αυτών, και τον Άγιν φοβούμενος, τους έβλαπτε και τους διέβαλλε
παρά τω Τισαφέρνη, και δεν τον αφήκε να τοις βοηθήση προθύμως,
ουδέ να καταστρέψη τους Αθηναίους, αλλά φειδολάς δίδων τας
βοηθείας, να θλίβη και κατατρίβη αυτούς βραδέως, και να τους
καθιστά αμφοτέρους ευποτάκτους εις τον βασιλέα αφ' ού ήθελον
καταπονηθή υπ' αλλήλων. Εις ταύτα ο Τισαφέρνης ευκόλως
επείθετο, και προφανές ήτον ότι ευχαριστείτο και τον εθαύμαζεν·
ώστε εκατέρωθεν οι Έλληνες ήρχισαν πάλιν ν' αποβλέπωσι προς τον
Αλκιβιάδην, οι δ' Αθηναίοι, κακώς πάσχοντες, και μετενόουν δι'
όσα κατ' αυτού κατεψήφισαν, και εκείνος δ' ελυπείτο, και
εφοβείτο μη, αν εντελώς η πόλις αφανισθή, πέση ο ίδιος εις
χείρας των Λακεδαιμονίων, υφ' ών εμισείτο. Τότε δ' όλα σχεδόν
τα συμφέροντα των Αθηναίων συνεκεντρούντο εις την Σάμον, και
εκείθεν εξορμώντες διά της ναυτικής των δυνάμεως, άλλα μεν μέρη
ανεκτώντο εξ όσων είχον αποστατήσει, άλλα δ' εφύλαττον, μέχρι
τινός αξιόμαχοι έτι όντες προς τους εχθρούς κατά θάλασσαν,
φοβούμενοι όμως και τον Τισαφέρνην, και τας Φοινικικάς
τριήρεις, περί ών ελέγετο ότι όσον ούπω έμελλον να φθάσωσιν,
ούσαι εκατόν πεντήκοντα, και αν ήρχοντο, ουδεμία σωτηρίας ελπίς
έμενεν εις την πόλιν. Ταύτα γνωρίζων ο Αλκιβιάδης, έπεμψε
κρυφίως προς τους εν Σάμω ισχυρούς των Αθηναίων, και τοις
έδιδεν ελπίδας ότι θέλει τοις καταστήσει φίλον τον Τισαφέρνην,
ουχί χάριν του πλήθους, και έχων εμπιστοσύνην ουχί εις αυτό,
αλλ' εις τους αρίστους, αν ήθελον τολμήσει να γίνωσιν άνδρες
αγαθοί, και παύοντες την αυθάδειαν του δήμου, να σώσωσιν αυτοί
τα ίδια εαυτών συμφέροντα και την πόλιν. Και οι μεν λοιποί
πολλήν έδωκαν προσοχήν εις τας προτάσεις του Αλκιβιάδου. Είς
όμως εκ των στρατηγών, Φρύνιχος ο Δειραδιώτης (97) ανθίστατο,
υποπτεύσας, την αλήθειαν άλλως τε, ότι τον Αλκιβιάδην δεν
έμελλε μάλλον υπέρ της ολιγαρχίας ή υπέρ της δημοκρατίας, αλλ'
ότι θέλων διά παντός τρόπου να επιστρέψη εις τας Αθήνας,
κατηγόρει τον δήμον διά να περιποιηθή και κερδίση τους
δυνατούς. Νικηθείς όμως υπό της γνώμης των άλλων, και φανερώς
ήδη εχθρός του Αλκιβιάδου γενόμενος, κατήγγειλε τα διατρέχοντα
εις Αστύοχον, τον Ναύαρχον των πολεμίων, και τον παρήγγειλε να
φυλάττηται, και να συλλάβη τον Αλκιβιάδην ως προς αμφότερα τα
μέρη απιστούντα. Αλλά δεν ήξευρεν ότι προδότης απετείνετο προς
προδότην. Διότι ο Αστύοχος, τεθαμβωμένος υπό της δυνάμεως του
Τισαφέρνους, και βλέπων τον Αλκιβιάδην μέγαν όντα παρ' αυτώ,
κατεμήνυσε προς αυτόν τα παρά του Φρυνίχου. Ο δ' Αλκιβιάδης
έπεμψεν ευθύς εις Σάμον να τον κατηγορήση και εν ώ όλοι
ηγανάκτουν και εξανίσταντο κατά του Φρυνίχου, ούτος, μη βλέπων
άλλην εκ του κινδύνου διαφυγήν, επεχείρησε να θεραπεύση διά
μείζονος κακού το κακόν και έπεμψε πάλιν προς τον Αστύοχον,
παραπονούμενος προς αυτόν ότι τον κατεμήνυσεν, υποσχόμενος δε
να τω παραδώση τα πλοία και τον στρατόν των Αθηναίων. Αλλ' η
προδοσία του Φρυνίχου δεν έβλαψε τους Αθηναίους, εξ αιτίας της
αντιπροδοσίας του Αστυόχου, όστις και ταύτας τας προτάσεις του
Φρυνίχου κατήγγειλεν εις τον Αλκιβιάδην. Ο δε Φρύνιχος,
προϊδών, και περιμένων δευτέραν κατηγορίαν παρά του Αλκιβιάδου,
προέλαβε και είπεν εις τους Αθηναίους ότι μέλλουσι να επέλθωσιν
οι εχθροί, και τους παρεκίνησε να μένωσιν εις τα πλοία των, και
να περιστοιχίσωσι το στρατόπεδον. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ήλθον
πάλιν γράμματα παρά του Αλκιβιάδου, όστις τοις έλεγε να
φυλάττωνται από του Φρυνίχου, διότι προδίδει εις τους πολεμίους
τον ναύσταθμον· αλλά τότε δεν τον επίστευσαν, νομίσαντες ότι ο
Αλκιβιάδης, καλώς γνωρίζων των εχθρών την ετοιμασίαν και τους
σκοπούς, ωφελήθη εξ αυτής ψευδώς, όπως διαβάλη τον Φρύνιχον.
Ύστερον δε, όταν είς των περιπόλων (98), ο Έρμων, κτυπήσας εις
την αγοράν δι' εγχειριδίου τον Φρύνιχον, τον εφόνευσεν, οι
Αθηναίοι, δικάσαντες, εκήρυξαν και αποθανόντα τον Φρύνιχον
προδότην, εστεφάνωσαν δε τον Έρμωνα και τους συνωμότας του.
ΚΣΤ. Εν δε τη Σάμω τότε υπερισχύσαντες οι φίλοι του Αλκιβιάδου,
έπεμψαν τον Πείσανδρον εις την πόλιν των Αθηνών, όπως επιφέρη
μεταβολήν του πολιτεύματος και ενθαρρύνη τους δυνατούς να
λάβωσιν αυτοί τα πράγματα εις τας χείρας των, και να καταλύσωσι
τον δήμον, λόγω ότι κατά τούτους μόνον τους όρους ο Αλκιβιάδης
θέλει τοις καταστήσει τον Τισαφέρνην φίλον και σύμμαχον. Αύτη
ήτον η πρόφασις, και τούτο ήτον το πρόσχημα των θελόντων να
εισαγάγωσι την ολιγαρχίαν. Όταν δ' υπερίσχυσαν, και παρέλαβον
τα πράγματα οι πεντακισχίλιοι μεν λεγόμενοι, τετρακόσιοι δ
όντες (99), τότε αυτοί πολύ ολίγον εφρόντιζον πλέον περί
Αλκιβιάδου, και νωθρότερον εξηκολούθουν τον πόλεμον, μέρος μεν
διότι δεν είχον εισέτι εμπιστοσύνην εις τους πολίτας, δυσμενώς
διακειμένους προς την μεταβολήν, μέρος δε διότι ενόμιζον ότι
προς αυτούς θέλουσι μάλλον ενδώσει οι Λακεδαιμόνιοι, ως
διακείμενοι φιλικώτερον πάντοτε προς την ολιγαρχίαν. Και ο μεν
κατά την πόλιν δήμος, και άκων υπό φόβου έμενεν ήσυχος· διότι
εσφάγησαν ουκ ολίγοι εκ των εναντιουμένων εις τους
τετρακοσίους. Οι δ' εν Σάμω, ακούοντες ταύτα και αγανακτούντες,
ηθέλησαν να πλεύσωσιν αμέσως κατά του Πειραιώς, και έφερον τον
Αλκιβιάδην και τον κατέστησαν στρατηγόν των, και ήθελον να τους
οδηγήση να καταλύσωσι τους τυράννους. Αλλ' αυτός δεν έπαθεν
ουδ' έπραξεν ό,τι συνήθως ο διά χάριτος του πλήθους μέγας
γινόμενος, όστις νομίζει ότι πρέπει να ευχαριστή κατά πάντα,
και κατ' ουδέν να μη αντικρούη τους εκ πλάνητος και φυγάδος
αναδείξαντας αυτόν τοσούτων πλοίων και στρατοπέδου, και
τοσαύτης δυνάμεως ηγεμόνα και στρατηγόν. Αλλά, κατά το καθήκον
ό έχει αρχηγός μέγας, του ν' ανθίσταται εις τους υπ' οργής
παραφερομένους, εμποδίσας αυτούς ν' αμαρτήσωσιν, έσωσε τότε
προφανώς τα πράγματα της πόλεως. Διότι, αν κινηθέντες απέπλεον
οίκαδε, οι μεν εχθροί ευθύς θα εκυρίευον αμαχητί πάσαν την
Ιωνίαν, τον Ελλήσποντον και τας νήσους, οι δ' Αθηναίοι θα
εμάχοντο κατά των Αθηναίων, τον πόλεμον εμβάλλοντες εις την
πόλιν. Τούτο δε μόνος, ή καν υπέρ πάντα άλλον ο Αλκιβιάδης
εμπόδισε να μη γίνη, ου μόνον πείθων και διδάσκων το πλήθος,
αλλά και ανά ένα έκαστον, άλλους μεν παρακαλών, άλλους δ'
επιπλήττων. Συνέπραττε δε μετ' αυτού και Θρασύβουλος ο
Στειριεύς (100), παρών εκεί και κραυγάζων· διότι ήτον, ως
λέγεται, όλων των Αθηναίων μεγαλοφωνότατος. Και δεύτερον δε τι
άλλο είναι καλόν του Αλκιβιάδου, ότι, υποσχεθείς τα εκ Φοινίκης
πλοία, τα στελλόμενα υπό του βασιλέως και περιμενόμενα υπό των
Λακεδαιμονίων, ή να τα φέρη προς αυτούς, ή να κατορθώση να μη
απέλθωσιν ουδέ προς εκείνους, εξέπλευσε μετά πάσης ταχύτητος.
Και εφάνησαν μεν τα πλοία περί την Άσπενδον (101), αλλά δεν τα
έφερεν ο Τισαφέρνης, και ηπάτησε τους Λακεδαιμονίους. Εθεωρείτο
δ' ως αίτιος της επιστροφής των αμφοτέρωθεν ο Αλκιβιάδης, και
μάλιστα εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, λεγόντων ότι εδίδασκε τον
βάρβαρον ν' αφήνη τους Έλληνας να καταστρέφονται αυτοί δι'
εαυτών. Διότι προφανές ήτον ότι, αν εις το έν μέρος προσετίθετο
τοσαύτη ναυτική δύναμις, αφήρει αμέσως από του ετέρου το κράτος
της θαλάσσης.
ΚΖ. Αμέσως δε μετά ταύτα κατελύθησαν μεν oι τετρακόσιοι, διότι
οι φίλοι του Αλκιβιάδου προθύμως εβοήθησαν τους δημοκρατικώς
φρονούντας. Επειδή δ' οι εν τη πόλει ήθελον και προσεκάλουν τον
Αλκιβιάδην να επιστρέψη, αυτός ενόμιζεν ότι δεν πρέπει κενάς
έχων τας χείρας, και απράκτως, και δι' οίκτου και χάριτος του
λαού, αλλ' ότι πρέπει να κατέλθη ενδόξως. Διά τούτο πρώτον μεν
μετ' ολίγων πλοίων εκ Σάμου περιέπλεε των Κνιδίων και των Κώων
την θάλασσαν (102)· εκεί δ' ακούσας ότι ο Σπαρτιάτης Μίνδαρος
απέπλεε μεθ' όλου του στόλου εις τον Ελλήσποντον, και
παρηκολούθει τους Αθηναίους, έσπευσε να βοηθήση τους
στρατηγούς. Κατά τύχην δ' έφθασε πλέων μετά δεκαοκτώ τριήρεων,
εν ώ τα δύο μέρη μεθ' όλων των πλοίων των συμπλακέντα
εναυμάχουν περί την Άβυδον (103), και κατά μέρη ενίκων ή
ενικώντο, και μέγας αγών εξηκολούθει μέχρι της δείλης. Και άμα
μεν εφάνη, εναντίας ενέπνευσεν εις αμφοτέρους ιδέας, ώστε
θάρρος μεν ανέλαβον οι εχθροί, εθορυβήθησαν δ' οι Αθηναίοι.
Αλλ' αμέσως φιλικόν από της ναυαρχίδος υψώσας σημείον, ώρμησεν
ευθύς κατά των Πελοποννησίων όσοι ενίκων και εδίωκον των
Αθηναίων τα πλοία. Τρέψας δ' αυτούς εις φυγήν, τους έρριψεν εις
την γην, και εξακολουθών να τους διώκη, κατέστρεψε τα πλοία
των, και επλήγωσε τους άνδρας όσοι ερρίπτοντο εις την θάλασσαν
διά να σωθώσιν, ει και ο Φαρνάβαζος τους εβοήθει, και εμάχετο
πλησίον της θαλάσσης όπως σώση το ναυτικόν των. Τέλος δε,
κυριεύσαντες οι Αθηναίοι τριάκοντα εχθρικά πλοία, σώσαντες δε
τα εδικά των, έστησαν τρόπαιον. Μετά τοιαύτην δε λαμπράν
ευτυχίαν, φιλοτιμούμενος να επιδειχθή εις τον Τισαφέρνην,
ητοίμασε προσφοράς και δώρα, και συνοδίαν έχων ηγεμονικήν,
επορεύθη προς αυτόν, άλλα δεν επέτυχεν ό,τι περιέμενε· διότι
προ πολλού ο Τισαφέρνης κατηγορούμενος υπό των Λακεδαιμονίων,
και φοβούμενος μη δώση δυσαρεσκείας αιτίαν εις τον Βασιλέα,
εύρεν ότι εγκαίρως τω ήλθεν ο Αλκιβιάδης, και συλλαβών αυτόν,
τον εφυλάκισεν εις τας Σάρδεις (104), ως η αδικία αύτη αν έλυε
την κατηγορίαν εκείνην.
ΚΗ. Αφ' ού δε παρήλθον τριάκοντα ημέραι, ο Αλκιβιάδης κατώρθωσε
να προμηθευθή ίππον, και αποδράς εκ των φυλακών, διέφυγεν εις
Κλαζομενάς. Και διέβαλλε μεν προς τούτοις τον Τισαφέρνην, έτι
εκείνος τον αφήκε να φύγη· έπλευσε δ' εις το στρατόπεδον των
Αθηναίων (105), και ακούσας ότι ο Μίνδαρος και ο Φαρνάβαζος
ήσαν ομού εις την Κύζικον (106), παρώτρυνε τους στρατιώτας,
λέγων αυτοίς ότι ανάγκη είναι και να ναυμαχήσωσι, και να
πεζομαχήσωσι, προσέτι και να τειχομαχήσωσι κατά των εχθρών·
διότι χρήματα δεν έχουσιν, αν δεν νικήσωσι κατά κράτος.
Επιβιβάσας δ' αυτούς, και πλεύσας εις Προκόνησον, διέταξε να
περιβάλωσι τα μικρά πλοιάρια εις το μέσον των, όπως μη εννοήση
παντάπασιν ο εχθρός τον έκπλουν των. Έτυχε δε και πολλή
αιφνηδίως πεσούσα βροχή, μετά βροντών και σκότους, να συνεργήση
εις τον σκοπόν του, και να κρύψη τας ετοιμασίας του. Και όχι
μόνον οι εχθροί δεν τον ενόησαν, αλλά και οι Αθηναίοι είχον
απολέσει πάσαν ελπίδα, όταν τους διέταξε να επιβιβασθώσι, και
εκίνησε. Μετ' ολίγον δε διελύθη το σκότος, και εφάνησαν τα
πλοία των Πελοποννησίων εις το πέλαγος εμπρός του λιμένος των
Κυζικηνών. Φοβηθείς λοιπόν ο Αλκιβιάδης μήπως εξ αιτίας του
πλήθους των πλοίων ιδόντες αυτόν προφθάσωσι να καταφύγωσιν εις
την ξηράν, τους μεν στρατηγούς διέταξε, βραδέως πλέοντες, να
μείνωσιν οπίσω, αυτός δε, τεσσαράκοντα πλοία έχων, εφαίνετο και
επροκάλει τους εχθρούς. Και αυτοί μεν εξαπατηθέντες, και
καταφρονήσαντες τας εχθρικάς δυνάμεις, ότι τόσαι μόνον ήσαν,
ώρμησαν κατ' αυτών, και ήλθον ευθύς εις χείρας και
συνεπλέκοντο. Αλλ' εν ώ εμάχοντο, επήλθον και τα λοιπά πλοία
και τότε εκπλαγέντες, ετράπησαν εις φυγήν. Ο δ' Αλκιβιάδης μετ'
είκοσι, των αρίστων τριηρών, πλεύσας εμπρός, και προσελθών εις
την γην και αποβάς, επέπεσε κατά των φευγόντων εκ των πλοίων,
και πολλούς εφόνευσεν. Επελθών δε κατά του Μινδάρου και του
Φαρναβάζου, οίτινες ώρμησαν εις βοήθειαν, τον μεν Μίνδαρον
εθανάτωσεν, ανδρείως αγωνιζόμενον, ο δε Φαρνάβαζος έφυγεν.
Εκυρίευσαν δε πολλούς νεκρούς (107) και όπλα πολλά, και έλαβον
όλα τα πλοία· υποτάξαντες δε την Κύζικον, αφ' ού εξέλιπεν ο
Φαρνάβαζος και κατεστράφησαν οι Πελοποννήσιοι, ου μόνον
εκράτουν ασφαλώς του Ελλησπόντου, αλλά και της λοιπής θαλάσσης
εξεδίωξαν κατά κράτος τους Λακεδαιμονίους. Συνελήφθησαν δε και
γράμματα Λακωνικώς ούτω λέγοντα εις τους εφόρους την συμβάσαν
δυστυχίαν· «Παρήλθον τα καλά. Ο Μίνδαρος εφονεύθη. Πεινώσ' οι
άνδρες. Δεν ηξεύρομεν τι να κάμωμεν. (108)».
ΚΘ. Τοσαύτην δ' έπαρσιν έλαβον οι στρατιώται του Αλκιβιάδου,
και τοσούτον υπερεφρόνησαν, ώστε δεν κατεδέχοντο πλέον ουδέ ν'
αναμιγώσιν αυτοί, ως αήττητοι, μετά των άλλων στρατιωτών,
οίτινες πολλάκις ενικήθησαν. Διότι προ ολίγου είχε συμβή ν'
αποτύχη περί την Έφεσον ο Θρασύλλος (109), και οι Εφέσιοι να
στήσωσι χαλκούν τρόπαιον προς αισχύνην των Αθηναίων. Ταύτα
προσήπτον οι μετ' Αλκιβιάδου εις τους μετά του Θρασύλλου,
μεγαλύνοντες εαυτούς και τον στρατηγόν των, και μη θέλοντες
μετ' εκείνων ούτε τα γυμνάσια ούτε τον τόπον να έχωσιν από
κοινού εις το στρατόπεδον. Όταν δ' ο Φαρνάβαζος, πολλούς έχων
ιππείς και πολλούς πεζούς, ήλθε κατ' αυτών, διότι εισέβαλον εις
την πόλιν των Αβυδηνών, και ο Αλκιβιάδης, ορμήσας εναντίον του,
τρις τον έτρεψεν εις φυγήν, και τον εδίωξε μέχρι της νυκτός
μετά του Θρασύλλου, τότε συνανεμίγησαν, και αμοιβαίως
φιλοφρονούμενοι και χαίροντες, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον.
Την δ' επαύριον, στήσας τρόπαιον, ελεηλάτει την χώραν του
Φαρναβάζου, και ουδείς ετόλμα να τον εμποδίση. Συνέλαβε δ' εκεί
και ιερείς και ιερείας, αλλά τους αφήκεν άνευ λύτρων. Εκινήθη
δε να πολεμήση και τους Χαλκηδονίους (110), οίτινες,
αποστατήσαντες, είχον δεχθή φρουράν και αρμοστήν των
Λακεδαιμονίων. Ακούσας δ' ότι τα υπάρχοντα πάντα συναγαγόντες
ούτοι εκ της χώρας, τα έπεμψαν εις τους Βιθυνούς (111),
οίτινες ήσαν φίλοι των, ήλθε μετά του στρατεύματος εις τούτων
τα σύνορα, και κήρυκα πέμψας, παρεπονείτο κατά των Βιθυνών.
Ούτοι δε φοβηθέντες, και τα υπάρχοντα παρέδωκαν, και φιλίαν
συνωμολόγησαν.
Λ. Εν ώ δε περιετείχιζε την Χαλκηδόνα από θαλάσσης εις θάλασσαν
(112), ήλθεν ο Φαρνάβαζος, επί σκοπώ να λύση την πολιορκίαν
και Ιπποκράτης ο αρμοστής, συναγαγών εκ της πόλεως όσην είχε
δύναμιν, επετίθετο κατά των Αθηναίων. Αλλ' ο Αλκιβιάδης, προς
αμφοτέρους ομού αντιτάξας το στράτευμα, τον μεν Φαρνάβαζον
ηνάγκασε να φύγη αισχρώς, τον δ' Ιπποκράτην εφόνευσε, και
πολλούς των μετ' αυτού, ούς ενίκησεν. Έπειτα δε, αυτός μεν
εκπλεύσας εις τον Ελλήσποντον, ηργυρολόγει, και εκυρίευσε την
Σηλυβρίαν (113), εκτεθείς εις μέγαν κίνδυνον παρακαίρως· διότι
οι μέλλοντες να παραδώσωσι την πόλιν είχον συμφωνήσει να
εγείρωσι πυρσόν κατά το μεσονύκτιον· αλλ' ηναγκάσθησαν να
πράξωσι τούτο προ του καιρού, διότι εφοβήθησάν τινα των
συνωμοτών, όστις εξαίφνης εφάνη μεταβάλλων γνώμην. Ήγειρον
λοιπόν τον πυρσόν εν ώ το στράτευμα δεν ήτον εισέτι έτοιμον,
και τότε λαβών ο Αλκιβιάδης ως τριάκοντα των περί αυτόν, ώρμησε
τρέχων προς τα τείχη, διατάξας τους άλλους να τον ακολουθήσωσι
κατά τάχος. Ως δε τω ηνεώχθη η πύλη, και εις τους τριάκοντα
προσετέθησαν είκοσι πελτασταί (114), ώρμησεν αυτός, αλλ' ευθύς
είδε τους Σηλυβριανούς, οίτινες ένοπλοι ήρχοντο εναντίον του.
Επειδή δε, εις μεν την αντίστασιν δεν έβλεπε σωτηρίαν, να φύγη
δε δεν ήθελεν, αφ' ού μέχρι της ημέρας εκείνης ουδέποτε
στρατηγών ενικήθη, εσήμανε διά της σάλπιγγος σιωπήν, και
διέταξεν είς των παρόντων ν' ανακηρύξη «ότι οι Αθηναίοι δεν
κινούσιν όπλα κατά των Σηλυβριανών.» Τούτο το κήρυγμα τινάς μεν
κατέστησε μάλλον διστάζοντας προς την μάχην, διότι ενόμισαν ότι
όλοι οι εχθροί ήσαν εντός της πόλεως· οι δε συνέλαβον αγαθάς
ελπίδας περί συμβιβασμού. Εν ώ δε συνελθόντες μετ' αλλήλων
εξηγούντο, έφθασε το στράτευμα του Αλκιβιάδου, όστις εικάζων,
όπερ ήν και η αλήθεια, ότι οι Σηλυβριανοί ήσαν ειρηνικώς
διατεθειμένοι, εφοβήθη μήπως οι Θράκες διαρπάσωσι την πόλιν.
Ήσαν δε πολλοί εξ αυτών, οίτινες χαριζόμενοι προς τον
Αλκιβιάδην, και εξ αγάπης προς αυτόν, συνεξεστράτευον μετ'
αυτού προθύμως. Απέπεμψε λοιπόν όλους τούτους εκ της πόλεως,
τους δε Σηλυβριανούς, ενδούς εις τας παρακλήσεις των, δεν τους
έβλαψεν, αλλά χρήματα λαβών, και φρουράν εγκαταστήσας, απήλθεν.
ΛΑ. Οι δε πολιορκούντες την Χαλκηδόνα στρατηγοί,
εσυνθηκολόγησαν μετά του Φαρναβάζου να λάβωσι χρήματα, και οι
Χαλκηδόνιοι να γίνωσι πάλιν των Αθηναίων υπήκοοι, του
Φαρναβάζου δε την χώραν να μη βλάπτωσιν· ο δε Φαρνάβαζος να
εξασφαλίση διά συνοδίας πρέσβεις ούς οι Αθηναίοι ήθελον πέμψει
προς τον βασιλέα. Ότε δ' επανήλθεν ο Αλκιβιάδης, ο Φαρνάβαζος
απήτει και αυτός να ομώση περί των συμφωνηθέντων· αλλ' ο
Αλκιβιάδης είπεν ότι δεν θέλει ομώσει πριν ή εκείνος ορκισθή
προς αυτούς. Έγιναν λοιπόν οι όρκοι, και τότε απήλθε κατά των
Βυζαντίων, οίτινες είχον αποστατήσει, και περιτείχιζε την πόλιν
αυτών. Αλλ' ο Αναξίλαος και ο Λυκούργος και άλλοι τινες
εσυμφώνησαν μετ' αυτού να τω παραδώσωσι την πόλιν επί τω όρω
του να μείνη σώα· και τότε διαδούς λόγον, ότι στάσεις κατά την
Ιωνίαν τον αναγκάζουσι ν' αναχωρήση, εν τω μέσω της ημέρας
απέπλευσε μεθ' όλων των πλοίων του· αλλά την νύκτα, επιστρέψας
οπίσω, αυτός μεν μετά των οπλιτών απέβη, και πλησιάσας εις τα
τείχη, έμεινεν ήσυχος. Τα δε πλοία, πλεύσαντα κατά του λιμένος,
και εισορμώντα διά βίας, μετά πολλής κραυγής και Θορύβων και
κρότου, κατετρόμαξαν μεν τους Βυζαντίους διά την απροσδόκητον
αυτών εμφάνισιν, έδωκαν δ' ευκολίαν εις τους αττικίζοντας να
δεχθώσι τον Αλκιβιάδην, διότι όλοι έτρεχον προς τα πλοία και
τον λιμένα. Δεν επέτυχεν όμως όλως αμαχητί· διότι οι εις το
Βυζάντιον παρόντες Πελοποννήσιοι και Βοιωτοί και Μεγαρείς
(115), τους μεν ορμώντας από των πλοίων, τους έτρεψαν και τους
κατέκλεισαν εις τα πλοία πάλιν· εννοήσαντες δ' ότι οι Αθηναίοι
ήσαν εντός της πόλεως, παρετάχθησαν και ώρμησαν κατ' αυτών.
Έγινε δ' ισχυρά μάχη, και ενίκησεν ο Αλκιβιάδης, έχων το δεξιό
κέρας, ο δε Θηραμένης το αριστερόν, και τους εχθρούς, όσοι δεν
εφονεύθησαν, περί τους τριακοσίους, συνέλαβε ζώντας. Των δε
Βυζαντίων μετά την μάχην ουδείς εφονεύθη ουδ' εδιώχθη· διότι
επί τοιαύτη συνθήκη αι άνδρες παρέδοσαν την πόλιν, και ταύτα
εσυμφώνησαν. Ουδέν ίδιον ωφέλημα δι' αυτούς επιφυλαχθέντες. Διά
τούτο και δικαζόμενος επί προδοσία ο Αναξίλαος εν Λακεδαίμονι,
εφάνη διά του λόγου του μη καταισχύνας το έργον του. Διότι
είπεν ότι, μη ων Λακεδαιμόνιος αλλά Βυζάντιος, και βλέπων εις
κίνδυνον ουχί την Σπάρτην, αλλά το Βυζάντιον, και την πόλιν ότι
περιετειχίσθη, και ότι ουδέν εισήγετο εις αυτήν, τον δε σίτον
όστις ην εντός της πόλεως ότι έτρωγον οι Πελοποννήσιοι και οι
Βοιωτοί, οι δε Βυζάντιοι ότι επείνων μετά των τέκνων και των
γυναικών των, δεν επρόδωκε την πόλιν εις τους εχθρούς, αλλά την
απήλλαξε πολέμων και κακών, μιμούμενος τους αρίστους των
Λακεδαιμονίων, δι' ούς έν υπάρχει απλώς το καλόν και το
δίκαιον, το της πατρίδος συμφέρον. Ταύτα ακούσαντες οι
Λακεδαιμόνιοι, και εντραπέντες, απέλυσαν τους άνδρας.
ΛΒ. Ο δ' Αλκιβιάδης, θέλων ήδη να ιδή την πατρίδα του, και έτι
μάλλον ποθών να δειχθή εις τους συμπολίτας του, αφού τοσάκις
ενίκησε τους εχθρούς, απέπλευσεν, έχων διά πολλών ασπίδων και
λαφύρων πέριξ τας Αττικάς τριήρεις κεκοσμημένας, πολλούς δε
σύρων αιχμαλώτους, και έτι περισσότερα φέρων στολίσματα των
όσων αυτός κατέστρεψεν και εκυρίευσε· διότι ομού δεν ήσαν
ολιγώτεραι των διακοσίων. Όσα δε Δούρις ο Σάμιος (116), όστις
έλεγεν ότι ήτον απόγονος του Αλκιβιάδου, προστίθησιν εις ταύτα,
ότι ηύλει μεν διευθύνων την κωπηλασίαν Χρυσόγονος ο Πυθιονίκης
(117), το κέλευσμα δ' έδιδε Καλλιππίδης, ο τραγωδιών
υποκριτής, ενδεδυμένοι μακρούς και πολυτελείς χιτώνας και τον
άλλον θεατριακόν στολισμόν, ότι δ' η ναυαρχίς εισήρχετο εις
τους λιμένας έχουσα πορφυρούν ιστίον, ως αν εκώμαζον μεθύοντες,
ταύτα ούτε ο Θεόπομπος (118), ούτε ο Έφορος, ούτε Ξενοφών δεν
τα έγραψεν. Ούτε πιθανόν είναι να ενεκαυχάτο ούτω προς τους
Αθηναίους, επιστρέφων μετ' εξορίαν και μετά συμφοράς τοσαύτας.
Εξ εναντίας ήρχετο πεφοβισμένος, και όταν έφθασε, δεν απέβη της
τριήρους, πριν από του καταστρώματος εφ' ού ίστατο να ιδή
προσερχόμενον τον εξάδελφον αυτού Ευρυπτόλεμον, και πολλούς
άλλους εκ των φίλων και οικείων του, οίτινες τον περιέμενον και
τον προσεκάλουν. Όταν δ' απέβη, τους μεν άλλους στρατηγούς
απαντώντες οι άνθρωποι, εφαίνοντο ότι ούτε τους έβλεπον,
συντρέχοντες δε προς εκείνον, έκραζον, τον εχαιρέτων, τον
συνώδευον, ήρχοντο πλησίον και τον εστεφάνουν. Όσοι δε δεν
ηδύναντο να τον πλησιάσωσι, τον έβλεπον μακρόθεν, και οι
γέροντες τον εδείκνυον εις τους νέους. Μετά δε των χαιρόντων
καθ' όλην την πόλιν ήσαν πολλοί και οι δακρύοντες, και απέναντι
της παρούσης ευτυχίας διηγείρετο η μνήμη των αρχαιοτέρων
ατυχημάτων, και διελογίζοντο ότι ούτε της Σικελίας θα
εστερούντο, ούτε κανέν άλλο αφ' όσα είχον ελπίσει θα τους
διέφευγεν, αν είχον αφήσει τον Αλκιβιάδην επί των τότε
πραγμάτων και επί της δυνάμεως εκείνης, αφ' ού ήδη παραλαβών
την πόλιν, ήτις παρ' ολίγον είχεν εξωσθή της θαλάσσης, κατά
ξηράν δε μόλις ήτον κυρία των προαστείων της, και εσωτερικώς
ήτον εις στάσεις παραδεδομένη, εκ λειψάνων τοσούτων αθλίων και
ταπεινών ανέστησεν όμως αυτήν, και ου μόνον τη απέδωκε της
θαλάσσης το κράτος, αλλά και επί της στερεάς την ανέδειξε
πανταχού τροπαιούχον κατά των εχθρών.
ΛΓ. Και το μεν ψήφισμα της επιστροφής αυτού είχε κυρωθή
πρότερον ήδη. Είχε δε προτείνει αυτό Κριτίας ο Καλλαίσχρου
(119), και ο ίδιος έγραψεν εις τας ελεγείας του, ενθυμίζων εις
τον Αλκιβιάδην την χάριν διά τούτων·
Είπον εγώ εις το πλήθος την γνώμην δι' ής επανήλθες,
κ' έγραψα ταύτην, εγώ πράξας το έργον αυτό·
αλλ' επί τούτων σφραγίς σιωπής εις την γλώσσαν μας
[κείται.
Τότε δε, συνήλθεν ο δήμος εις εκκλησίαν, και προσελθών ο
Αλκιβιάδης, και κλαίων μεν και ολοφυρόμενος εξέθηκε τα πάθη
αυτού, απηύθυνε δε και παράπονα ολίγα και μέτρια κατά του
δήμου, εν γένει δ' απέδωκεν όσα τω συνέβησαν εις τύχην τινα
πικράν και εις φθονερόν δαίμονα, πολλά δ' είπε και περί των
ελπίδων των πολιτών, και παρώτρυνεν αυτούς εις θάρρος· ο δε
δήμος τον εστεφάνωσε διά στεφάνων χρυσών, και τον εχειροτόνησε
και κατά γην και κατά θάλασσαν, στρατηγόν αυτοκράτορα. Εψήφισε
δε να τω αποδώσωσι και την περιουσίαν του, και ν' αναιρέσωσι
πάλιν τας κατάρας οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες (120), άς είχον
προφέρει κατά προσταγήν του δήμου. Όταν δ' οι άλλοι τας
ανήρουν, ο ιεροφάντης Θεόδωρος, «αλλ' εγώ, είπεν, ούτε τω
κατηράσθην κακόν ουδέν, αν δεν αδική την πόλιν».
ΛΔ. Αλλ' αν και η ευτυχία του Αλκιβιάδου ήτον τότε τοσούτον
λαμπρά, ανησύχει όμως τινάς ο καιρός της επιστροφής του. Διότι
καθ' ήν ημέραν κατέπλευσεν, ετελούντο τα Πλυντήρια της Θεάς
(121). Εορτάζουσι δε τας τελετάς αυτών μυστικάς οι
Πραξιεργίδαι (122), κατά την εικοστήν τετάρτην ημέραν του
Θαργιλιώνος (123), και αφαιρούσιν από του αγάλματος την στολήν
αυτού, και καλύπτουσιν αυτό το άγαλμα (124). Δια τούτο την
ημέραν ταύτην θεωρούσιν οι Αθηναίοι ως μίαν των μάλλον
αποφράδων, και ουδεμίαν πράξιν επιτελούσιν επ' αυτής. Εφαίνετο
λοιπόν ότι η Θεά δεν εδέχθη τον Αλκιβιάδην φιλοφρόνως και
ευμενώς, αλλ' ότι συνεκαλύφθη, και τον απεδίωκεν αφ' εαυτής.
Ουχ ήττον όμως, αφ' ού όλα επέτυχον κατά γνώμην του Αλκιβιάδου,
και εκατόν τριήρεις ωπλίσθησαν και έμελλον να εκπλεύσωσι πάλιν,
ευγενής τις φιλοτιμία καταλαβούσα αυτόν, τον απέτρεψε ν'
αποπλεύση μέχρι των μυστηρίων (125). Αφ' ού καιρού απεκλείσθη
διά τείχους η Δεκέλεια (126), και οι εχθροί εκεί
στρατοπεδεύοντες είχον εις την εξουσίαν των τας οδούς προς την
Ελευσίνα, ουδεμίαν ευπρέπειαν είχε πλέον η τελετή, διότι
εστέλλετο κατά θάλασσαν, και εξ ανάγκης παρελείποντο και
θυσίαι, και χοροί, και πολλά εκ των ιερών όσα εγίνοντο όταν
φέρωσι διά ξηράς τον Ίακχον (127). Καλόν λοιπόν εφαίνετο εις
τον Αλκιβιάδην, και προς τους Θεούς όσιον και προς τους
ανθρώπους ένδοξον, ν' αποδώση το πάτριον σχήμα εις τα ιερά, και
να συνοδεύση πεζή την τελετήν, και να δορυφορήση αυτήν κατά των
εχθρών. Διότι ή, αν έμενεν ήσυχος ο Άγις (128), θα κατεβίβαζεν
εντελώς την οφρύν του και θα τον εταπείνου, ή θα εμάχετο μάχην
ιεράν και θεοφιλή υπέρ των αγιωτάτων και μεγίστων, εν όψει της
πατρίδος, και θα είχε πάντας τους πολίτας μάρτυρας της
ανδραγαθίας του. Άμα δ' απεφάσισε ταύτα, και ειδοποίησε τους
Ευμολπίδας και τους Κήρυκας, έθηκε σκοπούς εις τας κορυφάς, και
άμα εξημέρωσεν έπεμψεν εμπρός προδρόμους τινάς. Λαβών δε μεθ'
εαυτού τους ιερείς και μύστας και μυσταγωγούς (129), και
καλύψας αυτούς πέριξ διά των στρατιωτών, προυχώρει εν τάξει και
μετά σιωπής, θέαμα επιδεικνύων σεβάσμιον και θεοπρεπές την
στρατηγίαν εκείνην, ήν άπαντες οι μη φθονούντες αυτόν
ιεροφαντίαν ωνόμαζον και μυσταγωγίαν. Ουδείς δε των εχθρών
ετόλμησε να τον προσβάλη, και ασφαλώς επαναγαγών την πομπήν εις
την πόλιν, επήρθη μεν αυτός κατά το φρόνημα, ενέπλησε δ'
υπερηφανείας και τον στρατόν, θεωρούντα εαυτόν ακαταμάχητον και
αήττητον, όταν εστρατήγει εκείνος· τον δ' όχλον και τους
πένητας ούτω διά τούτων των δημαγωγιών εκέρδησεν υπέρ εαυτού,
ώστε είχον ισχυράν επιθυμίαν να τυραννώνται υπ' εκείνου, καί
τινες έλεγον, και ερχόμενον προς αυτούς τον προέτρεπον, να
υπερισχύση του φθόνου, και ρίπτων κάτω ψηφίσματα, και νόμους,
και τους φλυάρους οίτινες κατέστρεψαν την πόλιν, ν' αναλάβη και
διευθύνη τα πράγματα, μη φοβούμενος τους συκοφάντας.