Ο δε στόλος, εκτελέσας ό,τι εσκόπευε, διέπλευσεν ησύχως

τον μεταξύ Ύδρας και Πελοποννήσου πορθμόν, ανεκώχευσεν

έξωθεν της Κορώνης και Μοθώνης, επεσίτισε τα φρούρια

εκείνα, και αφ' ού απεκόπη μία μοίρα και έπλευσε προς την

Κρήτην,

Ιούνιος ο λοιπός εκ 46 πολεμικών και πολλών φορτηγών

ηγκυροβόλησε την 6 Ιουνίου έμπροσθεν των Πατρών· καθ'

όλον δε τον πλουν δεν συνήντησε τον ελληνικόν, διότι

ούτος επί υποθέσει ότι ο τουρκικός εσκόπευε να προσβάλη

την Σάμον ή τα Ψαρά, έπλεε προς εκείνα τα μέρη· μαθών δε

ότι αφίχθη εις Πελοπόννησον, επανέπλευσεν εις τα ίδια.

Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι, λυθείσης της υπό τον

Κολοκοτρώνην πολιορκίας, περιέτρεχαν όλην την επαρχίαν

αφόβως και επάτουν και τας γειτνιαζούσας Καλαβρύτων και

Γαστούνης· ανενόχλητοι δε ήσαν και διά θαλάσσης και

ελάμβαναν ανεμποδίστως έξωθεν όσα εχρειάζοντο· διά τούτο

ο καταπλεύσας εκεί στόλος δεν εφαίνετο ελθών εις βοήθειαν

αυτών ως μηδεμίαν χρείαν εχόντων βοηθείας, αλλ' εις

διαβίβασιν στρατευμάτων εις Πελοπόννησον, των μεν από της

Δυτικής Ελλάδος των δε από της Ανατολικής.

Καθ' όν δε καιρόν κατέπλευσεν ο στόλος ούτος εις Πάτρας,

3800 ναύται και στρατιώται επιβάντες εις 110 πλοία

ψαριανά, μικρά μεγάλα, εξ ών 15 ένοπλα, απέβησαν εις τα

αντικρύ της Σάμου παράλια της Ιωνίας, επάτησαν το

Αράπη-τσεφτλήκι, και το Αλήμπεη-τσεφτλήκι, παραθαλάσσια

χωρία, έχοντα και τα δύο 2000 κατοίκους και 1000

στρατιώτας, τα διήρπασαν, έπλευσαν έπειτα προς την

παραλίαν την αντικρύ της δυτικής άκρας της Μιτυλήνης,

όπου κείται η πόλις του Σανταρλή 4500 περιέχουσα ψυχάς

και 2000 φρουρούς, επάτησαν και αυτήν, την έκαυσαν,

εσκότωσαν, αιχμαλώτισαν, ελαφυραγώγησαν, εκυρίευσαν τον

εν αυτή πύργον όπου συνέλαβαν την γυναίκα του διοικητού

Καραοσμάνογλου, ην εξηγόρασαν μετά ταύτα οι συγγενείς της

διά γροσίων 90,000, επήραν εννέα κανόνια, μετέβησαν εις

Μοσχονήσια, επήραν και εκείθεν δύο, παρέπλευσαν τα

παράλια της Μιτυλήνης, εκυρίευσαν πέντε τουρκικάς

σακολέβας, ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν της Ερισού, ανείλκυσαν

αγκύρας και άλλα τινά του καυθέντος εκεί το πρώτον έτος

της επαναστάσεως δικρότου και μετά ταύτα επανήλθαν εις τα

ίδια. Τόσον δε φόβον διέσπειραν εις όλα εκείνα τα

παράλια, ώστε οι εν Σμύρνη πρόξενοι τους παρεκάλεσαν ν'

απέχωσι πάσης εχθροπραξίας εν τω κόλπω εκείνω χάριν

αυτών, του εμπορίου και των ενοικούντων χριστιανών.

«Αφίνομεν τον τόπον ήσυχον αλλ' υπόφορον» απεκρίθησαν

υπερηφάνως οι Ψαριανοί· 17 Έλληνες επί της εκστρατείας

ταύτης εφονεύθησαν και 70 επληγώθησαν· οι δε Τούρκοι,

ανίκανοι να παιδεύσωσι τους βλάψαντας αυτούς, εξεθύμαναν

κατά των αθώων χριστιανών κατοίκων της Μαγνησίας και της

Περγάμου, ανδραποδίζοντες και φονεύοντες.

Καθ' όν δε καιρόν εκινείτο κατά της ελευθέρας Ελλάδος ο

στόλος του σουλτάνου, εκινούντο κατ' αυτής και τα διά

ξηράς στρατεύματά του. Προϋπήρχεν ο ψευδοσυμβιβασμός του

Μεχμέτπασα και του Οδυσσέως, και επί τω συμβιβασμώ τούτω

ανακωχή. Ελθούσης δε της προθεσμίας και μη εκπληρώσαντος

του Οδυσσέως όσα υπεσχέθη, εξεστράτευσαν 6000 Τούρκοι υπό

τον Περκόφτσαλην, πριν φθάσωσιν οι Έλληνες να οργανίσωσι

τα στρατεύματά των εξ αιτίας της εν Άστρει συνελεύσεως,

ήτις είλκυσεν εις τα πολιτικά την εις τα στρατιωτικά

οφειλομένην προσοχήν αυτών. Παρηκολούθησε δε τον

Περκόφτσαλην και ο Σελήχπασας, ηγεμών της Αδριανουπόλεως,

μετά 4000. Τα στρατεύματα ταύτα, ευρόντα τας επί της

στερεάς Ελλάδος δυσδιαβάτους θέσεις απροφυλάκτους,

επροχώρησαν τα μεν προς τας Θήβας τα δε προς τα Σάλωνα.

Τα προς τα Σάλωνα εσκήνωσαν κατά το παρά τας όχθας του

Κηφισσού χωρίον Μάνεσι· την δε 7 Ιουνίου εκίνησαν προς το

κατά τους πρόποδας του Παρνασσού μοναστήριον της

Ιερουσαλήμ· εκεί ήσαν 150 στρατιώται του Οδυσσέως υπό τον

Γιάννην Κομποταδίτην, ους αντισταθέντας κατ' αρχάς

έτρεψαν επί τέλους, εκυρίευσαν το μοναστήριον, το έκαυσαν

και επανήλθαν εις Μάνεσι. Την δε 10 εστράτευσαν κατά της

Αράχωβας όπου ηύραν αντίστασιν, αλλ' υπερίσχυσαν,

εξουσίασαν το χωρίον και το έκαυσαν. Την επαύριον έκαυσαν

το Καστρί και τα καλύβια της Αράχωβας, έπεσαν και εις το

Χρυσόν, αλλ' απεκρούσθησαν, και μόνον δύο τρεις οικίας

έκαυσαν· την δε 12 κατέβησαν εις Δεσφίναν επί του

παραλίου του κορινθιακού κόλπου, και εκείθεν επανήλθαν

εις Μάνεσι και ησύχασαν.

Το δε άλλο τουρκικόν στράτευμα, το εις Βοιωτίαν πεσόν,

ουδ' αυτό απήντησεν εχθρόν. Τα τήδε κακείσε ελληνικά

τάγματα, ανίκανα διά την ολιγότητά των ν' αντισταθώσιν,

υπεχώρησαν· τινά μόνον αυτών υπό τον Παπά Ανδρέαν και

άλλους κατέλαβαν τα στενά της Φοντάνας εις εμπόδιον της

των εν Ζητουνίω και Λεβαδεία εχθρών συγκοινωνίας. Εν

τοσούτω, όλος ο τόπος, δι' ου διέβαιναν οι Τούρκοι,

ερημούτο, οι κάτοικοι κατέφευγαν οι μεν εις Πελοπόννησον,

οι δε εις τας νήσους του Αιγαίου, και άλλοι εις τας

κορυφάς των ορέων. Φόβος κατέλαβε και αυτούς τους

κατοίκους των Αθηνών. Υποπτεύοντες ούτοι, ότι ήρχετο το

στράτευμα εις πολιορκίαν της πόλεως, μετεκόμισαν τας

οικογενείας και τα πράγματά των εις Σαλαμίνα και Αίγιναν.

Ο δε Οδυσσεύς, εις ον ήλπιζεν η Ανατολική Ελλάς,

ευρισκόμενος επί της εισβολής ταύτης εν Αθήναις,

εξεστράτευσεν εις Βοιωτίαν την 11 Ιουνίου, αφ' ού

ηνάγκασε τους Αθηναίους να τω πληρώσωσι χάριν της

εκστρατείας ταύτης ενός μηνός πεντακοσίους μισθούς· αλλ'

ουδέν κατώρθωσεν ουδ' αυτός. Πολυάριθμα στρατεύματα

πελοποννησιακά διετάχθησαν να στρατεύσωσιν εκτός του

ισθμού· αλλά μόνος ο πάντοτε πρόθυμος εις τας επί της

στερεάς Ελλάδος εκστρατείας Νικήτας εφάνη προς τα Μέγαρα,

ανίκανος και ούτος διά την ολιγότητα των οπαδών του να

τρέξη κατά των εχθρών.

Μετά την ερήμωσιν της Ανατολικής Ελλάδος, τα τουρκικά

στρατεύματα σκοπόν είχαν να πέσωσι διά του κορινθιακού

κόλπου εις Πελοπόννησον συνεργεία του στόλου,

παραπλέοντος επ' αυτώ τούτω τα αρκτικά παράλια της· αλλ'

επί τη προτάσει του Καρυστίου Ομέρμπεη, μεταβάντος εκ της

πατρίδος του αντίπεραν, ανέβαλεν ο Περκόφτσαλης ό,τι

εσκόπευε,

Ιούλιος και παραλαβών το πλείστον μέρος του στρατεύματος και

συνοδευόμενος υπό του Ομέρμπεη μετέβη εις Εύβοιαν

μεσούντος του Ιουλίου προς τελείαν καθυπόταξιν της νήσου·

άφησε δε το υπόλοιπον του στρατεύματός του περί τας Θήβας

υπό τον Σελήχπασαν.

Μετά την διάλυσιν του εις πολιορκίαν της Καρύστου

στρατοπέδου, διέμεινεν, ως είπαμεν, αδιάλυτον το εις

πολιορκίαν της Χαλκίδος εν Βρυσακίοις υπό τον Διαμαντήν

εξ οκτασίων εκλεκτών· αλλά το στρατόπεδον τούτο ήτο

σχεδόν παραλελυμένον. Οι πρώην έφοροι κατέτρεχαν την

τοπικήν διοίκησιν υφ' ην διετέλει· ο δε Οδυσσεύς,

αντιφερόμενος προς τον Διαμαντήν και υποβλέπων την

αρχηγίαν του, υπεκίνει μακρόθεν κατ' αυτού τους εντοπίους

οπλαρχηγούς, τον Τομαράν, τον Χαλκιάν και τον Βερούσην.

Τόσον δε ευδοκίμησεν εν ταις ραδιουργίαις του, ώστε οι

οπλαρχηγοί ούτοι έπραξαν ό,τι μόνοι οι Τούρκοι εδύναντο

να πράξωσιν· επάτησαν εχθρικώς το Ξηροχώρι επί σκοπώ ν'

αρπάσωσι την εκεί γυναίκα του Διαμαντή, ην προλαβών ούτος

έσωσεν.

Εν τοσούτω, οι αποβάντες Τούρκοι, αφ' ού ηνώθησαν μετά

των εντοπίων, άραντες την επί του πορθμού γέφυραν

μετέφεραν προς τα Βρυσάκια επτά τουρκικά πλοία. Επί τη

θέα ταύτη έφυγαν τα πολιορκούντα την Χαλκίδα τρία

ελληνικά, και επί τη φυγή αυτών άφησε το στρατόπεδον την

θέσιν των Βρυσακίων και απεχώρησε προς το άνωθεν όρος,

Παγώντα. Οι Τούρκοι βλέποντες τους Έλληνας φεύγοντας

μηδενός αυτούς καταδιώκοντος, έκαυσαν τα καλύβια των

Βρυσακίων, ώρμησαν την 22 πανστρατιά κατά των εις το όρος

αποχωρησάντων, και συνήψαν πολύωρον μάχην. Οι Έλληνες,

κατέχοντες οχυράν θέσιν, ενίκησαν λαμπράν νίκην και

ηνάγκασαν τους εχθρούς να καταβώσιν εις Βρυσάκια

κατησχυμένοι. Αλλά την νύκτα, αν και νικηταί,

ελειποτάκτησαν εξ αιτίας της επικρατούσης μεταξύ του

αρχηγού αυτών και των εντοπίων υποπλαρχηγών διχονοίας,

και φεύγοντες συνήλθαν την επαύριον εις το μεταξύ Παγώντα

και Μαντουδίου μεγάλον Δερβένι· αποφασίσαντες δε ν'

ανθέξωσιν ετοποθετήθησαν οι μεν εντός των στενών, οι δε

δεξιά, καί τινες αριστερά· αλλά, βλέποντες τους Τούρκους

επερχομένους, διεσκορπίσθησαν· μόνοι οι δεξιά των στενών

αντέστησαν· φονευθέντος δε του αρχηγού αυτών Λιάκου

υπεχώρησαν και ούτοι.

Οι δε Τούρκοι, διαβάντες τα στενά την εσπέραν της 23,

διενυκτέρευσαν εν Μαντουδίω, και επροχώρησαν εις

Ξηροχώρι, μηδενός εναντιουμένου· ο δε τρισάθλιος λαός, οι

στρατιώται, ο αρχηγός των, όλοι απελπισθέντες και

κινδυνεύοντες να πέσωσιν εις χείρας των εχθρών, κατέφυγαν

εις Σκιάθον και εις άλλα πλησιόχωρα μέρη. Εις Σκιάθον

κατέφυγε και ο προ τριών ημερών φθάσας εις Εύβοιαν νέος

έπαρχος Κωλέττης· έφυγε και ο επί τη τροπή ταύτη ως

επιβοηθός διαβάς εις την νήσον Οδυσσεύς, και ανέμνησε

μετ' ολίγον το εν τη Δρακοσπηλιά κακούργημά του δι' άλλου

κακουργήματος· εφόνευσε τον Αλέξανδρον Μιχάλην προεστώτα

του Ταλαντίου. Διασκορπισθέντος τοιουτοτρόπως του

ελληνικού στρατοπέδου, εδουλώθη η νήσος όλη. Το δυστύχημα

τούτο επέφερεν άλλο.

Διηγούμενοι τα κατά την Θετταλομαγνησίαν είπαμεν, ότι η

λαμπάς της επαναστάσεως έκαιεν εν μόνη τη ανατολική άκρα

της χερσονήσου εκείνης. Ήσυχοι και ανεπηρέαστοι διέμειναν

οι φέροντες εκεί όπλα Θετταλομάγνητες έν σχεδόν έτος·

αλλά πεισθέντες οι Τούρκοι, ότι ατελεσφόρητοι ήσαν οι

αγώνες των εν όσω δεν απεσβέετο η λαμπάς εκείνη,

εστράτευσαν υπό τον Κιουταχήν,

Μάιος και την 1 μαΐου προσέβαλαν την διαμένουσαν εν τω χωρίω

των Λεχωνίων προφυλακήν των Ελλήνων και την ηνάγκασαν να

καταφύγη εις Αλατάν, ξηρονήσιον προς τον μυχόν της

Μλίνης· κατέστρεψαν δε μετά την μάχην ταύτην τα Λεχώνια,

τον άγιον Λαυρέντιον, τον άγιον Γεώργιον, τας Πινακάτας,

την Βυζίτσαν και επροχώρησαν και προς το Τρίκερη. Πρό

τινος καιρού οι Τρικεριώται είχαν μεταφέρει επί μισθώ εις

υπεράσπισιν της πατρίδος των δισχιλίους Ολυμπίους,

Κασσανδρείς, και άλλους άλλων τόπων υπό τον Καρατάσον,

τον Γάτσον, τον Μπασδέκην, τον Λιακόπουλον και τον

Μπίνον, και εδυνάμωσαν την θέσιν της Παναγίας διά τούτων

και διά τινων εντοπίων μεταβάντων εκεί από Αλατά, όπου

είχαν καταφύγει προ μικρού. Επέπεσεν ο Κιουταχής την 14·

και επειδή εκείθεν εκρέματο η άλωσις ή η σωτηρία των

Τρικέρων, η μάχη εγίνετο σφοδροτάτη. Οι Τούρκοι έπαθαν

πολλήν φθοράν, ως ορμώντες απροφύλακτοι επί τους Έλληνας

μαχομένους εντός προμαχώνων, και ανεχώρησαν· έπεσαν και

εκ δευτέρου μετά τινας ημέρας επί της αυτής θέσεως, αλλά

και εκ δευτέρου έφυγαν ηττημένοι. Την αυτήν ημέραν οι

Τούρκοι έπαθαν άλλο δυστύχημα. Οι Έλληνες εγκατέλειψαν

τον Αλατάν, και οι Τούρκοι κυριεύσαντες αυτόν έβαλαν 250

φρουρούς· αλλ' οι υπό τον Γάτσον τον επάτησαν και

ηνάγκασαν τους φρουρούς πρώτον μεν να κλεισθώσιν εν τω

μοναστηρίω, έπειτα δε να παραδοθώσι δι' έλλειψιν τροφής

επ' ασφαλεία ζωής, αλλά παρασπονδήσαντες τους εφόνευσαν

όλους, τους μεν επί της ξηράς, τους δε πεσόντας εις την

θάλασσαν. Τρεις μόνους τους επισημοτέρους διετήρησαν, ους

έστειλαν εις Σκιάθον επ' ελπίδι εξαγοράς. Νικώντες οι

Έλληνες και θαρρυνθέντες έπεσαν μετ' ολίγας ημέρας προς

το αντικρύ μέρος των Τρικέρων, εις θέσιν Γατσίαν,

κατεχομένην υπό των εχθρών, και έφεραν και εκείθεν δέκα

κεφαλάς, δύο αιχμαλώτους και έν κανόνι· αλλ', αν και

παντού ευδοκίμουν, έπασχαν παντός είδους στερήσεις. Ο

τόπος, όπου επολέμουν, και αβοήθητος ήτον άλλοθεν, και

δεν επήρκει εις τας καθημερινάς ανάγκας των· δέκα μίλια

μακρόθεν μετεκόμιζαν τα πλοία το εις χρήσιν του

στρατοπέδου νερόν· μύλους δεν είχαν· υπομίσθιοι ήσαν οι

αξιώτεροι και οι πλείστοι των μαχητών, και ο τόπος δεν

είχε πώς να τους μισθοδοτήση. Πάντα ταύτα υπεφέροντο, εν

όσω αντείχεν η Εύβοια· αλλά, πεσούσης αυτής, εξέλιπε πάσα

ελπίς υπερασπίσεως των Τρικέρων. Επρόβαλε και ο Κιουταχής

συμβιβασμόν και υπέσχετο προς τοις άλλοις την

απελευθέρωσιν εντός τριών εβδομάδων τινών συγγενών του

Καρατάσου. Εδέχθησαν τα υπομίσθια στρατεύματα τον

συμβιβασμόν και ανεχώρησαν. Οι δε τρισάθλιοι Τρικεριώται,

φορολογηθέντες παρ' αυτών επί λόγω καθυστερούντων μισθών

και μείναντες ανυπεράσπιστοι, επροσκύνησαν. Έκτοτε όλη η

χερσόνησος του Πηλίου όρους διέμεινεν υπό την οθωμανικήν

δεσποτείαν.

1823

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'

&Μετάβασις των μελών του νομοτελεστικού, των μεν εις

Σαλαμίνα των δε εις Πάτρας. — Τα περί προεδρίας του

βουλευτικού και μετάβασις αυτού εις Σαλαμίνα — Εισδρομή

των εχθρών εις Αττικήν και αναχώρησις αυτών. — Επάνοδος

του νομοτελεστικού και του βουλευτικού εις Πελοπόννησον.&

ΠΕΡΙ δε την 20 Ιουνίου ανεχώρησαν από Τριπολιτσάν οι

νομοτελεσταί, ως προαπεφασίσθη, οι μεν εις Μέγαρα οι δε

εις Πάτρας· αλλ' ο Μεταξάς, φθάσας εις Καλάβρυτα,

ηκολούθησε τους εις Μέγαρα απερχομένους. Κατ' εκείνας τας

ημέρας ανεφύησαν έριδες δειναί μεταξύ των προσοδωνών της

επαρχίας Κορίνθου και των επαρχιωτών, και ένεκα τούτου

οδεύοντες προς τα Μέγαρα οι νομοτελεσταί υπήγαν εις

Κλημεντοκαίσσαρι όπου διέμειναν ημέρας τινάς, και

επανορθώσαντες τα κακώς έχοντα μετέβησαν εις Σοφικόν,

διέτριψαν και εκεί μέχρι τινός, και λήγοντος του Ιουλίου

κατήντησαν εις Σαλαμίνα και εκάθησαν εν τη μονή της

Φανερωμένης.

Αν και πολλοί Πελοποννήσιοι διετάχθησαν να στρατεύσωσιν

εις Μεγαρίδα, δισχίλιοι μόνον ήσαν οι εκεί συνελθόντες

επί της εκστρατείας του νομοτελεστικού· ηκροβολίζοντο δ'

ενίοτε μετά των απομεινάντων εν τη Βοιωτία υπό τον

Σελήχπασαν, αλλ' ουδέν λόγου άξιον διά την ολιγότητά των

έπρατταν.

Εν τούτοις τρισάθλια ήσαν τα κυβερνητικά. Η σύνθεσις του

νομοτελεστικού έδιδε λαβήν εις κατακραυγήν ως

συγκροτουμένου εκ τεσσάρων Πελοποννησίων και ενός

Επταννησίου, ώστε εντός αυτού ούτε αι νήσοι ούτε η στερεά

Ελλάς αντεπροσωπεύοντο. Εκτός δε της γενικής ταύτης

κατακραυγής, αι τρεις ναυτικαί νήσοι παρεπονούντο

ιδιαιτέρως, διότι η εν τω νομοτελεστικώ διατηρηθείσα εις

πλήρωσιν παρά νησιώτου κατά πρότασιν αυτών κενή θέσις

επληρώθη παρά του Κολοκοτρώνη εν αγνοία και παρά γνώμην

αυτών. Αλλ' η αθλιότης των κυβερνητικών πραγμάτων

εκορυφώθη επί της εκλογής του προέδρου της βουλής. Εις

τιμήν των ναυτικών νήσων και συναινέσει αυτών ενεκρίθη ν'

αναδειχθή πρόεδρος της βουλής ο Γεώργιος Κουντουριώτης,

αποποιηθέντος την θέσιν ταύτην του πρεσβυτέρου αδελφού

αυτού, Λαζάρου· αλλά, μηδέ του Γεωργίου την προσφοράν

δεχθέντος, ανεδείχθη πρόεδρος ο γαμβρός των Κουντουριωτών

Ορλάνδος. Η ανάδειξις αύτη δυσηρέστησε τας Σπέτσας και τα

Ψαρά, δυσηρέστησε και το αντιπολιτευόμενον τους

Κουντουριώτας κόμμα των Υδραίων μη διαφιλονεικούν τα

πρωτεία μόνων των Κουντουριωτών· τόσον δε ηύξησεν η

δυσαρέσκεια, ώστε ηναγκάσθη ο Ορλάνδος να παραιτηθή.

Αλλ', αν οι αντίπαλοί του κατώρθωσαν την πτώσιν του, δεν

κατώρθωσαν και την αντικατάστασίν του ως ήθελαν· εις

αποφυγήν δε πάσης αντιζηλίας συγκατετέθησαν άκοντες να μη

πληρώση την κενωθείσαν θέσιν νησιώτης· αλλ' εντεύθεν

προήλθεν άλλο κακόν χείρον του πρώτου. Εθήρευε την θέσιν

ταύτην ο επί της πρώτης περιόδου νομοτελεστής, και επί

της ήδη αρξαμένης βουλευτής, Αναγνώστης Δεληγιάννης· είχε

δε συνεργόν και τον νέον συμπένθερόν του, Κολοκοτρώνην,

επανελθόντα πρό τινων ημερών από Σαλαμίνος εις

Τριπολιτσάν προς επίσπευσιν της προαποφασισθείσης

εκστρατείας των επαρχιών και προς είσπραξιν του εράνου

και παύσιν δεινών τινων και φονικών ταραχών μεταξύ

Μιστριωτών και Αρκαδίων εν Τριπολιτσά επί της εκείθεν εις

τα στρατόπεδα μεταβάσεώς των. Αλλ' η βουλή έστρεψε τους

οφθαλμούς της εις τον Μαυροκορδάτον διατρίβοντα εισέτι εν

Τριπολιτσά και ετοιμαζόμενον να μεταβή εις Σαλαμίνα.

Πολλού δε λόγου περί της εκλογής ταύτης γενομένου,

εψηφοφορήθησαν την 10 Ιουλίου οι δύο ούτοι υποψήφιοι, και

εξελέχθη διά ψήφων 41 προς μίαν και μόνην ο

Μαυροκορδάτος. Ωργίσθη ο Δηληγιάννης επί τη αποτυχία του,

εξώκειλεν εις απρεπείς λόγους εντός της βουλής, επεπλήχθη

αυστηρώς παρ' αυτής, ανεχώρησε διαρκούσης της

συνεδριάσεως παρακολουθούμενος παρ' ενός βουλευτού, του

συνεπαρχιώτου του, του μόνου υπέρ αυτού ψηφίσαντος,

κατεθορύβησε την πόλιν και ηπείλησε να κινήση χείρα

ένοπλον εις ακύρωσιν της εκλογής· συνέφασκε δε καθ' όλα

και συνέπραττε και ο Κολοκοτρώνης, μεμφόμενος αναφανδόν

εν ονόματι του νομοτελεστικού τον Μαυροκορδάτον ως

ραδιουργήσαντα επί της εκλογής, και ως μελετώντα την

καταδίωξιν του νομοτελεστικού διά της βουλής χάριν της

φιλαρχίας του. Ηρέσκετο αναμφιβόλως ο Μαυροκορδάτος επί

τη εκλογή του, διότι απεμακρύνετο του νομοτελεστικού,

ούτινος την πολιτικήν ούτ' ενέκρινεν ούτε ήλπιζε να

μεταβάλη, και διότι, ανίσχυρος ως γραμματεύς του

νομοτελεστικού, καθίστατο ισχυρός ως πρόεδρος της βουλής·

αλλά προείδεν εν ταυτώ ότι η εκλογή του και την βουλήν

και το νομοτελεστικόν εις φανεράν ρήξιν θα έφερε, και

αυτόν εις μέγαν κίνδυνον θα εξέθετε· διά τούτο την

απεποιήθη επί λόγω, ότι εβλάπτετο μάλλον ή ωφελείτο η

πατρίς. Αλλ' η βουλή, αισθανομένη την αξιοπρέπειάν της

και θέλουσα να δείξη ότι εις ουδενός υπέκειτο ορέξεις,

επέμενεν εις ό,τι εψήφισεν· επέμενε και ο Μαυροκορδάτος

εις την αποποίησίν του και δεν υπήκουσεν ει μη αφ' ού η

βουλή διεμαρτυρήθη εν ονόματι του έθνους κατ' αυτού ως

παρηκόου.

Εν τοσούτω, η πολιτική θύελλα, ην προείδε και

προανήγγειλεν ο Μαυροκορδάτος, ηγέρθη. Ο Κολοκοτρώνης,

και οίκοθεν κινούμενος και υπό του αποτυχόντος συγγενούς

του ερεθιζόμενος, και ως αντιπρόσωπος του απόντος

νομοτελεστικού αποδοκιμάζοντος την εκλογήν ταύτην

ενεργών, εβόα κατά του Μαυροκορδάτου. Η βουλή, ήτις ήθελε

να ταπεινώση την οφρύν του βοώντος, μυκτηρίζουσα τας

απειλάς του, τω ανήγγειλεν ότι η ψήφος της, ό,τι και αν

επήρχετο, ήτον αμετάτρεπτος. Αλλ' ο Μαυροκορδάτος,

φοβούμενος μη πάθη, παρητήθη ακούσης της βουλής μετά δύο

ημέρας αφ' ού προέδρευσε, και κατέφυγε νυκτοπορών εις

Ύδραν.

Η δε βουλή, επιμένουσα εις όσα εψήφισεν, εθεώρει τον

Μαυροκορδάτον, και παραιτηθέντα, ως πρόεδρόν της και δεν

τον αντικατέστησεν· αλλ', επειδή επί τη παραιτήσει αυτού

έτυχε να λείπη ο αντιπρόεδρος, εκάθισεν επί της

προεδρικής έδρας ε π ι τ ρ ο π ι κ ώ ς μέχρι της επανόδου

του αντιπροέδρου τον Πανούτσον Νοταράν, πρεσβύτερον των

βουλευτών. Αλλά το κακόν και επί τη παραιτήσει του

Μαυροκορδάτου έμεινεν αθεράπευτον, και τα δύο κυβερνητικά

σώματα αναφανδόν έκτοτε διηρέθησαν. Αβουλία, εμπάθεια και

ιδιοτελείς σκοποί παρέφεραν το εν Σαλαμίνι νομοτελεστικόν

και τους εν Τριπολιτσά ομόφρονές του εις τα περί ων ο

λόγος άτοπα. Το δικαίωμα της βουλής να εκλέξη όποιον

ήθελε πρόεδρόν της ήτο βεβαίως ιερόν, απαραβίαστον και

αδιαφιλονείκητον, οι δε νομοτελεσταί ασυστόλως το

κατεπάτουν επί λόγω ότι εξετρέπετο η βουλή των καθηκόντων

της, θέλουσα ν' αφαρπάση εκ των κόλπων του νομοτελεστικού

τον υπάλληλόν του, ως αν δεν ήτον ελεύθερος ο υπάλληλός

του να μείνη ή να μη μείνη εις ην εκλήθη υπαλληλίαν.

Τοιαύτη διαγωγή, προσβάλλουσα την ανεξαρτησίαν της βουλής

και καταστρέφουσα την ελευθερίαν του πολίτου, παρώργισε

το κοινόν· αι δε αγανακτούσαι κατά του νομοτελεστικού

ναυτικαί νήσοι εξηγριώθησαν επί τη διενέξει ταύτη,

εδέχθησαν ευμενέστατα τον Μαυροκορδάτον, απέστρεψαν το

πρόσωπόν των από του νομοτελεστικού, και εθεώρησαν έκτοτε

μόνον το βουλευτικόν άξιον εμπιστοσύνης. Επήλθαν δε και

άλλα κακά εξ αιτίας του συνοικεσίου Κολοκοτρώνη και

Δηληγιάννη· οι πλειότεροι και γνωστότεροι των πολιτικών

φίλων και συγγενών του Κολοκοτρώνη, οι μισούντες τους

Δηληγιάννας, απεσπάσθησαν αυτού· αντεπολιτεύθησαν αυτόν

και πολλοί των συνεπαρχιωτών του Καρυτινών των υπό την

επιρροήν του Πλαπούτα, του υπέρ πάντα άλλον επί τω

συνοικεσίω οργισθέντος, και ήγειραν όπλα κατ' αυτού

προσελθόντος εις καθησύχασίν των· όπλα ήγειραν κατά του

Δικαίου, υπουργού των εσωτερικών και ομόφρονος του

Κολοκοτρώνη, και οι συνεπαρχιώται εκείνου Λεονταρίται·

δεινά ηπείλουν και αυτήν την Τριπολιτσάν διά την φονικήν

αλληλομαχίαν των Μιστριωτών και των Αρκαδίων· η δε

εδρεύουσα εν αυτή βουλή εκινδύνευε και αύτη να πάθη,

διότι οι επί τη εκλογή του Μαυροκορδάτου κατ' αυτής

οργισθέντες υπενήργουν την διάλυσίν της. Εκτεθειμένη δε

τοιουτοτρόπως εις τας φανεράς και μυστικάς προσβολάς των

εναντίων της, ποτέ μεν εζήτει εις ασφάλειάν της αύξησιν

της φρουράς της, ποτέ δε εσκέπτετο να μετατοπήση εις

Ναύπλιον, και επί τέλους απεφάσισε να μεταβή εις Σαλαμίνα

παρά τω νομοτελεστικώ, διέκοψε την 28 τας εν Τριπολιτσά

εργασίας της και τας επανέλαβεν εν Σαλαμίνι την 24

αυγούστου. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των γενικών και

επαρχιακών πραγμάτων της πατρίδος τω καιρώ εκείνω. Το

νομοτελεστικόν διά της άφρονος διαγωγής του τα ώθει καθ'

ημέραν εις το χείρον.

Καθ' όν δε καιρόν μετέβη το νομοτελεστικόν εις Σαλαμίνα,

τα των Αθηνών είχαν ούτως.

Εφρουράρχει απόντος του Οδυσσέως ο Γκούρας. Ζηλότυπος

ούτος της Αρχής του, ην έβλεπεν ότι τινές εντόπιοι

αντεποίουντο, εκίνησε χείρα βαρείαν κατ' αυτών, λαβών

πρόφασιν συμβάσαν τινα ταραχήν ως δήθεν υποκινηθείσαν

καθ' αυτού, και εκακοποίησε πολλούς· τους δε δημογέροντας

εκάθηρε. Καθ' ας δε ημέρας εβιαιοπράγει, ήλθεν είδησις

ότι ο εν Ευβοία Περκόφτσαλης και ο Καρύστιος Ομέρης,

εσχάτως αναδειχθείς πασάς, εστράτευσαν εις Αθήνας. Επί τη

ειδήσει ταύτη οι μεν γέροντες, αι γυναίκες και τα παιδία

κατέφυγαν, ως και άλλοτε, εις Σαλαμίνα και Αίγιναν, οι δε

δυνάμενοι να οπλοφορώσιν, ως 800, εναπέμειναν· εστάλησαν

διά των ενεργειών της κυβερνήσεως και 200 εκ Σαλαμίνος·

ήσαν και εντός της ακροπόλεως 400 μισθωτοί· ώστε όλοι οι

υπερασπισταί των Αθηνών επί της εχθρικής ταύτης

επιστρατείας ήσαν 1400.

Την δε 30 Ιουνίου εξεστράτευσεν ο Γκούρας προς τα όρια

της Αττικής, αφήσας αντιφρούραρχον τον εξάδελφόν του

Μαμούρην, και την 7 Ιουλίου επανήλθεν εις Αθήνας και

διέταξε τους χωρικούς να εγκαταλείψωσι τας οικίας των και

καταφύγωσιν εις τα όρη.

Την δε 25 αυγούστου διεχύθησαν οι Τούρκοι εις την Αττικήν

καρπολογούντες, λεηλατούντες και αιχμαλωτίζοντες.

Πεντακόσιοι δε ιππείς ήλθαν την αυτήν ημέραν πλησίον και

αυτής της πόλεως και συνέλαβαν 40 γεωπόνους, αλλ'

απεκρούσθησαν και ωπισθοδρόμησαν· επανήλθαν και τας δύο

ακολούθους ημέρας, καί τινες αυτών διεσπάρησαν εις τον

ελαιώνα και εφόνευσαν 12 Έλληνας· αλλ' έπαθαν επί της

επανόδου των απαντήσαντες τους περί τον Δημήτρην Λέκκαν.

Άγνωστος ήτον ο σκοπός της εκστρατείας ταύτης, και ο

Γκούρας υπώπτευσεν, ότι απέβλεπεν εις πολιορκίαν των

Αθηνών· διά τούτο ανεκόμισεν εις την ακρόπολιν τας εν τη

πόλει τροφάς. Οι Τούρκοι, μη έχοντες, ως εφάνη, τοιούτον

σκοπόν, επανήλθαν πανστρατιά την 1 σεπτεμβρίου εις

Κάλαμον δουλαγωγούντες πλήθος γυναικών· διελύθη δε και το

στρατόπεδόν των διά την επικρατούσαν επιδημίαν· και οι

μεν υπό τον Ομέρπασαν εισήλθαν εις Εύβοιαν, οι δε υπό τον

Περκόφτσαλην ασθενούντα βαρέως ανεχώρησαν εις Ζητούνι.

Ανεχώρησαν κατόπιν αυτών και οι εν τη Βοιωτία

στρατοπεδεύοντες υπό τον Σελήχπασαν. Αναχωρησάντων δε των

εχθρών, επανήλθαν οι εις τας νήσους καταφυγόντες Αθηναίοι

και οι λοιποί Στερεοελλαδίται εις τα ίδια. Τοιούτον το

πέρας της εις Ανατολικήν Ελλάδα εφετεινής εκστρατείας.

Μετά δε την αναχώρησιν των εχθρών η κυβέρνησις διέταξεν

εκστρατείαν εις Εύβοιαν υπό τον Οδυσσέα ελθόντα εις

Σαλαμίνα προς έντευξιν των μελών του νομοτελεστικού·

συλλέξασα δε διά συνεισφορών χρήματα τινα εις έκπλουν του

στόλου απεφάσισε να επανέλθη εις Πελοπόννησον, διότι ο

σκοπός της μεταβάσεως της επληρώθη επί τη εις τα ίδια

επανόδω των εχθρών· και το μεν νομοτελεστικόν ανεχώρησεν

εις Ναύπλιον την 25 σεπτεμβρίου, το δε βουλευτικόν

διέκοψε τας εργασίας του την 17 Οκτωβρίου, και μετέβη εις

Άργος.

1823

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'

&Εκστρατεία υπό τον πασάν της Σκόδρας Μουσταήν εις

Δυτικήν Ελλάδα. — Άφιξις Κωνσταντίνου Μεταξά εις

Μεσολόγγι ως γενικού επάρχου. — Κατάστασις της Δυτικής

Ελλάδος και τα περί συνοικισμού Σουλιωτών εν Ζαπαντίω — Ο

Μάρκος Μπότσαρης σχίζει το δίπλωμα της στρατηγίας του. —

Απόβασις εχθρών εις Γαλατάν και αποτυχία αυτών. —

Εφόρμησις νυχτερινή Σουλιωτών εις το εν Καρπενησίω

εχθρικόν στρατόπεδον και θάνατος Μάρκου Μπότσαρη. — Μάχη

Καλιακούδας και θάνατος Ζηγούρη Τσαβέλλα και Νικολού

Κοντογιάννη. — Πολιορκία Ανατολικού και λύσις αυτής —

Άφιξις Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι ως γενικού διευθυντού.

— Παράδοσις Κορίνθου. — Εκστρατεία εις Εύβοιαν υπό τον

Οδυσσέα.&

Δι' ον σκοπόν κατέπλευσε το παρελθόν έτος ο οθωμανικός

στόλος εις τον κόλπον των Πατρών, διά τον αυτόν

κατέπλευσε και το ενεστώς, ό εστι, διά την εκ της

Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδος μεταβίβασιν εις

Πελοπόννησον στρατευμάτων.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ · 第 3 / 27 段