ΑΡΙΕΛ. Εσείς είσθε τρεις κακούργοι, και η Μοίρα (της οποίας ετούτος ο

κάτω κόσμος μ' όσα έχει μέσα του είναι όργανο) έκαμε τη θάλασσα να σας

ξεράση μέσ' από τον αχόρταγο βυθό της, εις τούτο το νησί, που άνθρωπος

δεν κατοικάει, ανάξιοι καθώς είσθε με ανθρώπους να συζήτε. Εγώ σας

επήρα τον νου. (Βλέποντας τον Σεβαστιανό, τον Αλόνζο και τους άλλους να

ξεσπαθώνουν). Εκείνη καθ' αυτό είναι η ανδρεία, που κάνει τους

ανθρώπους και πνίγονται, και κρεμούνται μοναχοί τους. Μωροί! Εγώ και οι

σύντροφοί μου είμαστε της Μοίρας υπουργοί· τα σπαθιά σας είναι ύλη, που

όσο είν' ικανή να λαβώση τους βροντόφωνους ανέμους, ή με κούφια

κτυπήματα τάσχιστα νερά να θανατώση, τόσο δύναται να πειράξη του φτερού

μου το χνούδι· οι συνυπηρέταις μου είν' ομοίως απλήγωτοι· αλλ' ανίσως

και ήσαστε ικανοί να βλάψετε, τώρα εκείνα τα σπαθιά σας έγιναν βαρυά,

και δεν τα σηκώνετε. Αλλά θυμηθήτε (ετούτος με σας είν' ο σκοπός μου)

πως σεις οι τρεις εδιώξετε από το Μιλάνο τον αγαθό Πρόσπερο. Του πελάου

(που σας το επλέρωσε) τον επαραδώσετε με τακριμάτιστο βρέφος του· γι'

αυτή τη μαύρη πράξη, η Δύναμες, χρονίζοντας, όχι αλησμονώντας, εκίνησαν

θάλασσες και στερηές, ναι, και τα πλάσματ' όλα, ωργισμένα με σας, να

σας καταπολεμήσουν. Εσέν', Αλόνζε, επήραν τον υιο σου, και με το στόμα

μου αποφασίζουν, αργός αφανισμός (χειρότερος απ' άλλον κακόν έξαφνον

θάνατο), πάτημα προς πάτημα, όπου στρίψετε, να σας παραστέκη· που για

ν' αποφύγετε τες όργητές τους, (που αλλιώς εδώ σας πλακώνουν, στο έρμο

τούτο νησί) άλλος τρόπος δεν είναι, ειμή καρδίας κατάνυξη, και άδολη η

επίλοιπη ζωή σας.

Γίνετ' άφαντος μέσα στες βροντές· έπειτα με γλυκεία μουσική

ματαμπαίνουν η Μορφές, και χορεύοντας και κάνοντας διάφορα σχήματα

παίρνουν το τραπέζι.

ΠΡΟΣΠ. (Παράμερα). Άξια επαράστησες τα σχήμα αυτής της Αρπυίας, Αριέλ

μου· ήταν χαριτωμένη ενώ εκατάτρωγε. Από την παραγγελία μου δεν άφησες

το παραμικρό, εις ό,τι είχες να ειπής· και ιδού με καλή ζωή, και με

θαυμάσια προσοχή, οι πλέον κατώτεροι υπηρέταις μου ενέργησαν καθένας

εις το είδος τους. Η υψηλές μαγείες μου δουλεύουν, και τούτοι οι εχθροί

μου είναι όλοι πιασμένοι στου νου τους από την πλάνη· τώρα τους κρατώ·

έτσι παρμένους τους αφίνω, και πηγαίνω να εύρω τον νέον Φερδινάνδο

(που, στοχάζοντ' επνίγηκε) και την αγαπημένη του μονάκριβή μου

θυγατέρα.

Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ αποπάνω φεύγει.

ΓΟΝΖ. Εις τόνομα του Υψίστου, Κύριε, τι στέκεσαι μ' αυτό τακίνητο

βλέμμα;

ΑΛΟΝΖ. Ω φρίκη! ω φρίκη! φαίνεταί μου· τα κύματα είχαν μιλιά, και μου

τώλεγαν· οι αέρηδες μου τώψαλλαν· και η βροντή, το βαθύ κείνο και

τρομερόν όργανο, επρόφερνε του Πρόσπερου τόνομα· καταβοούσε ως κ'

εκείνη το ανόμημά μου· γι' αυτό ο υιός μου έχει κρεββάτι τον άμμο· κ'

εγώ θα πάω σε βάθη οποία ποτέ δεν έπιασε το σκανδήλι, να τον εύρω, και

να κοίτωμαι μαζί του εκεί σκεπασμένος. (Βγαίνει).

ΣΕΒΑΣΤ. Ένα, ένα δαίμονα τη φορά, καταπολεμώ τους λεγεώνες τους.

ΑΝΤΩΝ. Έχε με μάρτυρα στη μονομαχία. (Ο Σεβαστ. και ο Αντών. βγαίνουν}.

ΓΟΝΖ. Είν' απελπισμένοι και οι τρεις· το μέγα τους κρίμα, ωσάν ένα

φαρμάκι που εδόθη για να ενεργήση με μάκρος καιρού, τώρ' αρχινάει να

νικήση τα λογικά τους. Παρακαλώ σας, πώχετ' ελαφρότερα τα πόδια,

προφθάστε τους γλήγορα, και φυλάξετέ τους απ' ό,τι μπορεί να τους

καταφέρη αυτή τους η μάνητα.

ΑΔΡΙΑΝ. Ακολούθησέ μας, σε παρακαλώ.

Π Ρ Α Ξ I Σ Τ Ε Τ Α Ρ Τ Η

ΣΚΗΝΗ Α'.

Μπροστά στο σπήλαιο του Πρόσπερου. Μπαίνει ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ

και η ΜΙΡΑΝΤΑ.

ΠΡΟΣΠ. Αν σέχω παιδέψει πολύ αυστηρά η ανταμοιβή πάλι σε πλερώνει·

γιατί δίνοντάς σου τούτην εγώ σου έδωσα μία κλωστή της ζωής μου, ή

καλύτερα κείνο, για το όποιον εγώ ζω. Ιδού, πάλι σου την παραδίνω· τα

παθήματά σου άλλο δεν ήταν παρά τόσες δοκιμές, που ηθέλησα να βάλω της

αγάπης σου, και, θαύμα! αυτή εφάνη καθαρό χρυσάφι. Εδώ, στην όψη του

ουρανού, βεβαιώνω το πλούσιό μου δώρο. Ω Φερδινάνδε, μη μου χαμογελάς,

πως την έχω καύχημα, επειδή θα την ιδής να περάση τον έπαινο τόσο, ώστε

αυτός να κουτσαίνη κατόπι της.

ΦΕΡΔΙΝ. Το πιστεύω, και τίποτε δεν είν' αρκετό να σαλέψη την πίστη μου.

ΠΡΟΣΠ. Ως δώρο μου λοιπόν, και ως απόκτημά σου, που εκέρδησες γενναία,

λάβε την θυγατέρα μου· αλλ' ανίσως της λύσης το παρθενικό ζωνάρι πριν

ευλογηθή ο γάμος με όλες τες ιερές ευχές, οι ουρανοί κανένα ράντισμα

γλυκό δεν θέλει ρίξουν, να ριζώση τούτος ο δεσμός· αλλά στείρα έχθρητα,

καταφρόνεση με μάτι φαρμακερό, και διχόνοια, θα γιομίσουν εκείνη σας

την κλίνη με χόρτα τόσο άσχημα, ώστε να σας γένη και των δύο μισητή·

φυλάξου λοιπόν έως να φέξουν για σας τα φώτα του Υμεναίου.

ΦΕΡΔΙΝ. Απάνω στην ελπίδα πώχω για γαληνές ημέρες, τέκνα καλά, και

μάκρος ζωής, μ' ακέραιη την αγάπη που είναι τώρα, το σκοτεινότερο

σπήλιο, ο ευκαιρότερος τόπος, η πλέον δυνατή παρακίνηση του κακού μας

δαίμονος, δεν θα είναι ποτέ αρκετά να λυώσουν την τιμή μου εις το

πάθος, ώστε να βλάψω τον αιθέρα εκείνης της λαμπρής ημέρας, όταν τάλογα

του Απόλλωνος για με θέλ' είναι πνιγμένα, και η νύκτα ασάλευτη.

ΠΡΟΣΠ. Ώμορφα εμίλησες. Κάθησε λοιπόν, και συνομιλήστε· είναι δική

σου. Έ! Άριελ, τεχνικέ μου υπηρέτη, Άριελ!

Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ.

ΑΡΙΕΛ. Τι αγαπάει ο δυνατός Κύριός μου; ιδού με.

ΠΡΟΣΠ. Συ και οι κατώτεροι συντρόφοι σου εκτελέσετε άξια την ύστερη

υπηρεσία σας, και σας θέλω πάλι γι' άλλη παρόμοια μηχανή. Πήγαινε, φέρ'

εδώ τον όχλο (απάνω εις τον οποίο σου δίνω εξουσία) εδώ, εις τούτον τον

τόπο· παρακίνησε τους να είναι έξυπνοι· γιατί πρέπει να παραστήσω

μπροστά εις τούτο το νέο τέρι κάποιο παιγνίδι της τέχνης μου· το έταξα

και το προσμένουν από με.

ΑΡΙΕΛ. Ευθύς;

ΠΡΟΣΠ. Ναι, σε ριπή οφθαλμού.

ΑΡΙΕΛ. Δεν προφθαίνεις να πης άμε κ' έλα, να πνεύσης δύο φορές, και να

φωνάξης ν α, ν α· και καθένας τους ακροπηδώντας είναι δω με χάρες και

με νεύματα. Μ' αγαπάς, Κύριε; όχι.

ΠΡΟΣΠ. Πολύ, αξιόλογε Άριελ μου. Μη σιμώσης πριν με ακούσης να σε

κράξω.

ΑΡΙΕΛ. Πολύ καλά σ' εννοώ. (Βγαίνει).

ΠΡΟΣΠ. Πρόσεξε να 'σαι αληθινός· χαλίνωσε κομμάτι το παιγνίδισμα· οι

φοβερώτεροι όρκοι είν' άχυρα για φωτιά του αίματος. Στάσου

φρονιμώτερος, μήπως παραβής το τάμμα πώκαμες.

ΦΕΡΔΙΝ. Σε βεβαιώνω, κύριε, ότι το λευκό, ψυχρό, παρθενικό χιόνι

πρααίνει τη φλόγα απάνου στην καρδιά μου.

ΠΡΟΣΠ. Καλά. Έλα, Άριελ· καλύτερα να περισσέψουν πνεύματα παρά να λείψη

ένα· φανερώσου, και ζωντανά. Σιωπή· κυττάζετε· σιγάτε.

Ακούεται γλυκεία μουσική. Μπαίνει η ΙΡΙΣ.

ΙΡΙΣ. Δήμητρα, πολύδωρη θεά, οι πλούσιοι καρποί σου, γέννημα, στάρι,

κριθάρι, λαθήρι και βρώμι· τα βουνά σου τα χορτερά, που βόσκουν τα

πρόβατα, και οι λειμώνες σου γιομάτοι αχυροσκέπαστες καλύβες, που αυτά

ξενυκτίζουν η ροδοκρινοστόλιστες ακροποταμιές σου, τες οποίες με την

προσταγή σου ο υγρός Απρίλης περιντύνει, να φτειάσουν η κρυόκαρδες

νύμφες παρθενικά στεφάνια· τα δάση σου τα κατάσκια, που αρέσουν του

απαρηγόρητου νέου, όταν φύγη την αλύπητη αγαπημένη του· οι φραγμένοι

αμπελώνες σου, και η ακροπελαγιά σου, άκαρπη και βράχους γιομάτη, που η

ίδια παίρνεις αέρα. Η βασίλισσα τουρανού, που μέχει υγρό δοξάρι της,

και μηνύτρα, θέλει να τα αφήσης όλα, και νάρθης σε τούτη την χούφτα

χλωρασιά, καθ' αυτό εις τούτον τον τόπο, να κάμετε χαρές με την υψηλή

της χάρη. Με βία πετούν τα παγώνια της. Σίμωσε, πλούσια Δήμητρα, να την

προϋπαντήσης.

Μπαίνει η ΔΗΜΗΤΡΑ.

ΔΗΜΗΤ. Χαίρε, πολυχρώματη μηνύτρα, που ποτέ δεν παρακούς τη γυναίκα του

Διός· που με τα κίτρινα φτερά σου στα άνθια μου απάνου σταλάζεις μέλι,

και χύνεις δροσιστικές βροχές, με την μίαν άκρη και με την άλλη του

γαλάζιου δοξαριού σου στεφανώνεις τα σύλλογγα χωράφια μου και τες

γυμνές αμμουδιές μου, λαμπρό ζωνάρι της υπερήφανης γης μου· γιατί η

βασίλισσά σου μ' εκάλεσε εδώ, εις το φτωχό τούτο χορτάρι;

ΙΡΙΣ. Για να γιορτασθή ο δεσμός μιας αληθινής αγάπης, και φιλοδωρηθή

κανένα χάρισμα εις τους ευλογητούς αγαπημένους.

ΔΗΜΗΤ. Πες μου Ουράνιο δοξάρι, η Αφροδίτη και το παιδί της (θα το ξέρης

εσύ) συνοδεύουν τάχα τη βασίλισσα; από τη ώρα, που αυτή και το τυφλό

τέκνο της έπλεξαν τον τρόπο, με τον οποίον ο μαύρος Άδης μου πήρε την

κόρη, αρνήθηκα την αχρεία συντροφιά τους.

ΙΡΙΣ. Μη φοβάσαι· την απάντησα κ' έσχιζε τα σύγνεφα κατά την Πάφο, μαζί

με το παιδί της, περιστεροσυρμένοι· εφαντάζονταν να χωρέση κάποιο

μάγευμα ερωτικό εις τον άνδρα και εις την κόρη, που βλέπεις (και τούτοι

έχουν τάμμα να μην πλησιάσουν εις το νυφικό κρεββάτι πριν ανάψη η

λαμπάδα του Υμεναίου)· αλλά δεν επίτυχαν· η θερμή αγαπημένη του Άρη

έστρεψε οπίσω· το σκληρόγνωμο παιδί της εσύντριψε τα βέλη του, έκαμ'

όρκο ναφήση το τόξευμα, να παίζη με σπουργίτες, και να μείνη παιδί

αληθινά.

ΔΗΜΗΤ. Η υψηλή βασίλισσα, η μεγάλη Ήρα έρχεται· την γνωρίζω από το

βάδισμά της.

ΗΡΑ. Τι κάν' η ευεργέτρια αδελφή μου; συνέργησε μ' εμέ να ευλογήσουμε

τούτο το τέρι, να ευτυχήσουν, και να δοξασθούν εις τα τέκνα τους. —

Λάβετε τιμές, πλούτη, του γάμου τα καλά, μακροημέρευση και καθημερινές

χαρές. Σας ψάλλ' η Ήρα τες ευχές της.

ΔΗΜΗΤ. Λάβετε τους θησαυρούς της γης, την αφθονία· αποθήκες γιομάτες

πάντα, αμπέλια φορτωμένα σταφύλια, δένδρα βαϊσμέν' από τώμορφο βάρος· η

άνοιξη για σας να προφθάση εις τα τέλη του φθινόπωρου· η σπάνη και η

χρεία να μην έρθουν κοντά σας ποτέ· ιδού απάνω στην κεφαλή σας της

Δήμητρας ή ευχές.

ΦΕΡΔΙΝ. Τούτο είναι λαμπρότατο θέαμα, κ' η αρμονία του μαγεύει. Μπορώ

να τα στοχαστώ, πνεύματα;

ΠΡΟΣΠ. Πνεύματα, που με το μέσο της τέχνης μου εκάλεσα από τη σφαίρα

τους, για να ενεργήσουν εκείνο, που μου φαντάσθηκε τώρα.

ΦΕΡΔΙΝ. Ας ζήσω για πάντα εδώ· ο θαυμαστός πατέρας, και μία σύντροφος,

κατασταίνουν τούτο τον τόπο ένα Παράδεισο.

Η ΗΡΑ κ' η ΔΗΜΗΤΡΑ κρυφομιλούν και στέλνουν την ΙΡΙ για θέλημα.

ΠΡΟΣΠ. Τέκνα μου, σιωπή· η Ήρα με τη Δήμητρα κρυφομιλούν σοβαρά. Κάτι

μέλλει να γίνη ακόμα· σιγάτε· μείνετε ήσυχοι, ειδεμή η μαγεία μας

συγχύζεται.

ΙΡΙΣ. Εσείς, Νύμφες, λεγόμενες Ναϊάδες, έφοροι στους περιπλανούμενους

ρύακες, στεφανωμένες βούρλα, και με το βλέμμα πάντα σεμνό, αφήστε τον

αφρό του ποταμού, και στο κάλεσμα υπακούστε· της Ήρας είναι η προσταγή.

Εδώ, σε τούτο το πράσινο χώμα, ελάτε, φρόνιμες νύμφες, και βοηθήσετε να

γιορτασθή ο δεσμός μιας αληθινής αγάπης. Μην αργήτε.

Μπαίνουν κάμποσες Νύμφες.

Εσείς, ηλιοκαϋμένοι θεριστάδες, κουρασμένοι από του Αυγούστου τους

κόπους, αφήστε τους αγρούς, ελάτε δω, και χαρήτε· κάμετε σχόλη σήμερα·

βάλτε τα ψάθινα σκιάδια σας, και καθένας με καθεμία από τούτες τες

δροσερές νύμφες χορεύτε ως συνηθάτε.

Μπαίνουν θεριστάδες, ωραία ντυμένοι· κάνουν με τες Νύμφες ένα νόστιμο

χορό· προς το τέλος, ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ ταράζετ' έξαφνα, και μιλεί· ύστερα με

μία παράξενη, κούφια, και ανακατωμένη βοή, θλιβερά γίνοντ' άφαντοι.

ΠΡΟΣΠ. (μόνος του). Είχα λησμονήσει τη μαύρη εκείνη συνωμοσία του ζώου

Κάλιμπαν με τους συντρόφους του, να με χαλάσουν· η διωρισμένη στιγμή

επλάκωσε. (Προς τα πνεύματα). Εξαίρετα. Φευγάτε· παύσετε.

ΦΕΡΔΙΝ. Αυτό είναι πολύ παράδοξο· ο πατέρας σου έχει κάποιο πάθος, που

τον καταπολεμάει.

ΜΙΡ. Ποτέ έως τα σήμερα δεν τον έχω ιδεί να οργισθή τόσο υπερβολικά.

ΠΡΟΣΠ. Άλλαξες όψη, υιε μου, και φαίνεσαι στενοχωρημένος· καλοκαρδίσου·

τώρα η ξεφάντωσές μας έπαυσαν· τούτοι οι παραστάτες μας, καθώς σας

προείπα, ήταν όλοι πνεύματα, και εσκόρπισαν στον αέρα, στον λεπτόν

αέρα· και, ίσα με ταθεμέλιωτο κτίριο τούτου του οράματος, οι

νεφελοστεφάνωτοι πύργοι, τα λαμπρά παλάτια, οι ιεροί ναοί, και αυτή η

μεγάλη σφαίρα, ναι, και όσα χωράει, όλα θα λυώσουν και όπως τανυπόστατο

τούτο θέαμα εσβύσθη, ομοίως κ' εκείνα μήτε τρίμμα θαφήσουν κατόπι τους·

είμεθα φτειασμένοι ωσάν τα ονείρατα, και τη μικρή ζωή μας περιζώνει

ένας ύπνος. Φίλε μου,· είμαι συγχυσμένος· υπόφερε την αδυναμία μου· ο

νους μου, του γέρου, είναι σκοτισμένος. Δεν θέλω να σας πειράξη η

αδιαθεσία μου! Αν αγαπάτε, τραβηχθήτε μέσα στο σπήλιο μου, και

ησυχάσετ' εκεί. Θα κάμω δύο τρία πατήματα να γαληνέψω την ταραγμένη

ψυχή μου.

ΦΕΡΔΙΝ. ) Ακριβή μας είναι η ησυχία σου. (Βγαίνουν). και ΜΙΡ ) ΠΡΟΣΠ.

Έλα, με στοχασμού ριπή. — Ευχαριστώ σας. — Άριελ, έλα.

ΑΡΙΕΛ. (Μπαίνοντας). Ένα είμαι με τους λογισμούς σου. Τι αγαπάς;

ΠΡΟΣΠ. Πνεύμα, να γένουμ' έτοιμοι ν' απαντήσουμε τον Κάλιμπαν.

ΑΡΙΕΛ. Μάλιστα, κύριέ μου· την ώρα, που σου παράσταινα τη Δήμητρα,

ηθέλησα να σου το θυμίσω· αλλ' εφοβήθηκα μη σε συγχύσω.

ΠΡΟΣΠ. Ξαναπές μου, που άφησες αυτά τα υποκείμενα;

ΑΡΙΕΛ. Σου είπα, Κύριε, πως ήταν κοκκινοφλογισμένοι από τα μεθύσι· τόσο

ανδρειωμένοι, που βαρούσαν τον αέρα, γιατί τους έπνεε στο πρόσωπο,

εκτυπούσαν τη γη, γιατί φιλούσε τα πόδια τους, αλλά δίχως να σαλέψουν

ποτέ από το σκοπό τους· εγώ έκρουσα το τύμπανό μου, και τότε, σαν

τάστρωτα πουλάρια, με ταυτιά τεντωμένα, τα μάτια ολάνοικτα, τη μύτη

σηκωμένη, ως να ήθελαν να μυρισθούνε τη μουσική, τόσο τους εμάγεψα την

ακοή, που, ωσάν τα μοσχάρια, ακολούθησαν το μουγγάλισμά μου, μέσα σε

δοντερά τριβόλια, αγκυλωτούς ασπαλάθρους, παλιούρους, και βάτους, που

μπήκαν στα μαλακά τους πόδια· τελοσπάντων τους άφησα μέσα στη σάπιαν

αφριά του βάλτου, που είναι παρέκει του σπήλιου σου· εκεί μέσα

εχορεύανε ως το πηγούνι, ώστε ο άσχημος βούρκος τους εκαταβρώμεψε.

ΠΡΟΣΠ. Καλά τους έκαμες, πουλί μου· στάσου ακόμα στην αόρατη μορφή σου·

φέρε από το σπίτι μου τα παλαιά ρούχα, δόλωμα να πιασθούν οι κλέφτες.

ΑΡΙΕΛ. Τρέχω, τρέχω. (Βγαίνει).

ΠΡΟΣΠ. Ένας δαίμονας, ένας γεννημένος δαίμονας, που εις το φυσικό του η

ανατροφή δεν μπορεί να πιάση· εις τον οποίον κάθε φιλάνθρωπος κόπος

μου επήγε χαμένος· τελείως χαμένος· και καθώς με τους χρόνους

ασχημαίνει χειρότερα το κορμί του, όμοια και η ψυχή του σαπαίνει· θα

τους μαστιγώσω όλους (ξαναμπαίνει ο Άριελ φορτωμένος με λαμπρά

φορέματα) τόσο, που να μουγγρίσουν. Έλα, κρέμασ' τα από τούτο το

σχοινί.

Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ και ο ΑΡΙΕΛ μένουν αόρατοι. Μπαίνουν ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ, ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ

και ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ, όλοι βρεμμένοι.

ΚΑΛΙΜΠ Παρακαλώ σας ελαφροπατήστε, μην ο τυφλός χάμουργας νοήση σαλαγή·

τώρα είμεθα σιμά στο σπήλαιό του.

ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, η Νεράιδα σου, που λες, είναι μία άκακη Νεράιδα, μας

έστησε μία καλή.

ΤΡΙΝΚ. Τέρας, εγώ μυρίζω όλος αλογοκάτουρο, και η μύτη μου είναι πολύ

συγχυσμένη γι' αυτό.

ΣΤΕΦΑΝ. Καθώς και η δική μου. Άκουσε, τέρας, ανίσως εθύμωνα με σε,

βλέπεις.

ΤΡΙΝΚ. Ήσουν ένα χαμένο τέρας.

ΚΑΛΙΜΠ. Καλέ μου αφέντη, μη μου αφαιρέσης την εύνοιά σου· υπόφερε

κομμάτι, επειδή όσα θα σε κάμω να κερδίσης είναι αρκετά να σβύσουν το

βάσανο, που μας έτυχε. Λοιπόν μιλήτε σιγανά· ακόμα τα πάντα είναι

ήσυχα, ωσάν τα μεσάνυκτα.

ΤΡΙΝΚ. Άκουσα· μα να χάσουμε τα φλασκιά μας μέσα στη λίμνη!

ΣΤΕΦΑΝ. Αυτή όχι μοναχά είναι μία μεγάλη συμφορά και ατιμία, τέρας, μα

και αμέτρητος χαμός.

ΤΡΙΝΚ. Αυτό με καίει χειρότερα παρά τούτο το βρέξιμο. Και όμως αυτά

είναι της άκακης Νεράιδας σου τα καμώματα, τέρας.

ΣΤΕΦΑΝ. Θα πάω ναύρω το φλασκί μου, και ας χαθώ.

ΚΑΛΙΜΠ. Παρακαλώ σε, βασιλέα μου, ησύχασε· βλέπεις εδώ, τούτο είναι το

στόμα του σπηλαίου· αγάλι, αγάλι, έμπα μέσα. Πράξε αυτό το καλό κρίμα,

που κάνει δικό σου τούτο το νησί· για πάντα, κ' εμέ, τον Κάλιμπάν σου,

ποδογρύφτη σου.

ΣΤΕΦΑΝ. Δόσ' μου το χέρι σου, ολοένα αγριεύω.

ΤΡΙΝΚ. Ω βασιλέα Στέφανε! ω συντεχνίτη! ω άξιε Στέφανε! Κύτταξε τι

φορεσιές είναι έτοιμες για σένα εδώ!

ΚΑΛΙΜΠ. Άφησ' τα, εσύ τρελλό, είναι παληοσκούτια.

ΤΡΙΝΚ. Ω, ω, τέρας, εμείς ξέρουμε τι πάει να πη παληοσκούτι. Ω βασιλέα

Στέφανε!

ΣΤΕΦΑΝ. Άφησε κείνε το πανωφόρι· μα την αλήθεια, το θέλω γω.

ΤΡΙΝΚ. Η εξοχότης σου ας το πάρη.

ΚΑΛΙΜΠ. Υδρώπικας να πνίξη το μουρλό! Τι νοιώθετε με το να χαϊδεύετε

αυτά τα παληοσκούτια; πάμετε, και ας κάμουμε πρώτα το φονικό· ανίσως

ξυπνήση, μας γιομίζει τσιμπιές από τα νύχια ως την κορφή· μας

κατασταίνει παράξενα πράγματα.

ΣΤΕΦΑΝ. Ησύχασε, τέρας. — Κυράτσα λινιά, τούτο δεν είναι το σωκάρδι

μου; ιδού το πήρα· τώρα σωκάρδι μου, μ' εμέ, σκιάζομαι, θα χάσης το

μαλλί σου, και θα καταντήσης σωκάρδι κουρεμμένο.

ΤΡΙΝΚ. Κάμε, κάμε· αν με συγχωράη η εξοχότης σου· εμείς κλέφτουμε ίσια,

με λινιά και με στάφνη.

ΣΤΕΦΑΝ. Ευγέ σου, νόστιμο· πάρ' ένα φόρεμα γι' αυτό· το πνεύμα δεν

θέλει μείνη αβράβευτο όσο εγώ είμαι βασιλέας τούτου του νησιού.

«Κλέφτουμε ίσια, με λινιά και με στάφνη» αξιόλογη νοστιμάδα! να κι'

άλλο φόρεμα γι' αυτό!

ΤΡΙΝΚ. Τέρας, έλα, μάθε και συ να χεραπλώνης, και φορτώσου τα επίλοιπα.

ΚΑΛΙΜΠ. Δεν θέλω να ξέρω εγώ τίποτε από τούτα· χανουμε τον καιρό μας,

και θα μας αλλάξη όλους σε πετροκαβούρους ή σε μαϊμούδες με τάσχημο

κούτελο το στενό.

ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, χεράπλωνε και συ· βόηθα να τα φέρουμε κει πώχω το

βουτσάκι μου, ή διαφορετικά σ' εξορίζω από το βασίλειό μου· έλα, φέρε

τούτο.

ΤΡΙΝΚ. Και τούτο.

ΣΤΕΦΑΝ. Ναι, και τούτο.

Ταραχή από κυνηγούς· διάφορα πνεύματα σαν λαγωνικά βγαίνουν, και τους

κυνηγούν. Ο ΠΡΟΣΠΕΡΌΣ και ο ΑΡΙΕΛ παρακινούν τα λαγωνικά.

ΠΡΟΣΠ. Μπρος, μπρος.

ΑΡΙΕΛ. Τρέχα, τρέχα απάνω τους.

ΠΡΟΣΠ. Σου, σου. (Ο Κάλιμπαν, ο Στέφανος και ο Τρίνκουλος φεύγουν, και

οι σκύλοι κατόπι τους). Τρέξε, βάλε τα δαιμονόπουλά μου να τους

στρεβλώσουν τες κλείδωσες με ξερούς σπαραγμούς, να τους κοντήνουν τα

νεύρα με γεροντικά μουδιάσματα, να τους ξεψυχίσουν τσιμπιές, να γένη το

δέρμα τους παρδαλό σαν της τίγρης ή του αγριόγατου.

ΑΡΙΕΛ. Άκουσε, βογγάνε.

ΠΡΟΣΠ. Να κυνηγηθούν πλέρια. Σε τούτη τη στιγμή είναι στο χέρι μου όλοι

οι εχθροί μου. Σ' ολίγο παύουν όλ' οι κόποι μου, και συ θα λάβης τον

αέρα της ελευθερίας· για λίγο ακολούθα με, και υπηρέτησέ με.

Π Ρ Α Ξ I Σ Π Ε Μ Π Τ Η

ΣΚΗΝΗ Α'.

Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ με τα μαγικά του φορέματα και ο ΑΡΙΕΛ.

ΠΡΟΣΠ. Τώρα το σχέδιό μου ωριμάζει· τα μάγια μου δεν ραΐζουν· τα

πνεύματά μου υπακούνε, και ο καιρός με το βάρος του, άσκυφτος οδεύει.

Τι ώρα είναι;

ΑΡΙΕΛ. Η έκτη ώρα· καιρός, εις τον οποίον, κύριέ μου, ως είπες, θα

πάψουν η εργασίες μας.

ΠΡΟΣΠ. Το είπα, από τη στιγμή, πού επροξένησα την τρικυμία. Λέγε,

πνεύμα μου, τι κάνει ο βασιλέας με τους άλλους;

ΑΡΙΕΛ. Κλεισμένοι μαζή, σε τέτοιο καθ' αυτό τρόπον, όπως ηθέλησες·

απαράλλακτα ως τους άφησες, κύριε· όλοι φυλακωμένοι μέσα στο δάσος από

φιλουριές, που προφυλάγει το σπήλιο σου από τον χειμώνα· αδύνατο είναι

να σαλέψουν, αν εσύ δεν τους ελευθερώσης. Ο βασιλέας με τον αδελφό του

και με τον αδελφό σου μένουν κ' οι τρεις έξω φρενών, και οι άλλοι,

γιομάτοι θλίψη και τρομάρα, τους κλαίνε· αλλ' εξόχως ο αγαθός γέρο —

Γονζάλος, καθώς τον είπες — τα δάκρυά του καταβρέχουν τα γένεια του

καθώς του χειμώνα τα νερά ξεχειλίζουν από τες κεραμωτές· τα μάγια σου

τους καταπονούν τόσο, ώστε αν τους έβλεπες τώρα ήθελε συντριβή η καρδιά

σου.

ΠΡΟΣΠ. Το στοχάζεσαι, πνεύμα;

ΑΡΙΕΛ. Η δική μου βέβαια, κύριε, αν ήμουν άνθρωπος.

ΠΡΟΣΠ. Και η δική μου πρέπει. Γροικάς εσύ, που δεν είσαι παρά αγέρι,

ένα άγγιγμα, μια αίσθηση από τες θλίψες τους, κ' εγώ, ένας από το είδος

τους, που αισθάνομαι το κάθε πάθος σφιχτά σαν αυτοί, δεν πρέπει νάχω

τρυφερώτερα από σε σπλάχνα. Αγκαλά με τες μεγάλες τους αδικίες

κατάκαρδα πληγωμένος, όμως μετέχω με τον υψηλότερο λόγο μου ενάντια

στην οργή μου· λάμπει καλύτερα η αρετή παρά η εκδίκηση· αφού

μετανοήσανε, το νόημα του σκοπού μου δεν απλώνει παρέκει, μήτε να τους

ασχημοκυττάζω. Πήγαινε, ελευθέρωσε τους Άριελ. Λύω τα μάγια μου,

γειαίνω τα λογικά τους, και ας γυρίσουν όποιοι ήταν.

ΑΡΙΕΛ. Τρέχω να τους φέρω, Κύριε. (Βγαίνει).

ΠΡΟΣΠ. Εσείς, ίσκιοι του βουνού, του ποταμού, της στεκάμενης λίμνης,

και του δάσους, και σεις, που απάνου στους άμμους μ' αγνώριστη ποδοβολή

κυνηγάτε τον Ποσειδώνα ενώ τραβιέται, και που άμα γύρη πίσω, τον

φεύγετε· σεις, πνευματίδια, που με το φεγγάρι μορφώνετε εκείνους τους

πικροπράσινους κύκλους, που δεν τσιμπάει ταρνάκι· κ' εσείς πάλι, πώχετε

ξεφάντωση να φτειάνετε μυκάνους το μεσανύκτι, που χαίρεσθε όταν βαρή το

σήμαντρο το σοβαρό της εσπέρας· με τη βοήθειά σας (αγκαλά το κράτος σας

ολίγο είναι) εγώ εσκοτάδιασα τον ήλιο μεσημερνά, έκραξα όξω τους

αδάμαστους ανέμους, κ' έστησα άγριο πόλεμο ανάμεσα στην πράσινη θάλασσα

και τον γαλάζιον ουρανό· του κεραυνού, που σκάει με τρομακτικό βρόντο,

έβαλα εγώ φωτιά, κ' έσχισα το μέγα δένδρο του Δία με του Δία το πελέκι·

το στερεοθεμέλιωτο βουνό εκλόνησα, κ' έσπασα σύρριζα κουκουναριές και

κέδρους· μνήματα στην προσταγή μου εξύπνησαν τους κεκοιμημένους·

άνοιξαν, και τους ελευθερώσαν, μ' αυτή τη δυνατή μου τέχνη. Αλλά τούτη

τη μαύρη μαγεία τώρα την αθετώ, και αφού διορίσω κάποια ουράνια μουσική

(ολοένα το κάνω) να ενεργήση στα λογικά τους το σκοπό μου, για τον

οποίο γίνεται τούτο ταέρινο μάγευμα, συντρίβω τη ράβδο μου, την θάφτω

κάποσες οργυιές μέσα στη γη, και κάτω, σε βάθη, που ποτέ δεν τα έπιασε

το σκανδήλι, βυθίζω τη βίβλο μου.

Ακούεται σεμνή μουσική. Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ, κατόπι του ο ΑΛΟΝΖΟΣ με

φέρσιμο τρελλού, συνωδευμένος από τον ΓΟΝΖΑΛΟ· ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ και ο

ΑΝΤΩΝΙΟΣ στην ίδια κατάσταση, συνωδευμένοι από τον ΑΡΙΕΛ και από τον

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ· όλοι μπαίνουν μέσα στον κύκλο, που είχε κάμει ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ,

και στέκουν αυτού μαγευμένοι· αυτά παρατηρώντας ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, λέγει.

Ένας σεμνός ήχος, η καλύτερη παρηγορία του συγχυσμένου λογισμού, ας

γειάνη τα μυαλά σου, άχρηστα τώρα, βρασμένα μέσα στο κεφάλι σου!

Σταθήτ' αυτού, γιατί σας δένει το μάγευμα. — Γονζάλε, άγιε και

τιμημένε, τα μάτια μου, άμα εχαρήκαν τα δικά σου, χύνουνε δάκρυα

φιλικά. — Το μάγευμα διαλύεται γλήγορα και όπως η αυγή παίρνει της

νύκτας σκορπίζοντας το σκότος, ομοίως τα λογικά τους γλυκοχαράζοντας

ολοένα διώχνουν την τυφλή καταχνιά, που περισκεπάζει τον φωτεινότερο

νου τους. — Ω αγαθέ Γονζάλε, ο αληθινός λυτρωτής μου, και ο άδολος

φίλος εκείνου, που συνοδεύεις, θα πλερώσω τες ευεργεσίες του περισσά,

και με τα λόγια και με τα έργα. Άπονα, Αλόνζε· μ' εμεταχειρίσθηκες,

εμένα και τη θυγατέρα μου· στην πράξη συνέργησε ο αδελφός σου· γι' αυτό

θερίζεσαι τώρα, Σεβαστιανέ. Μία σάρκα κ' ένα αίμα, εσύ, αδελφός μου,

που εδέχθηκες εις την ψυχή σου τη φιλαρχία, έδιωξες τη συνείδηση και τη

φύση· που μαζί με τον Σεβαστιανό (που για τούτο ακούει μέσα του φρικτήν

οδύνη) ηθέλετε να δολοφονήσετε τον βασιλέα σας· σε συγχωρώ, μ' όλον ότι

είσαι άνθρωπος! — Η νόησή τους αρχινάει να φουσκώνη, και το ρεύμα, που

ολοένα σιμώνει, θα γιομίση τα λογικά όρια, που τώρα είναι ακόμα έρημα

και βουρκωμένα. Κανένας απ' αυτούς (και με κττάζουν) δεν ημπορεί να με

γνωρίση. — Πήγαινε, Άριελ, φέρε μου το κάλυμμά μου, και το σπαθί μου.

{Ο Άριελ βγαίνει). Θα ξεσκεπασθώ, και θα φανώ, όποιος ήμουν άλλη φορά,

δούκας του Μιλάνου. — Γλήγορα, πνεύμα, σε λίγο είσ' ελεύθερος.

Ο ΑΡΙΕΛ ματαμπαίνει και βοηθώντας τον ΠΡΟΣΠΕΡΟ να ντυθή τραγουδάει.

Όπου ρουφάει το μελίσσι ρουφάω κ' εγώ· μονιάζω μέσα στο λούλουδο· αυτού

κοίτομαι την ώρα, που σκούζ' η κουκουβάγια. Στης νυκτερίδας τον ώμο

πετώ προς το καλοκαίρι χαρούμενα· χαρούμενος, χαρούμενος μέλλει να ζω

αποκάτου εις τάνθι που κρέμετ' από το κλαδί.

ΠΡΟΣΠ. Και τι! αυτός είναι ο χαριτωμένος μου Άριελ! Θα μου λείψης·

όμως πρέπει να λάβης την ελευθερία σου. — Έτσι, έτσι. — Τρέχα στο

βασιλικό καράβι, αόρατος καθώς είσαι: εκεί θάβρης τους ναύταις

αποκοιμημένους αποκάτου από το κατάστρωμα· αφού ξυπνήσης τον καραβοκύρη

και τον πλωρήτη, σπρώξε τους εδώ, κ' ευθύς, παρακαλώ σε.

ΑΡΙΕΛ. Καταπίνω τον αέρα μπροστά μου, και θα είμαι γυρισμένος πριχού ο

κτύπος του σφυγμού σου δευτερωθή. (Βγαίνει).

ΓΟΝΖ. Όπου βασανισμός, όπου σύγχυση, όπου τέρατα, όπου τρόμος, όλα εδώ

κατοικούν! Του Υψίστου το χέρι να μας έβγανε από τούτον τον κατάφοβο

τόπο!

ΠΡΟΣΠ. Κύτταξε, Βασιλέα, τον αδικημένον Δούκα του Μιλάνου, τον

Πρόσπερο· να βεβαιωθής καλύτερα ότι ο πρίγκιπας, που σου μιλεί, ζη

αληθινά, ιδού σε περιλαμβάνω, και σου λέγω από καρδιάς, καλώς ήρθες μ'

όλη σου την συντροφιά.

ΑΛΟΝΖ. Αν είσαι εκείνος ή όχι, ή αν είσαι κάποιο μαγευμένο τίποτε, για

να μείνω πάλι γελασμένος, καθώς προ ολίγου, δεν ηξεύρω· ο σφυγμός σου

κτυπάει ως από σάρκα κ' αίμα, και από την στιγμήν, που σ' είδα,

ολιγοστεύει αυτό που επλάκωνε τον νου μου, και που ήτον, φοβούμαι, της

τρέλλας η οδύνη. Όλα τούτα, αν υπάρχουν τωόντι, πρέπει να εξηγηθούνε

παράδοξα.

Την δουκαρχία σου επιστρέφω, και σε παρακαλώ να με συγχωρέσης γιατί σ'

έχω αδικήσει. Αλλά πώς γίνεται να ζη ο Πρόσπερος, και να είν' εδώ;

ΠΡΟΣΠ. Πρώτα, ευγενικέ μου φίλε, ν' ασπασθώ τα γερατειά σου· δίχως

μέτρο, δίχως όρια είναι η τιμιότης σου.

ΓΟΝΖ. Αν αυτό, που βλέπω, είναι ή δεν είναι, δεν ορκίζομαι.

ΠΡΟΣΠ. Κρατείς ακόμα από το νησί κάποιες λεπτολογίες, που σ' εμποδίζουν

να πιστέψης πράμματα βέβαια. — Καλώς ήρθετε όλοι οι φίλοι μου, (Χαμηλά

προς τον Σεβαστιανό και τον Αντώνιο). Αλλά σεις, άξιο ζευγάρι, —

μπορούσα, κύριοι, να σύρω απάνω σας την οργή της Μεγαλειότητάς του, και

να σας αποδείξω προδότες· τώρα δεν θέλω να φανερώσω τα μυστικά.

ΣΕΒΑΣΤ. Ο πειρασμός μιλεί μέσα του.

ΠΡΟΣΠ. Όχι· — όσο για σε, κακή ψυχή, που αν σ' έλεγα αδελφόν, θα

εμόλυνα τα χείλη μου, σου συγχωρώ την πλέον αισχρή από τες αδικίες σου,

— σου τα συγχωρώ όλα· και απαιτώ από σε το θρόνο μου, που στανικώς, το

ξέρω, πρέπει να μου ξαναδώσης.

ΑΛΟΝΖ. Αν είσαι ο Πρόσπερος, λέγε μου καταλεπτώς πώς εσώθηκες, πώς μας

απάντησες εδώ, ενώ δεν είναι παρά τρεις ώρες αφότου εμείς ετσακισθήκαμε

σε τούτο τακρογιάλι, κ' εγώ έχασα (πόσο με σφάζ' η ενθύμηση!) τον

ακριβό μου υιο Φερδινάνδο.

ΠΡΟΣΠ. Πόσο μου πονεί, Κύριε!

ΑΛΟΝΖ. Αγιάτρευτος είναι ο πόνος, και η υπομονή δα ωμολόγησε ότι τα

μέσα της δεν ωφελούν.

ΠΡΟΣΠ. Εγώ μάλιστα στοχάζομαι ότι δεν την εζήτησες να σε θεραπεύση· από

τη γλυκειά της χάρη, εις όμοιον πόνο, λαβαίνω εγώ υψηλό βοήθημα, και

παύω τα παράπονα.

ΑΛΟΝΖ. Υπόφερες και συ παρόμοιον χαμό;

ΠΡΟΣΠ. Τόσο μεγάλος, τόσο νωπός· και να βαστάξω τον πόνο μου λείπουν

εκείνες η παρηγοριές, εις τες οποίες δύνασαι εσύ να προστρέξης· επειδή

εγώ έχασα τη θυγατέρα μου.

ΑΛΟΝΖ. Μία θυγατέρα! ω Ουρανέ! να ζούσαν κ' οι δύο στη Νεάπολη,

βασιλέας εκεί και βασίλισσα! Α! να ζούσαν, και ας ήμουν εγώ χωσμένος

στην αμμώδη κλίνη, όπου κοίτεται ο υιός μου! Πότε έχασες τη θυγατέρα

σου;

Η τρικυμία · 第 3 / 4 段