α δεν είχε και το παλάτι του στημένο στο ίδιο το μέρος που
στήθηκε αυτό το παλάτι.
Μια μέρ' αυτός ο Βασιλιάς πήγε να κυνηγήση με μερικά παλικάρια
του. Και κυνηγώντας πήγε, πήγε ως κοντά στη Κόριθο. Ό,τι κάμανε
να γυρίσουν πίσω με το κυνήγι τους, και να σου ένας τσομπάνης
έρχεται τρεχάτος κοντά του και τους λέει πως τοιμάζεται να
ξεκινήση κατά την Αθήνα μεγάλο ασκέρι από το Μωριά, να τους
κυριέψη τη χώρα. Οι συντρόφοι του Βασιλιά τρομάζουνε, ρίχνουν
το κυνήγι τους χάμω, και μαζεύουνται γύρω του, να τονε ρωτήξουν
τι πρέπει να κάμουν. Κι αυτός τους προστάζει να σηκώσουν αμέσως
το κυνήγι και να το φέρουνε στην Αθήνα, για να κάμουν ένα καλό
ζιαφέτι πριν πολεμήσουν. Κ' έτσι έγινε. Πάνε στην Αθήνα, ψήνουν
το κυνήγι, καθίζουνε μέσα στο παλάτι, και το ρίχτουν στο
φαγοπότι. Και τρώγοντας και πίνοντας λησμονούν του τσομπάνη τα
λόγια. Ως και τραγουδιστάδες, και χορεύτρες γυρεύανε. Εκεί
απάνω, να σου κι ανοίγει η πόρτα, του παλατιού, και μπαίνει
μέσα κόσμος πολύς, και φωνάζουν πως πλάκωσε η Μωραϊτιά, και
ρίχτουνε σκάλες στους τοίχους τους, να σκαλώσουν και να
πηδήξουνε μέσα στη χώρα! Τότες πετιούνται απάνω τα παλικάρια
και γυρεύουν το Βασιλιά. Μα Βασιλιάς πουθενά! Φωνάζουν τη
Βασίλισσα, λείπει κ' η Βασίλισσα! Φεύγουν τότες και πηγαίνουνε
στα σπίτια τους να βάλουν τάρματά τους, ακολουθάει κι ο λαός
από πίσω, να παν κι αυτοί ναρματωθούνε για τον πόλεμο.
Ως τόσο ο Βασιλιάς κ' η Βασίλισσα κατέβηκαν, αν αγαπάς, στο
κατώγι! Και να κάμουνε τάχα τι; Ο Βασιλιάς να βγάζη τα βασιλικά
του τα φορέματα, κ' η Βασίλισσα, χλωμή και παραζαλισμένη, να
του φέρνη μια πρόστυχη φορεσιά παραγυιού, και σε λιγάκι να
βλέπη τον άντρα της ντυμένο χωριάτικα, σα να μην είταν εκείνος
που κυβερνούσε όλη την Αττική!
Πήρε στα χέρια του ένα τσικούρι κ' ένα κομμάτι σκοινί, στάθηκε
μια στιγμή να δη τη Βασίλισσά του, την αγκάλιασε, και κείνη, με
καρδιά που έτρεμε σαν το μισοζώντανο το ψάρι, σήκωσε το
μαραμένο της χέρι, και του είπε να πάη στο καλό. Το είχαν
απόφαση κ' οι δυο τους να κάμουν το θέλημα του Θεού. Έτσι το
είχε προφητευμένο η μεγάλη η Προφήτισρα στους Δελφούς· πως σαν
πλακώσουν οι «Δωριείς» στην Αθήνα, απ' όποιο μέρος σκοτωθή ο
Βασιλιάς, εκείνο το μέρος θα νικήση. Συλλογίστηκε λοιπόν τότες
ο Βασιλιάς, κ' είπε της γυναίκας του. — Γυναίκα, εδώ άλλον
τρόπο δεν έχει. Ή πρέπει να σκοτωθώ, ή θα μας κάψουν τη χώρα,
θα μας σφάξουν τα παλικάρια, θα πάρουν τις κοπέλλες μας
σκλάβες, ίσως και σένα μαζί. Βάζω λοιπό χωριάτικα ρούχα, καθίζω
δεμάτι ξύλα στον ώμο μου, σιμώνω τους ξένους, και βρίσκω τρόπο
να με σκοτώσουνε δίχως να με νοιώσουν ποιος είμαι. Σφίγγει
τότες την καρδιά της, και λέει η Βασίλισσα· — Άντρα μου, ας
γείνη το θέλημα του Θεού.
Κ' έτσι την αφίνει ο Βασιλιάς και φεύγει και πηγαίνει κατά τα
τειχίσματα, και βγαίνει στην εξοχή, και χώνεται σ' ένα χωράφι,
και κόβει ξύλα, και φορτώνει ένα δεμάτι στον ώμο του, και
κατεβαίνει ίσια κατά τασκέρι που είταν τώρα σκορπισμένο
μπροστά, στα τειχίσματα.
— Ώρα καλή, γέρο! Του φωνάζει ένας παλικαράς Μωραΐτης. Δεν
μπορείς από δω να περάσης.
Εναντιώνεται ο χωριάτης, ζητάει να περάση, πιάνουνται στα
λόγια, θυμώνει ο Μωραΐτης, του καταφέρνει μια του χωριάτη, και
τον αφίνει στον τόπο.
Εκείνη την ώρα έβγαιναν και τα παλικάρια της Άθήνας αρματωμένα,
να πολεμήσουνε με τους εχτρούς και να γλυτώσουν από τη σκλαβιά
την πατρίδα τους. Ακόμα δεν παραταχτήκανε ν' αρχίσουν τις
σαϊτιές, και τι να δουν εκεί μπροστά τους, ξαπλωμένο στο χώμα!
— Το Βασιλιά τους! Σηκώσανε μεγάλο κακό. Τόσο μεγάλο, που
μαθεύτηκε αμέσως κι από τάλλο το μέρος, πως σκοτώθηκε ο
Βασιλιάς της Αθήνας, και βλέποντας οι εχτροί πως βγήκε εναντίο
τους η προφητεία, το ρίξανε στο φευγιό, πρι να προφτάσουν οι
Αθηναίοι να τους τινάξουνε μήτε σαϊτιά.
Κ' έτσι γλύτωσε η Αθήνα από την τρομερή τη σκλαβιά, και
ξαναμπήκανε στη χώρα τους οι Αθηναίοι, και σαν έκαμαν όλες τις
συνηθισμένες τιμές στο Βασιλικό το λείψανο, μαζευτήκανε σε
Συνέλεψη, κι αποφασίσανε να μην ξανακάμουν πια Βασιλιά στην
Αθήνα, γιατί κανένανε δεν μπορούσανε να βρούνε μεγαλόκαρδο σαν
εκείνον που έχασαν.
Εμένα μου φαίνεται πως είχανε λάθος οι Αθηναίοι, Μεγαλειότατε,
να το νομίζουν αυτό. Η &Αρετή& που βρέθηκε μέσα στην ψυχή ενός
Κόδρου, μπορούσε να ξανανθίση και σάλλων Κόδρων ψυχές. Μα αυτό
τώρα δεν είναι το ζήτημα. Η δουλειά μας τώρα είναι να
παρακαλούμε το Θεό και να λέμε, — Τέτοιο θάνατο να πεθαίνουν κ'
οι Βασιλιάδες της αναστημένης αυτής Ρωμιοσύνης. Τέτοια παιδιά
να μας χαρίσ' η Μεγαλειότη Σου. Αυτός ο ηρωισμός θαρρώ δε θα
χρειαστή στη δική μας τη γενεά. Ένας Κόδρος δε φυτρώνει έτσι
εύκολα μέσα σ' ένα λαό που μισοκοιμάται από το πολύ το μεθύσι.
Μα μπορεί να μας χρησιμέψη σαν ξυπνήση το Έθνος, και γι' αυτό
Σε θερμοπαρακαλώ να μας φέρης εδώ και το μεγαλητερό Σου το
γυιό, νακούση και κείνος το δεύτερό μας το παραμύθι.
— Σα να μας άκουγες κι απ' έξω, χαριτωμένο μου Βασιλόπουλο,
γιατί βλέπω και χαμογελάς καθώς μπαίνεις. Το ξέρω πως τάμαθες
όλ' αυτά που λέγαμε από τους δασκάλους. Μα τώρα δεν είναι ξερά
μαθήματα. Είναι ζωντανά παραμύθια τώρα. Ο Πατέρας σου, κι αν
ήρθε στον τόπο μας απ' άλλην πατρίδα, βάλθηκε όμως να γίνη
Ρωμιός, και τόσο καλά το κατάφερε, που στο πείσμα χιλίων
δασκάλων καταντάει να τα νοστιμεύεται τα ρωμαίικά μας
παραμύθια. Η Υψηλότη Σου όμως, μήτε ξένος δεν είσαι. Είσαι ο
πρωτογέννητος σ' αυτό το παλάτι. Ως και τόνομά σου τέτοια
παραμύθια γυρεύει.
Σα σε βαφτίσανε, χρόνια τώρα, είπα, καλό σημάδι. Το Βυζάντιο
είχε μια δοξασμένη αρχή κ' ένα δοξασμένο τέλος. Με τέτοιο
όνομα, ποιος το ξέρει α δε θα ξαναρχίσουμε καινούρια ζωή. Κι
αυτά λέγοντας, θυμήθηκα την ιστορία του Παναγή Καλογιάννη. Αυτή
την ιστορία έρχουμαι τώρα να σας δηγηθώ, με τον ορισμό σας.
Δ'
Ο ΠΑΝΑΓΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Ο Παναγής Καλογιάννης είταν καλός δουλευτής στον Αγώνα. Του
κάκου ζήτησα τόνομά του στην Ιστορία. Πουθενά δεν το διάβασα.
Είταν ανιψιός ενός Ηγουμένου ο Παναγής. Και σ' αυτόν τον
Ηγούμενο χρωστά τη μεγαλήτερή του την παραξενιά, που στάθηκε,
καθώς θα δούμε κατόπι, κ' η μεγαλήτερη αρετή του. Η παραξενιά
του είταν που ένα πράμα είχε παντού και πάντα στο νου του, κι
άλλο δεν έλεγε παρ' αυτό: «Θα μας ξαναφυτρώση πάλι ο
Κωσταντίνος» ώσπου κατάντησε να τονε βλέπη ο κόσμος, και να του
φωνάζη, «θα μας φυτρώση ο Κωσταντίνος».
Πρέπει να είταν ως δώδεκα χρονών ορφανό ο Παναγής όταν τον πήρε
ο θειος του στο μοναστήρι να τον προκόψη. Ο πάτερ Παΐσιος είταν
καθώς είπαμε Ηγούμενος, μα ήξερε κι από κόσμο. Έκαμε στη Ρουσία
σαν είτανε νέος. Κατόπι ταξίδευε και σ' άλλα μέρη και ψάρευε
«Φίλους». Τώρα με την ποδάγρα του σύχαζε ο γέρος στο μοναστήρι,
κι ό,τι έβγαινε από το χέρι του τόκαμνε, πότε με γραφές, πότε
με τα λόγια. Και σαν καλοκάθιζε το βράδυ στο μιντεράκι του,
έπαιρνε σιμά του τον Παναγή και του δηγούνταν την ιστορία μας.
Δεν του άφινε μήτε Πελοπίδα, μήτε Τιμολέοντα. Τάκουγε ο μικρός
όλ' αυτά και τάκαμνε πολύ χάζι. Από την αρχαιότητα ο Ηγούμενος
ήρθε σιγά σιγά στο Βυζάντιο, και μια βραδιά του διηγήθηκε και
το χαλασμό της Πόλης — την Άλωση. Και σαν του τα ιστόρησε όλα,
του λέει:
«Θυμάσαι, παιδί μου, τις Ελληνικές εκείνες παλικαριές που σου
ιστορούσα πέρσι; Βραδιές και βραδιές πέρασαν από τότες, και δεν
μπορέσαμε να ξαναβρούμε ένα Κόδρο, ένα Λεωνίδα. Πού και πού θα
πης πιάναμε κανέν' αγρίμι, μα πού τα φοβερά εκείνα τα λιοντάρια
της παλιάς εποχής! Θάλεγες πως πάει, ξεθύμανε πια το Ελληνικό
το αίμα! Κι' άξαφνα, στα 1453, τις εικοσιενιά του Μάη, μέρα
τρίτη, πρωί πρωί, να σου πεταχθή, λέει, στη μέση ένας ήρωας,
και με σκουριασμένο σπαθί στο χέρι να σου στρώνη τους
Γενιτσάρους καθώς χυνόντανε σα δράκοι από μια πόρτα μέσα στην
κακομοιριασμένη την Πόλη! Κ' ύστερα, λέει, να πέση κι αυτός από
πάνω τους, αποφασισμένος σαν το Λεωνίδα, αγνώριστος σαν τον
Κόδρο! Τι σου λέει αυτό το πράμα, παιδί μου! Και τι άλλο μπορεί
να σου πη παρά πως είναι φτάψυχο το ρωμαίικο, και σταλαματιά
μοναχή να του μείνη, πάλι μεγαλώνει, και γίνεται απέραντη
λίμνη, και πλημμυρίζει τον τόπο του. Κι ανίσως κ' είτανε γραφτό
μας να φανή και να λάμψη τέτοιο αθάνατο χάρισμα μερικά χρόνια
πρι να στήση ο Ουρβανός το κανόνι του έξω από τους τοίχους της
Πόλης, δε θα πρόφταινε μήτε να ραγίση το κανόνι εκείνο, μόνο θα
γινότανε μια και καλή θρούβαλα μαζί με το κεφάλι του Μωχαμέτη.
Μας ήρθε όμως αργά το μεγάλο το χάρισμα. Αργά ξανάρθε ο
ελληνικός ο ηρωισμός, παιδί μου, κ' έπεσε και χάθηκε μέσα
σταπέραντο εκείνο το αίμα».
Και λέγοντας αυτά δάκριζε ο Παΐσιος. Ο μικρός τότε τον κοίταζε
κατάματα και σώπαινε.
Και σαν τον κοίταξε καλά καλά, πετιέται άξαφνα και του λέει·
— Έννοια σου, θειέ μου, και θα φυτρώση πάλι ο Κωσταντίνος.
Εδώ τελειώνει το πρώτο το κεφάλαιο του παραμυθιού. Και τώρα, αν
είναι ορισμός σας, ερχούμαστε στο δεύτερο το κεφάλαιο.
Έξη χρόνι' αργότερα, τον έβλεπες τον Παναγή παλικάρι και
ταξίδευε από χωριό σε χωριό με μια γολετίτσα. Ο γέρο Παΐσιος,
ένα χρόνο πριν αποθάνη, τον είχε κάμει σύντροφο με κάποιο
Καπετάν Βάγλη, και φόρτωναν πραμάτεια στόνα νησί έπειτα
πηγαίνανε στάλλο και την πουλούσανε. Μα ο νους του Παναγή όλο
στην &Πόλη& ταξίδευε. Η χαρά του είτανε να καθίζη με τους
ναύτες και να τους δηγάται το τέλος του Κωσταντίνου. Κ' ύστερα
ύστερα τους έλεγε και την προφητεία του, πως θα ξαναφυτρώση ο
Κωσταντίνος.
Σ' ένα απ' αυτά τα ταξίδια, έτυχε να είναι μαζί του κ' ένας από
τα Ψαρά, — Καραθανάση τον έλεγαν. Και δεν είτανε ναύτης, είταν
ταξιδιώτης από τη Σάμο για τα Ψαρά. Ίσια ίσια ό,τι άρχιζε ν'
ανεβαίνη ο καπνός της εφτάχρονης εκείνης φωτιάς.
Σαν τον άκουσε λοιπόν κι ο Καραθανάσης τον Παναγή, αντίς να
γελάση κι αυτός σαν τους άλλους, τον παίρνει σιμά του, και, —
Μωρέ Παναγή, του λέει, έρχεσαι να κάμουμε μια δουλειά; Να
χωρίσης από τον Καπετάν Βάγλη, και νάρθης μαζί μου. Και γω την
ίδια τη δουλειά κάνω. Μα τώρα τη γολέττα μου την έχω ναυλωμένη
στους ζευγάδες.
— Ποιους ζευγάδες; ρωτάει ο Παναγής σαστισμένος.
— Αυτούς που θα τονε σπείρουν τον Κωσταντίνο σου, μωρέ κούκκο!
Έτσι μονάχα φυτρώνουνε Βασιλόπουλα δίχως να σπείρης αίμα;
Άνοιξε τότες ο ουρανός και του έδειξε την αλήθεια του Παναγή
Καλογιάννη. Χρόνια το προφήτευε πως θα φυτρώση ο Κωσταντίνος,
μα παρέκει ο νους του δεν πήγαινε.
— Καλά, έρχουμαι, του λέει.
Ήρθανε στα Ψαρά, χώρισε ο Παναγής από τον Καπετάν Βάγλη, και
συντροφεύει με τον Καραθανάση.
Ο Καραθανάσης είχε δυο αγαπημένα πράματα στον κόσμο. Την
πατρίδα του, και την κόρη του. Σκοπός του είτανε ν' αρραβωνιάση
τον Παναγή και με τις δυο, κι αυτό έκαμε.
Στην αρχή φαίνεται πως ο Παναγής από τις δυο τις
αρραβωνιαστικές πιώτερο αγάπησε τη Μαριώ, νόστιμη Ψαριανούλα.
Και γύρευε κιόλας και παντρειά.
— Όχι ακόμα, του έλεγε ο γέρος. Να πάρουμε πρώτα τη γολέττα να
τη δουλέψουμε απατοί μας, κ' ύστερα με το καλό γυρίζουμε στα
λεύτερα τα Ψαρά. Η λευτεριά δε θ' αργήση. Ξέχασες τι τους
κάμαμε τις προάλλες στην Ερεσσό;
Έμεινε λοιπόν η Μαριώ με τη γριά της, και σύρανε οι δυο οι
καπιτανέοι με τη γολέττα στο πέλαγο.
Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, εδώ τελειώνει το δεύτερο, και τώρα
μπαίνουμε στο τρίτο το κεφάλαιο του παραμυθιού. Ελπίζω πως δε
βαρεθήκατε, γιατί, πού να ξανάρθουμε πια να ταποτελειώσουμε!
Μια και μας μυριστούν οι δάσκαλοι, τρύπα δε θα μας αφήσουν
ανοιχτή να ξαναμπούμε.
Δώδεκα μήνες δούλευε η γολέττα στο πέλαγο, και
πηγαινοέρχουνταν, πότε με μπαρούτι, πότε με προβιζιά. Όπου
αρμένιζε η αρμάδα, τριγύριζε κ' η «Ψαριανή» — έτσι τη βάφτισαν.
Και σαν άραζε και ξεφόρτωνε, αφορμή ζητούσε ο Παναγής ν' ανέβη
σε κανένα πολεμικό, να μαζεύη τα παλικάρια κοντά του, και να
τους δηγάται τις ιστορίες του.
— «Τον έχουμε, τον έχουμε πια τώρα στο χέρι τον Κωσταντάκη»
τους φώναζε μια μέρα κάπου κοντά στα Ψαρά, τότες που γύριζε ο
Κανάρης από τη Χίο. «Αυτός ο Κωσταντάκης θα μας φέρη τον
άλλονα».
Κ' οι ναύτες τονε σηκώνανε στον ώμο τους από τη χαρά.
Αυτή την εποχή κατέβηκαν κι άραζαν στο δοξασμένο νησί τους,
ύστερ' από δώδεκα μήνες δουλειά. Ο Παναγής τώρα τόλπιζε πως θα
τον αφήση ο Καραθανάσης να παντρευτή, και του φανέρωσε πάλι μια
μέρα τη λαχτάρα του.
— Θα μου πης πως τον έχουμε πια τώρα τον Κωσταντάκη, του λέει
ο Καραθανάσης, μ' ας κάμουμε άλλο ένα ταξίδι, και βλέπουμε.
Πηγαίνει τότες ο Παναγής στη γριά την πεθερά του, και της λέει·
— Κατάλαβα· ο γέρος θέλει να με ψήση στη φωτιά πρώτα. Φιλώ
λοιπόν το χέρι σου, και μισεύω.
Ήθελε να πη δυο λόγια και της καλής του, μα πού ναποκοτήση!
Τους καιρούς εκείνους η αγάπη δεν είχε μήτε λόγια, μήτε φιλιά.
Το πολύ καμιά κρυφή ματιά.
Αποβραδίς έγειναν αυτές οι κουβέντες. Και σαν ξημέρωσε, βλέπει
ο Καραθανάσης τον Παναγή για ταξίδι.
— Ώρα καλή; του κάνει.
— Αυτή τη φορά θα πας μοναχός σου με τη γολέττα, του
αποκρίνεται. Εγώ πηγαίνω με τον Κανάρη.
— Μωρέ μίλα καλά, του φωνάζει ο γέρος· στη φωτιά μέσα θα πας
να πέσης;
— Τι να σου πω, πατέρα μου, τη Μαριώ δε μ' αφίνεις να την πάρω
ακόμα, άφησέ με να παντρευτώ τη φωτιά.
Και ξεκίνησε με τα παιδιά του Κανάρη, ντύθηκε τούρκικα σαν
εκείνους, και τραβήξανε για την Τένεδο.
Σα γύρισε από το ταξίδι εκείνο, είτανε λυσσασμένος από τη χαρά
του. Δε χόρταινε να το δηγάται το ξακουστό εκείνο τερτίπι· πώς
τους περίμενε μ' ανοιχτές αγκάλες ο Καπετάν Πασάς, θαρρώντας
τους για δικούς του, πώς τους κατάλαβε άμα πήρε φωτιά ένα
δίκροτο και σε λιγάκι τινάχτηκε, και με πόση πρεμούρα έκοβε τις
αλυσσίδες να φύγη κατά την Πόλη. Κ' είχε δεν είχε, το γύριζε
πάλι στον Κωσταντίνο.
Σαν το θεριό που μια κι απογευτή ανθρώπινο αίμα, παίρνει τα
βουνά και τα δάση να ξαναβρή τέτοιο θύμα, έτσι γύριζε τώρα κι ο
Παναγής μέσα στη θάλασσα. Κανένας δεν τον ήξερε πού βρισκότανε.
Παντού ξεφύτρωνε, παντού πολεμούσε. Δεκατέσσερεις μήνες τον
είχανε για χαμένο, κι ο πεθερός του, κι όλο το σπιτικό.
Μια βραδιά, — είταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς του
εικοσιτέσσαρα, — να σου και φανερώνεται μπροστά τους σα νεκρός
σηκωμένος από τον τάφο. Κεφάλι δεμένο, τόνα του χέρι
ακκουμπησμένο σε θελειά κρεμασμένη από το λαιμό του, κι όψη,
φλουρί! Τον είχε φερμένο Μοσκοννησιώτικο πέραμα. Τονε βρήκανε
σε κάποια έρμη ακρογιαλιά της Ανατολής μισαπεθαμμένο. Τον
αφήκαν εκεί οι συντρόφοι του για νεκρό, και δεν προφτάξανε μήτε
να τονε θάψουνε, για την καλή του την τύχη.
— Τώρα πια που κατάντησα τέτοιο σκιάχτρο, πού με παίρνετε σεις
γαμπρό! Τους λέει με τρομαχτικό χαμογέλοιο, καθώς στεκότανε με
τρεμουλιαστά πόδια. Λάτε, στρώστε μου να πλαγιάσω, και να σας
ευκηθώ την καλή χρονιά! Εγώ ξημερώνουμαι δεν ξημερώνουμαι.
Τρεις μέρες στη βάρκα, και το αίμα να τρέχη, κι όλο να τρέχη!
Απέραντη αράδα σταλαματιές, από τα Μοσκοννήσια ως τα Ψαρά! Αχ,
και να μπορούσε να τηνε δη αυτή την κόκκινη την αράδα ο
Κωσταντίνος, όταν ταξιδεύη καμιά μέρα στο πέλαγό του!
Και πλάγιασε ο Παναγής Καλογιάννης, κι έπεσε σε μεγάλο βύθο, κι
άρχισε να παραλαλή. Όλη τη νύχτα είτανε στο πόδι οι δικοί του.
Ώρες ώρες ερχότανε στα συλλογικά του, και γύριζε κ' έβλεπε μια
τη Μαριώ και μια τον πατέρα της, σα να τονε ρωτούσε αν έπρεπε
να τη βλέπη με τέτοια χάλια.
Σαν ξημέρωσε, άρχισε ο Παναγής να συνεφέρνη λιγάκι. Στέλλει
τότες ο Καραθανάσης και φωνάζει τον Παπά. Έρχεται ο Παπάς,
κοιτάζει τον άρρωστο, και τοιμάζει τη Μετάληψη.
— Απάνω στη Βλόγηση, Παπά μου, κάνει ο γέρος, του δίνεις και
τη Μετάληψη. Καιρό να χάνουμε δεν έχουμε.
Γυρίζει ο Παπάς και τονε βλέπει το γέρο ξερός.
— Πάντρευέ τους, σου λέω, Παπά μου, και γλήγορα γλήγορα.
Βάζει λοιπόν το πετραχήλι του ο Παπάς, και τους στεφανώνει.
Από κείνη την ώρα άρχισε και καλλιτέρευε ο σακατεμένος ο
Παναγής.
Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, άλλο ένα κεφάλαιο, και
τελειώνουμε.
Έξη μήνες έκαμε ο Παναγής να πάρη απάνω του. Είτανε μια
καλοκαιρινή πρωινή, εικοσιμιά του Θεριστή, και μπόρεσε πρώτη
φορά να βγη ως το κατώφλι με τη Μαριώ, και να καθίση να δη τον
ήλιο που έβγαινε. Ο γέρος έλειπε αποβραδίς στο Παλιόκαστρο,
μαζί μάλλους πολλούς. Η γριά συγύριζε μέσα, και το νιόπαντρο
ζευγάρι έκαμνε κουβέντα με τους γειτόνους. Άξαφνα ακούγουνται
απανωτές κανονιές από τη θάλασσα. Είταν τα καράβια του Χοσρέφη,
και καλημέριζαν τα Ψαρά την αξέχαστη εκείνη αυγή.
Όλοι τους σηκωθήκανε στο ποδάρι, έξω από τον καημένο τον
Παναγή· πετιούνταν από παντού να δουν τι τρέχει. Δεν περνάει
πολλή ώρα και βλέπουν τούρκικες σημαίες απάνω στα βουναράκια,
κατά το Φτελιά. Αυτό τους άνοιξε τα μάτια τους δόλιους τους
Ψαριανούς.
Σαν κοπάδι ξεκίνησαν κατά τη θάλασσα να γλυτώσουν. Και μέσα στο
τρομασμένο εκείνο το κοπάδι έβλεπες και τη δύστυχη τη Μαριώ με
τον Παναγή της στον ώμο, κ' η μάννα κατόπι. Του κάκου κοιτάζουν
από παντού να δουν και το γέρο. Ο γέρος, εκεί που είταν, δεν
μπορούσε να βγη.
Πλάκωνε η Τουρκαρβανιτιά από τα καράβια του Χοσρέφη, πλάκωνε,
και σα θεριά τους κυνηγούσαν τους Ψαριανούς. Κανένας δεν
καλογροικούσε πούθε ξεφύτρωσαν τόσοι Γενίτσαροι. Ακόμα λίγη
ώρα, και ζύγωναν, και τους έπιαναν όλους τους κακόμοιρους τους
νησιώτες.
— Τράβα κατά το γιαλό, φωνάζει ο Παναγής. Ίσια στο γιαλό! Έτσι
μπορεί να τσακώσουμε καμιά βάρκα.
Κατεβήκανε στο γιαλό. Πατείς με πατώ σε όπου τύχαινε βάρκα.
Ανέβαιναν ως τα μεσούρανα οι φωνές.
— Μωρ' αυτή η δουλειά δε θα βγη πέρα έτσι, λέει της Μαριώς ο
Παναγής. Βάλε μένα κάτω, και τρέχα συ με τη μάννα, και μη
φοβάσαι. Πρώτη φορά δεν είναι που εγώ βρέθηκα μες στα νύχια
τους. Βάλε με κάτω, σου λέω· ακούς; μ' αφίνεις κάτω, ή σου
σφίγγω το λαιμό και σε πνίγω.
— Πνίξε με, να γλυτώσης· μουρμουρίζ' η Μαριώ.
— Τρέχα λοιπόν, ίσια στη θάλασσα. Βάρκα δεν έμεινε, έφυγαν
όλες και πάνε. Ίσια στο γιαλό, και μας πιάσανε. Σκλάβα θα σε
πάρουν, καημένη, κι αλλοίμονό σου! Στο γιαλό, στο γιαλό, κι ο
Θεός μαζί μας! Έτσι, γεια σου, στα βαθιά τα νερά. Στάσου μια
στιγμή. Το &Κωσταντινάτο& σου! Πού είναι το &Κωσταντινάτο& σου;
Στα χέρια μου, στα χέρια μου βάλτο. Όχι, φίλησέ το πρώτα. Δος
μου το τώρα και μένα να το φιλήσω. Η μάννα! Πού να είναι η
μάννα! Αχ, την πρόφταξαν την ταλαίπωρη! Βλέπε βλέπε πίσωθέ της
να βρη το γέρο, την έπιασαν τα σκυλιά! Δε θα της χαρίσουν τη
ζωή της κακόμοιρης! Έννοια σου, μαννούλα, κι ερχούμαστε, μη
λυπάσαι. Βούτηξε τώρα, Μαριώ μου, αγάπη μου! Βούτηξε και μας
σημαδεύουν. Έμπα και συ, χρυσό μου Κωσταντινάτο, και κρύψου στη
θάλασσα. Η ώρα σου δεν ήρθε ακόμα. Μα θάρθη θάρθη η ώρα σου...
Και πνίγηκε η φωνή του μέσα στα κύματα.
Δεν άργησε κι ο γέρος να τους ακολουθήση απ' άλλο, πιο μαύρο
δρόμο. Πέρασε με χίλιους συντρόφους του από φλόγα κι από καπνό,
και πετάχτηκε στ' αψηλά, να βρη τη λευτεριά που η γης του
αρνήθηκε.
Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, να με συμπαθήστε που σας κράτησα
τόσην ώρα. Δεν το είχα σκοπό να το κάμω τόσο μεγάλο το παραμύθι
μου. Μα μπορούσε να είναι και μεγαλήτερο. Μπορούσε να είναι και
παραμύθι που να δηγάται τετρακόσω χρόνων όνειρα, ελπίδες,
πίκρες και βάσανα. Μπορούσε νάχη ήρωά του όλη τη Ρωμιοσύνη, και
σκηνή την απέραντη τη χώρα που αντιλάληξαν τέτοιες λαχτάρες και
στεναγμοί.
Είναι γραμμένο αυτό το θλιβερό παραμύθι σε κάθε ρωμαίικη καρδιά
μ' αίμα και με φωτιά. Μα κανένας δεν μπόρεσε να μας το βάλη
ακόμα σε λόγια, και να φανερώση πόνους που κρύβουνται μέσα στα
σωθικά μας.
Και τώρ' ας προφητέψω και γω με τον Παναγή Καλογιάννη πως θα
μας έρθη Εκείνος που θα το καταστρώση το μεγάλο και το λαμπρό
αυτό παραμύθι, απαράλλαχτα καθώς μας ήρθε κι' ο Κωσταντίνος. Θα
κατέβη αυτό τουράνιο το πουλί και θα μας κελαϊδήση, όταν έχει ο
τόπος αγέρι, ήλιο και πρασινάδα.
Μα τα μεγάλα αυτά τα καλά, θάρθουνε μοναχά τους; Θα τα φέρη το
Βασιλόπουλό μας; κανένας άλλος απόγονός του; Το Έθνος; Οι
Φράγκοι; Τίποτις απ' αυτά. Θα τα φέρη η &Αρετή&, η παλικαριά, η
αθάνατη η Θεά που κατέβηκε χίλιες φορές και μας τη γλύτωσε την
πολυπαθιασμένη τη Ρωμιοσύνη.
Ε'
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Βαριά σα να κοιμηθήκαμε στο Παλάτι, ύστερ' από κείνη την
κουβέντα με το Βασιλιά και με το Βασιλόπουλο. Ο ήλιος χρυσώνει
τον Υμηττό. Καλά που δε μείναμε κι αργότερα. Θα γέμιζε το
Παλάτι oυρές, και ξεκολλημό δε θα είχαμε. Μακριά από ουρές,
φίλε μου. Στα κεφάλια να τρέχουμε. Από το κεφάλι καταλαβαίνεις
και την ουρά. Και κει που το λέμε, ορίστ' ένα κεφάλι· μεγάλο ή
μικρό δεν πειράζει. Πηγαίνει να διδάξη τη νεκραναστημένη τη
γραμματική του. Του αξίζει μια καλημέρα. Πάμε κατόπι του. Τι;
Το βαρέθηκες το γλωσσικό το ζήτημα; Σου το τάζω πως δε θαρχίσω
λογομαχίες μαζί του. Δυο λόγια μονάχα. Δεν ταιριάζει να μην του
πούμε δυο λόγια. Αν το πάρη απάνω του, που τονε βάζουμε ύστερ'
από το Βασιλιά και το Βασιλόπουλο, δε θάχη άδικο και σ' αυτό.
Κοίταξε τα όλ' αυτά τα παλικάρια που κοπαδιαστά τρέχουνε και
μαζεύουνται μέσα στο μεγαλονόματο το Σκολειό του. Όλα μαζί του
είναι. Όλα στη σημαία του γύρω ν' αποθάνουν είν' έτοιμοι. Κ' οι
γονιοί τους, και το συγγενολόγι τους μαζί του θα είταν, αν είχε
τρόπο να τους βάλη και κείνους τα δυο πόδια στ' αττικό του
παπούτσι.
«Χαίρε, ω πάντων Ελλήνων γραμματικώτατε, και επίτρεψόν μοι ίνα
εις το καθημαξευμένον σοι λαλήσω ιδίωμα. Της πονηράς γαρ
τυγχάνω σχολής ων».
Ήρθαμε μια στιγμή κοντά σου, όχι να σ' ακούσουμε, γιατί
βιάζεται ο φίλος μας απ' εδώ, μόνο να σου πούμε δυο λόγια, εδώ
στην πόρτα. Ας περιμένουνε λιγάκι οι φοιτητάδες. Δυο τρεις
δοτικές απάνω, δυο τρεις κάτω, τι πειράζει! Χιλιάδες τις
έχουνε. Εμείς όμως οι δυο καθημέρα δε σέχουμε. Κ' είναι ανάγκη,
θαρρώ, να σε δούμε και να τα πούμε, όχι και τόσο για χάρη της
αγαπημένης σου της γραμματικής, όσο για χάρη της αγαπημένης μας
της πατρίδας.
Και πρώτο, σε θερμοπαρακαλούμε να πης των παλικαριώ σου να μην
τρέχουν κ' έρχουνται δα σαν τρελλοί στην αττική σου παράδοση
πρι να κάμουνε κ' ένα καλό αρχαίο αττικό λουτρό. Μήτε να
βγαίνουν από τα σπίτια τους δίχως μανδύα· μόνο να τα
μισοσκεπάζουν τα φράγκικά τους. Ας μην πολυτρώνε και κουλούρια
και τρίγωνα, μόνο και κυάμους και σύκα. Έπειτα όταν έρχουνται
και χύνουνται σα μελίσσια και μαζεύουν από τανθηρό σου το στόμα
το μέλι της «Αττικής φωνής», ας ξεκινούν ίσια κατά την «Αγορά»
κι από κει στην «Ακαδημία». Και σα ρωτούν και μαθαίνουν αν
«λέγεται τι καινόν» κι ακούσουν και τις μαριολιές κανενός
«Σοφιστή», ας βγαίνουνε στο μεϊντάνι, ας ξεγυμνώνουνται, ας
λαδώνουνται κι ας δοκιμάζουν τη δύναμή τους. Και σα γυρίζουν
πάλι στα σπίτια τους και κρεμάζουν τα καπέλλα τους στο καρφί,
ας στεφανώνουνται σα γαμπροί, κι ας &πλαγιάζουνε& στα συμπόσιά
τους, μ' αυλητρίδες και με χορεύτρες αντίκρυ τους. Πες τους να
μη λησμονούνε να στέλνουνε και κανένα πινάκι φαεί της «Θεού».
Κ' ύστερ' απ' όλ' αυτά, μπορείς, θαρρώ, να τους προσθέσης πως
κι αυτά να κάμουν, και χίλια τέτοια, πάλι δε θ' αρμενίζουνε
πλάγι πλάγι με την Αττική τη «φωνή», πως με τέτοια καύκαλα μήτε
μπρος μήτε πίσω δεν πάμε. Πως εκείνοι που πολεμούσανε για τα
μας, και γλύτωναν τον τόπο από τη μια τη σκλαβιά, δεν τη
λογάριαζαν οι δύστυχοι αυτή την άλλη τη σκλαβιά του
δασκαλισμού. Πες τους πως ο δρόμος που ανοίξανε με το σπαθί
τους έβλεπε κατά τα μπρος, και όχι καταπίσω. Στην αληθινή την
πρόοδο, όχι στη ψεύτικη τη μίμηση. Πες τους, πως για να σιάξη
αυτός ο δρόμος που είνε τώρα πέτρες κι αγκάθια σπαρμένος,
χρειάζεται δουλειά και ζωή, όχι ψευτοπερηφάνειες κι ανώμαλα
ρήματα. Πες τα όλα, καθηγητή μου, με το καλό, καθώς σου τα
λέγω. Πες τους πως οι παλικαράδες που τραγουδούσαν ως προχτές
πως γέρασαν κλέφτες σαράντα χρόνων, αυτοί μέσα στο δικαστήριο
της Ιστορίας μια πιθαμή χαμηλότερα δε θα σταθούν από τους
ηρώους του Ομήρου. Πως κι ο Όμηρος έτσι κλέφτικα τα
τραγουδούσε· πως και τη ρωμαίικη τη γλώσσα θα βρεθούνε μια μέρα
Δάσκαλοι να τη σπουδάζουνε, γιατί θα μιλούμε τότες άλλη λογής
«Ελληνική» γλώσσα· ναι, Ελληνική πάντα, μα άλλη λογής. Εξόν αν
πλακώσουνε και μας φαν οι γειτόνοι μας. Πες τους πως &ταληθινό&
το γλωσσικό το ζήτημα είναι όχι ρωμαίικα ή αττικά, μόνο
ρωμαίικα ή βουλγάρικα, τούρκικα, ή αρβανίτικα· και πως μια και
μοναχή γιατρειά έχει αυτό το γλωσσικό το ζήτημα: Τη γιατρειά
της αρετής, της παλικαριάς, της λησμονησιάς του «Εγώ».
Ας τον αφήσουμε να τραβήξη μέσα τώρα. Μα θα τους τα πη άραγες;
ΣΤ'
ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΦΕ
Αν μπαίναμε μαζί του, θα πεθαίναμε από πείνα διπλή. Κ' ίσως η
ψυχική θα είταν η μεγαλήτερη. Ας τα πούμε πάλι πίνοντας τον
καφέ μας απ' έξω απ' αυτό τ' Αττικό ζαχαράδικο.