για τούτο το συναπάντημα τόσο, που κατατρώνε τον νου τους, και
φοβούνται μήπως τους γελούν τα μάτια τους, μήπως τα λόγια τους δεν
είναι φυσική πνοή. Αλλ' όπως και αν εταράχθηκαν τα λογικά σας,
βεβαιωθήτε ότι εγώ είμαι ο Πρόσπερος, εκείνος ο ίδιος δούκας, ο οποίος
είχε διωχθή από το Μιλάνο, ο οποίος με παράδοξον τρόπο, σε τούτο
τακρογιάλι, όπου σεις ετσακισθήκετε, εβγήκε γλυτωμένος να το κυριέψη.
Φθάνει για τώρα· γιατί τούτο δεν είναι διήγηση μιας στιγμής, μήτε
αρμόζει σε τούτη την πρώτη απάντησή μας. Καλώς ήρθες, Κύριε· τούτο το
σπήλαιο είν' η Αυλή μου· εδώ έχω λίγους υπηρέτες, και εις το νησί δεν
έχω υπηκόους. Σε παρακαλώ να κυττάξης εκεί μέσα. Αφού μου ξανάδωσες τη
δουκαρχία μου, εγώ σ' ανταμείβω με πράμμα ώμορφο άλλο τόσο· βγάνω όξω
τουλάχιστο ένα θαύμα, να σ' ευχαριστήσω, όσο μ' ευχαριστάει ο θρόνος
μου.
Το έμπα του Σπηλαίου ανοίγει, και φαίνονται ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ και η
ΜΙΡΑΝΤΑ, που παίζουν τους πεσσούς.
ΜΙΡ. Γλυκέ μου φίλε, με γελάς.
ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, ακριβή μου αγάπη, δεν θα το έκανα για όλα τα καλά του
κόσμου.
ΜΙΡ. Ναι, αν ήτον για κάμποσα βασίλεια, ας μ' ελάθευες, σου έλεγα ότι
παίζεις τίμια.
ΑΛΟΝΖ. Ανίσως αυτό που βλέπω καταντήση πάλι έν' από τα δράματα του
νησιού, θα χάσω δεύτερη φορά τακριβό μου τέκνο!
ΣΕΒΑΣΤ. Ω μέγα θαύμα!
ΦΕΡΔΙΝ. Η θάλασσα, ναι, φοβερίζει, αλλά σπλαχνίζεται· αδίκως την
εκαταράστηκα. (Ο Φερδινάνδος γονατίζει μπροστά στον Αλόνζο).
ΑΛΟΝΖ. Α! όλες η ευχές ενού πασίχαρου πατρός να σε περιζώσουν! Σήκω,
και λέγε πως ήρθες εδώ.
ΜΙΡ. Ω θαύμα! Ιδές πόσα καλά πλάσματα! Ώμορφη που είναι η ανθρωπότης!
Λαμπρέ καινούριε κόσμε, ωραία πούσαι κατοικημένος!
ΠΡΟΣΠ. Για σε είναι καινούριος.
ΑΛΟΝΖ. Ποία είν' αυτή η κόρη, πού έπαιζε μαζί σου; η γνωριμία σας
μπορεί νάναι, το πολύ, από τρείς ώρες· είν' αυτή τάχα η θεά, πού μας
εχώρισε και μας ένωσε πάλι;
ΦΕΡΔΙΝ. Κύριε, θνητή είναι· όμως αθάνατη Πρόνοια ηθέλησε να την κάμη
δική μου· την εδιάλεξα όταν ήτον αδύνατο να ζητήσω συμβουλή του πατρός
μου· μήτ' έλεγα πως τον είχα· είναι θυγατέρα τούτου του ξακουσμένου
δουκός του Μιλάνου, που τόσες φορές άκουσα να δοξάζεται, και δεν τον
είχα ιδεί ποτέ· από τον οποίον έλαβα δεύτερη ζωή, και δεύτερον πατέρα
μου τον εχάρισε τούτη η κυρία.
ΑΛΟΝΖ. Η οποία έγινε θυγατέρα μου. Αλλά πόσο θέλει φανή παράδοξο, πως
πρέπει να ζητήσω συγχώρεση της θυγατέρας μου!
ΠΡΟΣΠ. Κύριε, πάψε. Ας μη βαρύνουμε την ενθύμησή μας με θλίψες
περασμένες.
ΓΟΝΖ. Εγώ έκλαια μέσα μου· για τούτο εσώπαινα έως τώρα. Σκύψετε, θεοί,
και απάνω των δύο κατεβάσετε στεφάνι ευλογημένο· γιατί σεις εγράψετε το
δρόμο, οπού μας έφερ' εδώ.
ΑΛΟΝΖ. Γένοιτο, λέγω κ' εγώ, Γονζάλε!
ΓΟΝΖ. Ο Δούκας του Μιλάνου εδιώχθηκε από το Μιλάνο, όπως το γένος του
βασιλέψη στη Νεάπολη; Ω! αναγαλλιασθήτε μ' ασυνήθιστη αναγάλλιαση!
χαράξετέ το με χρυσά γράμματα απάνω σ' αιώνιες στήλες. Εις ένα και το
αυτό ταξείδι, η Κλάριβελ εύρηκε άνδρα εις το Τούνεζι, ο Φερδινάνδος, ο
αδελφός της, μία σύντροφο εκεί, που ο ίδιος ήταν χαμένος, ο Πρόσπερος
τη δουκαρχία του σ' ένα έρημο νησί, και καθένας από μας ηύρε τον εαυτό
του ενώ είχε βγη από τον εαυτό του.
ΑΛΟΝΖ. (Προς τον Φερδιν. και την Μιράντα). Δόστε μου τα χέρια σας· ο
καϋμός και η θλίψη να σφίξουν πάντα την καρδιά, που δεν θέλει τη χαρά
σας.
ΓΟΝΖ. Γένοιτο.! Αμήν!
Ματαμπαίνει ο ΑΡΙΕΛ με τον Καραβοκύρη, και με τον πλωρήτη, που
ακολουθούν τρομασμένοι.
Κύτταξε, κύριε, κύτταξε, να και άλλοι της συντροφιάς μας! Εγώ είχα
προφητέψει ότι, αν η στερηά είχε φούρκες, τούτο το υποκείμενο δεν θα
επνιγότουν. Τώρα, βλάσφημε άνθρωπε, που στη θάλασσα δεν ηξέρεις παρά
κατάρες, στη στερηά έχασες τη γλώσσα σου; Τι νέα;
ΠΛΩΡ. Απ' όλα το καλύτερο είναι, ότι βρίσκομε γλυτωμένους τον βασιλέα
με τη συντροφιά του· δεύτερα, το καράβι μας, που εδώ και τρεις ώρες
τώχαμε παραδώσει για τσακισμένο, σώζεται γερό και ωραία ευτρεπισμένο,
απαράλλακτα ωσάν την ώρα που το πρωτορρίξαμε στο πέλαο.
ΑΡΙΕΛ. (Μοναχός του). Κύριε όλα τούτα τάκαμ' από τη στιγμή που σε
άφησα.
ΠΡΟΣΠ. (Μοναχός του). Επιδέξιο μου Πνεύμα!
ΑΛΟΝΖ. Τούτα δεν είναι πράμματα φυσικά· περισσεύουν πάντα στο
παραδοξότερο. Λέγε, πώς ήρθες εδώ;
ΠΛΩΡ. Αν επίστευα πως είμαι αλήθεια έξυπνος, θα επάσχιζα να σου το
διηγηθώ. Εκοιμώμασθε σαν νεκροί, και (το πώς, δεν ηξεύρουμε) όλοι σωρό
αποκάτου από το κατάστρωμα, όταν, προ ολίγου, παράξενες και διάφορες
βοές, μουγκρίσματα, σκουξίματα, ουρλιάσματα, και άλυσσες συρμένες, και
μύριοι ήχοι, όλοι φοβεροί, μας εξύπνησαν με μιας, ελεύθεροι· τότε μ'
όλο του το ευτρέπισμα είδαμε κ' έλαμπε το καλό βασιλικό καράβι· ο
Καραβοκύρης επηδούσε βλέποντάς το. Σε μία στιγμή, αν σ' αρέση, ωσάν στα
ονείρατα, μας εχώρισαν από τους άλλους, και μας εκουβάλησαν εδώ με
τούτα μας τα ξαφνισμένα μούτρα.
ΑΡΙΕΛ. (Μοναχός του). Επήγε καλά έτσι;
ΠΡΟΣΠ. (Μοναχός του) Θαυμαστά, ξυπνάδα μου. Λαβαίνεις την ελευθεριά
σου.
ΑΛΟΝΖ. Άνθρωπος δεν επάτησε ποτέ παρόμοιο λαβύρινθο· και εις όλα τούτα
είναι κάτι που η φύσις δεν επροξένησε ποτέ. Κάποιο μαντείο πρέπει να
μας φωτίση.
ΠΡΟΣΠ. Κύριέ μου, μη βασανίζης το πνεύμα σου με το να ερευνήσης αυτά τα
παράδοξα. Με πρώτη ευκαιρία (και θέλει τύχη γλήγορα) εγώ σου ξεδιαλύνω,
ένα προς ένα, όσα εσυνέβηκαν, εις τρόπον ώστε θα τα εύρης όλα πιθανά.
Ωστόσο έχε καλή καρδιά, και παύσε τον φόβο. — (Παράμερα). Έλα δω,
πνεύμα, ελευθέρωσε τον Κάλιμπαν με τους συντρόφους του· λύσε τα μαγια.
(Ο ΑΡΙΕΛ βγαίνει). Τι κάν' η Υψηλότης σου; λείπουν ακόμη από τη
συντροφιά σας κάποια ανάποδα παιδιά, που λησμονήσετε.
Ματαμπαίνει ο ΑΡΙΕΛ τραβώντας μέσα τον ΚΑΛΙΜΠΑΝ, τον ΣΤΕΦΑΝΟ και τον
ΤΡΙΝΚΟΥΛΟ, ντυμένους με τα κλεμμένα φορέματα.
ΣΤΕΦΑΝ. Κάθε άνθρωπος ας φροντίζη για τους άλλους, και κανείς ας μη
γνοιάζεται για τον εαυτό του· γιατί όλα είναι της τύχης. Αντριέψου!
τέρας, αντριέψου!
ΤΡΙΝΚ. Αν αυτά πώχω στο κεφάλι μου είναι καλοί κατάσκοποι, τούτο είναι
ένα λαμπρό θέαμα!
ΚΑΛΙΜΠ. Ω Σέτεβε! τούτα είν' άξια πνεύματα τωόντι! Πώς γυαλίζει ο
κύριος μου! φοβούμαι θα με παιδέψη.
ΣΕΒΑΣΤ. Α! Α! τ' είν' τούτα; Κύριε μου Αντώνιε, είναι για πούλημα;
ΑΝΤΩΝ. Ως φαίνεται· έν' απ' αυτά είναι φανερό ψάρι, και άσφαλτα για το
φόρο.
ΠΡΟΣΠ. Παρατηρήσετε εκείνα που φορούνε, και ύστερα πέστε πόση τιμή
έχουν απάνω τους αυτά τα υποκείμενα. Τούτος ο κακόμορφος κατέργαρος
εγεννήθη από μία στρίγλα, και μία στρίγλα τόσο φοβερή, που εβίαζε το
φεγγάρι, κ' εκυβερνούσε όπως ήθελε τα κύματα, ν' ανεβούν και να
κατεβούν, δίχως τη δύναμή του. Τούτ' οι τρεις μ' εκλέψανε, και εκείνος
ο μισοδαίμονας (γιατί είναι νόθος) έκαμε το ένα του μ' αυτούς για να
μου πάρη τη ζωή. Οι δύο πρέπει να ομολογήσετε ότι είναι δικοί σας·
τούτο το πράμμα του σκότους το αναγνωρίζω για δικό μου.
ΚΑΛΙΜΠ. Ω θανάσιμες τσιμπιές που καρτερώ!
ΑΛΟΝΖ. Δεν είναι αυτός ο Στέφανος; ο μέθυσος κελλάρης μου;
ΣΕΒΑΣΤ. Μεθάει ολοένα· πού ηύρε το κρασί;
ΑΛΟΝΖ. Μήτε ο Τρίνκουλος βαστιέται· που να ευρήκανε το πιοτό, που τους
ερρόδισε; πώς αρτύσθηκες έτσι;
ΤΡΙΝΚ. Από την ώρα που σας άφησα αρτύσθηκα τόσο καλά, που την μύγα δεν
την έχω χρεία.
ΣΕΒΑΣΤ. Ε, Στέφανε!
ΣΤΕΦΑΝ. Α! μη με 'γγίξης· δεν είμαι Στέφανος, μόνο πατόκορφα ένα
μούδιασμα.
ΠΡΟΣΠ. Ήθελες νάσαι βασιλέας του νησιού, κατέργαρε;
ΣΤΕΦΑΝ. Θελάμουνα βέβαια ένας πικρός βασιλέας.
ΑΛΟΝΖ. Δεν είδα ποτέ πράμμα τόσο αλλόκοτο (δείχνοντας τον Κάλιμπαν).
ΠΡΟΣΠ. Στραβός είναι στα ήθη του καθώς εις τη μορφή του. Πήγαινε,
σκλάβε, στο σπήλαιο μου, πάρε μαζί σου και τους συντρόφους σου· και αν
επιθυμάς να σε συμπαθήσω, ευτρέπισέ το ώμορφα.
ΚΑΛΙΜΠ. Μάλιστα, κ' εδώ κ' εμπρός θα κάνω φρόνιμα, θα πασχήσω να
κερδίσω την αγάπη σου. Χοντρό γαϊδούρι που ήμουνα να κάνω θεό εκείνον
τον μεθύστακα! να λατρεύω αυτό ξόανο!
ΠΡΟΣΠ. Σύρε· φεύγα.
ΑΛΟΝΖ. Σύρτε· και βάλτε τα φορέματα όπου τα βρήκετε.
ΣΕΒΑΣΤ. Λέγε καλύτερα, όπου τάκλεψαν.
Βγαίνουν ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ, ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ και ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ
ΠΡΟΣΠ. Κύριε, προσκαλώ την Υψηλότητά σου και τη συνοδία σου εις το
φτωχό μου σπήλαιο· όπου θ' αναπαυθήτε τούτη τη νύκτα μοναχά, μέρος της
οποίας θα περάσουμε μ' ένα διήγημα που, είμαι βέβαιος, θα κάμη να
φεύγουν η ώρες· την ιστορία της ζωής μου, και τα μερικά περιστατικά,
που μου 'λαχαν, αφού έφθασα εις τούτο το νησί· και άμα ξημερώση, θα σας
φέρω στο καράβι σας, και μ' αυτό στη Νεάπολη, που ελπίζω να ιδώ να
τελεσθή των δύο μας ακριβαγαπημένων ο γάμος· και εκείθε ν' αποτραβηχθώ
στο Μιλάνο, όπου των φροντίδων μου το ένα τρίτο θα το αφιερώσω του
τάφου μου.
ΑΛΟΝΖ. Ποθώ δυνατά ν' ακούσω την ιστορία της ζωής σου. Πρέπει να δένη
θαυμάσια την ακοή.
ΠΡΟΣΠ. Θα τα φανερώσω όλα· και σας τάζω ατάραχη τη θάλασσα, δεξιούς
τους ανέμους, και τόσο καλό το αρμένισμα, να προφθάσουμε τον βασιλικόν
στόλον σου, πού εμάκρυνε πέρα. — Άριελ μου, πουλάκι μου, αυτό είναι
έργον σου· ύστερα, με τα στοιχεία· μείν' ελεύθερος, και χαίρου!
(Παράμερα). Παρακαλώ, σίμωσ' εδώ. (Βγαίνουν).
Τ Ε Λ Ο Σ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τον εκφωνεί ο Πρόσπερος).
Τώρα τα μάγια μου είν' όλα χαλασμένα, και δεν έχω παρά τη δική μου
δύναμη, και αυτή είναι ολίγη. Τώρα είναι βέβαιο ότι στην εξουσία σας
στέκεται να με περιορίσετε εδώ ή να με στείλετε στη Νεάπολη. Αφού
εξανάλαβα τη δουκαρχία μου, και εσυγχώρεσα τον επίβουλο, ας μη με
κλείση εις τούτο το γυμνό νησάκι η μαγεία σας· αλλά λύστε με με τα καλά
σας χέρια. Μία καλοπροαίρετη πνοή σας πρέπει να φουσκώση τα πανιά μου,
διαφορετικά ο σκοπός μου χάνεται, και αυτός ήτουν, ν' αρέσω. Τώρα μου
λείπουν πνεύματα να προστάζω, τέχνη να μαγεύω, και το τέλος μου είναι η
απελπισία, αν δεν με σώσ' η Δέησις, πώχει άρματα τόσο δυνατά, ώστε
πολιορκεί, και στενεύει το θείον Έλεος και από κάθε πταίσμα μας λυεί.
Έτσι και σας να σας αφεθούν η αμαρτίες σας, ευχαριστηθήτε να μ'
ελευθερώσετε.
ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΣ ΤΗΝ "ΤΡΙΚΥΜΙΑ„
Ενώ προσφέρω εις τους ομογενείς μου την μετάφρασιν αξιολόγου δράματος
του μεγάλου Σαίξπηρ, μου συμφέρει να παρακινήσω τον αναγνώστη να
εμβαθύνη εις την ουσία του, ίσως, μαγεμμένος από τα κάλλη της ιδέας,
που το ζωογονεί, μου γνωρίση χάρη ότι τον έκαμα μετοχο του πολύτιμου
θησαυρού, και μου συγχωρέση τα πολλά ελαττώματα της μεταφράσεως, έως να
κάμη άλλος άλλη καλύτερη.
Θαυμάζεται εις την «Τρικυμία» η τεχνική οικονομία του δράματος, μ' όλον
ότι, καθώς ορθά επαρατηρήθηκε, λείπει η πλοκή. Η πλοκή, η οποία
ζητάται, υπάρχει εις όσα συνέβηκαν πριν αρχίση η πράξις· και τούτη πάλι
άλλο δεν είναι ειμή η λύσις εκείνης της πλοκής. Και τωόντι, η αντίθετη
κατάστασις των ατόμων, που ενεργούνε ή πάσχουνε εις το δράμα, εγεννήθη
εις τον περασμένον καιρό, και ο ποιητής εφρόντισε να την φανερώση
καθαρά εις την διήγηση, την οποίαν κάνει ο Πρόσπερος της θυγατρός του,
και η οποία, σιμά εις τάλλα, χρησιμεύει ως πρόλογος εις την ερχόμενη
πράξη. — Ένα παλαιό μεγάλο αδίκημα έμεινε ατιμώρητο· έφθασε η ώρα να
παιδευθούν οι κακούργοι, και να λάβουν οι αθώοι την ανταμοιβή τους.
Τότε η βουλή της Θείας Πρόνοιας εκτελείται εις το δράμα.
Η εκπλήρωσις αυτής της ηθικής ανάγκης, με άλλα λόγια η λύσις της
πλοκής, ευρίσκεται εις τα χέρια του ιδίου αδικημένου ατόμου· και το
μέσο για να πιτύχη αυτό το τέλος είναι ένα υπερφυσικόν όργανον, η
μαγεία, — το μόνον άξιον ν' ανταποκριθή εις το νόημα, που γεννάται εις
αυτή τη μεγάλη ψυχή. Αλλά θέλει φανή ότι, εάν από ένα μέρος τούτο το
φοβερό εργαλείο ημπορή να θεωρηθή ως το μέτρον του ύψους του
υποκειμένου, που το μεταχειρίζεται, από τάλλο, αυτό δεν βιάζει διόλου
τα φυσικά ιδιώματα του ανθρώπου· επειδή, ενώ φαίνεται ότι όλα τα
υποκείμενα του δράματος υποτάσσονται εις εκείνη την παντοδύναμη και
μυστική μαγεία, αυτά πραγματικώς ενεργούν σύμφωνα με την φύση.
Ο Πρόσπερος· άμα η τύχη του επαράδωσε τους εχθρούς του, μορφώνει το
σχέδιο της υψηλής του εκδικήσεως, και προς τούτο δίνει γένεσιν εις δύο
πράξες, που σύγχρονα και χωριστά προχωρούν συντρέχοντας εις το
διωρισμένο τέλος. Η μία είναι η ένωσις της θυγατρός του με τον υιο του
παλαιού εχθρού του. Ο Πρόσπερος προδιαθέτει την τρυφερή καρδία της
κόρης, όπου γλήγορα πρέπει να φυτρώση η αγάπη, με το &φοβερό θέαμα τον
καταποντισμού, που εγγίζει μέσα της όλη τη δύναμη της λύπης·& επειδή
αυτή μέλλει γλήγορα να γνωρίση τον κόσμο, με τα κακά του, την αγάπη, με
τους κινδύνους της, ο φρόνιμος πατέρας, ο οποίος έως τότε δεν ηθέλησε
να ταράξη την αθόλωτη γαλήνη εκείνης της ψυχής, τώρα αναγκάζεται να της
διηγηθή όσα αυτοί υπέφεραν από την αδικία των ανθρώπων, πόσο πάλι τους
ωφέλησε η αγαθοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος είχε προσταγή να τους
παραδώση αλύπητα εις τον αφανισμό, πώς η Θεία Πρόνοια τους εφύλαξε, και
τέλος, να της ενθυμίση πόσον αυτή χρωστάει εις τον πατέρα, ο οποίος,
εις την έρημο, εδυνήθηκε να καλλωπίση το πνεύμα της, και να μορφώση
ηθικά την ψυχή της. Εις αυτή τη θαυμαστή διήγηση φανερώνεται η παλαιά
και δίκαιη αγανάκτησις, την οποίαν αισθάνεται κατάκαρδα ο Πρόσπερος για
την αχρειότητα των εχθρών του· όμως το αίσθημα της έχθρας δεν χωράει
εις την καρδιά της Μιράντας· αυτή, ακούοντας την θλιβερήν ιστορία,
μόνον κλαίει τα παθήματα του πατρός της, και ενώ δεν προφέρει κανένα
λόγο πικρό για τους κακοποιούς, δεν βλέπει την ώρα να γνωρίση τον
ευεργέτη! Αλλά η βαθεία συγκίνησις, που της προξενούν τα περασμένα
πάθη και η αδικίες, δεν αρκεί να σβύση την άλλη φρικτήν εντύπωση της
τρικυμίας, ουδέ την ησυχάζουν τα λόγια του_ πατρός, εις τον οποίον
εσυνήθισε ν' αναπαύεται πάντοτε η ψυχή της· &αυτός ο στοχασμός δεν
αφίνει ανασασμό·& βέβαια, επειδή αυτή δεν δύναται να συμβιβάση με την
άκρα ημερότητα και φιλανθρωπία του πατρός της τον εξολοθρευτικόν
χαρακτήρα εκείνης της πράξεως, και με το θάρρος μιας αγγελικής ψυχής
θέλει να τον βιάση να την δικαιολογήση. Η ευαίσθητη κόρη λυγίζει
αποκάτω εις τόσες νέες και λυπηρές εντύπωσες, και εις αυτή τη φυσική
της διάθεση εύκολα ενεργάει η μαγική δύναμη του Πρόσπερου, ο οποίος την
αποκοιμίζει, όπως επαναφέρη την γαλήνην εις την ταραγμένη ψυχή της.
Άμα προετοίμασε την θυγατέρα όπως αρμόζει του σκοπού του, ο Πρόσπερος
κράζει τον αέριον υπηρέτη του, τον Άριελ, και αφού πρώτα επληροφορήθηκε
ότι τούτος εκτέλεσε πιστά τες διαταγές του, εις τρόπον ώστε η τρομερή
τρικυμία, ενώ εχώρισε τους εχθρούς του από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, τους
έβγαλε όμως άβλαπτους εις το έρημο νησί, ετοιμάζεται να εξακολουθήση το
έργον του, με το πνεύμα.
Κ' εδώ ο ποιητής, ο οποίος εργάζεται με ομηρική αταραξία, διακόπτει
μίαν στιγμή την πράξη του δράματος· χρειάζεται να φανερωθή κατά βάθος η
σχέσις του Πρόσπερου με το πνεύμα, και να εξηγηθή καθαρά η προθυμία, με
την οποίαν εκείνο κάνει έως το τέλος όλα τα θελήματα του κυρίου του.
Αρμόζει εις την φύση του Άριελ, ο οποίος ανήκει εις τα πνεύματα του
αέρος, να μην υποφέρη την υποδούλωση και να ζητάη ανυπόμονα την
ελευθερία του· αλλά ο Πρόσπερος τον αναγκάζει πάλι να τον υπηρετήση με
ζήλο, διότι όχι μοναχά ως μάγος δύναται να τον υποτάξη, αλλά τον έχει
και ηθικά δεμένον με μία μεγάλη ευεργεσία, επειδή ο Άριελ του χρωστάει
την ελευθερία του. — Κ' εδώ δεν ημπορεί κανείς να μη μείνη πολλή ώρα
προσηλωμένος εις τούτη τη ζωντανή και αθάνατη εικόνα· της μιαρής
στρίγλας, η οποία αφαιρεί εις ένα αξιόλογο και άκακο πνεύμα την
πολύτιμη ελευθερία, και το παιδεύει με ανήκουστο μαρτύριο, επειδή αυτό
δεν έστεργε να συμμορφωθή με τη μαύρη ψυχή της, — και του αγαθοποιού
μάγου, ο οποίος το γλυτώνει και το κρατεί εις την υπηρεσία του, όπως
κατορθώση με το μέσον του υψηλά και άγια νοήματα. — Αυτός λοιπόν ο
δεσμός της ευγνωμοσύνης κατασταίνει γλυκειά και δίκαιη την εξουσία του
Πρόσπερου απάνω εις το πνεύμα· πρόσθεσε ότι ο Πρόσπερος του τάζει να το
ελευθερώση γλήγορα, και θέλει εύρης πλέρια δικαιολογημένη τη χαριτωμένη
ετοιμότητα με την οποία το πνεύμα, αν και φυσικά φιλελεύθερο,
ανταποκρίνεται εις το παραμικρό νεύμα του κυρίου του.
Αφού έστειλε τον Άριελ να του φέρη εκεί τον υιο του βασιλέα, με τον
τρόπον, που ο ίδιος του δείχνει, ο Πρόσπερος θα ενεργήση με αισθητικό
μέσον εις την ψυχή της θυγατρός του, και κράζει μπροστά της τον
Κάλιμπαν, — τον οποίον αυτή αποφεύγει, επειδή εγνώρισε εις αυτόν
ενωμένη την ηθική ασχημάδα με τη σωματική, — όπως τόσο προθυμότερα και
διψασμένα ορμήσουν η καρδιά και τα μάτια της ν' αναπαυθούν εις την καλή
μορφή και εις την ευγενική ψυχή του νέου, που θα προβάλη σιμά της. — Με
τούτη την αφορμή, ο ποιητής ξεσκεπάζει τη σχέση του Πρόσπερου με τον
Κάλιμπαν, εις την οποία φανερώνεται πάλι ποίος είναι ο Πρόσπερος·
αγκαλά θυσιασμένος από την κακία των ανθρώπων, εφύλαξε ακέραιο εις την
ψυχή του ένα ακλόνητο θάρρος εις το Καλό, και εις τάγριο τέρας, που
απάντησε εις το έρημο νησί, εσεβάσθηκε το ίχνος της ανθρώπινης μορφής,
κ' έλπισε, και με άκραν υπομονή επάσχισε να ημερώση την ψύχη του και να
τον καταστήση όμοιόν του· αλλά το τέκνο της κακόπαικτης στρίγλας και
του δαίμονος είναι ύλη, η οποία δεν υποφέρει το πνεύμα, που πολεμάει να
την υποτάξη εις την ζωηφόρον ενέργειάν του. Άγριος ακαταδάμαστος,
κουφός εις τον λόγον, περιωρισμένος εις το να υπακούη τες φυσικές
ορμές, και να δέχεται τες εντύπωσες της εξωτερικής φύσεως, ο Κάλιμπαν
είναι ένα όν τέλειο εις το είδος του, το οποίον ο ποιητής δεν ηύρε εις
την φύση, αλλά το έπλασε μ' έναν οργανισμόν τόσο αναγκαίον και σύμφωνον
εις τα μέρη του, ώστε δεν φαίνεται αφύσικο, και δικαίως εθαυμάσθηκε ως
ένα από τα πρωτότυπα και ποιητικότερα γεννήματα του νοός του { } — Ο
Πρόσπερος απομακρύνει τον Κάλιμπαν εις την στιγμή, που θα φθάση ο υιός
του βασιλέα να συναπαντηθή με την θυγατέρα του. Εύκολα ερωτεύονται οι
δύο νέοι, καθώς επιθυμεί ο Πρόσπερος, και η έξαφνη αγάπη, ενώ φαίνεται
έργον της μαγείας, εξηγείται πάλι με λεπτά ψυχολογικά αίτια και εις
τους δύο αγαπημένους. Κατά την προσταγή του Πρόσπερου, ο Άριελ
επλησίασε εις τον Φερδινάνδο, που έκλαιε τον πατέρα του· με τους ήχους
μιας ουράνιας μουσικής καταπαύει ολόγυρά του την ταραχή της φύσεως, και
σταλάζει μέσα του γλυκύτατη μελαγχολία· μ' ένα μυστικό τραγούδι του
αφαιρεί κάθ' ελπίδα, εις τρόπον ώστε ο νέος σχεδόν έχει την βεβαιότητα
ότι έμεινε ορφανός και μόνος, αλλά και ελεύθερος, εις τον κόσμο· εις
αυτή τη διάθεση της ψυχής του πώς να μην έχη ακαταμάχητη δύναμη η
αγγελική μορφή της Μιράντας, και η άκρα συμπάθεια, που αυτή εξηγεί για
τες συμφορές του; Με άλλη τόση ευκολία βλασταίνει η αγάπη εις την ψυχή
της Μιράντας, εις την οποίαν η ωραιότης του λυπημένου νέου, ο οποίος
άμα την είδε βάνει στα πόδια της το βασιλικό στεφάνι, ο κίνδυνος, από
τον οποίον εσώθη, και αυτή η ανεξήγητη οργή του πατρός της· συντρέχουν
να σπρώξου το πάθος εις την ακμή του. Αλλά ο φρόνιμος πατέρας θα
γνωρίση αν είναι γερή η ρίζα αυτής της αγάπης και υποτάζει τον υιον του
βασιλέα εις δύσκολες δοκιμές· ο νέος δεν ημπορεί ν' αντισταθή, δεμένος
από τη μαγική δύναμη του Πρόσπερου, ή καλύτερα από την αγάπη, η οποία
δύναται εις την ψυχή του περισσότερο παρά το μίσος της δουλείας.
Η &ένωσις &τούτων των δύο πολυτίμων ψυχών& τελειοποιείται εις μίαν άλλη
σκηνή, που οι δύο νέοι εκφράζουν ανεμπόδιστα και ελεύθερα τα αισθήματά
τους. Αυτή αρχίζει μ' ένα υψηλό μονόλογο του Φερδινάνδου· ενώ το σώμα
του σκύφτει μηχανικά εις το δουλικόν έργο, η βασιλική καρδιά του
ευρίσκει παρηγορίαν εις ανώτερα νοήματα και εις την αγάπη. Εις τον
διάλογο, που ακολουθεί, φανερώνεται, εις όλη τη δύναμη της· από ένα
μέρος, ο έρωτας του νέου· ο οποίος εβγήκε άφθαρτος μέσ' από τη διαφθορά
του κόσμου, και δέχεται εις την ψυχή του την εντύπωση της άβλαπτης
παρθενικής φύσεως, τόσον ακέραια και θερμά, ώστε εις την λατρεία της
θυσιάζει και αυτή τη βασιλική αξιοπρέπεια, την οποίαν άδικα βλέπει
καταπατημένη· και από τάλλο, η αγάπη της κόρης, η οποία πρωτακούει τα
τρυφερά αισθήματα, και τα ομολογεί με άτεχνη χάρη, και νικημένη από τα
παθητικά λόγια του αγαπημένου, ταπεινά του χαρίζει την καρδιά της. Η
ερωτεμμένη κόρη απομακραίνεται θεληματικώς, καθώς την παρακινεί η
φυσική σεμνότης, από την στιγμή που έσμιξε το χέρι του αγαπημένου νέου.
Ο Πρόσπερος τους ακούει και τους βλέπει, και με την πατρικήν ευχή του
σφραγίζει τον άγιον εκείνον δεσμό, και ύστερα τον εορτάζει με τα
χαρμόσυνα πλάσματα της μαγείας του.
Σύγχρονα με τούτην την πράξη, ξετυλίγεται μία άλλη, η οποία συμπληρώνει
το σχέδιο του Πρόσπερου· η τιμωρία των εχθρών του. Ο Πρόσπερος παιδεύει
τον βασιλέα της Νεάπολης με την βεβαιότητα ότι έχασε τον μονάκριβόν
του κληρονόμο· εις τους άλλους δύο κακούργους δίνει αφορμή να
φανερώσουν τες πλέον κρυφές βδελυρές επιθυμίες της ψυχής των, και
έρχεται ώρα, που με τούτο το φρικτό μυστικό αυτός θα πληγώση θανάσιμα
την αναίσθητη συνείδησή τους· η τιμωρία λοιπόν είναι όλη ηθική, και
παρμένη από την ίδια φύση των υποκειμένων, που την υποφέρουν. Ποία
δικαιότερη και τρομερώτερη μάστιγα εις τον κακούργον άνθρωπο παρά το να
ξεσκεπασθούν ταπόκρυφα της ψυχής του; Ο Άριελ, κατά την προσταγή του
Πρόσπερου, αποκοιμίζει τον βασιλέα και τους αυλικούς του, και αφίνει
έξυπνους τον Αντώνιο, και τον Σεβαστιανό· ύστερος αποκοιμιέται ο
βασιλέας, διότι η μαγική ενέργεια του πνεύματος ευρίσκει μεγαλύτερη
αντίσταση εις την λύπη, που κατακυριεύει την καρδιά του πατρός. Ο
Αντώνιος, εις του οποίου την ψυχή άλλο αίσθημα δεν βασιλεύει ειμή
εκείνο της φιλαρχίας, θέλει να ελευθερωθή από την στανικήν προσκύνηση,
με την οποίαν είχε αγοράσει την βοήθεια του βασιλέα της Νεάπολης εις
την αρπαγή του· και με λεπτότατη τέχνη σέρνει όπου θέλει αυτός την
&οκνηρή& ψυχή του Σεβαστιάνου, ο οποίος γίνεται εργαλείο του δίχως να
το καταλάβη. Ο Πρόσπερος όμως προφθαίνει να εμποδίση το μελετημένο
κρίμα, εις το οποίον εφάνηκε η σκληρή και αμετανόητη καρδιά των δύο
κακούργων· και με τη φοβερή φωνή της θείας δίκης, που εικονίζεται από
τον Άριελ, τους φέρνει εις την άκραν απελπισία, και ξυπνάει τη
μετάνοια, η οποία εκοιμότουν εις την ψυχή του Αλόνζου. Χάνουν και οι
τρεις τον νου τους: και εις αυτούς η τρέλλα, ενώ φαίνεται έργον της
μαγείας του Πρόσπερου, είναι καθώς λέγει ο Γονζάλος, &το μέγα κρίμα
τους, που ωσάν ένα φαρμάκι, που εδόθη για να ενεργήσει με μάκρος
καιρού, αρχινάει να νικήση τα λογικά τους.&
Αφού ο Πρόσπερος ενέργησε εις τα διάφορα άτομα εις τρόπον ώστε, χωρίς
αυτά να το ξέρουν, συνέργησαν εις τον υψηλό σκοπό τους, η βαθεία ψυχή
του στρέφεται εις τον εαυτό της και προετοιμάζεται εις την απαθή
συναπάντηση με τους εχθρούς του· θεληματικώς γδύνεται από την
υπερφυσική δύναμη, την οποίαν είχε αποκτήσει, βέβαια φοβούμενος μήπως
αυτή καμμία φορά καταντήση φθοροποιά, εις τα φθαρτά χέρια του ανθρώπου.
Ελευθερώνει τους εχθρούς του, και βλέπει θαυμαστά πιτυχημένο το σχέδιό
του· η μετάνοια αναγέννησε τον βασιλέα της Νεάπολης· η παλαιά έχθρα,
που έως τότε είχε πλακώσει τη φυσική του γενναιότητα, έδωσε τόπον εις
την αγάπη, και με τη δύναμη της μετάνοιας αυτός υψώνεται εις το νόημα,
που ελεύθερα έπλασε ο Πρόσπερος, την ένωση του τέκνου του με το τέκνο
του εχθρού του.
Η φιλίωσις του Πρόσπερου με τον βασιλέα στηρίζεται εις την ευγένεια της
ψυχής, αλλά επειδή εις τους άλλους δύο εχθρούς του αυτή δεν υπάρχει,
μάταια ήθελε είναι με αυτούς η φιλίωσις, ώστε άλλο δεν μένει του
Πρόσπερου παρά να χαλινώση με αυστηρά λόγια την ακαταδάμαστη κλίση τους
εις το κακό.
Ποτέ ίσως η ποίησις δεν έπλασε ένα χαρακτήρα τόσο βαθύν και υψηλόν,
όσον είναι εκείνος του Πρόσπερου· ενώ εις την ψυχή του δεν κοιμούνται,
αλλά μάλιστα ευρίσκονται εις όλην την ενέργειάν τους τανθρώπινα πάθη,
αυτά υποτάσσονται όλα εις τον λόγον, και από τούτον τον θρίαμβον του
λόγου πηγάζει μία πράξη, η οποία μετέχει της θείας δυνάμεως και
μακροθυμίας. Το ύψος τούτου του υποκειμένου μετριέται καλύτερα με την
παράθεση των άλλων ατόμων, — της Μιράντας, του Φερδινάνδου, του
Γονζάλου και του Αλόνζου —,εις τα οποία υπάρχει, πλέον ή ολιγώτερον, η
ηθική ευγένεια, αλλά δεν έφθασε εις τέλειαν ηθικήν ελευθερία· και με
την δυνατήν αντίθεσιν, η οποία φαίνεται εις τον Αντώνιο και Σεβαστιανό,
των οποίων η φιλαυτία έσβυσε κάθε άλλο αίσθημα, και απολίθωσε την
καρδιά, — και εις τον Κάλιμπαν, εις τον οποίον λείπει διόλου η ηθική
ελευθερία, και κυριεύει η τυφλή ανάγκη της φύσεως. Με τέτοιον τρόπον η
διάφορες μορφές, που φαίνονται εις το δράμα, εάν και κάποιες είναι
άδετες με την εξωτερική του οικονομία, συντρέχουν όλες να διαφωτίσουν
τη μεγάλη μορφή, που εξέχει, και εις την οποίαν ο ΣΑΙΞΠΗΡ έδωσε τον
τύπον της ανθρωπίνης τελειότητος
Ο Μεταφραστής
Κέρκυρα τη 3 Αυγούστου 1855.
} Αναγκαία εις την πολυσήμαντη εικόνα είναι και τούτη η μορφή, και τα
χαρακτηριστικά της συμπληρώνονται εις ένα κωμικό μέρος του οράματος· —
εκεί φαίνονται, η μωρία του όταν υποτάσσεται θεληματικώς εις τον ανόητο
μεθύστακα, για το &ουράνιο πιοτό&, που βαστάει, η αξιογέλαστη φιλαυτία
του, όταν γίνεται άσπονδος εχθρός του Τρίνκουλου, που τον αναπαίζει,
και η απονία του, ενωμένη με μία μεγάλη δειλία, όταν υπαγορεύη του
Στέφανου, με πόσους σκληρούς τρόπους δύναται να φονεύση τον μάγον ενώ
κοιμάται.