της νήσου. Έμπροσθεν αυτής είναι ο λιμήν· άνωθεν δε
εσώζετο παλαιόν τείχος, και εν αυτώ ναός επ' ονόματι του
αγίου Ιωάννου. 7500 ήσαν οι εντόπιοι, αλλ' οι εις την
νήσον πολλαχόθεν καταφυγόντες υπελογίζοντο 25,000, εξ ών
οι πλείστοι ήσαν Κυδωνιείς και Χίοι. Ήσαν και 1000
Θετταλομακεδόνες μισθωτοί. Είχε δε η νήσος όλη εις
υπεράσπισίν της 150 κανόνια, εν οίς καί τινα σταλέντα
παρά του εν Ρωσσία Βαρβάκη. Εκ των 150 δε 24 έκειντο επί
του τείχους.
Ιούνιος Την 18 Ιουνίου εφάνησαν έξωθεν του λιμένος πλοία
τουρκικά, και αυθημερόν επανέπλευσαν εις Μιτυλήνην, όπου
διέμενεν όλος ο στόλος. Οι Ψαριανοί εσυμπέραναν ότι τα
πλοία ταύτα ήλθαν εις κατασκοπήν, και ότι ήγγιζεν η ώρα
του κατά της πατρίδος των μελετωμένου κινήματος.
Συνελθόντες δε εις συμβούλιον, οι μεν εγνωμοδότησαν να
εκπλεύσωσιν εις συνάντησιν του εχθρού μακράν της νήσου,
οι δε να τον περιμείνωσιν επ' αυτής. Υπερίσχυσεν η
τελευταία γνώμη· απέβησαν οι ναύται και κατέλαβαν
διαφόρους θέσεις· άφησαν δε μόνα τα πυρπολικά των εις
περίπλουν έμπροσθεν του λιμένος φανταζόμενοι, ότι ικανοί
ήσαν να υπερασπίσωσιν όλην την νήσον, ό εστι 18 μιλίων
περιφέρειαν, τρισχίλιοι οπλοφόροι. Την 19 ανήχθη ο
εχθρικός στόλος, ήλθε προ της μεσημβρίας όπισθεν της
πόλεως κατέμπροσθεν της μονής του αγίου Νικολάου και του
Ξηροκάμπου, και ήρχισε να κανονοβολή σφοδρώς. Ήσαν δε τα
ελθόντα πλοία, μικρά μεγάλα πολεμικά και φορτηγά, 176, εν
οίς 1 τρίκροτον, 2 δίκροτα, 6 φρεγάται και 10 κορβέτται·
έφεραν δε δωδεκακισχιλίους εις απόβασιν. Οι Έλληνες,
έχοντες καλώς ωχυρωμένον το παραθαλάσσιον εκείνο,
αντείχαν και αντεκανονοβόλουν γενναίως· δι' όλης δε της
ημέρας και της επελθούσης νυκτός επεκράτησεν αμοιβαίος
κανονοβολισμός, και οι μαχόμενοι διέμειναν όπου
ετοποθετήθησαν ασάλευτοι. Περί δε την δ' ώραν μετά την
ανατολήν του ηλίου εν μέσω του κανονοβολισμού και υπό το
επικρατούν εξ αιτίας της νηνεμίας νέφος του καπνού
απέβησαν αόρατοι πεντακόσιοι εχθροί κατ' αρχάς, και
κατόπιν και άλλοι εις θέσιν Πριόνι, όπου παρέκειτο
κανονοστάσιον φέρον τρία κανόνια υπό την επιστασίαν του
Ολυμπίου οπλαρχηγού, Κώτα, και 50 οπαδών του. Κωφοί οι
φυλάττοντες το κανονοστάσιον εις την φωνήν του αρχηγού
των ετράπησαν ιδόντες τους εχθρούς επερχομένους, και επί
της τροπής συλληφθείς ο Κώτας εφονεύθη. Συγχρόνως
απέβησαν και άλλοι εχθροί εις Φτελιόν. Εκεί ηύραν σφοδράν
αντίστασιν και εχύθη πολύ αίμα· αλλ' όντες
πολυαριθμότεροι υπερίσχυσαν και εκυρίευσαν την θέσιν.
Εκείθεν επροχώρησαν προς την πόλιν ανεμπόδιστοι, και
αναβάντες εις τα υπερκείμενα βουνά έστησαν τας σημαίας
των. Ιδόντες δε ταύτας οι επί της νήσου και τους εχθρούς
καταβαίνοντας πληθηδόν προς την πόλιν, έτρεξαν προς τα
πλοία. Άνδρες και γυναίκες ερρίπτοντο εις την θάλασσαν
προς διάσωσιν εις αυτά· αλλά τα πλοία όχι μόνον ήσαν
ηγκυρωμένα αλλά δεν είχαν, εκτός ολίγων, ουδέ τα πηδάλιά
των, διότι επί τη αιτήσει των υπομισθίων Θετταλομακεδόνων
τα απεβίβασαν την προτεραίαν ίνα μη φύγωσιν οι εντόπιοι
ελθόντος του εχθρού, και εγκαταλειφθώσιν οι πολεμούντες
υπέρ αυτών ετερόχθονες. Το περιστατικόν τούτο εξέθεσε
τους πλείστους εις σφαγήν και εις αιχμαλωσίαν, μόνοι όσοι
επρόφθαναν και κατέφευγαν εις πηδαλίουχα, ή εις πλοιάρια,
απέφευγαν τας χείρας των εχθρών, διότι ο εχθρικός στόλος
εβράδυνε να έλθη έμπροσθεν του λιμένος, και τα πλοία
ταύτα απεμακρύνοντο ασφαλώς του τόπου της σφαγής και της
αιχμαλωσίας· οι δε λοιποί επνίγοντο ή ηχμαλωτίζοντο· 19
μόνον πλοία επρόφθασαν και έφυγαν, όλα δε τα άλλα, ως 100
μικρά μεγάλα, ελθόντος του στόλου, συνελήφθησαν. Έν δε
αυτών, το του Δημήτρη της Ασημήνας, φέρον γυναίκας και
παιδία εκάη αύτανδρον προς αποφυγήν των παθημάτων της
τουρκικής αιχμαλωσίας· το δε του Χατσή-Αγγελή ελυτρώθη
εκληφθέν ως πυρπολικόν αναφθείσης επί του καταστρώματος
πυρίτιδος. Οι εχθροί έκαυσαν την πόλιν, και κυριεύσαντες
την νήσον όλην απέκλεισαν· προσέβαλαν το τείχος, την μόνην
θέσιν ην διετήρησαν οι Έλληνες μετά την ευτυχή απόβασιν
των εχθρών. Πολλοί ήσαν οι έγκλειστοι, εν οίς και 600
Θετταλομάγνητες υπό τον Λάμπρον Κασσανδρέα, τον Γούλαν
και άλλους· συνεκλείσθη και ο Σλάβος Ράδος, ο άλλοτε εν
Ευβοία αριστεύσας. Δύο ημερονύκτια αντέστησαν ούτοι
γενναίως, αλλ' εκ του σφοδρού κανονοβολισμού διερράγη η
μόνη εντός του τείχους δεξαμενή, και εξ αιτίας της
στερήσεως του νερού και της απελπισίας από πάσης έξωθεν
βοηθείας απεφάσισαν οι έγκλειστοι την τρίτην ημέραν ν'
αποθάνωσιν ενδόξως. Την αυτήν ημέραν απεφάσισαν και οι
εχθροί ν' αναβώσι ξιφήρεις το τείχος. Εντός αυτού ήτο
σπήλαιον, η φοντάνα, χρησιμεύον ως πυριτοθήκη και
καταφύγιον οικογενειών. Οι έγκλειστοι εξετέλεσαν εν
πρώτοις όσα η θρησκεία παραγγέλλει προ του θανάτου, και
δράξαντες την στιγμήν καθ' ην οι εχθροί ανέβαιναν
πληθηδόν πανταχόθεν κατεβίβασαν την επί του τείχους
ελληνικήν σημαίαν, ύψωσαν λευκήν εφ' ης ήσαν
εγκεχαραγμέναι αι λέξεις «Ελευθερία ή θάνατος», και
έβαλαν πυρ εις την πυριτοθήκην. Εσείσθη η νήσος επί τη
εκρήξει, ανετράπησαν τα τείχη, και υπό τα ερείπια όλοι οι
εντός, εκτός δύο, ετάφησαν, και συνετάφησαν και οι
εφορμήσαντες εχθροί των υπερδισχίλιοι. Μικρός ο αριθμός
των αιχμαλωτισθέντων επί της καταστροφής της νήσου, αλλά
υπέρμεγας ο των φονευθέντων. Εκ των 7500 εντοπίων, 3500
διεσώθησαν, εν οίς και 150 κρυβέντες κατά το μέρος όπου
εγένετο η απόβασις, ους παρέλαβε την επαύριον η
παρευρεθείσα επί τη καταστροφή των Ψαρών γαλλική φρεγάτα
Ίσις· ώστε, αν κατά την αναλογίαν ταύτην λογισθώσι και οι
εκ των 25,000 προσφύγων διασωθέντες μη εχόντων προς
σωτηρίαν όσους τρόπους είχαν οι εντόπιοι, ο αριθμός όλων
των φονευθέντων και αιχμαλωτισθέντων υπερβαίνει τους
δεκαεπτακισχιλίους.
Καταστρεφομένης δε της νήσου, οι αιμοχαρείς πορθηταί της
έκοπταν και μετεκόμιζαν εις την ναυαρχίδα τας κεφαλάς των
αθλίων Χριστιανών. Ο δε καπητάμπασας, καθήμενος επί της
λεοντής του, τας εδέχετο περιχαρής συσσωρευομένας υπό
τους οφθαλμούς του, και εφιλοδώρει τους αποκεφαλιστάς
κατά την βδελυράν τουρκικήν συνήθειαν. Ελλιμένιζε ταις
ημέραις εκείναις έμπροσθεν των Ψαρών το αγγλικόν
δικάταρτον Alacrity. Ο πλοίαρχος Υωρκ (α), μαθών ότι
απήγαγαν εις την οθωμανικήν ναυαρχίδα ως αιχμάλωτον
αρχιμανδρίτην τινά φίλον του, αφίχθη εις λύτρωσίν του,
και υποκριθείς ότι επεθύμει να τον αποχαιρετήση,
παρεκάλεσε τον πασάν να διατάξη την προσέλευσίν του· επί
τη παρακλήσει ταύτη ελάλησεν ο πασάς πρός τινα των
παρεστώτων κατ' ιδίαν, και μετ' ολίγον προσηνέχθη κεφαλή
γενειώσα, την στιγμήν εκείνην αποκοπείσα και αίμα εισέτι
στάζουσα. Σατανικώς δε υπομειδιάσας ο πασάς επί τω
θεάματι, είπε τω πλοιάρχω δακτυλοδεικτών την κεφαλήν,
«ιδού ο φίλος σου». Ο πασάς ούτος ήτον είς των
συνετωτέρων και ημερωτέρων ανδρών της αυτοκρατορίας.
Η καταστροφή των Ψαρών υπό την πολεμικήν έποψιν δεν
ομοιάζει την των Κυδωνιών, της Ναούσης, της Κασσάνδρας ή
της Χίου· ήτο καταστροφή μεγάλου μέρους της ναυτικής
δυνάμεως της Ελλάδος και εξαφάνισις της προφυλακής αυτής·
ήτον απόσβεσις φλογός καιούσης κατ' έτος τα εχθρικά
παράλια της Ασίας και πολλάκις λυούσης τας εκστρατείας
της. Ζωήν ενόμισαν οι πλησιόχωροι λαοί της Ασίας τον
θάνατον των Ψαρών, και εδοξολόγησαν τον Θεόν ιδόντες
πωλουμένας εν ταις αγοραίς των τας γυναίκας και τα τέκνα
ανδρών, ων ακούοντες χθες μόνα τα ονόματα έτρεμαν. Ερρέθη,
ότι η νήσος ηλώθη εξ επιβουλής, και ότι το κανονοστάσιον
επροδόθη υπό του Κώτα· αλλ' η κατηγορία αύτη είναι πάντη
ανυπόστατος, και ο Κώτας συλληφθείς υπό των εχθρών
εφονεύθη.
Εν ώ δε κατεστρέφοντο τα Ψαρά, αι ναυτικαί μοίραι Ύδρας
και Σπετσών ηπράκτουν δι' έλλειψιν των εις έκπλουν. Προ
πολλού είχε φθάσει, ως είπαμεν, και η πρώτη και η δευτέρα
δόσις των δανείων εις Ζάκυνθον, και αν δεν παρενέπιπταν
τα περί ων διελάβαμεν εμπόδια εις την προς την ελληνικήν
κυβέρνησιν αποστολήν αυτών, επρολαμβάνετο ίσως διά του εν
καιρώ έκπλου του στόλου η πτώσις και της Κάσσου και των
Ψαρών. Εν τοσούτω, η περί ης ο λόγος καταστροφή
κατετάραξε τους Έλληνας φοβηθέντας μη πάθη και η Ύδρα
ό,τι έπαθαν τα Ψαρά, και τότε κατεστρέφετο όλος ο αγών·
διά τούτο και στρατεύματα έξωθεν εις την νήσον ταύτην
μετεβιβάσθησαν, και πλοία μετά μεγάλης σπουδής και εκ του
προχείρου ητοιμάσθησαν και ενωθέντα μετά των διασωθέντων
ψαριανών απέπλευσαν υπό τον Μιαούλην προς τα Ψαρά επ'
ελπίδι να προλάβωσι την πτώσιν του τείχους αντέχοντος ως
εφημίζετο· διετάχθη δε και η υπό τον Σαχτούρην πλεύσασα
εις βοήθειαν της Κάσσου μοίρα και μη φθάσασα εκεί εν
καιρώ να πλεύση και αύτη προς εκείνο το μέρος· προς το
αυτό μέρος έπλευσε και η των Σπετσών.
Μετά δε την ανατροπήν του τείχους επανέπλευσαν ο στόλος και
τα στρατεύματα του εχθρού εις Μιτυλήνην. Δισχίλιοι μόνον
στρατιώται και 35 πλοία ένοπλα δευτέρας και τρίτης
τάξεως, τα πλείστα σαλούπαι, εναπέμειναν εις μετακόμισιν
των επί της νήσου κανονίων· εναπέμειναν και χίλιοι
εθελονταί εις λαφυραγωγίαν· εστάλησαν και εις
Κωνσταντινούπολιν ως τρόπαια και εξετέθησαν επί των
πυλώνων του παλατίου την 12 ιουλίου 500 κεφαλαί, 1200
ωτία, 35 ελληνικαί σημαίαι και 200 αιχμάλωτοι.
Ιούλιος Την δε 3 εξημερώθη η υπό τον Μιαούλην μοίρα έξωθεν των
Ψαρών υπό το ακρωτήριον του Λιμεναρίου· έφθασε συγχρόνως
και η υπό τον Σαχτούρην και η των Σπετσών· όλα δε τα
πλοία συνηριθμούντο 56, εξ ών 34 υδραϊκά, 13 σπετσιωτικά,
και 9 ψαριανά, και απεβίβασαν αυθημερόν ικανούς ναύτας.
Ιδόντες οι επί της νήσου τους εχθρούς των αποβάντας,
άφησαν όλα τα μέρη της νήσου και έτρεξαν εις τα εν τω
λιμένι πλοία των τόσον έντρομοι, ώστε τινές αυτών
επνίγησαν· διακόσιοι μόνον μη προφθάσαντες να φύγωσιν
εκλείσθησαν εντός τεσσάρων οικιών. Επίσης έντρομα και τα
πληρώματα των εν τω λιμένι εχθρικών πλοίων έκοψαν τας
αγκύρας και ανήχθησαν· ανήχθησαν και τα ελληνικά εις
καταδίωξιν αυτών και τα εκανονοβόλησαν· μία γολέττα
παρεδόθη και έν άλλο πλοίον εκάη· επόδισαν τότε τα
εχθρικά προς την Χίον καταδιωκόμενα· οι δε εν αυτοίς
απελπισθέντες τα έρριψαν εις την ξηράν και τα έκαυσαν·
τέσσαρα μόνον διεσώθησαν και ταύτα κακώς έχοντα. Την δ'
επαύριον απέκλεισαν οι Έλληνες τους εν ταις οικίαις και
επυροβόλουν διά ξηράς και θαλάσσης, αλλ' εις μάτην.
Τέσσαρες ναύται και ο ανδρείος πλοίαρχος Λάζαρος
Παναγιώτας επληγώθησαν πολεμούντες επί της ξηράς, και εν
ελλείψει χειρούργου μετεκομίσθησαν εις Ύδραν.
Μετά δε την φθοράν του εχθρικού στολίσκου και τον πολύν
όλεθρον των εν αυτώ, επανέπλευσαν τα ελληνικά πλοία εις
Ψαρά και επήραν πολλά των υπό των εχθρών εις τον αιγιαλόν
καταβιβασθέντων και μη εισέτι επιβιβασθέντων κανονίων.
Την δε 7, ανατείλαντος του ηλίου, εφάνη εχθρικόν πλοίον
κατά την Χίον· απέπλευσαν ευθύς εκ Ψαρών τρία ελληνικά
εις καταδίωξιν του, αλλά μετ' ολίγον ειδοποίησαν διά
σημείων, ότι όλος ο εχθρικός στόλος εφαίνετο· τότε
διετάχθησαν οι επί της ξηράς ναύται να επιβιβασθώσι, και
τούτου γενομένου, ανήχθησαν όλα τα πλοία· αλλά μόνον 14
υδραϊκά έπλευσαν προς την Χίον, τα δε άλλα επόδισαν προς
τον Καφηρέα. Επειδή δε τόσον ολίγα δεν ήσαν αξιόμαχα προς
τοιούτον στόλον, δεν εναυμάχησαν, αλλ' ελλιμένισαν την 11
υπό το ακρωτήριον της Σάμου, και εκείθεν επανέπλευσαν εις
τα ίδια. Επ' ουδεμιάς δε άλλης μέχρι τούδε εκστρατείας
ευρέθησαν τα ελληνικά τόσον απρομήθευτα των αναγκαίων. Εν
τούτοις ο εχθρικός στόλος κατέπλευσεν εις Ψαρά, παρέλαβε
τους εγκλείστους και τα εναπομείναντα κανόνια, κατηδάφισε
τας σωζομένας οικίας, και χώσας τον λιμένα επανέπλευσεν
εις Μιτυλήνην.
Τοιουτοτρόπως απετελείωσεν η καταστροφή των Ψαρών. Η δε
κυβέρνησις περιέθαλψεν όπως εδύνατο τους διασωθέντας
Ψαριανούς και τοις έδωκεν επί τη αιτήσει αυτών εις
προσωρινήν κατοικίαν την Μονεμβασίαν και εις μόνιμον διά
ψηφίσματος τον Πειραιά, αλλά το ψήφισμα δεν
επραγματοποιήθη, συνοικισθέντων των πλείστων εις Αίγιναν.
Την καταστροφήν των Ψαρών επρόκειτο κατά το σχέδιον της
Πύλης να παρακολούθηση η της Σάμου· αλλ' ο αφιλοπόλεμος
Χουσρέφης, αντί να την προσβάλη αμέσως ανέτοιμον,
απροστάτευτον υπό του ελληνικού στόλου και απελπισθείσαν
επί τη καταστροφή των Ψαρών, εκάθησεν ολόκληρον μήνα
αργός εν Μιτυλήνη. Αθλιώτατα ήσαν τα εσωτερικά της Σάμου
τον μήνα εκείνον. Τέσσαρες ήσαν αι φατρίαι· η μεν ήθελε
φυγήν, η δε επίκλησιν αγγλικής προστασίας, η τρίτη
συμβιβασμόν, η δε τετάρτη αντίστασιν μέχρι θανάτου. Καλή
τύχη υπερίσχυσεν η τελευταία ελθούσης εν καιρώ της
ειδήσεως ότι τα εν Ζακύνθω κατατεθέντα χρήματα εδόθησαν,
και ότι εξ αυτών εχορηγήθησαν προς έκπλουν του στόλου εις
βοήθειαν της νήσου των δίστηλα 90,000.
Την δε 24 εξέπλευσαν 15 πολεμικά σπετσιωτικά και έν
πυρπολικόν υπό τον Κολανδρούτσον, ηγκυροβόλησαν την 27
εις Κολώνας και ανήχθησαν μετά τρεις ημέρας· ηυξήθη δε ο
αριθμός αυτών μετ' ολίγον εις 28. Την δε 27 εξέπλευσαν 27
υδραϊκά πολεμικά και πυρπολικά αποτελούντα την πρώτην
μοίραν υπό τον Σαχτούρην· ητοιμάζετο δε μετά πολλής
σπουδής να εκπλεύση και η δευτέρα υπό τον Μιαούλην. Την
30 εξημερώθη η υπό τον Σαχτούρην έξωθεν της Ικαρίας και
είδε 40 μικρά πλοία, εν οίς και 20 σακολέβας, πλέοντα υπό
τουρκικήν σημαίαν προς την Σάμον και φέροντα δισχιλίους
εις αποβίβασιν προς το μέρος του Καρλοβασίου. Προπλέοντα
δε τρία πλοία της μοίρας ταύτης και δύο σπετσιωτικά
έπεσαν επί τα φανέντα εχθρικά, δύο σακολέβας κατεπόντισαν
και δύο άλλας συνέλαβαν, τους δε εν αυταίς έσφαξαν. Εν τω
μεταξύ δε τούτω επλησίασαν και τα λοιπά, και τότε όλα τα
εχθρικά πλοιάρια καταδιωκόμενα ηναγκάσθησαν τα μεν να
πέσωσιν εις την πλησιεστέραν ξηράν, τα δε να καταφύγωσιν
εις άλλα παράλια. Επί της συγκρούσεως δε ταύτης
εφονεύθησαν εκ των Ελλήνων 5 και επληγώθησαν 9. Την δε
επαύριον έπλευσεν η μοίρα υπό εύδιον άνεμον προς την
παραλίαν, όπου, ως ειδοποιήθη, διάφορα πλοιάρια
παρελάμβαναν στρατεύματα· αλλ' η είδησις δεν ήτον αληθής·
εκείθεν έπλευσε παρά το στόμιον του πορθμού κατά την
Μυκάλην, όπου και ηγκυροβόλησεν· αλλ' ανήχθη μετ' ολίγον
ιδούσα επί των αντικρύ βουνών και των παραλίων πλήθη
στρατευμάτων, εντός δε δύο λιμενίσκων σωρούς πλοιαρίων
ετοίμων να μεταβιβάσωσι τα στρατεύματα ταύτα εις Σάμον·
ήσαν εν αυτοίς και δύο βρίκια, άτινα άμα είδαν τα
ελληνικά πλοία επερχόμενα, έκοψαν τας αγκύρας και έτρεξαν
υπό την σκέπην του μεγάλου στόλου ελλιμενίζοντος όπισθεν
του κατά το ακρωτήριον της αγίας Μαρίνας ερημονησίου.
Προχωρήσασα βαθύτερον η μοίρα είδεν άλλα πλοιάρια
προσωρμισμένα, και άλλα στρατεύματα συσσωρευμένα επί των
παραλίων και των πλησίον λόφων έτοιμα εις μεταβίβασιν.
Επλησίασαν τότε τρία των πλοίων προς την ξηράν, έν αυτών
έρριψε μίαν κανονίαν, και εν τω άμα ετράπησαν οι επί της
παραλίας εχθροί και ανέβησαν εις τους λόφους. Επόδισε
μετά τούτο η μοίρα και έρριψεν άγκυραν αυθημερόν όπου και
πρότερον. Αφ' ού δε παρετήρησεν ο εχθρός ότι, εν όσω τα
ελληνικά πλοία κατείχαν την θέσιν εκείνην, η μετάβασις
των στρατευμάτων εδυσκολεύετο, 18 πλοία της πρώτης τάξεως
έπλευσαν, περί την δ' ώραν επί τα ελληνικά. Ο Σαχτούρης
διέταξε να ναυμαχήσωσιν οι περί αυτόν επ' αγκύρας·
εναυμάχησαν μετά μεσημβρίαν καθ' όν τρόπον διέταξε·
πολλοί εκατέρωθεν κανονοβολισμοί αλλ' αποτέλεσμα ουδέν·
προς δε το εσπέρας, αφ' ού ώρμησαν δύο πυρπολικά, το του
Ρομπότση και το του Τσάπελη, το μεν εις μίαν φρεγάταν το
δε εις μίαν κορβέτταν, εφοβήθησαν οι εχθροί και
απεμακρύνθησαν· επανήλθαν και την επαύριον. Οι Έλληνες
τους εδέχθησαν επ' αγκύρας ως και την προτεραίαν. Τρεις
ώρας εναυμάχησαν, και πάλιν πολύς κανονοβολισμός και
αποτέλεσμα ουδέν, έως ου ανήχθησαν τέσσαρα πυρπολικά,
άτινα μόλις είδαν οι εχθροί επιπλέοντα απεμακρύνθησαν και
ούτως έπαυσεν η δευτέρα ναυμαχία.
Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου ήλθαν εις χαιρετισμόν του
αντιναυάρχου ο αρχιερεύς της Σάμου, ο Λυκούργος και άλλοι
πρόκριτοι· τους αντεπεσκέφθη και ο αντιναύαρχος επί της
ξηράς, όπου υπεδέχθη μετά μεγίστης τιμής. Αυθεσπερί δε
ήλθαν όπου τα υδραϊκά πλοία και τα 28 σπετσιωτικά και έν
ψαριανόν. Την 4 έπλευσε και τρίτην φοράν ο εχθρικός
στόλος επί τον ελληνικόν· κανονοβολών δε αυτόν
εκανονοβόλει συγχρόνως και τα επί της νήσου κανονοστάσια
και αντεκανονοβολείτο. Εν τούτοις ανήχθησαν 17 των
ελληνικών πολεμικών και διετάχθησαν και τα πυρπολικά να
κινηθώσιν, αλλ' ουδέν εκινήθη· και οι μεν πλοίαρχοι
ητιώντο τα πληρώματα, τα δε πληρώματα τους πλοιάρχους.
Εις μάτην δε ο αντιναύαρχος έτρεχεν από πυρπολικού εις
πυρπολικόν και εκάλει τους εν αυτοίς εις εξόρμησιν. Καλή
τύχη έφθασε κατ' αυτήν την ώραν ο Κανάρης, υπήκουσε μετά
χαράς, και τότε το πυρπολικόν αυτού και τα 17 πολεμικά
υδραϊκά και σπετσιωτικά ώρμησαν εις το μέσον των εχθρικών
και δεν επόδισαν ειμή αφ' ού ηναγκάσθησαν τα εχθρικά όλα
ν' απομακρυνθώσιν. Η τρίτη αύτη ναυμαχία διήρκεσε πέντε
ώρας. Εν τούτοις τα επί της ξηράς πολυπληθή στρατεύματα
έβλεπαν αυτοψεί την καταισχύνην του μεγάλου στόλου των
καταδιωκομένου και φεύγοντος και ωλιγοψύχουν. Ο ατυχής
στόλος εκινήθη και τετάρτην φοράν κατά του ελληνικού την
επαύριον, και τα μεν των πλοίων αυτού επροσπάθουν,
πνέοντος ολίγου ανατολικού ανέμου, να επιπέσωσι διά του
μεταξύ του ανατολικού ακρωτηρίου της Σάμου (Κολώνες) (β)
και της αγίας Μαρίνας πορθμού φυλαττομένου υπό των
Σπετσιωτών, τα δε διά του αριστερού μέρους φυλαττομένου
υπό των Υδραίων. Καλή τύχη εφιλοτιμήθησαν και οι
πυρποληταί όλοι ημέραν εκείνην και εκινήθησαν πρόθυμοι.
Πρώτος ο Τσάπελης ώρμησεν εις μίαν μεγάλην φρεγάταν
πλέουσαν μεταξύ του ακρωτηρίου της Σάμου και της αγίας
Μαρίνας. Ο πυρπολητής ούτος προσέπλευσεν εντός βολής
πιστόλας, αν και βροχηδόν έπιπταν εντός του πυρπολικού
του οι μύδροι και τα βόλια της φρεγάτας. Αλλ' εν ώ
επρόκειτο να το κολλήση, τινές των ναυτών του, ιδόντες
τους εχθρούς ετοιμάζοντας τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν
της φρεγάτας, και υπολαβόντες ότι ήρχοντο εις αφαρπαγήν
του εφολκίου, εδειλίασαν, και εμβάντες δρομαίοι εις αυτά
άφησαν επί του πυρπολικού τον πλοίαρχον πηδαλιουχούντα,
απειλούντες ότι θα έκαιαν και το πλοίον και αυτόν, αν δεν
τους ηκολούθει. Τόση δε δειλία παρά συνήθειαν κατέλαβε
τους ναύτας, ώστε θα έπιπτε το πλοίον εις χείρας των
εχθρών, αν δεν επρόφθανε να το καύση ο πλοίαρχος καύσας
εκ της πολλής βίας και τα πρόσωπόν του και την χείρα του·
αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσεν ο γενναίος αλλ' ατυχής Τσάπελης,
το κατώρθωσε μετά μίαν ώραν ο επιδεξιώτατος Κανάρης.
Ούτος, καθ' ην ώραν ηγωνίζετο η φρεγάτα να κάμψη το
ακρωτήριον, έστησε το πυρπολικόν του έμπροσθέν της, ώστε,
αν η φρεγάτα επροχώρει, αδύνατον ήτο να διαφύγη τας
φλόγας του· εις αποφυγήν δε του δεινού έστρεψε την πρώραν
προς τα παράλια της Ασίας, και καταδιωκομένη υπό του
πυρπολικού ηναγκάσθη να πλεύση προς τον πλησιέστερον
κρημνόν· αλλά πριν πέση έξω, την επρόφθασε το πυρπολικόν
και περιεπλέχθη· η φρεγάτα κατήντησεν ακυβέρνητος, και οι
πλείστοι των εν αυτή, πεσόντες εις την θάλασσαν,
εξεκολύμβουν. Εν τοσούτω αι φλόγες διεδόθησαν εις αυτήν,
άναψε μετ' ολίγον και η πυριτοθήκη, και τότε κανόνια,
κατάρτια, κεραίαι, σφαίραι, ξύλα, σίδηρα ετινάχθησαν όλα
εις τον αέρα, και πολλά αυτών έπεσαν εν μέσω των επί της
ξηράς στρατευμάτων και άλλους μεν εφόνευσαν, άλλους δε
επλήγωσαν. Εφονεύθησαν και δύο ναύται του πυρπολικού υπό
των τουφεκιών των επί της ξηράς· οι δε απομείναντες εν τη
φρεγάτα οι μεν συνεκάησαν, οι δε επί των κυμάτων
φερόμενοι εζωγρήθησαν και εσφάγησαν. Ο εχθρός, αν και
εξεθαμβήθη επί τοις παθήμασί του, δεν απηλπίσθη και
ανεστράφη· αλλ' αντέστη σφοδρώς η εκ σπετσιωτικών πλοίων
αριστερά πτέρυξ, εν οίς διεκρίθη το υπό τον Ανάργυρον
Λεμπέσην. Το δειλινόν περιέπλεξεν ο Βατικιώτης το
πυρπολικόν του εις δικάταρτον τουνεζινικόν 20 κανονίων
και το έκαυσεν· συνελήφθη δε καί τις εν αυτώ πασάς
Τουνεζίνος προφθάσας και ριφθείς εις την θάλασσαν. Μετά
δύο ώρας άλλοι πυρποληταί, ο Δημήτρης Ραφαλιάς και ο
Λέκας Ματρόζης περιέπλεξαν τα πυρπολικά των είς τινα
φρεγάταν και την έκαυσαν. Ερρίφθησαν και δύο άλλα μετά
ταύτα, αλλ' εκάησαν μη καύσαντα. Απελπισθείς επί τέλους ο
εχθρικός στόλος απεμακρύνθη περί την α' ώραν της νυκτός
κατά το Αγαθονήσι· η δε φθορά, ην έπαθε την ημέραν
εκείνην, και η εντεύθεν καταισχύνη εφαίνοντο ματαιώσασαι
την εις Σάμον απόβασιν· και τα μεν στρατεύματα
διεσκορπίσθησαν, ο δε στόλος κατέπλευσεν εις Πάτμον και
Καρέναν, και μετ' ολίγας ημέρας μεθώρμησεν εις Κων όπου
ανεμένετο ο αιγύπτιος (γ).
Η λαμπρά αύτη και σωτηριώδης ναυμαχία ενέπλησε θάρρους
τας καρδίας των Ελλήνων και τους παρηγόρησε διά την
καταστροφήν της Κάσσου και των Ψαρών. Εξ όσων δε
κατώρθωσεν ο ελληνικός στόλος εις προφύλαξιν της Σάμου
εξάγεται, ότι δεν κατεστρέφοντο ίσως ουδέ τα Ψαρά, αν
υπερασπίζοντο επί της θαλάσσης (δ).
Καθ' όν δε καιρόν εκινείτο ο στόλος κατά των Ψαρών και
της Σάμου, εκινούντο και στρατεύματα προς την Ανατολικήν
Ελλάδα. Ο φοβερός ως ηγεμών της Μακεδονίας Αβδουλαβούτης
δεν ευδοκίμησεν ως Ρούμελη-βαλεσής και διεκρίθη μόνον
διά την ωμότητά του. Ο σουλτάνος τον εκάθηρεν, αρχομένου
του έαρος του έτους τούτου, και αντικατέστησε τον Δερβήσ
-πασαν. Διετάχθη ούτος να στρατολογήση 30,000, αλλ' ούτε
το ήμισυ εδυνήθη να συνάξη· είχε δε υπό την οδηγίαν του
τον Ισούφπασαν Μπερκόφτσαλην και τον εκ Δίμπρας
Αμπάτπασαν. Μεσούντος δε του Ιουνίου, εστρατοπέδευσε
πανστρατιά εις Λιανοκλάδι υπό κακούς οιωνούς. Δύο τρεις
ημέρας πρότερον είχε στείλει εκεί υπό φύλαξιν ενόπλων
πολλά κιβώτια φυσεκίων εις χρήσιν του στρατού, αλλά την
νύκτα έπεσε κεραυνός εις τον πύργον, όπου τα πολεμεφόδια
εφυλάττοντο, τα έκαυσεν όλα, και συνέκαυσε καί τινας των
φυλασσόντων αυτά.
Στρατοπεδεύσας δε ο Δερβήσπασας εις Λιανοκλάδι έστειλε
μετά τινας ημέρας εις Γραβιάν υπό τους δύο άλλους πασάδας
εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους ιππείς, ίνα εισβάλωσι
δι' εκείνης της οδού εις Σάλωνα· διέταξε και τον
Καρύστιον Ομέρπασαν και τον εν Πρεβέζη Βρυώνην να
εισβάλωσι και ούτοι συγχρόνως ο μεν εις Αττικήν ο δε εις
Ακαρνανίαν, συνελθόντα δε όλα τα στρατεύματα εις
Ναύπακτον να μεταβώσιν όπου τα πράγματα τα ωδήγουν. Αλλά
τα σχέδια των Τούρκων ήσαν ως και τα των Ελλήνων, γραπτά
μάλλον ή πρακτά.
Τας αυτάς δε ημέρας συνενωθέντες οι εν Ρίω, Αντιρρίω και
Ναυπάκτω Τούρκοι, ως πεντακόσιοι, ώρμησαν εις την
επαρχίαν Λιδωρικίου, και ευρόντες μέρος του στρατεύματος
της επαρχίας ταύτης εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη υπό τον
οπλαρχηγόν του Καλτσά, Τριαντάφυλλον, συνεκρούσθησαν, και
μη δυνηθέντες να προχωρήσωσιν ωπισθοδρόμησαν. Εκ των
Ελλήνων 6 εφονεύθησαν και 11 επληγώθησαν.