Την δε ακόλουθον ημέραν της μάχης, ήτοι την 27, ήλθαν εις

τον τόπον της καταστροφής ο Πλαπούτας, ο Δημήτρης

Δηλιγιάννης, ο Γιατράκος, ο Τσόκρης και άλλοι οπλαρχηγοί

προς ακριβή γνώσιν των επί της προτεραίας. Συσκέψεως δε

γενομένης περί του πρακτέου, απεφασίσθη, επί τη προτάσει

του Κολοκοτρώνη και εν αγνοία ποίαν των αγουσών εις

Κόρινθον οδών εσκόπευαν οι εχθροί να διέλθωσιν, ο μεν

Γιατράκος και ο Τσόκρης να παραλάβωσιν αμέσως τα εν Άργει

στρατεύματά των και να καταλάβωσι τας Μυκήνας, ο δε

Υψηλάντης, ο Δικαίος και ο Νικήτας, ο διά τας κατά την 26

ανδραγαθίας του επονομασθείς Τ ο υ ρ κ ο φ ά γ ο ς, να

μείνωσι κατά το Μπερπάτι και Αϊνόρι, όπου μετέβησαν μετά

την μάχην, ο δε Πλαπούτας, ο Δηληγιάννης, και ο Αντώνης

Κολοκοτρώνης να φυλάξωσι τα Δερβενάκια· όλοι δε να

τρέξωσιν όπου φανή ο εχθρός. Την ακόλουθον ημέραν ο

τουρκικός στρατός εξεστράτευσε προς την οδόν του Αϊνορίου

όλος· φθάσας δε εις Μπερπάτι εκτυπήθη υπό των εκεί

Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης, νομίζων ότι οι περί τον

Γιατράκον και τον Τσόκρην κατέλαβαν τας Μυκήνας και θα

έπιπταν όπισθεν του εχθρού, ως προεσχεδιάσθη, διέταξεν

αμέσως τους περί τον Πλαπούταν ν' αφήσωσι την θέσιν των

Δερβενακίων και να τρέξωσιν απέμπροσθέν του προς την

Κλένιαν, κώμην της επαρχίας Κορίνθου. Αλλ' ούτε οι περί

τον Πλαπούταν έφθασαν εν καιρώ όπου διετάχθησαν, ούτε ο

Γιατράκος και ο Τσόκρης κατέλαβαν την θέσιν των Μυκηνών

επί λόγω, ότι ηπείθησαν οι στρατιώται των· τοιουτοτρόπως

απέτυχε το σχέδιον, και οι εχθροί παθόντες πολλά, αλλ'

ολίγα ως προς όσα έπαθαν οι συνάδελφοί των την 26,

διέβησαν τα στενά και διεσώθησαν εις Κόρινθον, όπου μετ'

ολίγον εστάλησαν εκ Πατρών πέντε πλοία φέροντα τροφάς εις

χρήσιν αυτών και των εν τη Ακροκορίνθω, ων υπό τας όψεις

ο Μ. Τομπάζης, εισπλεύσας τον σαρωνικόν κόλπον πρό τινων

ημερών και αποβιβάσας εις Κεγχρεάς τα πληρώματα των

πλοίων του, ήρπασεν όλας τας εναποτεθειμένας τροφάς και

άφησε την απρονόητον εκείνην φρουράν σχεδόν πεινώσαν.

Τοιούτον απέβη το τέλος της εις Αργολίδα εκστρατείας του

πολυπληθούς τούτου εχθρικού στρατού, παθόντος τα πάνδεινα

επί της εις Κόρινθον επιστροφής, διότι ο αρχηγός του,

επαιρόμενος επί τη δυνάμει του, δεν εφρόντισεν επί της

εκείθεν εις Άργος αναβάσεως να διατηρήση τα μεταξύ των

δύο πόλεων στενά. Τόσος δε τρόμος κατέλαβε τον Δράμαλην,

ώστε εγκατέλειψεν έξωθεν του Ναυπλίου επί της εις την

Γλυκιάν υποχωρήσεώς του και το μόνον παρ' αυτώ επί της

εις Αργολίδα εισβολής του κανόνι.

Αφ' ού δε οι Τούρκοι συνήλθαν όλοι εις Κόρινθον, ο

Κολοκοτρώνης ορθώς συλλογιζόμενος εσχεδίασε να τους

αποκλείση εντός εκείνης της επαρχίας διά ξηράς (διότι η

θάλασσα του κορινθιακού κόλπου ήτον ανοικτή δι' έλλειψιν

ελληνικών πλοίων) καθώς τους απέκλεισε προ ολίγου εντός

της Αργολίδος· και επειδή μετά τας προρρηθείσας μάχας ο

Υψηλάντης, ο Νικήτας και ο Δικαίος μετέβησαν εις τον

ισθμόν και έκλεισαν τας διόδους εκείνας συνάξαντες και

τους Δερβενοχωρίτας, ο Κολοκοτρώνης άφησεν ικανήν φρουράν

επί των μεταξύ Κορίνθου και Άργους διόδων, μη τυχόν τας

καταλάβωσιν οι Τούρκοι και ανοίξωσι την κοινωνίαν των δύο

εκείνων επαρχιών· αυτός δε ο Γιατράκος, ο Πλαπούτας, ο

Δημήτρης Δηληγιάννης, ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο

Χρηστόπουλος και ο Γενναίος, έχοντες τρισχιλίους,

ετοποθετήθησαν εν Σολίω, χωρίω πέντε ώρας απέχοντι της

Κορίνθου, επί της προς την Αχαΐαν οδού, δι' ου, ως

εσυμπέραναν, εμελέτων οι Τούρκοι να διαβώσι. Την αυτήν

ημέραν έφθασαν και οι Πετμεζάδες μετά 500 εις Βάλτσας,

χωρίον απέχον του Σολίου μίαν ώραν. Την δε επαύριον ο

Κολοκοτρώνης διέταξε τον Γενναίον και τον Γιαννάκην

Κολοκοτρώνην να καταλάβωσι τα Βασιλικά, μίαν ώραν και

τρία τέταρτα μακράν του λοιπού στρατοπέδου, ως

προφύλακες. Διέβαινε κατά περίστασιν την αυτήν ημέραν διά

των Βασιλικών ο Γάτσος ερχόμενος εκ της Δυτικής Ελλάδος,

και ενδιέμεινε και ούτος· ώστε η προφυλακή αύτη

συνηριθμείτο εις 1300. Την δ' επιούσαν νύκτα ο

Κολοκοτρώνης διέταξε και άναψαν πολλά πυρά επί της

κορυφής των βουνών εις ψευδή επίδειξιν των δυνάμεών του.

Αύγουστος Τρισχίλιοι Τούρκοι, ιππείς και πεζοί,

επανήλθαν την 4 αυγούστου εις Κλένιαν, όπου ως έμαθαν,

ήσαν συσσωρευμέναι τροφαί. Την θέσιν εκείνην κατείχαν 400

Έλληνες υπό τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην, τον Κατσάκον, τον

Τσαλαφατίνον και άλλους. Οι εχθροί έτρεψαν διά μιας τους

Έλληνας, τους κατεδίωξαν, εκυρίευσαν την κώμην και παρ'

ολίγον συνέλαβαν τον Μαυρομιχάλην· αλλ' οι φυλάττοντες

την πλησίον θέσιν του αγίου Βασιλείου Τριπολιτσιώται, ως

600, υπό τους αρχηγούς Αθανασόπουλον, Λεβιδιώτην,

Δαρειώτην, και Ριζιώτην, κατέβησαν εκείθεν δρομαίοι,

κατέλαβαν τον έξωθεν της κώμης ναόν, και τον επί της

κορυφής της κώμης λόφον, εθάρρυναν τους φεύγοντας δι' ου

έδειξαν αυτοί θάρρους, τους επανέφεραν εις τον τόπον της

μάχης, και διά της συμπράξεως αυτών απήλασαν της κώμης

απράκτους τους εις αυτήν εισελθόντας εχθρούς.

Την δε 7 οι Τούρκοι, θέλοντες ν' ανοίξωσι την εις Πάτρας

άγουσαν οδόν, εξεστράτευσαν προς το μέρος του Κιάτου και

των Βασιλικών, και συνεκρούσθησαν μετά των Ελλήνων

πλησίον των σταφιδώνων, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι εις

Κόρινθον. Την δε 12 εξεστράτευσαν πάλιν πανστρατιά προς

τα Βασιλικά, όπου διέμενε πάντοτε η προφυλακή, ήτις

αντέστη γενναίως, αν και ολίγη· συνήλθαν εκεί μετά την

έναρξιν της μάχης και τα άλλα ελληνικά στρατεύματα, και η

τροπή των Τούρκων εφαίνετο και ταύτην την ημέραν βεβαία·

αλλά τινές εκ του τάγματος του Αναγνώστη Πετμεζά,

μαχομένου ευτυχώς, ιδόντες ίππον εντός ενός σταφιδώνος,

αφεθέντα υπό των Τούρκων ως δέλεαρ, έτρεξαν να τον

συλλάβωσι· και αίφνης ανέστησαν 60 Τούρκοι ενεδρεύοντες,

και έτρεψαν τους απροσέκτους τούτους Έλληνας εις φυγήν

φονεύσαντες ένα εξ αυτών. Η φυγή των ολίγων Ελλήνων έφερε

πανικόν φόβον και γενικήν τροπήν. Μόνοι δεν μετετόπησαν ο

αρχηγός του τάγματος τούτου και ο υιός του παρακελεύοντες

και τους άλλους να τους μιμηθώσιν, αλλ' ουδέν κατώρθωσαν

και απέθαναν και οι δύο μαχόμενοι. Οι δε Τούρκοι,

εμψυχωθέντες υπό του καταλαβόντος τα τάγμα τούτο πανικού

φόβου, έπεσαν πανστρατιά επί τα άλλα, έτρεψαν εις φυγήν

τα υπό τον Γιατράκον και Πλαπούταν και εφόνευσαν δύο

γενναίους υπαρχηγούς, τον Γιαννετάν Μιστριώτην, τον

Οικονόμον Παπά Καλομοίρην, και ικανούς στρατιώτας. Μόνη η

υπό τον Γάτσον, Γενναίον, και Γιαννάκην Κολοκοτρώνην

προφυλακή διετήρησε την θέσιν της και εμπόδισε την

πρόοδον των εχθρών. Το αξιέπαινον παράδειγμα της

προφυλακής επανήγαγε μετ' ολίγον εις το πεδίον της μάχης

και τους υπό τον Γιατράκον και Πλαπούταν, ακούσαντας τας

πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών και ούτως οι Τούρκοι

ιδόντες τους Έλληνας επανελθόντας εις τα πεδίον της μάχης

υπεχώρησαν, φονεύσαντες 53, αλλά πλειότεροι εφονεύθησαν

εξ αυτών. Επανερχόμενοι δε εις Κόρινθον απήντησαν καθ'

οδόν τους περί τον Αντώνην Κολοκοτρώνην και Αλωνιστιώτην,

αλλά δεν τους ηνώχλησαν, αν και το μέρος ήτον επίπεδον.

Μετά τας δύο ατυχείς δοκιμάς απηλπίσθησαν του να σπάσωσι

τον προς την Αχαΐαν στρατιωτικόν των Ελλήνων φραγμόν.

Έχοντες δε την θάλασσαν ανοικτήν, και λαμβάνοντες εκείθεν

ανεμποδίστως τροφάς, έκριναν καλόν ν' αναμείνωσι μέχρι

τινός ησύχως τας έξωθεν δυνάμεις κατά τας υποσχέσεις του

εν Λαρίσση Χουρσήδη, και τον εις τον αργολικόν κόλπον

κατάπλουν του έμπροσθεν των Πατρών στόλου των· αλλ'

ηνωχλούντο ακαταπαύστως υπό των Ελλήνων αρπαζόντων καθ'

ημέραν τα ζώα των.

Μετά δε τα συμβάντα ταύτα η γερουσία της Πελοποννήσου

ανέδειξε τον Κολοκοτρώνην, επί τη αιτήσει των εν τη

Κορινθία στρατευμάτων, αρχιστράτηγον διά τους λαμπρούς

και ευτυχείς αγώνας του. Ο δε νέος αρχιστράτηγος, αφήσας

φρουράς επί των ανωτέρω θέσεων και δυναμώσας και τας επί

των μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενοτοπιών, ανέβη εις

Τριπολιτσάν, όπου η γερουσία και ο λαός τον υπεδέχθησαν

ευγνωμονούντες και αγαλλόμενοι.

Η αποτυχία της μεγάλης ταύτης εχθρικής εκστρατείας

εδόξασε δικαίως τους Πελοποννησίους. Ο δε Τσαρκατσή -

Αλήπασας ο αποχωρισθείς του υπό τον Δράμαλην γενικού

στρατοπέδου προ της εις Πελοπόννησον εισβολής του, αφ' ού

εισήλθεν εις Χαλκίδα, παρέλαβε τους στρατιώτας του και

τους εν τω φρουρίω εκείνω διαμένοντας και εξεστράτευσε

προς τα Βρυσάκια, όπου ήτο το ελληνικόν στρατόπεδον. Αλλά

το στρατόπεδον τούτο μετά τον θάνατον του Αγγελή Γοβρίνα

δεν είχεν άξιον αρχηγόν· διά τούτο μόλις είδε τον εχθρόν

επερχόμενον, διεσκορπίσθη· οι δε Τούρκοι κατέλαβαν την

θέσιν εκείνην.

Διέτριβε πρό τινων ημερών εν Ξηροχωρίω ο Θεόκλητος

Φαρμακίδης, όστις μεταβάς εις Λιθάδαν και εφοδιασθείς διά

γραμμάτων του Αρείου πάγου μετέβη την 30 ιουνίου εις

Σκιάθον, ίνα πείση, και μεταφέρη εις Εύβοιαν τους εκεί

μετά την εν Κασσάνδρα, Ναούση και Ολύμπω καταστροφήν του

αγώνος υπό διαφόρους οπλαρχηγούς και υπό την γενικήν

αρχηγίαν του Διαμαντή Νικολάου μεταβάντας πολεμικούς

άνδρας του Ολύμπου. Επείσθησαν οι άνδρες ούτοι,

κατέπλευσαν 600 πλησίον των Βρυσακίων κατεχομένων υπό των

Τούρκων, απέβησαν εις την ξηράν, και διά του σφοδρού

κανονοβολισμού του υπό τον Άρειον πάγον διατελούντος και

καταπλεύσαντος εκ Λιθάδας πλοίου του Βισβίζη, απεδίωξαν

τους Τούρκους της θέσεως εκείνης και ετοποθετήθησαν

αυτοί. Οι Τούρκοι κατέφυγαν εις το φρούριον κακώς

έχοντες, την δε επιούσαν συσσωματωθέντες πάμπολλοι

επεξήλθαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν πάλιν περί

την εσπέραν εις το φρούριον. Τα αυτά έπραξαν και έπαθαν

και την υστεραίαν και έκτοτε περιωρίσθησαν εντός του

φρουρίου. Οι δε εντόπιοι Χριστιανοί θαρρυνθέντες, χάρις

εις τους Ολυμπίους, συνήλθαν πάλιν εις Βρυσάκια, όπου

μετέβησαν και οι πρόκριτοι του βορείου μέρους της

Ευβοίας· αλλά κατά δυστυχίαν το υπό τόσον αισίους οιωνούς

νεοσυστηθέν στρατόπεδον τούτο διελύθη εντός ολίγου· διότι

οι μεν Ολύμπιοι απήτουν πολλά, οι δε εντόπιοι δεν είχαν

να τοις δώσωσιν ειμή ολίγα. Αναχωρήσαντες δε οι 600

Ολύμπιοι εις Ωρεόν, διέμειναν εκεί βουλευόμενοι περί του

πρακτέου· έφθασε και ο μη συναποπλεύσας γενικός αρχηγός

των Διαμαντής· τους επρόφθασαν καί τινες σταλέντες προς

αυτούς παρά του Αρείου πάγου· μετέβησαν και οι πρόκριτοι

του τόπου, και συμφωνίας γενομένης επανήλθαν οι Ολύμπιοι

εις Βρυσάκια υπό τακτόν κατά μήνα μισθόν και έστησαν εκ

νέου το στρατόπεδον υπό τον Διαμαντήν.

Και ταύτα μεν τα κατά το ανατολικόν της Ευβοίας μέρος.

Ιδού δε και τα κατά το δυτικόν.

Μετά την προς τα μέρη της Καρύστου ήτταν των Ελλήνων, και

την εκείθεν αναχώρησιν των έξωθεν ελθόντων οπλοφόρων,

εναπέμεινεν ο εντόπιος οπλαρχηγός Κριεζιώτης,

περιφερόμενος, ως είρηται, τα βουνά της Ερετρίας και

Κούμης. Η φήμη της ανδρίας του ανδρός τούτου έφερεν υπό

την σημαίαν του μετ' ολίγον πολλούς συντοπίτας του. Ο δε

Τσαρκατσή - Αλήπασας, ευδοκιμήσας κατά του στρατοπέδου

των Βρυσακίων, έστειλε στράτευμα και κατά των υπό τον

Κριεζιώτην εστρατοπεδευμένων εν Μετοχίω, χωρίω επί του

όρους της Κούμης. Εν τούτοις ήλθαν εις βοήθειαν των περί

τον Κριεζιώτην έξωθεν στρατιώται υπό τον Αναγνώστην

Σαλαμίνιον. Τρεις ημέρας αντετουφεκίζοντο Έλληνες και

Τούρκοι. Οι Τούρκοι απέτυχαν του σκοπού των και επανήλθαν

εις Χαλκίδα καταδιωκόμενοι.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις όλης της Ευβοίας εκείναις ταις

ημέραις· η δε της Κρήτης ήτον η εξής.

Μετά την συνέλευσιν της Επιδαύρου η κυβέρνησις, καθ' όν

καιρόν εφρόντιζε περί γενικού οργανισμού του κράτους,

απέστελλεν εις Κρήτην ως οργανιστήν αυτής τον Πέτρον

Σκυλίτσην Ομηρίδην. Φθάσας ούτος τα τέλη απριλίου εις

Αρμένους, κώμην της επαρχίας Αποκορώνων όπου έδρευε τότε

η προσωρινή διοίκησις της Κρήτης, εκάλεσε τον

περιοδεύοντα την νήσον Αφεντούλην εις γνώσιν των διαταγών

της κυβερνήσεως. Ο Αφεντούλης, όστις εθεώρει την Κρήτην

ως βασίλειον ανεξάρτητον της λοιπής Ελλάδος και ενεδύθη

πάσαν εξουσίαν επί της νήσου εν ονόματι του Υψηλάντου,

καλούμενος «Α ρ ι σ τ ρ ά τ η γ ο ς - κ α ι - δ ι ο ι κ η

τ ή ς - π ά σ η ς - Κ ρ ή τ η ς», ωργίσθη επί τη αποστολή

ταύτη και εβόα κατά της κυβερνήσεως,

Μάιος αλλά μη εισακουόμενος ηναγκάσθη να υπακούση και

προσυπογράψη την 21 μαΐου τον νέον οργανισμόν, ον

πρόθυμοι όλοι οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί της νήσου

υπέγραψαν την αυτήν ημέραν. Καταλιπών δε και τον

πολεμικόν τίτλον του αρχιστρατήγου έφερεν εις το εξής τον

πολιτικόν του γενικού επάρχου της Κρήτης κατά τον νέον

οργανισμόν. Αλλ' εν ώ όλοι συνεσκέπτοντο περί της

εφαρμογής αυτού εφάνη την 28 παρά πάσαν προσδοκίαν εν τω

λιμένι της Σούδας ο αιγύπτιος στόλος εξ 106 πολεμικών και

φορτηγών πλοίων, φέρων υπό την αρχηγίαν του Χασάμπασα

πεντακισχιλίους, εν οις και δισχίλιοι, εμπειροπόλεμοι

Αλβανοί, οκτακόσιοι ιππείς και ικανά πολεμεφόδια και

κανόνια. Η πρωτοφανής εν Κρήτη θέα στόλου εφόβισεν εις

άκρον τους Κρήτας· ηύξησε δε τον φόβον και η σύγχρονος

φήμη, ότι ο εν τω χωρίω των Μαχαιρών εδρεύων τότε

Αφεντούλης, απαρεσκόμενος επί τη νέα τάξει των πραγμάτων

και απελπισθείς εξ αιτίας του νέου κινδύνου και των

εγχωρίων διενέξεων, εμελέτα να δραπετεύση. Η μελετωμένη

δραπέτευσίς του δεν ήτο ψευδής, αλλ' επρολήφθη ή μάλλον

ειπείν ανεβλήθη.

Τριακόσιαι περίπου ψυχαί ευρίσκοντο κατά το ακρωτήριον

των Χανιών, Μελέχα, εις συλλογήν καρπών καθ' ην ημέραν

κατήχθη ο στόλος και εκινδύνευαν αποκλειόμεναι ν'

απολεσθώσιν αλλά, χάρις εις τον Σήφακαν και τον Βασίλην

Χάλην, δραμόντας αυθημερόν εις απαλλαγήν των, διεσώθησαν

εις τα ίδια αβλαβείς.

Ιούνιος Πλήρεις ζήλου και θάρρους οι δύο ούτοι γενναίοι

οπλαρχηγοί, παραλαβόντες και τον Μανδάν, επάτησαν

πολλαχόθεν μετά περίπου πεντακοσίων το κατά τας Αλυκάς

εσκηνωμένον εχθρικόν στρατόπεδον περί το λυκαυγές της 1

Ιουνίου, αλλ' απεκρούσθησαν και κατεδιώχθησαν μέχρι της

υπωρείας της Μαλάξας, όπου εντυχόντες άλλους επιβοηθούς

αντέκρουσαν τους εχθρούς και τους απώθησαν εις τας σκηνάς

των.

Αποδιώξας ο Χασάμπασας την δευτέραν ημέραν της αφίξεώς

του τους εν Τσουκαλαριοίς και εν Νεοκώρω σταθμεύοντας

Χριστιανούς και κυριεύσας όλα τα πλησιόχωρα πεδινά μέρη,

εστράτευσε την 11 εις κατοχήν της Μαλάξας. Επτακόσιοι

Χριστιανοί ήσαν εν ταις υπωρείαις τότε συγκεντρωμένοι,

αντέστησαν εις τετρακισχιλίους, αλλά πολλά παθόντες

ανέβησαν διά νυκτός εις το χωρίον και μετ' ολίγον το

εγκατέλειψαν αμαχητί και υπεχώρησαν προς τας Ρίζας εις

χωρίον Κάμπον· καταλαβών δε την επαύριον ο Χασάμπασας την

Μαλάξαν και εγκαταστήσας φρουράν υπό τον ανεψιόν του

Μουσταφάμπεην, ανεστρατοπέδευσεν· αλλ' οι Χριστιανοί

επανελθόντες την 20 Ιουλίου περιέζωσαν το χωρίον. Οι περί

τον Μουσταφάμπεην, πτοηθέντες κατ' αρχάς, ώρμησαν να

φύγωσιν, αλλ' εμποδίσθησαν, επαλινδρόμησαν εξ ανάγκης,

επολέμησαν ως απηλπισμένοι, ενίκησαν και διεσκόρπισαν

τους εχθρούς των φονεύσαντες 40, εν οις και τον

στρατηγικώτατον των οπλαρχηγών της Κρήτης Πρωτοπαπαδάκην

αλλά μετά δέκα ημέρας αφήκαν το περιμάχητον χωρίον, και

το κατέλαβαν εκ νέου οι Χριστιανοί.

Μετά δε τα κατά την Μάλαξαν, επενεγκόντα μέγαν και

γενικόν φόβον, εβουλήθη ο Χασάμπασας να ελκύση εις

υποταγήν τους Χριστιανούς, ως μηδέν ελπίζοντας πλέον εις

τα όπλα των, και υπέσχετο διά του επισκόπου Κυδωνίας, ον

ευρών εν τη φυλακή απεφυλάκισε, ν' αποδώση τοις

αποστάταις, αν επροσκύνουν, τα υπάρχοντά των και τους

κρατουμένους συγγενείς των, να επιτρέψη δε και την

επισκευήν των εκκλησιών και να χορηγήση πάσαν αντίληψιν

εις επανόρθωσιν των κακώς εχόντων. Αδύνατοι οι Χριστιανοί

τον επολιτεύθησαν, εξέθεσαν τα κακά όσα υπέφεραν, είπαν

ότι αδύνατον να συζήσωσιν εις το εξής Τούρκοι και

Χριστιανοί ως και πρότερον, επρόβαλαν διακοπήν

εχθροπραξιών και άλλους απαραδέκτους όρους και εζήτησαν

καιρόν να συμβουλευθώσι και την εν Πελοποννήσω

κυβέρνησιν. Ο Χασάμπασας επανέλαβεν όσα και πρότερον, και

θέλων να τους απελπίση, τους ειδοποίησεν, ότι όλη η

Πελοπόννησος επροσκύνησεν επί της εισβολής του Δράμαλη·

αλλά πεισθείς ότι οι Χριστιανοί τον ηπάτουν

εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, απεφάσισε να εισβάλη εις τα

Λευκά - όρη (Ασπροβούνι),

Αύγουστος και παραλαβών τους πασάδας των Χανιών και της

Ρεθύμνης, επάτησεν αμαχητί την 4 Αυγούστου και έκαυσε το

Θέρισον και τους Λάκκους· μαθών δε ότι πολλαχόθεν

συνέρρεαν Σφακιανοί, Ριζίται και άλλοι εις αντίκρουσιν,

συχνάκις ακροβολιζόμενος και φοβηθείς μη πάθωσιν αίφνης

οι περί αυτόν όσα έπαθαν το παρελθόν έτος οι συνάδελφοί

των, ανεστρατοπέδευσε, μηδέν κατά την μεγάλην ταύτην

εκστρατείαν κατορθώσας πολλού λόγου άξιον· πατήσας δε

αμαχητί και καταστρέψας τον Αποκόρωνα, και αναπαύσας επί

τινας ημέρας τους υπ' αυτόν, εστράτευσεν εις Μεγάλον

Κάστρον, όπου έφθασε την 31 πολεμών καθ' οδόν και

πολεμούμενος και εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως.

Είχαν εκστρατεύσει πρό τινων μηνών διάφοροι οπλαρχηγοί

των εν αποστασία μερών εις Μυράμπελον και Λεσίδι προς

ανέγερσιν και εμψύχωσιν των εισέτι εν ηρεμία ανατολικών

επαρχιών, και ευδοκίμησαν· ουδ' η απόβασις των εξ

Αιγύπτου εδυνήθη να ψυχράνη τους εις εφόπλισιν οργώντας

των μερών εκείνων Χριστιανούς, ώστε τον Ιούλιον μόνη η

επαρχία της Σιτείας ηρέμει ως απόκεντρος. Πολλάκις και

πολλαχού συνεκρούσθησαν Χριστιανοί και Τούρκοι κατ'

εκείνα τα μέρη, και ο κάλλιστος των αγώνων ως επί το

πλείστον υπερίσχυε. Τόσον δε εξεμάνησαν οι Ρεθύμνιοι

Τούρκοι μαθόντες τα γενόμενα, ώστε αφήρπασαν οι

θρασύτεροι και φιλεκδικώτεροι, άκοντος του πασά, τον εν

ειρκτή κρατούμενον και κακουχούμενον επίσκοπον της

επαρχίας, και τον εκρέμασαν· εφόνευσαν δε την αυτήν

ημέραν και άλλους Χριστιανούς.

Αλλ' η άφιξις του υπό τον Χασάμπασαν στρατού εις το

Μεγάλον Κάστρον, όπου ήσαν ήδη οι πολυαριθμότεροι των εν

τοις φρουρίοις Τούρκων, μετέβαλε τα πράγματα επί το

χείρον, και επηρέασε και αυτά τα πνεύματά τινων των κατ'

εκείνα τα μέρη Χριστιανών. Ο στρατάρχης ούτος απέστειλεν,

άμα φθάσας, πολλαχού αποσπάσματα εις εξολόθρευσιν και

αιχμαλωσίαν· εισέβαλε μετά ταύτα και αυτός πανστρατιά εις

την επαρχίαν, Πεδιάδα, και την εκυρίευσεν αναιμωτί· αλλά

πειραθείς να καταλάβη και την δυσδιάβατον θέσιν, Σίτι,

την Μάλαξαν εκείνου του μέρους, απεκρούσθη και

οπισθοδρομήσας εστρατοπέδευσε κατά το Βιάννον εν τη

επαρχία της Αρκαδίας, όπου διατρίψας ολόκληρον μήνα

επανήλθεν εις την Πεδιάδα. Η επαρχία, Λασίθι, είναι, εξ

αιτίας της ορεινής και δυσπροσίτου θέσεώς της, τα Σφακιά

του ανατολικού μέρους της νήσου, και εις τους κατοίκους

αυτής απέβλεπαν οι γειτνιάζοντες και πάσχοντες λαοί· αλλ'

οι κάτοικοι αυτής καταπτοηθέντες επεκαλέσθησαν παρά πάσαν

ελπίδα το έλεος του εχθρού λήγοντος του οκτωβρίου· οι

άλλοι όμως λαοί, αν και ασθενέστεροι, δεν εμιμήθησαν το

παράδειγμά των, προτιμώντες της υποταγής ποτέ μεν την

πάλην, ποτέ δε την εις τα όρη καταφυγήν· μετεμελήθησαν δε

και οι Λασιθιώται και εφωπλίσθησαν εκ νέου. Ολίγοι μόνον

υπεκρίθησαν εξ ανάγκης υπόκλισιν· ούτοι δε ήσαν οι

πλησιόχωροι του φρουρίου.

Μη δυνάμενοι δε οι Χριστιανοί ν' αντιπαρατάττωνται πλέον

εκ του συστάδην προς τους πολυαρίθμους και καλώς

συντεταγμένους εναντίους των ηγωνίζοντο να τους βλάπτωσι

σποράδην.

Πολλάς τοιαύτας ευτυχείς επιδρομάς παρορώντες χάριν

συντομίας φέρομεν εις γνώσιν την εξής.

Τριακόσιοι εκλεκτοί Αλβανοί εστάλησαν διά θαλάσσης εις

Κρουσώνα εν τη επαρχία Μαλεβυζίου παρά του Χασάμπασα ως

προφυλακή του στρατοπέδου, αλλ' επιπεσόντες έξωθεν διά

νυκτός οι Χριστιανοί, και συνεργεία των υποκρινομένων ότι

επροσκύνησαν εντοπίων τοιχωρυχούντες, και μεταβαίνοντες

από οικίας εις οικίαν και καίοντες, τους ηνάγκασαν να

κλεισθώσιν εν τη θολωτή εκκλησία του χωρίου, και

σπάσαντες τον θόλον και ερρίψαντες καυστικάς ύλας τους

κατέκαυσαν όλους.

Κατ' εκείνας τας ημέρας ήλθε νέα επικουρία χιλίων ανδρών

προς τον Χασάμπασαν εξ Αλεξανδρείας και διεκομίσθησαν εν

αφθονία τροφαί και πολεμεφόδια.

1822 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.

&Τα μετά την μάχην του Πέτα κατά την Δυτικήν Ελλάδα μέχρι

της πολιορκίας Μεσολογγίου και η εν τούτοις παράδοσις της

Κιάφας.&

ΜΕΤΑ δε τα εν Πέτα δυστυχή συμβάντα, φανερόν ήτον ότι οι

Τούρκοι θα επροχώρουν προς την Αιτωλοακαρνανίαν πίπτοντες

οι μεν εις Ξηρόμερον διά της Βονίτσης, κύριοι όντες του

αμβρακικού κόλπου, οι δε εις Βάλτον διά του Μακρυνόρους.

Ο Μαυροκορδάτος, διαμείνας εν Λαγκάδα έως ού συνήχθησαν

εκεί τα επί της εν Πέτα μάχης διασκορπισθέντα στρατεύματα

προς ενδυνάμωσιν της θέσεως εκείνης, αν και μη όσον

άλλοτε αναγκαίας μετά την υπό των Τούρκων κυρίευσιν του

αμβρακικού κόλπου, ανεχώρησε, και μεταβαίνων από χωρίου

εις χωρίον και από βουνού εις βουνόν επροσπάθει να

εγκαρδιώση και πείση τους φοβηθέντας λαούς ίνα

προκαταλάβωσι τας θέσεις του Λουτρακίου και του

Καρβασαρά, όπου ο εχθρός εδύνατο ν' αποβιβάση ευκόλως τα

στρατεύματά του. Αλλ', εν ώ κατεγίνετο επιπόνως εις

τούτο, νέον δεινόν επήλθε προς ανατροπήν του σχεδίου. Ο

συνηνωμένος στόλος Κωνσταντινουπόλεως, Αιγύπτου και

Αλγερίας, ο επί της εισβολής του Δράμαλη φανείς εκτός της

Ύδρας, εξ 84 πολεμικών πλοίων, εξ ών 7 δίκροτα και 15

φρεγάται, ελλιμένισε την 20 Ιουλίου έξωθεν του

Μεσολογγίου· ήλθαν και τα εν τω κορινθιακώ κόλπω και

έγειναν όλα 90. Εμφανισθέντος του στόλου τούτου, τα 8

ελληνικά πλοία απέπλευσαν, και οι Έλληνες φοβηθέντες εξ

αιτίας των κατά την ξηράν νεωστί συμβάντων, και βλέποντες

ότι η θάλασσα του Μεσολογγίου έπηξε, κατά την φράσιν των,

επί τω εμφανισμώ τόσων κινητών βουνών, ενόμισαν ότι

επέστη η τελευταία ώρα και της ελευθερίας της πατρίδος

και της ζωής των.

Την άλωσιν του Βασιλαδίου επεχείρησεν ο εχθρικός ούτος

στόλος και πολλάκις εδοκίμασεν υπό βαρύν κανονοβολισμόν

ν' αποβιβάση ναύτας και στρατιώτας· αλλ' η τόλμη των

εντοπίων υπερασπιστών του εδείχθη τοιαύτη, ώστε 50 μόνον

ναύται Μεσολογγίται ήρκεσαν να αποκρούσωσιν ευτυχώς τας

αλλεπαλλήλους εφόδους του εχθρού. Αγωνισθείς δε δύο

ημέρας ανωφελώς μετέπλευσεν εις την μεταξύ Ευήνου και

Μεσολογγίου Μαύρην Αλικήν, επί σκοπώ να κυριεύση καν

εκείνην την θέσιν και στήση στρατόπεδον· αλλ' ηύρεν επί

της παραλίας 800 Αιτωλούς ετοίμους να την υπερασπίσωσιν.

Ο αρχηγός αυτών Μακρής, ο μόνος ίσως των συγχρόνων του

οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, όστις δεν εφίλησέ ποτε

τουρκικήν ποδιάν, διότι έζη μέχρι της επαναστάσεως

αδιακόπως ως κλέπτης, περιπλανώμενος εις βουνά και εις

ερήμους, θέλων να δείξη το στράτευμα τούτο

πολυανθρωπότερον και επιφοβώτερον, διέσπειρεν άμα

ενύκτωσε τους στρατιώτας του επί της παραλίας και τους

διέταξε να τουφεκίζωσιν ολονυκτί ανάπτοντες και πολλά

πυρά· έπαιζαν δε και μουσικά όργανα, και οι στρατιώται

ευθύμουν χορεύοντες, τραγουδούντες και αλαλάζοντες.

Πρωίας δε γενομένης, καθ' ην ώραν οι Τούρκοι προσηύχοντο

και είς αυτών διελάλει μεγαλοφώνως κατά την συνήθειαν την

ενότητα του Θεού και την θείαν αποστολήν του προφήτου,

τινές των στρατιωτών ανέβησαν εις τα δένδρα προσευχόμενοι

και διαλαλούντες ως οι Τούρκοι και βλασφημούντες τον

προφήτην. Άλλοι δε, συνάζοντες χοίρους, τους ηνάγκαζαν

την ώραν της προσευχής των Τούρκων, σφίγγοντες τον λαιμόν

των, να γρυλλίζωσιν. Οι Τούρκοι, ακούσαντες τόσους

ασεβείς λόγους και τον από άκρου εις άκρον του ελληνικού

στρατεύματος οξύν γρυλλισμόν των βδελυρών παρ' αυτοίς

ζώων, ιδόντες και τόσην αφοβίαν απέπλευσαν την επαύριον

άπρακτοι, και ελλιμένισαν έμπροσθεν των Πατρών. Οι δε

Έλληνες, ους εξ αυτής της φυσικής ζωηρότητος και θερμής

φαντασίας των μικρόν τι αρκεί να μικροκαρδίση ή να

μεγαλοκαρδίση, ιδόντες την διττήν αποτυχίαν των εχθρών

κατά τα παράλια της Αιτωλίας ήρχισαν να λησμονώσιν όσα

έπαθαν.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 19 / 26 段