είναι άγνωστον· οι δε δυνατώτατοι των πολιτών, φοβηθέντες,
επετάχυνον τον έκπλουν αυτού, και τ' άλλα όλα ψηφίσαντες, και
συνάρχοντας ούς εκείνος ηθέλησεν· Εκπεύσας λοιπόν μετά των
εκατόν πλοίων, και προσβαλών την Άνδρον, ενίκησε μεν εις μάχην
τους Λακεδαιμονίους όσοι ήσαν εκεί, την πόλιν όμως δεν
εκυρίευσε. Και τούτο υπήρξεν η πρώτη κατ' αυτού δημοσία των
εχθρών του κατηγορία. Φαίνεται δ' ότι υπέρ τινα και άλλον ο
Αλκιβιάδης μάλιστα κατεστράφη υπό της ιδίας αυτού δόξης, ήτις
μεγάλη ούσα και πλήρης τόλμης και συνέσεως, καθίστα ως εξ ών
κατώρθωσεν, ύποπτον πάσαν έλλειψιν αυτού, διότι υπετίθετο ότι
δεν ήθελε, καθόσον ουδείς επίστευσεν ότι δεν εδύνατο. Ήλπιζον
δ' ότι και περί των Χίων θ' ακούσωσιν ότι κατετροπώθησαν, και
περί της λοιπής Ιωνίας. Όθεν ηγανάκτουν όταν δεν επληροφορούντο
ότι όλα κατωρθούντο ταχέως και ευθύς, καθώς ήθελον· ουδ'
ανελογίζοντο την αχρηματίαν, υφ' ής περιοριζόμενος, επολέμει
προς ανθρώπους έχοντας μέγαν πόρον το ταμείον του Βασιλέως, και
ηναγκάζετο πολλάκις να εκπλέη και να εγκαταλείπη το
στρατόπεδον, όπως προμηθευθή μισθούς και τροφάς. Και η
τελευταία δε κατ' αυτού κατηγορία τοιαύτην έλαβε την αιτίαν. Ο
Λύσανδρος είχε σταλή υπό των Λακεδαιμονίων ναύαρχος, και εκ των
χρημάτων όσα έλαβε παρά του Κύρου έδιδε τετρώβολον (130) αντί
τριωβόλου εις έκαστον ναύτην. Ο δ' Αλκιβιάδης μετά δυσκολίας
δίδων και το τριώβολον, απήλθεν εις την Καρίαν διά ν'
αργυρολογήση. Ο δ' επιμελητής, όστις έμεινεν εις τα πλοία, ο
Αντίοχος (131), ήτον μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τ' άλλα
ήτον ανόητος και υπεροπτικός· έχων δε παραγγελίαν παρά του
Αλκιβιάδου, ουδ' αν επιπλεύσωσι κατ' αυτού οι εχθροί να
ναυμαχήση, τοσούτον εθρασύνθη και περιεφρόνησε την διαταγήν,
ώστε πληρώσας την ιδίαν αυτού τριήρη και μίαν άλλην, έπλευσεν
εις την Έφεσον, και παραπλέων προς τας πρώρας των εχθρικών
πλοίων, πολλά έλεγε και έπραττεν ακόλαστα και βωμολόχα. Και
κατ' αρχάς μεν ο Λύσανδρος μετ' ολίγων πλοίων εξορμήσας κατ'
αυτού τον εδίωκεν· επειδή όμως και οι Αθηναίοι ήλθον εις
βοήθειαν, κινηθείς ο Λύσανδρος μεθ' όλων των πλοίων του, και
τον Αντίοχον εφόνευσε, και πλοία πολλά και ανθρώπους συνέλαβε,
και τρόπαιον έστησεν. Όταν δ' ήκουσεν αυτά ο Αλκιβιάδης,
επιστρέψας εις την Σάμον, εκινήθη μεθ' όλου του στόλου και
επροκάλει τον Λύσανδρον. Εκείνος όμως ηρκείτο εις το ότι
ενίκησε, και δεν εκινείτο κατ' αυτού.
ΛΣΤ. Εκ δε των κατά το στρατόπεδον μισούντων τον Αλκιβιάδην,
Θρασύβουλος ο υιός του Θράσωνος (132), εχθρός ων αυτού,
απήλθεν εις Αθήνας διά να τον κατηγορήση. Και παροξύνας τους
εκεί, έλεγε προς τον δήμον, ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεψε τα
πράγματα, και απώλεσε τα πλοία, εντρυφών εις την εξουσίαν, και
παραδίδων την στρατηγίαν εις ανθρώπους οίτινες ήσαν
παντοδύναμοι παρ' αυτώ διά τα φαγοπότια και τας βωμολοχίας,
όπως συλλέγη αυτός χρήματα περιπλέων, και ν' ακολασταίνη
μεθύων, και συνοικών μεθ' εταίρων εξ Αβύδου και Ιωνίας, εν ώ οι
εχθροί εισίν εις μικράν απόστασιν ηγκυροβολημένοι. Τω προσήπτον
δε και την κατασκευήν των τειχών, ά κατεσκεύασεν εις την
Θράκην, περί την Βισάνθην (133), όπως έχη αυτά καταφύγιον,
διότι δεν εδύνατο ή δεν ήθελε να ζήση εις την πατρίδα του.
Πεισθέντες λοιπόν οι Αθηναίοι, εξελέξαντο άλλους στρατηγούς,
οργήν, και κακήν προς εκείνον δεικνύντες διάθεσιν. Ταύτα μαθών
ο Αλκιβιάδης, και φοβηθείς, απήλθεν εντελώς εκ του στρατοπέδου·
και συναγαγών ξένους, επολέμει ιδιαιτέρως κατά των αβασιλεύτων
Θαρκών (134), και πολλά συνέλεξε χρήματα εκ των λαφύρων, και
εξησφάλισε συγχρόνως κατά των βαρβάρων τους περιοικούντας
Έλληνας. Επειδή δ' οι στρατηγοί Τυδεύς, Μένανδρος και
Αδείμαντος, έχοντες εις τους Αιγός Ποταμούς (135) πάντα ομού
τα πλοία όσα εκέκτηντο τότε αι Αθήναι, συνείθιζον να επιπλέωσι
πάσαν αυγήν κατά του Λυσάνδρου, όστις ήτον προσωρμισμένος περί
την Λάμψακον, και να τον προκαλώσι, και πάλιν να επιστρέφωσιν
οπίσω, και να διημερεύωσιν ατάκτως και αμελώς, ως
περιφρονούντες αυτόν, πλησίον ών ο Αλκιβιάδης, δεν παρέβλεψε
τούτο ουδέ το παρημέλησεν, αλλ' έφιππος ελθών, εδίδασκε τους
στρατηγούς ότι κακώς ηγκυροβόλουν εις μέρη αλίμενα και πόλιν μη
έχοντα, λαμβάνοντες μακρόθεν εκ Σηστού τας ζωοτροφίας των, και
αφήνοντες τους ναύτας, όταν εξέρχωνται εις την γην, να
πλανώνται όπου έκαστος θέλει, και να διασπείρωνται, εν ώ
άντικρυς αυτών ίστατο στόλος ειθισμένος να πράττη τα πάντα εν
σιωπή, εις μοναρχικόν πειθόμενος πρόσταγμα.
ΑΖ. Και ταύτα μεν έλεγεν ο Αλκιβιάδης, και τοις εσυμβούλευε να
μεταθέσωσι τον στόλον εις την Σηστόν. Αλλ' οι στρατηγοί δεν
προσείχον εις τας συμβουλάς του. Ο δε Τυδεύς και υβριστικώς τον
προσεκάλεσε ν' αναχωρήση, διότι άλλοι στρατηγούσι και ουχί
εκείνος. Επομένως ό Αλκιβιάδης, υποπτεύσας και προδοσίαν τινά
παρ' αυτοίς, ανεχώρησε, και εις τους επισήμους εκ του
στρατοπέδου όσοι τον προέπεμπον έλεγεν, ότι αν δεν είχεν ούτω
προπηλακισθή υπό των στρατηγών, εις ολίγας ημέρας θα είχεν
αναγκάση τους Λακεδαιμονίους ή να ναυμαχήσωσιν άκοντες, ή ν'
αφήσωσι τα πλοία των. Εφαίνετο δ' εις μέν τινας ότι εκαυχάτο
ταύτα λέγων, εις άλλους δ' ότι πιθανά λέγει, διότι αν έφερε
πολλούς Θράκας ακοντιστάς και ιππείς, εδύνατο να πολεμήση και
να ταράξη αυτών το στρατόπεδον. Ότι δε τα σφάλματα των Αθηναίων
ορθώς ενόησε, ταχέως εμαρτύρησαν τα έργα αυτά. Διότι αίφνης και
απροσδοκήτως επέπεσε κατ' αυτών ο Λύσανδρος, και οκτώ μόνον
τριήρεις διέφυγον μετά του Κόνωνος, αι δ' άλλαι, διακόσιαι
περίπου απήχθησαν αιχμάλωτοι· ανθρώπους δε τρισχιλίους ζώντας
συλλαβών, απέσφαξεν ο Λύσανδρος, εκυρίευσε δε και τας Αθήνας
εις ολίγον καιρόν, και έκαυσε τα πλοία των, και εκρήμνισε τα
μακρά τείχη. Τότε φοβηθείς ο Αλκιβιάδης τους Λακεδαιμονίους,
οίτινες και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εκυρίευον ήδη, μετέβη
εις Βιθυνίαν, πολλά μεν χρήματα φέρων μεθ' εαυτού, πολύ δε
περισσότερα αφήσας εις τα τείχη όπου κατώκει. Και εις την
Βιθυνίαν δε πολλά των κτημάτων του απολέσας, αρπαγέντα υπό των
εκεί Θρακών, απεφάσισε ν' αναβή προς τον Αρταξέρξην, νομίζων
ότι όταν τον δοκιμάση ο Βασιλεύς, αυτός μεν δεν θέλει φανή
χειρότερος του Θεμιστοκλέους, η δε πρόφασις αυτού ότι θέλει
φανή καλητέρα· διότι θα ήρχετο, ουχί κατά των συμπολιτών του,
ως εκείνος, αλλ' όπως συντελέση υπέρ της πατρίδος του και
ζητήση κατά των εχθρών, του Βασιλέως την δύναμιν. Πιστεύων δ'
ότι ο Φαρνάβαζος θα τω εχορήγει ευκολίαν και ασφάλειαν όπως
πορευθή προς τον Βασιλέα, ήλθε προς αυτόν εις Φρυγίαν, και
διέμεινε μετ' αυτού, περιποιούμενος αυτόν και τιμώμενος.
AH. Οι δ' Αθηναίοι ελυπούντο μεν στερηθέντες της ηγεμονίας· αφ'
ού δε και της ελευθερίας στερήσας αυτούς ο Λύσανδρος, παρέδωκε
την πόλιν εις τριάκοντα άνδρας, τότε ενόουν την σπουδαιότητα
των σκέψεων άς είχον αμελήσει όταν εδύναντο εισέτι να σωθώσιν,
εις αυτάς επανήρχοντο ήδη όταν τα πράγματα είχον απολεσθή, και
ολοφυρόμενοι επανέλεγον τα σφάλματα και τας ανοησίας των, ών
μεγίστην εθεώρουν την δευτέραν προς τον Αλκιβιάδην οργήν των
διότι τον απέρριψαν, χωρίς εις ουδέν ν' αδικήση· αλλά
θυμωθέντες καθ' υπηρέτου όστις ολίγα πλοία αισχρώς απώλεσεν,
έτι αισχότερον αυτοί αφήρεσαν από της πόλεως τον άριστον αυτής
και πολεμικώτατον στρατηγόν. Και όμως και εις αυτήν έτι την
κατάστασιν υπέφωσκεν αμυδρά τις ελπίς, ότι των Αθηναίων τα
πράγματα δεν απωλέσθησαν εντελώς, εν όσω ο Αλκιβιάδης εισέτι
εσώζετο. «Διότι ούτε άλλοτε ηρκέσθη φεύγων να ζη απραγμόνως και
εν ησυχία, ούτε ήδη, αν οπωσούν καλώς διάκεινται τα κατ' αυτόν,
θέλει ανεχθή την υπεροψίαν των Λακεδαιμονίων και των τριάκοντα
τον εκτραχηλισμόν.» Και δεν ήσαν άτοπα τα τοιαύτα του πλήθους
ονειροπολήματα· διότι και οι Τριάκοντα πολύ εφρόντιζον και
ηρεύνων, και πολύν εποιούντο λόγον περί του τι έπραττεν εκείνος
και τι διενοείτο. Τέλος δ' ο Κριτίας υπέβαλεν εις τον Λύσανδρον
ότι, ενόσω οι Αθηναίοι εδημοκρατούντο, δεν εδύναντο οι
Λακεδαιμόνιοι ν' άρχωσιν ασφαλώς της Ελλάδος· τους δ'
Αθηναίους, και πράως αν διάκεινται και καλώς προς την
ολιγαρχίαν, ο Αλκιβιάδης εν όσω ζη, δεν θα τους αφήση ποτέ να
εμμείνωσιν ησύχως εις τα καθεστώτα. Αλλ' ο Λύσανδρος δεν
επείσθη εις ταύτα πριν παρά των αρχόντων της πατρίδος του έλθη
σκυτάλη (136) διατάττουσα αυτόν να εξολοθρεύση τον Αλκιβιάδην
είτε διότι και εκείνοι εφοβήθησαν του ανδρός το επιχειρηματικόν
και μεγαλοπράγμον, είτε διότι ηθέλησαν εις τον Άγιν να
χαρισθώσιν.
ΛΘ. Ο Λύσανδρος λοιπόν έστειλε και παρήγγειλε ταύτα εις τον
Φαρνάβαζον, εκείνος δε προσέταξε το έργον εις Μαγαίον τον
αδελφόν, και εις Σουσαμίθρην τον θείον του. Τότε δ' έτυχε
κατοικών ο Αλκιβιάδης εις κώμην τινα της Φρυγίας, έχων μεθ'
εαυτού και την εταίραν Τιμάνδραν. Είδε δ' εις τον ύπνον του
όνειρον τοιούτον· ότι εφόρει αυτός το ένδυμα της εταίρας,
εκείνη δ' ότι είχε την κεφαλήν του εις τας αγκάλας της, και τω
εστόλιζε το πρόσωπον ως γυναικός, και τω εζωγράφιζε, και τω
έχριε ψιμμίθιον. Αλλοι δε λέγουσιν ότι είδε καθ' ύπνον τους
περί τον Μαγαίον κόπτοντας την κεφαλήν του, και το σώμα του
καιόμενον. Λέγεται δ' ότι ωνειρεύθη ταύτα ολίγον προ του
θανάτου του. Οι δε σταλέντες κατ' αυτού δεν ετόλμησαν ν'
εισέλθωσιν, αλλά περικυκλώσαντες την οικίαν ηθέλησαν να την
καύσωσιν. Εννοήσας δε τούτο ο Αλκιβιάδης, συνήγαγε τα πλείστα
των ιματίων και των στρωμάτων του, και τα έρριψεν εις το πυρ.
Περιτυλίξας δε την χλαμύδα του εις την αριστεράν του χείρα, και
λαβών γυμνόν το εγχειρίδιον εις την δεξιάν, διήλθε διά του
πυρός χωρίς τι να πάθη. Διότι ουδείς υπέμεινεν εμπρός του, ή
ήλθε μετ' αυτού εις χείρας, αλλά μακρυνθέντες, τον εκτύπησαν
δι' ακοντίων και βελών. Ούτως έπεσεν αυτός, και οι βάρβαροι
ανεχώρησαν· η δε Τιμάνδρα έλαβε τον νεκρόν, και τυλίξασα και
καλύψασα αυτόν εις τους ιδίους αυτής χιτώνας, εκήδευσεν αυτόν,
όσον αι περιστάσεις τη επέτρεπον, λαμπρώς και φιλοτίμως. Ταύτης
λέγουσιν ότι ήτον θυγάτηρ η Λαΐς, η επονομασθείσα Κορινθία,
αλλ' αιχμαλωτισθείσα εκ των Υκκάρων, μικράς Σικελικής πόλεως
(137). Τινές δε, διά μεν τα λοιπά του θανάτου του Αλκιβιάδου
συμφωνούσι προς ταύτα· λέγουσι δ' ότι την αιτίαν δεν έδωκεν
ούτε ο Φαρνάβαζος, ούτε ο Λύσανδρος, ούτε οι Λακεδαιμόνιοι,
αλλ' αυτός ο Αλκιβιάδης, διότι διέφθειρε την γυναίκα ενός των
επισήμων, και την είχε μεθ' εαυτού· οι δ' αδελφοί της γυναικός,
αγανακτούντες διά την ύβριν, έκαυσαν διά νυκτός την οικίαν ήν
κατώκει ο Αλκιβιάδης, και εφόνευσαν αυτόν, ως ευρέθη, εν ώ
επήδα διά του πυρός.
ΜΑΡΚΙΟΣ ΓΑΪΟΣ
Α. Ο οίκος των Μαρκίων εν Ρώμη πολλούς έδωκεν ενδόξους άνδρας
εις των Πατρικίων την τάξιν, και εξ αυτών είς ην και ο Μάρκιος
Άγκος, ο προς θυγατρός εγγονός του Νουμά (138), ο μετά τον
Τύλλον Οστίλιον βασιλεύσας. Μάρκιοι δ' ήσαν και ο Πόπλιος, και
ο Κόιντος, οίτινες έφερον το πλείστον και κάλλιστον ύδωρ εις
την πόλιν της Ρώμης (139), και Κηνσωρίνος (140), όν δις
διώρισε τιμητήν (141) ο δήμος των Ρωμαίων και έπειτα, υπ'
αυτού του ιδίου πεισθείς, έθετο νόμον και εψήφισεν ουδείς να
δύναται δις να περιέλθη εις την αρχήν ταύτην. Γάιος δ' ο
Μάρκιος, περί ού ενταύθα ο λόγος, τραφείς υπό χήραν μητέρα, και
πατρός ορφανός, απέδειξεν ότι η ορφανία άλλα μεν έχει κακά,
αλλά δεν εμποδίζει τινά να γίνη ανήρ σπουδαίος και
διακεκριμένος· μόνοι δ' οι φαύλοι προτείνουσιν αυτήν ως τούτου
αιτίαν, και την κατηγορούσιν ότι αυτή διαφθείρει δι' αμελείας.
Ο ίδιος όμως εδικαιολόγησε και τους φρονούντας ότι αν φύσις
γενναία και αγαθή μείνη παιδείας εστερημένη, μετά των καλών
γεννά και κακά, καθώς ευγενής χώρα εις την γεωργίαν, μη
αρκούσης τυχούσα καλλιεργίας διότι το κατά πάντα ισχυρόν και
έντονον της διανοίας αυτού παρήγαγε μεν ορμάς μεγάλας και των
καλών λειτουργούς· αλλ' αφ' ετέρου τον καθίστα δύσκολον και
δυσσυμβίβαστον μετά των ανθρώπων, όντα και ακρίτως θυμώδη, και
αμειλίκτως φιλόνεικον. Αλλά θαυμάζοντες οι άνθρωποι την προς
ηδονάς και κόπους και προς χρημάτων απόκτησιν απάθειαν αυτού,
και εγκράτειαν αυτήν ονομάζοντες και ανδρείαν και δικαιοσύνην,
εις τας πολιτικάς σχέσεις του τον εθεώρουν μετά δυσαρεσκείας
βαρύν, και άχαριν και ολιγαρχικόν. Ουδ' ωφελούνται ως προς άλλο
τοσούτον οι άνθρωποι εκ της των Μουσών ευμενείας, όσον ότι διά
του λογικού και της παιδείας εξημερούται η φύσις των, το ορθόν
μέτρον δεχομένη εις το λογικόν, και αποβάλλουσα τας υπερβολάς.
Κατ' εκείνους τους καιρούς εν γένει η Ρώμη εκείνο κυρίως το
μέρος ετίμα της αρετής, το αφορών τας πολεμικάς και
στρατιωτικάς πράξεις· και απόδειξις τούτου είναι ότι δι' ενός
και του αυτού ονόματος εκαλούντο παρ' αυτή και η αρετή και η
ανδρεία, και το δι' ού ιδίως ονομάζουσι την ανδρείαν έγινεν
όνομα γένους διά την αρετήν (142).
Β. Επιρρεπέστερος δε των άλλων υπήρξεν ο Μάρκιος προς τους
πολεμικούς αγώνας, και ευθύς εκ παιδικής ηλικίας είχε τα όπλα
εις χείρας του. Και φρονών ότι εις ουδέν χρησιμεύουσι τα
επίκτητα όπλα εις τους μη έχοντας ηκονισμένον και
παρεσκευασμένον όπλον έμφυτον και συγγενές μετ' αυτών, ούτως
εξήσκησε το σώμα του προς παν είδος μάχης, ώστε και ελαφρός
ήτον τρέχων, και βαρύς εις τας συμπλοκάς, και δυσκατάβλητος εις
του πολέμου την πάλην. Δια τούτο οι προς αυτόν έριν έχοντες
ανδρείας και γενναιότητος, νικώμενοι επροφασίζοντο του σώματος
αυτού την δύναμιν, ήτις δεν ελυγίζετο, και εις ουδένα κόπον
ενέδιδεν.
Γ. Εξεστράτευσε δε κατά πρώτον ενώ ήτον μειράκιον έτι, ότε ο
Ταρκύνιος, όστις εβασίλευσε της Ρώμης και εξεθρονίσθη, μετά
πολλάς μάχας και ήττας έρριπτε τον έσχατον ούτως ειπείν κύβον
αυτού (143), και πολλοί μεν Λατίνοι, πολλοί δ' άλλοι Ιταλιώται
συνεξεστράτευον, και τον συνώδευον εις την Ρώμην, ουχί τοσούτον
θέλοντες εκείνον να ευχαριστήσωσιν, όσον επιθυμούντες εκ φόβου
και φθόνου να καταβάλωσι την αυξάνουσαν δύναμιν των Ρωμαίων.
Εις την μάχην δε ταύτην, ήτις πολλάκις αμφιβόλως έκλινε προς
αμφοτέρους, ευρώστως αγωνιζόμενος ο Μάρκιος υπό τους οφθαλμούς
του Δικτάτωρος (144), και ιδών πλησίον πεσόντα άνδρα Ρωμαίον,
δεν παρημέλησεν αυτόν, αλλά στας εμπρός, αντετάχθη κατά του
επερχομένου εχθρού, και τον εθανάτωσεν. Όταν λοιπόν ενίκησεν ο
στρατηγός, πρώτον εκείνον εστεφάνωσε διά στεφάνου δρυός· διότι
εις τον όστις ήθελεν υπερασπίσει πολίτην, τούτον αποδίδει ο
νόμος τον στέφανον, είτε τιμήσας προ πάντων την δρυν εξ αιτίας
των Αρκάδων, διότι ο χρησμός του θεού τους ωνόμασε βαλανηφάγους
(145), είτε διότι πανταχού και ταχέως οι εκστρατεύοντες
δύνανται να προμηθεύωνται δρυν, είτε διότι ενόμιζον ότι ο της
δρυός στέφανος, ιερός ων του Πολιέως Διός, πρεπόντως εδίδετο
διά σωτηρίαν πολίτου. Είναι δε η δρυς εκ μεν των αγρίων δένδρων
το φέρον τους ωραιοτάτους καρπούς, εκ δε των ημέρων (146) το
ευρωστότατον· και έδιδεν όχι μόνον τροφήν το βαλανίδιον, αλλά
και ποτόν, το μελίτειον (147). Επρομήθευε δε και παντοία
κρέατα ζώων και πτηνών, διότι έδιδε τον ιξόν (148), όργανον
κυνηγετικόν. Κατ' εκείνην δε την μάχην λέγουσιν ότι επεφάνησαν
και οι Διόσκουροι, και μετά την μάχην ότι εδείχθησαν αμέσως εις
την αγοράν επί των ίππων των, ών έρρεεν ο ιδρώς, και ανήγγειλε
την νίκην, καθ' ό μέρος σήμερον υπάρχει ναός αυτών ωκοδομημένος
περί την κρήνην. Όθεν και την ημέραν καθ' ήν εορτάζεται η νίκη
εκείνη, κατά τας ειδούς του Ιουλίου μηνός (149), εις τοις
Διοσκούρους την αφιέρωσαν.
Δ. Αλλ' ως φαίνεται, δόξα και τιμή εις τους νέους αποδιδομένη,
αποσβέει μεν τας ελαφρώς φιλοτίμους φύσεις, όταν πολύ πρωίμως
επέρχεται, και ταχέως ευχαριστεί αυτών την δίψαν και το
αψίκορον· τας δ' εμβριθείς και ασφαλείς διανοίας αυξάνουσι και
λαμπρύνουσιν αι τιμαί, ως υπό πνεύματος ανέμου προς το
φαινόμενον καλόν ωθουμένας· διότι αι τοιαύται, ουχί επί σκοπώ
αμοιβής, αλλ' ως ενέχυρον ήδη δούσαι, αισχύνονται να
εγκαταλείψωσι την δόξαν αυτών, και να μη υπερβώσιν αυτήν διά
νέων έργων. Τούτο συνέβη εις τον Μάρκιον, όστις αυτός εις
εαυτόν προέθετο αγώνα ανδραγαθίας, και θέλων να ήναι κατά τας
ορέξεις του πάντοτε νέος, προσέθετε κατορθώματα επί
κατορθωμάτων και λάφυρα επί λαφύρων, και έβλεπε πάντοτε τους
επομένους στρατηγούς, φιλονεικούντας μετά των προηγουμένων περί
του τις να τω αποδώση περισσοτέρας τιμάς, και να υπερβή τον
έτερον ως προς τας υπέρ αυτού μαρτυρίας. Οι Ρωμαίοι είχον τότε
πολλούς αγώνας και πολλούς πολέμους, και ο Μάρκιος εξ ουδενός
εξήλθεν αστεφάνωτος και αβράβευτος. Και διά μεν τους άλλους η
δόξα ην της αρετής ο σκοπός, δι' εκείνον δε ο σκοπός της δόξης
η ευχαρίστησις της μητρός του· διότι ενόμιζεν ότι εντιμώτατον
τον καθιστά και μακαριώτατον το να τον ακούη εκείνη
επαινούμενον, και να τον ιδή στεφανούμενον, και να τον
εναγκαλισθή υπό χαράς δακρύουσα. Λέγουσι δ' ότι και ο
Επαμινώνδας ωμολόγησε το ίδιον αίσθημα, ως μεγίστην ευτυχίαν
του θεωρών, ότι έζων ο πατήρ και η μήτηρ του, και είδον την εν
Λεύκτροις στρατηγίαν και νίκην του. Αλλ' εκείνος μεν είχε και
τους δύο γονείς του χαίροντας μετ' αυτού και συνευτυχούντας. Ο
δε Μάρκιος, φρονών ότι εις την μητέρα του οφείλει και την προς
τον πατέρα ευγνωμοσύνην, ήτον ακόρεστος ευφραίνων και τιμών την
Ουολουμνίαν (150), αλλά και κατά θέλησιν και παράκλησιν αυτής
ενυμφεύθη, και αφ' ού απέκτησε παίδας, κατώκει την αυτήν οικίαν
μετά της μητρός του.
Ε. Εν ώ δ' ήδη μεγάλην είχε δόξαν και δύναμιν εις την πόλιν διά
την ανδρείαν του, η βουλή, τους πλουσίους υπερασπίζουσα,
διεφώνησε προς τον δήμον, όστις φαίνεται ότι πολλά έπασχε και
δεινά υπό των πλουσίων. Διότι τους μεν μετρίαν περιουσίαν
έχοντας, τους εστέρουν πάντων των κτημάτων των, εις ενέχυρα
λαμβάνοντες και πωλούντες αυτά· τους δ' όλως απόρους τους
συνελάμβανον και τους εφυλάκιζον, ει και είχον τα σώματα
κεκαλυμμένα υπό πληγών και καταβεβλημένα υπό των κοπών ούς
υπέστησαν εις τους υπέρ της πατρίδος πολέμους. Τούτων ο
τελευταίος ην ο κατά των Σαβίνων, όν ανεδέχθησαν διότι και οι
πλουσιώτατοι είχον υποσχεθή να δειχθώσι μετριώτεροι προς
αυτούς, και η βουλή εψήφισεν εγγυητήν τον άρχοντα Μάρκον
Ουαλέριον (151). Αλλ' αφ' ού και εις εκείνην την μάχην
ηγωνίσθησαν προθύμως και ενίκησαν τους εχθρούς, χωρίς οι
δανεισταί ουδεμίαν να δείξωσι προς αυτούς επιείκειαν, και η
βουλή προσεποιείτο λήθην των υποσχέσεών της, και ηδιαφόρει
βλέπουσα αυτούς συρομένους εις τας φυλακάς, τότε θόρυβος ηγέρθη
πολύς εις την πόλιν, και συνωμοσίαι εγίνοντο επικίνδυνοι, και
οι εχθροί εννοήσαντες ότι υπήρχον ταραχαί εις τον δήμον,
εισώρμησαν και έκαιον την χώραν, και όταν οι άρχοντες εκάλουν
εις τα όπλα τους έχοντας την στρατεύσιμον ηλικίαν, ουδείς
υπήκουεν. Ούτω διηρέθησαν πάλιν αι γνώμαι των αρχόντων. Και
τινές μεν ενόμιζον ότι πρέπει να ενδώσωσι μέχρι τινός εις τους
πένητας, και να χαλαρώσωσι την υπερβολικήν της νομιμότητος
αυστηρότητα· άλλοι δ' αντέτεινον, και είς αυτών ήτον και ο
Μάρκιος, ουχί ότι ενόμιζε μέγιστον το των χρημάτων ζήτημα, αλλά
παρακινών τους βουλευτάς, να καταπαύσωσιν, αν σωφρονώσι, και να
σβέσωσι την αρχήν και την πρώτην απόπειραν της αυθαδείας του
όχλου και της θρασύτητος αυτού, επανισταμένου κατά των νόμων.
ΣΤ. Επειδή δε πολλάκις εις ολίγον καιρόν συνήλθεν η βουλή, αλλ'
ουδέν απεφάσιζε, συσσωματωθέντες αίφνης οι πένητες, και
παρακινήσαντες αλλήλους, εγκατέλιπον την πόλιν, και
καταλαβόντες το όρος το ήδη καλούμενον ιερόν, παρά τον Ανίωνα
ποταμόν, αποκατέστησαν εκεί, και στασιαστικόν μεν ή βίαιον
ουδέν έπραττον, έκραζον δ' ότι προ πολλού οι πλούσιοι τους
εδίωξαν εκ της Ρώμης, πανταχού δ' η Ιταλία ότι θέλει τοις δώσει
αέρα και ύδωρ και τόπον όπου να ταφώσι, και ότι ουδέν άλλο
κερδίζουσι κατοικούντες την Ρώμην, παρά να πληγώνωνται και να
φονεύωνται εκστρατεύοντες υπέρ των πλουσίων. Τότε εφοβήθη η
βουλή, και έπεμψε τους μετριοπαθεστέρους και δημοτικωτέρους των
πρεσβυτέρων. Μεταξύ δ' αυτών τον λόγον έλαβεν ο Μενήνιος
Αγρίππας· και πολλά μεν παρεκάλεσε τον δήμον, πολλά δ' είπε
μετά θάρρους υπέρ της βουλής, και εις το τέλος του λόγου του
περιήλθεν εις το σχήμα του μύθου το περίφημον έκτοτε γενόμενον
«Εστασίασαν, είπε, του ανθρώπου τα μέλη πάντα προς την γαστέρα,
και την κατηγόρουν ότι μόνη αυτή εκάθητο αργή εις το σώμα, και
ουδέν συνεισέφερε, τα δ' άλλα διά τας ορέξεις εκείνης υπέμενον
κόπους πολλούς και υπηρεσίας· η δε γαστήρ ότι εγέλα διά την
ανοησίαν των, διότι ηγνόουν ότι δέχεται μεν αυτή την τροφήν
πάσαν, αλλ' αυτή την αναπέμπει πάλιν εξ εαυτής, και την
διανέμει εις τα λοιπά. Τοιαύτη, είπεν, είναι και της συγκλήτου
η σχέσις προς σας, ω πολίται· διότι όσα εκείνη βουλεύεται και
πράττει υπέρ της προσηκούσης οικονομίας, επιφέρουσι και
διανέμουσιν εις σας παν το χρήσιμον και ωφέλιμον».
Ζ. Έκτοτε διηλλάγησαν, ζητήσαντες παρά της βουλής και
επιτυχόντες να εκλέγωσι πέντε άνδρας, προστάτας των χρηζόντων
βοηθείας, τους νυν δημάρχους καλουμένους. Εξελέξαντο δε πρώτους
αυτούς εκείνους ούς είχον λάβει και ως αρχηγούς της αποστασίας
των, τον Ιούνιον Βρούτον και τον Σικίννιον Βέλλουτον. Αφ' ού δ'
η πόλις ηνώθη, ευθύς ωπλίσθη ο λαός, και προσεφέρετο προθύμως
εις τους άρχοντας διά να εκστρατεύσωσιν. Ο δε Μάρκιος, καίτοι
ουδόλως ευχαριστούμενος ότι ο δήμος υπερίσχυσε και ενέδωκεν η
αριστοκρατία, και εκ των άλλων πατρικίων πολλούς βλέπων ότι το
αυτό ησθάνοντο, τους παρεκάλει όμως να μη μείνωσι κατώτεροι των
δημοτών εις τους υπέρ πατρίδος αγώνας, αλλά να φανώσιν ότι
υπερέχουσιν αυτών κατά την αρετήν μάλλον παρά κατά την δύναμιν.
Η. Εις δε το έθνος των Ουολούσκων, προς ούς επολέμουν,
επισημοτάτη ήτον η πόλις των Κοριολάνων. Περί αυτήν
εστρατοπέδευσεν ο ύπατος Κομίνιος· οι δ' άλλοι Ουολούσκοι,
φοβηθέντες, συνέρρεον πανταχόθεν κατά των Ρωμαίων, διά να
πολεμήσωσι πλησίον της πόλεως και να επιπέσωσι κατ' αυτών εκ
δύο μερών. Επειδή δ' ο Κομίνιος διήρεσε την δύναμιν, και αυτός
μεν κατετάχθη κατά των έξωθεν επερχομένων Ουολούσκων, τον δε
Τίτον Λάρκιον, ένα των ανδρειοτάτων Ρωμαίων, αφήκε να διευθύνη
την πολιορκίαν, καταφρονήσαντες οι Κοριολάνοι τους μείναντας,
εξήλθαν, και προσβαλόντες τους Ρωμαίους, τους εδίωξαν μέχρι του
χάρακος. Αλλ' εκεί εκδραμών μετ' ολίγων ο Μάρκιος, και νικήσας
τους συμπλακέντας κατ' αρχάς μετ' αυτού, αναχαιτίσας δε τους
άλλους όσοι εφώρμων, εκάλει τους Ρωμαίους μεγαλοφώνως. Διότι
ήτον, ως απήτει παρά του στρατιώτου ο Κάτων, ου μόνον η χειρ
αυτού και αι πληγαί άς κατέφερε φοβεραί εις τους εχθρούς όσοι
τον απήντων, αλλ' ουδ' εις της φωνής του τον τόνον, ουδ' εις
του προσώπου του την όψιν ηδύναντο ευκόλως ν' αντισταθώσι. Τότε
πολλοί ηθροίσθησαν περί αυτόν και τον περιεκύκλωσαν, και οι
εχθροί φοβηθέντες ανεχώρουν αλλά δεν ευχαριστήθη εκείνος, και
τους ηκολούθησε, και τρέψας αυτούς, τους εδίωκε, φεύγοντας
μέχρι των πυλών· εκεί δε, βλέπων ότι οι Ρωμαίοι παρητούντο της
διώξεως, διότι πολλά εκ του τείχους κατεφέροντο βέλη, ουδείς δ'
ετόλμα ουδέ την ιδέαν καν να συλλάβη του να ορμήση ομού μετά
των φευγόντων εις πόλιν πλήρη εχθρών ενόπλων, αυτός εμπρός των
σταθείς, τους παρεκίνει και τους ενεθάρρυνε, κράζων ότι υπό της
τύχης ηνεώχθη η πόλις εις τους διώκοντας μάλλον παρά εις τους
φεύγοντας. Επειδή δε πολλοί δεν ήθελον να τον ακολουθήσωσιν,
ορμήσας διά μέσου των εχθρών, επήδησεν εις τας πύλας, και
εισήλθε μετ' αυτών, διότι κατ' αρχάς ουδείς ετόλμησε να τον
αντικρούση ή να τω αντισταθή· έπειτα όμως, όταν είδον ότι πολύ
ολίγοι είχον εισέλθει, και πανταχόθεν έτρεχον και εμάχοντο προς
αναμεμιγμένους ομού φίλους και εχθρούς, τότε λέγεται ότι και
διά της ανδρείας, και διά της ταχύτητος ως και διά της τόλμης
του ηγωνίσθη εντός της πόλεως αγώνα απίστευτον, και νικών
πάντας καθ ών εφώρμα, άλλους μεν εξεδίωξε προς τ' έσχατα μέρη,
άλλους δ' ηνάγκασεν εν απελπισία να ρίψωσι τα όπλα, και ούτως
έδωκε καιρόν εις τον Λάρκιον να φέρη έξωθεν μετ' ασφαλείας τους
Ρωμαίους.