Β. Ήσαν δε και οι δύο καθαροί και δίκαιοι εις την διοίκησιν των

πραγμάτων· αλλ' ο μεν Αιμίλιος φαίνεται ότι ήλθεν εξ αρχής

αμέσως ούτω παρεσκευασμένος υπό των νόμων της πατρίδος του· ο

δε Τιμολέων εμόρφωσεν ούτως αυτός εαυτόν. Τούτου δε τεκμήριον

είναι ότι οι μεν Ρωμαίοι κατά τους τότε καιρούς ήσαν όλοι

επίσης εύκτατοι, και εις τα έθιμα υποκείμενοι, και τους νόμους

σεβόμενοι και τους πολίτας· εκ δε των Ελλήνων ουδείς υπάρχει

αρχηγός ή στρατηγός, όστις διοικήσας εν Σικελία δεν διεφθάρη,

εκτός μόνου του Δίωνος· αν και αυτόν τον Δίωνα υπώπτευόν τινες

ότι της μοναρχίας ωρέγετο, και ωνειροπόλει βασιλείαν τινά

λακωνικήν. Ο δε Τίμαιος (357) λέγει ότι και τον Γύλιππον

(358) αδόξως και ατίμως απέπεμψαν οι Συρακούσιοι,

κατηγορήσαντες αυτόν διά φιλοπλουτίαν και απληστίαν κατά την

στρατηγίαν του. Όσα δε παρενόμησαν και ηπίστησαν Φάραξ ο

Σπαρτιάτης και Κάλλιππος ο Αθηναίος (359), ελπίσαντες να

άρξωσι της Σικελίας, ταύτα υπό πολλών ιστορήθησαν. Αλλά τίνες

ήσαν ούτοι, και τίνων πραγμάτων κύριοι, ώστε τοιαύτα να

ελπίσωσιν; Ο είς εξ αυτών υπηρέτει τον Διονύσιον διωχθέντα των

Συρακουσών, ο δε Κάλλιππος ήτον είς των αρχηγών των ξένων,

οίτινες εβοήθουν τον Δίωνα. Αλλ' ο Τιμολέων, στρατηγός

αυτοκράτωρ σταλείς εις τους Συρακουσίους κατ' αίτησιν και

παράκλησιν αυτών, και οφείλων ουχί να ζητή δύναμιν αλλά να έχη

όσην εκείνοι τω έδωκαν οικειοθελώς, ως τέρμα εθεώρησε της

στρατηγίας και της αρχής του την κατάλυσιν των παρανόμων

αρχόντων. Εκείνο όμως του Αιμιλίου είναι θαυμαστόν, ότι

τοσαύτην βασιλείαν καταστρέψας, ουδέ κατά μίαν δραχμήν ηύξησε

την περιουσίαν του, ουδ' είδεν, ουδ' ήγγισε τα χρήμματα, καίτοι

πολλά εις άλλους δους και χαρίσας. Δεν λέγω δ' ότι ο Τιμολέων

είναι αξιόμεμπτος, καλήν οικίαν λαβών και χωρίον διότι αισχρόν

δεν είναι το να λάβη τις τοιαύτα, αλλά να μη λάβη είναι

καλήτερον, και άκρας αρετής επίδειξις είναι το ν' αρνήται

εκείνα, όσα τω είναι επιτετραμμένον να λάβη. Καθώς δε το σώμα

δύναται μεν να υποφέρη ή το ψύχος ή την ζέστην, αλλά

ρωμαλεώτερον είναι το ανεχόμενον αμφοτέρας ομού τας μεταβολάς,

ούτως άκρα είναι της ψυχής η ευρωστία και η ισχύς, όταν ούτε αι

ευτυχίαι την εξογκώσιν εις ύβριν και υπεροψίαν, ούτε αι

συμφοραί την ταπεινώσι. Διά τούτο φαίνεται τελειότερος ο

Αιμίλιος, όστις επί της καταδρομής της τύχης και κατά το μέγα

πάθημα του θανάτου των υιών αυτού ουδέ μικρότερος ουδ' ήττον

αξιοπρεπής εφάνη παρά επί των ευτυχημάτων του. Ο δε Τιμολέων,

μετά την γενναίαν του πράξιν κατά του αδελφού του, δεν αντέσχε

διά της φρονήσεως προς την συμφοράν, αλλ' υπό μετανοίας και

λύπης ταπεινωθείς, επί είκοσι έτη δεν υπέμεινε να ιδή το βήμα

και την αγοράν (360). Πρέπει δε τα αισχρά ν' αποφεύγη τις, και

δι' αυτά να αισχύνηται· το δε να φοβήται πάσαν αδοξίαν είναι

ίδιον ήθους ημέρου μεν και απλού, αλλά μη έχοντος μέγεθος.

ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ

Α. Κάτων ο πρεσβύτερος, πρός τινας επαινούντας άνθρωπον

ασυλλογίστως παράφορον και τολμηρόν εις τον πόλεμον, είπεν ότι

διαφέρει το να νομίζη τις την αρετήν πολλού λόγου αξίαν του να

θεωρή μικρού λόγου αξίαν την ζωήν. Και ορθώς έλεγε ταύτα. Εις

το στρατόπεδον του Αντιγόνου υπήρχε ριψοκίνδυνός τις

στρατιώτης, αλλά καχεκτικός και ασθενής το σώμα. Ερωτηθείς δ'

υπό του βασιλέως περί της αιτίας της ωχρότητος αυτού,

ωμολόγησεν ότι είχε νόσον τινά εκ των αποκρύφων. Φιλοτιμηθείς

λοιπόν ο βασιλεύς, διέταξεν εις τους ιατρούς, αν υπήρχε τις

βοήθεια, να τω δαψιλεύσωσι πάσαν επιμέλειαν. Ούτω θεραπευθείς ο

γενναίος εκείνος, έπαυσε να είναι φιλοκίνδυνος και ορμητικός

εις τους αγώνας, ώστε και ο Αντίγονος τον επέπληττε διά τούτο,

και εθαύμαζε διά την μεταβολήν. Ο δ' άνθρωπος δεν έκρυψε το

αίτιον, αλλ' είπεν «Ω βασιλεύ, συ μ' έκαμες ατολμότερον,

απαλλάξας με των κακών εκείνων, δι' ά μοι ην η ζωή αδιάφορος.»

Προς τούτο συμφώνως φαίνεται ότι είπε και Συβαρίτης τις ανήρ

(361) περί των Σπαρτιατών, ότι μέγα πράγμα δεν κάμνουσι

ζητούντες τον θάνατον εις τους πολέμους, διά ν' αποφεύγωσι

τοσούτους κόπους και τοιαύτην δίαιταν. Αλλ' εις μεν τους

Συβαρίτας, οίτινες ήσαν εξηντλημένοι εκ μαλθακότητος και

τρυφής, φυσικόν ήτον να φαίνωνται ως τον βίον μισούντες όσοι εξ

ορμής προς το καλόν και εκ φιλοτιμίας δεν εφοβούντο τον

θάνατον. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η αρετή εδίδασκε και να

ζώσι και ν' αποθνήσκωσιν ευχαρίστως, ως δηλοί το επικήδειον

τούτο επίγραμμα·

«Έθνηξαν, όχι καλόν θεωρούντας το ζην ή το θνήσκειν,

αλλά καλόν το καλώς πράττειν αμφότερ' αυτά.»

Διότι ούτε το ν' αποφεύγη τις τον θάνατον είναι μεμπτόν, αν

ορέγεται του βίου ουχί αισχρώς, ούτε το να υπομένη αυτόν είναι

καλόν, αν τούτο γίνηται εξ αηδίας προς την ζωήν. Διά τούτο ο

Όμηρος τους θαρραλεωτάτους και μαχιμωτάτους άνδρας εξάγει

πάντοτε προς τας μάχας καλώς και καταλλήλως ωπλισμένους· οι δε

των Ελλήνων νομοθέται τιμωρούσι τον ρίψασπιν, ουχί τον ρίπτοντα

το ξίφος ή την λόγχην του, διδάσκοντες ότι έκαστος πρέπει να

φροντίζη μάλλον να μη πάθη παρά να κακοποιήση τους εχθρούς, και

μάλιστα οι άρχοντες πόλεως ή στρατεύματος.

Β. Διότι αν, ως ο Ιφικράτης (362) διήρει, οι μεν ψιλοί

ομοιάζωσι τας χείρας, το δ' ιππικόν τους πόδας, αύτη δ' η

φάλαγξ το στήθος και τον θώρακα, και ο στρατηγός την κεφαλήν, ο

ριψοκινδυνεύων και αυθαδώς τολμών δεν φαίνεται εαυτού μόνον

παραμελών, αλλ' όλων όσων η σωτηρία απ' αυτού εξαρτάται, και

τουναντίον. Όθεν ο Καλλικρατίδας (363), ει και μέγας ων κατά

τ' άλλα, δεν απεκρίθη όμως καλώς προς τον μάντιν. Ότε ούτος τον

παρεκάλει να φυλαχθή από του θανάτου, όν τα ιερά τω ανήγγελλον,

εκείνος απήντησεν ότι η Σπάρτη δεν κατεστρέφετο παρά ένα. Είς

τω όντι ήτον ο Καλλικρατίδας μαχόμενος, και πλέων, και πολεμών,

αλλά στρατηγών, περιελάμβανεν εν εαυτώ όλην την δύναμιν, ώστε

δεν ήτον είς, εκείνος μεθ' ού τοσαύτα εδύναντο να

συναπολεσθώσι. Καλήτερα δ' ωμίλησεν ο γέρων Αντίγονος (364),

όταν έμελλε να ναυμαχήση περί την Ανδρον. Τότε είς τινα όστις

τω είπεν ότι πολύ περισσότερα ήσαν τα πλοία των εχθρών, «Εμέ

δε, απεκρίθη, προς πόσα με υπολογίζεις;» μέγα λέγων το αξίωμα

της αρχής, ως και είναι, όταν βοηθήται υπ' εμπειρίας και

αρετής. Ταύτης δε πρώτον έργον είναι σώζη τον σώζοντα όλους

τους άλλους. Διά τούτο καλώς ο Τιμόθεος, όταν ο Χάρης (365)

επεδείκνυέ ποτε εις τους Αθηναίους πληγάς τινάς εις το σώμα

του, και την ασπίδα του διά λόγχης τετρυπημένην! «Εγώ δε, είπε,

πόσον ησχύνθην όταν κατά την πολιορκίαν της Σάμου έπεσε βέλος

πλησίον μου, διότι παιδαριωδέστερον εφέρθην αφ' ό,τι έπρεπεν

εις στρατηγόν και αρχηγόν τοσαύτης δυνάμεως.» Διότι όπου εις

την κρίσιν της μάχης μεγάλως συντελεί του στρατηγού ο κίνδυνος,

εκεί πρέπει αφειδώς να προσφέρει την χείρα του και το σώμα του,

αφήνων να λέγωσιν οι διισχυριζόμενοι ότι πρέπει ο καλός

στρατηγός κυρίως μεν διά γήρας, ειδέ μη, γέρων ν' αποθνήσκη.

Όπου όμως μικρόν περιμένεται αποτέλεσμα εκ του κατορθώματος,

απόλλυται δε το παν αν αποτύχη ο στρατηγός, ουδείς απαιτεί παρά

του στρατηγού πράξιν στρατιώτου πραττομένην διά κινδύνου. Ταύτα

είχον αφορμήν να προοιμιάσω, γράφων του Πελοπίδου τον βίον και

τον του Μαρκέλλου, μεγάλων ανδρών, οίτινες έπεσαν παραλόγως.

Διότι μαχιμώτατοι και ανδρειότατοι αμφότεροι χρηματίσαντες, και

κοσμήσαντες τας πατρίδας των διά λαμπροτάτων στρατηγιών, έπειτα

δε, ισχυροτάτους έχοντες ανταγωνιστάς, και ο μεν πρώτος, ως

λέγεται, τρέψας εις φυγήν τον Αννίβαν, όστις ήτον αήττητος, ο

δε τους Λακεδαιμονίους, άρχοντας της γης και θαλάσσης, νικήσας

εκ παρατάξεως, δεν εφείσθησαν όμως εαυτών, και ασυλλογίστως

εθυσίασαν την ζωήν των, όταν μάλιστα οι καιροί απήτουν τοιούτοι

άνδρες, σωζόμενοι να άρχωσι. Διά τούτα ημείς, εις την ομοιότητα

αυτών αφορώντες, εγράψαμεν παραλλήλους τους βίους αυτών.

Γ. Ο Πελοπίδας, υιός του Ιππόκλου, ήτον, ως και ο Επαμινώνδας,

εξ επισήμου γένους των Θηβών. Τραφείς δ' εις πλούτον μέγαν, και

παραλαβών, έτι νέος, λαμπρόν οίκον, ήρχισε βοηθών τους βοηθείας

αξίους εκ των ενδεών, όπως φαίνηται αληθώς κύριος των χρημάτων

και ουχί δούλος. Διότι οι πλείστοι, ως λέγει ο Αριστοτέλης, ή

δεν μεταχειρίζονται τον πλούτον εκ φιλαργυρίας, ή καταχρώνται

αυτόν εξ ασωτίας, και διάγουσι διηνεκείς δούλοι, ούτοι μεν των

ηδονών, εκείνοι δε των ενασχολήσεων. Και οι μεν άλλοι,

ευγνωμονούντες εις τον Πελοπίδαν, ωφελούντο εκ της προς αυτούς

ελευθεριότητος και φιλανθρωπίας· μόνον δ' εκ των φίλων του τον

Επαμινώνδαν δεν έπειθε να λαμβάνη του πλούτου του μέρους, εξ

εναντίας δε μετείχεν αυτός της πενίας εκείνου διά της αφελείας

των ενδυμάτων του, της λιτότητος της τραπέζης του, άοκνος ων

εις τους κόπους, και εις τας εκστρατείας επιδεικνύων απλότητα,

καθώς του Ευριπίδου ο Καπανεύς (366)

«..όστις βίον είχε μεν πολύν

ολίγον επί πλούτω πλην εκόμπαζεν,»

αισχυνόμενος αν εφαίνετο περισσότερα εις το σώμα του δαπανών

παρά ό τα ελάχιστα κεκτημένος Θηβαίος. Και ο μεν Επαμινώνδας,

πατρικήν σύντροφον έχων την πενίαν, έτι ελαφροτέραν και

ολιγώτερον οχληράν την κατέστησε διά της φιλοσοφίας, και απλούν

και μονότροπον βίον απ' αρχής παραδεχθείς. Ο δε Πελοπίδας

συνήλθεν εις γάμον λαμπρόν, απέκτησε δε και παίδας, και όμως μη

φροντίζων να κερδαίνη αφιερών, δ' όλον του τον καιρόν εις την

υπηρεσίαν της πόλεως, ηλάττωσε την περιουσίαν του. Όταν δ' οι

φίλοι του τον ενουθέτουν, και τω έλεγον ότι παραμελεί πράγμα

αναγκαίον, το να έχη χρήματα, «Αναγκαίον, μα τον Δία, είπεν,

εις τον Νικόδημον (367) τούτον», δείξας χωλόν τινα και τυφλόν.

Δ. Ήσαν δε και προς πάσαν αρετήν προσφυείς ομοίως, πλην ότι ο

μεν Πελοπίδας επροτίμα να γυμνάζηται, ο δ' Επαμινώνδας να

μανθάνη· και όταν εσχόλαζον, ο μεν διέτριβεν εις παλαίστρας και

κυνηγέσια, ο δε ακούων τι και φιλοσοφών. Είχον δ' αμφότεροι

πολλά και καλά εις δόξαν συντείνοντα. Οι δε νουν έχοντες ουδέν

νομίζουσι μεγαλήτερον του ότι διά τοσούτων αγώνων και

στρατηγιών και πολιτικών ενεργειών, διετήρησαν απ' αρχής μέχρι

τέλους απρόσβλητον την προς αλλήλους εύνοιαν και φιλίαν. Διότι,

άν τις αποβλέψας εις την πολιτικήν διαγωγήν του Αριστείδου, του

Θεμιστοκλέους, του Κίμωνος, του Περικλέους, του Νικίου, του

Αλκιβιάδου, πόσων ήτον μεστή ερίδων και φθόνων και ζηλοτυπιών

προς αλλήλους, και παρατηρήση πάλιν την του Πελοπίδου προς τον

Επαμινώνδαν ευμένειαν και τιμήν, τούτους πολύ ορθότερον και

δικαιότερον θα ονομάση συνάρχοντας και συστρατήγους, παρά

εκείνους, οίτινες διετέλεσαν αγωνιζόμενοι πώς να υπερισχύσωσι

κατ' αλλήλων μάλλον, παρά κατά των εχθρών. Αιτία δ' αληθινή μεν

ήτον η αρετή, ής ένεκα δεν εθήρευον από των πράξεων αυτών

πλούτον ή δόξαν, τας πηγάς ταύτας του δεινού και φιλέριδος

φθόνου, αλλ' ηράσθησαν αμφότεροι εξ αρχής έρωτα θείον, του να

ιδώσι την πατρίδα των μεγίστην γινομένην και λαμπροτάτην διά

της ενεργείας αυτών, και προς τούτο ως ίδια εαυτού

μετεχειρίζετε έκαστος τα του άλλου κατορθώματα. Οι πλείστοι

όμως νομίζουσιν ότι η σφοδρά προς αλλήλους φιλία εγεννήθη από

της εν Μαντινεία εκστρατείας, όταν συνεξεστράτευσαν μετά των

Λακεδαιμονίων, εις ούς, φίλους έτι όντας και συμμάχους, είχον

πέμψει οι Θηβαίοι βοήθειαν. Διότι τεταγμένοι μετ' αλλήλων εις

τους οπλίτας, και μαχόμενοι κατά των Αρκάδων, όταν ενέδωκε το

προς αυτούς κέρας των Λακεδαιμονίων, και οι πλείστοι ετράπησαν

εις φυγήν, αυτοί συνασπισθέντες απέκρουον τους εφορμώντας· και

ο μεν Πελοπίδας, επτά τραύματα λαβών κατά στήθος, έπεσεν επί

πολλών νεκρών φίλων ομού και εχθρών. Ο δ' Επαμινώνδας, ει και

νομίζων ότι δεν είχε πλέον αυτός ζωήν, προέβη και εστάθη εμπρός

του σώματος και των όπλων του, και εκινδύνευσε πολεμών μόνος

πολλούς, προτιμών ν' αποθάνη παρά ν' αφήση κείμενον τον

Πελοπίδαν εκεί· Εν ώ δε ήδη και αυτός κακώς διέκειτο, και είχε

πληγήν μεν λόγχης εις το στήθος, ξίφους δ' εις τον βραχίονα,

έφθασε βοηθών από του ετέρου κέρως ο Αγησίπολις, ο βασιλεύς των

Σπαρτιατών, και έσωσεν ανελπίστως αυτός αμφοτέρους.

Ε. Μετά δε ταύτα, επειδή οι Σπαρτιάται διά μεν των λόγων

προσεφέροντο ως φίλοι και σύμμαχοι των Θηβαίων, πραγματικώς δ'

υπέβλεπον της πόλεως το φρόνημα και την δύναμιν, και προ πάντων

εμίσουν την εταιρίαν (368) του Ισμηνίου και Ανδροκλείδου, εις

ήν ανήκε και ο Πελοπίδας, και ήτις εφαίνετο φιλελεύθερος

συγχρόνως και δημοτική, ο Αρχίας, και ο Λεοντίδας (369) και ο

Φίλιππος, άνδρες ολιγαρχικοί και πλούσιοι, και ξένοι προς πάσαν

μετριοφροσύνην, καταπείθουσι Φοιβίδαν τον Λάκωνα, όστις μετά

στρατεύματος διήρχετο την χώραν, να καταλάβη εξαίφνης την

Καδμείαν (370) και εκδιώξας τους εναντιουμένους, να καταστήση

την πολιτείαν υπήκοον των Λακεδαιμονίων. Πεισθείς λοιπόν

εκείνος, επετέθη, εν ώ οι Θηβαίοι δεν τον περιέμενον, επί της

εορτής των Θεσμοφορίων, και εκυρίευσε την ακρόπολιν. Αρπαγείς

δ' ο Ισμηνίας, και κομισθείς εις την Λακεδαίμονα, μετ' ολίγον

καιρόν εφονεύθη· ο δε Πελοπίδας και ο Φερένικος και ο

Ανδροκλείδας, μετά πολλών άλλων φεύγοντες, απεκηρύχθησαν. Ο δ'

Επαμινώνδας έμεινεν εις την πόλιν, διότι κατεφρονείτο, ένεκα

μεν της φιλοσοφίας, ως μη εις τα πράγματα αναμιγνύμενος, ένεκα

δε της πενίας του, ως αδύνατος.

ΣΤ. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι τον μεν Φοιβίδαν έπαυσαν από της

αρχής, και τω επέβαλον εκατόν χιλιάδων δραχμών πρόστιμον, την

Καδμείαν όμως ουχ' ήττον εξηκολούθουν φρουρούντες, όλοι μεν οι

άλλοι Έλληνες εθαύμαζον διά το άτοπον του πράγματος, ότι

ετιμώρουν μεν τον πράξαντα, την δε πράξιν επεδοκίμαζον. Οι δε

Θηβαίοι, στερηθέντες του πατρίου πολιτεύματος, και δουλωθέντες

υπό του Αρχίου και Λεοντίδου, ουδεμίαν διετήρουν ελπίδα να

σωθώσιν από της τυραννίας, ήν έβλεπον δορυφορουμένην υπό της

δυνάμεως των Σπαρτιατών, και μη δυναμένην να καταλυθή αν δεν

έπαυέ τις και εκείνους της κατά γην και θάλασσαν ηγεμονίας. Οι

περί τον Λεοντίδαν όμως, μανθάνοντες ότι οι φυγάδες διέτριβον

εν Αθήναις, προσφιλείς όντες εις το πλήθος, και τιμώμενοι υπό

των καλών καγαθών πολιτών, ήρχισαν κρυφίως να επιβουλεύωνται

αυτούς· και πέμψαντες ανθρώπους αγνώστους, τον μεν Ανδροκλείδαν

φονεύουσι διά δόλου, των δ' άλλων αποτυγχάνουσιν. Ήλθον δε και

παρά Λακεδαιμονίων γράμματα προς τους Αθηναίους, διατάττοντα να

μη δέχωνται, ουδέ να παροξύνωσι τους φυγάδας, αλλά να τους

αποδιώξωσιν, ως κοινούς εχθρούς καταδειχθέντας υπό των συμμάχων

των. Οι Αθηναίοι όμως, εκτός του ότι έχουσι πάτριον και έμφυτον

αίσθημα την φιλανθρωπίαν, ηθέλησαν ν' ανταμείψωσι προσέτι τους

Θηβαίους, διότι ούτοι προ πάντων συνετέλεσαν εις της

δημοκρατίας την αποκατάστασιν (371) και είχον ψηφίσει· «Αν τις

Αθηναίος κατά των τυράννων κινή όπλα διά της Βοιωτίας, ουδείς

Βοιωτός ούτε να το ακούη, ούτε να το βλέπη.» Ένεκα τούτων δεν

ηδίκησαν τους Θηβαίους.

Ζ. Ο δε Πελοπίδας, καί τοι ων είς εκ των νεωτάτων, παρεκίνει

όμως ιδίως και έκαστον των φυγάδων, και προς το πλήθος ωμίλησε

λέγων, ότι ούτε καλόν είναι ούτε όσιον την μεν πατρίδα να

παραβλέπωσιν υπό δουλείαν ούσαν και φρουράν ξένην έχουσαν,

αυτοί δε ν' αρκώνται ότι έσωσαν την ζωήν των, και να κρέμανται

από των ψηφισμάτων των Αθηναίων, και να κολακεύωσι

προσκυνούντες πάντοτε τους δυναμένους να ομιλώσι και να πείθωσι

τον όχλον. Αλλά, τοις είπεν, ότι πρέπει και να κινδυνεύωσιν

υπέρ των μεγίστων, παράδειγμα προτιθέμενοι του Θρασυβούλου την

τόλμην και αρετήν και, ως εκείνος πρότερον, εκ Θηβών ορμηθείς,

κατέλυσε τους εν Αθήναις τυράννους, ούτω και αυτοί πάλιν, εξ

Αθηνών προελθόντες, να ελευθερώσωσι τας Θήβας. Ως λοιπόν τους

έπεισε ταύτα λέγων, πέμπουσιν εις τας Θήβας κρυφίως προς τους

υπολειπομένους των φίλους, να τοις ειπώσι τ' αποφασισθέντα.

Εκείνοι δ' ενέκρινον ταύτα, και ο Χάρων, όστις ήτον ο όλων

επισημότατος, υπεσχέθη να δώση την οικίαν του· ο δε Φυλλίδας

κατώρθωσε να γίνη γραμματεύς του Αρχίου και του Φιλίππου,

οίτινες ήσαν πολέμαρχοι (372). Ο δ' Επαμινώνδας προ πολλού

επλήρου τους νέους γενναίου φρονήματος· και προς τούτο τοις

έλεγεν εις τα γυμνάσια να προκαλώσι τους Λακεδαιμονίους και να

παλαίωσι κατ' αυτών έπειτα δε, βλέπων αυτούς κομπάζοντας όταν

ενίκων και υπερίσχυον, τους επέπληττεν ότι έπρεπε να

αισχύνωνται μάλλον διότι δι' ανανδρίαν εισί δούλοι ανθρώπων ών

κατά την δύναμιν του σώματος τοσούτον διαφέρουσιν.

Η. Ωρίσθη δε προς την πράξιν ημέρα, και απεφάσισαν οι φυγάδες

τους μεν άλλους να συνάξη ο Φερένικος και να περιμένη εις το

Θριάσιον (373), ολίγοι δε των νεωτάτων να ριψοκινδυνεύσωσιν

εισερχόμενοι πρώτοι εις την πόλιν· αν δε τι πάθωσιν ούτοι υπό

των εχθρών, να επιμεληθώσιν όλοι οι άλλοι όπως μήτε οι παίδες

μήτε οι γονείς αυτών μείνωσί ποτε εστερημένοι των αναγκαίων.

Ανέλαβε δε την πράξιν ο Πελοπίδας πρώτος, έπειτα δ' ο Μέλων

(374) και ο Δαμοκλείδας και ο Θεόπομπος, άνδρες εκ των πρώτων

οίκων, και προς αλλήλους κατά μεν τ' άλλα πιστοί όντες και

φίλοι, περί δόξης όμως και ανδρείας πάντοτε φιλονεικούντες.

Γενόμενοι δ' όλοι δώδεκα, και τους απολειπομένους ασπασθέντες,

και αγγελιαφόρον πέμψαντες εμπρός προς τον Χάρωνα, επροχώρησαν

χλαμύδια μικρά φέροντες, και σκύλους θηρευτικούς, και πάλους

(375), ώστε ουδείς των όσοι καθ' οδόν τους απήντα να τους

υποπτεύση, αλλά να φαίνωνται ως ασκόπως περιφερόμενοι και

κυνηγούντες. Όταν δ' έφθασεν ο πεμφθείς προς τον Χάρωνα

αγγελιαφόρος, και τω είπεν ότι είναι αυτοί καθ' οδόν, του μεν

Χάρωνος ουδόλως μετέβαλε την γνώμην η προσέγγισις του δεινού,

αλλ' ήτον ανήρ γενναίος, και έδωκε την οικίαν του. Ιπποσθενίδας

δε τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, αλλά και φιλόπατρις μάλιστα, και

ευνοϊκώς προς τους φυγάδας διακείμενος, στερούμενος όμως της

τόλμης ην απήτει ο επικίνδυνος εκείνος καιρός, και αι

προκείμεναι πράξεις, ως ζαλισθείς απέναντι του αγώνος όστις

επέκειτο, και μόλις τότε συλλογισθείς ότι τρόπον τινά σαλεύουσι

την αρχήν των Λακεδαιμονίων, και επιχειρούσι την ανατροπήν της

εκείνων δυνάμεως, εις μόνας τας από φυγάδων τινών ασθενείς

ελπίδας στηριζόμενοι, απελθών εις την οικίαν του εν σιωπή,

πέμπει τινά των φίλων του προς τον Μέλωνα και Πελοπίδαν, να

τοις ειπή ν' αναβάλωσι προς το παρόν, και επιστρέψαντες εις

Αθήνας να περιμείνωσι καιρόν καταλληλότερον. Ωνομάζετο δε

Χλίδων ο πεμφθείς, και αμέσως εις την οικίαν του πορευθείς, και

τον ίππον του εκ του ιπποστασίου εξαγαγών, εζήτει τον χαλινόν.

Η γυνή του όμως δεν τον είχε, και μη ηξεύρουσα πού ήτον, τω

είπεν ότι τον έδωκεν εις ένα των οικείων των, και τότε ήρχισαν

ύβρεις μεταξύ των, και μετά ταύτα βλασφημίας και η γυνή τω

κατηράτο κακήν οδόν, εις αυτόν και εις εκείνους οίτινες τον

έπεμπον· ώστε ο Χλίδων εν τη οργή του καταναλώσας πολύ της

ημέρας εις ταύτα, προσέτι δε και ως οιωνόν το συμβάν θεωρήσας,

αφήκε διόλου την οδόν, και ετράπη προς άλλα. Ούτως, ολίγον

έλειψεν της μεγίστης και καλλίστης των πράξεων ευθύς εξ αρχής

να διαφύγη η ευκαιρία.

Θ. Οι δε περί τον Πελοπίδαν, ενδύματα γεωργών φορέσαντες, και

διαιρεθέντες, εισήλθον αγνώστως άλλοι δι' άλλων μερών της

πόλεως, εν ώ έτι ήτον ημέρα. Ήτον δε τότε του έαρος η αρχή, και

έπνεεν άνεμος και έπιπτε χιών, ώστε ευκολώτερον διέφυγον, διότι

εξ αιτίας της τρικυμίας οι πλείστοι είχον καταφύγει ήδη εις τας

οικίας των. Όσοι δ' είχον συμφέρον να γνωρίζωσι τα πραττόμενα,

εκείνοι εδέχοντο τους προσερχομένους και τους έφερον ευθύς εις

την οικίαν του Χάρωνος. Συνεποσώθησαν δ' αυτόθι μετά των

φυγάδων εις πεντήκοντα, παρά δύο. Τα δε περί τους τυράννους

ούτως είχον. Φυλλίδας ο γραμματεύς συνέπραττε μεν, ως ερρέθη,

καθ' όλα, και εβοήθει τους φυγάδας. Διά δε την ημέραν εκείνην

προ πολλού είχεν υποσχεθή εις τον Αρχίαν και τους μετ' αυτού

συμπόσιόν τι και συναναστροφήν, και γυναίκας τινάς εκ των

υπάνδρων, και έπραττεν ό,τι εδύνατο όπως τους παραδώση εις την

επιχείρησιν των επιτιθεμένων, εκλελυμένους υπό των ηδονών και

μεθύοντας. Πριν δ' έτι μεθυσθώσιν αυτοί εντελώς, έφθασε μήνυσίς

τις εις αυτούς ουχί ψευδής μεν, αλλ' αβέβαιος, και πολλήν

ασάφειαν έχουσα περί των φυγάδων, ότι εκρύπτοντο εις την πόλιν.

Και ο μεν Φυλλίδας έστρεψε τον λόγον αλλαχού· ο Αργίας όμως

έπεμψέ τινα των υπηρετών του προς τον Χάρωνα, προστάττων αυτόν

να έλθη αμέσως. Ήτον δ' εσπέρα, και ητοιμάζοντο εντός οι περί

τον Πελοπίδαν, φέροντες ήδη τους θώρακας, και τας μαχαίρας

λαβόντες. Εξαίφνης ήκουσαν ότι εκτύπα η θύρα, και τρέξας τις,

και μαθών παρά του υπηρέτου έτι οι πολέμαρχοι εζήτουν τον

Χάρωνα να έλθη προς αυτούς, επανήλθε και το ανήγγειλε

τεθορυβημένος, και πάντες ευθύς υπενόησαν ότι κατεμηνύθη η

πράξις των, και ότι απωλέσθησαν πάντες, ουδέν καν πράξαντες της

αρετής των άξιον. Ουχ ήττον όμως ενέκριναν να υπακούση ο Χάρων

και ν' απέλθη ως ανυπόπτως δήθεν προς τους άρχοντας. Ήτον δ'

άλλως ανδρώδης, και ακατάβλητον έχων θάρρος εις τα δεινά· αλλά

δι' εκείνους τότε ήτον καταπεπληγμένος και εφοβείτο μη τις

υποψία προδοσίας έλθη επ' αυτόν, αν τοσούτοι και τοιούτοι

πολίται απολεσθώσιν. Όταν λοιπόν έμελλε ν' αναχωρήση, λαβών εκ

της γυναικωνίτιδος τον υιόν του, παιδίον έτι τότε, αλλά πρώτον

των ομηλίκων του κατά το κάλλος και την ρώμην του σώματος, τον

ενεχείρισεν εις τους περί τον Πελοπίδαν, λέγων εις αυτούς, αν

εννοήσωσί τινα δόλον και προδοσίαν εκ μέρους του, να τον

μεταχειρισθώσιν ως εχθρόν, και να μη φεισθώσιν αυτού. Και

πολλοί μεν αυτών εδάκρυον προς του Χάρωνος το φρόνημα και το

πάθος· πάντες δ' ηγανάκτουν ότι εδύνατο να νομίση τινά τοσούτον

δειλόν ή διεφθαρμένον υπό του παρόντος κινδύνου, ώστε να

υποθέση εκείνον, ή να τω αποδώση την αιτίαν των συμβαινόντων

και τον παρεκάλουν να μη αναμίξη μετ' αυτών τον υιόν του, αλλά

να τον θέση εν ασφαλεί κατά του μέλλοντος, όπως αυτός καν

αυξήση εκδικητής της πόλεως και των φίλων, περισωθείς και

διαφυγών τους τυράννους. Ο δε Χάρων τον μεν υιόν του είπεν ότι

δεν μακρύνει απ' αυτών, διότι ποίον βίον ή τίνα σωτηρίαν βλέπει

καλητέραν δι' αυτόν, του ν' αποθάνη ανύβριστος μετά του πατρός

και τοσούτων φίλων των; Ευχηθείς δ' εις τους Θεούς, και

ασπασθείς πάντας και ενθαρρύνας, ανεχώρησε, προσέχων εις

εαυτόν, και ρυθμίζων το σχήμα του προσώπου του και τον τόνον

της φωνής του, ώστε να φανή ανομοιότατος προς ά έπραττεν.

I. Όταν δ' έφθασεν εις την θύραν της οικίας, προήλθον ο Αρχίας

και ο Φυλλίδας, και είπον· «Ω Χάρων, ήκουσα ότι τινές ήλθον

κρυφίως και κρύπτονται εις την πόλιν, και ότι μετ' αυτών

συμπράττουσί τινες των πολιτών.» Ο δε Χάρων εταράχθη το πρώτον,

έπειτα δ' ηρώτησε τίνες ήσαν οι κρυφίως ελθόντες, και τίνες οι

κρύπτοντες αυτούς, διότι έβλεπεν ότι ουδέν σαφές είπεν ο

Αρχίας, και υπενόησεν ότι η μήνυσις δεν έγινεν υπ' ουδενός τω

όσοι ήσαν εν γνώσει. «Ίδετε, είπε, μη μάταιος ότι σας ταράττη

λόγος. Ουχ' ήττον όμως θέλω προσέξει διότι ίσως τίποτε δεν

πρέπει να καταφρονήσωμεν.» Ταύτα και ο Φυλλίδας, όστις ήτον

παρών, ενέκρινε, και μετά του Αρχίου επιστρέψας πάλιν εις την

οικίαν, τον εβύθισεν εις πολύν άκρατον, και διά των ελπίδων των

γυναικών παρέτεινε το συμπόσιον. Ως δ' επανήλθεν ο Χάρων

οίκαδε, και εύρε τους άνδρας διεσκευασμένους, ουχί ως

ελπίζοντας νίκην σωτηρίαν τινά, αλλ' ως μέλλοντας ν' αποθάνωσι

λαμπρώς και μετά φόνου πολλού των εχθρών, την μεν αλήθειαν

είπεν εις μόνον τον Πελοπίδαν, προς δε τους άλλους εψεύσθη,

πλάσας λόγους τινάς ούς τω είπε δήθεν ο Αρχίας περί άλλων

πραγμάτων. Μόλις δε παρήρχετο η πρώτη τρικυμία, και δευτέραν

επέφερεν η τύχη κατά των ανδρών. Απεσταλμένος τις ήλθεν εξ

Αθηνών παρ' Αρχίου του ιεροφάντου (376) προς τον ομώνυμον

αυτού Αρχίαν, διά δεσμών φιλίας και φιλοξενίας συνδεδεμένον

όντα μετ' αυτού, επιστολήν φέρων, ήτις δεν περιείχε ματαίαν

ουδέ πεπλασμένην υπόνοιαν, αλλ' έλεγε σαφώς όλα τα γινόμενα, ως

μετά ταύτα εγνώσθη. Τότε δε παρουσιασθείς ο γραμματοκομιστής

εις τον Αρχίαν όστις εμέθυε, και δους την επιστολήν, τω είπεν

ότι ο πέμψας αυτήν τω παραγγέλλει ευθύς να την αναγνώση, διότι

τω γράφει περί σπουδαίων τινών. Ο δ' Αρχίας μειδιάσας, «Λοιπόν,

είπεν, εις αύριον τα σπουδαία·» και λαβών την επιστολήν, την

έθηκεν υπό το προσκεφάλαιον, και εξηκολούθησε προσέχων προς τον

Φυλλίδαν περί ών έτυχε να συνομιλώσι. Και ο λόγος ούτος ως

παροιμία περιφερόμενος, μέχρι τούδε σώζεται παρά τοις Έλλησιν.

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος · 第 13 / 20 段