Όπως δε η προς την θάλασσαν ούτω και η προς την ξηράν

θέσις της πόλεως είναι φύσει οχυρά, διότι η από της

υπωρείας του Ζυγού χωρίζουσα αυτήν γη είναι, ως

προείρηται, όλη επίπεδος, ουδαμώς επιτηδεία εις πολεμικάς

προσβολάς και πανταχόθεν υπό το πυρ της πόλεως· απέκοπτε

δε ταύτην της ξηράς ημελημένη και ατελής τάφρος

αμφοτέρωθεν εις την λίμνην απολήγουσα και έχουσα τεσσάρων

ποδών βάθος, επτά πλάτος και ενός μιλίου μήκος· επί δε

της προς την πόλιν όχθης της τάφρου υψούτο τείχος

απύργωτον, ακατασκεύαστον, επί σαθρών θεμελίων, τεσσάρων

ποδών ύψος και δύο πλάτος έχον, εν μέρει πέτρινον και εν

μέρει πλίνθινον, εφ' ου έκειντο δεκατέσσαρα παλαιά

κανόνια σιδηρά.

Τοιαύτη ήτον η πόλις, όπου κατέφυγαν ο Μαυροκορδάτος, ο

Μάρκος και ο Κίτσος, καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών.

Μηδέν γενναίον μηδ' ευτυχές προσδοκώντες οι πλείστοι των

περί τον Μαυροκορδάτον μετά τα προ μικρού εν τη

Αιτωλοακαρνανία συμβάντα, τον εσυμβούλευσαν κατά την εν

Μεσολογγίω πρώτην των συνδιάσκεψιν να μη κινδυνεύση

ανωφελώς, αλλά να εγκαταλείψη τα μέρη εκείνα. «Αν τα

εγκαταλείψωμεν ημείς», απεκρίθη ο Μαυροκορδάτος,

«διέρχονται οι εχθροί ακωλύτως, κυριεύεται η εισέτι

δεινοπαθούσα Πελοπόννησος, και το παν απόλλυται· εγώ θ'

αποθάνω εδώ» . «Κ' εγώ», ανεφώνησεν ο Μάρκος. Οι λόγοι

ούτοι εχρησίμευσαν ως θεμέλιος λίθος της εν Μεσολογγίω

εγκαρτερήσεως. Αλλ' όσον σταθερά και αν ήτον η απόφασις

του Μαυροκορδάτου και του Μάρκου, αδύνατον να ενεργηθή τι

ευτυχώς χωρίς της ειλικρινούς και θερμής συμπράξεως των

εντοπίων, διότι τον μεν Μαυροκορδάτον μόνον 25 φρουροί

ηκολούθησαν υπό τον Κατσαρόν, τον δε Μάρκον και Κίτσον 35

οπλοφόροι· διά τούτο ο Μαυροκορδάτος και οι ρηθέντες

οπλαρχηγοί εκάλεσαν εις συμβούλιον τον εν τη πόλει

αρχιεπίσκοπον Πορφύριον και τους προεστώτας αυτής Ιωάννην

Τρικούπην, Αναστάσιον Παλαμάν, Πάνον Παπαλουκάν και

Αθανάσην Ραζοκότσικαν, και τους ηύραν ομογνώμονας·

ερωτηθείς και ο λαός συνεπευφήμησε και αυτός όλος,

προθυμηθείς να συνεγκαρτερήση μέχρι τέλους. Αφ' ού δε

απεστάλησαν εις την Επτάννησον οι πλείστοι των γερόντων,

των γυναικών, των παιδίων και των ασθενούντων διά τινων

κρυπτών διάπλων, ηριθμήθησαν οι δυνάμενοι εκ των

εναπομεινάντων να φέρωσιν όπλα και ευρέθησαν όλοι 360, εν

οις και οι ανωτέρω φρουροί και οπλοφόροι· ευρέθησαν και

τροφαί και πολεμεφόδια ενός μηνός.

Οι δε πολιορκούντες εχθροί, έχοντες και ένδεκα κανόνια

και τέσσαρας βομβοβόλους, ήρχισαν ευθύς να πυροβολώσι

σφοδρώς την πόλιν· αλλ' αφ' ού ανωφελώς και ακαταπαύστως

επολέμησαν δύο ημερονύκτια, συνήλθαν οι πασάδες εις

συμβούλιον. Ο Κιουταχής και ο Ισούφης, ο πολιορκών διά

θαλάσσης, ήσαν γνώμης να εφορμήσωσι διά μιας επί το

σαθρόν τείχος και να κυριεύσωσι την πόλιν εξ εφόδου· αλλ'

ο Βρυώνης αντέτεινε λέγων, ότι τα επιχείρημα ήτο

κινδυνώδες, και ότι εν τη γενική ερημώσει της

Αιτωλοακαρνανίας αναγκαίον ήτο να διατηρηθή η πόλις

εκείνη διά τας ανάγκας του στρατοπέδου εν καιρώ χειμώνος·

αντέτεινε δ' έτι μάλλον στοχαζόμενος, ότι εδύνατο να

ελκύση τους εν τη πόλει, ως μηδεμίαν τρέφοντας ελπίδα

σωτηρίας και ως υπ' όψιν έχοντας τα προσκυνήσαντα μέρη

της Αιτωλοακαρνανίας και μη παθόντα, ως αυτός επίστευε,

και τους προσκυνήσαντας οπλαρχηγούς τους εν ασφαλεία και

τιμή ζώντας. Κατά την γνώμην δε ταύτην, ο Βρυώνης

επεχείρησεν αμέσως να βάλη εις πράξιν το περί συμβιβασμού

προσφιλές του σχέδιον, και διέταξε τον παρακολουθούντα

Βαρνακιώτην να γράψη τοις γνωστοίς αυτώ προκρίτοις του

Μεσολογγίου περί υποταγής. Ο Βαρνακιώτης έγραψεν, αλλ'

απάντησιν δεν έλαβεν. Εν τοσούτω εξηκολούθει ο πόλεμος.

Οι δε εντός του Μεσολογγίου τειχομαχούντες εμεθοδεύοντο

διάφορα τεχνάσματα εις απάτην του εχθρού ως προς τον

ολίγον αριθμόν των, και άλλοτε μεν ετουφέκιζαν και

επιστόλιζαν διά μιας όλοι, άλλοτε δε εφαίνοντο επί του

ενός μέρους του τείχους και έτρεχαν οι αυτοί και

εφαίνοντο επί του άλλου εμπήγοντες επιτηδείως

τουφεκολόγχας (δ), ίνα υποθέτωσιν οι θεωρούντες αυτάς

έξωθεν ότι ήσαν εν τη πόλει και οπλίται φράγκοι· έκρουαν

δε επί τω αυτώ σκοπώ και ευρωπαϊκά τύμπανα. Ο Βρυώνης

βλέπων ότι δεν ευδοκίμησεν η προς τους προκρίτους

διαπραγμάτευσίς του διά του Βαρνακιώτη, διέταξε τον Άγον

Βασιάρην να έλθη εις λόγους μετά του Μάρκου ως γνώριμός

του. Ο Μάρκος λαβών την άδειαν εξήλθεν εντός βολής

πιστόλας εις συνέντευξιν.

Ο Άγος τον εσυμβούλευσεν ως φίλος, και παρήγγειλε δι'

αυτού και τοις προκρίτοις να μη κινδυνεύσωσιν επί ματαίω

αλλά να προσκυνήσωσιν· εγγυάτο δε εξ ονόματος των πασάδων

όχι μόνον γενικήν και τελείαν αμνηστείαν, αλλά και άδειαν

ν' αναχωρήσωσιν ανεπηρέαστοι ο πρόεδρος, ο Μάρκος και

όσοι άλλοι υπώπτευαν την οργήν των πασάδων. Ταύτα

ακούσαντες οι έγκλειστοι και αναλογιζόμενοι ότι πάσα

αναβολή τους ωφέλει περιμένοντας έξωθεν βοήθειαν διά

ξηράς και θαλάσσης έκριναν εύλογον, βλέποντες τους

εχθρούς κατατρίβοντας την κρίσιμον ώραν των έργων εις

αχρήστους λόγους, να μη απορρίψωσιν αποτόμως τας περί

συμβιβασμού προτάσεις, αλλά να προβάλωσιν άλλας

δυσπαραδέκτους. Εν ώ δε εξηκολούθει η φιλική αύτη

διαπραγμάτευσις, ειδοποίησεν ο Ισούφης τον λαόν του

Μεσολογγίου, ότι αν ήθελε να μη αποτεφρωθή η πόλις όλη

και γίνη τάφος όλων των εν αυτή αθώων, να τω παραδώση τον

πρόεδρον, τους άρχοντας, τους οπλαρχηγούς και ανά δύο

Χριστιανούς δι' έκαστον Τούρκον των εν τω επί των εκβολών

του Φίδαρη πεσόντι τουρκικώ πλοίω συλληφθέντων και

θανατωθέντων (ε)· απήτει δε παρά του λαού και αποζημίωσιν

των διαρπαγέντων επί του πλοίου, και απόδοσιν όλων των εξ

αρχής της επαναστάσεως οφειλομένων τη Πύλη φόρων. Ο

Ισούφης, πεποιθώς επί την άφευκτον πτώσιν του Μεσολογγίου

και αστόχαστος εν οις ενήργει, έδωκε και εγγράφους επί τη

αιτήσει των Μεσολογγιτών τας προτάσεις και απαιτήσεις

του. Ο Μάρκος έσπευσε να τας κοινοποίηση τω Βρυώνη εξ

ονόματος των Μεσολογγιτών, ως απορούντων και

αμφιβαλλόντων περί της ειλικρινείας των συγκαταβατικών

λόγων του, διότι τους απεδείκνυαν υπόπτους αι απαιτήσεις

του Ισούφη. Άλλος εξ άλλου έγεινεν ο Βρυώνης επί τη

κοινοποιήσει ταύτη και απεκρίθη να μη δοθή, ακρόασις,

αλλά να εξακολουθήση εν πλήρει πεποιθήσει η διά του Άγου

και του Μάρκου διαπραγμάτευσις. Μετά τινων δε ημερών

διαπραγμάτευσιν εσυμβιβάσθη δ ι ά - λ ό γ ο υ ν'

αναχωρήσωσιν εις Πελοπόννησον ανεπηρέαστοι ο πρόεδρος και

οι περί αυτόν, ο Μάρκος, ο Κίτσος, οι προεστώτες και

τριακόσιαι οικογένειαι αι ευπορώτεραι, ό εστι

πολυαριθμότεραι παρ' όσας περιείχεν η πόλις τότε· και

τούτο αποδεικνύει ότι οι Τούρκοι ηγνόουν την εσωτερικήν

αδυναμίαν της πόλεως· εσυμβιβάσθη δε και οκταήμερος

ανακωχή εις εύρεσιν των επί μετακομίσει πλοίων. Εν

τοσούτω η ανακωχή αύτη και η προθεσμία εχρησίμευαν εις

ενδυνάμωσιν του οχυρώματος εν γνώσει και αδεία του Βρυώνη

πιστεύοντος τους παραγγέλλοντας έσωθεν, ότι αναγκαίον ήτο

ν' αποκοιμίζωσι τοιουτοτρόπως τον λαόν, όστις δεν έπρεπε

να μάθη πριν έλθη η ώρα όσα εσυμβιβάσθησαν.

Νοέμβριος Η τρίτη ημέρα της ανακωχής, ήτοι η 8

νοεμβρίου, έγεινεν ημέρα χαράς, διότι εφάνησαν έξωθεν της

πόλεως επτά υδραϊκά πλοία αποδιώξαντα διά μόνου του

εμφανισμού των τα υπό τον Ισούφην τουρκικά, εξ ών έν,

ανίκανον να μεταβή εις Πάτρας διά την επικρατούσαν

αντίπνοιαν, κατέφυγεν ημίπνικτον εις Ιθάκην. Η έλευσις

των πλοίων διέλυσε μεν την διά θαλάσσης πολιορκίαν, αλλά

δεν ησφάλισε τους εγκλείστους και από της εφορμήσεως των

επί της ξηράς πολυαρίθμων εχθρών· διά τούτο ο Βρυώνης,

πεποιθώς πάντοτε επί την υπερέχουσαν δύναμίν του,

εσυμβούλευσε τους πολιορκουμένους να διαβιβασθώσιν εις

Πελοπόννησον κατά την συμφωνίαν επί των ελθόντων

ελληνικών πλοίων· αλλ', αντί να διαβιβασθώσιν οι εν

Μεσολογγίω εις Πελοπόννησον, διεβιβάσθησαν την 11 από

Πελοποννήσου εις Μεσολόγγι επί τέσσαρων εκ των

προρρηθέντων πλοίων 700 Πελοποννήσιοι υπό τον Πετρόμπεην,

τον Ζαήμην και τον Κανέλλον Δηληγιάννην· συνεπανέπλευσε

και ο περί της επικουρίας ταύτης προαποσταλείς παρά του

Μαυροκορδάτου Γρίβας. Ο Άγος, ανήσυχος δι' όσα έβλεπε και

ήκουεν, ήλθεν εις λόγους βαρείς μετά του Μάρκου· ούτος

δε, υποπτεύων μη πάθη ως απατήσας τους Τούρκους, υπεκρίθη

ότι οι έγκλειστοι έτοιμοι ήσαν να στείλωσιν ικέτας εις

προσκύνησιν των πασάδων. Υπερεχάρησαν οι πασάδες επί τη

φαιδρά ταύτη αγγελία, και ητοιμάσθησαν τα πάντα εις

δεξίωσιν των ικετών. Ο δε γλυκύς και συγκαταβατικός

Βρυώνης, θέλων να τιμήση τον άγριον Κιουταχήν, υπήγεν εις

την σκηνήν του και καυχώμενος ότι το περί συμβιβασμού

σχέδιόν του, το παρ' εκείνου αποδοκιμαζόμενον,

ευδοκίμησε, διέταξε να οδηγήσωσιν εκεί τους ερχομένους

εις προσκύνησιν. Επ' αυτώ τούτω ητοιμάσθησαν τα συνήθη

καββάδια εις τιμήν των ερχομένων, οι κήρυκες

περιφερόμενοι διεσάλπιζαν την παράδοσιν της πόλεως, οι

καταλυματίαι διέθεταν τα καταλύματα, οι ιπποκόμοι

εφαλάροναν τους ίππους των πασσάδων διά την εν τιμή και

παρατάξει είσοδόν των εις την πίπτουσαν πόλιν, και ο

Βαρνακιώτης διετάχθη να προϋπαντήση τους προσερχομένους.

Εν τοσούτω η ώρα παρήρχετο, και ουδείς προσήρχετο.

Αδημονούντες οι πασάδες διά την τόσην βραδύτητα, είδαν

άνθρωπον προσερχόμενον εκ της πόλεως, παρ' ου έλαβαν

γράμμα λέγον «α ν - θ έ λ ε τ ε - τ ο ν - τ ό π ο ν – μ α

ς - ε λ ά τ ε - ν α - τ ο ν - π ά ρ ε τ ε».

Τοιούτον τέλος έλαβεν η πλαστή διαπραγμάτευσις, και ο

πόλεμος μετά την ανακάλυψιν της απάτης και του εμπαιγμού

επανελήφθη σφοδρότερος.

Κατ' εκείνας τας ημέρας απέθανεν εν Μεσολογγίω ο

αγαπώμενος και τιμώμενος παρά πάντων διά την αγαθήν

καρδίαν και τας πολεμικάς του γνώσεις Νορμάννος και ετάφη

πλησίον του Κυριακούλη.

Μόλις δ' ελύθη η κατά θάλασσαν πολιορκία, και οι

φιλογενείς Ζακύνθιοι και Κεφαλλήνες έσπευσαν να στείλωσι

τροφάς και πολεμεφόδια εις την πόλιν, αν και η κυβέρνησίς

των παρενέβαλε παντός είδους προσκόμματα· ηγκυροβόλησε δε

μετ' ολίγον έμπροσθεν του Μεσολογγίου και πλοίον φέρον εκ

Λιβούρνου πολεμεφόδια· ήλθαν και άλλα τέσσαρα πολεμικά

πλοία σπετσιωτικά· εισήλθαν εις την πόλιν διά θαλάσσης

και διάφοροι Δυτικοελλαδίται, εν οις και οι οπλαρχηγοί

Μακρής και Τσόγκας· ήλθαν και άλλοι χίλιοι Πελοποννήσιοι

εκ Γαστούνης και Πύργου· ήλθε και ο Λόντος μετά των περί

αυτόν (ζ). Η μεταβολή αύτη των πραγμάτων έφερε μεταβολήν

και των πνευμάτων των εναπομεινάντων κατοίκων της

Αιτωλοακαρνανίας, οίτινες προσκυνήσαντες προ ολίγου διά

της συνεργείας των οπλαρχηγών των κατεπιέζοντο και

εγυμνούντο υπό των Αλβανών εις τόσην αναίδειαν

εξοκειλάντων, ώστε ν' απογυμνώσωσι και αυτούς τους

Βραχωρίτας Τούρκους, τους μετά την άλωσιν της πόλεως

εκείνης εν Δραγαμέστω παρά του Βαρνακιώτου φυλαττομένους.

Επί της εισβολής των εχθρών εντεύθεν του Μακρυνόρους

πάμπολλοι κάτοικοι της Αιτωλοακαρνανίας κατέφυγαν, ως

είρηται, εις Κάλαμον προς αποφυγήν της σφαγής, της

γυμνώσεως και της αιχμαλωσίας, ως μη δυνάμενοι να

αντισταθώσι, και ως μη θέλοντες να προσκυνήσωσιν. Αλλ' ο

μέγας αρμοστής εφάνη τόσον ασυμπαθής, ώστε έστειλε

στρατιώτας και τους απώθησεν. Εζήτησαν οι δυστυχείς

άσυλον καν διά τας γυναίκας και τα ανήλικα τέκνα των,

αλλά και κατά τούτο δεν εισηκούσθησαν. Η σκληρά αύτη

πράξις απέβλεπεν αναμφιβόλως εις το να βιάση τους

αποδιωχθέντας να προσκυνήσωσιν· αλλ' έφερε το εναντίον

αποτέλεσμα, διότι τους ώπλισεν εξ ανάγκης προς

υπεράσπισιν γυναικών και τέκνων και προς βλάβην του

εχθρού· εκ των αποδιωχθέντων δε τούτων και εξ άλλων τινών

Ελλήνων άλλοθεν συρρευσάντων συνεκροτήθησαν εκείναις ταις

ημέραις δύο σώματα, το μεν κατά το Ξηρόμερον υπό τους

αδελφούς Χασαπαίους, το δε κατά τον Βάλτον υπό τον

Μαλεσάδαν, και περιφερόμενα ηνώχλουν συνεχώς τους

εχθρούς, κόπτοντα και την μετά της Άρτης και Πρεβέζης

κοινωνίαν· εγνώσθησαν και καθ' όλον το εχθρικόν

στρατόπεδον η αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, τα

κατά τον αργολικόν κόλπον συμβάντα του στόλου, ο εν

Τενέδω εμπρησμός του δικρότου και η πτώσις του Ναυπλίου·

ο χειμών επροχώρει και εστενοχώρει τους εχθρούς· αι

τροφαί εσπάνιζαν εν τω στρατοπέδω· βροχαί συνεχείς και

ραγδαίαι έπιπταν· πυρετοί κακοήθεις ανεφύοντο· μισθοί δεν

εδίδοντο και συχνάκις εξώρμων επί τους πολιορκούντας οι

πολιουρκούμενοι. Δι' όλα ταύτα ηγέρθη εν τω τουρκικώ

στρατοπέδω μέγας γογγυσμός κατά των πασάδων, και

εψιθυρίζετο και η διάλυσίς του. Οι δε πασάδες, κακόν

μάλλον ή καλόν προσδοκώντες από πάσης περαιτέρω αναβολής

απεφάσισαν έφοδον. Αλλ' ο ενθουσιασμός του στρατού είχε

σβεσθή· μόνον το χρυσίον, το μη παρ' άλλοις ίσως τόσην

ισχύν έχον όσην παρά τοις Αλβανοίς, εδύνατο να τον ανάψη.

Διά τούτο οι πασάδες επρόσφεραν ανά χίλια γρόσια εκάστω

των προαιρουμένων ν' αναβώσι τα τείχη. Οκτακόσιοι

προηρέθησαν, εν οις και όλοι οι σημαιοφόροι, και ημέρα

εφόδου ωρίσθη η των Χριστουγέννων περί τον όρθρον, επ'

ελπίδι ότι οι εν αγνοία του σχεδίου τούτου Έλληνες θα

συνήρχοντο την ημέραν εκείνην εις τας εκκλησίας και θα

κατέλιπαν το οχύρωμα αφρούρητον. Και ταύτα μεν οι Τούρκοι

μυστικώς εμελέτησαν, οι δε Έλληνες τα ανεκάλυψαν ούτως.

Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων παρέπλεε την

Άσπρην Αλικήν μονόξυλον φέρον από Ανατολικού εις

Μεσολόγγι τον γραμματέα του Μακρή. Ο γραμματεύς, ιδών επί

της ξηράς άνθρωπον σείοντα μανδύλιον, επλησίασε. «Εγώ»,

είπεν ο άνθρωπος, «είμαι Χριστιανός και πρόθυμος να πάθω

διά την αγάπην του Κυρίου μου· μη απορήσης και μη

δυσπιστήσεις εις όσα θ' ακούσης, αν με βλέπης συνοδεύοντα

τους εχθρούς του Κυρίου μου· η γυνή μου και τα τέκνα μου

είναι υπό την εξουσίαν των, και τούτο αρκεί να με

δικαιολογήση ενώπιόν σου. Ο Θεός των Χριστιανών ηθέλησε

να μάθω όσα οι εχθροί μελετούν κατά του λαού του, και

περιφέρομαι από πρωίας ως κυνηγός εις σωτηρίαν των

ομοπίστων μου· τρέξε εις την πόλιν και ειπέ ότι οι εχθροί

σκοπόν έχουν να εφορμήσωσιν αύριον τα χαράγματα διά της

προς ανατολάς πλευράς του οχυρώματος» . Ταύτα είπεν ο

άγνωστος άνθρωπος, ύψωσε τας χείρας του εις τον ουρανόν,

εδάκρυσε, και έγεινεν άφαντος (η).

Ο γραμματεύς έφθασε περί την α' ώραν της νυκτός εις την

πόλιν και ανήγγειλεν όσα είδε και ήκουσε. Το πρωί εκείνης

της ημέρας ο Μαυρομιχάλης, ο Τσόγκας και ο Γρίβας είχαν

εμβή μετά 500 στρατιωτών εις πλοία, ίνα μεταβιβασθώσιν

εις τα παράλια της Ακαρνανίας και ενοχλήσωσιν εκείθεν τον

εχθρόν· εσκόπευαν δε να αποπλεύσωσι την νύκτα· αλλ' ο

πρόεδρος, άμα μαθών τα ανωτέρω, τοις παρήγγειλε να

εξέλθωσι και εξήλθαν ως 100 υπό τον Γρίβαν, τον

Τσαλαφατίνον και τον Κουμουντουράκην· διέταξε δε

συγχρόνως διά του αρχιεπισκόπου να μη ανοίξωσιν αι

εκκλησίαι το πρωί, και όλοι οι άνδρες να ευρεθώσιν επί

του οχυρώματος έτοιμοι εις πόλεμον. Τούτου γενομένου,

ετοποθετήθησαν οι υπερασπισταί του ως εφεξής. Ο Μάρκος

και ο Λόντος μετά των υπό την οδηγίαν των 400 κατέλαβαν

το κέντρον, ήγουν το έμπροσθεν των δύο εκκλησιών της

Παναγίας και του αγίου Νικολάου μέρος, όπου ήτο του

οχυρώματος η πύλη· 600 δε, οι πλείστοι Καλαβρυτινοί, οι

λοιποί δε Μεσολογγίται και Ανατολικιώται υπό τον Ζαήμην

και άλλους, ετοποθετήθησαν επί της δυτικής πλευράς του

οχυρώματος· 1200 δε Καρυτινοί, Γαστουναίοι, Πύργιοι,

Μεσολογγίται και Ζυγιώται διεσπάρησαν επί της ανατολικής

πλευράς υπό τον Δηληγιάννην, τον Μακρήν, τον Γιαννάκην

Ραζοκότσικαν, τον Γρίβαν καί τινας άλλους· επί δε των

κανονοστασίων ήσαν πάντοτε Μεσολογγίται ναύται, ως

εμπειρότεροι των άλλων πυροβολισταί. Ήσαν δε τότε όλοι οι

εντός του Μεσολογγίου πολεμισταί 2250 επί γραμμής

αρχομένης από της μιας άκρας της τάφρου και τελευτώσης

εις την άλλην. Εφύλατταν πάντοτε και τας δύο άκρας της

τάφρου δύο κανονοφόροι.

Οι Τούρκοι διηρέθησαν και ούτοι και διεσπάρησαν καθ' όλον

το μήκος του οχυρώματος· οι δε 800 τειχοβάται επλησίασαν

την νύκτα προς την κατ' ανατολάς πλευράν του οχυρώματος,

όπου το τείχισμα ήτον αδυνατώτερον, και παρεφέδρευαν εν

ταις παραφυομέναις βουρλιαίς, όλοι εύζωνοι, βαστώντες

γυμνόν ξίφος και αναμένοντες αφανείς και σιωπηλοί την

ωρισμένην ώραν, μηδόλως υποπτευόντων των υπερασπιστών του

οχυρώματος ότι οι εχθροί υποδιενυκτέρευαν. Μίαν ώραν πριν

φέξη ήρχισεν έξωθεν σφοδρός τουφεκισμός από άκρου εις

άκρον του οχυρώματος· εκινήθη συγχρόνως δεξιά και

αριστερά το ιππικόν· κραυγαί και αλαλαγμοί ηκούοντο

πανταχόθεν, και μετ' ολίγον ανεφάνησαν αίφνης οι

κρυπτόμενοι 800, και πολλοί αυτών ανέβησαν δι' ων έφεραν

κλιμάκων εις το τείχος, όπου έστησαν δύο ή τρεις σημαίας·

δύο δε σημαιοφόροι ετινάχθησαν και εντός του οχυρώματος

και σκοτώσαντες δύο τρεις συνελήφθησαν. Η εφόρμησις των

800 ήτο και τολμηρά και επιδέξιος, αλλ' ανωφελής και

θανατηφόρος. Αλλεπάλληλοι εκρημνίζοντο εις την τάφρον οι

αλλεπαλλήλως το τείχος αναβαίνοντες. Τρεις ώρας επέμεναν

μαχόμενοι, αλλά μηδέν κατορθώσαντες απεχώρησαν, και οι

Έλληνες εξελθόντες ηύραν παρά το τείχος 12 σημαίας κατά

γης ερριμμένας και εσκύλευσαν τους νεκρούς. 500 εχθροί

εσκοτώθησαν και επληγώθησαν επί της εφόδου· εσκοτώθησαν

δε μόνον 4 Έλληνες, οι 2 Μεσολογγίται και οι 2

Γαστουναίοι, δύο δε επληγώθησαν.

Η ήττα μεταβάλλει πολλάκις τους φίλους εις εχθρούς, και η

νίκη τους εχθρούς εις φίλους.

Δεκέμβριος Οι οπλαρχηγοί του Βάλτου Ράγκος και Ίσκος

και ο Βαλτινός, οι συνακολουθήσαντες τους Τούρκους, τους

εγκατέλειψαν μετά τα κατά την 25 δεκεμβρίου συμβάντα·

έπαθαν οι εχθροί και άλλο δεινόν· τα υπό τον Μαυρομιχάλην

και Τσόγκαν σώματα, πεσόντα επί τους εν τη Κατοχή

εχθρούς, τους ηφάνισαν· τα μεταβιβάσαντα δε αυτούς εκεί

πλοία συνέλαβαν έν φορτηγόν φέρον εις τους εχθρούς εκ

Πρεβέζης τροφάς· διεδόθη και λόγος εν τω τουρκικώ

στρατοπέδω, και λόγος αληθής, ότι οι επανελθόντες εις τον

εθνικόν αγώνα Βαλτινοί έκλεισαν το Μακρυνόρος, και ότι ο

Οδυσσεύς ήρχετο και αυτός εκ της Ανατολικής Ελλάδος προς

το Μεσολόγγι μετά πολλών στρατευμάτων, αφ' ού ανεχώρησαν

εκείθεν οι υπό τον Μεχμέτην Τούρκοι. Δι' όλα ταύτα έφυγαν

οι Τούρκοι διά νυκτός την 31 απέμπροσθεν του Μεσολογγίου

εν τόση βία, αταξία και φόβω, ώστε την επαύριον

εξελθόντες οι εν τη πόλει ηύραν όπου ήσαν εσκηνωμένοι οι

Τούρκοι 10 κανόνια, 4 βομβοβόλους, την πολεμικήν

αποσκευήν των και αυτά τα έπιπλα των πασάδων. Συνέλαβαν

δε καί τινας ασθενείς Τούρκους, παρ' ων έμαθαν ότι οι

πασάδες ώδευαν προς το Βραχώρι, ο μεν Βρυώνης διά της

Κλεισούρας, ο δε Κιουταχής διά του Κερασόβου, ίνα

περάσωσι τον ποταμόν όσον τάχιον και διασωθώσιν εις

Πρέβεζαν. Διαιρεθέντες τότε οι εν Μεσολογγίω Έλληνες οι

μεν κατεδίωξαν τον εχθρόν μέχρι του Κερασόβου, οι δε

μέχρι της Κλεισούρας· άλλοι δε εστράτευσαν εις Μποχώρι

και Γαλατάν, όπου ήσαν τα νοσοκομεία και αι αποθήκαι των

εχθρών. Ο Μάρκος επρόβαλε ν' αποκλείσωσι τους εχθρούς

εντός του Βραχωρίου όπου, εστερημένοι τροφών και μη

έχοντες άλλα πολεμεφόδια πάρεξ όσα περιείχεν εκάστου η

φυσεκοθήκη, ή θα εχάνοντο ή θα παρεδίδοντο. Η πρότασις

ενεκρίθη, αλλά δεν επραγματοποιήθη διά τας επικρατούσας

εισέτι μεταξύ τινων των οπλαρχηγών διαιρέσεις και

ζηλοτυπίας. Οι Τούρκοι,

[λείπουν οι σελίδες 274 - 275]

πώς πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσαρους πασάδαις·

πέφτουν η μπόμπαις σα βροχή, η μπάλαις σα χαλάζι,

κι' αυτό το λιανοτούφεκο σαν άμμος της θαλάσσης·

κλαίουν μαννούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άνδραις,

κλαίει κι' η μαύρη μας η γη πώχασε τη σπορά της

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ.

(α.)

Μετά την άλωσιν της Λεβαδείας ανέφερεν εις την Πύλην ο Κιοσέ -

Μεχμέτπασας εν ασιανή μεγαλορρημοσύνη, ότι εφονεύθησαν τρισχίλιοι

Έλληνες, οι μεν διά σιδήρου, οι δε διά πυρός.

(β)

Ο πρόξενος ούτος ηγαπάτο και ετιμάτο δικαίως υπό των Ελλήνων,

ευμενής φανείς προς τον αγώνα των απ' αρχής μέχρι τέλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ.

(α)

Άρθρον ζ' της συνθήκης του Καϊναρτσίου·

«Η υψηλή Πύλη υπόσχεται να προστατεύη πάντοτε την χριστιανιχήν

θρησκείαν και τας εκκλησίας της».

Εν δε τω άρθρω ιζ', εν ώ γίνεται λόγος περί της αποδόσεως όλων των

νήσων του Αιγαίου, ας εκυρίευσεν επί του πολέμου η Ρωσσία, η Πύλη

υπόσχεται προς τοις άλλοις μήτε η χριστιανική θρησκεία, μήτε αι

εκκλησίαι να πάθωσιν εις το εξής, μήτε η ανοικοδομή των εκκλησιών

ή η επισκευή να εμποδίζεται· να μη καταδιώκεται δε μήτε να

χλευάζεται κατ' ουδένα τρόπον το ιερατείον. Ο Hammer την συνθήκην

του Καϊναρτσίου ως αρχήν της διαλύσεως της οθωμανικής

αυτοκρατορίας, τουλάχιστον της εν Ευρώπη. (όρα Βιβλ. ογ'.)

(β.)

«Η Πύλη» (λέγει ο ι' παράγραφος του α' άρθρου της συνθήκης)

«συναινεί ν' αναφέρωνται εις αυτήν υπέρ των δύο ηγεμονειών οι παρ'

αυτή πρέσβεις της αυτοκρατορικής αυλής της Ρωσσίας κατά τας

περιστάσεις των μερών εκείνων, και υπόσχεται να τους ακούη μετά

της εις φιλικάς και τιμωμένας Δυνάμεις προσηκούσης ευγενείας».

(γ.)

Ανέγνωσα αναφοράν πολλών χωρικών της Βλαχίας προς τον εκεί

πρόξενον της Ρωσσίας εκτραγωδούντων τα δεινά των και επικαλουμένων

την αντίληψιν του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προστάτου των

ηγεμονειών.

(δ.)

Ο Δανέζης εφυλακίσθη κατ' αρχάς, μετά ταύτα εχωρίσθη εις Μαγνησίαν

και απελύθη επί τη ικεσία του πατριάρχου και τη συνδρομή του

πρέσβεως της Αγγλίας.

(ε.)

Άρθρον λβ'.

« Η υψηλή Πύλη υπόσχεται μήτε αύτη ν' απαιτή, μήτε να επιτρέπη

άλλος τις ν' απαιτή οιαδήποτε τέλη επί των φορτίων των εμπορικών

ρωσσικών πλοίων, των είτε από ρωσσικών λιμένων εις την Άσπρην ή

την Μεσόγειον θάλασσαν, είτε από της Άσπρης ή της Μεσογείου εις

την Μαύρην πλεόντων, μήτε να βιάζωνται τα πλοία ταύτα επί του

διάπλου ν' αποβιβάζωσι τα φορτία εις Κωνσταντινούπολιν ή εις άλλο

μέρος.

Η υψηλή Πύλη υπόσχεται, τα υπό ρωσσικήν σημαίαν πλοία, τα ερχόμενα

από Μαύρης θαλάσσης και διαβαίνοντα διά Κωνσταντινουπόλεως, αφ' ού

παρουσιασθή η δήλωσις των φορτίων αυτών, επιβεβαιωμένη παρά του

πρέσβεως της Ρωσσίας, να λαμβάνωσιν αμέσως το φιρμάνι και ν'

αποπλέωσιν ακωλύτως, αφ' ού το δείξωσιν επί του έκπλου. Επίσης να

μη κωλύωνται και όταν επανερχόμενα από της Άσπρης θαλάσσης εις

τους εντός της Μαύρης ρωσσικούς λιμένας δείξωσιν επί του είσπλου

το επί τη παρά του πρέσβεως της Ρωσσίας επιβεβαιωθείση δηλώσει του

φορτίου των εκδοθέν φιρμάνι.

Άρθρον λγ'.

Όλα τα υπό ρωσσικήν σημαίαν πλοία, τα διαπλέοντα τοιουτοτρόπως τον

πορθμόν της Κωνσταντινουπόλεως και απερχόμενα μακρότερον,

εφοδιάζονται επί της διαπορθμεύσεώς των διά φιρμανίου καθώς ερρέθη

εν τω λβ' άρθρω επί τη καλή πίστει της δηλώσεως των φορτίων υπό

την επιβεβαίωσιν του πρέσβεως της Ρωσσίας· αν δε η Πύλη αμφιβάλλη,

ή υποπτεύη ότι ευρίσκονται υπήκοοι της μεταξύ του πληρώματος, τότε

η αυτοκρατορική αυλή της Ρωσσίας επιτρέπει νηοψίαν, αλλά μετά

πολλής συστολής ενεργουμένην, μηδαμώς εγγιζομένων, ως ερρέθη

ανωτέρω, των εντός του πλοίου πραγματειών ή ενοχλουμένου του

πλοιάρχου, ή εμποδιζομένου υπό περιττών ενίοτε εξετάσεων του διά

της συνθήκης της ειρήνης νομοποιηθέντος επί διακομιδή εμπορίου».

(στ.)

Η απόδειξις ότι διά του τρόπου τούτου επροσπάθει η Πύλη να

εμποδίση την μετακομιδήν των τροφών εις την αποστατήσασαν Ελλάδα,

ευρίσκεται εν τη προς την εν Κωνσταντινουπόλει γαλλικήν πρεσβείαν

κοινοποιήσει αυτής κατά τον αύγουστον διαλαμβανούση προς τοις

άλλοις τα ακόλουθα. «Η υψηλή Πύλη απαιτεί φιλικώ τω τρόπω να μη

πωλώσιν οι ρηθέντες έμποροι τα γεννήματά των προς τους

παραπλέοντας το Αιγαίον πειρατάς· και ο αντιπρέσβυς της Γαλλίας

καλώς θα πράξει, αν διατάξη τους ερχομένους σιτεμπόρους από της

Μαύρης θαλάσσης και έχοντας την άδειαν να μεταφέρωσι τα γεννήματα

εις την Άσπρην να μη τοις τα πωλώσι χάριν της μεταξύ της υψηλής

Πύλης και της αυλής της Γαλλίας υπαρχούσης σταθεράς φιλίας».

(ζ.)

Το έγγραφον τούτο πληροί δεκαεπτά σελίδας εις 8ον κατά την

γαλλικήν μετάφρασιν, όθεν το επορίσθην.

(η.)

Ιδού τι λέγει περί τούτου το β' άρθρον της συνθήκης του

Καϊναρτσίου·

«Αν μετά την υπογραφήν της συνθήκης και την ανταλλαγήν των

επικυρώσεων υπήκοοί τινες των δύο Δυνάμεων, πράξαντες βαρύ τι

έγκλημα ή ένοχοι γενόμενοι απείθειας ή προδοσίας, καταφύγωσιν ως

εις άσυλον εις τα χώματα της μιας των δύο Δυνάμεων, να μη γίνωνται

δεκτοί επ' ουδεμία προφάσει, αλλ' αμέσως να παραδίδωνται,

τουλάχιστον ν' αποπέμπωνται εξ όλων των μερών της επικρατείας, ίνα

μη συμβή εντεύθεν ψυχρότης ή ανωφελής έρις μεταξύ των δύο

αυτοκρατοριών. Εξαιρούνται μόνον όσοι εν μεν Ρωσσία ασπασθώσι την

χριστιανικήν θρησκείαν, εν δε Τουρκία την μωαμεθανήν. Αλλ' εν

περιπτώσει, καθ' ην υπήκοοι της μιας ή της άλλης Δυνάμεως, είτε

Χριστιανοί είτε Τούρκοι εγκληματίαι, μεταβούν από της μιας

επικρατείας εις την άλλην, να παραδίδωνται όταν ζητηθώσιν».

(θ.)

Ο πατριάρχης Γρηγόριος δεν εγεννήθη εν Καλαβρύτοις, αλλ' εν

Δημητσάνη.

Εξ ων μέχρι τούδε εξιστόρησα, έγεινε γνωστόν ότι εν τη Ελλάδι η

αιματοχυσία των αθώων Μουσουλμάνων και αι βεβηλώσεις των ζαμίων

ήρχισαν μετά τας αδίκους σφαγάς και την χύσιν του ιερωτέρου

αίματος των Ελλήνων, ό εστιν ήσαν τα αποτελέσματα και όχι τα αίτια

του θανάτου του πατριάρχου και των άλλων.

(ι.)

Ουδεμία απόδειξις ή ένδειξις του εγκλήματος του πατριάρχου, των

αρχιερέων ή τόσων άλλων θυμάτων εφάνη.

(κ.)

Αν η Πύλη είχε τοιαύτα έγγραφα, διατί δεν τα εγνωστοποίει εις

δικαιολογίαν της;

(λ.)

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 23 / 26 段