το κάρον δεν ημπορώ να την φέρω μέσα, και σε παρακαλώ πολύ, πήγαινέ
της έν ποτήρι νερόν. Αλλά φώναζε της δυνατά, διότι είναι θεόκωφη!
— Μετά χαράς, είπεν ο ξενοδόχος, και υπήγε με το ποτήρι εις την
γραίαν, η οποία ήτο στυλωμένη εις το κάρον.
— Ο εγγονός σου μου είπε να σου φέρω νερόν, εφώναξεν ο ξενοδόχος. Η
αποθαμένη γραία ούτε απεκρίθη, ούτε εκινήθη.
— Δεν ακούεις; εφώναξεν ο ξενοδόχος με όλην του την δύναμιν. Ο εγγονός
σου σού στέλλει το ποτήρι τούτο!
Εφώναξε και πάλιν, αλλά απόκρισιν δεν έλαβε, και επί τέλους τον επήρεν
ο θυμός, και πετά το ποτήρι εις την κεφαλήν της γραίας, η οποία έπεσεν
αμέσως ανάσκελα, μουσκεμένην από το νερόν.
— Μωρέ! εφώναξεν ο μικρός Κλώσος από την θύραν του ξενοδοχείου. Μου
εσκότωσες την νόναν μου. Και αρπάζει τον ξενοδόχον απο τον λαιμόν.
— Ιδέ, της ετρύπησες το μέτωπον.
— Ω τι δυστυχία! έλεγεν ο ξενοδόχος, και εκτυπούσε τα χέρια του. Μ'
επήρεν ο θυμός! Αγαπητέ μου Κλώσε, δι' όνομα θεού! μη με καταδώσης,
και σου δίδω έν κοιλόν χρήματα, και σου θάπτω την νόναν σου με όλην
την παράταξιν, ωσάν νη ήμην εγώ εγγονός της.
Ο μικρός Κλώσος λοιπόν εκέρδισε και άλλο κοιλόν χρήματα, ο δε
ξενοδόχος του έθαψε την νόναν του καθώς υπεσχέθη.
Όταν επέστρεψεν εις το χωρίον, έστειλε πάλιν το παιδί να δανεισθή το
κοιλόν του μεγάλου Κλώσου.
— Τι σημαίνει τούτο; είπεν ο μεγάλος Κλώσος. Μήπως δεν τον εσκότωσα;
Ας υπάγω μόνος μου να ίδω τι τρέχει.
Και υπήγεν ο ίδιος με το κοιλόν του.
— Πού τα ηύρες πάλιν αυτά τα χρήματα, ηρώτησε.
— Δεν εσκότωσες εμένα, αλλά την νόναν μου, του απεκρίθη ο μικρός
Κλώσος. Και την επώλησα και μου έδωκαν αυτά τα χρήματα.
— Καλά σου την επλήρωσαν, είπεν ο μεγάλος Κλώσος, και υπήγεν οπίσω,
επήρε τον πέλεκύν του και εσκότωσεν αμέσως την νόναν του, την έβαλεν
εις μίαν άμαξαν και υπήγεν εις την πόλιν, και ηύρεν ένα φαρμακοπώλην,
και τον ηρώτησεν αν θέλη ν' αγοράση μίαν γραίαν αποθαμένην.
— Πού την ηύρες; ηρώτησεν ο φαρμακοπώλης.
— Είναι η νόνα μου. Την εσκότωσα διά να την πωλήσω.
— Κύριε ελέησον! εφώναξεν ο φαρμακοπώλης, Τρελός είσαι; Μη τα λέγεις
αυτά, διά να μη σε σκοτώσουν και εσένα! Και ήρχισε να του λέγη ότι ήτο
κακός άνθρωπος, και ότι έπρεπε να τιμωρηθή. Ο δε μεγάλος Κλώσος τόσον
ετρόμαξεν, ώστε έτρεξεν έξω από το φαρμακοπωλείον, επήδησεν εις την
άμαξαν εμάστιξε τα άλογα και έφυγε. Ο δε φαρμακοπώλης τον επήρε διά
τρελόν τω όντι, και τον άφησε να φύγη.
— Θα μου το πληρώσης, έλεγεν ο μεγάλος Κλώσος, όταν επλησίαζεν εις το
χωρίον, θα μου το πληρώσης, μικρέ Κλώσε!
Και άμα έφθασεν, επήρε τον μεγαλείτερον σάκκον όπου ηύρε, και υπήγεν
εις του μικρού Κλώσου και του λέγει:
— Με εγέλασες πάλιν. Την πρώτην φοράν με έκαμες και εσκότωσα τα άλογά
μου, τώρα την νόναν μου! Αλλά δεν με γελάς άλλην φοράν.
Και ήρπασεν τον μικρόν Κλώσον από την μέσην, τον έχωσεν εις τον
σάκκον, έβαλε τον σάκκον εις την ράχιν του και του είπε. — Τώρα
πηγαίνω να σε πνίξω.
Έως να φθάση εις τον ποταμόν είχε πολύν δρόμον να κάμη, και ο μικρός
Κλώσος ήτο βαρύς. Εκεί όπου επήγαινεν, επέρασεν από μίαν εκκλησίαν,
εις την οποίαν έψαλλαν. Ο μεγάλος Κλώσος άφησε τον σάκκον εις την
θύραν της εκκλησίας, και υπήγε μέσα. Ο δε μικρός Κλώσος ανεστέναζε και
εγύριζεν απ’ εδώ και απ’ εκεί, αλλά δεν ημπορούσε να λύση τον σάκκον.
Εκεί ήρχετο ένας γέρων βοσκός ασπρομάλλης με ραβδί εις το χέρι, και
είχεν εμπρός του ένα σωρόν πρόβατα, τα οποία έσπρωξαν τον σάκκον, και
εκύλισαν τον μικρόν Κλώσον κατά γης.
— Αχ! ανεστέναξεν εκείνος μέσα εις τον σάκκον. Τόσον νέος και πηγαίνω
εις τον ουρανόν!
— Κ' εγώ ο πτωχός, είπεν ο βοσκός, εγήρασα και δεν ημπόρεσα ακόμη να
υπάγω εις τον ουρανόν.
— Αν θέλης να τον ιδής, είπεν ο μικρός Κλώσος, άνοιξε τον σάκκον να
έβγω εγώ να έμβης συ, και να υπάγης εις τον ουρανόν.
— Ευχαρίστως! είπεν ο βοσκός, και εμβήκεν εις τον σάκκον· ο δε μικρός
Κλώσος τον έδεσεν, επήρε το ραβδί του και υπήγεν εμπρός με τα πρόβατα.
Μετ' ολίγον ο μεγάλος Κλώνος εβγήκεν από την εκκλησίαν, επήρε τον
σάκκον εις τον ποταμόν, εκεί όπου ήτο πλατύς και βαθύς, και έρριψε
μέσα τον σάκκον, εις τον οποίον εκείνος ενόμιζεν ότι έχει δεμένον τον
μικρόν Κλώσον.
— Καλά είσαι εκεί κάτω! εφώναξε. Τώρα πλέον δεν ημπορείς να με
γελάσης.
Αλλά εκεί όπου επέστρεφεν, εις έν μέρος όπου οι δρόμοι εσταύρωναν,
απαντά τον μικρόν Κλώσον με τα πρόβατα.
— Τι είναι τούτο! φωνάζει ο μεγάλος Κλώσος. Δεν σε έπνιξα προ ολίγου;
— Ναι, απεκρίθη ο άλλος, με έρριψες εις τον ποταμόν.
— Και πού ηύρες αυτά τα ζώα;
— Αυτά είναι ζώα του νερού, απεκρίθη ο μικρός Κλώσος. Να σου είπω πώς
τα ηύρα. Αλλά πρώτα πρέπει να σ' ευχαριστήσω ότι μ' έπνιξες, διότι
τώρα δα μ' έκαμες αληθινά πλούσιον. Πώς ετρόμαξα όταν έπιπτα, και
εσφύριξεν ο αέρας εις τ' αυτιά μου! Αλλά άμα έπεσα εις το νερόν, ο
σάκκος ήνοιξε, και μία ωραία κόρη με κάτασπρα φορέματα και με πράσινα
φύλλα επάνω εις τα βρεγμένα της μαλλιά, με επήρεν από το χέρι και μου
λέγει: «Καλώς ήλθες, μικρέ Κλώσε. Χάρισμά σου αυτά τα ολίγα πρόβατα.
Παρέκει θα εύρης έν μεγάλον ποίμνιον. Σου το χαρίζω και εκείνο.» Τότε
παρετήρησα ότι ο ποταμός ήτο δρόμος της θαλάσσης, και ότι επήγαιναν
και ήρχοντο κάτω εκεί άνθρωποι από την ξηράν εις την θάλασσαν. Και εις
τον πάτον είχεν ωραία άνθη και φύλλα καταπράσινα, τα δε ψάρια
επετούσαν εμπρός μου, καθώς εις τον αέρα τα πτηνά.
— Και πώς ήλθες επάνω έπειτα; ηρώτησεν ο μεγάλος Κλώσος. Εάν ήξευρα
ότι είναι τόσον ωραία μέσα εις τον ποταμόν, δεν θα σε έρριπτα.
Ιδού τι έκαμα, εξηκολούθησεν ο μικρός Κλώσος. Σου είπα ότι η ωραία
κόρη μου έλεγε: «Παρέκει θα εύρης μεγάλον ποίμνιον.» Παρέκει, δηλαδή
μέσα εις τον ποταμόν, διότι η κόρη δεν ημπορεί να έβγη εις την γην.
Αλλ' εγώ, ο οποίος γνωρίζω πώς τρέχει ο ποταμός, πότε αριστερά και
πότε δεξιά, αντί να πηγαίνω από μέσα, εβγήκα διά να κόψω δρόμον μέσα
από τα χωράφια. Και τώρα θα έμβω πάλιν εις τον ποταμόν να εύρω το
ποίμνιον, το οποίον μου εχάρισεν η κόρη.
— Τύχην όπου την έχεις, είπεν ο μεγάλος Κλώσος. Και νομίζεις ότι αν
πέσω κ' εγώ εις τον ποταμόν θα εύρω ζώα του νερού;
— Πιστεύω ότι θα εύρης και συ όσα κ' εγώ, Απεκρίθη ο μικρός Κλώσος.
Αλλά δεν ημπορώ να σε σηκώσω απ’ εδώ έως εκεί, διότι είσαι πολύ βαρύς.
Αν αγαπάς, πήγαινε εις την γέφυραν, χώσου εις τον σάκκον και έρχομαι
να σε κρημνίσω εις τον ποταμόν με μεγάλην ευχαρίστησιν.
— Αν όμως δεν εύρω ζώα του νερού, θα σε δείρω, είπεν ο μεγάλος Κλώσος.
— Καλά, καλά· μη θυμώνης!
Υπήγαν λοιπόν και οι δυο εις την γέφυραν. Τα δε πρόβατα, τα οποία ήσαν
διψασμένα, άμα είδαν τον ποταμόν έτρεξαν να ποτισθούν.
Βλέπεις πώς τρέχουν; είπεν ο μικρός Κλώσος. Θέλουν να χωθούν εις τον
ποταμόν πάλιν.
— Στάσου να υπάγω πρώτα εγώ, διά να μη σε δείρω, είπεν ο μεγάλος
Κλώσος. Και εχώθη μέσα εις τον σάκκον, τον οποίον ο μικρός Κλώσος είχε
βάλει εις την ράχιν ενός μεγάλου προβάτου.
— Βάλε μέσα μίαν πέτραν διά να μη τύχη και δεν βουλήσω έως εις το
βάθος του ποταμού, είπεν ο μεγαλος Κλώσος.
— Γίνεται και τούτο, είπεν ο μικρός Κλώσος, και έβαλε μίαν μεγάλην
πέτραν εις τον σάκκον, έπειτα τον έδεσε καλά, τον έρριψεν εις τον
ποταμόν, και πλουφ! εβούλησεν ο μεγάλος Κλώσος.
— Φοβούμαι ότι δεν θα εύρη τα ζώα, είπεν ο μικρός Κλώσος και
επέστρεψεν εις το χωρίον του.