του ιστοριογραφούντος είναι να μελετήση τα παρ' όλων προ αυτού
γραφέντα· και όσα μεν εύρη ορθά, να παραλάβη· όσα δε εσφαλμένα, να
παραλείψη· τα δε να συμπληρώση ή να διορθώση· τούτο έπραξεν
ακριβώς ο Κ. Τρικούπης· ο δε επικριτής, εις απόδειξιν ότι
μετέφρασεν ο Κ. Τρικούπης πολλά του Γόρδωνος, φέρει παραδείγματα
αντιπαραθέτων αυτά· αλλά φέρει τα του Άγγλου εις την πρωτότυπον
αυτού γλώσσαν, ώστε ο μη ειδώς αγγλικά ουδεμίαν κρίσιν δύναται να
επιφέρη. Ημείς μετεγλωττίσαμεν και εκδίδομεν το πρώτον παράδειγμά
του, και λέγομεν ότι και αυτολεξεί αν μετέφραζε το τεμάχιον τούτο
ο Κ. Τρικούπης δεν θα έσφαλλεν, αν εθεώρει το διήγημα ακριβές.
Αλλ' ο αναγνώστης θα παρατηρήσει εκ της παραθέσεως ότι το του
έλληνος ιστορικού είναι πληρέστερον διήγημα. Ιδού το του Γόρδωνος·
«Ο πλοίαρχος τούρκος εσκοτίσθη εκ του φόβου του deprived by fear
of all presence of mind και έρριψεν άγκυραν εν τω όρμω της Ερισού,
όπου παρέλαβε στρατεύματα»· Ιδού και το του Κ. Τρικούπη· «Την
εσπέραν της ιδίας ημέρας το δίκροτον έπλευσεν εις τον λιμένα της
Ερισού παρακολουθούμενον υπό των ελληνικών πλοίων· ο πλοίαρχος του
δικρότου, φοβούμενος νυκτερινήν έφοδον κατά του πλοίου του,
παρέλαβε την ιδίαν εσπέραν από της ξηράς ικανούς στρατιώτας
τούρκους εις υπεράσπισίν του». Ήθελεν ο Κ. Κοτσιάς να παραλείψη ο
Κ. Τρικούπης το γεγονός, διότι προγενέστερος του ιστορικός το
εδιηγήθη, ή έπρεπε να το μεταποιήση, ίνα φανή πρωτότυπος εν πάσι;
Ελέγχει ο επικριτής τον Κ. Τρικούπην ως μη αναφέροντα τους περί
της επαναστάσεως συγγράψαντας, όθεν ηρύσατο την ύλην, και
αντιπαραθέτων τον τρόπον του γράφειν αυτού, ως προς την συλλογήν
της ύλης, προς τον του Θουκυδίδου, λέγει ότι ο μέγας ούτος
ιστορικός ομολογεί τας πηγάς. Και ημείς ανεγνώσαμεν τον
Θουκυδίδην, αλλ' ουδαμού είδομεν ν' αναφέρη συγγραφείς ους
εσυμβουλεύθη· λέγει μόνον τάδε. «Τα δε έργα των πραχθέντων εν τω
πολέμω ουκ εκ του παρατυχόντος πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν, ουδ'
ως εμοί εδόκει, αλλ' οις τε αυτός παρήν και παρά των άλλων όσον
δυνατόν ακρίβεια περί εκάστου επεξελθών».
Αν ο επικριτής πηγάς ταύτας θεωρεί, τας αυτάς έχει και ο Κ.
Τρικούπης· «τους λόγους τούτους», λέγει, «του ιστορικού είχα και
εγώ παντοτεινόν oδηγόν μου συγγράφων». Καλώς έχει βεβαίως ο γράφων
αρχαίαν ιστορίαν ν' αναφέρη τους συγγραφείς ους συμβουλεύεται·
αλλ' ο γράφων την σύγχρονόν του και αρυόμενος ως επί το πλείστον
την ύλην εκ στόματος χιλιάδων αυτοπτών πώς δύναται να τηρήση τον
κανόνα τούτον;
Προθέμενος ο Κ. Κοτσιάς να διορθώση σφάλματα άλλων πίπτει αυτός
εις τρανά σφάλματα. Ο Κ. Τρικούπης, λέγει, ήλθεν εις την Ελλάδα το
1824· αλλά πάμπολλοι των εν Αθήναις τον είδον κατά το Μακρυνόρος,
όπου και συνέφαγον επί της εκεί εκστρατείας του Κ. Μαυροκορδάτου,
το 1822. Εν σελίδι δε 57 λέγει, ότι, εν ώ ο Σαχτούρης απαριθμεί 40
πλοία φορτηγά του εχθρού, ο Τρικούπης τα μεταποιεί εις 60, λέγων
ότι «ήσαν 40, εν οις και 20 σακολέβαι»· ώστε η πρόθεσις εν, κατά
τον Κ. Κοτσιάν, σημαίνει ενταύθα συν!
Παραλείποντες δε χάριν συντομίας πολλά άλλα, λέγομεν, προς
χαρακτηρισμόν της επικρίσεως, ότι αναγκαία και διδακτική είναι η
επίκρισις παντός συγγράμματος γινομένη απαθώς, επιστημόνως, εν
πνεύματι φιλαληθείας, καλής πίστεως και μετ' ευσχημοσύνης· αλλ' η
ανά χείρας αμοιροί ατυχώς παντός τοιούτου χαρακτηριστικού· μεμπτή
δε ως τοιαύτη, καθίσταται μεμπτοτέρα και ως αγενώς προθεμένη, δι'
ων μερών του συγγράμματος αποσιωπά ή διαστρέφει, να διαταράξη και
διεγείρη κατά του συγγραφέως αδίκως και παραλόγως ολόκληρον
κοινότητα, διότι δεν εμνημόνευσεν εν τη ιστορία του, ως ο ίδιος Κ.
Κοτσιάς ομολογεί εν σελίδι 75, τινός των συγγενών του, και δεν
υπερεπήνεσέ τινας των φίλων του, μη συλλογισθείς ότι η ιστορία
ούτε ονοματολόγιον είναι, ούτε λόγος πανηγυρικός.
Επηνέθη και επαινείται το σύγγραμμα του Κ. Τρικούπη υπό των σοφών
Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Αμερικής ομοθυμαδόν διά την
αμεροληψίαν του, την ιστορικήν του οικονομίαν και την γραφικήν του
αξίαν. Καθ' ην ώραν γράφομεν, έχομεν υπ' όψιν δύο διατριβάς περί
του συγγράματος τούτου προ ολίγων εβδομάδων εκδοθείσας, την μεν εν
τη εφημερίδι των σοφών (Journal des Savans), την δε εν τη των
συζητήσεων (des débats), λίαν επαινετικάς. Σύγγραμμα υπό τοιούτων
και τοσούτον ευφημούμενον μυκτηρίζει βεβαίως τας προσβολάς
ανθρώπου εμπαθώς προς τον συγγραφέα ως παριδόντα τους συγγενείς
του διακειμένου, ατελή γνώσιν των πραγμάτων εκ μονομερείας
έχοντος, την δόξαν των μεγάλων της Ύδρας αγωνιστών φθονούντος και
ουδ' αυτήν την κοινήν σημασίαν των προθέσεων γινώσκοντος.»
(ε.)
Το πλοίον τούτο (the Flora of London) εστάλη εις το Καστρί όπου
έδρευεν η κυβέρνησις. Συνελήφθη μετ' ολίγας ημέρας έξωθεν των
Σπετσών και άλλο αγγλικόν ερχόμενον και αυτό εκ Σμύρνης (Malvina).
Τα δύο ταύτα πλοία εκρατήθησαν και εξεφορτώθησαν εις χρήσιν των
Ελλήνων· αλλ' επί τη απαιτήσει του Άγγλου μοιράρχου, Χαμιλτώνος,
λόγω ότι δεν ανεγνωρίζοντο οι αποκλεισμοί, και τα πλοία
απελάθησαν, και τα φορτία επληρώθησαν, και αποζημιώσεις εδόθησαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.
(α.)
Εκείναις ταις ημέραις κατέπλευσαν εις Πειραιά δύο γαλλικά πολεμικά
πλοία εις παραλαβήν Τούρκων τινών εκ των καταφυγόντων εις τα
προξενεία και του διοικητού των Αθηνών· αλλ' ο λαός ηναντιώθη εις
την απόλυσίν τινων εξ αυτών. Οι Γάλλοί ηναγκάσθησαν ν' αποβιβάσωσι
στρατιώτας και κανόνια εις υπεράσπισίν των, και ούτως οι
κρατούμενοι απελύθησαν διά νυκτός συνεργεία και του Οδυσσέως και
των εφόρων.
(β.)
Συνελήφθησαν εν Πέτρα και εστάλησαν προς τον Οδυσσέα, διατρίβοντα
έτι εν Αθήναις, τρεις ως φέροντες γράμματα των εν Χαλκίδι προς
τους εν Ζητουνίω Τούρκους. Εξ αυτών ο μεν ήτο Μωαμεθανός, οι δε
δύο Έλληνες, εξ ών ο είς παπάς. Ο Οδυσσεύς εθανάτωσεν αυτεξουσίως
και ανεξετάστως και τους τρεις, τους μεν δύο κρεμάσας, τον δε
παπάν κτίσας όρθιον.
(γ.)
Ο Σαρής απήχθη εις Λάρισσαν, όπου και εφυλακίσθη· αλλ' επί τω
θανάτω του Χουρσήδη συνέβη ταραχή εν εκείνη τη πόλει, ηνοίχθησαν
αι φυλακαί, έφυγεν, αν και σιδηροδέσμιος, και την 20 Δεκεμβρίου
εξεφανερώθη εν μέσω των Αθηναίων.
(δ.)
Ιδού τι έγραφεν ο Οδυσσεύς τω Δυοβουνιώτη και Διαμαντή περί της
φυγής των εχθρών την 22 νοεμβρίου.
«Μάθετε ότι τους Τούρκους εγώ με τουφέκι και το περισσότερον με
ταις ψευτιαίς και με την δύναμιν του Θεού τους εκυνήγησα και παν
κατά διαβόλου εις το Ζητούνι». . . . .
(ε.)
Ο νεκρός του Χουρσήδη εξετάφη μετά ταύτα, απεκόπη η κεφαλή του και
απεκομίσθη επί αργυρού πίνακος εις τον σουλτάνον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.
(α.)
Ο Κύριος Σάθας εν τω περί τουρκοκρατουμένης Ελλάδος συγγράμματί
του εκδ. εν έτει 1867 λέγει ότι ο Ιταλός Παρούτας Storia della
guerra di Cipro μνείαν ποιείται του Μεσολογγίου επί της εν
Ναυπάκτω ναυμαχίας. Ιδού τι λέγει περί τούτου ταυτολεξεί ο ρηθείς
ιστοριογράφος σύγχρονος της ναυμαχίας· incaminandosi tutti (l'
armata . . . nell' uscire fuori de'scogli de' Curzolari &sopra la
punta delle peschiere dette da Greci Mesolongi& fu dalla galea
reale di Don Giovani scoperta l' armata nemica . . . . ουδέν λέγει
περί κατοικουμένης παρά τοις ιχθυοτροφείοις χώρας· Δύναται δέ τις
να συμπεράνη ότι εκ της ονομασίας των ιχθυοτροφείων έλαβεν ίσως το
όνομα η μεταγενεστέρα πόλις.
(β.)
Εντεύθεν ίσως ορμώμενος ο Μελέτιος ηθέλησε δήθεν επί το
Ελληνικώτερον να καλέση την πόλιν Μεσολόγιον.
(γ.)
Πλεκτάς καλύβας ονομάζει τας των αλιέων ο Θεόκριτος (όρα ειδύλλιον
«αλιείς»), τας περιγράφει δε ούτως·
« Ιχθύος αγρευτήρες ομώς δύο κείντο γέροντες,
στρωσάμενοι βρύον αύον υπό πλεκταίς καλύβαισι,
κεκλιμένοι τοίχω τω φυλλίνω . . . .»
(δ.)
Αι τουφεκολόγχαι αύται ήσαν αι των τουφεκίων, άτινα έφερεν εις
Μεσολόγγι ο Μαυροκορδάτος επί του εκεί εκ της αλλοδαπής κατάπλου
του· έκειντο δε ως άχρηστοι, αποποιουμένων των μη τακτικών την
κατά τοις τακτικοίς συνήθη χρήσιν αυτών· τον αυτόν καιρόν
απεβιβάσθησαν εις Μεσολόγγι και τα περί ων ο λόγος ευρωπαϊκά
τύμπανα.
(ε.)
Το πλοίον τούτο είναι το αναφερόμενον εν ταις σημειώσεσι του ΛΖ
κεφαλαίου υπό στοιχείον β'.
(ζ.)
Ο Λόντος, επί σκοπώ να κτυπήση έξωθεν τους πολιορκούντας το
Μεσολόγγι, διεβίβασεν ικανάς δυνάμεις εκ Βοστίτσης εις Τριζώνια
και επροχώρησε μέχρι της Γαβαλούς· αλλά διά τας επικρατούσας τότε
διαιρέσεις και ζηλοτυπίας των οπλαρχηγών εκείνου του μέρους,
επανήλθεν άπρακτος εις Πελοπόννησον, και εισήλθεν εκείθεν εις
Μεσολόγγι.
(η.)
Ο τότε άγνωστος άνθρωπος εγνώσθη μετά ταύτα. Ήτον Ιωαννίτης και
ωνομάζετο Γιάννης Γούναρης· ηκολούθει δε τον Βρυώνην ως κυνηγός
του και συνείθιζε να κυνηγά ανυπόπτως προς τα άκρα της λίμνης
θαλασσοπούλια. Ο Βρυώνης έμαθεν ότι ούτος ανεκάλυψε το μυστικόν,
και μη δυνηθείς να τον συλλάβη φοβηθέντα και μείναντα εν
Μεσολογγίω μετά την αποτυχίαν των Τούρκων, έσφαξεν επί της εις
Άρταν επανόδου του, επί τη επιμόνω απαιτήσει των
συνεκστρατευσάντων και παθόντων, την εκεί γυναίκα και τα παιδία
του. Ο άνθρωπος ούτος έγεινε, μετά την σφαγήν των φιλτάτων του,
μοναχός, και διά της ελεημοσύνης των Χριστιανών ανεκαίνισε την επί
της μεταξύ Μεσολογγίου και Βραχωρίου Κλεισούρας εκκλησίαν της
Θεοτόκου της Ελεούσης, και εκεί ετελείωσε τας ημέρας του, δίδων
νερόν τοις διαβάταις και διά των μικρών δωρημάτων αυτών
ποριζόμενος τα προς το ζην.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ.