Μετά δε τας αλλεπάλληλους αποτυχίας των Ελλήνων πέραν του

Μακρυνόρους και τον εξ ανάγκης περιορισμόν αυτών εντεύθεν

των ορίων του Ξηρομέρου και του Βάλτου, ουδεμία απέμεινεν

ελπίς εις λύσιν της πολιορκίας της Κιάφας· ήρχισαν δε οι

έγκλειστοι και να πεινώσιν· η δε συσσώρευσις τόσων

χωρικών εντός τόσω στενού τόπου επήνεγκεν εντός ολίγου

και λοιμικήν· οι Αλβανοί επροσπάθουν δι' υποσχέσεων ν'

αποσπάσωσι των Σουλιωτών τους χωρικούς των· οι δε χωρικοί

έδιδαν ώτα ακοής εξ αιτίας της πείνας, της λοιμικής και

της απελπισίας. Καθ' ημέραν δε έγινετο λόγος μεταξύ

πολιορκούντων και πολιορκουμένων περί συμβιβασμού άλλοτε

μερικού και άλλοτε γενικού έως ού εσυμβιβάσθησαν

οριστικώς. Οι Σουλιώται συγκατένευσαν να παραδώσωσι την

Κιάφαν, αλλά δεν ηθέλησαν να μετοικίσωσιν εις μέρος

τουρκικόν, και απήτησαν να μεταβιβασθώσιν υπό Ιόνιον

σημαίαν εις την Επτάννησον. Οι Τούρκοι δεν αντείπαν, αλλ'

εχρειάζετο η συγκατάθεσις του μεγάλου αρμοστού των ιονίων

νήσων, και έστειλαν προς αυτόν και ούτοι και εκείνοι

πρέσβεις. Εν τοσούτω, αφ' ού προώδευσεν ο συμβιβασμός, οι

χωρικοί τη συγκαταθέσει των Σουλιωτών επανήλθαν εις τα

χωρία των και παρεδόθησαν εις τους γείτονας των αγάδας.

Εισηκούσθη και η προς τον μέγαν αρμοστήν πρεσβεία, και

υπεγράφη συνθήκη εν Πρεβέζη την 28 ιουλίου εν τη οικία

και υπό την εγγύησιν του εκεί Άγγλου προξένου, Μαϋέρου,

υποχρεούσα τους Τούρκους ν' αγοράσωσιν όσα είδη οι

Σουλιώται ήθελαν ν' αφήσωσιν ως περιττά εν τω φρουρίω, να

τοις δώσωσι φορτηγά ζώα προς μετακόμισιν των αδυνάτων και

των σκευών αυτών εις τον λιμένα, να πληρώσωσι τους

ναύλους, να τοις εγχειρίσωσιν ομήρους προς ασφάλειάν των

επί της εξόδου αυτών μέχρις ου έμβωσιν εις τα πλοία και

ν' απομακρύνωσι τα προς τον λιμένα στρατεύματα. Οι

Τούρκοι, προθέμενοι ν' απαλλαγώσιν όσον τάχιον των δεινών

τούτων εχθρών και προσηλώσωσι την προσοχήν των εις τα της

Αιτωλοακαρνανίας, όχι μόνον ταύτα έστερξαν, αλλά και

γρόσια 150,000 τοις έδωκαν επί λόγω μισθών οφειλομένων

αυτοίς παρά του Αλή, διότι άνευ τούτων δεν ήθελαν οι

Σουλιώται ν' απολύσωσι τον Χασάμπασαν, ον ως όμηρον τοις

είχε παραδώσει ο πάπος του Αλής επί της συμμαχίας των.

Υπό τους όρους τούτους έστειλαν εν πρώτοις εις τον

αιγιαλόν οι Σουλιώται τας οικογενείας και τα σκεύη των,

κατέβησαν την 2 σεπτεμβρίου και αυτοί ένοπλοι και

απέπλευσαν συν γυναιξί και τέκνοις υπό συνοδίαν αγγλικών

πολεμικών πλοίων εις Κεφαλληνίαν, όπου υπέστησαν

πολυήμερον κάθαρσιν διά την επικρατούσαν παρ' αυτοίς

λοιμικήν και την αναφανείσαν εντός του λοιμοκαθαρτηρίου

ευλογίαν.

Παραδοθείσης της Κιάφας, η Αιτωλοακαρνανία έχασε το

προπύργιόν της.

Διετέλει υπό τον Βρυώνην ο Μεχμέτ - Ρουσήτπασας, ο και

Κιουταχής, φρούραρχος της Άρτης, και διαπρέψας εν τη μάχη

του Πέτα. Άνθρωπος ούτος οξύς και τολμηρός, μεμφόμενος

τον αρχηγόν του ως αδρανή και ανάξιον και φιλοτιμούμενος

να φανή αξιώτερος και δοξασθή υπέρ εκείνον, εμίσθωσεν επί

δύο μήνας τρισχιλίους Αλβανούς, παρέλαβε και τον Ισμαήλ

Πλιάσαν αντίζηλον του Βρυώνη, και πλήρης ελπίδων να

υποτάξη την Αιτωλοακαρνανίαν διά των μικρών τούτων

δυνάμεων εξ αιτίας των δεινών της περιστάσεων, διέπλευσε

τον αμβρακικόν κόλπον και απέβη εις Λουτράκι αρχομένου

του αυγούστου, συγκατατεθέντος και του αρχηγού Βρυώνη

θέλοντος και μη θέλοντος, ως φοβουμένου τας προς την

Πύλην και τον Χουρσήδην κατ' αυτού αναφοράς του τολμηρού

Κιουταχή.

Ο δε καταγινόμενος εις ασφάλειάν της άκρας του αμβρακικού

κόλπου Μαυροκορδάτος είχεν έλθει εις Μαχαλάν φέρων τα

απομεινάρια του τακτικού ολίγας ημέρας πριν αποβή ο

Κιουταχής εις Λουτράκι, τα άφησεν εκεί προς σύστασιν

στρατοπέδου, υπήγεν επί στρατολογία εις Μεσολόγγι και

Ανατολικόν και ανέβη έπειτα εις Βραχώρι προς επίβλεψιν ως

από κεντρικωτέρου μέρους των εσωτερικών πραγμάτων και

προμήθειαν των αναγκαίων του στρατοπέδου του Μαχαλά,

ούτινος εις αύξησιν κατεγίνοντο και προεστώτες και

οπλαρχηγοί.

Ο δε Κιουταχής, αποβάς εις Λουτράκι και ευρών τον τόπον

αφύλακτον εξεστράτευσεν εις τα ενδότερα, έκαυσε καθ' οδόν

την Κατούναν, και φθάσας εις Παπαδάτας, χωρίον ημιώριον

απέχον του Μαχαλά, απήντησεν 60 Έλληνας εν τω μοναστηρίω

του προφήτου Ηλίου οδοιπορούντας προς το αρτιγενές

στρατόπεδον του Μαχαλά. Ούτοι, ευρεθέντες παρά προσδοκίαν

εν μέσω των εχθρών και μη δυνάμενοι να φύγωσι, κατέλαβαν

την παρακειμένην δυνατήν θέσιν του μικρού χωρίου Αετού

και τόσον γενναίως αντέστησαν ώστε οι περί τον Κιουταχήν,

φοβηθέντες μη επιπέσωσι και οι εν Μαχαλά,

ανεστρατοπέδευσαν εις Λουτράκι επί σκοπώ να μη

εκστρατεύσωσιν έως ού εισβάλη και η υπό τον Βρυώνην

μεγάλη δύναμις. Διέπρεψαν δε κατά την μάχην του Αετού

συμβάσαν την 10 αυγούστου ο Θεοδωράκης Γρίβας, ο Γιάννης

Τσαούσης, ο Στάθης Κατσαρός και ο Δημήτρης Παληογιάννης.

Καθ' ον δε καιρόν εκάθητο ο Κιουταχής εν Λουτρακίω αργός,

οι εις τον Μαχαλάν πανταχόθεν συρρέοντες Έλληνες έγειναν

τρισχίλιοι και εξεστράτευσαν επί σκοπώ να ριφθώσιν αίφνης

διά νυκτός επί τους εχθρούς ως απροφυλάκτους. Αλλά

πλησιάσαντες και ευρόντες αυτούς παρά πάσαν προσδοκίαν

καλώς ωχυρωμένους και ετοίμους εις μάχην, δεν τους

εκτύπησαν και επανήλθαν εις Μαχαλάν άπρακτοι. Η δε

απροσδόκητος των εχθρών αύτη προετοιμασία έδωκεν αφορμήν

να υποπτεύσωσι πολλοί των Ελλήνων, ότι μεταξύ αυτών ήσαν

επίβουλοι ανακαλύπτοντες τω εχθρώ τα σχέδιά των.

Εφωράθησαν δε καί τινες σπερμολόγοι εμπνέοντες κακοβούλως

φόβον. Οι φανεροί ούτοι λόγοι εις απονέκρωσιν του λαού

και αι υποκρυπτομένης επιβουλής υποψίαι εγέννησαν μεταξύ

των συγκροτούντων το στρατόπεδον του Μαχαλά οπλαρχηγών

δεινάς λογοτριβάς και έφεραν μετ' ολίγον και την διάλυσιν

όλου του στρατοπέδου, ελθούσης της βεβαίας ειδήσεως ότι ο

εις Άρταν μεταβάς Βρυώνης ήτον έτοιμος να εισβάλη και

ούτος μετά πολυαρίθμων Αλβανών.

Η είδησις της εγγιζούσης εισβολής και ο διασκορπισμός του

στρατοπέδου απήλπισαν τους δυστυχείς κατοίκους των μερών

εκείνων, οίτινες μήτε υπεράσπισιν βλέποντες, μήτε να

προσκυνήσωσι θέλοντες, έτρεχαν πληθηδόν εις τα παράλια

της Ακαρνανίας, ίνα διασωθώσιν εις το μέχρι της

επαναστάσεως έρημον νησίδιον του Καλάμου, το υπό την

κυβέρνησιν της Επταννήσου, φέροντες και όσην εδύναντο

περιουσίαν. Την απελπισίαν δε ταύτην εκορύφωσαν αι προς

αλλήλους τινών οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, και μεταξύ

αυτών καί τινων των προκρίτων, διαιρέσεις, απειλούσαι

κατ' εκείνας τας ημέρας εμφύλιον πόλεμον, κατά μεν τα

Άγραφα μεταξύ Καραϊσκάκη και Ράγκου, κατά δε τον Βλωχόν

μεταξύ Σταΐκου και Βλαχοπούλου, κατά δε τα Κράβαρα μεταξύ

Πηλλάλα και Καναβού. Ο δε εμφύλιος ούτος πόλεμος, όπου

και αν εξερρήγνυτο, φόβος μέγας ήτο μη ετάραττε και τας

άλλας επαρχίας και τότε θα εκινδύνευε να χαθή αισχρώς όλη

η Δυτική Ελλάς αυτή αφ' εαυτής.

Ο Βρυώνης δεν ήτον ούτε ως ο Χουρσήδης βαρύς και σκληρός,

ούτε ως ο Δράμαλης άσκεπτος και ορμητικός. Ήτο και αυτός

άλλοτε εκ των αυλικών του Αλή, εγνώριζε τους προεστώτας

και οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, και απελάμβανε την

υπόληψίν των. Πολλάκις έλαβεν αφορμήν να θαυμάση την

ανδρίαν των πολεμιστών εκείνου του μέρους και δεν

ηλαζονεύετο διά τας κατ' αυτών τελευταίας επιτυχίας του.

Διά ταύτα επεχείρησε, και πριν πέση η Κιάφα, να τους

ελκύση μάλλον διά λόγων ή να τους υποτάξη δι' όπλων, και

ανταπεκρίνετο φιλικώς μετά τινων των δυνατών εκείνων των

επαρχιών, και ιδίως μετά του Βαρνακιώτη, του μόνου

στρατηγού εν τη Αιτωλοακαρνανία. Οι δ' εν τοις πράγμασι

και αυτός ο Μαυροκορδάτος εγνώριζαν την περί ης ο λόγος

ανταπόκρισιν· αν δε και είχαν υπ' όψιν την πρόσφατον

αποσκίρτησιν του Γώγου και τα εις διάλυσιν του

στρατοπέδου του Μαχαλά σκευωρηθέντα, όλοι επίστευαν, ότι

οι μετά των Τούρκων ανταποκρινόμενοι Δυτικοελλαδίται ήσαν

πιστοί εις τον αγώνα, και ότι ενήργουν επ' αγαθώ της

κινδυνευούσης πατρίδος, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν.

Αφ' ού το στρατόπεδον του Μαχαλά διεσκορπίσθη, και οι

κάτοικοι απηλπισμένοι εγκατέλειψαν τας εστίας των, ο

Μαυροκορδάτος, βλέπων τον φανερόν κίνδυνον, μετέβη εις

Κωνοπίναν, όπου συνεκρότησε συμβούλιον, εν ώ παρευρέθησαν

διάφοροι πρόκριτοι και ο Βαρνακιώτης. Επρόκειτο περί του

ποιητέου, και όλοι οι παρευρεθέντες συνωμολόγησαν, ότι,

επί των δεινών εκείνων περιστάσεων, η φρόνησις απήτει να

πολιτευθώσι τον Βρυώνην, αλλ' επί μόνω τω σκοπώ να

κερδήσωσι καιρόν, έως ού συνδιαλλαγώσιν οι αντιφερόμενοι

οπλαρχηγοί, εγκαρδιωθώσιν οι πτοηθέντες λαοί της

Αιτωλοακαρνανίας και φθάση και η ημέρα τη ημέρα

αναμενομένη πελοποννησιακή επικουρία, διότι ήτο γνωστή η

διά την συμβάσαν φθοράν του Δράμαλη απαλλαγή των

Πελοποννησίων του επαπειλούτος αυτούς κινδύνου. Εκρίθη δε

συμφέρον να μη διακόψη ο Βαρνακιώτης την επί τω σκοπώ

τούτω μετά του Βρυώνη απατηλήν ανταπόκρισιν. Ο

Βαρνακιώτης αντέτεινε κατ' αρχάς επί λόγω, ότι, εν ώ

ανταπεκρίνετο επ' αγαθώ της πατρίδος, τινές τον

εσυκοφάντουν ως μελετώντα προδοσίαν· αλλ' επί τέλους

έδειξεν ότι επείσθη, ζητήσας και λαβών εις αναίρεσιν των

αδίκων κατ' αυτού, ως έλεγεν, υποψιών, έγγραφον παρά των

παρευρεθέντων, δι' ου τω εδίδετο άδεια να μη παύση μεν

διαπραγματευόμενος δι' ων ενόμιζε καταλληλοτέρων τρόπων,

αλλ' εξαγοραζόμενος μόνον τον καιρόν (α). Λαβών δε το

ζητηθέν έγγραφον, παρέλαβε και τον Γιαννάκην Ράγκον και

απήλθε μεσούντος του σεπτεμβρίου εις Άρταν, μήτε τους

υπογράψαντας προκρίτους προειδοποιήσας, μήτε την άδειαν

του Μαυροκορδάτου, όστις ήτον η Αρχή του τόπου και

συνυπέγραψε, λαβών ή ζητήσας. Παρηκολούθησε δε μετ'

ολίγον τον Βαρνακιώτην εις Άρταν και ο Ανδρέας Ίσκος.

Ευμενώς και εντίμως εδέχθη τον Βαρνακιώτην ο Βρυώνης και

διά την αντιπροσωπείαν του και διά την σημασίαν του, και

τόσον τον έθελξε δι' όσων τω υπεσχέθη, ώστε τον έφερεν

εις παντελή λήθην του αληθούς σκοπού της αποστολής του.

Επανελθών δε ο Βαρνακιώτης μετ' ολίγον εις τα ίδια

εκάλεσεν αμέσως παρ' αυτώ τους προκρίτους των επαρχιών

εις σύσκεψιν, και ειδοποίησε περί τούτου και τον

Μαυροκορδάτον, αλλά δεν ωμολόγησεν ότι επροσκύνησεν.

Ο Μαυροκορδάτος και πολλοί πρόκριτοι ευρίσκοντο προς τα

Κάτω Γεφύρια καθ' ην ημέραν έφθασαν τα προς αυτούς

γράμματα του Βαρνακιώτη· ήσαν δε ανήσυχοι δι' όσα

ήκουσαν, και απεποιήθησαν ευσχήμως την πρόσκλησίν του,

φοβούμενοι μη κρατηθώσι και παραδοθώσιν εις τον Βρυώνην·

εκάλεσαν δε αυτοί αυτόν εις συνέντευξιν επί σκοπώ ν'

ανακαλύψωσι την αλήθειαν, σκεπτόμενοι, ότι, αν ήτον

ένοχος, θα παρήκουεν, ει δε και ήτον αθώος, θα υπήκουεν.

Αλλά την αυτήν ημέραν, 23 σεπτεμβρίου, ανεκαλύφθη όλη η

αλήθεια, διότι τοις εστάλησαν άλλοθέν τινα των

αμνηστηρίων του Βρυώνη προς διαφόρους οπλαρχηγούς των

επαρχιών της Δυτικής Ελλάδος, καί τινα γράμματα του

Βαρνακιώτη προς αυτούς κατακρίνοντος τον εθνικόν αγώνα,

ως κινηθέντα και διατηρούμενον υπό ετεροχθόνων και

τυχοδιωκτών επ' ωφελεία αυτών, και συμβουλεύοντος αυτούς

να προλάβωσι την άφευκτον καταστροφήν του τόπου, και

ασφαλίσωσι τα συμφέροντά των διά της προθύμου και

ειλικρινούς υποταγής των εις την υψηλήν Πύλην.

Τοιαύτη διαγωγή και τοιαύται προτροπαί εν τοιούτοις

καιροίς τοιούτου ανδρός, παρασύραντος και τον οπλαρχηγόν

του βάλτου Ανδρέαν Ίσκον και τον συνοπλαρχηγόν του

Γιαννάκην Ράγκον και τον Γεωργάκην Βαλτινόν, έφεραν

χείριστα αποτελέσματα εν τη Δυτική Ελλάδι, διότι αι δυο

πολεμικώτεραι επαρχίαι της, το Ξηρόμερον και ο Βάλτος, αι

προφυλακίδες της, η μεν προς το Μακρυνόρος η δε προς τον

αμβρακικόν κόλπον, εθεωρούντο έκτοτε ως προσκυνήσασαι·

μέγας δε φόβος ήτο μη και άλλαι επαρχίαι εμιμούντο το

παράδειγμά των.

Αλλ' όσον μεγάλα ανεφάνησαν τα περιστοιχίζοντα τον

εθνικόν αγώνα δεινά, τόσον ο Μαυροκορδάτος και οι λοιποί,

οι μείναντες πιστοί εις την πατρίδα, ηύξησαν τον ζήλον

των υπέρ της τιμής και της σωτηρίας αυτής. Άνω κάτω

εκινούντο οι πατριώται ούτοι θαρρύνοντες τον λαόν,

συνιστώντες νέα στρατόπεδα και καταλαμβάνοντες διαφόρους

θέσεις αλληλοδιαδόχως, αν και η εισχωρήσασα εις τα

σπλάγχνα της Αιτωλοακαρνανίας επιβουλή και τα στρατόπεδα

διέλυε και τους άλλους πατριωτικούς αγώνας των παρέλυεν

(β).

Εν τούτοις, καθώς προανηγγέλθη, ο Βρυώνης διέβη

ανεμποδίστως μετά επτακισχιλίων ή οκτακισχιλίων Αλβανών

τα στενά του Μακρυνόρους και εστρατοπέδευσε κάτωθεν της

Λεπενούς· εκεί υπήγεν εις έντευξίν του ο Κιουταχής, και

εκείθεν πρώτος ούτος επέρασε μετά των υπ' αυτόν τον

ποταμόν. Οι δε απομείναντες εν τοις χωρίοις όθεν

διέβαινεν ο εχθρός Χριστιανοί, μη δυνάμενοι να τα

φυλάξωσιν απάτητα, τα έκαιαν και έφευγαν· έκαυσαν και το

Βραχώρι την αυγήν της αυτής ημέρας καθ' ην εισήλθεν εις

αυτό περί το εσπέρας ο Κιουταχής. Τοιουτοτρόπως οι

Τούρκοι επροχώρουν μεν πάντη ανεπηρέαστοι εντός της

Αιτωλίας, αλλ' ουδαμού απήντων ψυχήν γεννητήν, και πέριξ

αυτών δεν έβλεπαν ειμή καπνούς, φλόγας, και παντελή

ερημίαν.

Ο δε Κιουταχής διέμεινεν ημέρας τινας εν Βραχωρίω, έως ού

ήλθεν εκεί και ο Βρυώνης μετά του λοιπού στρατεύματος,

και τότε εξεστράτευσαν όλοι ομού προς τα κάτω μέρη της

Αιτωλοακαρνανίας αφήσαντες εν Βραχωρίω ικανήν φρουράν. Ο

δε Μαυροκορδάτος, ο Μπότσαρης, ο Τσόγκας, ο Βλαχόπουλος,

ο Μακρής και άλλοι πιστοί οπλαρχηγοί, κατέλαβαν διαφόρους

θέσεις επ' ελπίδι αντιστάσεως· αλλ' αδύνατοι όντες

ενώπιον τόσων δυνάμεων ηναγκάζοντο επί τη προσεγγίσει του

εχθρού να υποχωρώσιν.

Οκτώβριος Η τελευταία θέσις, ην κατέλαβαν, ήτο το

Κεφαλόβρυσον, δύο ήμισυ ώρας μακράν του Μεσολογγίου, όπου

διέμειναν τέσσαρας ημέρας· αλλά και ταύτην εγκατέλειψαν

επελθόντων των εχθρών την 21 Οκτωβρίου και εσκορπίσθησαν·

και οι μεν εντόπιοι οπλαρχηγοί ανέβησαν τα βουνά, ο δε

Κίτσος και ο Μπότσαρης, οι μη έχοντες επαρχιακάς

οπλαρχηγίας, εισήλθαν καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών και

κακώς έχοντες εις Μεσολόγγι, όπου είχε καταφύγει τέσσαρας

ημέρας προτού και ο Μαυροκορδάτος.

Διελθόντες δε οι εχθροί ανεπηρέαστοι το Κεφαλόβρυσον

έπεσαν την αυτήν ημέραν εις την έξωθεν του Μεσολογγίου

πεδιάδα άνωθεν των εκκλησιών του αγίου Δημητρίου και του

αγίου Αθανασίου, μηδενός αντιμαχομένου, και επροχώρησαν

αυθημερόν προς τα κατ' ανατολάς του Μεσολογγίου χωρία

Μποχώρι και Γαλατάν, ήρπασαν τας εκεί τροφάς των Ελλήνων

και ηχμαλώτευσαν καί τινας γυναίκας και παιδία· την δε 25

επανήλθαν έξωθεν του Μεσολογγίου και εστρατοπέδευσαν 4

μεν Κιουταχής κατά τον άγιον Αθανάσιον, ο δε Βρυώνης κατά

τον άγιον Δημήτριον· ύψωσαν δε διά νυκτός και

κανονοστάσια επί των ερειπίων της εκκλησίας του αγίου

Γεωργίου εντός πιστολιάς από του τείχους της πόλεως, και

επέθηκαν κανόνια και βομβοβόλους. Παρηκολούθουν δε τα

εχθρικά στρατεύματα ο Γώγος, ο Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο

Γιαννάκης Ράγκος και ο Γεωργάκης Βαλτινός. Προ ολίγων δε

ημερών είχαν καταπλεύσει εις τον λιμένα του Μεσολογγίου

και τρία πολεμικά πλοία υπό τον εν Πάτραις Ισούφην, ώστε

την 25 η πόλις του Μεσολογγίου επολιορκείτο διά ξηράς και

θαλάσσης.

1822 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.

&Συγκρούσεις κατά ξηράν έμπροσθεν Ναυπλίου. — Ναυμαχία εν

τω αργολικώ κόλπω και ανάπλους του τουρκικού στόλου. —

Εμπρησμός δικρότου εν Τενέδω — Παράδοσις Ναυπλίου.&

ΟΥΤΕ η επί της εισόδου του Δράμαλη λυθείσα διά ξηράς

πολιορκία του Ναυπλίου επανελήφθη μετά την έξοδον αυτού

από της Αργολίδος, ούτε αι μεταξύ Κορίνθου και Άργους

στενοτοπίαι εφυλάχθησαν μετά την εις Τριπολιτσάν ανάβασιν

του Κολοκοτρώνη. Πάμπολλοι Έλληνες, διαταχθέντες εις

φρούρησιν των στενοτοπιών και διατήρησιν της πολιορκίας,

διεσπάρησαν εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, οι μεν

προς φύλαξιν οι δε προς πώλησιν των πλουσίων λαφύρων·

ώστε οι εν Ναυπλίω Τούρκοι, αντιλήπτορας έχοντες και τους

εισελθόντας μετά του Αλή ιππείς, εξήρχοντο ανεμποδίστως

και αφόβως εις τα πέριξ του φρουρίου βόσκοντες τους

ίππους των και αρπάζοντες ό,τι εύρισκαν. Τούτο θεωρών ο

εν Μύλοις διατρίβων Πετρόμπεης διέταξε πεντακοσίους

Μανιάτας και κατέλαβαν την παραθαλασσίαν θέσιν του

Κιοσκίου· είχαν δε εις υπεράσπισιν ούτοι και δύο

κανονοφόρους·

Αύγουστος αλλά την 8 αυγούστου εξελθόντες του Ναυπλίου

50 ιππείς και 600 πεζοί απεδίωξαν τους 500 κακώς έχοντας,

φονεύσαντές τινας αυτών, θαλασσώσαντες πολλούς και

αιχμαλωτίσαντες 14, εν οις και τους οπλαρχηγούς Ραβούλιαν

Καββαλαράκην και Θεοδωρήν Κουμοντάκον. Μετά το πάθημα

τούτο βλέποντες οι Έλληνες τους Τούρκους περιφερομένους

αφόβως εσκέφθησαν να τους βλάψωσι δι' ενέδρας. Πολλοί

Τούρκοι εξήλθαν την 14 και επροχώρησαν επί συγκομιδή

καρπών εις Κούτσι, όπου ενέδρευάν τινες Έλληνες, οίτινες

θέλοντες να παρασύρωσι τους εχθρούς μακρότερον ησύχαζαν·

αλλ' είς αυτών θελχθείς εκ της λάμψεως των αργυρών όπλων

ενός Τούρκου, αναβάντος εις συκήν, τον ετουφέκισε και τον

έρριψε νεκρόν. Εξ αιτίας του περιστατικού τούτου

εξεφανερώθησαν οι Έλληνες εκ διαφόρων μερών όπου

ενέδρευαν, έζωσαν τους εχθρούς, τους έτρεψαν, εφόνευσαν

26 και εζώγρησαν 18, ους έδωκαν εις ανταλλαγήν των

προσυλληφθέντων 14 Μανιατών· εζώγρησαν και ίππους, και

ημιόνους, και καμήλους, εφονεύθησαν δε και 2 Έλληνες και

επληγώθησαν 5. Κατά την ημέραν δε ταύτην ο αδελφός του

Νικήτα Νικολός Σταματελόπουλος, αρχηγός των έξωθεν του

Ναυπλίου Ελλήνων, καταδιώκων Τούρκον καθήμενον επί

αργυροστολίστου ίππου, εφονεύθη υπ' αυτού καθ' ην στιγμήν

έδραξε τους χαλινούς του ίππου του· διεκρίνετο δε ο

φονευθείς ως ανδρείος και φιλεύτακτος.

Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού διέμεινεν ανωφελώς εν

Πάτραις υπέρ τον μήνα, καθ' όν καιρόν η παρουσία του ήτο

τόσον αναγκαία εν τη Αργολίδι προς διατήρησιν του υπό τον

Δράμαλην στρατού και λύσιν της πολιορκίας του Ναυπλίου,

απέπλευσε την 27 υπό τον νέον καπητάμπασαν,

Σεπτέμβριος και την 7 σεπτεμβρίου εφάνη έξωθεν της Ύδρας και των

Σπετσών.

Ελθούσης δε της ειδήσεως, ότι έπλεε προς το Ναύπλιον,

κατέλιπαν τον θαλασσόπυργον οι φυλάσσοντες αυτόν, και

έμειναν εις φύλαξιν αυτού 48 ώρας δύο μόνον γέροντες, ο

μεν Υδραίος ο δε Σπετσιώτης, και ο φιλέλλην Χάνης· μετά

δε ταύτα εισήλθαν 20 Επτανήσιοι υπό τον Σεμπρικόν και

άλλοι τόσοι Χειμαριώται υπό τον Γράμζην, και ούτως

ησφαλίσθη το μικρόν εκεί φρούριον.

Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι ο στόλος εσκόπευεν όχι μόνον να

τροφοδοτήση το Ναύπλιον, αλλά και ν' αποβιβάση

στρατεύματα εις Σπέτσας· διά τούτο επρόλαβαν οι

Σπετσιώται και μετεβίβασαν εις Ύδραν τας γυναίκας και τα

τέκνα των, και μετέφεραν έξωθεν και στρατιώτας προς

υπεράσπισιν του τόπου των· 60 δε πολεμικά πλοία και 10

πυρπολικά υπό τον Μιαούλην παρέπλεαν εις ματαίωσιν του

ρηθέντος διττού σκοπού. Επειδή δε η ναυτική δύναμις των

Ελλήνων ήτον ανεπαρκής, ο Μιαούλης εσχεδίασε να την

αντιτάξη όλην ηνωμένην, και διέταξε να πλέη όλη ομού

μεταξύ της πελοποννησιακής παραλίας και των νήσων Ύδρας

και Σπετσών αλλ' ο εχθρικός στόλος εκινήθη τόσον

επιδεξίως παρά πάσαν προσδοκίαν, ώστε διέπλευσε την 8 τον

μεταξύ Ύδρας και Σπετσών πορθμόν, και διεχώρισε τα

ελληνικά πλοία τα μεν προς ανατολάς τα δε προς δυσμάς, εν

οις και η ναυαρχίς. Ο Μιαούλης, όσον γενναίος τόσον και

συνετός, επιμένων εις το πρώτον του σχέδιον, επόδισε και

έπλεε πλησίστιος προς το Χέλι επί της πελοποννησιακής

παραλίας, εις προσβολήν του εχθρικού στόλου, αν επειράτο

να πλεύση εις Ναύπλιον· διέταξε δε όλα τα πλοία να

παρακολουθήσωσιν. Αλλ' οι πλοίαρχοι Αντώνης Κριεζής,

Ανάργυρος Λεμπέσης και Λεονάρδος Θεοδωρής, ων τα πλοία

ευρέθησαν προς ανατολάς, υποθέτοντες ότι ο ναύαρχος

απεμακρύνετο επί σκοπώ να παρεκκλίνη την μάχην,

παρήκουσαν και έπλευσαν εις το μέσον του εχθρικού στόλου.

Εκ των τριών δε τούτων πλοίων το μεν του Λεονάρδου ήτο

πυρπολικόν, τα δε του Λεμπέση και Κριεζή πολεμικά, άτινα

και ήρχισαν εις έκπληξιν εχθρών και φίλων να

κανονοβολώσιν. Ο ναύαρχος, ιδών απροσδοκήτως ότι ανετράπη

τα σχέδιόν του, εστράφη εις τα οπίσω και διέταξε τα άλλα

πλοία να συμπαραπλέωσιν. Εν τούτοις η προς δυσμάς μοίρα

κατεδιώκετο, και κινδυνεύουσα να πάθη επλησίασε προς το

νησίδιον του Δοκού, όπου δεν ήτο δυνατόν να πλησιάσωσι τα

μεγάλα του εχθρού πλοία· πολλά όμως μικρότερα επλησίασαν

προστατευόμενα υπό των μεγάλων, έως ού ο Πιπίνος

εκόλλησεν εις έν αλγερινόν το πυρπολικόν του· αλλά 50

γενναίοι Αλγερίνοι εισεπήδησαν και το εξεκόλλησαν· πλην

και οι 50, φλογισθέντος αυτού, οι μεν εκάησαν οι δε

πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν· εφοβήθησαν όμως εξ

αιτίας του συμβάντος τούτου τα άλλα πλοία του εχθρικού

στόλου και απεμακρύνθησαν. Τοιουτοτρόπως απηλλάγη η

ελληνική εκείνη μοίρα· αλλά μη δυναμένη να πλεύση προς

τον ναύαρχόν της εξ αιτίας της θέσεώς της προσώρμισε σώα

παρά την πελοποννησιακήν παραλίαν αντικρύ της Ύδρας. Εν

δεινή θέσει ευρέθησαν και πλοία της προς ανατολάς μοίρας,

ώστε ολίγα, εν οις και η ναυαρχίς, ήλθαν όπου εμάχοντο τα

του Κριεζή και του Λεμπέση· ήσαν δε τα προσελθόντα τα του

Σαχτούρη, του Χατσή - Αναργύρου, του Παναγιώτα, του

Δημήτρη Μιαούλη, του Τσούπα, του Ράφτη και του Λαχανά. Η

μικρά δε αύτη δύναμις επολέμησε μέχρι της εσπέρας, και

δεν άφησε τον εχθρικόν στόλον να πλεύση, καθώς εμελέτα,

εις τον αργολικόν κόλπον. Νυκτός δε γενομένης, ο μεν

τουρκικός στόλος εξεπελάγισεν, ο δε ελληνικός έμεινεν

εντός του πορθμού. Την ακόλουθον ημέραν εκανοβολήθησαν

μακρόθεν οι δύο στόλοι ικανήν ώραν διαρκούσης άκρας

νηνεμίας. Την δε επιούσαν καθώς και την παρελθούσαν νύκτα

εφεγγοβόλουν όλα τα πλησίον βουνά της Πελοποννήσου, και

δι' όλης της ημέρας καθώς και δι' όλης της νυκτός οι επί

των νήσων Ύδρας και Σπετσών και οι κάτοικοι των αντικρύ

χωρίων Κρανιδίου και Ερμιόνης όλοι εγρηγόρουν·

συνέρρευσαν δε προς το παράλιον και πολλοί άλλοι ένοπλοι

άλλοθεν. Την δε υστεραίαν οι στόλοι έμειναν άπρακτοι, αν

και ο εχθρικός επλησίασε ταις Σπέτσαις· ταις επλησίασε

και την 11, αλλ' ουδέ και τότε εκανονοβόλησε. Την δε 12

επροχώρησεν ολόσωμος προς το Ναύπλιον· ωπισθόπλεε και ο

ελληνικός σκοπεύων να τον κτυπήση προς τον μυχόν του

κόλπου, όπου εναυλόχουν τινά πυρπολικά. Αλλ' ο εχθρικός,

προχωρήσας έως ού απείχε του Ναυπλίου 10 μίλια,

ανεκώχευσεν αιφνιδίως και έστειλεν εις την πόλιν πλοίον

υπό σημαίαν αυστριακήν φέρον τροφάς. Το πλοίον τούτο

συνελήφθη υπό των αίφνης έμπροσθεν αυτού αναφανέντων

πυρπολικών του Τσερεμέ και του Θεοδωρή Υδραίων· ευρέθησαν

δε και γράμματα εν αυτώ στελλόμενα παρά του καπητάμπασα

προς τας εν Ναυπλίω Αρχάς και λέγοντα, ότι τα πάντα ήσαν

λίαν καλά, ότι το Σούλι έπεσε και όλοι οι εν αυτώ άπιστοι

κατηφανίσθησαν, ότι ο επανελθών εις Κόρινθον βασιλικός

στρατός δεν εβλάφθη και επανέστρεφεν εις Άργος, ότι νέα

στρατεύματα παρηκολούθουν υπό την οδηγίαν του Χουρσήδη,

ότι ναυμαχήσας ο αήττητος στόλος, 6 ελληνικά πλοία

εβύθισε και 2 έκαυσε, και ότι ο καπητάμπασας δεν έκρινεν

εύλογον να εισπλεύση, διότι ήσαν τα νερά ρηχά, και διότι

εβεβαιώθη, ότι 6 πυρπολικά των απίστων ήσαν πλησίον του

φρουρίου παραφυλάττοντα, και 10 εν τω λιμένι των Σπετσών,

και διά τούτο έστελλε το περί ου ο λόγος πλοίον φέρον

τροφάς, διανοούμενος να στείλη και άλλας. Και ταύτα μεν

περιείχαν εν περιλήψει τα γράμματα (α). Ο δε εχθρικός

στόλος ούτε κατά των απέμπροσθεν αυτού συλλαβόντων το

περί ου ο λόγος αυστριακόν πλοίον εκινήθη, ουδέ άλλας

τροφάς επεχείρησε να στείλη· αλλά επόδισε την επιούσαν

και εξήρχετο εν τοσαύτη βία, ώστε, αφ' ού αφώπλισε κατά

τα παράλια της Λακωνίας έν δικάταρτόν του ως βραδύπλουν,

το έκαυσεν· επειδή δε ο άνεμος ήτον ολίγος δεν εξέπλευσεν

όλος του κόλπου ειμή την υστεραίαν παρακολουθούμενος υπό

του ελληνικού, κανονοβολών μακρόθεν και κανονοβολούμενος.

Κατά την αυτήν ημέραν εκάθησε προς το νότειον μέρος της

Ύδρας έν δίκροτον· αλλά, μετακομισθέντων των κανονίων του

εις άλλο πλοίον, εξεκάθησε πριν φθάσωσι τα κατ' αυτού

κινηθέντα πυρπολικά. Την δε 15, πνέοντος ανατολικού

ανέμου, εξεπελάγισεν ο εχθρικός στόλος και κατέπλευσεν

εις Σούδαν· επανέπλευσε τότε και ο ελληνικός εις τους

λιμένας του. Ερχόμεθα τώρα να εξηγήσωμεν τον αιφνίδιον

ανάπλουν του εχθρικού στόλου.

Αύγουστος Αρχομένου του αυγούστου ο τότε αρχηγός της εν

τω Αιγαίω γαλλικής μοίρας Βιελλάς κατέπλευσε την νύκτα

εις τον λιμένα του Ναυπλίου επί της φρεγάτας Fleur de

lis. Την δε επαύριον κατέπλευσεν εις τον αυτόν λιμένα και

ο αρχηγός της αγγλικής Χαμιλτών επί της Καμβρίας. Η εν

Μύλοις τότε κυβέρνησις έστειλέ τινα εις χαιρετισμόν των

μοιράρχων παρακαλούσα αυτούς να μη λάβωσι συγκοινωνίαν

μετά των εν Ναυπλίω. Ο Χαμιλτών εδέχθη προθύμως την

δικαίαν ταύτην αίτησιν· αλλ' ο συνάδελφός του Βιελλάς την

απέρριψεν αποτόμως· έστειλε δε και αξιωματικόν προς την

ελληνικήν κυβέρνησιν απαιτών γρόσια 35 χιλιάδας, τας μεν

30 εις αποζημίωσιν του φορτίου του υπό γαλλικήν σημαίαν

πλοίου Λ ι σ τ ό κ ο υ, κρατηθέντος υπό του φρουράρχου

Μονεμβασίας Γιάννη Μαυρομιχάλη και διά της βίας

εκφορτωθέντος τον παρελθόντα απρίλιον, τας δε 5 επί λόγω

άλλων αποζημιώσεων. Η κυβέρνησις υπεσχέθη την απόδοσιν

και της μιας και της άλλης ποσότητος μετά διμηνίαν, και ο

Βιελλάς έστερξεν· αλλά την 31, ό εστι πριν παρέλθη η

προθεσμία, και καθ' ας ημέρας ανεμένετο ο τουρκικός

στόλος, επανέπλευσεν ο μοίραρχος ούτος εις τον λιμένα του

Ναυπλίου επί της φρεγάτας του, σύμπλους έχων μίαν γαβάραν

και μίαν γολέτταν. Ο Μιαούλης, πολιορκών την πόλιν,

έστειλε τον Σαχίνην εις χαιρετισμόν του και τον

παρεκάλεσε να μη κοινωνήση μετά των εν τη πολιορκουμένη

πόλει· αλλ' εκείνος όχι μόνον απέρριψε την παράκλησιν,

αλλ' απήτησεν αμέσως τας αποζημιώσεις επί απειλή βίας.

Εις μάτην η κυβέρνησις επεκαλέσθη την εκπληρώσιν του όρου

της προθεσμίας· υπείκουσα δε εις την ανάγκην υπεσχέθη να

πληρώση εντός έξ ημερών.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 20 / 26 段