δένδρων. Γενναίως υπεράσπισαν τας θέσεις των οι Έλληνες,
αντέκρουσαν τους εχθρούς και πολλάκις εφορμήσαντας τους
απώθησαν· αλλ' ανένδοτοι ήσαν οι εχθροί και αμφιρρεπής η
μάχη μέχρι της εσπέρας, καθ' ην ελθούσα επικουρία υπό τον
Χαλμούκην έπεσεν επί την αριστεράν πτέρυγα του εχθρού,
την έβαλεν εις αταξίαν, και διά της θερμής συνεργείας των
Σουλιωτών πολεμούντων προς εκείνο το μέρος την έτρεψεν.
Η τροπή της αριστεράς πτέρυγος επέφερε την του κέντρου·
μόνη η δεξιά αντείχε και στενώς επολιόρκει τον προμαχώνα,
εν ώ ήτον ο Νάκος Πανουργιάς· αλλ' αφ' ού ενύκτωσεν,
ετράπη και αύτη μη δυναμένη μόνη ν' ανθέξη. Οι Έλληνες
έτρεξαν κατόπιν των εχθρών, επήραν τα δύο κανόνια, πολλά
όπλα, πολεμεφόδια, ίππους, σημαίας, και την σκηνήν του
Μπερκόφτσαλη. 37 Έλληνες και πάμπολλοι Τούρκοι
εσκοτώθησαν και επληγώθησαν, πολλοί δε κατεκρημνίσθησαν
επί της διά των στενοτοπιών φυγής των ωθούντες και
ωθούμενοι, και προτιμώντες τον θάνατος της αιχμαλωσίας·
απόδειξις δε της μεγάλης φθοράς των εχθρών είναι, ότι τα
στρατεύματα, επανελθόντα εις Γραβιάν, δεν επεχείρησαν
νέαν εισβολήν. Εφονεύθη την ημέραν εκείνην και ο γνωστός
Μπέης της Θράκης, Σουλεϊμάνης.
Καθώς δε προεσχεδιάσθη, απέβη κατ' αυτάς και ο Καρύστιος
Ομέρης εις Ωρωπόν μετά των εν Ευβοία δισχιλίων γενιτσάρων
και χιλίων άλλων και ελεηλάτει τα πέριξ. Ο δε Γκούρας, ο
προ ενός μηνός διορισθείς παρά της κυβερνήσεως φρούραρχος
Αθηνών,
Ιούλιος εξεστράτευσε την 3 Ιουλίου μετά 600, και την επαύριον
κατέλαβε το άνωθεν της πεδιάδος του Μαραθώνος
παλαιότειχον. Την 5 επήλθαν οι εχθροί και ηκροβολίσθησαν,
επανελήφθη η μάχη και την 6, και οι Τούρκοι έρριψαν 50
κανονίας, και δις και τρις εφώρμησαν, αλλ' απεκρούσθησαν.
Ήλθεν εν τω μεταξύ τούτω επικουρία υπό τον Ευμορφόπουλον
και άλλους, και τότε έπεσαν όλοι επί τους εχθρούς, τους
έτρεψαν και εις σημείον της νίκης έστειλαν εις Αθήνας 30
κεφαλάς και 2 σημαίας. Μετά δε την μάχην ταύτην οι μεν
Έλληνες επανήλθαν εις την πόλιν, οι δε Τούρκοι μετέβησαν
εις Καπανδρίτι περιφερόμενοι επί αρπαγή και αιχμαλωσία.
Την δε 20 ήλθαν εγγύς της πόλεως 600 ιππείς· αλλ'
εξορμήσαντες οι Έλληνες υπό τον κανονοβολισμόν της
ακροπόλεως τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι διά της
Κυφησίας. Την 3 αυγούστου προσήγγισαν αύθις οι ιππείς,
εξήλθαν τότε και οι Έλληνες οι μεν έφιπποι οι δε πεζοί,
συνήψαν μάχην περί τας στήλας του Ολυμπίου Διός, και
απεδίωξαν πάλιν τους εχθρούς. Μετά τρεις δε ημέρας
εξεστράτευσαν οι Έλληνες, και απαντήσαντες τους εχθρούς
μεταβαίνοντας εις Κάλαμον έβαλαν εις αταξίαν τους πεζούς
και εζώγρησαν καί τινα σκευοφόρα ζώα, αλλ', επιστραφέντων
των ιππέων, ετράπησαν οι Έλληνες, και παρ' ολίγον
εζωγρήθη και ο Γκούρας. Την αυτήν νύκτα ανεχώρησαν οι
Τούρκοι εις Εύβοιαν κακώς έχοντες διά την επισκήψασαν εις
το στρατόπεδον δεινήν δυσεντερίαν εκ της βρώσεως των
αώρων καρπών. 30 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν επί
της εκστρατείας ταύτης, ήτις διήρκεσε πέντε εβδομάδας. Ο
δε Ομέρης, επανελθών εις τα ίδια, απέπεμψε τους
φιλοταράχους γενιτσάρους εις Βώλον.
Εν ώ δε η Ανατολική Ελλάς ήτον εις θέσιν αμυντικήν, η
Δυτική έλαβεν επιθετικήν.
Περί τα τέλη μαΐου συνήλθαν οι πλείστοι των οπλαρχηγών
της Δυτικής Ελλάδος εις την επαρχίαν του Βάλτου κατά την
μεγάλην Φτέρην, όπου συγκροτήσαντες συμβούλιον περί
εκστρατείας εις Άρταν, απεφάσισαν να εισβάλωσιν εν
πρώτοις εις Ραδοβίτσι προς διέγερσιν των πλησιοχώρων
χριστιανικών λαών. Μετά την απόφασιν ταύτην χίλιοι
εκλεκτοί στρατιώται υπό τους στρατηγούς Τσόγκαν και
Ράγκον και τους χιλιάρχους Αναγνώστην Καραγιάννην και
Δήμαν Τσέλιον ήλθαν την
Ιούνιος 1 ιουνίου επί των ορίων της επαρχίας εκείνης. Ο δε
οπλαρχηγός αυτής Δημήτρης Μπακόλας, υιός και διάδοχος του
περιφήμου Γώγου αποθανόντος, ανέτοιμος ν' αντισταθή και
απρόθυμος να ενωθή, έσπευσε να παρακαλέση τον Τσόγκαν να
μη προχωρήση έως ου απήλλαττε των χειρών των εν Πρεβέζη
Τούρκων τον αδελφόν του· υπέσχετο δε να συμπράξη τότε.
Εισήκουσεν ο Τσόγκας την δέησίν του υποθέσας αυτήν
ειλικρινή· αλλ' ούτος, αντί να λυτρώση τον αδελφόν του,
έφερε Τούρκους και κατέλαβαν αίφνης την Σκουλικαριάν.
Ιδόντες οι περί τον Τσόγκαν και Ράγκον ότι ηπατήθησαν,
ερρίφθησαν επ' αυτούς την 3, απεδίωξαν τους Τούρκους και
τον Μπακόλαν, και διώρισαν οπλαρχηγόν τον Κώσταν
Οικονόμου. Διαιρεθέντες δε εις δύο σώματα επροχώρουν προς
τα υπό την οπλαρχηγίαν του Κουτελίδα Τσουμέρικα,
σκοπεύοντες να επαναστατήσωσι την επαρχίαν εκείνην· αλλ',
εν ώ ούτοι επροχώρουν, οι Τούρκοι εκυρίευσαν την
Σκουλικαριάν, έζωσαν τον νέον οπλαρχηγόν Κώσταν, και την
9 εκίνησαν κατά του Τσόγκα εις Ξωδάκτυλον, κατέλαβαν τον
αντικρύ του στρατοπέδου εκείνου λόφον, συνήψαν μάχην και
ηνάγκασαν τους Έλληνας να επανέλθωσιν όλοι εις Βάλτον
άπρακτοι, μήτε του Ραδοβιτσίου μήτε των Τσουμερίκων τους
κατοίκους ευρόντες συμπράκτορας.
Ιούλιος Μεσούντος δε του ιουλίου ήλθεν είδησις, ότι οι Τούρκοι
συνήρχοντο εις Κομπότι επί εισβολή εις την Ακαρνανίαν υπό
τον Βρυώνην, καθώς προδιέταξεν ο Δερβήσης. Εις αποφυγήν
δε των εντεύθεν δεινών οι περί τον Μαυροκορδάτον
εβουλεύθησαν να συγκροτήσωσι γενικόν στρατόπεδον, να
επισκευάσωσι και ενδυναμώσωσι το οχύρωμα του Μεσολογγίου,
να προετοιμάσωσι τόπον εις ασφάλειαν γυναικών και
παιδίων, και να προλάβωσι και πατήσωσι τα χώματα των
εχθρών. Και κατάλληλος μεν τόπον εις στρατοπέδευσιν
εθεώρησαν το Λιγοβίτσι· τα δε εις οχύρωσιν του
Μεσολογγίου ανέθεσαν εις τον Κοκκίνην χορηγήσαντές τω τα
αναγκαία· ως τόπον δε ασφαλείας ητοίμασαν, υπό φρουράν
Προυσιωτών ηγουμένου του Γουβέλη, την μεταξύ του
Αποκούρου, των Κραββάρων και του Καρπενησίου Αποκλείστραν
δεκακισχιλίας ψυχάς εν καιρώ ανάγκης χωρούσαν, δι'
αποτόμων εξασφαλιζομένην βράχων και μόνην βατήν έχουσαν
την ανατολικοβόρειον πλευράν, ην ωχύρωσαν πυλώσαντες την
εξάποδον είσοδόν της.
Περί δε την 20 πεντακισχίλιοι Αλβανοί, ιππείς και πεζοί,
απέβησαν εις Καρβασαράν υπό την οδηγίαν του Βρυώνη και
μετέφεραν και δύο κανόνια· αλλ' ο μηδέποτε διαλείπων
ούτος και αείποτε ατυχής εν ταις ετησίαις εις την Δυτικήν
Ελλάδα εκστρατείαις του πασά, ούτε δύναμιν ούτε θέλησιν
είχε να προχωρήση· εταράττετο δε και διά τα εν τη πατρίδι
του, Αλβανία, επικρατούντα εμφύλια κακά, και υπώπτευε μη
πάθη επί της απουσίας του η ηγεμονεία του· εν ώ δεν
εστρατολόγησε δε και δεν εξεστράτευσεν ειμή ότ'
επανειλημμένως και αυστηρώς διετάχθη φοβούμενος μη
κατατρεχθή ως απειθής.
Οι δε Έλληνες, συνειθίσαντες ν' αντιπαρατάττωνται προς
στρατόπεδα εχθρών πολυαριθμότερα έδραμαν πρόθυμοι όπου
διετάχθησαν, και οι μεν κατέλαβαν το Λιγοβίτσι, όπου ήλθε
την 31 και ο Μαυροκορδάτος, οι δε το Βέρσοβον, και άλλοι
έπεσαν εκ νέου εις Ραδοβίτσι και Τσουμέρικα προς
αντιπερισπασμόν. Ουδέν άξιον λόγου συνέβη μεταξύ των δύο
στρατοπέδων μέχρι της 26 αυγούστου, καθ' ην οι Τούρκοι
νυκτοπορήσαντες έπεσαν αίφνης εις Βραχώρι, ήρπασαν ζώα,
ηχμαλώτευσαν 25 γυναίκας, απεκεφάλισαν 40 αόπλους άνδρας,
και επανελθόντες εις τα ίδια έστειλαν τας κοπείσας
κεφαλάς προς τον Δερβήσην ως κεφαλάς ενόπλων εχθρών. Την
δε 23 σεπτεμβρίου οι εκστρατεύσαντες προς το Ραδοβίτσι
και Τσουμέρικα, ως χίλιοι, προσέβαλαν τους εχθρούς
πλησίον του Βουλγαρελίου, και τρέψαντες αυτούς τους
κατεδίωξαν μέχρι του χωρίου φονεύσαντες 20· εκ δε των
Ελλήνων δύο εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν. Εν τοσούτω,
επειδή τα κινήματα του Δερβήση και του Καρυστίου Ομέρη
δεν ευδοκίμησαν, τα δε εν Αλβανία εμφύλια κακά
υπερεπερίσσευσαν και μετεδόθησαν και εις το εν Καρβασαρά
στρατόπεδον, όπου καθ' ημέραν συνέβαιναν αλληλομαχίαι και
λειποταξίαι, επέκειτο δε και ο χειμών, διελύθη την 6
νοεμβρίου το υπό τον Βρυώνην στρατόπεδον, και οι
συγκροτούντες αυτό επανήλθαν διά του Μακρυνόρους εις τα
ίδια, μηδενός εναντιωθέντος επί της διά των στενών
πορείας των. Ουδέποτε εχθροί παραστρατοπεδεύοντες
εφάνησαν τόσον αφιλοπόλεμοι και τόσον αδρανείς.
Μην ολόκληρος παρήλθε μετά την μάχην της Άμπλιανης, και
ουδεμία σύγκρουσις των κατ' εκείνο το μέρος δύο
στρατοπέδων εγένετο. Εκ της τοιαύτης απραξίας των εχθρών
θαρρυνθέντες διακόσοι Ηπειρώται υπό τον Λάμπρον Βέικον
και άλλους εκίνησαν την 12 αυγούστου επί σκοπώ να πέσωσιν
αίφνης εις τα εν Γραβιά χαρακώματα αυτών· αλλά φθάσαντας
τους ενόησαν οι Τούρκοι. Φυγόντες άπρακτοι και
νυκτοπορούντες εξημερώθησαν έξωθεν του Ζητουνίου προς τα
Καλύβια, όπου ήτο πύργος και εν αυτώ μία εκατοστύς
οπλοφόρων Τούρκων υπερασπιζόντων τους εκεί θεραπευομένους
ασθενείς και πληγωμένους· ήτο δε εντός του χωρίου εκείνου
και πολυάριθμον βουκόλιον. Εκρύβησαν οι Έλληνες την
ημέραν· ελθούσης δε της νυκτός, ο μεν Βέικος καί τινες
των περί αυτόν εκύκλωσαν τον πύργον, οι δε λοιποί
ελαφυραγώγουν το χωρίον. Εδοκίμασαν οι εν τω πύργω να
εξέλθωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν και έπεσαν καί τινες αυτών.
Αφ' ού δε οι λαφυραγωγοί απεμακρύνθησαν του χωρίου
βοηλατούντες, ανεχώρησαν πολεμούντες και οι πολιορκηταί
του πύργου εξ ών εφονεύθησαν 3 και επληγώθησαν 11· εχύθη
αίμα εχθρικόν και εντός του χωρίου.
Σεπτέμβριος Την δε 14 σεπτεμβρίου συνήφθη μάχη κατά την Πανάσαρην
όχι μακράν του εχθρικού στρατοπέδου. Το χωρίον τούτο
καθώς και άλλας τινάς θέσεις μέχρι της Σκάλας της
Βάργιανης κατέλαβαν οι Έλληνες επί σκοπώ να προκαλέσωσι
τους εχθρούς εις μάχην. Επήλθαν οι προκληθέντες, και
πολεμούντες έβαλαν ανελπίστως τους Έλληνας εις μέγιστον
κίνδυνον, εξ ου τους απήλλαξεν ο Βασίλης Δαγκλής φονεύσας
επί της μάχης τον αρχηγόν των εναντίων, διότι μετά το
συμβάν τούτο οι πρότερον νικηταί ετράπησαν και
κατεδιώχθησαν. Πέντε εκ των Ελλήνων εσκοτώθησαν και επτά
επληγώθησαν· απέθανε πληγωθείς και ο χιλίαρχος Γκιώκας
Χορμοβίτης. Την δε 30 το εχθρικόν στρατόπεδον μετετόπησεν
εις Θερμοπύλας και μετ' ολίγας ημέρας διελύθη. Την δε
αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης αποδόσας ο σουλτάνος εις
την αναξιότητα του Δερβήση τον εκάθηρε και μετά ταύτα τον
εθανάτωσε. Και ταύτα μεν τα κατά την στερεάν Ελλάδα μέχρι
του τέλους του παρόντος έτους. Τα δε της Πελοποννήσου
είχαν ούτως.
Οι Μοθωναίοι Τούρκοι επάτουν συχνάκις τα πέριξ εις
συγκομιδήν καρπών. Σπαρτιάται τινες και Μεσσήνιοι
ενέδρευσαν την 26 αυγούστου. Εξήλθαν οι Τούρκοι την
επαύριον ως συνήθιζαν ανύποπτοι. Οι Έλληνες επέπεσαν εξ
απρόοπτου· πτοηθέντες οι Τούρκοι εκλείσθησαν εντός τινος
οικίσκου· ήλθαν αυθημερόν εις απαλλαγήν αυτών οι λοιποί
συνάδελφοί των, επολέμησαν, αλλ' επανήλθαν εις το
φρούριον νυκτός γενομένης άπρακτοι. Εξήλθαν και την
επαύριον φέροντες δύο κανόνια και επολέμησαν, αλλ' ουδέ
τότε κατώρθωσαν ό,τι εσκόπευαν, και επανήλθαν ως και την
προτεραίαν εις το φρούριον. Την εσπέραν δε της αυτής
ημέρας έβαλαν οι Έλληνες πυρ εις τον οικίσκον, και
σπάσαντες μέρη τινά επολέμουν τους εν αυτώ, οίτινες μη
βλέποντες πλέον βοήθειαν έξωθεν και απελπισθέντες
εξώρμησαν υπό το σκότος της νυκτός και κατέφυγαν εις το
φρούριον. Εφονεύθησαν δε 5 Έλληνες και τριπλάσιοι εχθροί,
εξ ών εζωγρήθησαν και τρεις.
Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι εξήρχοντο άφοβοι υπό τον παρά τω
Ισούφπασα διαμένοντα Δελή Αχμέτπασαν, και ελεηλάτουν όχι
μόνον την επαρχίαν εκείνην αλλά και τα πλησιόχωρα χωρία
της Γαστούνης. Την δε 12 Ιουλίου τετρακόσιοι ιππείς
επάτησαν αίφνης τα Λεχενά, όπου εφόνευσαν και
ηχμαλώτευσαν πολλούς· επιπεσόντων δε διακοσίων Σουλιωτών
υπό τον Κώσταν Μπότσαρην και διακοσίων εντοπίων υπό τον
Χρύσανθον Σισίνην, ανεχώρησαν απάγοντες τους αιχμαλώτους
των· επάτησαν την 20 σεπτεμβρίου και το Μαρκόπουλον,
έτρεψαν τους επελθόντας, ολίγον έλειψε να φονεύσωσι και
τον Σισίνην και επανήλθαν εις Πάτρας δουλαγωγούντες
γυναίκας και παιδία. Τον δε νοέμβριον επροχώρησαν και εις
αυτήν την πόλιν της Γαστούνης όπου έθυσαν, ηχμαλώτευσαν
και ελεηλάτησαν. Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα, υπήρχε
στρατόπεδον ελληνικόν εις πολιορκίαν των Πατρών υπό τον
Λόντον, και εδαπανώντο εις χρήσιν αυτού τα εισοδήματα των
γειτονικών επαρχιών, αλλά το στρατόπεδον ύπνωττεν·
εκηρύχθη δε την 14 οκτωβρίου και αποκλεισμός των Πατρών,
και εστάλησαν και πλοία προς διατήρησιν αυτού.
1824
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'
&Αιγύπτιος εκστρατεία υπό τον Ιβραήμπασαν και ευόδωσις
αυτής εις Κρήτην. — Αι επί της εκστρατείας ταύτης
ναυμαχίας. — Φροντίς της ελληνικής κυβερνήσεως περί
τακτοποιήσεως της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν υπηρεσίας.
— Έναρξις της γ' κυβερνητικής περιόδου. — Δωρήματα
Βαρβάκη. — Φιλανθρωπική Εταιρία εν Ελλάδι.&
ΑΝ κατέστρεψε το έτος τούτο ο σουλτάνος την Κάσσον και τα
Ψαρά, απέτυχαν όμως όλα τα άλλα κινήματά του και κατά γην
και κατά θάλασσαν. Αλλ' ήρχετο ήδη εις το μέσον
πρωτοφανής δύναμις κατά της Ελλάδος, η του Μεχμέτ-Αλή,
επιφοβωτέρα της σουλτανικής· ήρχετο δε υπό την οδηγίαν
του υιού του Ιβραήμπάσα, στρατηγικού, φιλοπολέμου και
μεγαλοτόλμου ανδρός. 54 πλοία πολεμικά, μικρά μεγάλα, και
υπερτριακόσια φορτηγά, εξ ών 86 υπό ουδετέραν σημαίαν
ήσαν έτοιμα λήγοντος του ιουνίου εν τω λιμένι της
Αλεξανδρείας εις την περί ης ο λόγος εκστρατείαν.
Επεβιβάσθησαν δε δωδεκακισχίλιοι τακτικοί πεζοί,
δισχίλιοι ιππείς, δισχίλιοι Αλβανοί, πεντακόσιοι
πυροβολισταί, διακόσιοι πελεκοφόροι, 150 πεδινά κανόνια
και άφθονα πολεμεφόδια και τροφαί. Οι τακτικοί
στρατιώται, όλοι γεννήματα της σατραπείας του Μεχμέτ-
Αλή, ήσαν άνθρωποι μικρόσωμοι και ανεπίδεικτοι, οι
πλείστοι δε και οφθαλμιώντες· αλλά καρτερικοί, υπό
αυστηράν πειθαρχίαν και καλώς εξησκημένοι εις την χρήσιν
του όπλου και εις απλούς ελιγμούς. Οι αξιωματικοί ήσαν
όλοι σχεδόν Τούρκοι, οι δε γυμνασταί και οι ιατροί
Ευρωπαίοι· διέπρεπε δε εν τω στρατώ ο αρνησίθρησκος
Γάλλος Séve, μετονομασθείς Σουλεημάμπεης, άλλοτε
υπασπιστής του στρατάρχου Νέη, και νυν αρχηγός ενός των
τριών συνταγμάτων, εξ ών συνίστατο ο στρατός. Την 7
Ιουλίου όλα τα περί ων ο λόγος πλοία, πολεμικά και
φορτηγά, απέπλευσαν εξ Αλεξανδρείας, και μόλις έφθασαν
εις Κων μεσούντος του αυγούστου διά τους επικρατούντας
σφοδρούς ετησίους ανέμους. Έμαθεν η ελληνική κυβέρνησις
εν καιρώ και ακριβώς τα της εκστρατείας ταύτης· έμαθε και
ότι επί αδροίς ναύλοις εμπορικά πλοία υπό ουδετέραν
σημαίαν εναυλώθησαν εις χρήσιν αυτής, και εξέδωκε την 27
μαΐου κήρυγμα λέγον, ότι όσα ευρωπαϊκά πλοία εναυλόνοντο
εις χρήσιν της εκστρατείας κατά της Ελλάδος δεν θα
εθεωρούντο ως ουδέτερα αλλ' ως εχθρικά, και ως τοιαύτα θα
κατεδιώκοντο, θα εκαίοντο και θα εβυθίζοντο αύτανδρα.
Έσφαλεν η ελληνική κυβέρνησις θεωρήσασα ταύτα εκτός πάσης
προστασίας του νόμου, και δικαίως αι Δυνάμεις της Ευρώπης
εταράχθησαν· η δε Αγγλία απήτησε ρητώς διά του μεγάλου
αρμοστού την ακύρωσιν του κηρύγματος, και μη
εισακουσθείσα διέταξε τας εν τη Μεσογείω ναυτικάς
δυνάμεις της να συλλαμβάνωσιν οιονδήποτε ένοπλον
ελληνικόν πλοίον, όπου και αν το εύρισκαν. Τοιαύτη
διαταγή πραγματοποιουμένη θα παρέλυε διά μιας όλην την
πλέουσαν ναυτικήν δύναμιν της Ελλάδος· διά τούτο η
ελληνική κυβέρνησις, θέλουσα και μη θέλουσα, ηκύρωσε το
πέραν του δέοντος αυστηρόν της κήρυγμα.
Είπαμεν, ότι ο βυζαντινός στόλος, καταισχυνθείς έμπροσθεν
της Σάμου, έπλευσεν εις Κων· η δε υπό τον Σαχτούρην μοίρα
έπλεε προς τα παράλια της Ανατολής εις επιτήρησιν των
κινημάτων αυτού.
Αύγουστος Εν τω μεταξύ τούτω ητοιμάσθη και η υπό τον Μιαούλην
μοίρα, και απάρασα την 10 αυγούστου εξ Ύδρας
ηγκυροβόλησεν αυθημερόν· υπό το Σούνιον συνηνώθησαν την 14
και τα πλοία των Σπετσών (α), και όλα ομού ηγκυροβόλησαν
την 21 υπό την Λειψόν παρά την Πάτμον. Την δε 23 συνήλθαν
προς εκείνα τα νερά όλα τα πλοία, ό εστιν αι δύο υδραϊκαί
μοίραι, η υπό τον Κολανδρούτσον των Σπετσών, και η υπό
τον Αποστόλη των Ψαρών. Την δε 24 έπλευσεν ολόσωμος ο
στόλος υπό την αρχηγίαν του Μιαούλη προς την Κων και το
Μπουδρούμι (Αλικαρνασσόν), όπου ελλιμένιζαν οι στόλοι, ο
βυζαντινός και ο αιγύπτιος, συγκείμενοι εξ ενός δικρότου,
25 φρεγατών, άλλων τόσων κορβεττών και ως 50 βρικίων και
γολεττών· παρηκολούθουν τους στόλους και πάμπολλα
φορταγωγά ένοπλα και άοπλα· συνηριθμούντο δε όλα,
πολεμικά και φορτηγά, μικρά και μεγάλα, ένοπλα και μη, ως
πεντακόσια· ελέγετο δε ότι έφεραν 80,000 ναύτας και
στρατιώτας, και είχαν υπέρ τα 2500 κανόνια· 70 δε πλοία
μόνον ήσαν τα ελληνικά φέροντα ως 5000 ναύτας και 850
κανόνια.
Αφιχθέντος δε του ελληνικού στόλου όπου εσκόπευεν,
διέταξεν ο Μιαούλης 24 πλοία, εν οίς και 6 πυρπολικά, να
προχωρήσωσιν ως προφυλακίδες· τα δε λοιπά έπλεαν κατόπιν.
Μίαν ώραν δε προ μεσημβρίας προσέβαλεν η προφυλακή μίαν
φρεγάταν έμπροσθεν του Μπουδρουμίου και την έτρεψεν εις
φυγήν· ανήχθησαν τότε οι δύο εχθρικοί στόλοι, επλησίασεν
όπου ηκούσθη ο ακροβολισμός και όλος ο ελληνικός και
ήρχισε γενική ναυμαχία μεταξύ Κω και Μπουδρουμίου. Στενή
ήτον η παλαίστρα και σφοδρός ο πνέων άνεμος· διά τούτο
σύγχυσις πολλή επήλθεν, ατάκτως κινουμένων όχι μόνον των
εχθρικών πλοίων αλλά και αυτών των ελληνικών, και
συγκρούσεις πλοίων ενός και του αυτού στόλου εγένοντο.
Ανίκανος εφάνη ο βυζαντινός, και τόση ήτον η απειρία των
εν αυτώ, ώστε προσείχαν μάλλον να μη βλάπτωσι τους
οικείους ή να βλάπτωσι τους εχθρούς. Και αυτή η ναυαρχίς
του, η έχουσα αναμφιβόλως τους επιτηδειοτέρους ναύτας,
έπαθεν εν ώ ελοξοδρόμει διά την απειρίαν αυτών· ουδενός
δε πλοίου το πλήρωμα εδείχθη φιλοπόλεμον εκτός μιας
φρεγάτας, ης εφονεύθησαν επί της ναυμαχίας ο πλοίαρχος
και πολλοί ναύται· αλλ' ο αιγύπτιος στόλος διεκρίθη και
διά την τόλμην και διά την επιτηδειότητα του ναυτικού
του. Δις ο Γιβραλτάρης διήλθεν όλην την γραμμήν των
ελληνικών πλοίων επί της φρεγάτας του κανονοβολών και
κανονοβολούμενος· και αυτός ο Ιβραήμης εξετέθη υπέρ πάντα
άλλον· αλλά τόση ήτον η στενοχωρία, ώστε έν πλοίον
υδραϊκόν λοξοδρομούν έπεσεν είς τι πυρπολικόν ψαριανόν,
έσπασε το κατάρτιόν του και ηνάγκασε τον πλοίαρχον να το
καύση κινδυνεύον να συλληφθή υπό του εχθρού. Περί δε την
α' ώραν της νυκτός, εν ώ διεχωρίζοντο οι στόλοι, μία
κανονία, πεσούσα από του φρουρίου της Κω εις άλλο
πυρπολικόν, έρριψε το κατάρτιόν του, οι δε εν αυτώ
ναύται, μη δυνάμενοι πλέον να το κυβερνήσωσιν, έβαλαν πυρ
και έφυγαν· αλλά το φυτίλιον εσβέσθη, και οι εχθροί το
συνέλαβαν άκαυστον. Απομακρυνθείς δε ο ελληνικός στόλος
εξημερώθη υπό τα Τσάταλα, και περί την δύσιν του ηλίου
ηγκυροβόλησεν υπό τον Γέροντα. Την δε 26 εστάλησάν τινα
πλοία εις κατασκοπήν των εχθρικών, και την 28 ηκούσθησαν
κατά την Κων κρότοι κανονίων, διότι εχθρικά τινα πλοία
προσέβαλαν τα εις κατασκοπήν σταλέντα, και εξ αιτίας του
ακούσματος ανήχθησαν όλα τα ελληνικά. Αυθεσπερί δε
εφάνησαν επιπλέοντα και τα τουρκοαιγύπτια 97 τον αριθμόν.
Την δε επαύριον εξημερώθησαν και οι τρεις στόλοι προς τα
Τσάταλα και ο μεν ελληνικός έπεσεν εις άκραν γαλήνην, οι
δε άλλοι αρμένιζαν υπ' ολιγανεμίαν επί τον ελληνικόν.
Ήρχισεν η δευτέρα ναυμαχία. Εννέα ελληνικά πλοία, εν οίς
και η ναυαρχίς και δύο πυρπολικά, ευρέθησαν υπήνεμα και
έπλεαν προς τον Γέροντα. Η θέσις των ήτο δεινή. Εις
βοήθειαν αυτών ώρμησαν άλλα ελληνικά ευρεθέντα
υπερήνεμα, εν οίς και το πυρπολικόν του Δημήτρη
Παπανικολή. Ο πυρπολητής ούτος, περιφέρων το σκάφος του
ποτέ κατά της μιας ποτέ κατά της άλλης φρεγάτας,
ανέστελλε την ορμήν των φοβίζων αυτάς· αι σφαίραι εν
τοσούτω και οι μύδροι έπιπταν ως χάλαζα εις το σκάφος
του, το ετρύπησαν, και επροξένησαν άλλας ζημίας, αλλ'
ούτος και τόσα παθών δεν επόδισεν έως ου το πυρπολικόν
του κατήντησεν ακυβέρνητον, και τότε το έκαυσε.
Περιέπλεαν δε συγχρόνως και άλλα πυρπολικά εν μέσω των
εχθρικών στόλων βοηθούμενα υπό των πολεμικών απαύστως
κανονοβολούντων. Ο πυρπολητής Ματρόζης έρριψεν εις έν
δικάταρτον το πυρπολικόν του, όπερ περιπλεχθέν μετέδωκε
τας φλόγας· αλλ' οι ναύται του δικατάρτου και το
πυρπολικόν εξεκόλλησαν και τας φλόγας έσβεσαν. Εν ώ δε το
σκάφος τούτο εκαίετο, και το κινδυνεύσαν δικάταρτον
έφευγεν, ίθυνεν εις αυτό ο Πιπίνος το πυρπολικόν του,
αλλά, πληγωθέντος αυτού επικινδύνως, εδειλίασαν οι
ναύται, το άναψαν προτού κολλήση, και έφυγαν. Ώρμησεν εις
το αυτό δικάταρτον τρίτον πυρπολικόν, αλλ' εκάη και αυτό
εις μάτην. Η δε αποτυχία τριών πυρπολικών εθάρρυνε τα
φεύγοντα εχθρικά πλοία να στραφώσι προς τα ελληνικά. Εξ
αυτών δύο φρεγάται, τρεις κορβέτται και πέντε βρίκια
εκύκλωσαν τα πλοίον του Σαχτούρη, του έσπασαν κεραίας,
του έσχισαν πανία, και ετρύπησαν καταμεσής το μεγάλον του
κατάρτιον, αλλά δεν το έρριψαν, το πλοίον επόδισε και
ούτως απηλλάχθη του μεγάλου κινδύνου. Τα αυτά εχθρικά
πλοία εναυμάχησαν μετ' ολίγον και μετά των παραπλεόντων
εννέα ελληνικών υπ' άνεμον ευρεθέντων. Επί της ναυμαχίας
δε ταύτης έρριψεν ο Παππαντώνης το πυρπολικόν του εις
μίαν των φρεγατών 44 κανονίων, το περιέπλεξεν εις τα
δεξιά εξάρτια του εμπροσθινού καταρτίου της και μετέδωκε
τας φλόγας· αλλ' επειδή το πυρ έβοσκε βραδέως και
ενδεχόμενον ήτο να σβεσθή, εκόλλησε και ο Βατικιώτης το
πυρπολικόν του αριστερόθεν αυτής, και μετά ημιώριον η
φρεγάτα εκάη· δύο ναύται του πυρπολικού του Παππαντώνη
εσκοτώθησαν και τέσσαρες επληγώθησαν, εν οίς και αυτός ο
Παππαντώνης· πολλοί δε των εν τη καιομέννη φρεγάτα έπεσαν
εις την θάλασσαν, εξ ών οι μεν εν τω πλοίω του Τσαμαδού
εζώγρησαν 22 τακτικούς, οι δε εν τω του Αντώνη Κριεζή 15·
εγνώσθη δε ότι η καείσα φρεγάτα ήτον η του Τουνεζίνου
μοιράρχου (β), ότι δύο των ζωγρηθέντων ήσαν αυτός καί τις
χιλίαρχος του Μεχμέτ-Αλή, ότι είχεν η φρεγάτα 500
ναύτας και 800 τακτικούς, και ότι ο σκοπός των εχθρών επί
του παρόντος ήτο η καταστροφή της Σάμου. Μετά το συμβάν
τούτο οι μεν εχθρικοί στόλοι επανέπλευσαν εις Κων, οι δε
Έλληνες, διανυκτερεύσαντες όπου εγένετο η ναυμαχία,
ελλιμένισαν το πρωί υπό τον Γέροντα.
Σεπτέμβριος Διά τινας δε ημέρας οι στόλοι δεν συνεκρούσθησαν ουδ'
αντιπαρετάχθησαν. Την δε 6 σεπτεμβρίου εφάνησαν οι
εχθρικοί έμπροσθεν των Τσατάλων πλέοντες προς την Σάμον.
Ανήχθη και ο ελληνικός προς το αυτό μέρος, και προλαβών
τους εχθρικούς παρετάχθη κατέμπροσθεν της νήσου από του
Μαραθοκάμπου μέχρι του Ακρωτηρίου της Αγίας Μαρίνας
έτοιμος εις μάχην· επλησίασαν οι εχθρικοί, αλλ' αρχομένης
της νυκτός απεμακρύνθησαν προς τους Αρκίους. Περί δε την
β' ώραν της νυκτός ηκούσθησαν προς εκείνο το μέρος
κανονίαι και μετ' ολίγον εκρεμάσθησαν φανοί επί των
καταρτίων των εχθρικών πλοίων· ηγκυροβόλησαν δε και πολλά
των ελληνικών μετά το μεσονύκτιον υπό το ακρωτήριον της
Σάμου. Καθ' όλην δε την νύκτα ηκούοντο φωναί επί διαφόρων
μερών της νήσου εις εγρήγορσιν. Εφαίνοντο και επί των
ορέων πυρά διά φόβον νυκτερινής αποβάσεως. Μόλις δε
ήρχιζε να χαράζη και επήλθε ραγδαία βροχή και ανατολικός
άνεμος σφοδρός. Οι εχθρικοί στόλοι διέμειναν περί τους
Αρκίους μέχρι της 9, καθ' ην έπλευσαν προς την Ικαρίαν.
Εκεί τους παρηκολούθησεν η υπό τον Μιαούλην μοίρα, όπου
και εξημερώθη. Πέντε πλοία και η ναυαρχίς επροπορεύοντο·
εφώρμησαν πάμπολλα εχθρικά, δύο ώρας σφοδρώς τα
επολέμησαν, αλλ' ούτε τα έτρεψαν ούτε τα έβλαψαν. Εν
τοσούτω επλησίασαν και τα λοιπά ελληνικά, και ιδόντες
αυτά οι προ ολίγου ορμήσαντες ως λέοντες εχθροί έφυγαν ως
λαγωοί. Την δε επιούσαν επανέπλευσαν τα ελληνικά εις
Μαραθόκαμπον, όπου διέμενεν η υπό τον Σαχτούρην μοίρα εις
προφύλαξιν της Σάμου. Η δε υπό τον Μιαούλην
ειδοποιηθείσα, ότι ο βυζαντινός στόλος, αποχωρισθείς του
αιγυπτίου, έπλεε μεταξύ Νάξου και Μυκώνου, απέπλευσε την
14, και έμαθε καθ' οδόν, ότι ο καπητάμπασης υπήγεν εις
Μύκωνον, όπου εζήτησε ναύτας και δεν ηύρεν, ότι οι
προεστώτες υπήγαν και τον επροσκύνησαν, ότι 150 εχθροί
αποβιβασθέντες εις Νάξον επί λεηλασία κατεκόπησαν όλοι,
και ότι μία κορβέττα 26 κανονίων έπεσεν εις την ξηράν
μεταξύ Χίου και Τσεσμέ και εναυάγησεν. Εν τούτοις
ηνώθησαν ο βυζαντινός στόλος και ο αιγύπτιος έμπροσθεν
της Μιτυλήνης· ηνώθη την 21 και όλος ο ελληνικός
έμπροσθεν της Βολισσού. Ο δε καπητάμπάσας, μη κατορθώσας
ουδέ διά της αντιλήψεως του αιγυπτίου στόλου ό,τι
εσχεδίαζε κατά της Σάμου, ανεχώρησε μετ' ολίγον εις
Κωνσταντινούπολιν, αφήσας υπό τας διαταγάς του Ιβραήμη 14
φρεγάτας και άλλα πλοία· απεχαιρέτησε και ο Ιβραήμης την
Σάμον διά παντός, και δεν εφρόντισεν έκτοτε ειμή πώς ν'
αποφύγη τας φλόγας των Ελλήνων και κατευοδωθή ασφαλώς εις
Κρήτην.