Μεγαρίδος ο Υψηλάντης·
Αύγουστος ούτος επί τη προσκλήσει των Αθηναίων των μη
θελόντων φρουράρχους τον Σαρήν και τον Λέκκαν
συμπαραλαβών και τον επί του αυτού όρους συναγωνιστήν του
Νικήταν μετέβη την 21 αυγούστου εις Αθήνας, ίνα διαθέση
άλλως πως τα του φρουρίου. Αλλ' οι φρούραρχοι ούτε τας
φιλικάς προσκλήσεις του εισήκουσαν, ούτε εις τας βαρείας
απειλάς του ενέδωκαν, ούτε να τον δεχθώσιν εντός της
ακροπόλεως επιθυμούντα να την επισκεφθή συνήνεσαν· επειδή
δε εφοβήθησαν μη πάθωσιν υπό των ιδίων στρατιωτών, διότι
ο Υψηλάντης οργισθείς εφοβέρισε να καύση επί τη παρακοή
των τας οικίας των και να φυλακίση τους συγγενείς των,
μετεκάλεσαν τον Οδυσσέα εις παραλαβήν της ακροπόλεως.
Εύρημα εθεώρησεν ο Οδυσσεύς την προσφοράν ταύτην και
έτρεξε δρομαίος εις Αθήνας την 27. Επειδή δε ούτος, ο
Υψηλάντης και ο Νικήτας ήσαν του αυτού φρονήματος, δεν
ελογόφεραν περί της κατοχής του φρουρίου, μάλιστα τόσον
ήσαν σύμφωνοι, ώστε συνεπεστάτησαν και οι τρεις επί των
γενομένων εκείναις ταις ημέραις αθηναϊκών αρχαιρεσιών.
Και ο μεν Υψηλάντης και ο Νικήτας επανήλθαν μετ' ολίγον
εις το στρατόπεδον (α), ο δε Οδυσσεύς έμεινεν εν Αθήναις
και διώρισε φρούραρχον τον οπαδόν του Γκούραν.
Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι διά τας προς αλλήλους
ασυμφωνίας εστερήθησαν οικειοθελώς της εγχωρίου δυνάμεως
των, και την παρέδωκαν, ή μάλλον ειπείν παρέδωκαν
εαυτούς, εις χείρας του Οδυσσέως, ανδρός ούτινος η
προλαβούσα διαγωγή και η παρούσα θέσις δεν ήσαν βεβαίως
τόσης εμπιστοσύνης άξιαι.
Η δ' εκ της περιστάσεως ταύτης απροσδόκητος αύξησις της
δυνάμεως του Οδυσσέως και την φιλοδοξίαν του έτι μάλλον
εξήψε, και την προς αυτόν υπόληψιν του κοινού υπερηύξησε·
και οι μεν διά κολακείαν, οι δε διά φόβον, και άλλοι διά
την ανάγκην των περιστάσεων ήθελαν να εκτείνωσι την
εξουσίαν του καθ' όλην την Ανατολικήν Ελλάδα.
Πολλοί των προκρίτων αυτής αντεφέροντο προ πολλού προς
τον Άρειον πάγον. Μετά δε τα μεταξύ αυτού και του
Οδυσσέως συμβάντα, εθαρρύνθησαν έτι μάλλον και έβαλαν
κατά νουν και αυτήν την κατάργησίν του ή την
αντικατάστασίν τινων των μελών του, υποστηριζόμενοι υπό
του δεινού αντιπάλου του. Αληθής αιτία της
αντιπολιτεύσεως των ρηθέντων προκρίτων ήτον η προς τους
Αρειοπαγίτας αντιζηλία και η αντιποίησις της εξουσίας
των, αν και μη πολλού φθόνου αξίας· αλλ' οι ιδιοτελείς
σκοποί και τα πάθη των ανθρώπων περικαλύπτονται πάντοτε
υπό πρόσχημα ορθού λόγου και γενικού συμφέροντος εις
απάτην του κοινού, ούτινος απαιτείται η σύμπραξις ή η
γνώμη· διά τούτο και οι άνδρες ούτοι διετείνοντο εις
δικαιολογίαν της κατακραυγής των, ότι οι πλείστοι των
Αρειοπαγιτών ή δεν εξελέχθησαν υπό των ελευθέρων επαρχιών
νομίμως, ή εστάλησαν εξ επαρχιών υπό τον τουρκικόν εισέτι
ζυγόν·
Σεπτέμβριος και εστία μεν της αντιπολιτεύσεως ήσαν αι
Αθήναι, πρωταγωνισταί δε υπό την επιρροήν πάντοτε και
ενίσχυσιν του Οδυσσέως οι πρόκριτοι των Αθηνών, της
Λεβαδείας και των Θηβών, καλέσαντες, αρχομένου του
σεπτεμβρίου, δι' εγκυκλίων, εις γενικήν σύσκεψιν περί
τούτου και τους προκρίτους των άλλων επαρχιών της
Ανατολικής Ελλάδος.
Μετά τα εν τη Δρακοσπηλιά συμβάντα και την εισβολήν του
Δράμαλη, τα μέλη του Αρείου πάγου διασκορπισθέντα και
καταδιωκόμενα υπό του Οδυσσέως, διαπράττοντος και επί
ξηράς και επί θαλάσσης την σύλληψίν των, κατήντησαν
μεσούντος του σεπτεμβρίου εις Ξηροχώρι της Ευβοίας, αλλά
και εκεί ούτε δύναμιν ούτε ασφάλειαν είχαν. Αι επαρχίαι,
ας ανεφέραμεν, απεστάτησαν και εκινήθησαν κατ' αυτού· και
αυτή η νήσος της Ευβοίας, εις ην κατέφυγεν, όχι μόνον δεν
υπήκουεν, αλλά και όπλα κατ' αυτού έλαβε· θα διελύετο δε
βεβαίως, αν δεν υπεστηρίζετο παρά του επί της νήσου
οπλαρχηγού Διαμαντή, όστις και ενόπλως από των κατ' αυτού
ενόπλως ελθόντων Ευβοέων τον υπεράσπισε, και ούτε εις τας
επανειλημμένας εισηγήσεις του Οδυσσέως ούτε εις τας
ιδιαιτέρας προτροπάς του Υψηλάντου αποστείλαντος επί
τούτω προς αυτόν τον άλλοτε επί του Ολύμπου συναγωνιστήν
του και πάντοτε πιστόν Υψηλαντιστήν Σάλλαν, ώτα ακοής
έδωκεν.
Τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων εβοήθει μεγάλως τους εν
Χαλκίδι Τούρκους, οίτινες μηδενός εναντιουμένου,
εξήρχοντο εις την αντικρύ ξηράν, ήρπαζαν ό,τι εύρισκαν
και επανήρχοντο ανενόχλητοι εις το φρούριον φοβούμενοι
μόνον να προχωρήσωσιν· αλλ' όσα εκ του πλησίον ήρπαζαν,
ούτε εις αυτάρκη τροφήν των, ούτε εις χορτασμόν της
πλεονεξίας των ήρκουν. Ήσαν δε εντός του φρουρίου και
Αλβανοί εις τόσην απείθειαν και αναισχυντίαν
καταντήσαντες, ώστε αρπάσαντες μάλλον ή λαβόντες τους
καθυστερούντας μισθούς των παρά του πασά απέβησαν
αυθαιρέτως εις την αντίπεραν ξηράν την 25 ως 500,
εκανονοβολήθησαν ως εχθροί παρά των εν Καραμπαπά Τούρκων
και απήλθαν εις τα τουρκικά χώματα διά Λεβαδείας και
Ζητουνίου. Την ακόλουθον δε ημέραν 200 Τούρκοι,
εξελθόντες της Χαλκίδος, επροχώρησαν επί αρπαγή μέχρι των
Πλαταιών, αλλ' εκτυπήθησαν και επέστρεψαν σχεδόν
άπρακτοι.
Συνελθόντες δε οι κατά του Αρείου πάγου συγκαλεσθέντες
εις Αθήνας, τον κατήργησαν την 18, αναθέσαντες τα
καθήκοντά του εις τους αντιπροσώπους και εφόρους των
ελευθέρων επαρχιών μέχρι της συγκροτήσεως της εθνικής
συνελεύσεως· θέλοντες δε να τιμήσωσι τον δυνατόν της
ημέρας Οδυσσέα, τον ανηγόρευσαν ομοθυμαδόν αρχιστράτηγον
της Ανατολικής Ελλάδος, και την 24, γενομένης τελετής
παρόντων των μελών της συνελεύσεως ταύτης και πλήθους
λαού, ανεγνώσθη μεγαλοφώνως το αρχιστρατηγικόν δίπλωμά
του, τον έζωσαν οι αρχιεπίσκοποι Αθηνών και Θηβών, μέλη
όντες και αυτοί της συνελεύσεως, την σπάθην της
αρχιστρατηγίας και τον ανευφήμησαν όλοι οι παρεστώτες.
Η τοπική δε αύτη και αυτοκέλευστος συνέλευσις, υπογράψασα
τας δύο πράξεις, την της καταργήσεως του Αρείου πάγου και
την της αρχιστρατηγίας του Οδυσσέως, εν ώ μήτε την μίαν
μήτε την άλλην να υπογράψη δύναμιν είχε, διελύθη· αλλά το
παραδοξότερον και μεμπτότερον, και ό,τι δεικνύει αυτό και
μόνον την αθλίαν κατάστασιν των τότε κυβερνητικών
πραγμάτων είναι, ότι μέλος του νομοτελεστικού, ο Ιωάννης
Λογοθέτης, ευρεθείς εκεί συνέπραξε και αυτός παρρησία
μετά των αντιπολιτευομένων την κυβέρνησιν και συνυπέγραψε
και την κατάργησιν του Αρείου πάγου, και την
αρχιστρατηγίαν του Οδυσσέως· συνυπέγραψε δε και την περί
τούτων προς την κυβέρνησιν αναφοράν. Διά την διαγωγήν του
δε ταύτην το νομοτελεστικόν ηναγκάσθη να τον κατηγορήση
ενώπιον της Βουλής ως ένοχον πολιτικού εγκλήματος.
Εκστρατεύσαντος δε του Δράμαλη, ο Χουρσήδης διέμεινεν εν
Λαρίσση και δι' άλλα αίτια και εις αποστολήν νέων
στρατευμάτων· εξαπέστειλε δε, αρχομένου του αυγούστου,
τρισχιλίους υπό τον Χασνατάρην του και πέρυσιν
εισβαλόντος εις την Ανατολικήν Ελλάδα βεζίρη Κιοσέ -
Μεχμέτη διορισθέντος αρχηγού των νέων τούτων
στρατευμάτων. Οι τρισχίλιοι ούτοι ήλθαν κατά την Φοντάναν
όχι προς διάβασιν εις Λεβαδείαν τόσον ολίγοι όντες, αλλά
προς κατάληψιν της θέσεως διά την εν καιρώ ακίνδυνον δι'
εκείνου του μέρους εισβολήν και άλλου στρατεύματος
ερχομένου κατόπιν υπ' αυτόν τον Μεχμέτην. Την θέσιν της
Φοντάνας κατείχαν ο Δυοβουνιώτης και ο Γκούρας. Οι
Τούρκοι εδοκίμασαν να προχωρήσωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν
και φονευθέντων τινών ωπισθοδρόμησαν προς την Νευρόπολιν
όπου και εστρατοπέδευσαν. Οι δε ρηθέντες οπλαρχηγοί
Έλληνες καί τινες άλλοι, εν οις και ο Οδυσσεύς, επέπεσαν
σκοπούντες να τους διασκορπίσωσιν, αλλά διεσκορπίσθησαν
αυτοί· εδοκίμασαν και εκ δευτέρου να τους διασκορπίσωσιν,
αλλά και εκ δευτέρου απέτυχαν, και τα στρατεύματά των
διελύθησαν, και οι τρισχίλιοι Τούρκοι έμειναν έκτοτε
ανενόχλητοι. Μετ' ολίγον ήλθαν και άλλοι εις ενδυνάμωσιν
του μικρού τούτου εχθρικού στρατοπέδου, και έκτοτε οι
εχθροί εφόβιζαν αντί να φοβώνται, και έβλαπταν αντί να
βλάπτωνται· έμειναν δε οι μεν πεζοί εν Νευροπόλει ως και
πρότερον, οι δε ιππείς ετοποθετήθησαν εν Δαδίω· διεχέοντο
δε οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν, μηδενός εναντιουμένου,
εις τα πέριξ χωρία λεηλατούντες και εσοδιάζοντες τους
οψίμους καρπούς· έκαυσαν εν τω μεταξύ τούτω και το
Ταλάντι. Επί τέλους ήλθε και αυτός ο Μεχμέτης· εφημίζετο
δε ότι οι εισελθόντες εχθροί ήσαν όλοι δωδεκακισχίλιοι.
Οκτώβριος Θέλων δε ο πασάς να προχωρήση διήρεσεν εις
δύο τον στρατόν του, και αυτός μεν οδηγών το πλείστον
μέρος διέβη εις Σάλωνα την 17 Οκτωβρίου διά της Γραβιάς,
ο δε διοικητής της Όχριδος Τσελελεντήμπεης, οδηγών το
υπόλοιπον, επεχείρησε να διέλθη διά του Ζεμένου, αλλ'
απεκρούσθη παρά των υπό τον υποπλαρχηγόν του Οδυσσέως
Λάιον προκαταλαβόντων την θέσιν εκείνην Αραχωβιτών και
παρά των υπό τον Λεπενιώτην, υποπλαρχηγόν και αυτόν του
Οδυσσέως, τοποθετηθέντων εν τω μετοχίω της Ιερουσαλήμ.
Απελπισθείς δε να διέλθη την οδόν εκείνην ωπισθοδρόμησε
και διέβη και ούτος εις Σάλωνα διά της Γραβιάς.
Εν μέσω δε της επελθούσης αμηχανίας εξ αιτίας της
εχθρικής ταύτης εισβολής, οι Ανατολικοελλαδίται απέβλεπαν
διά την σωτηρίαν των εις τον νέον αρχιστράτηγον και τω
έγραφαν πανταχόθεν να εκστρατεύση. Ο Οδυσσεύς υπώπτευε μη
έλθη ο Μεχμέτης, μηδενός εναντιουμένου, και εις αυτάς τας
Αθήνας και κατεγίνετο σπουδαίως εις οχύρωσιν και
εφοδιασμόν της ακροπόλεως· και επειδή ανέπαφος ήτον
εισέτι η περιουσία των παραδοθέντων Τούρκων, διότι δεν
εσυμβιβάζοντο οι κρατούντες αυτήν εις διανομήν της, ο
Οδυσσεύς συναινέσει των εφόρων την εξηργύρωσε και την
εξωδίασε συνεξωδιάσας και εξ ιδίων εις αγοράν τροφών και
άλλων αναγκαίων διά την ασφάλειαν της ακροπόλεως.
Είδαμεν, ότι η έλλειψις του νερού και όχι της τροφής
επέφερε την πτώσιν αυτής. Καλή τύχη ο κίνδυνος ούτος
εξέλειψεν απροσδοκήτως, διότι εργάται τινές σκάπτοντες
ανεκάλυψαν κατά περίστασιν υπό το άντρον του Πανός πηγήν
αφθόνου και καθαρού νερού, ην ολίγον απέχουσαν του
τείχους συμπεριέλαβεν ο Οδυσσεύς διά παρατειχίσματος.
Εξασφαλίσας δε την ακρόπολιν υπό την φρουραρχίαν του
Γκούρα εξεστράτευσε την 23 (β). Δεν είχε την ημέραν
εκείνην ειμή 300, και μόλις έγειναν όλοι οι υπό την
οδηγίαν του 1200, συνενωθέντων καθ' οδόν και άλλων
υποπλαρχηγών. Αλλ' η φήμη τόσον επλήθυνε τας δυνάμεις
του, ώστε ο Μεχμέτης, όστις ήξευρεν ότι οι υπό τον
Λεπενιώτην μετετόπισαν από των προς το Ζεμενόν θέσεων εις
Καστρί επί περιορισμώ των προς εκείνα τα μέρη εχθρών,
φοβηθείς μη κλεισθή εντός των Σαλώνων τα έκαυσεν, έκαυσε
και το παρακείμενον χωρίον Τοπόλια, εξήλθε πανστρατιά και
εστρατοπέδευσε προς καιρόν κατά την Γραβιάν.
Νοέμβριος Φθάσας δε ο Οδυσσεύς εις Δαύλειαν επί της εις
Σάλωνα πορείας του και μαθών ταύτα εστράφη και έφθασεν
εις Δαδί την 1 νοεμβρίου· και άλλοι μεν έμειναν εντός του
χωρίου, ούσης της ημέρας βροχεράς, άλλοι δε ανέβησαν υπ'
αυτόν εις το ημιώριον απέχον του χωρίου μοναστήριον της
Παναγίας, όπου ηύραν τους κατά διαταγήν του μεταβάντας
προ ολίγης ώρας εκεί εκ Καστρίου. Πριν δε τοποθετηθώσιν,
εφάνη αιφνιδίως ο τουρκικός στρατός οδεύων διά της
πεδιάδος του Δαδίου προς το Τουρκοχώρι, και ο σαλπιγκτής
του Οδυσσέως εσάλπισεν εις ειδοποίησιν των Ελλήνων. Οι
Τούρκοι ηγνόουν ότι κατείχαν τας θέσεις εκείνας Έλληνες
και ήσαν ήδη προωδευμένοι· αλλ' ακούσαντες τον ήχον της
σάλπιγγος ωπισθοδρόμησαν και κατέλαβαν τα καλύβια του
Δαδίου. Ο Οδυσσεύς διέταξεν αμέσως τους συν αυτώ να
οχυρωθώσι και παρήγγειλε και τους εν τω χωρίω υπό τον
Γάτσον και τον Σαρήν ν' αναβώσιν εις το μοναστήριον. Αλλ'
οι εχθροί μήτε να ενωθώσι τοις έδωκαν καιρόν μήτε να
οχυρωθώσιν, αλλ' έπεσαν διά μιας οι μεν πεζοί επί τους εν
τω μοναστηρίω, οι δε ιππείς επί τους εν τω χωρίω, έτρεψαν
όλους, επήραν τας αποσκευάς των, εφόνευσαν ως 20, εν οις
και τον Μήνιον Κατσικογιάννην, εζώγρησαν τον Σαρήν (γ),
επλήγωσαν τον Γάτσον, και μόλις ο Οδυσσεύς διέφυγεν ως
ταχύπους τας χείρας των διαβάς διά μέσου αυτών ως
Αλβανός. Ήσαν δε εν τω μοναστηρίω της Παναγίας καί τινες
οικογένειαι, εξ ών οι μεν άνδρες εσφάγησαν, αι δε
γυναίκες και τα παιδία ηχμαλωτίσθησαν. Οι Τούρκοι
μετέβαλαν το σχέδιόν των μετά την παρεμπεσούσαν ταύτην
τροπήν των Ελλήνων και μετέβησαν εις Βελίτσαν.
Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ουδέν εφαίνετο
δυνάμενον να εμποδίση την πρόοδον των εχθρών προς τον
ισθμόν ή προς τας Αθήνας, ουδέ να προφυλάξη από της
σφαγής και της αιχμαλωσίας πολλούς κατοίκους των μερών
εκείνων μη δυναμένους διά τον επικρατούντα χειμώνα μήτε
να προφυλαχθώσι, μήτε τα ζώα των να προφυλάξωσιν επί των
ορέων· αλλ' ο πολυμήχανος Οδυσσεύς, νικηθείς διά της
εχθρικής δυνάμεως, ενίκησε διά της φυσικής του
δεξιότητος.
Προθέμενος να κερδίση καιρόν και στρατολογήση εκ νέου,
εσοφίσθη να διαπραγματευθή μετά των Τούρκων, και έγραψε
τω γνωστώ του Τσελελεντήμπεη γράμμα ταπεινόν δι' ου
παρεκάλει τον πασάν ν' απολύση, τους επί της τελευταίας
μάχης συλληφθέντας Έλληνας, υποσχόμενος και αυτός ν'
απολύση τινάς παρ' αυτώ αιχμαλώτους Τούρκους. Ο
Τσελελεντήμπεης απεκρίθη φιλοφρόνως, και τω επρόβαλε να
στείλη προς αυτόν πιστόν άνθρωπόν του εις διαπραγμάτευσιν
περί της αμοιβαίας απολύσεως των αιχμαλώτων και περί
άλλον σπουδαίων υποθέσεων. Επί τη αρεστή ταύτη προτάσει
απέστειλεν ο Οδυσσεύς τον γραμματέα του Αντώνην
Γεωργαντάν, ο δε Τσελελεντήμπεης ανταπέστειλε τον
Μουστάμπεην προς ασφάλεια του Γεωργαντά. Ευμενέστατα
εδέχθησαν οι Τούρκοι τον αποσταλέντα και υπεσχέθησαν
πρόθυμοι εξ ονόματος της Πύλης προς τον αποστείλαντα την
γενικήν αρχηγίαν καθ' όλην την Ανατολικήν Ελλάδα και την
εκείθεν αναχώρησιν όλου του τουρκικού στρατού υπό τον
όρον να προσκυνήση αυτός και προσκυνήσωσι διά της
προτροπής του και οι λοιποί οπλαρχηγοί και πρόκριτοι του
μέρους εκείνου. Ο Γεωργαντάς, υποκριθείς ότι τοιαύτη ήτο
και η επιθυμία του Οδυσσέως, επανήλθε προς αυτόν την
επαύριον κομιστής των περί ων ο λόγος προτάσεων. Ο δε
Οδυσσεύς, ευρών ό,τι εζήτει, επανέπεμψεν αυθημερόν τον
επιτήδειον Γεωργαντάν, απέλυσε τους πλείστους των παρ'
αυτώ αιχμαλώτων και επρόβαλεν εις αποπεράτωσιν της περί
ης ο λόγος διαπραγματεύσεως ανακωχήν και συνέντευξιν.
Προθύμως εδέχθησαν οι Τούρκοι την πρότασιν, απέλυσαν τους
αιχμαλώτους, και την 5 νοεμβρίου ο Οδυσσεύς εν συνοδία
ολίγων σωματοφυλάκων υπήγεν εις το πλησίον του εχθρικού
στρατοπέδου χωρίον, αγίαν Μαρίναν, όπου ηύρε τον
κεχαγιάμπεην και τον Τσελελεντήμπεην προσμένοντάς τον·
τόσον δε επιτηδείως υπεκρίθη προς αυτούς τον πιστόν
ραγιάν, ώστε απέφυγεν ευσχήμως και ανυπόπτως να υπογράψη
το προετοιμασθέν εις υπογραφήν του προσκυνητοχάρτιον επί
λόγω ότι όχι μόνον δεν ωφέλει, αλλά και έβλαπτε τον
κοινωφελή σκοπόν μόνη η υπογραφή αυτού εν αγνοία των
άλλων οπλαρχηγών και προκρίτων του μέρους εκείνου· τους
εβεβαίωσε δε ότι μετά την εις Ζητούνι επάνοδον του
στρατού κατά την πρότασίν των θα έστελλεν εκεί τους
προκρίτους των επαρχιών εις προσκύνησίν των. Οι μπέηδες
επήνεσαν τον ζήλον του και την φρόνησίν του, τω
υπεσχέθησαν πλουσίας αμοιβάς διά την προς την Υψηλήν
Πύλην ακραιφνή πίστιν του, και επί τη βεβαιώσει της εις
Ζητούνι ταχείας επανόδου των, διεχωρίσθησαν· και οι μεν
Τούρκοι ανεχώρησαν τω όντι όλοι εις Ζητούνι (δ)· ο δε
Οδυσσεύς θέλων να φανή ότι εξετέλεσεν όσα υπεσχέθη,
έστειλε κατόπιν αυτών εις προσκύνησιν του πασά τέσσαρας
ασημάντους αλλ' ευπρεπώς ενδεδυμένους γέροντας ως
αντιπροσώπους των επαρχιών των μερών εκείνων.
Αρμοδίαν εθεώρησεν ο Οδυσσεύς την περίστασιν ταύτην να
κυριεύση δι' απάτης υπό το πρόσχημα της ψευδούς του
υποταγής τον Καραμπαμπάν· και αφ' ού προητοιμάσθη,
απέλυσε και απέστειλε προς τους εν τω φρουρίω τινάς
αιχμαλώτους Τούρκους, και παρηκολούθει και αυτός,
σκοπεύων να ριφθή αιφνιδίως εις αυτό· αλλ' οι Τούρκοι
ανεκάλυψαν την απάτην και εματαίωσαν το σχέδιόν του.
Διά τοιαύτης μηχανουργίας ηλευθέρωσεν ο Οδυσσεύς την
κινδυνεύουσαν Ανατολικήν Ελλάδα, και οι πρόκριτοι και
οπλαρχηγοί αυτής, οι μη συμπράξαντες, ευφήμησαν τον
ελευθερωτήν της. Αλλ' απορίας άξιον είναι πώς ο Μεχμέτης
ηπατήθη τόσον ευκόλως· και φαίνεται ότι συνέτρεξαν εις
την επάνοδόν του και άλλα αίτια, τα εξής. Διαδοθέντος του
λόγου ότι επροσκύνησε το μέρος εκείνο, οι
συνεκστρατεύοντες Αλβανοί, αποβαλόντες πάσαν ελπίδα
λαφυραγωγίας και αιχμαλωσίας, ανεχώρησαν προ των άλλων,
και ηδυνάτισεν ο στρατός. Εγνώσθη δε ότι και ελληνικά
τινα σώματα διέκοψαν την συγκοινωνίαν Βελίτσας όπου
εστρατοπέδευαν οι εχθροί, και Ζητουνίου, όθεν τοις
ήρχοντο αι τροφαί, και ήρπασαν καί τινας αυτών κατ'
εκείνας τας ημέρας. Ετάραξε δε ίσως όχι ολίγον τον
Μεχμέτην και η είδησις, ότι ο προστάτης του Χουρσήδης,
δι' ου ανεδείχθη ηγεμών της Πελοποννήσου, πεσών εις οργήν
και καταδικασθείς εις θάνατον, επρόλαβε και εφαρμακεύθη,
ούτως ανταμείψαντος του σουλτάνου τας προς αυτόν λαμπράς
υπηρεσίας του (ε)· έμαθεν ίσως και τα δυστυχήματα του
Δράμαλη, επροχώρει και ο χειμών δριμύς και βροχερός.
Πάντα ταύτα συνέτρεξαν, φαίνεται, εις την επί μόνη τη
απατηλή διαγωγή του Οδυσσέως δυσεξήγητον αναχώρησιν του
Μεχμέτη εν μέσω της ευτυχούς προόδου του.
1822 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.
&Περιγραφή Μεσολογγίου και πολιορκία αυτού. — Αποτυχία
της υπό τον Βρυώνην εκστρατείας εις Δυτικήν Ελλάδα.&
Η ΠΟΛΙΣ του Μεσολογγίου κείται μεταξύ των δύο ποταμών,
του Ευήνου (Φίδαρη) και του Αχελώου (Άσπρου)· απέχει δε
του μεν πρώτου 6, του δε δευτέρου 12 μίλια, και 4 της
νοτίου υπωρείας του Αρακύνθου (Ζυγού)· κείται δε επί
χερσονησοειδούς εσχατιάς πεδιάδος από της ρηθείσης
υπωρείας αρχομένης και εις την θάλασσαν τελευτώσης. Μίαν
ήμισυ ώραν μακράν του Μεσολογγίου προς άρκτον επί τινος
λόφου κείνται τα ερείπια της νεωτέρας Πλευρώνος, τα
κοινώς λεγόμενα κάστρον της Κυρά - Ειρήνης. Ήτο δε η Κυρά
- Ειρήνη θυγάτηρ του Αυτοκράτορος Αλεξίου Παλαιολόγου.
Προς την υπώρειαν δε του Ζυγού επί τινος υψώματος
σώζονται ερείπια του τείχους της παλαιάς Πλευρώνος,
κοινώς λεγόμενα Γυφτόκαστρον. Συνωκίσθησαν δε κατά τον
Στράβωνα οι οικήτορες αυτής εις την νεωτέραν Πλευρώνα
πορθούντος την χώραν Δημητρίου του επικληθέντος
Αιτωλικού. Άγνωστος η πρώτη της πόλεως του Μεσολογγίου
καταβολή. Ο Ιουδαίος Βενιαμίν ο εκ Τουδέλης, ο
περιηγηθείς την Ελλάδα το 1153, αναφέρει το Ανατολικόν,
το κατ' αυτόν Νατολικόν, αλλ' όχι και το Μεσολόγγι. Ο δε
Βενετός ιστοριογράφος, Πέτρος Γαρζώνης, διηγούμενος τους
μεταξύ Τουρκίας και Βενετίας συγχρόνους του πολέμους
λέγει, ότι μετά τινα μάχην πλησίον του Μεσολογγίου εν
έτει 1684, καθ' ην εφονεύθησαν όχι ολίγοι Τούρκοι και ο
αρχηγός αυτών Σεφέραγας, το Ανατολικόν, το και κατ' αυτόν
Νατολικόν, και το Μεσολόγγι απεσπάσθησαν των Τούρκων και
υπετάχθησαν εις τους Βενετούς. Ο ημέτερος Ιωάννης Στάννος
ουδ' αυτός ουδαμού της χρονικής βίβλου του αναφέρει το
Μεσολόγγι. Εν ουδενί δε των προ της συγγραφής του Γαρζώνη
γεωγραφικών πινάκων σημειούται η πόλις αύτη, ουδέ μνεία
γίνεται αυτής εν τη περιγραφή, της εν έτει 1571 κατά την
Ναύπακτον περιφήμου ναυμαχίας (α) η άλλης τινός κατ'
εκείνα τα μέρη συμπλοκής. Ουδέν ίχνος αρχαιότητος, ουδέ
βυζαντινόν ή βενετικόν τι φαίνεται εν τη πόλει, και η
κτίσις αυτής είναι όλη τουρκική· φαίνονται μόνον τα
ερείπιά των κατά τον τουρκορρωσικον πόλεμον επί
Αικατερίνης κατεδαφισθεισών οικιών, λαβούσης και της
πόλεως ταύτης τότε τα όπλα κατά των Τούρκων.
Βορειοανατολικώς του Μεσολογγίου, μίαν ώραν μακράν αυτού
επί πεδιάδος, σώζονται ερείπια πενιχράς κωμοπόλεως
καλούμενα χ ί λ ι α - σ π ή τ ι α, και λέγεται, ότι μετά
την κατ' αρχάς του ΙΣΤ' αιώνος καταστροφήν της κωμοπόλεως
εκείνης κατέφυγαν οι πλείστοι των κατοίκων της χάριν
ασφαλείας εις τα ένυδρα μέρη, όπου κείται σήμερον η πόλις
του Μεσολογγίου. Αλλά και αυτό το όνομα της πόλεως
δεικνύει την όχι αρχαίαν καταβολήν της, και εξηγεί και
την θέσιν εφ' ης εκτίσθη είτε εν μέσω λάκκων εξ αιτίας
της λίμνης της (β), είτε εν μέσω λόγγου, διότι, και
αρχομένης της επαναστάσεως, εσώζοντο έξωθεν αυτής και
εξικνούντο έως εις τα άκρα της ελαιώνες, οίτινες κατά την
επικρατούσαν παράδοσιν, άγριοι και κατάπυκνοι άλλοτε,
ηρεώθησαν και εκεντρώθησαν. Πολλά έτη προ της
επαναστάσεως η πόλις αύτη ήτο καθ' όλα σημαντικωτέρα του
Ανατολικού· δι' ο, αν και η εκ των δύο τούτων πόλεων και
του Νεοχωρίου επαρχία εκαλείτο επί τουρκοκρατίας Μ ο υ κ
α τ ά ς - Α ν α τ ο λ ι κ ο ύ, ο διοικητής έδρευεν εν
Μεσολογγίω· εκαλείτο δε αναμφιβόλως ούτω, διότι επί της
συστάσεως αυτής το Ανατολικόν επρώτευεν. Η πόλις του
Μεσολογγίου είχε προ της επαναστάσεως 5500 ψυχάς· 40 δε ή
50 μόνον εξ αυτών επρέσβευαν τα του κορανίου. Μέγα μέρος
των κατοίκων ήσαν αλιείς, ικανόν δε ναύται μετερχόμενοι
την ακτοπλοΐαν ή πλέοντες επί ξένων πλοίων, αφ' ού
έπαυσαν να ναυπηγώσιν επί του τόπου μεγάλα πλοία μετά την
πρόοδον του ναυτικού του Γαλαξειδίου, ενισχυομένου υπό
των πλουσίων εμπόρων των Πατρών. Αι δύο δε αύται τάξεις
των κατοίκων, η των αλιέων και η των ναυτών, κατείχαν εν
γένει το παραθαλάσσιον της πόλεως· οι δε γεωργοί, οι
κοινώς λεγόμενοι καλυβιώται, ως έχοντες εις κατοικίαν
καλύβας, κατείχαν το προς την ξηράν· οι δε λοιποί πολίται
τα κεντρικώτερα. Επειδή το παραθαλάσσιον είναι το
τερπνότερον και το υγιέστερον, πολλοί ευκατάστατοι
έφρατταν διά πασσάλων και παλιουρίων συμπεπλεγμένων μέρος
της αβαθούς θαλάσσης και το απεγαίοναν, μεταφέροντες εκ
των πλησιεστέρων της λίμνης νησιδίων γλίναν αντέχουσαν
εις τας παντοτεινάς επαφάς και τας συχνάς προσβολάς της
θαλάσσης· επί δε του κατασκευαστού τούτου και αστερεώτου
εδάφους έστρωναν τεσσάρων πέντε ποδών πλάτος εχούσας
εσχάρας, ήτοι συνδεδεμένα δένδρινα ξύλα μη σηπόμενα αλλά
μάλιστα σκληρυνόμενα εντός της θαλάσσης· επί των εσχαρών
δε τούτων εθεμελίοναν τας οικίας.
Το δ' έδαφος της πόλεως είναι σχεδόν ισοθάλασσον· διά
τούτο πολλάκις εν καιρώ χειμώνος ωθουμένων των κυμάτων
προς την ξηράν υπό των πελαγίων ανέμων, περιθαλασσούνται
αι παράλιοι οικίαι, και οι ενοικούντες κοινωνούν μετά των
λοιπών διά μονοξύλων. Συμβαίνει δ' ενίοτε το εναντίον,
και η θάλασσα φεύγει ως ωκεάνειος άμπωτις απέμπροσθεν της
πόλεως επί τη βιαία και διαρκεί πνοή του χειμερινού
βορέου. Προ της επαναστάσεως ήσαν εν τη πόλει πέντε
εκκλησίαι και έν ζαμίον· ήκμαζε και σχολείον διαδίδον την
γνώσιν της ελληνικής γλώσσης υπό τον μαθητεύσαντα εν τω
Αγίω Όρει παρά τω Ευγενίω και τω Νεοφύτω και μετά ταύτα
συσχολαρχήσαντα Παναγιώτην Παλαμάν, υφ' όν, αποκτήσαντα
μεγάλην υπόληψιν γραμματικού και ελκύσαντα μέγαν αριθμόν
ακροατών εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος, έπειτα δε μέχρι
της επαναστάσεως υπό τους υιούς αυτού Γρηγόριον και
Ιωάννην συγκροτούμενοι ελληνοδιδάσκαλοι εστέλλοντο
πολλαχού· διά τούτο η γνώσις της ελληνικής γλώσσης ήτο
παρά τοις προϊσταμένοις κοινή.
Η δε έμπροσθεν του Μεσολογγίου λιμνοθάλασσα έχει 65
μιλίων περιφέρειαν· είναι πολυίχθυος· περιέχει δύο
αλικάς, την μεν κατά το Ανατολικόν, την Άσπρην, την δε
κατά το Μποχώρι, την Μαύρην· τα προς την θάλασσαν δε νερά
της είναι τόσον ρηχά και ο πυθμήν της τόσον βορβορώδης
και φυκώδης, ώστε καταντά άπλευστος διά παντός είδους
τροπιδοφόρων πλοιαρίων, και μόνον πλώιμος δι' ελαφρών
μονοξύλων· σχίζεται δε διά στενού αύλακος αρχομένου από
της πόλεως και τελευτώντος όπου τα νερά είναι βαθέα. Δι'
αυτού δε και μόνου εισέρχονται και εξέρχονται τα μικρά
τροπιδοφόρα πλοία· τα δε ευμεγέθη ορμίζονται έξ μίλια
μακράν της πόλεως. Πολλαχού της λίμνης αναδύονται νησίδια
χρήσιμα εις τους αλιεύοντας, ημερονυκτίζοντας εν καιρώ
της αλιάς εντός χορτοσκεπών και καλαμοστρώτων καλυβών,
κοινώς πελάδων (γ), εστημένων επί δοκών εμπηγνυομένων εις
τον βορβορώδη και απαγή πυθμένα της θαλάσσης και μίαν ή
δύο πήχεις υπερυψουμένων, ώστε αι πελάδες αύται φαίνονται
κρεμάμεναι επί των κυμάτων.
Τερπνόν θέαμα παριστάνει η λίμνη συνήθως εν μέσω των
ασελήνων νυκτών. Πάμπολλα μονόξυλα φέροντα επί της άκρας
της πρώρας προμήκη και σιδηράν εσχάραν ένδαδον και
φωτοβολούσαν, κοινώς λεγομένην π ρ υ ά ν, περιπλανώνται
εν τη λίμνη εις αλίευσιν· η δε πλουσία και αεικίνητος
φεγγοβολή των πρυών αυτοκίνητος υπολαμβάνεται μακρόθεν
διά την εν μέσω του σκότους αφάνειαν των μονοξύλων.
Επί της άκρας δε του ανατολικού χείλους του αύλακος
κείται το Βασιλάδι, νησίδιον 150 βημάτων περιφέρειαν έχον
και σχεδόν ισοθάλασσον, αλλά πολλά σημαντικόν διά την επί
του στομίου της δυσεισπλεύστου λίμνης θέσιν του, και
απέχει της πόλεως μίαν ήμισυ ώραν. Την προς τα πέλαγος δε
πλευράν του ετείχισεν ο Αλήπασας επί του κατά τα 1806
τουρκορρωσικού πολέμου· οι δε Έλληνες επέθεσαν, κατά την
επανάστασιν, τρία κανόνια, δι' ων εματαίωσαν άλλοτε, ως
προείπαμεν, τα σχέδιά του μεγάλου εχθρικού στόλου.