δ' απήλθε ν' επισκεφθή την Ελλάδα, διατριβήν ποιούμενος ένδοξον
ενταυτώ και φιλάνθρωπον. Διότι παριερχόμενος ανεκούφιζε τους
δήμους, και συνίστα τα πολιτεύματα, και δωρεάς έδιδε, είς τινας
μεν σίτον εκ του βασιλικού, εις άλλους δε έλαιον· εξ' ού
λέγεται ότι τοσούτον ευρέθη εν ταις αποθήκαις, ώστε εξέλιπον οι
λαμβάνοντες αυτά και χρείαν αυτού έχοντες, πριν ή καταναλωθή το
πλήθος των ευρεθέντων. Εις τους Δελφούς δ' ιδών στήλην
τετράγωνον μεγάλην εκ λίθων λευκών συναρμοσμένην, εις ήν έμελλε
να στηθή του Περσέως ο χρυσούς ανδριάς, προσέταξε να θέσωσι τον
εδικόν του, διότι δέον είναι οι νικώμενοι να υποχωρώσιν εις
τους νικώντας. Εις δε την Ολυμπίαν λέγεται ότι ανέκραξε το
πολυθρύλλητον εκείνο, ότι του Ομήρου τον Δία ο Φειδίας απέπλασε
(343). Όταν δ' εκ Ρώμης έφθασαν οι δέκα πρέσβεις, τότε
απέδωκεν εις τους Μακεδόνας την χώραν και τας πόλεις αυτών να
τας κατοικώσιν ελευθέρας και αυτονόμους, φόρον δε να δίδωσιν
εις τους Ρωμαίους εκατόν τάλαντα, ών υπερδιπλάσια (344) έδιδον
άλλοτε εις τους βασιλείς των. Τελών δε θεωρίας παντοίων αγώνων
και θυσίας εις τους θεούς, προσέφερεν εστιάσεις και δείπνα,
αφθόνως μεν τα βασιλικά χρήματα εις ταύτα δαπανών, ως δε προς
την τάξιν αυτών, και την διακόσμησιν, και τας θέσεις εις άς
έκαστος κατεκλίνετο, και τας δεξιώσεις προς τους
προσκεκλημένους, και την τιμήν και την φιλοφροσύνην ήτις έπρεπε
κατ' αξίαν εις έκαστον, ούτως ακριβή την περί ταύτα γνώσιν
αποδεικνύων, και τοσαύτην καταβάλλων φροντίδα, ώστε εθαύμαζον
οι Έλληνες ότι ουδέ τας διασκεδάσεις άφηνεν άνευ σπουδής, και
άνθρωπος πράγματα κατορθών τοσούτον μεγάλα, ότι και εις τα
μικρά επέδιδε την πρέπουσαν επιμέλειαν. Εκείνος δ' έχαιρε προ
πάντων ότι εν μέσω των πολλών εκείνων και λαμπρών παρασκευών,
αυτός ήτον η γλυκυτάτη απόλαυσις και θέα εις πάντας. Εις δε
τους θαυμάζοντας διά την τοσαύτην του επιμέλειαν έλεγεν ότι της
αυτής ψυχής έργον ήτον και παράταξιν να διευθύνη καλώς και
συμπόσιον, ώστε η μεν να φανή φοβερωτάτη εις τους εχθρούς, το
δε ευχαριστότατον εις τους συνεστιωμένους. Προ πάντων δ'
επήνουν οι άνθρωποι αυτού την ελευθεριότητα και την
μεγαλοψυχίαν, διότι ουδ' ηθέλησε καν να ιδή το πολύ ηθροισμένον
βασιλικόν αργύριον και χρυσίον, αλλά παρέδωκεν αυτά εις τους
ταμίας διά το δημόσιον. Μόνα δε τα βιβλία του βασιλέως επέτρεψε
να λάβωσιν οι υιοί του, οίτινες ηγάπων τα γράμματα· και
διανέμων αριστεία της μάχης, έδωκεν εις τον γαμβρόν του Αίλιον
Τουβέρωνα φιάλην βάρος έχουσαν πέντε λύτρων. Ούτος είναι ο
Τουβέρων, περί ού είπωμεν ότι κατώκει μετά δεκαπέντε άλλων
συγγενών του, και ότι όλοι ομού ετρέφοντο εξ ευτελούς τινός
κτηματιδίου. Και λέγουσιν ότι ούτος είναι ο πρώτος εις τον
οίκον των Αιλίων εισελθών άργυρος, υπό της αρετής και της τιμής
εισαγόμενος· καθ' όλον δε τον λοιπόν καιρόν ότι ούτε ούτοι,
ούτε αι γυναίκες των είχον ανάγκην χρυσού και αργύρου.
ΚΘ. Αφ' ού δ' ωργάνισε τα πάντα καλώς, αποχαιρετίσας τους
Έλληνας, και παρακαλέσας τους Μακεδόνας να ενθυμώνται την
ελευθερίαν ήν τοις έδωκαν οι Ρωμαίοι, και να διατηρώσιν αυτήν
δι' ευνομίας και ομονοίας, απήλθεν εις την Ήπειρον, έχων
ψήφισμα της συγκλήτου να ωφελήση εκ λεηλασίας των εκεί πόλεων
τους στρατιώτας όσοι επολέμησαν μετ' αυτού κατά του Περσέως.
Θέλων δε να επιπέση καθ' όλων συγχρόνως, και εν ώ ουδείς τον
περιέμενεν, εμήνυσε και ήλθον προς αυτόν δέκα οι πρώτοι εξ
εκάστης πόλεως, και διέταξεν αυτούς όσος άργυρος και χρυσός
υπήρχεν εις τας οικίας και τα ιερά, να τον φέρωσιν εις αυτόν εν
ημέρα ρητή. Μεθ' εκάστων δ' εξ αυτών έστειλεν, ως δι' αυτό
τούτο δήθεν, και φρουράν στρατιωτών, και ταξίαρχον
προσποιούμενον ότι ζητεί και παραλαμβάνει το χρυσίον. Όταν δ'
έφθασεν η ημέρα, εις ένα και τον αυτόν καιρόν ορμήσαντες όλοι
ομού, ετράπησαν εις επιδρομήν και διαρπαγήν των πόλεων· ώστε
εντός μιάς ώρας εξηνδραποδίσθησαν εκατόν πεντήκοντα χιλιάδες
ανθρώπων, επορθήθησαν δε πόλεις εβδομήκοντα· από τόσης δε
φθοράς και τοσούτου ολέθρου έκαστος στρατιώτης δεν έλαβε
περισσοτέρας των ένδεκα δραχμών. Έφριξαν δ' όλοι οι άνθρωποι
διά το τέλος του πολέμου, καθ' ό κατεκερματίσθη ολόκληρον
έθνος, όπως προμηθευθή εις έκαστον τόσον μικρόν μέρισμα και
κέρδος.
Λ. Πράξας δε τούτο ο Αιμίλιος, όλως παρά την φύσιν αυτού, ήτις
ήτον χρηστή και επιεικής, κατέβη εις Ωρικόν (345) και εκείθεν
διαβάς εις την Ιταλίαν μετά των δυνάμεων, ανέπλευσε τον Θύβριν
(346) ποταμόν επί της βασιλικής εκκαιδεκήρους (347),
κατακεκοσμημένης δι' όπλων αιχμαλώτων, διά φοινικίδων και
πορφυρών, ώστε οι Ρωμαίοι, παρακολουθούντες την ναόν ήτις προς
τον κτύπον των κωπίων βραδέως επροχώρει, την προέπεμπον ών
πανηγυρίζοντες έξωθεν θριαμβευτικήν τινα θέαν πομπής. Οι δε
στρατιώται, εποφθαλμιάσαντες τα βασιλικά χρήματα, επειδή δεν
έτυχον τόσων όσα ηξίουν, ωργίζοντο μεν κρυφίως διά τούτο, και
ηγανάκτουν κατά του Αιμιλίου· φανερώς δε τον κατηγόρουν ότι
ήτον προς αυτούς αρχών βαρύς και δεσποτικός, και δεν
ανταπεκρίθησαν πολύ προθύμως εις την επιθυμίαν ήν είχε να
τελέση θρίαμβον. Εννοήσας δε τούτο ο Σέρβιος Γάλβας, όστις ήτον
του Αιμιλίου εχθρός, και είς των υπ' αυτόν χιλιάρχων, ετόλμησεν
αναφανδόν να ειπή ότι δεν πρέπει να τω δοθή ο θρίαμβος. Πολλάς
δε διασπείρας εις το πλήθος των στρατιωτών διαβολάς κατά του
στρατηγού, και την κατ' αυτού οργήν έτι μάλλον διερεθίσας,
εζήτει παρά των δημάρχων και άλλην ημέραν, διότι δεν τω ήρκει
εκείνη προς την κατηγορίαν, αν και είχε τέσσαρας έτι ώρας
επιλοίπους. Οι δε δήμαρχοι τω είπον να ειπή ό,τι θέλει· και
τότε αρχίσας λόγον μακρόν και ύβρεων πλήρη παντοδαπών,
κατηνάλωσε της ημέρας τον χρόνον. Ως δ' έγινε σκότος, οι μεν
δήμαρχοι έλυσαν την εκκλησίαν, οι δε στρατιώται θρασύτεροι
γενόμενοι, συνέδραμον προς τον Γάλβαν, και συνασπισθέντες, περί
την αυγήν κατέλαβον το Καπιτώλιον διότι οι δήμαρχοι εκεί
έμελλον να συναθροίσωσι την εκκλησίαν.
ΛΑ. Άμα δ' εξημέρωσε, προέβησαν εις την ψηφοφορίαν, και η πρώτη
φυλή εψήφισε κατά του θριάμβου. Ως δ' ενόησε το πράγμα ο άλλος
δήμος και η σύγκλητος, το μεν πλήθος, λυπούμενον ότι υβρίζετο ο
Αιμίλιος, φωνάς εξέπεμπεν απράκτους· οι δ' επισημότατοι των
βουλευτών, βοώντες ότι το γινόμενον ήτον δεινόν, παρεκίνουν
αλλήλους να επιληφθώσι της αναιδείας και της θρασύτητος των
στρατιωτών, ήτις έμελλεν εις παν άνομον και βίαιον έργον να
εκτραχηλισθή, αν ουδέν τους εκώλυε ν' αφαιρέσωσιν από του
Αιμιλίου Παύλου τας επινικίους τιμάς. Διασχίσαντες επομένως τον
όχλον και αναβάντες αθρόοι, είπον εις τους δημάρχους ν'
αναβάλωσι την ψηφοφορίαν μέχρις ού εκθέσωσιν όσα θέλουσιν εις
το πλήθος. Ως δ' έπαυσαν πάντες, και έγινε σιωπή, ανελθών ανήρ
υπατικός, όστις διά προκλήσεων είχε φονεύσει εικοσιτρείς
εχθρούς, ο Μάρκος Σερβίλιος, είπεν ότι, «πόσον μέγας στρατηγός
ήτον ο Αιμίλιος Παύλος, ήδη προ πάντων το εννοεί, βλέπων ότι
στράτευμα έχων τόσης γέμον κακίας και απειθείας, τόσω καλάς και
μεγάλας πράξεις κατώρθωσε δι' αυτού· θαυμάζει δε τον δήμον, αν
χαίρων διά τους κατά των Ιλλυριών και Λιγύων θριάμβους, στερή
εαυτόν εκ φθόνου της ευχαριστήσεως του να ιδή ζώντα τον βασιλέα
των Μακεδόνων, και του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου την δόξαν
αιχμάλωτον φερομένην υπό των ρωμαϊκών όπλων. Διότι, είπε, πώς
δεν είναι δεινόν, ότι πριν, όταν διεδόθη φήμη αβέβαιος εις την
πόλιν περί της νίκης, σεις εθύσατε εις τους θεούς, ευχόμενοι
τον λόγον τούτον ταχέως να ιδήτε πραγματοποιούμενον· όταν δ'
ήλθεν ο στρατηγός μετά της αληθούς νίκης, αφαιρείτε ήδη από μεν
των θεών την τιμήν, αφ' υμών δ' αυτών την χαράν, ως φοβούμενοι
να ιδήτε το μέγεθος των κατορθωμάτων σας, ή φειδόμενοι εχθρού
βασιλέως; Τότε καν καλλήτερον θα ήτον αν απεκρούετε τον
θρίαμβον εξ οίκτου προς εκείνον, ουχί εκ φθόνου προς τον
στρατηγόν. Αλλ' εις τοσαύτην, είπεν, εξουσίαν προάγεται δι'
ημών, ώστε περί στρατηγίας και θριάμβου τολμά να ομιλή άνθρωπος
άτρωτος, και το σώμα έχων στίλβον εκ λειότητος και σκιατραφίας,
προς ημάς οίτινες διά τοσούτων τραυμάτων επαιδεύθημεν να
κρίνωμεν τας αρετάς και τας κακίας των στρατηγών.» Και ταύτα
λέγων, ανέωξε τον χιτώνα του, και έδειξεν εις το στήθος του
πληγών πλήθος απίστευτον. Έπειτα δε στραφείς, ανεκάλυψε μέρη
τινά του σώματος, άτινα η ευπρέπεια δεν επιτρέπει να δείκνυνται
γυμνά εις τον όχλον. Και προς τον Γάλβαν στραφείς, «Συ μεν,
είπε, γελάς διά ταύτα· εγώ δε σεμνύνομαι απέναντι των πολιτών·
διότι υπέρ αυτών ημέραν και νύκτα έφιππος τρέχων, έλαβον ταύτα.
Αλλ' ελθέ και κάλεσον αυτούς εις την ψηφοφορίαν· εγώ δε
καταβάς, θέλω τους παρακολουθήσει πάντας, και θέλω γνωρίσει
τους κακούς και τους αχαρίστους, τους θέλοντας να δημαγωγώνται
και ουχί να στρατηγώνται εις τους πολέμους.»
ΛΒ. Ούτω λέγουσιν ότι υπό, των λόγων τούτων ανεχαιτίσθη και
μετεπείσθη το στρατιωτικόν, ώστε πάσαι αι φυλαί επεκύρωσαν τον
θρίαμβον υπέρ του Αιμιλίου. Λέγεται δ' ότι ούτως ετελέσθη
αυτός. Ο μεν δήμος, εις τα ιππικά θέατρα, τα καλούμενα Κίρκους,
και εις την αγοράν στήσαντες ικριώματα, και τ' άλλα μέρη
καταλαβόντες της πόλεως, όσα κατάλληλα εις θέσιν της πομπής,
εκάθηντο να ιδώσιν αυτήν εστολισμένοι, και καθαρά ενδύματα
φέροντες. Πας δε ναός ανεώχθη, και ην πλήρης στεφάνων και
θυμιαμάτων. Υπηρέται δε, πολλοί και ραβδούχοι, εμποδίζοντες
τους ατάκτως συρρέοντας και τρέχοντας εις το μέσον, ετήρουν
ανοικτάς και καθαράς τας οδούς. Διηρέθη δ' η πομπή εις ημέρας
τρεις, και εξ αυτών η μεν πρώτη παρέστησε την θέαν, μόλις
εξαρκέσασα εις αυτήν, των αιχμαλώτων ανδριάντων και εικόνων,
και κολοσσών, κομιζομένων επί ζευγών διακοσίων πεντήκοντα. Την
δ' επαύριον διέβησαν εν πομπή τα κάλλιστα και πολυτελέστατα των
Μακεδονικών όπλων εντός πολλών αμαξών, αστράπτοντα όλα εκ
νεοχύτου χαλκού και σιδήρου, και ούτως εντέχνως διατεθειμένα
και συναρμοσμένα, ώστε να φαίνωνται ως αν είχον σωρευθή
ανωμάλως και αυτομάτως, περικεφαλαίαι πλησίον ασπίδων, και
θώρακες επί κνημίδων, και Κρητικαί πέλται, και Θράκια δόρατα,
και φαρέτραι μεθ' ιππικών αναμεμιγμέναι χαλινών, και ξίφη γυμνά
μεταξύ τούτων προκύπτοντα, και σάρισσαι παραπεπηγμέναι· και
ήσαν δεδεμένα χαλαρώς, όσον απητείτο ώστε η προς άλληλα
κρούσις, όταν εσύροντο υπό των αμαξών, να ηχή τραχέως και
φοβερώς, και η όψις αυτών και νενικημένων να εμπνέη φόβον τινά.
Μετά δε τας οπλοφόρους αμάξας είποντο άνδρες τρισχίλιοι,
νόμισμα φέροντες αργυρούν εντός αγγείων επτακοσίων πεντήκοντα
τριταλάντων, ών έκαστον εκόμιζον ανά τέσσαρες. Άλλοι δ' έφερον
κρατήρας αργυρούς, και κέρατα (348) και φιάλας, και ποτήρια,
και καλώς διατεθειμένα όλα διά την πομπήν, και αξιόλογα διά το
μέγεθος και την παχύτητα των τορευμάτων αυτών.
ΛΓ. Την δε τρίτην ημέραν ευθύς την αυγήν επορεύοντο σαλπιγκταί,
παίζοντες μέλος ουχί προσόδων (349) ούτε πομπικόν, αλλ' όμοιον
εκείνου δι' ού παροτρύνονται εις τας μάχας. Μετά δε τούτων
ωδηγούντο εκατόν είκοσι οικότροφοι βόες χρυσόκεροι,
κεκοσμημένοι διά ταινιών και στεμμάτων. Οι δ' οδηγοί αυτών
νεανίσκοι προυχώρουν περιζώματα φορούντες ευπάρυφα, ως προς
ιερουργίαν, και μετ' αυτών ήσαν παίδες, σπονδής αγγεία αργυρά
κομίζοντες και χρυσά. Είποντο δε μετά τούτους οι το χρυσούν
νόμισμα φέροντες εις αγγεία τριταλαντιαία διηρημένον, ως και το
αργυρούν. Το δε πλήθος των αγγείων ήτον ογδοήκοντα, πλην τριών.
Τούτους παρηκολούθουν οι κρατούντες την ιεράν φιάλην, ήν
κατεσκεύασεν ο Αιμίλιος εκ χρυσού δεκατάλαντον, και διά
πολυτίμων λίθων κεκοσμημένην, ως και οι επιδεικνύντες τας
Αντιγονίδας και Σελευκίδας και τα Θηρίκλεια (350) και όλα τα
κατά το δείπνον χρυσώματα του Περσέως. Τούτους παρηκολούθει το
άρμα του Περσέως, και τα όπλα αυτού, και το διάδημα επί των
όπλων του κείμενον. Έπειτα, μετά μικράν απόστασιν, εφέροντο
δούλα τα τέκνα του βασιλέως, και μετ' αυτών όχλος τροφέων και
διδασκάλων και παιδαγωγών, οίτινες εδάκρυον, και εξέτεινον μεν
και αυτοί τας χείρας προς τους θεατάς, εδίδασκον δε και τα
παιδία να παρακαλώσι και να ικετεύωσιν. Ήσαν δε, άρρενα μεν
δύο, θήλυ δ' έν, μη εννοούντα εντελώς το μέγεθος των κακών,
ένεκα της ηλικίας των· και καθίστα αυτά έτι μάλλον άξια ελέους
η αναισθησία των προς την μεταβολήν, ώστε παρ' ολίγον να
παρέλθη παροραθείς ο Περσεύς, διότι οι Ρωμαίοι υπ' οίκτου
προσείχον εις τα νήπια, και εις πολλούς και δάκρυα συνέβη να
χύσωσιν. Δι' όλους δε ην πλήρης λύπης και χάριτος η θέα, έως
ότου τα παιδία παρήλθον.
ΛΔ. Κατόπιν δε των τέκνων και της ακολουθίας αυτών επορεύετο
αυτός ο Περσεύς, ιμάτιον ενδεδυμένος χρώματος σκοτεινού, και
εμβάδας επιχωρίας μακεδονικάς· εφαίνετο δ' ως υπό του μεγέθους
των κακών τεθαμβωμένος και στερηθείς της χρήσεως του λογικού
του. Μετά τούτων δ' είπετο χορός φίλων και οικείων αυτού,
οίτινες είχον υπό πένθους βεβαρημένα τα πρόσωπα, βλέποντες δ'
αδιακόπως προς τον Περσέα, εδάκρυον, ώστε προφανές ήτον εις
τους θεατάς ότι διά την τύχην εκείνου έκλαιον, ολίγον
φροντίζοντες περί της εδικής των. Ο Περσεύς είχε πριν πέμψει
εις το Αιμίλιον, και τον παρεκάλεσε να μη πομπευθή, και ν'
αποφύγη τον θρίαμβον. Εκείνος δε την ανανδρίαν αυτού, ως
φαίνεται, και την φιλοψυχίαν καταγελών, «Αλλά τούτο, είπε, και
πρότερον απ' αυτού εξηρτάτο, και ήδη εξαρτάται εισέτι,» δηλών
τον προ της αισχύνης θάνατον, όν δεν υπέμεινεν ο ταλαίπωρος,
αλλ' υπ' ελπίδων τινών δελεασθείς, έγινε μέρος των ιδίων αυτού
λαφύρων. Μετά ταύτα δ' εκομίζοντο χρυσοί στέφανοι τετρακόσιοι
το πλήθος, ούς αι πόλεις έπεμψαν μετά πρεσβειών εις τον
Αιμίλιον, ως αριστεία της νίκης του. Έπειτα δ' ηκολούθει αυτός
εις άρμα κεκοσμημένον μεγαλοπρεπώς επιβαίνων, ανήρ και άνευ της
τοσαύτης εξουσίας αξιοθέατος, πορφύραν φέρων χρυσόστικτον, και
δάφνης κλάδον προτείνων εις την δεξιάν του. Εδαφνηφόρει δε και
πας ο στρατός, κατά λόχους και τάξεις επόμενος εις το άρμα του
στρατηγού, άδων δε οτέ μεν πατρίους τινάς ωδάς, αίτινες είχον
και μέρη προς γέλωτα, οτέ δ' επινικίους παιάνας, και επαίνους
των κατορθωμάτων του Αιμιλίου, όστις ήτον περίβλεπτος και
ζηλωτός υπό πάντων, και ουδενός εστερείτο των αγαθών· εκτός αν
υπάρχη δαιμόνιόν τι προσδιωρισμένον ν' αφαιρή μέρος των μεγάλων
και υπερόγκων ευτυχιών, και να μιγνύη ούτω τον ανθρώπινον βίον,
ώστε ουδείς να έχη αυτόν άκρατον κακών και καθαρόν, αλλά, καθ'
Όμηρον, εκείνοι να φαίνωνται μάλιστα ευτυχούντες δι' ούς αι
τύχαι των πραγμάτων επ' αμφότερα τρέπονται (351).
ΛΕ. Διότι είχε τέσαρας υιούς, δύο μεν εις άλλας μετατεθέντας
συγγενείας, ως ήδη ευρέθη, τον Σκηπίωνα και τον Φάβιον, δύο δε,
παίδας έτι την ηλικίαν, ούς έτρεφεν εις την οικίαν του,
γεννηθέντος εξ άλλης γυναικός. Εκ τούτων ο μεν ετελεύτησε πέντε
ημέρας πριν ή θριαμβεύση ο Αιμίλιος, και ην ετών δεκατεσσάρων·
ο δε, δωδεκαετής, απέθανε τρεις ημέρας μετά τον θρίαμβον· ώστε
ουδείς έμεινε ρωμαίος μη λυπηθείς αυτόν διά το πάθος, και
πάντες έφριξαν διά της τύχης την ωμότητα, ότι δεν εδίστασε
τοσούτον πένθος να ρίψη εις οικίαν ζηλευομένην, και χαράς και
θυσιών γέμουσαν, και ν' αναμίξη θρήνους και δάκρυα εις παιάνας
επινικίους και εις θριάμβους.
ΛΣΤ. Αλλ' ο Αιμίλιος ορθώς φρονών ότι η ανδρία και το θάρρος
εισί χρήσιμα εις τους ανθρώπους ουχί μόνον κατά των όπλων και
των σαρισσών, αλλ' επίσης προς πάσαν της τύχης αντίστασιν,
ούτως ήρμοσε και διέθεσε τον συγκερασμόν των εις αυτόν
συμβαινόντων, ώστε εντός των αγαθών ηφανίσθησαν τα κακά, και τα
οικεία εντός των δημοσίων, και δεν εταπεινώθη της νίκης το
μέγεθος, ουδέ καθυβρίσθη αυτής η αξιοπρέπεια. Και τον μεν
πρώτον των υιών του αποθανόντα θάψας, ευθύς εθριάμβευσεν, ως
ερρέθη· αφ' ού δε μετά τον θρίαμβον απέθανε και ο δεύτερος,
συναγαγών εις εκκλησίαν των Ρωμαίων τον δήμον, είπε λόγους
ανδρός μη χρήζοντος παρηγορίας, αλλά παρηγορούντος τους πολίτας
θλιβομένους δι' όσα εκείνος υπέφερε. Προς ουδέν ουδέποτε, τοις
είπε, δειλιάσας των ανθρωπίνων, εκ των θείων εφοβήθη πάντοτε
την τύχην, ως απιστότατον και ποικιλώτατον πράγμα· μάλιστα δε,
βλέπων αυτήν ως πνεύμα λαμπρόν να βοηθή πάσας τας πράξεις του
εις τούτον τον πόλεμον, περιέμενε μεταβολήν αυτής τινά και
παλίρροιαν· «Διότι εις μίαν, είπεν, ημέραν τον Ιόνιον κόλπον
από Βρεντεσίου (352) περάσας, έφθασα εις την Κέρκυραν· πέντε
δ' ημέρας μετά ταύτα ήμην εις Δελφούς και έθυον εις τον Θεόν,
και μετ' άλλας πέντε ημέρας παρέλαβον τον στρατόν εν Μακεδονία,
και τελέσας τον συνήθη καθαρμόν αυτού (353), και αρχίσας τας
πράξεις, εντός άλλων δεκαπέντε ημερών επέθηκα εις τον πόλεμον
το κάλλιστον τέλος. Απιστών δε προς την τύχην, διότι πάντα κατά
ρουν εχώρουν, και ουδείς ήτον φόβος και ουδείς κίνδυνος από των
εχθρών, προ πάντων κατά τον πλουν εφοβούμην την μεταβολήν της
μοίρας, διότι έφερον ευτυχώς τοσούτον στρατόν νικήσαντα, και
λάφυρα και βασιλείς αιχμαλώτους. Αλλά και αφ' ού σώος ήλθον
προς υμάς, και είδα την πόλιν χαράς γέμουσαν και προθυμίας και
θυσιών, πάντοτε υπώπτευον την τύχην, ηξεύρων ότι ουδέν μέγα
χαρίζει εις τους ανθρώπους ειλικρινώς και άνευ φθόνου. Η δε
ψυχή μου αγωνιώσα, και υπέρ της πόλεως το μέλλον επισκοπούσα,
δεν αφήκε τούτον τον φόβον, ειμή αφ' ού τοσαύτη μοι επέπεσε
δυστυχία εις τον οίκον, και ηναγκάσθην να θάψω αλλεπαλλήλως, εν
ημέραις ιεραίς, υιούς αρίστους, τους μόνους ούς κατέλιπον εις
εμαυτόν διαδόχους. Τώρα πλέον είμαι όλως ακίνδυνος, και θάρρος
έχω, και νομίζω ότι η τύχη θέλει σας μείνει αβλαβής και βεβαία.
Διότι ικανώς ανταπέδωκεν εις εμέ και διά των εμών κακών τα
γενόμενα κατορθώματα, τον θριαμβεύοντα ουχ ήττον προφανές
παράδειγμα της ανθρωπίνης παραστήσασα ασθενείας παρά τον εν
θριάμβω συρόμενον· εκτός ότι ο Περσεύς μεν και νικηθείς έχει
τους υιούς του, ο δ' Αιμίλιος, νικήσας, εστερήθη των εδικών
του.»
ΛΖ. Τοιούτους ευγενείς και μεγάλους λόγους λέγουσιν ότι
επρόφερεν ο Αιμίλιος εις τον δήμον, εξ αληθινού και απλάστου
φρονήματος. Ως προς τον Περσέα δεν ει και οικτείρων της τύχης
την μεταβολήν, και προθυμηθείς να τον βοηθήση, ουδέν
κατώρθωσεν, εκτός του να τον μεταφέρη εκ του καλουμένου κάρκερε
παρ' αυτοίς (354) εις τόπον καθαρόν και εις φιλανθρωποτέραν
δίαιταν. Εκεί φρουρούμενος, ως μεν οι πλείστοι έγραψαν,
απέθανεν εκουσίως εξ ασιτίας. Τινές όμως ιστορούσιν ίδιόν τινα
και διάφορον του θανάτου του τρόπον. Λέγουσιν ότι
δυσαρεστηθέντες κατά τι και θυμώσαντες κατ' αυτού οι
φυλάττοντες αυτόν στρατιώται, επειδή κατ' άλλο δεν εδύναντο να
τον ενοχλήσωσι και τον βλάψωσι, του αφήρουν τον ύπνον, και
προσέχοντες ακριβώς, τον εμπόδιζον ν' αποκοιμηθή, και διά
παντός τρόπου τον διετήρουν έξυπνον, και ούτω βασανισθείς
ετελεύτησεν. Απέθανον δε και τα δύο εκ των παιδίων του. Ο δε
τρίτος, ο Αλέξανδρος, λέγουσιν ότι έγινεν επιτήδειος εις την
τορευτικήν και την λεπτουργικήν, και ότι μαθών τα ρωμαϊκά
γράμματα και την διάλεκτον, έγινεν υπογραμματεύς των αρχόντων,
και ότι εις την υπηρεσίαν ταύτην έδειξεν ευφυίαν και
επιτηδειότητα.
ΛH. Μεταξύ δε των Μακεδονικών κατορθωμάτων του Αιμιλίου
προσαναφέρεται η δημοτικωτάτη και τον λαόν μεγάλως
ευχαριστήσασα πράξις, ότι τοσαύτα κατετέθησαν υπ' αυτού χρήματα
εις το δημόσιον, ώστε δεν εχρειάσθη έκτοτε πλέον να πληρώση
φόρον ο δήμος μέχρι των καιρών του Ιρτίου και Πάνσα, οίτινες
ήσαν ύπατοι επί του πρώτου πολέμου του Αντωνίου και Καίσαρος.
Και εκείνο δε ιδίον είναι και αξιόλογον του Αιμιλίου, ότι εν ώ
ηγαπάτο και ετιμάτο διαφερόντως υπό του δήμου, επέμεινεν όμως
εις τας αριστοκρατικάς του αρχάς, και ουδ' είπεν ουδ' έπραξε τι
χαριζόμενος εις τους πολλούς, αλλά μετά των πρώτων και
ισχυροτάτων συνειργάζετο πάντοτε τα της πολιτείας. Τούτο
μάλιστα και προσήψε μετά καιρόν ο Άππιος εις τον Αφρικανόν
Σκηπίωνα, ότι μέγιστοι όντες ούτοι εις την πόλιν, εζήτουν την
τιμητικήν αρχήν (355), ο μεν την βουλήν έχων και τους αρίστους
περί αυτόν (διότι αύτη ήτον η πατροπαράδοτος των Αππίων
πολιτική), ο δε, μέγας μεν ων αφ' εαυτού, μεγάλως όμως
σπουδάζων πάντοτε και να ευχαριστή τον δήμον. Όταν λοιπόν είδε
ποτέ ο Αππιος τον Σκηπίωνα να εισέλθη εις την αγοράν, έχων παρά
την πλευράν αυτού ανθρώπους αγεννείς και αρχαίους δούλους,
ανθρώπους αγοραίους και δυναμένους να συναθροίσωσιν όχλον, και
να βιάσωσι πράγματα διά κραυγής και διά σπουδαρχίας, αναβοήσας,
«Ω Παύλε, είπεν, Αιμίλιε, στέναξον υπό την γην, βλέπων ότι τον
υιόν σου φέρουσιν εις την τιμητίαν ο κήρυξ Αιμίλιος και ο
Λικίννιος και ο Φιλόνεικος (356)». Αλλ' ο Σκηπίων απελάμβανε
της ευνοίας ταύτης του δήμου, ωφελών μεγάλως αυτόν. Ο δ'
Αιμίλιος, καί τοι ων αριστοκρατικός, ηγαπάτο όμως υπό του
πλήθους ουχί ολιγώτερον εκείνου όστις δημαγωγικώς εφαίνετο
κολακεύων αυτό, και ομιλών ούτως ώστε να τω ευχαριστή. Εδήλωσε
δε τούτο και διά του ότι, εκτός των άλλων καλών τον ηξίωσαν και
της τιμητίας, ήτις είναι των αρχών η ιερωτάτη, και μεγάλης
απολαμβάνουσα δυνάμεως και ως προς τ' άλλα, και ως προς την των
βίων εξέτασιν διότι οι τιμηταί έχουσι το δικαίωμα να εκβάλωσι
της συγκλήτου τον απρεπώς ζώντα, και να προγράφωσι τον άριστον,
και ν' ατιμάζωσι τον ακολασταίνοντα νέον δι' αφαιρέσως του
ίππου αυτού. Προσέτι αυτοί επιβλέπουσι των περιουσιών τας
εκτιμήσεις, και του πληθυσμού τας απογραφάς. Απεγράφησαν δ' επ'
αυτού χιλιάδες ανθρώπων τριακόσιοι τριάκοντα επτά, και
τετρακόσιοι πεντήκοντα δύο. Προέγραψε δ' εκ της βουλής τον
Μάρκον Αιμίλιον Λέπιδον, τετράκις ήδη καρπούμενον την ανωτάτην
ταύτην τιμήν· εξέβαλε δε τρεις συγκλητικούς εκ των μη επισήμων,
και εις την των ιππέων εξέτασιν εδείχθη μετριώτατος και αυτός,
και ο συνάρχων αυτού Μάρκιος Φίλιππος.
ΛΘ. Αφ' ού δε διευθέτησε τα πλείστα και μέγιστα, ενόσησε νόσον
κατ' αρχάς μεν δεινήν, έπειτα δ' ακίνδυνον, αλλά μακράν και
δυσθεράπευτον γενομένην. Πεισθείς δ' υπό των ιατρών, έπλευσεν
εις την Ελέαν της Ιταλίας, και διέτριβεν εκεί πολύν χρόνον εις
παραλίους αγρούς εν μέσω ησυχίας βαθείας. Τότε δ' επόθησαν
αυτόν οι Ρωμαίοι, και φωνάς πολλάκις εξέπεμπον εις τα θέατρα,
ως ευχόμενοι και ανυπόμονοι όντες να τον ιδώσιν. Επειδή δε τις
ιερουργία ετελείτο, και η υγεία αυτού εφαίνετο ικανώς
αναλαβούσα, επανήλθεν εις την Ρώμην. Και εκείνην μεν την θυσίαν
έθυσε μετά των άλλων ιερέων, εν ώ ο λαός όλος χαίρων τον
περιεστοίχιζε. Την δ' επαύριον έθυσε πάλιν ο ίδιος εις τους
Θεούς ευχαριστήρια διά την σωτηρίαν του. Ως δ' ετελείωσεν η
θυσία, επιστρέψας εις την οικίαν του, και εις την κλίνην
ριφθείς, πριν ή αισθανθή και νοήση την μεταβολήν, τω επήλθεν
έκστασις και παραφορά των φρενών, και απέθανε την τρίτην
ημέραν, ουδενός στερηθείς και πάντων απολαύσας όσα θεωρούνται
εις ευδαιμονίαν συντείνοντα· διότι και η περί την εκφοράν αυτού
πομπή θαυμασία εγένετο, μετά προθυμίας ήτις εκόσμησε την αρετήν
του ανδρός διά των αρίστων και μακαριωτάτων ενταφίων δώρων.
Ήσαν δε ταύτα ουχί χρυσός, ουδ' ελέφας, ουδ' η λοιπή πολυτέλεια
και επίδειξις της παρασκευής, αλλ' εύνοια, και τιμή, και
ευγνωμοσύνη, ου μόνον παρά των πολιτών, αλλά και παρά των
εχθρών. Και όσοι κατά τύχην παρήσαν Ίβηρες και Λίγυοι και
Μακεδόνες, οι μεν ισχυροί κατά τα σώματα και νέοι, λαβόντες την
νεκρικήν κλίνην, την ύψωσαν επί των ώμων των και την έφερον· οι
δε πρεσβύτεροι παρηκολούθουν καλούντες τον Αιμίλιον ευεργέτην
και σωτήρα των πατρίδων των· διότι ου μόνον κατά τους καιρούς
των κατακτήσεών του μετεχειρίσθη πάντας ηπίως και φιλανθρώπως,
αλλά και καθ' όλον τον λοιπόν βίον του διετέλεσε πάντοτε
ευεργετών αυτούς, και φροντίζων υπέρ αυτών ως υπέρ οικείων και
συγγενών. Η δε περιουσία αυτού λέγουσιν ότι μόλις συνεποσούτο
εις τριακοσίας εβδομήκοντα χιλιάδας δραχμών, και ότι
κληρονόμους αυτής αφήκε τους δύο υιούς του· αλλ' ο νεώτερος
Σπηκίων την παρεχώρησεν όλην εις τον αδελφόν του, διότι αυτός
είχε δοθή εις οίκον ευπορώτερον, τον του Αφρικανού Σκηπίωνος.
Τοιούτος λέγεται ο τρόπος και ο βίος του Παύλου Αιμιλίου.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΤΙΜΟΛΕΝΤΟΣ
ΚΑΙ
ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
A. Ταύτα διηγείται η ιστορία, και προφανές είναι ότι δεν έχει
πολλάς διαφοράς ουδ' ανομοιότητας η σύγκρισις. Διότι αμφότεροι
επολέμησαν προς ενδόξους ανταγωνιστάς, ο μεν προς Μακεδόνας, ο
δε προς Καρχηδονίους· και αι νίκαι αυτών υπήρξαν περιβόητοι,
διότι ο είς εκυρίευσε την Μακεδονίαν, και έπαυσε την απ'
Αντιγόνου διαδοχήν εις τον έβδομον Βασιλέα· ο δε εξήλειψε τας
τυραννίδας πάσας εκ Σικελίας, και ηλευθέρωσε την νήσον. Εκτός
μόνον αν θελήση τις να προτείνη την ένστασιν, ότι ο μεν
Αιμίλιος επολέμησε προς τον Περσέα ακμαίον και νικήσαντα τους
Ρωμαίους, ο δε Τιμολέων προς τον Διονύσιον απηυδημένον και
κατασυντετριμμένον· και πάλιν υπέρ του Τιμολέοντος ότι πολλούς
μεν τυράννους, μεγάλην δε δύναμιν, την των Καρχηδονίων, διά του
τυχόντος στρατεύματος ενίκησε, και ουχί, ως ο Αιμίλιος, έχων
άνδρας εμπειροπολέμους και μαθόντας να διοικώνται, αλλά διά
μισθοφόρων, και ανδρών ατάκτων, και συνειθισμένων να
εκστρατεύωσι προς ιδίαν αυτών ευχαρίστησιν. Διότι ίσα
κατορθώματα δι' ανίσου δυνάμεως τιμήν προσθέτουσιν εις τον
στρατηγόν.