— Να και μία ιδική μας δραχμή. Ας ταξειδεύση και αυτή μαζή μου, η

πτωχή! Και καθώς την έρριψε πάλιν εις το πουγγί, η δραχμή ετινάχθη και

εβρόντησεν από την χαράν της. Και έμενεν εκεί με τους ξένους

συντρόφους της, οι οποίοι επήγαιναν και ήρχοντο και ήλλαζαν κάθε

ημέραν. Αλλά η δραχμή έμενε πάντοτε κρυμμένη εκεί μέσα.

Δι' αρκετόν καιρόν εταξείδευεν η δραχμή, χωρίς όμως να καλογνωρίζη πού

ευρίσκετο, αν και της έλεγαν τα άλλα νομίσματα πότε ότι ήσαν Γαλλικά

και άλλοτε Ιταλικά. Κάποτε της έλεγαν ότι ευρίσκονται εις την δείνα

πόλιν, άλλοτε ότι έφθασαν εις την τάδε επικράτειαν. Αλλά η δραχμή δεν

εκαταλάμβανε καθαρά τι τρέχει, διότι δεν έβλεπε και τίποτε.

Μιαν ημέραν το πουγγί έτυχε ν' ανοίξη, και η δραχμή εγλίστρησεν αμέσως

προς το άνοιγμα και έσκυψε να ιδή έξω. Τούτο ήτο κακοήθειά της. Αλλά

είχε περιέργειαν και την έπαθε, καθώς συχνά την παθαίνουν οι

περίεργοι. Σκύπτουσα έπεσεν από το πουγγί εις την τζέπην. Την νύκτα ο

κύριός της έβαλε τα φορέματά του έξω από το δωμάτιόν του διά να τα

καθαρίση ο υπηρέτης, η δε δραχμή έπεσεν εντροπιασμένη εις το πάτωμα,

χωρίς κανείς να την ακούση ή να την ιδή.

Την αυγήν ο ταξειδώτης έβαλε τα φορέματά του και ανεχώρησε δι' άλλα

μέρη, η δε δραχμή έμεινεν εις το πάτωμα. Επί τέλους την ηύρεν ένας

άνθρωπος, ο οποίος την έστειλε, μαζή με άλλα τρία νομίσματα, να πάρη

τον αέρα της.

— Τι ευχάριστον πράγμα, έλεγεν η δραχμή, να βλέπη κανείς τον κόσμον,

και να παρατηρή νέα πράγματα και νέα πρόσωπα.

Αλλά από τότε ήρχισαν τα παθήματά της. Ιδού πώς εδιηγείτο η ιδία την

ιστορίαν της:

— «Δεν είναι καλόν το νόμισμα τούτο, δεν το θέλω» Αι λέξεις αυταί με

έσφαζαν, έλεγεν η δραχμή.

Ήξευρα ότι ήμουν δραχμή γνησία και ότι έκαμνα καλόν ήχον όταν μ'

εβροντούσαν· βεβαίως όσοι δεν με ήθελαν δεν ήξευραν τι τους γίνεται, ή

θα ωμιλούσαν δι' άλλο νόμισμα. Και όμως δι' εμένα ήτο όπου έλεγαν:».

Δεν την θέλω, δεν είναι καλή.»

Κάποιος μ' επήρε κατά λάθος και είπε: «Θα την περάσω εις τα σκοτεινά»

Κ αι με επέρασε την νύκτα εις άλλον, ο οποίος την ημέραν με ύβριζε:

«Δεν είναι καλή, έλεγε, Να την ξεφορτωθώ μίαν ώραν αρχύτερα.»

Ήτο γενική κατακραυγή εναντίον μου, και έτρεμα εις τα δάκτυλα τα οποία

με εκρατούσαν, οπότε επρόκειτο να περάσω διά νόμισμα του τόπου όπου

ευρισκόμην, η πτωχή! Τι δυστυχία, έλεγα· τι μου χρησιμεύει η αξία μου,

ο τίτλος μου, αφού δεν έχουν πέρασιν; Εις τα μάτια του κόσμου δεν έχει

κανείς ειμή όσην αξίαν ο κόσμος του δίδει. Αν εγώ η αθώα αισθάνομαι

και υποφέρω τόσα μαρτύρια μόνον και μόνον διότι δεν με θέλουν διά

καλήν, τι θα υποφέρη όποιος έχει την συνείδησιν βαρείαν και είναι τω

όντι κακός!

Όταν με έβγαζαν έξω, μου έφερε φρίκην η ιδέα ότι θα με κυτάζουν, διότι

ήξευρα ότι έμελλαν να με απορρίψουν ωσάν να ήμην κακούργος ή απατεών.

Μιαν φοράν με έδωκαν εις μίαν πτωχήν γραίαν διά ημεροκάματον. Αλλά δεν

ημπορούσεν έπειτα να με ξεφορτωθή, διότι κανείς δεν με ήθελε, και η

γραία με εσιχαίνετο.» Κάποιον πρέπει να γελάσω, έλεγε. Θα την δώσω εις

τον ψωμάν· αυτός έχει χρήματα και δεν θα του είναι μεγάλη η ζημία. Έλα

όμως οπού δεν είναι σωστόν, ούτε δίκαιον!»

Κ' εγώ ανεστέναζα. Θα βαρύνω, έλεγα, την συνείδησιν αυτής της

γυναικός. Μήπως εχάλασα πραγματικώς τώρα εις τα γηράματά μου;

Η γραία με υπήγεν εις τον ψωμάν αλλά ο ψωμάς δεν ήτο απ' εκείνους οι

οποίοι απατώνται εύκολα. Με επέταξε και δεν έδωκε ψωμί εις την γραίαν·

και εγώ εχολόσκανα, διότι εγινόμην αίτια να δυστυχούν άλλοι, ενώ εις

την νεότητά μου ήμην τόσον υπερήφανη διά την αξίαν μου.

Η γραία με επήρε πάλιν, με εκύταξε με καλωσύνην, και είπε. Όχι, δεν θα

γελάσω κανένα εξ' αιτίας σου. θα σε τρυπήσω διά να φαίνεσαι ότι είσαι

ψεύτικη. Και όμως, ποίος ηξεύρει; ίσως είναι τυχηρόν νόμισμα, θα το

τρυπήσω και θα του περάσω έν σχοινάκι, και θα το κρεμάσω εις τον

λαιμόν του γειτονοπούλου μου, διά να του φέρη τύχην!

Και με ετρύπησε πραγματικώς. Πώς πονεί το τρύπημα! Αλλά όταν είναι διά

καλόν σκοπόν, υποφέρει κανείς πολλά πράγματα.

Μου επέρασεν έν σχοινάκι εις την τρύπαν μου, και με εκρέμασεν εις τον

λαιμόν τον μικρόν υιού της γειτόνισσας, ωσάν να ήμην στολίδι και όχι

νόμισμα. Το παιδάκι εχαμογέλασε και με εφίλησε, και την νύκτα

εκοιμήθηκα επάνω εις τον ζεστόν λαιμόν του.

Την αυγήν η μάνα του παιδιού με επήρεν εις τα δάκτυλά της και με

εξέταζεν. Αμέσως εκατάλαβα ότι είχε κακούς σκοπούς. Τω όντι, επήρε το

ψαλίδι, έκοψε το σχοινάκι και με επήρε να με περάση εις άλλα χέρια.

Διά ένα χρόνον και μίαν ημέραν εγύριζα η έρημη από χέρι εις χέρι, και

από εργαστήρι εις εργαστήρι, παντού υβρισμένη, παντού εντροπιασμένη.

Κανείς δεν με ήθελε. Κατήντησα να πιστεύω και εγώ η ιδία ότι δεν αξίζω

τίποτε.

Επί τέλους μίαν ημέραν ήλθεν ένας ταξειδιώτης, ένας ξένος, ο οποίος

είχε την ευγένειαν να με δεχθή ωσάν να ήμην αληθινόν του τόπου

νόμισμα. Όταν όμως ηθέλησε και αυτός να με περάση εις άλλον, του

είπαν: "Δεν το θέλομεν είναι ψεύτικον.»

— Μου το έδωκαν διά καλόν, είπεν ο ξένος. Και εκεί όπου με έβλεπε με

προσοχήν, ήρχισε να χαμογελά, και είδα εις το πρόσωπόν του μίαν

έκφρασιν, την οποίαν εις άλλο πρόσωπον δεν είχα ιδεί ποτέ μου.

— Καλέ, τι είναι τούτο; είπε· είναι δραχμή του τόπου μου αυτή, καλή

και γνησία!. Και την ετρύπησαν την πτωχήν και την καταφρονούν! Τι

σύμπτωσις! θα την κρατήσω, να επιστρέψωμεν μαζή εις την πατρίδα.

Εσκίρτησα από την χαράν μου, όταν με είπε καλήν και γνησίαν, και

υπεσχέθη να με πάρη εις τον τόπον μου, όπου θα με γνωρίζουν και θα με

καλοδέχωνται.

Με ετύλιξεν εις παστρικόν χαρτί, διά να μη ανακατωθώ με τα άλλα

νομίσματα, και παραπέσω πάλιν εις τα ξένα. Και όταν ο ξένος ευρίσκετο

με άλλους συντοπίτας του έβγαζεν από το χαρτί, και εγύριζα από χέρι

εις χέρι, και ήκουα λόγια γλυκά και φιλικά.

Τέλος πάντων επέστρεψα εις την πατρίδα μου, και τα βάσανά μου

ετελείωσαν. Ήρχισα πάλιν να χαίρωμαι, διότι κανείς δεν με ύβριζε.

Μολονότι είχα την τρύπαν, όλοι με είχαν διά καλήν δραχμήν.

Όσον και αν καταφρονηθή κανείς, θα έλθη ημέρα δικαιοσύνης και

ανταποδόσεως!

Αυτά έλεγεν ή δραχμή.

Η ΣΑΚΚΟΡΡΑΦΑ.

Ήτο μίαν φοράν μία σακκορράφα, και εφαντάζετο ότι ήτο ωραία. Ήθελε να

περνά, διά βελόνη του κεντήματος.

— Προσέχετε, κρατείτε με σφικτά, έλεγεν εις τα δάκτυλα, τα οποία την

εκρατούσαν. Μη με αφήσατε να πέσω κατά γης, και έπειτα δεν θα

ημπορείτε να με εύρητε. Είμαι τόσον λεπτή!

Αυτά έλεγεν η σακκορράφα εις τα δάκτυλα, τα οποία την εκρατούσαν

περασμένην με ράμμα χονδρόν και χωρίς κόμπον εις την άκραν.

Και ετρυπούσαν τα δάκτυλα με την σακκορράφαν το παπούτσι της

μαγείρισσας, το οποίον είχε σκάσει και έπρεπε να ραφθή.

— Αυτή είναι πρόστυχη εργασία, έλεγεν η σακκορράφα. Δεν ημπορώ να

τρυπήσω αυτό το δέρμα. Θα σπάσω ! Θα σπάσω !

Και τω όντι έσπασε.

— Δεν το έλεγα; είπεν η σακκορράφα. Είμαι τόσον λεπτή.

Τα δε δάκτυλα είπαν:

— Χωρίς μύτην βελόνη δεν αξίζει. Είναι διά πέταμα.

Αλλ' αντί να την πετάξη, η μαγείρισσα έσταξε βουλοκέρι εις την άκραν

της σπασμένης σακκορράφας, και έπειτα εκάρφωσε με αυτήν το μανδήλι της

εις το στήθος της.

— Λοιπόν, έγεινα καρφίτσα τώρα, είπεν η σακκορράφα. Εγώ το ήξευρα ότι

κάτι θα γείνω μίαν ημέραν! Όταν κανείς το έχει μέσα του, θα υπάγη

εμπρός, όπως και αν γυρίσουν τα πράματα.

Και εγελούσε μέσα της· αλλά δεν ημπορεί κανείς να καταλάβη πότε γελά

μία σακκορράφα. Και από το στήθος της μαγείρισσας εκύταζεν αριστερά

και δεξιά, κορδωμένη και υπερήφανη.

— Του λόγου σου τι είσαι; ηρώτησε την γειτόνισσαν της, την μικράν

καρφίτσαν. Είσαι από μάλαγμα; Μου αρέσει η περίεργη κεφαλή σου. Κρίμα

μόνον ότι είσαι τόσο μικρά. Αλλά δεν είναι του καθενός να έχη κεφαλήν

από βουλοκέρι.

Διά να είπη όμως αυτά η σακκορράφα ετεντώθη τόσον, ώστε εξεκαρφώθη από

το μανδήλι και έπεσεν εις τον νεροχύτην, όπου η μαγείρισσα εξέπλυνε τα

πινάκια.

— Και τώρα! είπεν η πτωχή σακκορράφα. Τώρα; Καλόν κατευόδιον! Φθάνει

μόνον να μη χαθώ.

Και πραγματικώς εχάθη, και με τα ακάθαρτα νερά κατήντησεν από τον

νεροχύτην να ευρεθή εις το αυλάκι τον δρόμου.

— Είμαι παραπολύ καλή διά τον κόσμον, έλεγεν. Αλλ εγώ ηξεύρω τι αξίζω,

και ποια είμαι, και ας ευρίσκωμαι εις το αυλάκι.

Δεν έχασε τω όντι μήτε την αξιοπρέπειαν μήτε την ευθυμίαν της. Και

έβλεπε λογής λογής πράγματα να τρέχουν απ’ επάνω της εις το αυλάκι:

άχυρα και ξυλάκια και κομμάτια παλαιών εφημερίδων.

— Πώς τρέχουν, έλεγεν η σακκορράφα. Και ούτε τους περνά από τον νουν

ότι εγώ είμαι εδώ κάτω! Να, τώρα περνά έν ξυλάκι, και άλλο δεν

συλλογίζεται παρά τον εαυτόν τον, και δεν εντρέπεται! Ιδού και έν

άχυρον τώρα. Πώς στρεφογυρίζει! Αι! έχε τον νουν σου να μη σκαλώσης

εις καμμίαν πέτραν. Να και έν κουρελάκι από μίαν εφημερίδα. Αι

ανοησίαι όσαι ήσαν τυπωμέναι επάνω του ελησμονήθησαν προ καιρόν, και

όμως θαρρεί ότι κάτι είναι και αυτό! Εγώ δε κάθημαι εδώ ήσυχη και

ταπεινή. Αλλά ηξεύρω το τι είμαι και τι αξίζω!

Μίαν ημέραν έπεσε πλησίον της εν κομμάτι υαλίνου ποτηριού σπασμένον·

αλλά η σακκορράφα το είδε να λάμπη και ν' αστράπτη, ώστε το έλαβεν εις

υπόληψιν και έπιασεν ομιλίας μαζή του.

— Εγώ είμαι καρφίτσα, είπε. Του λόγου σου θα είσαι διαμάντι;

— Μάλιστα, δηλαδή από την ιδίαν οικογένειαν. Και ενόμιζαν και τα δύο

ότι έκαμαν γνωριμίαν με σημαντικόν υποκείμενον, και ήρχισαν να ομιλούν

διά τον άλλον κόσμον, και να λέγουν πόσον φαντασμένος και εξιππασμένος

είναι ο δείνας και ο τάδες.

— Έζησα εις το κουτί μιας κυρίας, η οποία ήτο μαγείρισσα, έλεγεν η

σακκορράφα. Η κυρία αυτή είχε πέντε δάκτυλα εις κάθε χέρι. Τα δάκτυλα

αυτά δεν τα είχε παρά μόνον διά να με βάζη και να μ' εβγάζη από το

κουτί μου. Ποτέ μου δεν είδα δάκτυλα πλέον φαντασμένα!

— Ήσαν από γένος; ηρώτησε το υαλί.

— Όχι βέβαια! απεκρίθη η σακκορράφα. Αλλά σου είχαν μίαν υπερηφάνειαν!

Ήσαν από πέντε εις κάθε χέρι, και τα πέντε ενωμένα, αλλά το καθέν

διαφορετικού αναστήματος, και το καθέν με την ανοησίαν του. Το πλέον

κοντόν και χονδρόν έστεκε ολίγον παράμερα από τα άλλα· είχε μόνον μίαν

κλείδωσιν και δεν ήξευρε να διπλωθή παρά μίαν μόνην φοράν, και όμως

έλεγεν ότι αν λείψη από ένα άνδρα, δεν αξίζει πλέον ο άνδρας εκείνος

διά τον πόλεμον. Όταν εκομπορρημονούσεν ωμιλούσεν Ελληνικά, και έλεγεν

ότι ονομάζεται Α ν τ ί χ ε ι ρ. Το κατοπινόν δάκτυλον εχώνετο εις τα

γλυκά και εις τα ξυνά, ωδηγούσε το κονδύλι όταν έγραφεν, έδειχνε κάθε

τι χωρίς να εντρέπεται, και εκαυχάτο ότι το λέγουν δείκτην. Αλλά τα

άλλα δάκτυλα τον ονόμαζαν μεταξύ των λιχανόν, το οποίον σημαίνει ότι

γλύφει ό,τι εύρει, και το εκαταφρονούσαν επειδή το εζήλευαν. Το τρίτον

στο μακρύ μακρύ και υπερηφανεύετο διά το ανάστημά του. Το τέταρτον

εστολίζετο με μίαν χρυσήν ζώνην, το δε τελευταίον ήτο μικρότερον από

τα άλλα και δεν ήξευρε να κάμη τίποτε. Και τα πέντε δε άλλο δεν

έκαμναν παρά να καυχώνται διά τα προτερήματά των τόσον, ώστε τα

εσιχάθηκα και τα πέντε, και έφυγα, και ευρίσκομαι εδώ όπου με βλέπεις.

Εκεί ήλθεν έξαφνα πολύ νερόν εις το αυλάκι και επλημμύρισε, και το

ρεύμα επήρε το υαλί.

— Πάγει και αυτό, είπεν η σακκορράφα. Αλλ' εγώ δεν σαλεύω απ' εδώ.

Είμαι πολύ λεπτή· αυτό δα είναι το προτέρημά μου και το καύχημά μου!

Και εκάθητο εκεί υπερήφανα, και εσυλλογίζετο τα μεγαλεία της.

— Αν μ' έλεγε κανείς ότι εγεννήθηκα από μίαν ακτίνα του ηλίου δεν θα

μ' εφαίνετο παράξενον. Είμαι τόσον λεπτή! Και μα την αλήθειαν, νομίζω

ότι αι ακτίνες του ηλίου με αναζητούν πάντοτε εδώ κάτω. Είμαι τόσον

λεπτή, ώστε μήτε η μητέρα μου δεν ημπορεί να με διακρίνη!

Μίαν ημέραν δύο παιδιά του δρόμου ήλθαν και εσκάλιζαν εις το αυλάκι,

όπου εύρισκαν πότε καρφία, πότε κανέν χάλκινον νόμισμα.

— Ωχ! εφώναξε το έν παιδί, διότι η σακκορράφα του εκέντησε το

δάκτυλον. Να μία σπασμένη βελόνη.

— Με συμπάθειον, είπεν η σακκορράφα. Είμαι καρφίτσα!

Αλλά δεν την ήκουσαν τα παιδιά. Της είχε πέσει το βουλοκέρι, το δε

χρώμα της είχε γείνει κατάμαυρον αλλά εξηκολούθει να υπερηφανεύηται

διά τα προτερήματά της.

— Να έν αυγόν σπασμένον, εφώναξε το άλλο παιδί. Ας την βάλωμεν μέσα!

— Οι τοίχοι κάτασπροι και εγώ μέσα μαύρη. Αυτό μου έρχεται, είπεν η

σακκορράφα. θα φαντάζω καλά μέσα εις το αυγόν!

Εκεί διά μιας το παιδί πατεί το αυγόν, και κρακ το σπάνει!

— Αλλοίμονον! εφώναξεν η σακκορράφα. Τι ήτο τούτο; Θα κακοπάθω!

Αλλά δεν έπαθε τίποτε. Έπεσε μόνον από το αυγόν και εστρώθη κατά γης,

και ίσως ακόμη ευρίσκεται εκεί όπου είχε πέσει.

ΟΙ ΔΥΩ ΚΛΩΣΟΙ.

Δύο χωρικοί συνονόματοι εκατοικούσαν ένα καιρόν εις το ίδιον χωρίον.

Το όνομα και των δύο ήτο Κ λ ώ σ ο ς. Αλλά ο ένας είχε τέσσαρα άλογα,

ο δε άλλος έν και μόνον.

Διά να τους διακρίνουν λοιπόν οι άλλοι χωρικοί, εκείνον ο οποίος είχε

τα τέσσαρα άλογα τον έλεγαν «ο μεγάλος Κλώσος», και εκείνον ο οποίος

είχε το έν «ο μικρός Κλώσος.»

Τώρα θα σας είπω τι συνέβη εις αυτούς τους δύο Κλώσους. Αλλά πρέπει να

σας αναφέρω ότι εις τον τόπον των οργώνουν την γην με άλογα και όχι με

βώδια.

Λοιπόν, τας έξ ημέρας της εβδομάδος ο μικρός Κλώσος ήτο συμφωνημένος

να οργώνη τα χωράφια του μεγάλου Κλώσου, και να του δανείζη και το

ιδικόν του άλογον. Την δε κυριακήν ο μεγάλος Κλώσος με τα τέσσαρα του

άλογα εβοηθούσε τον μικρόν εις το όργωμά του.

Αι! πώς εκέντρωνε τότε και τα πέντε ο μικρός Κλώσος· διότι την

Κυριακήν ήτο ωσάν να τα είχεν ιδικά του και τα πέντε. Ο ήλιος έκαιε,

εσήμαινεν η εκκλησία, οι χωρικοί φορεμένοι τα καλά των επήγαιναν να

λειτουργηθούν, και πηγαίνοντες έβλεπαν τον μικρόν Κλώσον να οργώνη με

τα πέντε άλογα. Εκείνος δε ήτο καταχαρούμενος, και ωδηγούσε τα άλογα

και εφώναζε: «Εμπρός και τα πέντε μου!»

— Τι φωνάζεις και τα πέντε μου; του έλεγεν ο μεγάλος Κλώσος. Το έν

μόνον είναι ιδικόν σου.

Αλλά μετ' ολίγον ο μικρός Κλώσος ελησμονούσεν ότι δεν έπρεπε να το

λέγη, και εφώναζε. «Εμπρός όλα μου τ' άλογα!»

— Να μη σ' ακούσω να το ειπής άλλοτε, εφώναξε θυμωμένος ο μεγάλος

Κλώσος, διότι θα με κάμης να κτυπήσω το άλογόν σου κατακέφαλα, να το

σκοτώσω, να μη το έχης μήτε αυτό!

Δεν το μεταλέγω, είπε ταπεινά ο μικρός Κλώσος.

Αλλά μετ' ολίγον, όταν επέστρεφαν από την εκκλησίαν οι χωρικοί και

τους εκαλημέριζαν, ο μικρός Κλώσος έλεγε με τον νουν του: Τι να λέγουν

οι χωρικοί όπου έχω πέντε άλογα και οργώνω.

Και ενθουσιάσθη και εφώναξε πάλιν: «Οι, και τα πέντε μου!»

— Να σου δείξω εγώ και τα πέντε σου, λέγει ο μεγάλος Κλώσος. Και

πέρνει ένα πέλεκυν, και κτυπά κατακέφαλα το άλογον του μικρού Κλώσου,

και το ρίπτει κατά γης σκοτωμένον.

Αλλοίμονον! είπεν ο μικρός Κλώσος. Τώρα δεν έχω άλογον! και ήρχισε να

κλαίη.

Έπειτα έγδαρε το άλογον, και αφού εστέγνωσε το δέρμα του εις τον

ήλιον, το έβαλεν εις ένα σάκκον, εκρέμασε τον σάκκον εις την ράχιν

του, και εκίνησε διά την πόλιν να πωλήση το δέρμα.

Η πόλις ήτο μακράν, ο δε δρόμος επερνούσε από έν σκοτεινόν δάσος, και

ο καιρός εχάλασεν ενώ επήγαινεν, ώστε έχασε τον δρόμον του ο μικρός

Κλώσος, και έως να τον εύρη πάλιν, ενύκτωσε, και δεν επρόφθαινε πλέον

ούτε εις την πόλιν να υπάγη, ούτε εις το χωρίον να επιστρέψη.

Εκεί, κοντά εις τον δρόμον του παρετήρησε και είδε την κατοικίαν ενός

γεωργού. Τα παράθυρα ήσαν κλειστά απ' έξω, αλλά επάνω από τα

παραθυρόφυλλα εφαίνετο φως.

— Ίσως με αφήσουν να ξενυκτήσω εδώ, είπεν ο μικρός Κλώσος, και υπήγε

και εκτύπησεν εις την θύραν του γεωργού.

Η νοικοκυρά ήλθε και του ήνοιξε, αλλά άμα ήκουσε τι ζητεί, του είπε να

πηγαίνη εις το καλόν, διότι ο άνδρας της ήτο έξω και δεν ήθελε να

δεχθή ξένον άνθρωπον, και του έκλεισε την θύραν.

Εκεί απ’ έξω ήτο μία στοίβα χόρτου, και μεταξύ της στοίβας και της

οικίας ήτο έν μικρόν κτίριον καλαμοσκεπασμένον.

— Θα κοιμηθώ εκεί εις την σκέπην, είπεν ο μικρός Κλώσος. Δεν πιστεύω

να καταίβη ο πελαργός να μου δαγκάση την νύκτα το πόδι^ διότι

παρετήρησεν ότι ένας πελαργός είχεν εκεί παρεπάνω την φωλεάν τον.

Ανέβη λοιπόν ο μικρός Κλώσος εις την σκέπην του κτιρίου, και εβολεύθη

όπως καλλίτερα ημπορούσε διά να κοιμηθή.

Αλλά απ’ εκεί επάνω ημπορούσε να βλέπη τι εγίνετο μέσα εις την οικίαν,

διότι τα παραθυρόφυλλα δεν εσκέπαζαν τα παράθυρα έως επάνω.

Είδε λοιπόν μίαν μεγάλην τράπεζαν στρωμένην, και επάνω εις την

τράπεζαν κρασί και κρέας ψητόν και έν μεγάλον ψάρι. Εκάθητο δε εις την

τράπεζαν η γυναίκα του γεωργού και ένας καλόγηρος· η νοικοκυρά έχυνε

κρασί εις το ποτήρι του καλογήρου, εκείνος δε άπλωνε το πηρούνι του

εις το ψάρι, και εφαίνετο ότι το νοστιμεύεται.

— Αχ, να είχα και εγώ κομμάτι, είπε μέσα του ο μικρός Κλώσος, και

έσκυψε διά να βλέπη καλλίτερα, και είδε παρέκει μίαν ωραίαν πήταν.

— Ψυχή μου! Τι ωραίον συμπόσιον!

Εκεί ήκουσε τον ποδόκτυπον ενός αλόγου. Ήτο ο γεωργός, ο οποίος

επέστρεφεν. Αυτός ήτο αξιόλογος άνθρωπος, αλλά είχε την αδυναμίαν να

μη ημπορή να ίδη καλόγηρον. Άμα έβλεπε καλόγηρον εγίνετο άλλος εξ

άλλου. Διά τούτο λοιπόν ο καλόγηρος υπήγε να ιδή την γυναίκα του ενώ

αυτός έλλειπεν· εκείνη δε του έστρωσε να φάγη ό,τι καλλίτερον είχεν.

Αλλά όταν ήκουσαν τον ποδόκτυπον του αλόγου, παρεζαλίσθησαν και οι

δύο, και η κυρά παρεκάλεσε τον καλόγηρον να κρυφθή μέσα εις έν μεγάλον

κιβώτιον, ο δε καλόγηρος εχώθη μέσα, διότι εγνώριζεν ότι ο γεωργός δεν

ημπορούσε να τον υποφέρη, και εφοβείτο. Το φαγητόν και το κρασί τα

έκρυψε βιαστικά μέσα εις τον φούρνον, διότι αν ο άνδρας της τα έβλεπε,

θα την ερωτούσε τι τρέχει.

Ο μικρός Κλώσος τα είδεν όλα αυτά, και ελυπήθη διά το κρύψιμον των

φαγητών και ανεστέναξε. Ο γεωργός ήκουσε τον αναστεναγμόν του και

εφώναξε:

— Ποίος είναι εκεί επάνω; Και είδε τον μικρόν Κλώσον.

— Τι θέλεις εκεί; Έλα κάτω!

Ο μικρός Κλώσος του είπε ποίος ήτο, και πώς έχασε τον δρόμον του, και

τον παρεκάλεσε να τον αφήση να ξενυκτήση εις την οικίαν του.

— Και βέβαια, του απεκρίθη ο γεωργός· αλλά πρώτα να φάγωμεν τίποτε.

Η γυναίκα τους εδέχθη πολύ καλά, και τους έστρωσε την τράπεζαν, και

τους έδωκε ψωμί και τυρί. Ο άνδρας της επεινούσε και έτρωγε με όρεξιν.

Αλλά του μικρού Κλώσου ο νους ήτο εις το ψητόν και το ψάρι και το

κρασί, τα οποία ήσαν κρυμμένα εις τον φούρνον. Εμπρός του, κάτω από

την τράπεζαν, έβαλε τον σάκκον με το δέρμα· επειδή δε το ψωμί και το

τυρί δεν του ήρεσαν, επατούσε από το κακόν του τον σάκκον, και το

δέρμα έτριζε μέσα.

— Τι έχεις μέσα εις τον σάκκον σου; ηρώτησεν ο γεωργός.

— Έχω μίαν μάγισσαν, απεκρίθη ο μικρός Κλώσος· και μου λέγει να μη

τρώγωμεν ψωμί και τυρί, και ότι αυτή μας γεμίζει τον φούρνον με ψητόν

και με ψάρι και με πήταν.

— Τι με λέγεις! εφώναξεν ο γεωργός, και τρέχει εις τον φούρνον, τον

ανοίγει, και βρίσκει όλα τα καλά φαγητά όσα είχε κρύψει η γυναίκα του.

Αλλ' αυτός επίστευεν ότι ήσαν μάγια. Εκείνη δεν ετόλμησε να είπη

λέξιν, αλλά έβαλεν εις την τράπεζαν επάνω τα φαγητά, οι δε δύο άνδρες

έτρωγαν με όρεξιν.

Αφού έφαγαν κάμποσον, ο μικρός Κλώσος επάτησε πάλιν τον σάκκον και το

δέρμα έτριξε.

— Τι σου λέγει τώρα; τον ηρώτησεν ο γεωργός.

— Λέγει ότι, αν θέλωμεν κρασί, θα το εύρης εις την γωνίαν οπίσω από

τον φούρνον.

Η πτωχή γυναίκα ηναγκάσθη να τους φέρη και το κρυμμένον κρασί της, ο

δε γεωργός έπιε καλά και ευθύμησε, και ήθελε να ίδη τι δαίμονα είχε

μέσα εις τον σάκκον του ο μικρός Κλώσος.

— Ημπορεί η μάγισσά σου να μας φέρη εδώ τον διάβολον; ηρώτησεν. Ήθελα

να τον έβλεπα τώρα όπου είμαι εις καλήν διάθεσιν.

— Βέβαια, απεκρίθη ο μικρός Κλώσος. Η μαγισσά μου κάμνει ό,τι και αν

επιθυμήσω. Δεν είναι αλήθεια;

Και επάτησε τον σάκκον διά να τρίξη το δέρμα.

— Μου λέγει ναι! Αλλά είναι άσχημος ο διάβολος και καλλίτερα να μη τον

ίδης.

— Ω! δεν φοβούμαι· ωσάν τι να ομοιάζη;

— Θα είναι απαράλλακτος καλόγηρος.

— Α! είπεν ο γεωργός· αυτό δεν μου έρχεται· δεν ημπορώ να ίδω

καλόγηρον· αλλά ας είναι! αφού ηξεύρω ότι είναι ο διάβολος, θα τον

ίδω, αλλά μόνον να μη με πλησιάση.

— Α! Να ερωτήσω την μάγισσαν, είπεν ο μικρός Κλώσος· και επάτησε τον

σάκκον, και έσκυψε τάχα ν' ακούση τι λέγει.

— Τι λέγει;

— Λέγει ότι, αν ανοίξης εκείνο το μεγάλον κιβώτιον, θα εύρης μέσα τον

διάβολον κουβαριασμένον· αλλά να κρατής καλά το σκέπασμα του κιβωτίου,

διά να μη ξεφύγη ο διάβολος.

— Έλα να με βοηθήσης, είπεν ο γεωργός. Και υπήγε προς το κιβώτιον,

όπου η γυναίκα του είχε κρυμμένον τον καλόγηρον, ο οποίος εκάθητο εκεί

μέσα σφιγμένος και κατατρομασμένος· ο γεωργός ήνοιξεν ολίγον το

σκέπασμα και είδε.

— Ω! εφώναξε, και επήδησεν οπίσω. Τον είδα! Τρομερόν πράγμα!

Κατόπιν εκάθισαν πάλιν εις την τράπεζαν και έπιαν κρασί.

— Να με πωλήσης την μάγισσαν, είπεν ο γεωργός. Σου δίδω όσα και αν

θέλης. Σου δίδω έν κοιλόν χρήματα τώρα αμέσως.

— Δεν ημπορώ, απεκρίθη ο μικρός Κλώσος, βλέπεις πόσον μου χρησιμεύει.

— Ω! δος μου την, σε παρακαλώ, έλεγεν ο άλλος, και επέμενε να την

αγοράση.

— Καλά, είπεν επί τέλους ο μικρός Κλώσος, αφού είχες την καλωσύνην να

με φιλοξενήσης, πάρε την δι' έν κοιλόν χρήματα, αλλά να μου γεμίσης το

κοιλόν τώρα αμέσως.

— Αμέσως, είπεν ο γεωργός, αλλά με την συμφωνίαν να πάρης μαζή σου

εκείνο το κιβώτιον. Δεν θέλω να το έχω εδώ. Ποίος ηξεύρει; ημπορεί να

είναι ακόμη μέσα ο διάβολος.

Ο μικρός Κλώσος έδωκεν εις τον γεωργόν τον σάκκον με το δέρμα, και

επήρε εν κοιλόν γεμάτον έως επάνω με χρήματα. Ο δε γεωργός του

εδάνεισεν έν αμαξάκι διά να μεταφέρη το κοιλόν και το κιβώτιον με τον

διάβολον.

Ο μικρός Κλώσος τον απεχαιρέτησε και έφυγεν.

Εις την άλλην άκραν του δάσους ήτο ένας βαθύς ποταμός. Το ρεύμα του

έτρεχε με τόσην βίαν, ώστε εζαλίζετο κανείς να το βλέπη. Μία ωραία

γέφυρα ήτο επί του ποταμού. Εις την μέσην της γέφυρας ο μικρός Κλώσος

εσταμάτησε και είπε δυνατά διά να τον ακούση ο καλόγηρος.

— Τι να το κάμω το κιβώτιον αυτό; Είναι βαρύ ωσάν να ήτο γεμάτον από

πέτρας. Θα κουρασθώ να το σύρω ακόμη. Θα το ρίψω εις τον ποταμόν. Αν

το ρεύμα μου το φέρη, καλά. Αν βουλήση, υπομονή!

Και με το έν του χέρι έσυρε το κιβώτιον, διά να το ρίψη τάχα εις τον

ποταμόν.

— Μη, μη! εφώναξεν ο καλόγηρος, άφες με να έβγω!

— Α! είπεν ο μικρός Κλώσος, και έκαμε τον φοβισμένον. Μέσα είναι ακόμη

ο διάβολος! Να τον ρίψω εις τον ποταμόν αμέσως, να τον πνίξω!

— Όχι, όχι! σου δίδω έν κοιλόν γεμάτον χρήματα, αν με αφήσης να έβγω.

— Τότε αλλάζει το πράγμα, είπεν ο μικρός Κλώσος, και ήνοιξε το

κιβώτιον.

Ο καλόγηρος επήδησεν έξω, έσπρωξε το κιβώτιον και το έρριψεν εις τον

ποταμόν, και υπήγε με τον μικρόν Κλώσον εις το κελλί του, και του

έδωκεν έν κοιλόν χρήματα.

Όταν ο μικρός Κλώσος επέστρεψεν εις το χωρίον του, εκένωσε τα δύο του

κοιλά, και έκαμεν ένα μεγάλον σωρόν από τα χρήματά του επάνω εις το

πάτωμα της καλύβης του.

— Καλά το επώλησα το άλογόν μου, είπεν. Ο μεγάλος Κλώσος θα σκάση από

το κακόν του, όταν μάθη τα κέρδη μου. Αλλά δεν θα του τα δείξω διά

μιας.

Έστειλε λοιπόν εις τον μεγάλον Κλώσον έν παιδί, και του εζήτησεν έν

κοιλόν δανεικόν διά να μετρήση κάτι.

— Τι το θέλει; εσυλλογίζετο ο μεγάλος Κλώσος. Και εσοφίσθη ν' αλείψη

με πίσσαν τον πάτον του κοιλού διά να κολλήση μέσα ολίγον από ό,τι

είχε να μετρήση ο μικρός Κλώσος. Και τω όντι, όταν έλαβεν οπίσω το

κοιλόν, ηύρε κολλημένα εις τον πάτον τρία αργυρά νομίσματα.

— Τι είναι τούτο! εξεφώνησε, και έτρεξεν αμέσως εις του μικρού Κλώσου.

— Πού τα ηύρες τόσα χρήματα;

— Επώλησα χθες το δέρμα του αλόγου μου.

— Καλά σου το επλήρωσαν, είπεν ο μεγάλος Κλώσος, και αμέσως τρέχει

οπίσω, αρπάζει τον πέλεκύν του και σκοτόνει και τα τέσσαρά του άλογα.

Έπειτα τα έγδαρε και υπήγε με τα δέρματά των εις την πόλιν, και

εφώναζεν εις τους δρόμους: Δέρματα! δέρματα! ποίος αγοράζει δέρματα!

Οι υποδηματοποιοί και οι βυρσοδέψαι έτρεχαν κατόπιν του και ερωτούσαν

πόσα θέλει.

— Έν κοιλόν χρήματα το καθέν, απεκρίνετο εκείνος.

— Τρελός είσαι; του έλεγαν. Μη θαρρείς ότι έχομεν τα χρήματα με το

κοιλόν;

Αλλ' εκείνος εφώναζε: «Δέρματα! δέρματα!» και απεκρίνετο τα ίδια εις

όσους τον ερωτούσαν, πόσον τα πωλεί.

— Μας περιπαίζει, ήρχισαν τότε να λέγουν οι αγορασταί· και ήρχισαν να

τον κηνυγούν και να τον κτυπούν, οι υποδηματοποιοί με τα λωρία των και

οι βυρσοδέψαι με τας ποδιάς των, και διά να τον περιπαίξουν του

εφώναζαν: «Δέρματα! Να σου καμωμένε ημείς το δέρμα σου καθώς σου

πρέπει ! Έξω από την πόλιν παλιάνθρωπε!»

Και έφευγεν ο μεγάλος Κλώσος κακήν κακώς, καταδαρμένος και πονεμένος.

— Θα μου το πλήρωση ο μικρός Κλώσος, έλεγεν ενώ επέστρεφε. Θα τον

σκοτώσω!

Εκείνην την ημέραν είχεν αποθάνει η νόνα του μικρού Κλώσου. Ήτο κακή

και ανάποδη γραία, αλλ' ο εγγονός της την ελυπήθη, την έβαλεν εις το

κρεβάτι του, και την εσκέπασε ζεστά ζεστά με την ελπίδα ίσως την

ζωντανεύση. Εκεί την άφησεν όλην την νύκτα, αυτός δε εκάθισε να

κοιμηθή εις μίαν καθέκλαν. Ενώ εκάθητο λοιπόν την νύκτα, βλέπει έξαφνα

τον μεγάλον Κλώσον και ανοίγει σιγά σιγά την θύραν, με τον πέλεκύν του

εις το χέρι· έπειτα προχωρεί προς το κρεβάτι, και κτυπά κατακέφαλα την

αποθαμένην γραίαν με τον πέλεκυν.

— Άλλην μίαν φοράν, λέγει, δεν με κάμνεις μασκαράν. Και έφυγε με την

ιδέαν ότι εσκότωσε τον μικρόν Κλώσον.

— Τι κακός άνθρωπος! είπεν ο μικρός Κλώσος. Ήθελε να με σκοτώση. Καλά

όπου ήτο αποθαμένη η νόνα μου. Αλλέως θα την είχε σκοτωμένην.

Και τότε του ήλθε να ενδύση την νόναν τον τα καλλίτερά της φορέματα.

Έπειτα εζήτησε δανεικόν το άλογον του γείτονός του, το έζευξεν εις έν

κάρον, εστήλωσε μέσα εις το κάρον την νόναν του καθιστήν, ανέβη και

αυτός επάνω, και επήρε τον δρόμον του δάσους.

Προς τα εξημερώματα έφθασεν εμπρός εις έν ξενοδοχείον. Ο ξενοδόχος ήτο

καλός άνθρωπος, αλλά θερμοαίματος και θυμώδης.

— Πολλά τα έτη σας, είπε προς τον μικρόν Κλώσον. Κάτι ενωρίς έβαλες

σήμερον τα Κυριακάτικά σου;

Παραμύθια Δανικά, εκ των του Ανδερσεν · 第 2 / 3 段