τη μια, κ' η αλήθεια από την άλλη. Κι αν είτανε μονάχα να
διδάσκεται ο δασκαλισμός στα Σκολειά, το σκοινί θάσπανε τώρα
και πολύν καιρό. Μα για την κακή του τη μοίρα το Έθνος, ό,τι
έβαλε κάτω το καριοφύλλι, δεν είχε χέρια για πέννα! Και μήτε
διάθεση δεν είχε να σπάνη το κεφάλι του με γραψίματα και
διαβάσματα· μόνο από τη βιάση του να το ρίξη στην ακαμωσιά και
στο γλέντι, αφήκε σε χέρια δασκάλων το ιερώτερο πράμα ύστερ'
από τη θρησκεία, — τη φιλολογία του. Ποίημα έβλεπες; Δάσκαλος ή
δασκαλοπαίδι το είχε γραμμένο. Κι αν δεν τόγραφε δάσκαλος,
εκείνος τόκρινε, το στεφάνωνε ή ταφόριζε. Ιστορία; Δάσκαλος, ή
δασκάλου κοπέλλι κι αυτή. Παραμύθι ή δράμα; Πάλι αυτός μας το
σκάρωνε και το δράμα και το παραμύθι. &Ένας& τους μονάχα έτυχε
νάχη μέσα του ρωμιοσύνη και τέχνη αληθινή, και πήγανε να τονε
φάνε. Άρον μάρον τον ξορίσανε στο νησί του. Όλο το Έθνος στον
ώμο τους το πήραν. Το πνίξανε μέσα στην καταχνιά τους ό,τι
άρχισε νανεσαίνη. Ό τι γεννοβολούσε η πέννα τους, μέσα στη
γραμματική τους είτανε βουτημένο, σαν μες στο κερί κομμάτι
φιτίλι, κι αυτό δανεικό. Και τι μπορούσανε νάχουνε δικό τους!
Αφού άλλο δε συλλογιούνταν παρά το τι είπε το δείνα μεγάλο
κεφάλι, και το τι έγραψε το τάδε, πού καιρός να καθίση και να
ρωτήξη και το δικό του το κεφαλάκι ο δάσκαλος, ίσως μαθέ του πη
κι αυτό κατιτίς!
Καθίσανε λοιπόν οι φίλοι στην Έδρα τους, και θέσπισαν: Πως το
μέτρο πρέπει να είναι έτσι, η «λύσις» έτσι, η «κάθαρσις» έτσι.
Φυσικά τους νόμους αυτούς τους έστρωναν για την Ποίηση. Γιατί
το Έθνος είτανε νέο, κι άρχιζε ποίηση να τους γυρεύη. Άξαφνα,
εκεί που από τη μια την πλευρά της Ρωμιοσύνης ο δασκαλισμός
μετάφραζε το Ρακίνα, ή έκλεβε το Βερανζέρο, πετιέται από την
άλλη ως τα μεσούρανα ένα μετέωρο και γεμίζει τον κόσμο ουράνιες
φλόγες. Μια ψυχή θεία και λεύτερη, που με τον πρώτο της αθάνατο
στίχο γκρέμισε όλο τον πύργο που πολεμούσαν οι δύστυχοι εκείνοι
μανιακοί να μας χτίσουν από μουχλιασμένες περγαμηνές. Μια ψυχή,
που έννοιωσε μονομιάς όλη την καρδιά της ταλαίπωρης Ρωμιοσύνης,
και την τραγούδησε με τρόπο που έμεινε η Ρωμιοσύνη μαγεμένη κ'
εκστατική.
«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
Περπατώντας η δόξα μονάχη,
Μελετά τα λαμπρά παλικάρια
Και στην κόμη στεφάνι φορεί,
Γενομένο απ' ολίγα χορτάρια
Που είχαν μείνει στην έρημη γη»,
Είπε η ψυχή εκείνη, κι ανατρίχιασε όλο το Έθνος από συγκίνηση.
Πήγε να χαλάση ο κόσμος. Φώναζαν οι δάσκαλοι, φώναζε ο
φραγκοκλέφτης ο Σούτσος. Το Έθνος τη δουλειά του. Άλλο δεν
τραγουδούσε παρά τα θεία λόγια του Σολωμού· γιατί την καρδιά
του καθρέφτιζαν.
Πετιέται κατόπι άλλος, ύστερ' άλλος. Ο λαός τους ανέβασε όλους
στα ύψη του Παρνασσού, γιατί ο λαός, όσο αλυσοδεμένο κι αν τον
κρατούσαν οι δεύτεροι τύραννοί του, αποθαμμένος δεν είταν, και
γύρευε ποίηση ζωντανή. Από δω είχαν οι δάσκαλοι, από κει
είχανε, βάλανε στο χέρι το Ζαλακώστα. Του δίνει ένας τρομερός
Αρχιμιμητής το Ελληνικό το Λεξικό, τονε χαδεύει στον ώμο, και
του σφυρίζει στ' αυτί πως αν κάμη το νερό &ύδωρ& και το
μπαρούτι &πυρίτιδα&, αν πλουτίση και τη φτώχεια και την κάμη κι
αυτή &πενίαν&, θα καταντήση άλλος Αισχύλος, θα κερδίζη και τα
βραβεία του Βουτζινά. Ειδεμή, δεν έχει βραβεία Κ' έτσι τονε
μισοχάσαμε το Ζαλακώστα. Ζήτησαν και τάλλο, το Φταννησιώτικο το
καμάρι να το σκλαβώσουν κι' αυτό. Μα ο Βαλαωρίτης, πιστό και
δυνατόγνωμο της Ρωμιοσύνης παιδί, τους λέει, όχι. Σας δίνω τους
προλόγους μου, και τις νότες μου· μα τα τραγούδια μου τα φυλάω
για το Έθνος. «Βέβαια, βέβαια! φώναξαν τότες οι δάσκαλοι. Η
δημοτική είναι ιδιαζόντως γλώσσα ποιητική».
Κ' έτσι, μας παράδωσαν οι φίλοι το κάστρο χωρίς να το νοιώσουν.
Η μόνη φιλολογία που έχουμε ως την ώρα, και που της αξίζει
τόνομα, είναι φιλολογία ποιητική. Άρχισε τώρα κ' η σειρά της
άλλης. Το Έθνος πεινάει, και γυρεύει τώρα φαεί. Ζητάει να
διαβάση, και διαβάζοντας να γελάση, να κλάψη, να μετανοιώση, να
θυμώση, ν' αγριέψη, να πολεμήση, αν είναι ανάγκη. Πιάνει λοιπόν
από το λαιμό τους μαγείρους που του νεροβράζανε μούμιες τόσα
χρόνια, και τους φωνάζει· — Για όνομα του Θεού, φτάνουν οι
μούμιες! Ψήστε μου κ' έν αρνί στη σούβλα να φάω! Δόστε μου τη
θροφή που ζητάει ο πεινασμένος μου νους! Χύστε αίμα καθάριο
στις στεγνωμένες μου φλέβες! Ρωμιό μ' έκαμε ο Θεός, ρωμαίικο
χώμα πατώ, ρωμαίικο αέρα ανεσαίνω, — πώς θέλετε να τα χωνεύω τα
ολόστεγνα ξεροπέτσια που μου ξεθάβετε! Με τη μασιά τα παίρνω
και τα πετώ, και ή μου δίνετε όσα η καρδιά μου γυρεύει κι ο
νους μου ονειρεύεται, ή πεθαίνω από την ατροφία.
Τα λέγει αυτά ο λαός ο καημένος, όχι φυσικά με το στόμα του ή
με την πέννα, που αν μπορούσε έτσι να τα φωνάξη θα τον άκουγαν
κ' οι δάσκαλοι· μα τα λέει με την αδιαφορία του προς τα
δασκαλήσια, με την ακαμωσιά του, με την αμάθειά του, με την
αφιλοκαλία του, με χίλιους τρόπους που μιλούνε στο νου του
καθενός παρατηρητή που τον αγαπάει, τον πονεί, τονε νοιώθει. Οι
δάσκαλοι όμως, κουκκί απ' αυτά δεν απεικάζουν. Αυτοί
παραπονούνται μονάχα πως το έθνος δεν έχει όρεξη να διαβάζη.
«Εν Ελλάδι δεν υπάρχουσιν αναγνώσται». Δεν τις αγοράζει κανένας
τις μούμιες. Ας του φτειάξουν όμως έργα που να καθρεφτίζεται η
ψυχή του κ' η γλώσσα του, και να δουν. Κοίταξε πώς τα χάφτει ο
λαός τα λίγα ψύχουλα που εδώ και κει του σκορπούνε. Κοίταξε πώς
τα νοστιμεύεται, ως και τα κουτσά τα ρωμαίικα που του
σερβίρουνε στα φραγκορομάντσα τους, οι «επιφυλλίδες». Κοίταξε
τις εφημερίδες τις ίδιες· που τις διαβάζεις σήμερα και δε σε
πιάνει ανέκατος από τις βαρειές τις Ελληνικούρες· μόνο, όπου
χρειάζεται δύναμη, ζωή, κίνηση, εκεί δανείζουνται από τη γλώσσα
τη δυνατή, τη ζωντανή, την παντοκίνητη. Τη γλώσσα που και τα
συστατικά έχει, και γραφτό της είναι να δώση το υλικό για τη
φιλολογία την εθνική.
Να σου πω τώρα και κάτι στ' αυτί πρι να σηκωθούμε. Να είχαμε
καιρό, και να μη φοβούμουν τα γερατειά, θα σ' έπαιρνα μαζί μου
ως το Παρίσι. Εκεί θα σανέβαζα σ' ένα σπίτι, στου Ταξιάρχη τη
συνοικία. Θα μπαίναμε, και θα βλέπαμε τοίχους από βιβλία
ολοτρόγυρα. Και στη μέση λεβέντη, με πρόσχαρη όψη, και μ'
ολόξυπνα μάτια. Αυτός είναι που την πέταξε την πρώτη τη μπόμπα
μέσα στη δασκαλήσια τη φάλαγγα. Ξαφνικό τους ήρθε σαν ξέσπασε.
Κανένας τους δε βγήκε να τον ανταμώση και να του ρίξη, ας είναι
και μια τουφεκιά. Παιδιά βάζανε και τούρριχταν πέτρες. Μα το
«Ταξίδι» του ολονένα ταξιδεύει ανάμεσά τους, και τους σπέρνει
φωτιά και καπνό.
Κ' είτανε μπόμπα που μόνος τη δούλεψε και μόνος την πέταξε.
Έναν δεν είχε πλάγι του να του δώση κουράγιο. Όχι, στεκότανε
&μια& κοντά του. Σωστή Μπουμπουλίνα σε τέτοιους πολέμους. Μια
που μπορούσε να τους ρουφήξη τους φίλους μας εκεί μέσα.
&Επιστήμη& την έλεγαν την αγαπητικιά του. Θα μου πης, είναι το
λοιπόν κι αυτός δάσκαλος; Ναι, από κείνους που θάχη το Έθνος
σαν ξεφορτωθή το &Δασκαλισμό&.
Ζ'
Η ΜΙΑ ΜΕΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
Πού να πρωτοπάμε τώρα; Στον Πρωθυπουργό; Στη Βουλή; Στις
εφημερίδες; Όχι· δεν ήρθαμε να πιάσουμε την αρρώστια του τόπου
και να συζητούμε πολιτικά. Ήρθαμε να σεριανίσουμε την Αθήνα στα
πεταχτά. Στο μυστικό μας αυτό ταξίδι ίσως ανταμώσουμε και
πολιτικούς. Ίσως μας το σερβίρουν και μας το δαιμονισμένο το
πιοτό που τόπιε το Έθνος και μέθησε, και τώρα τι λέγει και τι
κάμνει δεν ξέρει. Μα θα ταπογευτούμε με φρόνηση και με μέτρο·
ειδεμή, άλλο μην περιμένης παρ' ανοησίες κι από ταμάς.
Αυτό το μεγάλο το εθνικό το μεθήσι δεν μπορεί, θαρρώ, και να
βαστάξη πολύ. Θα δουλέψη φυσικά και δω ο νόμος ο φυσικός της
ισορροπίας, δηλαδή θα πέση θέλοντας και μη το Έθνος στη λάσπη,
και θα κυλιέται ώσπου κάποιος περάση και το σηκώση. Μακάρι να
είναι δικός μας αυτός ο κάποιος! Μακάρι να μη μας την κάμη
ξένος αυτή τη χάρη!
Αλλού, αλλού ας κοιτάξουμε, αλλού ας κρυφοπετούμε. Ορίστε
αντίκρυ μας μεγάλο σπίτι κι αρχοντικό. Σπίτι πολιτισμένο, και
σαν τα ρομάντσα τους, από την Ευρώπη φερμένο. Εκεί, εκεί που
ανοίγει η θύρα και βγαίνει ένα κοριτσάκι να πάη Σκολειό.
Πρόβαλε κ' η μάννα και το κατευοδώνει. Πανώριες δεν είναι, μήτ'
η μια μήτ' η άλλη. Μα έχουν τη μεγαλήτερη της ομορφιάς την
αντίπαλη, τη ρωμαίικη τη χάρη και τη νοστιμάδα. Είναι και
ντυμένες κατά τη μόδα. Η Κυρία μας πρέπει να την ξέρη τη μόδα
νερό. Με τα πρωινά της είναι ακόμα. Τα κατάμαυρά της μαλλιά
τάχει στρεφογυρισμένα με μιαν αταξία, που χρειάζεται χρόνια
σπουδή να τη μάθης. Τα χερουλάκια της γλυκοπαίζουν απάνω στον
ώμο της κόρης της. Φεύγει το κορίτσι, ακολουθάει ο δούλος. Τι
προτιμάς; Να συνοδέψουμε το κορίτσι, να δούμε πού πάει, και τι
θα μάθη; ή να μείνουμε και να κρυφοχωθούμε στο μεγάλο το
σπιτικό;
Τρέμω μην τύχη και μου πης στη μικρούλα να πάμε. Τρέμω, γιατί
μια και δης το τι διδάσκουνται οι μητέρες της γενεάς που από
δαύτες προσμένει γλυτωμό και προκοπή η πατρίδα, θα φρίξης, και
θα μου πης να γυρίσουμε στο καλύβι, και κει να μείνουμε,
απελπισμένοι από πιο καλότυχα μέλλοντα!
Καλλίτερα, φίλε, στο μεγάλο το σπιτικό· αφού μάλιστα κ' η
μητέρα της σε Σκολειό σπούδαξε κόσμο. Βλέποντας εκεί τους
καρπούς της θηλυκής μας σπουδής, θα ελπίζης πως ίσως η κόρη θα
σπουδάζη τώρα ανθρωπινώτερα, φυσικώτερα. Κ' ελπίζοντας, πάντα
κάτι βγαίνει.
Ξανανοίγει ως τόσο η θύρα. Δε βγαίνει άλλο παιδί. Πρέπει να
είναι ο αφέντης εκείνος που βγαίνει, επειδή δεν παραστέκεται η
κυρία. Ξεκινάει για τη δουλειά του με το τσιγάρο στα χείλη. Σα
γερονίκος μου φαίνεται, κι ως τόσο με τη μόδα πηγαίνει κι
αυτός.
Έφυγε κι ο πατέρας, και τώρα δε βλέπουμε τίποτε. Καιρός μας να
γίνουμε αέρας και να χωθούμε. Ίσια στης Κυρίας το &Μπουντουάρ&,
εκεί που στέκεται ο παντοδύναμος θρόνος της, που τάχει όλα δικά
της, που ψυχή δεν τολμάει να της αγγίξη βελόνι, μήτ' ο ίδιος ο
άντρας της. Μα τη Βασίλισσα δεν τη βλέπω στο θρόνο της. Πρέπει
να έμεινε κάτω και να δίνη προσταγές στην κουζίνα. Θα πήγε να
βάλη γνώση του μάγερα, να μην το παρακάμνη στο μέτρημα. Αρετές
γυρεύει από το μάγερα, που μήτε σ' αγαπητικό της δεν μπορεί να
τις ανακάλυψε. Κ' ίσως μήτε στον άντρα της, αν, καθώς
υποψιάστηκα, εμπορεύεται κι αυτός στα πολιτικά.
Κοίταξε ως τόσο τι όμορφα τάχει συγυρισμένα τα έπιπλά της.
Καναπές, πολιθρόνες, καρεγλάκια, όλα βελούδο. Το χαλί μαλακό
σαν τα μαγουλάκια της. Λογής παιχνίδια και στολίδια σκόρπια σε
ράφια και σε τραπεζάκια, μ' αταξία κι αυτά, σαν τα μαύρα της τα
μαλλιά.
Ορίστε κ' ένα γραμματάκι σ' αυτό το τραπέζι. Πρέπει να το
λησμόνησε δω. Αργότερα θα μπη στο συρτάρι κι αυτό. Λες να
τανοίξουμε το συρταράκι να δούμε και τάλλα; Όχι, δεν πρέπει.
Έπειτα, εκεί κρύβουνται παλιές ιστορίες, κ' εμείς γυρεύουμε
ιστορίες της ώρας. Και θα τις βρούμε, θαρρώ, γιατί εδώ μυρίζει
βανίλλια, κι όσο γέρος κι αν είμαι, πάει να με μεθήση η
αρχοντάδικη αυτή μυρουδιά.
Γιατί όμως να ταφήση έξω το γραμματάκι! Είναι, θα πης, γραμμένο
στην κορακίστικη, και φόβο δεν έχει να διαβαστή από δούλο. Μα
πάλι να μη φοβηθή μην τύχη και το διαβάση ο άντρας της! Δε σου
το είπα; Ο άντρας της πόδι δεν πατάει εδώ μέσα. Ας διαβάσουμ'
εμείς το λοιπό. Βέβαιο πως έχουμε την άδεια του Αφέντη, αν όχι
της λυγερής του.
«... Μοι εστάθη των αδυνάτων χθες. Μη δυσανασχέτει. Έσο βεβαία
περί της σήμερον ...»
Όμορφο ραβασάκι! Μήτ' αρχή, μήτε τέλος, μήτ' όνομα, μήτε χωριό.
Κοπιάστε, Κύριοι, εσείς που καταγίνεστε στις Επιγραφές, και
ξεδιαλύνετέ το. «Μη δυσανασχέτει, έσο βεβαία περί της σήμερον».
Πως κάτι θα γίνη σήμερα, δε χρειάζεται δα και Οικονομίδης να
μας το πη. Καταλάβαμε και πως πρέπει να πέρασε θυμωμένη νυχτιά.
Μήτε στο κατώφλι δεν πήγε να προβοδίση τον άντρα της.
Προσοχή, γιατί την ακούγω κι ανεβαίνει.
Δεν έρχεται μέσα ως τόσο. Στην άλλη την κάμαρα τρύπωσε. Σα να
ξεδιπλώνουνται και να κρυφοτρίζουνε φορέματα. Φαίνεται πως
στολίζεται η Κυρία· δηλαδή, περνάει τη γλυκύτερή της την ώρα.
Κι ώσπου να στολιστή, τι να κάμουμε! Να μπούμε και να την
καμαρώσουμε, δεν ταιριάζει. Βγαίνουμε στην Πλατεία, και
σεριανίζουμε. Πάντα κάτι θα δούμε.
Η'
Η ΑΛΛΗ Η ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
Δε μου φαίνεται να τσακίζη ο κόσμος τα κόκκαλά του εδώ στη
δουλειά. Οι ώρες στον τόπον τούτον είναι πάφτηνες, μπόλικες,
και γεμάτες ζαχαρένιο νερό σαν καρπούζια. Δίχως θροφή και δίχως
ουσία νερό. Να του πης του Τραμπούκου που κάθετ' έξω από το
Καφενείο και κοιτάζει λεβέντικα την άκρη του παπουτσιού του, —
να του πης πως όσον καιρό χάνει μελετώντας τρόπους να
κρυφοαρπάζη φτωχικά ψυχουλάκια από το Κοινό, μπορούσε τίμια
δουλεύοντας να μαλαματώση την τρομερή του κουμπούρα, να μείνη
κάτι και για τη χώρα που τον έθρεψε, και που αυτός ακόμα τηνε
βυζάνει, αν του τα πης αυτά, θα θαρρέψη πως θέλεις να γίνης εσύ
αντίς του λόγου του κλέφτης του τόπου, κ' ίσως και σε σκοτώση,
φανερά ή κρυφά. Μα κάλλιο δες παραμέσα! Και πες μου, πώς θα
βρίσκαμε τόπο να καθίσουμε, αν δεν μπορούσαμε και μυίγες να
γίνουμε στην ανάγκη! Όσο για τις φωνές, καλά που δεν τις ακούμε
με τα καθημερινά μας ταυτιά! Κόπιασε τώρα εσύ, που μου
λιμπίζουσουν πολιτικά το πρωί, να τακούσης και να τα χορτάσης.
Κόπιασε να το νοιώσης πως πολιτικά πάει να πη ποιος να
πρωταρπάξη. Αν είναι στ' αλήθεια πολιτικός, ν' αρπάξη ίσια από
το Ταμείο. Αν όχι, από ταυλάκια που τρέχουνε στο Ταμείο· μα
τελωνεία είναι, φόροι είναι, ό,τι τύχη να είναι.
Άκου τον αβοκάτο, με τι πίκρα μοιρολογάει την πατρίδα του, τώρα
που την κυβερνάει η σκληρόκαρδη η παρέα που τον έχει αφημένο
απ' έξω. Και τι τερτίπια σοφίζεται να την αναποδογυρίση αυτήν
την παρέα. Ένα ως τόσο καλό μας κάμνει ο ψαλιδόγλωσσος ο
αβοκάτος, κι αυτό χωρίς να το θέλη· που με τα λόγια του μας
ξηγάει το &κλειδί& της ρωμαίικης της πολιτικής. Ποιος να
πρωτοκλέψη, δηλαδή ποιος να πρωτοζήση δίχως δουλειά, — να το
κλειδί. Όλα τάλλα είναι παραμύθια. Παραμύθια είναι κι όσα του
αποκρίνεται ο πλαγινός του ο πατριώτης, που τυχαίνει, θαρρώ, να
είναι σαν τιμιώτερος, αν κι αυτός ακαμάτης. Γεμάτος ιδέες ο
φίλος· όμορφες ιδέες και στοχαζούμενες. Γνωστικός πατριώτης,
και νοικοκύρης καλός· διαβάζει και το «Ντεμπά». Μα φεύγουν και
χάνουνται κι αυτουνού τα λόγια μαζί με τον καπνό που καπνίζει.
Πες του να τα γράψη και να τα στείλη στον τύπο, και θα γελάση
με μιαν ακαταδεξιά που θα σε κάμη να ντραπής που του μίλησες.
Θα σου πη πως οι ρωμαίικες οι εφημερίδες είναι για τα παιδιά
που τις γράφουν, και για μερικούς που το κάμνουνε δουλειά τους.
«Εμένα δεν είναι δουλειά μου», θα σου πη. «Αυτά γίνουνται στην
Ευρώπη», μπορεί να σου πη. Εκεί κάθε γνωστικός πολίτης
δουλεύει, άλλος κρυφά κι άλλος φανερά, για τον τόπο του, μπορεί
να σου πη.
Βλέπεις; Όλα τα ξέρει. Του πολιτισμού τον δρόμο τον ακολουθάει
και τονε σπουδάζει καθώς ταστέρια ο αστρονόμος. Δεν είναι
νόμος, δεν είναι σύστημα που δεν τόχει μελετημένο. Τα ξέρει
όμως όλα καθώς ξέρει την ιστορία· &από το βιβλίο&. Οι σοφίες
που διάβασε δε ζωντανέψανε μέσα του. Του λέει λοιπόν, «Εμένα
δεν είναι δουλειά μου, αυτά γίνουνται στην Ευρώπη».
Μα, φρόνιμε νoικοκύρη μου, μήτε του Άγγλου δεν είναι δουλειά
του. Είναι χρέος του. Αμαρτία τόχει αν δεν πάη το βράδυ σε μια
Συνέλεψη να πολεμήση, να δώση και λόγο γιατί πολεμάει τους
πολιτικούς του αντίπαλους. Όταν όμως σηκωθή το πρωί, &στη
δουλειά του& θα πάη. Εμείς είναι που τα κάμαμε δουλειά τα
πολιτικά. Ντελιγιάννης εδώ πάει να πη ψωμί, Τρικούπης πείνα. Κι
αν τύχη και δεν υπάρχει μήτε ψωμί μήτε πείνα στη μέση, τίποτις
ιερό, τίποτις όσιο δεν υπάρχει, κι ορίστε γιατί μήτε γράφεις,
μήτε μαζεύεις μερικούς σαν και λόγου σου, να τους χαρίσης τη
μάθησή σου, στο αίμα τους να τη χύσης, με συνείδηση και με τιμή
να τους αρματώσης, πολίτες αληθινούς να τους κάμης, —
διαβασμένε μου πατριώτη.
Άλλος εκεί παρακάτω! Επαρχιώτης αυτός, και δηγάται του πλαγινού
του πώς το κατάφερε, εκεί που έκλαιγε τη μοίρα του στη βρωμερή
φυλακή του χωριού του, τότες που μαχαίρωσε κάποιονα, να
βρίσκεται τώρα στην Αθήνα, και να χαίρεται της ζωής τα καλά.
Μεγάλη ιστορία, και τόσες φορές λεγμένη, που μήτ' εδώ να
ξαναϊστορηθή δεν αξίζει. Σώνει να ξέρης πως είναι κουμπάρος
ενός βουλευτή. Ένα μήνυμα του βουλευτή, και μεταθέτεται ο
δικαστής που μελετούσε να τον παιδέψη. Κ' έρχεται άλλος
δικαστής που για του βουλευτή το χατίρι και νεκρό ζωντάνευε,
όχι, λέει, ζωντανό να κρεμάση. Κ' έτσι γλύτωσε ο κουμπάρος, το
στήριγμα αυτό της πατρίδας, που μας στέλνει σοφούς βουλευτάδες
στην πολυφώτιστη την Αθήνα.
Μα τι τούτος, τι εκείνος, και τι ο άλλος! Όλοι τους στο ίδιο το
καζάνι μέσα βράζουν εδώ. Το ίδιο το φαρμάκι τους ποτίζει όλους.
Ας σύρουμε παραμέσα, γιατί φτάνει μας τα πολιτικά. Είναι φριχτή
η σαπίλλα τους, και μπορεί ναρρωστήσουμε.
Κοίταξε τους τρεις εκείνους καμαρωτούς σπαθοφόρους, στου
καφενείου το βάθος. Εκεί να πάμε, και να καθίσουμε δίπλα τους.
Μια χαρά να τους βλέπης. Άλλο πράγμα όμως, να τους ακούς.
«Πάλι σας χαιρετώ, παλικάρια, που χάρη νάχετε τα ηρωικά σας
ονόματα, και δεν σας παίρνουνε για αποβγάλματα της Φραγκιάς!
Που σπίθες πετούνε τα μάτια σας, μα σπίθες που δε μυρίζουν
μπαρούτι! Που ο Άρης την πήρε τη φλόγα του από την όψη σας, και
σας αφήκε τα ρούχα του μοναχά! Καλή μας τύχη, παιδιά μου, που η
Φύση κάμνει και θάματα κάποτες. Βγάζει κάποτες και δράκους από
τα σπλάχνα της σαρδαναπαλιάς. Ειδεμή θα καθίζαμε τώρα αντίκρυ
σας, και τα πύρινά μας θα κλαίγαμε που έμεινε η τύχη της
Ρωμιοσύνης σταφροδιτωμένα σας χέρια».
Αν τις έπαιρνε ταυτί σου τις ομιλίες τους, τον ίδιο χαιρετισμό
θα τους έκαμνες. Πρόσεξε τώρα, να καταλάβης τι λογής φωτιά
είναι αυτή που τους περιχύνει.
Κοίταξε πρώτα τον καταμεσιανό τους, με τη χωρίστρα στη μέση,
αυτόνα που σκύβει και κρυφομιλάει του αντικρινού του. Για κάτι
στοίχημα του μιλάει. Τόχασε, λέει, ο πλαγινός του το στοίχημα.
Άμα της ρίχτηκε, λέει, της Κυρίας που ματιά δεν τους χάριζε
στον περίπατο, την έμπλεξε μέσα στα δίχτυα του. Πέντε βίζιτες
πήγε, λέει, και της έκαμε ως την ώρα. Κ' η στερνή του, λέει, η
βίζιτα είταν παράδεισος μέσα σε κείνο το «μπουντουάρ». Εχτές,
λέει, είχε άλλο κυνήγι και δεν μπορούσε να πάη, και του ήρθε
ένα γράμμα — όλο φωτιά και θυμός. Κ' είναι έτοιμος, λέει, και
να το δείξη το γράμμα του πλαγινού του, αν δεν το πιστεύη.
Κι' ακούγοντάς τα αυτά ο τρίτος ο φίλος κουνάει γελαστός το
κεφάλι του, σα να το περηφανεύεται που η τύχη του χάρισε
τέτοιον ήρωα φίλο. Ως τόσο ο πλαγινός, τσιμουδιά. Γοργοσαλεύει
το πόδι, χτυπάει τα δάχτυλα στο τραπέζι, να σκάση πάει που δεν
καταπιάστηκε τέτοιον ηρωισμό απατός του, μόνο πλερώνει τώρα και
τις δραχμές του.
Σηκώνεται ως τόσο ο καταμεσιανός ο Ήρωας και σέρνοντας το σπαθί
ξεκινάει. Τον κράζει η σάλπιγγα της Αφροδίτης στο «μπουντουάρ».
Αν είχαμε πόλεμο, χώρες αλάκερες θα ρημάζανε. Τι θα χάση η
ειρήνη, αν μέσα στην αγκαλιά της ρημάξη ο ήρωάς μας ένα και
μοναχό σπιτικό!
Είτανε και μας ώρα μας να ξαναμπούμε στης Κυρίας ταρχοντικό.
Βλέπαμε απάνω στο τραπεζάκι της τη μια μεριά του παραμυθιού και
δεν την καλονοιώθαμε. Κ' είπαμε, όταν στολιστή, να ξαναπάμε και
να μελετήσουμε τη σκοτεινή την επιγραφή. Δίχως να το θέλουμε
όμως, η επιγραφή ξηγήθηκε μες στο Καφενείο! Το γράμμα που της
έγραψε ο σπαθωμένος ο ήρωας είταν απλούστατο. «Μη θυμώνης που
δεν μπόρεσα να σε καταστρέψω εχτές. Έρχουμαι σήμερα και σ'
αποτελειώνω. Με μια μου ατιμία, σε μαυρίζω και σένα, και τον
άντρα σου, και το κορίτσι σου, και το μπουντουάρ σου».
Αλλού, αλλού να τραβήξουμε. Η καρδιά εδώ σφίγγεται, ο νους
θολώνει κι αποτρελλαίνεται. Αλλού να σύρουμε, ίσως και βρούμε
τους Άη Γιώργηδες, που θα μας τα πνίξουν αυτά τα στοιχειά.
Θ'
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ
Δέντρα, αμάξια, πλάκες, κολλόνες, αρχοντόσπιτα, μεγαλεία. Αυτά
έρχεται και βλέπει τ' αδέρφι μας από την Τουρκιά και χάνει το
νου του. Έρχεται κι ο Ομογενής από την Ευρώπη και τρίβει τα
μάτια του να καλοδή μήπως κάμνει λάθος, και δε βρίσκεται στην
Ευρώπη ακόμα. «Οι καρποί της Ελευθερίας», λέει ο ένας.
«Εξευρωπαϊσμός», συλλογιέται ο άλλος. Και παίρνουν το
σιδερόδρομο και κατεβαίνουνε στο Φάληρο, και κάμνοντας κέφι
στης θάλασσας την αθάνατη, την αμόλυντη την πνοή, μακαρίζουν
τους αμανίτες που φύτρωσαν και με λαμπρότατα χρώματα στολίζουνε
την παχειά κοπριά που μας έστρωσαν τεσσάρων αιώνων κακομοιριές.
Θυμάσαι τι λέγαμε στο χωριό; Αυτό θα σου πη κάθε φρόνιμος
πατριώτης και δω, αν του ανοίξης ομιλία για τους λαμπρούς
αυτούς αμανίτες. «Ας είναι καλά, φίλε μου, αι ατομικαί
επιχειρήσεις· ειδεμή η Κυβέρνησις...» — Και τι την έχετε λοιπόν
τέτοια Κυβέρνηση; πώς δεν κάμνετε το λαό να σας διαλέγη πιο
προκομμένη Κυβέρνηση; — «Χα, χα! θα φωνάξη τότες ο πατριώτης.
Δε μας έμαθες, καθώς βλέπω, ακόμα· να μείνης μαζί μας λιγάκι,
να μας μάθης καλλίτερα.
Και σαν ταποφασίσης και μείνης έξη μήνες, ένα χρόνο, πέντε
χρόνια, θα μάθης αυτό που βλέπεις και τώρα. Ο ένας να τα
φορτώνη του αλλονού. Ο καθένας να κυνηγάη τη δουλειά του, κ' οι
μεγαλήτερες οι δουλειές εδώ γίνουνται στα πολιτικά. Ο καθένας
να βγάζη το ψωμί του, και το πιώτερο το ψωμί βγαίνει από κει
που έπρεπε να πηγαίνη. Στη μέση κοίτεται η εθνική η μελόπηττα,
και τριγύρω σωριάζουνται οι πεινασμένες οι σφίγγες και τη
βυζάνουν. Καθένας και το κεντρί του, και το κεντρί αυτό είναι
το &Εγώ& του Ρωμιού.
Ο λαός αυτός, που τονε βλέπεις τώρα και θαρρείς πως παράκμασε,
και πως έχασε τον ηρωισμό του, μην το θαρρής. Ο ίδιος είναι,
και πάντα ο ίδιος. Παλικαριά όση θέλεις, εγωισμός άλλος τόσος.
Η παλικαριά με τα θάματά της τον έδιωξε τον Τούρκο απ' αυτά τα
βουνά· όταν όμως έμεινε η παλικαριά μοναχή με τον εγωισμό, από
τα μαλλιά λες και πιάστηκε μαζί του, κ' έπεσε μονομιάς κάτω
λαβωμένη, αφανισμένη. Πήρε τότες απάνω του ο Εγωισμός, και
καλοθρονιάστηκε μέσα στην καρδιά του Ρωμιού. Πού να βρεθή
λεβέντης να την ξανασηκώση, να την ξαναδοξάση την πεσμένη
παλικαριά! Είχαμε μερικούς προστάτες, είχαμε δυο τρεις φίλους.
Και σα να γύρευαν κι αυτοί το κακό μας, κάθε τρόπο κάμνανε να
το θρέφουν το τέρας που καταπόνεσε τη μεγάλη μας αρετή, κάθε
τρόπο να το θεριεύουν. Και για να μην τύχη και τα μέλλοντα μας
σταθούν τυχερώτερα, και ξαναβλαστήση παλικαριά κι αρετή στη
ψυχή μας, μας ρίξανε στη μέση τη μυριοκαμάρωτη αυτή τη
μελόπηττα, που τη λένε «Σύνταγμα».
Και τώρα τη βρήκαμε θαρρώ, τη φύτρα της περίφημης αυτής
«πολιτικής διαφθοράς», που όλη μας τη ζωή την ακούμε. Ένα είδος
&δασκάλοι& μας την έφτειαξαν και δω. Στη φιλολογία είχαμε τους
δασκάλους της γραμματικής, εδώ της πολιτικής. Πήρανε μερικά
βιβλία, μεταφράσανε νόμους, άρθρα, Συντάγματα, τάδωκαν της
Βουλής, τα παίρνει η Βουλή και τα κενώνει στη χώρα, από
Ρωμιοσύνη να γίνη Ευρώπη πολιτισμένη. Χάρη όμως νάχουμε στον
εγωισμό μας, που οι σοφοί μας οι δάσκαλοι τηλεσκόπι δεν είχανε
να τον ανακαλύψουν, αντίς Ευρώπη καταντήσαμε θηριοτροφείο.
Τίποτις και καλά να μη μείνη δικό μας, εθνικό μας χτήμα, ως
μήτ' αυτό το &Κοτζαπασιλήκι&, που το κάτω κάτω μας γλύτωσε από
αξέχαστα βάσανα! Όλα μας από την αρχαιότητα κι από την Ευρώπη
φερμένα! Και τώρα ρωμαίικο άλλο δε μένει παρά το &Εγώ&,
λεύτερο, απαιδαγώγητο, αχαλίνωτο. Με μόνη την ελπίδα πως ίσως
κ' η κοπριά που σήμερα μανιτάρια μονάχα μας θρέφει, βγάλη και
θρέψη το μεγάλο το βαθιόρριζο, το μυριόκλωνο το δέντρο που θα
μας σκεπάση με τον καλορρίζικό του τον ίσκιο. Το Λεβέντη, που
θα προβάλη μια μέρα από το παλάτι εκείνο και θα μας πη:
«Το έθνος έκαμε λάθος θανάσιμο τότες που θάρρεψε πως τον
αποτέλειωσε τον προορισμό του. Προορισμός και σκοπός του είτανε
να την καθαρίση όλη τη χώρα από το μίασμα της σκλαβιάς, και να
το ξαναστήση το Κράτος που κι από αίμα κι από δικαίωμα του
ανήκει. Μόλις λευτερώθηκε όμως ένα παράμερο της Ρωμιοσύνης
λουρί, κι αμέσως το βαφτίζουν «Ελλάδα», και την άλλη τη χώρα
την αφίνουν ενός Σουλτάνου βοσκή, να βγαίνη και να κυλιέται στο
αίμα! Τους ξέχασαν τους αδελφούς τους τα παλικάρια που για
δαύτους σηκώθηκαν, και τονειρεύτηκαν πως δίχως εκείνους έθνος
θα γίνουν, εθνικό μεγαλείο και πλούτο θαποχτήσουν, δόξα εθνική
θα τους λαμπρύνη! Το ξέχασαν το ιερό το χρέος που οι προγόνοι
τους δίδαξαν, και σα να ξημέρωσε η μέρα που τόσοι αιώνες
ολοσκότεινοι λαχταρούσαν, άρχισαν κ' έστηναν παλάτια μαρμάρινα,
θέατρα και Πανεπιστήμια και Βουλές, σα να μην αναστέναζαν ακόμα
μέσα στης σκλαβιάς την ταπείνωση χιλιάδες αμέτρητες!
Έρχουμαι, (θα πη ο Λεβέντης), παλικάρια, να σας ξυπνήσω, και να
σας φέρω στο μέγα το έργο που γραφτό σας είναι να κάμετε.
Έρχουμαι να σας ξεμεθήσω από τη χαρά σας γι' αυτό το λίγο που
έγινε γι' αυτή την τρύπα που λευτερώθηκε, μα που για έθνος
μεγάλο δε σώνει, επειδή σε τέτοια τρύπα μέλλον εθνικό δεν
μπορεί να χωρέση. Αφήστε τα τα συντάγματα, τα θέατρα, τις
φιλολογίες και τις γραμματικές. Αυτά είναι λούσα που ένα έθνος
τα συλλογιέται όταν έχη όλο το είναι του. Γυρίστε, παλικάρια
μου, στο τσαρούχι, στην κάπα και στο μαύρο ψωμί. Γυμναστήτε
πάλι σταγαπημένα σας τάρματα, και λάτε μαζί μου. Ή έθνος μεγάλο
να γίνουμε, που κ' η καρδιά μας, κι ο νους μας μαζί του να
μεγαλώση, κι από ψεύτικα κι άτιμα κέρδη να γυρεύη λαμπρές κι
αντρίκιες τιμές, ή να γυρίσουμε στη σκοτεινή τη σκλαβιά, που
μ' όλο το αίμα της και μ' όλη της την ταπείνωση, είναι πιο
καλότυχο πράμα από τις ατιμίες που μια φορά ένας Γεροδήμος
πολεμούσε να τις βγάλη στον ήλιο, και μήτε μέρος δε μας
ιστόρησε».
Αυτά θα μας πη ο μεγάλος ο Λεβέντης, το καμάρι της Ρωμιοσύνης,
και τότες ίσως την προλάβη το έθνος την καταστροφή που του
ετοιμάζουμε εμείς από τη μια με το βαρύ το μεθήσι, κι από την
άλλη ο αχόρταγος ο Σλαβισμός, που για κακή μας τύχη δεν έχει
μήτε Τούρκου ακαμωσιά.
Ι'
ΜΕΓΑΛΟΣ ΝΟΥΣ
Περπατώντας στο δρόμο, περπατούσαν κ' οι στοχασμοί, κ' ίσως
πήγαν πολύ μακριά, σταφανέρωτα μέσα τα μέλλοντα! Και παρά λίγο
να σκουντουφλήσουμε, — όχι σ' αυτήν εδώ την κοπέλλα, που ίσως
προσμένει ένα γλυκό σου χαιρέτισμα, και δίχως να το
συλλογιέται, σε προσκαλεί να της δώσης έναν αληθινόν πατριώτη,
έναν ήρωα που ν' ακολουθήση το βασιλικό μας Λεβέντη στην
εκστρατεία του! Μόνο πήγαμε να σκουντουφλήσουμε απάνω σ'
εκείνον με τον αψηλό τον κολλάρο, που χωρατά δε σηκώνει. Γιατί
είναι &Μεγάλος νους&.