της ελληνοτουρκικής διαφοράς, και εν τοις εξής λόγοις του
προς τον λόρδον Στραγγφόρδον, επανερχόμενον εις
Κωνσταντινούπολιν, ανεκάλυψε τι διελογίζετο καθ' εαυτόν.
«Είμαι πεπεισμένος»(είπεν) «ότι η κοινή γνώμη της Αγγλίας
θ' αναγκάσει την κυβέρνησίν της ν' ασχοληθή σπουδαίως εις
τα της Ελλάδος, και ότι το ελληνικόν ζήτημα θα θεωρηθή
παρά του αγγλικού λαού όπως και το της ανθρωποεμπορίας·
ένεκα τούτου, αντί να προβάλω εγώ τοις συμμάχοις μου
σχέδιον εις βελτίωσιν της πολιτικής καταστάσεως της
Ελλάδος, προτιμώ ν' αναμείνω το της αγγλικής αυλής.
Χιμαιρική είναι η περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος ιδέα· ο
έσχατος όρος της επιθυμίας μου είναι ν' απολαύση ο τόπος
εκείνος κυβερνητικόν σύστημα όποιον επικρατεί εν Σερβία η
εν Μολδοβλαχία».
Η δε συνέλευσις τελειώσασα τας εργασίας της εξέδωκε την 2
δεκεμβρίου εγκύκλιον περί ων εβουλεύθη, και εις μόνας τας
αρχάς της ιεράς συμμαχίας αποβλέπουσα παρεμόρφωσεν ως
προς τον ελληνικόν αγώνα την αληθή φύσιν των πραγμάτων
κηρύξασα τα εξής.
«Μέγα πολιτικόν συμβάν εξερράγη περί τα τέλη της
τελευταίας συνελεύσεως [της εν Λαϋβάχη]. Ό,τι το
ανατρεπτικόν των κοινωνιών πνεύμα ήρχισεν εν τη δυτική
χερσονήσω, ό,τι εδοκίμασε να πράξη εν Ιταλία το
κατώρθωσεν εν ταις ανατολικαίς εσχατιαίς της Ευρώπης.
Καθ' ον καιρόν κατευνάσθησαν αι εν τοις βασιλείοις της
Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας στρατιωτικάί επαναστάσεις διά
της δυνάμεως, ερρίφθη ο επαναστατικός δαυλός εν μέσω της
οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η σύμπτωσις των συμβάντων
απέδειξεν ότι μία και η αυτή ήτον η αρχή των. Το αυτό
κακόν, αναφαινόμενον πολλαχού, άλλα πάντοτε υπό τους
αυτούς τύπους, αν και υπό διάφορα προσχήματα, επρόδιδε
την κοινήν εστίαν όθεν προήχθη. Οι διευθύνοντες τα περί
ων ο λόγος ήλπιζαν να εύρωσι την ευκαιρίαν να διασπείρωσι
την διχόνοιαν εις τα συμβούλια των Δυνάμεων και
ουδετερώσωσιν αυτάς, ας νέοι κίνδυνοι εκάλουν προς άλλα
μέρη της Ευρώπης, αλλ' ηπατήθησαν. Οι άνακτες, έχοντες
σταθεράν απόφασιν ν' απωθήσωσι την αρχήν της επαναστάσεως
καθ' οποίον μέρος και εν οποία μορφή και αν εφαίνετο,
έσπευσαν να την καταδικάσωσιν εκ συμφώνου· ασχολούμενοι
δε αμεταθέτως εις το έργον της κοινής φροντίδος των
αντέκρουσαν παν ό,τι εδύνατο να τους παρεκτρέψη της οδού
των· αλλ' ακούοντες εν ταυτώ και την φωνήν της
συνειδήσεως και του ιερού χρέους συνηγόρησαν υπέρ των
θυμάτων ασυνέτου και εγκληματικού επιχειρήματος. Αι
πολλαί και φιλικαί των πέντε αυλών προς αλλήλας
διακοινώσεις διαρκούσης της εποχής ταύτης, μιας των
σημαντικοτέρων της συμμαχίας των, έφεραν εις σύμπνοιαν
όλας ως προς το ζήτημα της Ανατολής· απέκειτο δε εις την
εν Βερώνη συνέλευσιν να καθιερώση και επιβεβαιώση τα
ορισθέντα. Αι δε σύμμαχοι της Ρωσσίας αυλαί ελπίζουν ότι
διά των κοινών προσπαθειών θα εξομαλυνθούν τα μέχρι τούδε
εμπόδια εις ευόδωσιν των ευχών αυτών».
Επικρατούσης δε της δυσμενεστάτης ταύτης προς τον
ελληνικόν αγώνα διαθέσεως των συμμάχων, μέγιστον ευτύχημα
εφάνη η μετά την αυτοχειρίαν του Λονδονδερρή απροσδόκητος
ανύψωσις του Γεωργίου Κάννιγγος εις την υπουργικήν έδραν
των εξωτερικών υποθέσεων της Αγγλίας. Η Αγγλία δεν ήτο
μέλος της ιεράς συμμαχίας ουδ' ησπάζετο τας αρχάς της·
αλλά το υπουργείον της, και ιδίως ο Λονδονδερρής, εν
πολλοίς συνεταυτίζετο διά της πολιτικής του. Βροντώδη
φωνήν αφήκεν επί του υπουργείου τούτου ο λόρδος Ερσκίνος
έν τινι προς τον πρωθυπουργόν Λιβερπούλην επιστολή του
υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων· θεσμοί συνήγοροί των
εφάνησαν ταυτοχρόνως καί τινες των βουλευτών· πολλαί των
εφημερίδων εφιλελλήνιζαν, αλλ' ουδείς ουδέν κατώρθωσε
κωφευόντων των υπουργών. Ο δε Κάνιγγ, ούτινος το
πολιτικόν δόγμα ήτο «πολιτική και θρησκευτική όλων των
λαών ελευθερία», εδήλωσε κατ' αυτήν την ημέραν του
διορισμού του, ότι επροτίθετο να τροπολογήση την
εξωτερικήν πολιτικήν της πατρίδος του, διότι ερωτηθείς
παρά του βασιλέως επί της πρώτης συνεντεύξεώς των, αν
εσκόπευε να βαδίση την οδόν του προκατόχου του, απεκρίθη,
«ο προκάτοχος μου αυτοχειρίσθη». Μόλις έφηβος και μαθητής
του λυκείου εμυρολόγησε την δούλην Ελλάδα· η ωδή αύτη
επιγραφομένη «η δουλεία της Ελλάδος» έδειξεν έκτοτε τον
φιλελληνισμόν του. «Ω εξαισία μεταβολή» (έλεγαν οι
τελευταίοι στίχοι της)· «τα τέκνα σου, ω Ελλάς, στενάζουν
σήμερον υπό επονείδιστον ζυγόν· ουδείς τα παρηγορεί
μοχθούντα, ουδείς τα κλαίει αποθνήσκοντα· καταναλίσκεται
η αθλία ζωή των υπό τα έλκη της βαρείας κωπηλασίας, ή εν
τοις σκοτεινοίς λατομείοις· η καταπληκτική τυραννία των
Μωαμεθανών και η φρικώδης πομπή η περιστοιχούσα τον
θρόνον αυτών κατέθλιψαν διά της φρίκης τα πνεύματά των·
τα τέκνα σου, ω Ελλάς, γονυπετούν τρέμοντα ενώπιον των
πτερνιζόντων αυτά· οι κόποι της ημέρας, αι πικραί και
άυπνοι ώραι της νυκτός, η βαρεία μάστιξ αυθαιρέτου
εξουσίας, η αιμοχαρής φρίκη της οξείας μαχαίρας, το
βδελυρόν σουβλίον, ο κατασπαράττων τας σάρκας τροχός, ο
βρόχος, το δηλητήριον, όλα εξασθενούν τον νουν των και
χαυνόνουν την καρδίαν των· φρικτή ειμαρμένη! Οι οφθαλμοί
ημών, ω Ελλάς, είναι πάντοτε πλήρεις δακρύων· πικροί
στεναγμοί αναβαίνουν πάντοτε εκ βάθους των καρδιών, όταν
ανακαλώμεν την αρχαίαν σου δόξαν και βλέπωμεν την
σημερινήν σου αδοξίαν· ομοιάζεις, ω Ελλάς, τον υπερήφανον
βράχον, ούτινος η γυμνή κορυφή, υπερυψουμένη της γης,
μυκτηρίζει τας καταιγίδας· τα σκυθρωπά νέφη χύνουν επί
της μεγάλης κορυφής του τα ραγδαία ρεύματά των· βρέμεται
προ των ποδών του ο παταγώδης ωκεανός· ο γιγαντιαίος και
ογκώδης ούτος κολοσσός ρίπτει γύρω εν τη δικαία υπεροψία
του ηγεμονικόν βλέμμα και ολιγωρεί πάσαν καταιγίδα· αλλά
φθείρεται υπό του χρόνου, το δόλιον κύμα υποτρίβει την
βάσιν του, και τότε πίπτει και πίπτων διαρρηγνύει την
κλονουμένην γην και διαχέει πέριξ θύελλαν καταστροφής».
Τοιαύτα φρονήματα εφανέρωσεν ο Κάννιγγ περί Ελλάδος επί
της νεαράς του ηλικίας· επί δε της υπουργίας του είδεν
ό,τι δεν ήθελαν να ίδωσιν οι πολιτικοί της ιεράς
συμμαχίας· είδεν ότι το παρακμάζον οθωμανικόν κράτος
ανίκανον ήτον εξ αυτής του της φύσεως ν' ανορθωθή, και
ότι έτρεχεν ανεπιστρεπτί εις την απώλειάν του επ' ωφελεία
άλλης κραταιάς Δυνάμεως και επί βλάβη της ευρωπαϊκής
ισορροπίας· είδεν ότι εις θεραπείαν των δεινών τούτων
ανεφύετο προνοητικώς πως εκ των κόλπων του πίπτοντος
τούτου κράτους νέον κράτος, άξιον να το διαδεχθή εν καιρώ
διά τας προγονικάς του αναμνήσεις, διά την ευφυίαν του,
διά την φιλομάθειάν του και διά την προς τον ευρωπαϊσμόν
ροπήν του. Ευτύχημα ενόμισε το συμβάν τούτο, και ηθέλησε,
παρά την επικρατούσαν πολιτικήν και τας κοινάς προλήψεις
των αυλών, να επιβλέψη ιλαρώς επί τον από του μη όντος
εις το είναι παραγόμενον τούτον λαόν και να τον θαρρύνη.
Διά τούτο, καθ' όν καιρόν η ιερά συμμαχία κατηράτο τον
ελληνικόν αγώνα, ανεγνώρισε τους παρά της Ελλάδος
αποκλεισμούς των υπό τουρκικήν σημαίαν τόπων· ό εστιν
ανεγνώρισε την Ελλάδα Δ ύ ν α μ ι ν - ε μ π ό λ ε μ ο ν.
Η ελληνική κυβέρνησις είχε κηρύξει την 13 μαρτίου του
έτους τούτου, ότι απέκλειεν όλους τους τουρκικούς λιμένας
του Αιγαίου, της Κρήτης και τους μεταξύ Επιδάμνου και
Θεσσαλονίκης· αλλά το κήρυγμά της εις ουδέν ελογίσθη υπό
των Δυνάμεων, ώστε μέχρι της σήμερον όσα πλοία υφ'
οποιανδήποτε χριστιανικήν σημαίαν, φέροντα τροφάς και
πολεμεφόδια εις τα αποκλειόμενα φρούρια, συνελαμβάνοντο
υπό των Ελλήνων, απελύοντο· οσάκις δε οι Έλληνες
ελάμβαναν τα φορτία εις χρήσιν των, απεζημίοναν πάντοτε
τους ιδιοκτήτας επί τη απαιτήσει και πολλάκις επί τη
απειλή των διοικούντων τας εν τω Αιγαίω ναυτικάς μοίρας.
Τοιαύτα πλοία συνελήφθησαν εν τω κορινθιακώ κόλπω,
έμπροσθεν της Χαλκίδος, του Ναυπλίου, και άλλων
αποκλειομένων φρουρίων και εξεφορτώθησαν, αλλά μέχρι
λεπτού απεζημιώθησαν, ενίοτε δε και οι συλλαβόντες
ετιμωρήθησαν. Από του νυν δε, χάρις εις την πολιτικήν του
Κάννιγγος, έμελλαν να καταδικάζονται και να δημεύωνται τα
υπό αγγλικήν σημαίαν συλλαμβανόμενα και τοιούτον εμπόριον
μετερχόμενα πλοία οιουδήποτε και αν ήσαν τα εμπορεύματα
ιδιοκτησία. Αλλ' η ελληνική κυβέρνησις εις δείγμα
ευγνωμοσύνης διέταξε να μη δημεύωνται τα τοιαύτα πλοία,
αλλά μόνον η εν αυτοίς εχθρική ιδιοκτησία. Ιδού δε πώς ο
Κάννιγγ εδικαιολόγει την προς την Ελλάδα πολιτικήν του.
«Η αγγλική κυβέρνησις» (έλεγεν) «ώφειλε να θεωρήση τους
εξοπλίσαντας τα πλοιά των Έλληνας ή ως πειρατάς ή ως
εμπολέμους· και επειδή ολόκληρον έθνος, εξανιστάμενον
κατά της Αρχής του, δεν ημπορεί να θεωρηθή ως πειρατικόν,
ανάγκη πάσα να θεωρηθή ως εμπόλεμον εφ' όσον φυλάττει
τους κανόνας, και ενεργεί εντός των εν τοιαύτη περιστάσει
παραδεδεγμένων όρων».
Πολιτευόμενος δε τοιουτοτρόπως ο Κάνιγγ προς την Ελλάδα
ηγωνίζετο ταυτοχρόνως την μεν εις τον πόλεμον ρέπουσαν
Ρωσσίαν να καταπραΰνει, την δε ασύνετον Πύλην εις την
οδόν της μετριότητος να επαναφέρη, αλλ' εν πνεύματι
πάντοτε φιλειρηνικώ και άνευ ενόπλου παρεμβάσεως. Τρία δε
ήσαν κατ' αυτόν αναγκαία εις δικαιολογίαν ενόπλου
παρεμβάσεως· «να ήναι ο πόλεμος δίκαιος· να δύναται η
Αγγλία ν' αναμιχθή εις τον δίκαιον τούτον πόλεμον
δικαίως· να μη βλάπτη ο δίκαιος ούτος και δικαίως
γινόμενος πόλεμος τα συμφέροντα της πατρίδος του»·
ονειροπόλον δε απεκάλει τον πολιτικόν τον παραβλέποντα
τον τελευταίον τούτον όρον. Ηρέσκετο δε ο Κάννιγγ εις την
ευόδωσιν του αγώνος της Ελλάδος, αν ο αγών αυτής ευωδούτο
διά των όπλων της, και πρόθυμος ήτο να προσενέγκη πάσαν
ειρηνικήν συνδρομήν εις ευόδωσίν του· αλλά δεν ήθελεν
ουδ' η πατρίς του ουδ' άλλη τις Δύναμις ν' αναμιχθή υπέρ
αυτού ενόπλως επ' ουδενί λόγω. Τοιαύτη ήτον η πολιτική
της Αγγλίας ως προς τον ελληνικόν αγώνα υπουργούντος του
Κάννιγγος.
Η δε της Ρωσσίας ήτον τον αυτόν καιρόν οποία και
πρότερον· ούτε τον παντελή θρίαμβον του ελληνικού αγώνος
επεθύμει, ούτε την παντελή ανείχετο υποδούλωσιν των
Ελλήνων. Την πολιτικήν δε ταύτην της Ρωσσίας παρεδέχοντο
και η Γαλλία και η Πρωσσία· αλλ' όσον μετρία και αν ήτον
η πολιτική αυτών, απραγματοποίητος εφαίνετο και αύτη
ειρηνικώ τω τρόπω.
Η δε Αυστρία ήθελε την παντελή αναδούλωσιν της Ελλάδος·
συντελεστικήν δε προς επίτευξιν του ποθουμένου εθεώρει
την παράτασιν του ελληνοτουρκικού αγώνος· διότι και οι
ολίγοι πόροι των Ελλήνων διά της παρατάσεως εξηντλούντο,
και αι μικραί των δυνάμεις εν μέσω μεγάλων παθημάτων
εμηδενίζοντο, και οι σκοποί της Τουρκίας επί τέλους
επληρούντο. Αλλ', αναγκαζομένη να οικονομή την Ρωσσίαν,
δεν εφαίνετο αποποιουμένη ό,τι επροτείνετο παρ' αυτής
υπέρ της Ελλάδος, αν, δυνάμενον να φέρη αναβολήν, δεν
εδύνατο να φέρη αποτέλεσμα. Τοιαύτα ήσαν τα της Ελλάδος
εσωτερικώς και εξωτερικώς καθ' όν καιρόν συνήρχοντο οι
αντιπρόσωποι των Ελλήνων εις Άστρος κατά την
επαναληφθείσαν πρόσκλησιν της κυβερνήσεως.
Φθάσαντες ήδη εις το τέλος της πρώτης κυβερνητικής
περιόδου, ερχόμεθα να επιθεωρήσωμεν τροχάδην όσα
διήλθομεν μέχρι τούδε εν εκτάσει.
Ούτε στρατεύματα, ούτε στόλους, ούτε πολεμικάς ή
οικονομικάς προετοιμασίας είχεν η Ελλάς ότε ήρχισε τον
αγώνα της· μία δε μεγάλη αυτοκρατορία, ως η οθωμανική,
κατέχουσα όλα τα φρούρια της Ελλάδος εκίνησε κατ' αυτής
αναλόγους του μεγαλείου της δυνάμεις και διά ξηράς και
διά θαλάσσης· και ως αν δεν ήρκουν αι δυνάμεις αύται εις
αφανισμόν των Ελλήνων, έσπευσαν οι σύμμαχοι να δώσωσιν
ομοθυμαδόν τη αυτοκρατορία ταύτη πάσαν ηθικήν αντίληψιν
καταρώμενοι και αναθεματίζοντες τον ελληνικόν αγώνα·
τινές δε αυτών δεν εδίστασαν να τη δώσωσι και πραγματικάς
βοηθείας· και όμως ο αδύνατος, ο εγκαταλελειμμένος, ο
μικρός ούτος λαός, διελθών διά πυρός και αίματος, ενίοτε
δε και διά παντελούς καταστροφής καθ' όλην την
παρελθούσαν διετίαν, και στόλους χιλιαρμένους παρά πάσαν
προσδοκίαν κατήσχυνε, και στρατεύματα πολυάριθμα
κατέστρεψε, και φρούρια απόρθητα εκυρίευσε, και άτρωτος
υπό των κατατοξευθέντων ιοβόλων βελών της ιεράς συμμαχίας
διέμεινε, και τας βουλάς αυτής διεσκέδασε· και ταύτα
πάντα εν μέσω παντελούς απορίας, αμηχανίας, αταξίας,
διαιρέσεως και αναρχίας.
1823
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'
&Συγκρότησις της δευτέρας των Ελλήνων εθνικής
συνελεύσεως. — Μετάβασις του νέου βουλευτικού εις
Τριπολιτσάν. — Νέαι διαιρέσεις. — Έκπλους του Οθωμανικού
στόλου. — Κατορθώματα των Ψαριανών κατά την μικράν Ασίαν.
— Εισβολή εις την Ανατολικήν Ελλάδα υπό τον Ισούφπασαν
Μπερκόφτσαλην. — Καταστροφή του κατά την Εύβοιαν και καθ'
όλην την Θετταλομαγνησίαν ελληνικού αγώνος.
ΚΑΤΑ τα εν Επιδαύρω νομοθετηθέντα και την πολλάκις
επαναληφθείσαν της κυβερνήσεως κλήσιν, επρόκειτο να
συνέλθωσιν οι βουλευταί των επαρχιών εις έναρξιν της β'
κυβερνητικής περιόδου· απεφασίσθη δε κοινή γνώμη να
συγκροτηθή προ της ενάρξεως της β' περιόδου δευτέρα
εθνική συνέλευσις προς επιθεώρησιν του συντάγματος και
των εν ενεργεία νόμων.
Ανώμαλα, άτακτα και επίφοβα ήσαν τα πάντα εν τη παρούση
συνελεύσει. Πριν συγκρουσθώσι τα κόμματα εντός αυτής,
είχαν συγκρουσθή εν ταις επαρχίαις επί των εκλογών, μη
διατηρηθέντος του εκλογικού νόμου. Διπλούς βουλευτάς
έστειλαν τα αντιφερόμενα κόμματα· παρευρέθησαν καί τινες
των δυνατών εν τη συνελεύσει αντιπρόσωποι
αυτοχειροτόνητοι και αυτονομιμοποίητοι· παρήσαν και
απεσταλμένοι επαρχιών δι' άλλας υποθέσεις· πολλοί
αντιπροσώπευαν όχι λαούς αλλ' οπλοφορούντας («τα
άρματα»)· δεκτοί εγένοντο και οι παύσαντες βουλευταί,
δεκτοί και οι παύσαντες νομοτελεσταί· ώστε οι εκ των
διαφόρων τούτων τάξεων συγκροτήσαντες την δευτέραν
συνέλευσιν ήσαν τριπλάσιοι των συγκροτησάντων την πρώτην·
αλλά ψήφον είχαν μόνοι οι βουλευταί και οι απεσταλμένοι
των επαρχιών, όσαι τυχόν δεν έστειλαν βουλευτάς, ως
αντικαθιστώντες αυτούς. Όσον δε ήσυχος ήτον η πρώτη
συνέλευσις, τόσον θορυβώδης εγένετο η δευτέρα. Πάντη
ανίσχυρον ήτον εν τη πρώτη των πολεμικών το κόμμα· τα
μεταξύ όμως εκείνης και ταύτης κατορθώματα αυτών κατά των
εχθρών το ισχυροποίησαν. Αλλ' οι πολεμικοί δεν ήσαν επί
της παρούσης ηνωμένοι ως ούτ' επί της πρώτης, διότι οι
της Δυτικής Ελλάδος, οι υπό την επιρροήν εν γένει του
Μαυροκορδάτου, έκλιναν, ως και τότε, προς τους
πολιτικούς· πρός τινας δε αυτών, ως τον Ζαήμην και
Λόντον, είχαν οι επισημότεροι και στενάς σχέσεις. Του
κόμματος των πολιτικών ήσαν καί τινες πολεμικοί της
Πελοποννήσου, ως ο Πετμεζάς, ο Αναγνωσταράς και οι
Γιατράκοι. Εξάρχοντες δε του κόμματος των πολεμικών ήσαν
εν μεν τη Πελοποννήσω ο Κολοκοτρώνης, εν δε τη Ανατολική
Ελλάδι ο Οδυσσεύς· του κόμματος τούτου ήτο πάντοτε και ο
Υψηλάντης.
Και ούτοι μεν αφίχθησαν εν πρώτοις εις Ναύπλιον οι δε του
κόμματος των πολιτικών εις Άστρος κατά την κλήσιν της
κυβερνήσεως. Πολλών δε λογοτριβών γενομένων περί του
τόπου των συνεδριάσεων, συνήλθαν επί τέλους όλοι εις
Άστρος διά της ισχυράς μεσολαβήσεως των αντιπροσώπων των
ναυτικών νήσων κλινόντων, ως και επί της πρώτης
συνελεύσεως, προς τους πολιτικούς· αλλά συνήλθαν ως δύο
στρατόπεδα επί λόγω ασφαλείας, διότι εθρυλλούντο
επιβουλαί και συνωμοσίαι του ενός κόμματος κατά του
άλλου. Αφ' ού δε συνήλθαν όλοι εις Άστρος, οι μεν
πολιτικοί προφυλάξεως χάριν κατέλαβαν τα Αγιαννήτικα
καλύβια, οι δε πολεμικοί τα Μελιγγιώτικα· διεχωρίζοντο δε
αι θέσεις αύται διά τινος ρύακος. Επειδή οι πολιτικοί
ήσαν και πολυαριθμότεροι και ισχυρότεροι, αι εργασίαι της
συνελεύσεως εγίνοντο προς το μέρος όπου διέτριβαν,
εκοινοποιούντο δε τοις άλλοις δι' επιτρόπων. Λόγος περί
πολιτικών αρχών δεν εγένετο επί της συνελεύσεως ταύτης ως
ουδ' επί της εν Επιδαύρω· λόγος πολύς εγένετο περί
προσωπικών ή μάλλον ειπείν κομματικών συμφερόντων. Οι
πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των,
εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως
προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς θεωρούντας αυτούς
άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν
δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως,
να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και
κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύματα διά των
εισοδημάτων των επαρχιών· επειδή δε επί των επαναστάσεων,
τουτέστιν εν καιροίς καθ' ους δεν ισχύει ο νόμος, το
ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί,
ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς
υποχειρίους των.
Αφ' ού δε άπαντες παρεδέχθησαν επί των προκαταρκτικών
συνεδριάσεων ως οργανικόν νόμον τον της Επιδαύρου υπό
τινας μόνον όρους ως προς την πολεμικήν υπηρεσίαν, και
αφ' ού εκανόνισαν τα περί των συνεδριάσεων ως και εν
Επιδαύρω, ωρκίσθησαν την 30 μαρτίου ενώπιον του επί των
εκκλησιαστικών αρχιερέως, και αναλαβόντες τας τακτικάς
των εργασίας των θυρών κεκλεισμένων κατέστησαν πρόεδρον
τον Πετρόμπεην, αντιπρόεδρον τον επίσκοπον Βρεσθένης
Θεοδώρητον, αρχιγραμματέα τον Νέγρην, και φρούραρχον τον
Γιατράκον, και τους τέσσαρας εκ του κόμματος των
πολιτικών· ώστε εξ αυτών των προοιμίων εφάνη η υπεροχή
του κόμματος τούτου. Τούτων δε γενομένων, κατήργησεν η
συνέλευσις τας κεντρικάς Αρχάς της Πελοποννήσου, της
Ανατολικής Ελλάδος και της Δυτικής· κατήργησε τον του
αρχιστρατήγου τίτλον ον έφερεν ο Κολοκοτρώνης, διώρισεν
επιτροπάς προς επιθεώρησιν του συντάγματος και των άλλων
νομών, προς σύνταξιν ποινικών και κατάστρωσιν του ετησίου
προϋπολογισμού, και διέταξε τον Κολοκοτρώνην να παραδώση
το Ναύπλιον καί τινα έγγραφα σταλέντα έξωθεν προς τας
ελληνικάς Αρχάς και κρατούμενα παρ' αυτού. Ο Κολοκοτρώνης
παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ' απεποιήθη την παράδοσιν του
φρουρίου επί λόγω, ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις,
και ότι επί τη προσεχεί συστάσει ταύτης το παρέδιδε.
Απρίλιος Την 11 απριλίου εισήχθη ο προϋπολογισμός. Την 13
επεκυρώθη το επιθεωρηθέν σύνταγμα της Επιδαύρου γενομένων
μικρών τινων μεταβολών, και εψηφίσθη ατόπως να
εγκαθιστώνται οι έπαρχοι ή ν' αποβάλλονται κοινή γνώμη
του βουλευτικού και του νομοτελεστικού. Την 14 εξεδόθη
ψήφισμα περί εκποιήοεως των εθνικών κτιρίων· εγένετο
λόγος και περί εκποιήσεως γης, αλλά δεν ενεκρίθη,
καταθορυβηθέντων των στρατιωτών πιστευόντων ότι θα
εγίνετο επ' ωφελεία των πολιτικών και των δυνατών· εις
πασιφανές δε δείγμα δυσαρεσκείας, τινές αυτών ετουφέκισαν
επί παρουσία των αντιπροσώπων τεμάχιον χαρτίου, όπου ήτο
γεγραμμένον, «εκποίησις γης». Την δε 17 εκανονίσθη το
περί αποζημιώσεων των ναυτικών νήσων, υπεβλήθη απάνθισμα
ποινικών νόμων και ανετέθη εις την επιθεώρησιν της
βουλής· προσανετέθη δε και η επιθεώρησις του περί
δικαστηρίων νόμου· και ούτως η συνέλευσις έπαυσε τας
εργασίας της την 18, ορίσασα να συγκαλεσθή τρίτη μετά
διετίαν εις αναθεώρησιν του συντάγματος, ευφημήσασα τα
επί τριετίας κατορθώματα των Ελλήνων, διασαλπίσασα κατ'
επανάληψιν την πολιτικήν του έθνους ύπαρξιν και
ανεξαρτησίαν και την σταθεράν του απόφασιν να χαθή
ελεύθερον παρά να ζήση δούλον, και ευχαριστήσασα πανδήμως
το στρατιωτικόν, το ναυτικόν και τα μέλη της παυσάσης
κυβερνήσεως, των δύο γερουσιών, και του πλανήτου αρείου
πάγου· έπαυσε δε, όπως ήρχισεν, ό εστι υπό την επιρροήν
του κόμματος των πολιτικών, διά τούτο και τα μέλη του
νέου νομοτελεστικού εξελέχθησαν εκ του κόμματος τούτου,
ήγουν, ο Χαραλάμπης, ο Ζαήμης και ο Μεταξάς υπό την
προεδρίαν του Πετρόμπεη, αρχιγραμματεύοντος του
Μαυροκορδάτου, ον τιμώσα η συνέλευσις διά την εν
Μεσολογγίω διαγωγήν του υπήντησε προσερχόμενον· η δε
εκλογή του ελλείποντος μέλους εις συμπλήρωσιν του
πενταμελούς νομοτελεστικού αφέθη εις τας τρεις ναυτικάς
νήσους. Τούτου γενομένου, μετέβη η νέα κυβέρνησις εις
Τριπολιτσάν κατ' απόφασιν της συνελεύσεως.
Δοθείσης όλης της εξουσίας εις τους πολιτικούς,
ηγανάκτησαν οι αποτυχόντες στρατιωτικοί και εμελέτησαν
την ανατροπήν των ψηφισθέντων διά θεμιτών και αθεμίτων
τρόπων. Ο χαρακτήρ τοιαύτης συνελεύσεως παρείχεν οίκοθεν
ικανάς λαβάς διενέξεων, και εντεύθεν ορμώμενοι οι
αποτυχόντες εβόων, ότι οι υπερισχύοντες εδέχθησαν ως μέλη
όσους δεν έπρεπε να δεχθώσι, και απέβαλαν όσους δεν
έπρεπε ν' αποβάλωσιν. Έμεινε δε εκτός των πραγμάτων παρά
πάσαν ελπίδα και ο Νέγρης, αν και ως αρχιγραμματεύς της
συνελεύσεως συνέπραξε μετά των υπερισχυσάντων πολιτικών.
Δεν υπέφερεν ο φιλοπράγμων και φιλότιμος ούτος ανήρ την
απραγμοσύνην και ολιγώρησιν εις ας κατεδικάσθη υπό των
φίλων του, ηνώθη μετά των αντιπολιτευομένων, ωργάνισε
τακτικώτερον την αντιπολίτευσιν ως σοφώτερος αυτών και
δεν εσυστάλη να κηρύξη άτακτα και άνομα όσα χθες
οικειοθελώς έγραψε και υπέγραψεν ως τακτικά και έννομα.
Υπό την διδασκαλίαν δε αυτού, προσδοκώντος ευμενεστέραν
τύχην παρά των χθες αντιπάλων του, και υπό την οδηγίαν
του Κολοκοτρώνη, συνήλθαν οι αντιπολιτευόμενοι εις το
χωρίον Καρυταίνης, Σελήμναν, προς συγκρότησιν άλλης
συνελεύσεως· παρηκολούθησαν δε και πάμπολλοι των
συγκροτησάντων την εν Άστρει ψευσθέντες και ούτοι των
ελπίδων των. Αλλ' η νέα κυβέρνησις, επιδεξίως
πολιτευθείσα, διεσκέδασε το εν Σιλήμνη νέφος πριν φθάση
να εκραγή. Κενή ήτον εισέτι η πέμπτη θέσις του
νομοτελεστικού· την θέσιν ταύτην επλήρωσεν αναδείξασα τον
Κολοκοτρώνην μέλος και αντιπρόεδρον αυτού, και ούτως
αφήρπασεν εκ μέσου των εναντίων της τον κομματάρχην των.
Ολίγαις δε ημέραις πρότερον εφιλιώθησαν και οι μέχρι
τούδε διαφερόμενοι Δηληγιάνναι και Κολοκοτρώναι, και εις
βεβαίωσιν της φιλιώσεώς των εσυγγένευσαν αρραβωνίσαντος
του μόλις εννεαετούς υιού του Κολοκοτρώνη, Κωνσταντίνου,
την ομήλικόν του μονογενή θυγατέρα του Κανέλλου
Δηληγιάννη. Διά του πολιτικού τούτου συνοικεσίου,
διαλυθέντος μετά ταύτα, ο μεν Κολοκοτρώνης εσκόπευε να
διαρρήξη το αρχοντολόγιον της Πελοποννήσου, οι δε
Δηληγιάνναι να ενδυναμωθώσιν επαμφοτερίζοντες.
Εν τούτοις η Πύλη παρεσκευάζετο εις καταστροφήν των
Ελλήνων. Ανεπιτήδεια εις μάχην διά τον στενόχωρον πλουν
εντός της ελληνικής θαλάσσης απέδειξεν η πείρα τα
υπερμεγέθη πλοία· διά τούτο η Πύλη ητοίμασεν εις έκπλουν
όχι πλέον δίκροτα αλλά φρεγάτας και άλλα μικροτέρου
μεγέθους· καθαιρέσασα δε και από της αρχιναυαρχίας τον
ανάξιον Μεχμέτπασαν αντικατέστησε τον Χουσρέφ-
Μεχμέτπασαν τον και Τοπάλην (χωλόν)· διέταξε δε και
πάμπολλα στρατεύματα να εισβάλωσιν εις Πελοπόννησον τα
μεν διά της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Ισούφπασαν
Περκόφτσαλην, τον άλλοτε πασάν της Βραΐλας τον
κυριεύσαντα το πρώτον έτος της επαναστάσεως το Γαλάτσι
και το Ιάσι, τα δε διά της Δυτικής Ελλάδος υπό τον
Μουσταήμπασαν, ηγεμόνα της Σκόδρας· παρήγγειλε και τον εν
Πάτραις Ισούφπασαν να στρατολογήση και ούτος εν τη
Αλβανία και μεταφέρη τους στρατολογηθέντας, διά θαλάσσης
εις Πελοπόννησον· τα δε της Κρήτης ανέθεσεν εις τον
ηγεμόνα της Αιγύπτου Μεχμέτ-Αλήν.
Η δε ελληνική κυβέρνησις απεφάσισε προς ματαίωσιν των
εκστρατειών τούτων να συστήση δύο στρατόπεδα, το μεν εν
Μεγαρίδι προς απόκρουσιν της εχθρικής εισβολής εις
Ανατολικήν Ελλάδα, το δε περί τας Πάτρας εις πολιορκίαν
αυτών, εις προφύλαξιν των αρκτικών παραλίων της
Πελοποννήσου και εις αποστολήν στρατιωτικής βοηθείας
χρείας τυχούσης κατά την δυτικήν Ελλάδα· προς ευόδωσιν δε
του σχεδίου απεφάσισε ν' αναθέση την αρχηγίαν των
στρατοπέδων εις τους νομοτελεστάς, του μεν κατά την
Μεγαρίδα εις τον πρόεδρον, τον αντιπρόεδρον και τον
Χαραλάμπην συμπαραλαμβάνοντας και τον γενικόν γραμματέα
εις τακτικήν ενέργειαν της νομοτελεστικής δυνάμεως, του
δε περί τας Πάτρας εις τον Ζαήμην και τον Μεταξάν· να
διαμείνωσι δε εν Τριπολιτσά παρά τω βουλευτικώ τα
υπουργεία· δύο δε μέλη μόνον του επί των πολεμικών
τριμελούς υπουργείου να παρακολουθήσωσι το μεν την μίαν
εκστρατείαν, το δε την άλλην. Εψηφίσθη δε και έρανος καθ'
όλην την επικράτειαν ενός εκατομμυρίου γροσίων εις
συντήρησιν των στρατοπέδων και εις κίνησιν πλοίων.
Μάιος Εν ώ δε η ελληνική κυβέρνησις κατεγίνετο σχεδιάζουσα
τα της εκστρατείας, ο εχθρικός στόλος εκ 15 φρεγατών, 13
κορβεττών, 12 βρικίων και 40 φορτηγών, εξέπλευσε του
Ελλησπόντου υπό τον Χουσρέφην την 11 μαΐου, και παραλαβών
κατά τα Μοσχονήσια και τον Τσεσμέν δεκακισχιλίους
ασιανούς, και ακολουθούμενος υπό του αλγερινού στολίσκου,
ον συνήντησεν έξωθεν Χίου και Μιτυλήνης, έρριψε την 23
άγκυραν έμπροσθεν της Καρύστου.
Οι κάτοικοι της Ευβοίας χριστιανοί, αφ' ού ανεχώρησαν
εκείθεν οι Αρειοπαγίται, εσύστησαν τοπικήν διοίκησιν και
διετήρουν και δύο στρατόπεδα, οι μεν του βορείου μέρους
υπό τον Διαμαντήν εις πολιορκίαν της Χαλκίδος, οι δε του
ανατολικού υπό τον Κριεζώτην εις πολιορκίαν της Καρύστου.
Ο οπλαρχηγός ούτος εμπόδισε τας συχνάς και ακωλύτους των
εν τω φρουρίω της Καρύστου εξόδους, συνήψε την 5 μαΐου
μάχην τρεις ώρας μακράν αυτής κατά το Βατίσι, ενίκησε,
και έστειλε 50 κεφαλάς εις Αθήνας και 3 αιχμαλώτους, ους
οι Αθηναίοι λιθοβολούντες εθανάτωσαν. Έκτοτε οι εχθροί
εκλείσθησαν εν τω φρουρίω, και πάσχοντες σιτοδείαν
εκινδύνευαν να παραδοθώσιν. Αλλ' ο φανείς στόλος
απήλλαξεν αυτούς των δεινών και εματαίωσε τους αγώνας του
Κριεζώτη· διότι τετρακισχίλιοι αποβιβασθέντες διέλυσαν
διά της συνδρομής των εν τω φρουρίω το ελληνικόν
στρατόπεδον, έδωκαν τοις εν αυτώ τροφάς, και οι μεν
διεσπάρησαν διά ξηράς εις τα χωρία, οι δε περιέπλεαν τα
παράλια καίοντες, φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες.
Εστάλησαν δε και επί 14 φορτηγών προς τους εν τη Χαλκίδι
τροφαί και πολεμεφόδια, αλλά το υπό τον Διαμαντήν
στρατόπεδον διέμεινεν αδιάλυτον.