Ο συνταγματάρχης ούτος, Γάλλος το γένος, υπηρέτησε την

πατρίδα του στρατιωτικώς μέχρι της ειρήνης του 1814·

έκτοτε μετέβη εις Κρήτην όπου διέμεινεν έξ έτη πλησίον

του μετερχομένου το εμπόριον πατρός του και εντεύθεν

έλαβεν αφορμήν να διδαχθή την ελληνικήν γλώσσαν και να

γνωρίση τα ελληνικά ήθη· διά ταύτην την αιτίαν, και έτι

μάλλον διά τας στρατιωτικάς και κοινωνικάς αρετάς του,

ευδοκίμησεν αγαπώμενος παρά πάντων και τιμώμενος.

Ευρίσκετο κατά περίστασιν ο ανήρ ούτος εν Τεργέστη επί

της εκείθεν εις Ελλάδα καταβάσεως του Υψηλάντου και τον

ηκολούθησεν ως συναγωνιστής του. Καθ' ην δε ημέραν

έπλευσεν ο εχθρικός στόλος εις Καλαμάταν, είχε μόλις 250

στρατιώτας και αυτούς αρχαρίους· αλλά και μετά τόσον

ολίγων και τόσον αγυμνάστων δεν εδίστασε να παραταχθή

αφόβως επί της παραλίας κατέμπροσθεν του εχθρού

μελετώντος απόβασιν· είχε και δύο κανόνια και συμβοηθούς

μίαν εκατοστύν Μανιατών υπό τον Παναγιώτην Μούρτσινον καί

τινας εντοπίους. Την ακόλουθον αυγήν επλησίασαν προς την

ξηράν πλοία του στόλου διά την μελετωμένην απόβασιν. Αλλ'

οι Τούρκοι ιδόντες την τάξιν του σώματος, ακούσαντες τον

ήχον των σαλπίγγων, μαθόντες και εκ των τουφεκοβολών ότι

και άλλοι παρεφύλατταν εντός διαφόρων τάφρων επί το

αμμώδες παράλιον, αγνοούντες ίσως και τον μικρόν αριθμόν

των υπερασπιστών, ανεχώρησαν άπρακτοι.

Εκείναις δε ταις ημέραις ευρέθησαν τα προ ολίγου

πολιορκούντα το Νεόκαστρον δύο σπετσιωτικά πλοία εν τω

λιμένι των Κυτριών εντός του κόλπου της Καλαμάτας.

Εισπλεύσας ο στόλος τα απέκλεισε και τα εκανονοβόλισεν

επ' ελπίδι να τα συλλάβη ή να τα καύση· αλλ' οι ναύται

αυτών απεβίβασαν κανόνια, αντέστησαν γενναίως, διεφύλαξαν

τα πλοία, και καιροφυλακτήσαντες τα μετέφεραν εις την

νήσον των αβλαβή.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφού διέτριψε μίαν εβδομάδα κατά τα

παράλια της Μεσσηνίας, απέπλευσε προς τας Πάτρας.

Διαδοθείσης της ειδήσεως ταύτης, διεδόθη συγχρόνως, ότι ο

στόλος έφερε δεκακισχιλίους εις απόβασιν, εν ώ είχε μόλις

χίλιους Αλβανούς. Ο λόγος ούτος κατετάραξε τους

πολιορκητάς της Τριπολιτσάς φοβηθέντας μη αποβώσι τα

στρατεύματα ταύτα είς τι παράλιον της Πελοποννήσου και

στρατεύσωσι προς λύτρωσιν της κινδυνευούσης πόλεως·

εκρίθη δε αναγκαίον να εκστρατεύση μέρος του

πολιορκούντος στρατού κατά τας Πάτρας. Αυθόρμητος

εξεστράτευσεν ο Υψηλάντης παραλαβών τους υπό τον Βαλέστον

τακτικούς ελθόντας εκ Καλαμάτας εις Τριπολιτσάν και 500

ακολούθους του Κολοκοτρώνη υπό τον ανεψιόν αυτού

Αποστόλην και τους δύο υιούς του, τον Πάνον αναβάντα εις

Τριπολιτσάν προ ολίγων ημερών από του Ισθμού, και τον

Γενναίον.

Εν τούτοις ο εχθρικός στόλος ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της

Ζακύνθου, υπεδέχθη φιλικώτατα παρά των ουδετέρων του

τόπου εκείνου Αρχών, επρομηθεύθη τροφών, και την 7

σεπτεμβρίου κατέπλευσεν εις Πάτρας όπου ήλθαν και

συνηνώθησαν καί τινα των εν τοις ηπειρωτικοίς παραλίοις

πλοίων, περί ων άλλοτε ανεφέραμεν, καί τινα αλγερινά·

συνηριθμούντο δε όλα 60, εν οις τρία δίκροτα, και επτά

φρεγάται.

Οι δε ατυχείς αρχηγοί της Αχαΐας μετά τα εν Πάτραις πρώτα

παθήματά των έσπευσαν να στρατολογήσωσι και καταλάβωσι

διαφόρους θέσεις, αν όχι εις βλάβην, τουλάχιστον εις

συστολήν των εχθρών ενδυναμωθέντων διά των εκεί

μεταβάντων Λαλιωτών, και διά 1500 Αλβανών αποσταλέντων

παρά του Χουρσήδη υπό τον αρχιπυροβολιστήν Ασλανάκην·

ήσαν δε οι εν Πάτραις Τούρκοι πάντοτε κύριοι των πέριξ

της πόλεως και εξήρχοντο ελευθέρως απάγοντες ζώα και

ξυλευόμενοι· πολλάκις δε επροχώρουν και όπου εφύλατταν οι

Έλληνες και ηκροβολίζοντο, πάντοτε υπερέχοντες· κατά τους

ακροβολισμούς δε τούτους διεκρίνετο ο Παναγιώτης

Καρατσάς, ο τολμηρότερος των Ελλήνων αρχηγών εκείνου του

μέρους, όστις όχι μόνον επολέμει τους Τούρκους επί των

πεδινών τόπων, αλλά έπιπτε την νύκτα και εις αυτήν την

πόλιν. Αι Πάτραι δεν ήτο δυνατόν να πέσωσι ειμή διά της

πείνας, καθώς διά της πείνας έπεσαν και τα άλλα φρούρια·

αλλ' ο αποκλεισμός των πάντοτε ανεπαρκής διά ξηράς,

έγεινεν ανεπαρκέστερος αφού τόσον εδυναμώθη η φρουρά των·

διά θαλάσσης δε εκ διαλειμμάτων μόνον και σπανίως

απεκλείοντο· ώστε όχι μόνον των προς τροφήν επρομηθεύοντο

αφθόνως, αλλά και των προς τρυφήν.

Δεν είναι πολλού λόγου άξιοι οι μετά τα πρώτα κατά τας

Πάτρας συμβάντα συχνοί εκεί ακροβολισμοί, διότι ούτε

αποτέλεσμα έφεραν, ούτε διά τινος περιέργου συμβάντος,

εκτός ολίγων φόνων, διεκρίθησαν. Τόσον ανενόχλητοι

συνήθως έμεναν οι Τούρκοι, ώστε την 23 ιουνίου υπήγαν και

έκαυσαν το μοναστήριον του Ομπλού, τρεις ώρας μακράν των

Πατρών. Την δε 3 ιουλίου επροχώρησαν και εις τα Μαύρα

Βουνά και εκτύπησαν το καλώς οχυρωμένον σπηλαιωτικόν

μετόχι. Αλλ' ολιγώτατοι στρατιώται και καλόγηροι

εγκλεισθέντες ούτε τας επιρριπτομένας κανονοσφαίρας και

βόμβας, ούτε δισχιλίων και πεντακοσίων οπλοφόρων

ακατάπαυστον και πολύωρον τουφεκισμόν εφοβήθησαν.

Μεσούντος δε του Ιουλίου οι Έλληνες ετοποθετήθησαν

πλησιέστερον των Πατρών και ήρχισαν έκτοτε να εμπνέωσι

φόβον ερχόμενοι εις μάχην μετά των εχθρών· η φονικωτέρα

συνέβη την νύκτα της 2 αυγούστου και την ακόλουθον

ημέραν, παρευρεθέντων εν τη μάχη του Γρίβα και του

Καρατσά. Οι δύο ούτοι φιλοπόλεμοι νέοι, εν ώ ήσαν οι

Έλληνες εστρατοπεδευμένοι εν τω χωρίω της Γλυκάδας,

έπεσαν αίφνης την ρηθείσαν νύκτα επί τους κατέχοντας το

μοναστήριον του Γηροκομείου εχθρούς πολλά πλησίον της

πόλεως κείμενον. Ακούσαντες τον τουφεκισμόν οι εν αυτή

Τούρκοι εξεστράτευσαν όλοι εις βοήθειαν των πασχόντων

αδελφών των· εξώρμησε και όλον το εν τη Γλυκάδα ελληνικόν

στράτευμα, και ούτως η μάχη έγεινε γενική δι' όλης της

ημέρας, και οι Έλληνες κατεδίωξαν τους επελθόντας έως εις

τα άκρα της πόλεως. Ελέγετο δε ότι κατά την μάχην εκείνην

εσκοτώθησαν 100 Τούρκοι· εσκοτώθησαν και 20 Έλληνες, εν

οις και ο άξιος μαχητής Καλαβρυτινός Μπενιζέλος.

Οι δε Τούρκοι, προθέμενοι ν' απομακρύνωσι της πόλεως ως

και πρότερον τους Έλληνας, εξεστράτευσαν την 5 πανστρατιά

υπό την οδηγίαν του Ισούφπασα σύροντες τέσσαρα κανόνια

και μίαν βομβοβόλον, και εστρατοπέδευσαν εκτός του

Γηροκομείου. Οι Έλληνες κατείχαν τότε το χωρίον Ρωμανού,

τον λινόν του Χουσεήναγα και τα πέριξ. Τρία ημερονύκτια

επολέμησαν οι Τούρκοι τους εν τω λινώ του Χουσεήναγα επί

σκοπώ να τους διασκορπίσωσιν, αλλά, χάρις εις τους εκεί

ευρεθέντας, Γρίβαν, Φωκάν, Γκεντιλίνην και Καρατσάν,

απεκρούσθησαν, εγκατέλειψαν και αυτήν την θέσιν του

Γηροκομείου και εισήλθαν κατησχυμένοι εις το φρούριον. Η

θάλασσα εν τοσούτω ήτον ανοικτή, και τροφαί εκομίζοντο

εις τας Πάτρας ελευθέρως· και επειδή οι αποκλεισμοί των

Ελλήνων δεν ανεγνωρίζοντο εισέτι, πολεμικά ευρωπαϊκά

πλοία επροστάτευαν αναφανδόν τα εισπλέοντα υπό τας

σημαίας των βασιλέων αυτών τροφοφόρα. Αλλά και αυτή η

οπωσούν επί της ξηράς καλή κατάστασις των Ελλήνων πολλά

ολίγον διήρκεσεν εξ αιτίας των αναφυεισών διχονοιών και

διαιρέσεων μεταξύ των προκρίτων και των οπλαρχηγών.

Εκείναις ταις ημέραις εδολοφονήθη και ο άριστος Καρατσάς.

Το πρώτον τούτο επί της επαναστάσεως της δολοφονίας

ανοσιούργημα, πραχθέν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού την 4

σεπτεμβρίου υπό των Κουμανιωτών δι' αντιζηλίαν, αφήρεσε

την αμοιβαίαν πίστιν, διήγειρε φόβους και συνέτρεξεν εις

την εν μέρει διάλυσιν των εκεί ελληνικών στρατευμάτων.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των περί τας Πάτρας

συστρατοπεδευόντων ότε ο εισβολής στόλος εφάνη έμπροσθεν

της πόλεως εκείνης.

Ό,τι ήρχισε να ενεργή ως προς την διάλυσιν των ελληνικών

στρατευμάτων η διχόνοια και η δολοφονία, το απετελείωσεν

η άφιξις του στόλου.

Σεπτέμβριος Την 9 σεπτεμβρίου οι εν Πάτραις Τούρκοι,

συμπαραλαβόντες καί τινας των επί του στόλου εις απόβασιν

Αλβανών, εστράτευσαν, ως χίλιοι, επί τους κατέχοντας τας

τρεις μακρυνάς θέσεις, την του Σαραβαλίου υπό τους

Πετμεζάδας και Κουμανιώτας, την του Πουρναροκάστρου υπό

τον Ζαήμην, και την του μετοχίου του Ομπλού υπό τον

Σισίνην. Οι εν Σαραβαλίω όλοι έφυγαν την προτεραίαν νύκτα

ιδόντες τον στόλον· ανεχώρησαν αμαχητί και οι εν

Πουρναροκάστρω· δεν αντέστησαν ουδ' οι εν μετοχίω και

εγκαταλείψαντες τας αποσκευάς και τα δύο κανόνια ανέβησαν

εις τα ορεινότερα μέρη, καταδιωκόμενοι και εκεί υπό των

Τούρκων εγγύς όντων να ζωγρήσωσι και τον Σισίνην

φεύγοντα.

Μετ' ολίγας δε ημέρας το πλείστον μέρος του στόλου υπό

τον Γιβραλτάρην, φέρον εις απόβασιν τον Ισούφπασαν και

700 Αλβανούς, μετέβη εις Βοστίτσαν, ην ηύρε πανέρημον και

την κατέκαυσε καυθείσαν, ως είδαμεν, και επί της εκείθεν

διαβάσεως των περί τον κεχαγιάμπεην· διεσπάρησαν δε οι

εχθροί εις όλην την επαρχίαν της Βοστίτσης

λαφυραγωγούντες και απάγοντες ζώα. Την δε 19 έπλευσεν ο

στόλος εις την αντίπορθμον ξηράν, εκανονοβόλησεν αβλαβώς

την Βετρινίτσαν και παρέστη έμπροσθεν του Γαλαξειδίου.

Η κωμόπολις αύτη κείται επί της δυτικής άκρας του

κρισσαίου κόλπου ή κόλπου των Σαλώνων, ούτως

ονομαζομένου, διότι ολίγον ενδότερον προς τον μυχόν αυτού

κείνται η Κρίσσα πόλις των αρχαίων, και τα Σάλωνα πόλις

των νεωτέρων Ελλήνων. Είχε δε επί της επαναστάσεως 700

οικίας, και 40 πλοία (καράβια), εκτός πολλών μικρών,

πλέοντα όλην την Μεσόγειον· έχει και λιμένα αξιόλογον.

Οι κάτοικοι, υποπτεύοντες διά θαλάσσης προσβολήν, είχαν

οχυρώσει διά κανονίων το έξωθεν του στόματος του λιμένος

νησίδιον εις προφύλαξιν των πλοίων και της κωμοπόλεως,

και αντέστησαν την πρώτην ημέραν ευτυχώς προς τον

αδιακόπως κανονοβολούντα στόλον. Ήσαν δε και 200

στρατιώται επί της ξηράς εις εμπόδιον της μελετωμένης

αποβάσεως· αλλά την επελθούσαν νύκτα έγειναν άφαντοι. Την

δε ακόλουθον ημέραν απεβιβάσθησαν 1000 Τούρκοι εις την

ξηράν, εκυρίευσαν τα πλοία, εξ ών 13 ήσαν ένοπλα,

εκυρίευσαν και το επί του έξωθεν του στόματος του λιμένος

νησιδίου κανονοστάσιον και αυτήν την κωμόπολιν, έσφαξαν

πεντέξ εναπομείναντας γέροντας, και γραίας, καταφυγόντων

των κατοίκων της εις τα ενδότερα, έκαυσαν την κωμόπολιν,

και παραλαβόντες 34 πλοία, τα ογκωδέστερα και

ευχρηστότερα, εν οις και τα μετακομίσαντα εις

Πελοπόννησον τους περί τον Μεταξάν και Μερκάτην δύο

ιόνια, και καύσαντες όλα τάλλα, μικρά μεγάλα, επανέλευσαν

εις Πάτρας.

Ευδοκίμησεν ο στόλος εν τω περίπλω τούτω, διότι και τα

φρούρια Μοθώνης και Κορώνης επεσίτισε, και τα εκτός της

Κορώνης και των Πατρών ελληνικά στρατόπεδα φανείς

διέλυσε, και όλην την εν τω κορινθιακώ κόλπω ελληνικήν

ναυτικήν δύναμιν, την ενοχλούσαν τα εκεί φρούρια,

κατέστρεψεν. Ο κύριος σκοπός του ήτον να διευκολύνη την

μετάβασιν των τουρκικών στρατευμάτων από της αντικρύ

στερεάς εις Πελοπόννησον· αλλ' η εκστρατεία εματαιώθη εν

τη μάχη των Βασιλικών· διά την αιτίαν ταύτην και διά την

προσεγγίζουσαν ώραν του χειμώνος, καθ' ην οι

απειροθάλασσοι Τούρκοι αγαπούν να διαχειμάζωσιν εντός

ασφαλών λιμένων, ο στόλος, σύρων και τα εν τω Γαλαξειδίω

αλωθέντα πλοία, απέπλευσε των Πατρών, και την 24, 25, και

26 κατέπλευσεν όλος πάλιν εις τον λιμένα της Ζακύνθου,

όπου αι ουδέτεραι Αρχαί τον εδέχθησαν ως και την πρώτην

φοράν ευμενέστατα.

Ο δε Υψηλάντης, διαβάς διά των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβε

χιλίους υπό τον Χαραλάμπην, τους Πετμεζάδας και τον

Σολιώτην· αλλά δεν έφθασεν εις Βοστίτσαν ειμή αφ' ού

απέπλευσεν ο εχθρικός στόλος· οδεύων δε παρά την παραλίαν

προς τον Ισθμόν και φθάσας εις την μονήν της αγίας

Ειρήνης, ολίγας ώρας απέχουσαν της Βοστίτσης, είδεν

αντίπεραν καιόμενον το Γαλαξείδι· την δε 22 σεπτεμβρίου

έφθασεν εις τα Βασιλικά (Σικυώνα).

Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος διέπλεε την ελληνικήν θάλασσαν

και κατέστρεφεν, ο ελληνικός διέμενεν άπλους. Τα πλοία,

ως ιδιόστολα, ήσαν δικαίω τω λόγω και δυσκίνητα, αλλ' ο

μέγας κίνδυνος της πατρίδος έπεισε και ταύτην την φοράν

τους γενναίους νησιώτας εις νέας χρηματικάς καταβολάς,

δι' ων εφοδιασθέντα 35 εξέπλευσαν προς τα δυτικά της

Πελοποννήσου εις συνάντησιν των εχθρικών· συνεξέπλευσε

κατά πρώτην φοράν και ο Ανδρέας Βώκος, ο και Μιαούλης ως

απλούς πλοίαρχος. Ολίγον διέμεινεν ο εχθρικός στόλος εν

Ζακύνθω, και απέπλευσε διευθυνόμενος εις

Κωνσταντινούπολιν καθ' όν καιρόν έπλεε προς τον

κορινθιακόν κόλπον ο ελληνικός. Αφιχθέντος δε τούτου

εκτός της Ζακύνθου, έστειλαν οι αρχηγοί αξιωματικόν εις

το υγειονομείον ίνα μάθη τι περί του εχθρικού· αλλ' αι

Αρχαί απέπεμψαν τον αποσταλέντα εχθρωδώς απαγορεύσασαι

αυτώ πάσαν συνέντευξιν μετά των επί ξηράς και πάσαν

αγοράν. Η διαγωγή αύτη της αγγλοϊονικής κυβερνήσεως ήτο

φανερά παράβασις της ουδετερότητας, ην επηγγέλλετο. Αφού

εδέχθη δις ολόκληρον οθωμανικόν στόλον, πώς απέπεμπε μίαν

ελληνικήν λέμβον; Πλέων δε ο ελληνικός μεταξύ Ζακύνθου

και Κεφαλληνίας έμαθεν ό,τι επεθύμει παρά τινων

θαλασσοπορούντων και εστράφη προς τας Σπέτσας και την

Ύδραν υποπτεύσας μη ο εχθρικός τας προσβάλη επί του

διάπλου. Αλλ' ούτος ηύρε τόσω σφοδράν αντίπνοιαν έξωθεν

των μεσσηνιακών φρουρίων, ώστε ηναγκάσθη να ποδίση προς

την Ζάκυνθον. Εξ αιτίας δε της ανεμοζάλης απεμακρύνθη έν

δικάταρτον αλγερινόν 20 κανονίων, και εμπεσόν εις τον

ελληνικόν στόλον, και πολεμούμενον πανταχόθεν, αντέστη

κατ' αρχάς γενναίως, αλλά μη βλέπον τρόπον σωτηρίας και

καταδιωκόμενον υπό των πλοίων του Σαχίνη και του Ραφαλιά

ερρίφθη προς τα νότεια της Ζακύνθου εις τόπον λεγόμενον

Υψόλιθρον, σχεδόν ημίκαυστον και εσυντρίβη· 20 των ναυτών

του εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και 40 αβλαβείς

διεσώθησαν.

Ανεφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επταννησίων

αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι

τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των ούτε ο ανυπόκριτος

φιλοτουρκισμός ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου

αρμοστού Θωμά Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον

δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον

παρονόμαζαν Σουλτάν - Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο

αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα και επηγρύπνει εις

την μη παράβασίν της υπέρ των Ελλήνων· εις μάτην εδήμευεν

υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν· οι Κεφαλλήνες

και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και

τας ποινάς του ωλιγώρουν, και τας απειλάς του εχλεύαζαν,

και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν διά παντός τρόπου και

δι' αυτών των επ' εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον

βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς

Αρχής.

Τούτων ούτως εχόντων, εύκολον είναι να συμπεράνη τις

πόσον εξήφθη ο φύσει ενθουσιώδης λαός της Ζακύνθου, ότε

είδεν όχι μόνον την εθνικήν του σημαίαν κυματίζουσαν,

αλλά και τον τυραννούμενον αδελφόν του μαστίζοντα κατά

τον Υψόλιθρον τον αλλογενή και αλλόπιστον τύραννόν του.

Χωρία ολόκληρα εκενώθησαν, και οι κάτοικοι των έτρεξαν

ένοπλοι όπου έπεσε το τουρκικόν πλοίον· έτρεξαν συγχρόνως

εις τον αυτόν τόπον και 20 στρατιώται Άγγλοι προς

διατήρησιν των υγειονομικών διατάξεων. Μεγάλη λογομαχία

επήλθε κατ' αρχάς μεταξύ του Άγγλου αξιωματικού καί τινων

εκ των χωρικών. Επροσπάθει ο αξιωματικός να τους

επαναγάγη εις τα χωρία των· αλλά μη εισακουόμενος

εκτύπησεν ένα δι' ης εβάσταζεν ιππομάστιγος. Εντεύθεν

έλαβαν αφορμήν οι ευερέθιστοι χωρικοί να τουφεκίσωσι την

φρουράν, εσκότωσαν ένα στρατιώτην, επλήγωσαν δύο και τον

αξιωματικόν· τους αντετουφέκισε και η φρουρά· αλλ' ο

μικρός αριθμός της ήτον ανίκανος ν' αντισταθή μέχρι

πολλού προς τον μέγαν αριθμόν των χωρικών· διά τούτο

υπεχώρησεν εις τους πλησίον πύργους· αλλά και εκεί την

εκτύπησαν την νύκτα οι χωρικοί.

Εν ώ δε τοιαύτα συνέβαιναν επί της ακτής της Ζακύνθου,

πλοία του προς την Ύδραν και Σπέτσας πλέοντος ελληνικού

στόλου έπεσαν υπό το σκότος της νυκτός εις το μέσον του

εχθρικού μεταξύ Ζακύνθου και Γλαρέντσας και εκινδύνευσαν.

Αλλά παρευρεθείς ο Μιαούλης εφάνη αυτοφυής ναύαρχος·

έφερε τα πλοία όσον εδύνατο πλησιέστερον της

πελοποννησιακής ξηράς, διέταξε να παραπλέωσι, και

τοιουτοτρόπως τα μεγαλόσωμα εχθρικά, μη δυνάμενα να

πλεύσωσιν εις ολιγοβαθή νερά, εκανονοβόλουν μακρόθεν όλον

το νυχθήμερον επί ματαίω. Την δε επελθούσαν νύκτα

διεξέπλευσαν τα ελληνικά σώα· μόνον το του Θεοδωρή Γ.

Μέξη καθήσαν, εκυρίευσαν οι εχθροί και έσβεσαν ην άναψαν

φλόγα οι ναύται του αποβάντες όλοι αβλαβείς εις την

ξηράν.

Μετά την ναυτικήν ταύτην αψιμαχίαν, ο οθωμανικός στόλος

εισέπλευσεν αύθις τον λιμένα της Ζακύνθου, παρέλαβε τους

διασωθέντας ναύτας του αλγερινού πλοίου, και απέπλευσε

την 3 οκτωβρίου· βλάψας δε κατά τον πλουν του την

μηδεμίαν αιτίαν παρασχούσαν Σαμοθράκην, εισήλθεν εις

Κωνσταντινούπολιν την 12 νοεμβρίου, επιδεικνύων τα

συλληφθέντα του Γαλαξειδίου πλοία, και κρεμάσας επί των

καταρτιών αυτών 30 αθλίους ναύτας αιχμαλωτισθέντας, ως

έλεγαν οι του στόλου εν Γαλαξειδίω· αλλ', επειδή δεν

ευρέθη ψυχή ζώσα επί της εις την κωμόπολιν εκείνην

αποβάσεώς των, επιστεύετο, ότι οι κρεμασθέντες ήσαν εκ

των δυστυχών Χριστιανών των πληρωμάτων αυτού του στόλου.

Ο δε Καρα - αλής προήχθη διά τον επισιτισμόν των φρουρίων

και την καταστροφήν του Γαλαξειδίου εις τον βαθμόν του

Καπητάμπασα.

Το δε κατά τον Υψόλιθρον συμβάν ηνάγκασε τον ύπαρχον

Ζακύνθου να βάλη χωρία τινά υπό τον στρατιωτικόν νόμον. Ο

δε ανθαρμοστής Αδάμ όχι μόνον ενέκρινε το πραχθέν, αλλ'

εφήρμοσε τον νόμον καθ' όλην την νήσον. Προς εκτέλεσιν δε

αυτού μετέβη εις Ζάκυνθον και διέχυσε μέγαν τρόμον. Πέντε

χωρικοί εκρεμάσθησαν ως πρωταίτιοι των κατά τον Υψόλιθρον

συμβάντων, ο Θεόδωρος Πέτας Γλάρος, ο Διονύσιος Κοντονής,

ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, (ο Αντώνης Ζούκας) και ο

Γιάννης Κλαδιανός· τα σώματα δε αυτών ετέθησαν εντός

κλωβίων υψωθέντων επί των κορυφών των πέριξ της πόλεως

και του λιμένος βουνών εις φρίκην των θεατών· όλοι δε οι

κάτοικοι της νήσου αφωπλίσθησαν, και 100 πάσης κλάσεως,

εν οις και ιερείς, απήχθησαν εις το φρούριον ως ένοχοι,

ως ύποπτοι ή ως απειθείς.

Τον νόμον τούτον έλαβεν αφορμήν να κηρύξη ισχύοντα και ο

ύπαρχος Κυθήρων εν τω χωρίω των Καβάνων· εκηρύχθη ισχύων

μετ' ολίγον και καθ' όλην την νήσον· εκηρύχθη δε εν τω

χωρίω των Καβάνων, διότι οι κάτοικοί του, παρασυρόμενοι

υπό του προς τον ελληνικόν αγώνα ενθουσιασμού, συνέλαβαν

50 Τούρκους, άνδρας γυναίκας και παιδία, πλέοντας εις

Κρήτην και ορισθέντας εκ περιστάσεως προς την νήσον, και

τους εξωλόθρευσαν ανηλεώς και αναιτίως, τους μεν

φονεύσαντες, τους δε ρίψαντες εις την θάλασσαν·

αντέστησαν δε και προς τους υπηρέτας της εξουσίας

σταλέντας προς σύλληψιν των ενόχων· διά ταύτην την αιτίαν

πολλοί χωρικοί συνελήφθησαν και δύο εξ αυτών

εθανατώθησαν· οι δε πρωταίτιοι κατέφυγαν εις

Πελοπόννησον. Συγχρόνως εκηρύχθη ισχύων ο στρατιωτικός

νόμος και εν Κεφαλληνία και εν αγία Μαύρα, και εν τη

πρωτευούση νήσω των Κορυφών· και εν μεν τη Κεφαλληνία

κατά το λέγειν αυτού του ανθαρμοστού (β), εκηρύχθη όχι

διότι έπραξαν οι κάτοικοί της όσα οι Ζακύνθιοι, αλλά

διότι ενδεχόμενον ήτο να πράξωσι τοιαύτα εν ομοία

περιστάσει· εν δε τη αγία Μαύρα, διότι η νήσος εκείνη,

χωριζομένη της ξηράς διά στενού και διαβατού πορθμού,

υπέκειτο εις ληστρικάς εκείθεν επιδρομάς· εν δε τη νήσω

των Κορυφών, διότι, αν και ο τόπος εκείνος διέμεινεν

ήσυχος και ευπειθής, δεν ήτον εύλογον να εξαιρεθή του

γενικού κανόνος. Διά τοιούτους λόγους αφωπλίσθησαν τας

ημέρας εκείνας συγχρόνως όλοι οι Επταννήσιοι, πταίσται,

αθώοι, φιλοτάραχοι και φιλήσυχοι. Ολίγας δε ημέρας μετά

τα συμβάντα ταύτα, ήτοι την 17 Οκτωβρίου, εξεδόθη άλλο

κήρυγμα λέγον, ότι από της ημέρας εκείνης ούτε οθωμανικά

ούτ' ελληνικά πλοία πολεμικά ήσαν δεκτά, ειμή εν

περιστάσει τρικυμίας, εις τους λιμένας του ιονίου

κράτους, ότι μόνον αδεία των αρμοδίων Αρχών, επετρέπετο η

μετά των ρηθέντων πλοίων κοινωνία, και ότι όστις κατοικών

εν τω ιονίω κράτει απεπειράτο να κοινωνήση μετά των επί

των ρηθέντων πλοίων άνευ αδείας, εθεωρείτο και επαιδεύετο

ως ένοχος φανεράς παρακοής. Τοιαύτη ήτον η προς τους

Επταννησίους διαγωγή της αρμοστίας, και τοιαύτη η

διάθεσίς της προς τον ελληνικόν αγώνα υπό το ψευδές

πάντοτε όνομα αυστηράς και αμερολήπτου ουδετερότητος.

Ερχόμεθα τώρα να παρασταθώμεν εις την άλωσιν της

Τριπολιτσάς.

Μέγας και πολύς ήτον εν Τριπολιτσά ο κεχαγιάμπεης εν όσω

ενίκα· αλλ' ουδείς τον εσέβετο ουδ' υπήκουεν αφ' ού

έπαυσε νικών. Ανηγέρθησαν τότε, καθώς συμβαίνει συνήθως

επί των αποτυχιών, πολλαί κεφαλαί· διηρέθησαν δε όλοι εις

τρία μεγάλα κόμματα· εις το των εντοπίων Τούρκων ους

εκίνουν ο Κιαμίλμπεης, ο Μουσταφάμπεης, ο Δεφτερδάρης και

ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης· εις το του κεχαγιάμπεη και

καϊμακάμη, ήτοι των ασιανών, και εις το των συναναβάντων

μετά του κεχαγιάμπεη Αλβανών των υπό τον Ελμάσμπεην. Το

πρώτον κόμμα εζήτει ασφάλειαν, το δεύτερον τιμήν, το

τρίτον χρήματα. Και τα τρία έβλεπαν πάσαν αντίστασιν

ματαίαν, αφ' ού μάλιστα επείσθησαν, ότι οι έξωθεν

ερχόμενοι εις βοήθειαν ομόπιστοί των ηττήθησαν κατά τα

Βασιλικά. Αλλ' οι περί τον κεχαγιάμπεην ήσαν γνώμης να μη

εμπιστευθώσιν εις επισφαλή συμβιβασμόν, αλλά να εξέλθωσιν

όλοι πανέστιοι διά νυκτός, και διελθόντες το εχθρικόν

στρατόπεδον να καταφύγωσιν όσοι επιζήσωσιν εις Ναύπλιον.

Αν τολμηρά ήτον η γνώμη αύτη, ήτον η μόνη παρέχουσα

ελπίδα σωτηρίας. Αλλ' οι Αλβανοί ήξευραν ότι,

αποχωριζόμενοι των συναδέλφων των, εσυμβιβάζοντο μετά των

Ελλήνων και ευκόλως και επικερδώς· όθεν, ως άνθρωποι του

συμφέροντος, δεν επείθοντο να ριψοκινδυνεύσωσιν επ'

ωφελεία άλλων. Εις τόσην δε αναισχυντίαν περιέπεσαν, ώστε

εμονοπώλουν τας εναπολειφθείσας τροφάς, και επώλουν

πολλάκις και αυτό το εν τη πόλει νερόν· απαιτούντες δε

απειλητικώς τους υστερούντας μισθούς των, απέκλεισαν και

αυτόν τον κεχαγιάμπεην εν τω παλατίω του και τους έλαβαν

διά της βίας. Οι δε εντόπιοι Τούρκοι είχαν άλλας αιτίας

να μη εγκρίνωσι το περί της εξόδου σχέδιον του

κεχαγιάμπεη· δεν ήθελαν να θέσωσιν εις κίνδυνον τας

οικογενείας των· έχοντες δε σχέσεις προς τους προκρίτους

της Πελοποννήσου ως συμπατριώτας των, ήλπιζαν πάντοτε να

συμβιβασθώσι και λυτρωθώσι. Τοιαύτη διαφωνία επεκράτει εν

Τριπολιτσά καθιστώσα την δεινήν θέσιν της πολύ

δεινοτέραν. Η εγγίζουσα δε εκπολιόρκησις έφερεν έξωθεν

των τειχών τόσον πλήθος οπλοφόρων επ' ελπίδι

λαφυραγωγίας, ώστε συνηριθμούντο τας τελευταίας ημέρας

τουλάχιστον 15000· επεκράτει δε και τόση αταξία και

απροσεξία εν τω στρατοπέδω, ώστ' ελαθροπώλουν τινές

αισχροκερδείς προς τους πολιορκουμένους υπό το σκότος της

νυκτός τροφάς. Ειδοποιηθείς ο Κυριακούλης ότι προσήλθαν

τίνες επί τω σκοπώ τούτω υπό το τείχος κρυφίως, παρέλαβέ

τινας των περί αυτόν και έτρεξε να τους διασκορπίση και

τιμωρήση· αλλά τους υπεράσπισαν οι έσωθεν τουφεκίζοντες,

και εξώρμησαν πολλοί αυτών εις τιμωρίαν των προθυμηθέντων

να παύσωσι την αθέμιτον ταύτην τροφεμπορίαν· έτρεξαν τότε

και πολλοί Έλληνες ακούσαντες τον τουφεκισμόν, έτρεξε και

αυτός ο Κολοκοτρώνης, και μετά δίωρον μάχην ηναγκάσθησαν

οι εξορμήσαντες, πολλά παθόντες, να καταφύγωσιν εις την

πόλιν.

Εντοσούτω, τα σχέδιον του συμβιβασμού υπερίσχυσεν, αλλ'

ουδείς ετόλμα να το προβάλη αναφανδόν. Εν τοις τοιούτοις

καιροίς ισχύει παρά τοις Οθωμανοίς πολλάκις το γυναικείον

φύλον. Εν Κωνσταντινουπόλει συχνάκις κινείται ο όχλος των

γυναικών αυθαδώς και ατιμωρήτως κατά των Αρχών εν καιρώ

σιτοδείας· εντεύθεν ορμώμενοι και οι εν Τριπολιτσά, οι

θέλοντες υπέρ τους άλλους τον συμβιβασμόν, υπεκίνησαν τας

Οθωμανίδας. Την 6 σεπτεμβρίου συνήχθησαν κάτωθεν του

παλατίου πάμπολλαι και οδυρόμεναι εκραύγαζαν, ότι

απέθνησκαν της πείνας και της δίψας και επεκαλούντο εν

ονόματι του θεού και του βασιλέως των τον ταχύν

συμβιβασμόν μετά των πολιορκητών, ως την μόνην αποτροπήν

του παντελούς ολέθρου. Συνήλθαν τότε εις το παλάτιον οι

πρόκριτοι, και ενώπιον του κεχαγιάμπεη, μη δυναμένου

πλέον μηδ' αυτού ν' αντιτείνη, ενεκρίθη να γείνωσι προς

τους Έλληνας προτάσεις συμβιβασμού διά των αρχιερέων και

προεστώτων.

Των ανδρών τούτων ο εν Τριπολιτσά βίος ήτο μαρτύριον.

Κατ' αρχάς έζων υπό απλήν φύλαξιν, αν και πάντοτε εν μέσω

απειλών και κινδύνων· αλλά μόλις ένα μήνα διήρκεσεν η

τοιαύτη κατάστασίς των.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 5 / 26 段